Στην ώριμη κοινωνία του Θεάματος ζούμε – το ξέρουμε. Όπου αυτό που έγινε την περασμένη βδομάδα έχει ξεχαστεί κάτω απ’ αυτό που συνέβη προχτές, που κι αυτό όμως έχει ξεχαστεί κάτω απ’ αυτό που έγινε σήμερα. Όμως το ότι επιστρέφουμε στο “ξεχασμένο” κόλπο των “ανοικτών πανεπιστημίων”, με το οποίο τέλειωσαν όμορφα κι ωραία οι φθινοπωρινές φοιτητικές αντιδράσεις στο “νόμο Διαμαντοπούλου”, δεν οφείλεται στα αρχαιολογικά γούστα μας. Πριν όμως πούμε αυτά που σκεφτόμαστε για τους απεργοσπάστες, ας ξεκαθαρίσουμε δυο πράγματα για τις καταλήψεις των ιδρυμάτων, που ήταν ο στόχος της …ανοιχτοσύνης.
Λοιπόν, η κατάληψη είναι μια δύσκολη πρακτική. Δεν ενδείκνυται καθόλου ούτε για ξενέρωτους ούτε για καλοπερασάκηδες, ούτε για κομματικούς οποιουδήποτε είδους. Η κατάληψη (οποιαδήποτε τέτοια) έχει δύο πλευρές, σαν δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Μπλοκάρει τις κανονικές λειτουργίες ενός τόπου, συνεπώς ανήκει στο ρεπερτόριο του σαμποτάζ. Απ’ την άλλη όμως οι (όποιοι καταληψίες) βρίσκονται με τον έλεγχο αυτού του μέρους, είτε είναι ένα πάρκο είτε ένα κτίριο. Βρίσκονται, δηλαδή, με την χειροπιαστή δυνατότητα να οργανώσουν την χρήση αυτού του μέρους με τελείως διαφορετικούς (δηλαδή: ανταγωνιστικούς) τρόπους και περιεχόμενα. Αυτή είναι η πλευρά της συλλογικής αυτοαξιοποίησης που είναι αναπόσπαστο στοιχείο κάθε κατάληψης.
Στην ιστορία των καταλήψεων, και όχι μόνο ή κυρίως τα φοιτητικών ή μαθητικών, αλλά των καταλήψεων τόπων εργασίας (π.χ. εργοστασίων) ή των καταλήψεων στέγης, στο σύνολο λοιπόν αυτής της ιστορίας, άλλοτε το βάρος πέφτει περισσότερο στη σκοπιμότητα του σαμποτάζ (“κάνουμε την κατάληψη για να εμποδίσουμε αυτήν ή την άλλη λειτουργία) και άλλοτε περισσότερο στην αυτοαξιοποίηση. Ποτέ όμως δεν γίνεται να εξαφανιστεί η μία απ’ τις δύο πλευρές. Μια κατάληψη που είναι κεντραρισμένη μόνο στο σαμποτάζ σπάει τα νεύρα των ίδιων των καταληψιών, βαριούνται και αραιώνουν. Μια κατάληψη που είναι μόνο κεντραρισμένη μόνο αυτοαξιοποίηση δεν έχει συνείδηση των κινδύνων που την απειλούν, και κάποια στιγμή της πέφτει ο ουρανός (δηλαδή ο ιδιοκτήτης, δηλαδή η αστυνομία) στο κεφάλι.
Οι φοιτητικές καταλήψεις τώρα, μιλώντας γενικά, έχουν αδειάσει από περιεχόμενο και μαχητικότητα εδώ και χρόνια…. Τόσο πολύ έχουν αδειάσει ώστε έφτασε να τις κάνει και η …κνε! Γιατί όταν αποφασίζεις “κατάληψη” και σηκώνεσαι και φεύγεις, για να πιείς τον καφέ σου ή το ποτό σου στα γνωστά μαγαζιά, να κάνεις τα μπανάκια σου κανονικά, και να κοιμηθείς στο μαλακό σου το κρεβάτι, τότε το μόνο που δείχνεις στους όποιους αντιπάλους σου είναι ότι δεν σκοπεύεις να χαλάσεις την ζαχαρένια σου. Το “φεύγουμε και κλειδώνουμε”, που έχει γίνει η κοινοτυπία των καταλήψεων, μοιάζει μάλλον σαν “αυτόματα περιφρουρημένη αποχή από τα μαθήματα”, και δεν έχει καμία σχέση με κατάληψη. Φυσικά δεν είναι σαμποτάζ αυτό! Γιατί οι βασικοί χώροι της λειτουργίας των πανεπιστημίων (και των πανεπιστημιακών) δεν είναι οι αίθουσες διδασκαλίας…. Και συχνά δεν είναι καν τα γραφεία τους, αφού ακόμα και τις πανεπιστημιακές δουλίτσες τους της κάνουν αλλού.
Για να μην πολυλογούμε. Για να έχουν αξία ακόμα και σαμποτάζ οι φοιτητικές καταλήψεις (δηλαδή: για να είναι όντως πιεστικές) θα έπρεπε να είναι έγκαιρα και κατόπιν μελέτης προσανατολισμένες πράγματι στα σημεία εκείνα των ιδρυμάτων για τα οποία το “κεφάλαιο / σχέση” έχει ενδιαφέρον. Αλλιώς είναι πολύ φασαρία για το τίποτα. Όσο για την διάσταση της αυτοαξιοποίησης; Οι περισσότερες προσπάθειες (όταν και αν…) γίνονται μέσα σε κλισέ και στερεότυπα, ανόρεχτα, αγχωμένα – και αποτυγχάνουν αφού δεν προσφέρουν καμία χαρά και απόλαυση. Όχι όλες – οι περισσότερες.
Τελικά, με τούτα και με τ’ άλλα, είναι εδώ και καιρό που οι ίδιοι οι καταληψίες (ή οι κομματικές ηγεσίες τους) αγχώνονται για τα μικρά σπέρματα σαμποτάζ, όσο αγχώνονται και οι θιγόμενοι. Πότε οι εγγραφές, πότε οι εξετάσεις, πότε οι εξετάσεις των τελειόφοιτων (που βιάζονται…), όλο και κάποια “ανώτερη λειτουργία” ανακαλείται για να τερματιστούν οι καταλήψεις, ειδικά εάν το άλλο μέρος του πράγματος, οι διαδηλώσεις, έχουν αρχίσει να σέρνονται.
Δεν είναι λοιπόν παράξενο που ο φυσικός αντίπαλος των φοιτητικών καταλήψεων, τα φυτά δηλαδή, που θέλουν – να – κάνουν – μάθημα, εμφανίζονται να έχουν “δίκιο” τόσο εύκολα. Δεν είναι μόνο που τα μήντια τους αντιμετωπίζουν με το γνωστό “δίκαιο του πελάτη των υπηρεσιών που τον ταλαιπωρούν”. Είναι, κυρίως, που οι υποτιθέμενα μαχητικοί, εκτός απ’ το να παίξουν κανα ξύλο με τους οργανωμένους δαπίτες (εάν τίθεται τέτοιο θέμα κι αν το επιτρέπουν οι συσχετισμοί) δεν έχουν και καμία ιδιαίτερη όρεξη να τα βάλουν με τον απεργοσπαστισμό, γενικά και ειδικά.
Στο φετινό “κύμα καταλήψεων” αυτό αποδείχθηκε περίτρανα, δίνοντας ακόμα περισσότερους πόντους στους απεργοσπάστες. Αυτοί εμφανίστηκαν, και καλά, σαν ένα “σύγχρονο υποκείμενο” (αφού χρησιμοποιήσαν και το facebook… τί να λέμε τώρα;!!!!) που είχε υποτίθεται και “προοδευτική σημαία”. Την “ανοιχτοσύνη”, σαν ιδέα γενικά. Απ’ την άλλη μεριά το “φοιτητικό κίνημα” σουρνόταν για τα καλά, αφού με όση ευκολία έβγαζαν οι συνελεύσεις “κατάληψη”, άλλο τόσο δύσκολο ήταν να γίνει μια διαδήλωση που να αντιστοιχεί στοιχειωδώς με τους τόσες χιλιάδες “καταληψίες”. Συνεπώς, και με την παρότρυνση των καθηγητών (που ναι μεν αντιδρούν σε ορισμένες μόνο ρυθμίσεις αλλά έγιναν κι αυτοί οπαδοί της “ανοιχτοσύνης”), τα “ανοιχτά πανεπιστήμια” έγιναν κάτι σαν ο ερχομός της άνοιξης! Σκέτη αισιοδοξία, με χελιδόνια και ανθισμένους κήπους!!! Υποτίθεται ότι με “τα ανοικτά πανεπιστήμια” ο “αγώνας θα συνεχιζόταν”….. Κάπως… Κάπου… Κάποτε… Υπήρχε περίπτωση; Όχι. Γιατί οι απεργοσπάστες είναι απεργοσπάστες, όπως και να μασκαρευτούν.
Τι έχει συμβεί, δηλαδή, τώρα; Το να πούμε ότι στους απεργοσπάστες δεν συγκαταλέγονται μόνο “δεξιοί” (κοινωνικά ή πολιτικά), είναι το ένα. Το να πούμε ότι σε ένα τόσο σοβαρό θέμα (όπως το τελευταίο κύμα αναδιάρθρωσης / ιδιωτικοποίησης) δεν ξεκινάς να πολεμήσεις εάν δεν είσαι στα σοβαρά προετοιμασμένος για μακρόχρονο πόλεμο είναι το άλλο. Αλλά η εύκολη επιτυχία του απεργοσπαστισμού, το γεγονός δηλαδή η “πανεπιστημιακή ομαλότητα” σερβιρίστηκε, σχεδόν, σαν μια άλλη μορφή “αγώνα”, αυτό είναι στ’ αλήθεια ένα γερό βήμα του κομφορμισμού. Και είναι ένα γερό βήμα πάνω στις καταλήψεις· ή, για την ακρίβεια, πάνω στο πτώμα τους.
Γιατί, για να λέμε τα πράγματα όπως πράγματι έχουν συμβεί στην ιστορία, ούτε καν εκείνη την ηρωική περίοδο των καταλήψεων του 1979 – 1980 οι καταληψίες των πανεπιστημίων δεν ήταν στ’ αλήθεια περισσότεροι απ’ τους απεργοσπάστες! Αν σ’ αυτών τη μεριά υπολόγιζε κανείς και τους δεξιούς, και τους κνίτες, και τους πασπίτες, οι καταληψίες ήταν μειοψηφία – πράγμα που αποδείχθηκε περίτρανα στις επόμενες εκλογές. Ναι… αλλά ήταν μια αποφασισμένη και δυναμική μειοψηφία που οι υπόλοιποι, είτε ήταν της κατηγορίας “θέλω τα μαθηματάκια μου” είτε της κατηγορίας “πρώτοι στα μαθήματα – πρώτοι στους αγώνες”, την έτρεμαν. Κι αντί να λένε παπαριές για “ανοικτά πανεπιστήμια”, το βούλωναν και κάθονταν μακριά.
Αυτό είναι νομίζουμε το καινούργιο με την ιστορία “ανοικτές κονσέρβες”. Ότι οι απεργοσπάστες νεαροί και νεαρές των ιδρυμάτων δεν φοβούνται τίποτα και κανέναν – εδώ και καιρό. Βγάζουν γλώσσα, κι έχουν και “άποψη”.
Αλλά τι να φοβηθούν πλέον; Τα φαντάσματα;