Είμαι στο δρόμο. Κάνω αριστερό κλικ και προχωράω πιο μπροστά. Βλέπω τη διαδρομή της πορείας που θ’ ακολουθήσω ήδη χαραγμένη μπροστά μου. Έτοιμη για μένα, πριν από μένα. Διαλέγω αν θέλω να στρίψω δεξιά ή αριστερά ή αν θα συνεχίσω ευθεία. Κάνω κλικ μπροστά μου. Διαλέγω να συνεχίσω ευθεία. Κάνω διπλό κλικ και ξαφνικά είμαι πιο κοντά στο κτήριο, στο αμάξι ή στον περαστικό που θέλω να δω. Έκανα ζουμ. Πλησίασα, όπως θα λέγαμε παλιότερα. Μετακινώντας το ποντίκι πάνω ή κάτω, διαλέγω το ύψος από το οποίο θέλω να βλέπω. Έχω τη δυνατότητα αν θέλω να κοιτάω τον δρόμο κάτω από τα πόδια μου ή τον ουρανό. Ένα κλικ διαφορά είναι. Στρίβω δεξιά, κάνω ζουμ σ’ ότι μ’ ενδιαφέρει, το παρατηρώ και συνεχίζω. Τόσο απλά.

Με τη διαδικασία που περιγράφηκε παραπάνω μπορώ να «δω», να «γνωρίσω» μια πόλη στον ψηφιακό κόσμο σήμερα. Και με την ίδια ακριβώς διαδικασία μπορώ να «δω» ένα μουσείο ή ότι άλλο έχει έτοιμη την αντίστοιχη ψηφιακή εφαρμογή του. Με κλικ προχωράω, με διπλό κλικ κάνω ζουμ, με μετακίνηση του ποντικιού στρίβω, αλλάζω ώρα ή μέρος με τον ίδιο εύκολο τρόπο κλπ. Μπορεί ο δρόμος πάνω στον οποίο «κινούμαι» να είναι η Πατησίων. Μπορεί να είναι ακόμη και ο δρόμος κάτω από το σπίτι μου ή η γειτονιά μου. Μπορώ να «κινούμαι» και να «γνωρίζω» την πόλη μου.

Μόνο που η διαδικασία με την οποία γνωρίζω, και εν τέλει μπορώ να πω ότι «ξέρω», την πόλη μου ή την γειτονιά μου, δεν έχει καμία σχέση. Γνωρίζω τη γειτονιά μου σημαίνει περπατάω και φτάνω όπου θέλω, είναι ενεργητική διαδικασία, δεν έρχεται αυτό σε εμένα. Ξέρω τη γειτονιά μου σημαίνει ναι, ξέρω τους δρόμους και τις όψεις των κτηρίων αλλά ξέρω κ όλες τους τις σχέσεις. Σημαίνει διαβάζω τη γειτονιά μου με πολλούς τρόπους. Με βάση την μυρωδιά των δέντρων ή τους συμπαθητικούς και αντιπαθητικούς γείτονες. Γνωρίζω τη γειτονιά μου τελικά, σημαίνει αισθάνομαι, σημαίνει βιώνω. Και είναι μια τελείως διαφορετική διαδικασία από αυτήν που περιγράφηκε πάνω γιατί η πόλη ή η γειτονιά είναι πραγματική. Και δεν ταυτίζεται με την ψηφιακή αναπαράστασή της.

Στον ψηφιακό κόσμο διάφορες λέξεις παρερμηνεύονται καθώς οι έννοιες τους αλλάζουν και καταλήγουν να σημαίνουν κάτι διαφορετικό. Οι περισσότερες (αν όχι όλες) λέξεις που χρησιμοποιούμε είναι φορτισμένες με κοινωνικές σχέσεις, και με την κοινωνική εμπειρία του καθενός. Και κάποιες φορές σημαίνουν κάτι διαφορετικό για τον καθένα μας. Η ψηφιακή πραγματικότητα τώρα, σε πολλές περιπτώσεις παίρνει αυτές τις λέξεις και αλλάζει τις έννοιες τους. Στη συνέχεια τις επαναχρησιμοποιεί και, με άλλο περιεχόμενο πια, τις πλασάρει για δικές της. Είχαμε μιλήσει και παλιότερα για την ψηφιοποίηση της μνήμης, για τα ψηφιακά μέσα που μπορούν να «θυμούνται» για εμάς. Και στα πλαίσια αυτής της αλλαγής της «θέσης» που εδράζεται η μνήμη, η έννοια της «μνήμης» και του «θυμάμαι» άλλαξε. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και τώρα με την έννοια της λέξης «γνωρίζω / ξέρω».

Η λέξη «ξέρω» μπορεί να είναι η ίδια, αλλά η εμπειρία που αυτή μεταφέρει είναι τελείως διαφορετική. Αυτό το «ξέρω» είναι το ίδιο με το «ξέρω» το ψηφιακό περιβάλλον ενός video game. Δεν το γνωρίζω, απλά το βλέπω. Και στην περίπτωση των ψηφιακών αναπαραστάσεων δεν ξέρουμε κάτι, απλά το βλέπουμε. Στον κόσμο των εικόνων όμως το «βλέπω» με το «ξέρω» έχουν καταλήξει σχεδόν ταυτόσημα. Γιατί γνωρίζω κάτι πραγματικά συμμετέχω σ’ αυτό, δρω ενεργητικά, δεν κοιτάζω απλά. Γνωρίζω σημαίνει βιώνω. Και βιώνω σημαίνει και βλέπω και ακούω και μυρίζω και πιάνω. Το πραγματικό «γνωρίζω» είναι ένα σύνολο διαδικασιών και πρακτικών. Όχι μόνο της όρασης ή του παθητικού κλικ.

Όλα αυτά τα «γνωρίζω» του ψηφιακού κόσμου, θα μπορούσαμε να τα αποκαλέσουμε «ψηφιακά βιώματα». Το πραγματικό «γνωρίζω» όμως, μπορεί να κρύβει μέσα του και πόνο, μπορεί να κρύβει μέσα του και φόβο. Μα πάνω απ’ όλα αυτό που σίγουρα κρύβει είναι κόπο. Κόπο και χρόνο. Γιατί για να γνωρίσουμε κάτι πραγματικά πρέπει να του αφιερώσουμε χρόνο. Και συνεπώς και ενέργεια. Σε μια εποχή όμως που η κοινωνικές τάσεις προτάσσουν το εύκολο, κατά πόσο είμαστε πραγματικά διατεθειμένοι να «σπαταλήσουμε» χρόνο και ενέργεια για να γνωρίσουμε κάτι πραγματικά; Και όταν περνάμε τον περισσότερο χρόνο της ημέρας μας «γνωρίζοντας» ψηφιακά, είμαστε πραγματικά σε θέση να ξεχωρίσουμε τα ψηφιακά βιώματα από τα πραγματικά, σε βάθος χρόνου; Γιατί οι ψηφιακές αναπαραστάσεις είναι πολύ πιο «εντυπωσιακές» στο μάτι μας από την πραγματικότητα. Και η ευκολία στην παθητική «λήψη» εικόνων, μπορεί να καταστήσει την πραγματική ζωή απλά βαρετή.

Όλα αυτά τα «γνωρίζω» του ψηφιακού κόσμου μπορεί να φαντάζουν τρομακτικά όπως τα περιγράψαμε, αλλά μπορούν να είναι έτσι μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις. Αν εμείς οι ίδιοι είμαστε σε θέση να ξεχωρίσουμε κάθε στιγμή τι γνωρίζουμε πραγματικά και τι απλώς βλέπουμε, μπορούμε να αντιληφθούμε την διαφορά της βιωμένης εμπειρίας από την επιπρόσθετη πληροφορία. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι στο μέσο, αλλά στη χρήση που του κάνουμε. Και όσο πιο πολύ γνωρίζουμε πράγματα ή καταστάσεις πραγματικά και όχι ιδωμένα αποκλειστικά μέσα από το εξιδανικευμένο ψηφιακό περιβάλλον, όσο πιο πολλές βιωμένες εμπειρίες κουβαλάμε, τόσο καλύτερα θα μπορούμε να ανταπεξέλθουμε στην πραγματικότητα γύρω μας.