Το εκπαιδευτικό σύστημα της Χιλής είναι κληρονομιά της χούντας του Πινοσέτ. Παρ’ ότι απ’ το 1990 στη Χιλή μετράνε χρόνια κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, το εκπαιδευτικό σύστημα έμεινε όπως πριν. Και ο λόγος είναι ξεκάθαρος, μόλις μάθει κανείς τα βασικά του χαρακτηριστικά. Γνήσιο παιδί των «μεταρρυθμίσεων» που πρότεινε στη χιλιανή χούντα η περιβόητη «σχολή του Σικάγο» (οι παπάδες του νεοφιλελευθερισμού) και με χαρά επέβαλε ο Πινοσέτ στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, το εκπαιδευτικό σύστημα είναι «μισοϊδιωτικό – μισοδημόσιο»…. Αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα σύστημα μεταφοράς χρήματος είτε απ’ τον κρατικό προϋπολογισμό είτε κατευθείαν απ’ τις τσέπες των χιλιανών σε «εκπαιδευτικές επιχειρήσεις».
Για την πρωτοβάθμια και την δευτεροβάθμια εκπαίδευση το χιλιανό κράτος δίνει στους γονείς «κουπόνια», με τα οποία μπορούν να γράψουν τα παιδιά τους σε όποιο σχολείο θέλουν. Πρόκειται για το σύστημα των «voucher» που έχει παίξει κατά καιρούς σαν ιδέα και στα μέρη μας, είτε από μοναχικούς νεοφιλελεύθερους τύπου Στ. Μάνος, είτε από επαγγελματίες δημαγωγούς. Το σύστημα των voucher υποτίθεται πως είναι μια «κατα κεφαλήν» πληρωμή του κράτους, που δίνει όμως στους γονείς την «ελευθερία» να βρουν για τα παιδιά τους το «καλύτερο σχολείο». Αλλά η αλήθεια και η πραγματικότητα είναι – κι αυτό ισχύει επί δεκαετίες στη Χιλή – ότι καθώς οι γονείς συνωστίζονται για να βάλουν τα παιδιά τους σε «καλά» ή «καλούτσικα» σχολεία, το voucher δεν φτάνει. Πρέπει να πληρώσουν επιπλέον, απ’ την τσέπη τους, το σχολείο, για να προσπεράσουν τους υπόλοιπους ανταγωνιστές γονείς. Η «ελευθερία» επιλογής και το voucher είναι λοιπόν η βάση πλειστηριασμών για τα «καλά σχολεία», και μέθοδος εθελοντικής ιδιωτικοποίησης.
Αντίστοιχη είναι η κατάσταση στα πανεπιστήμια, όπου οι φοιτητές πληρώνουν δίδακτρα. Είτε σε καθαρά ιδιωτικά πανεπιστήμια (που παρουσιάζονται σαν «μη κερδοσκοπικά» – όλο και κάτι θυμίζει κι αυτό…) είτε σε μισοϊδιωτικά – μισοδημόσια («σύμπραξη» σα να λέμε). Υποτίθεται ότι και στη μία και στην άλλη περίπτωση το χιλιανό κράτος πληρώνει «κάτι τις», με το κεφάλι. Αλλά τα πραγματικά μεγέθη είναι τα εξής: το 85% των εσόδων των χιλιανών πανεπιστημίων προέρχεται κατευθείαν απ’ τις τσέπες των πελατών τους, ενώ μόνο το 15% είναι κρατικές παροχές, ένα μέρος τους με την μορφή υποτροφιών. Έτσι, με κατώτατο βασικό μισθό τα 385 δολάρια, ένα μέσο μηνιαίο δίδακτρο που πρέπει να πληρώνει ο χιλιανός φοιτητής είναι 485 δολάρια. Τηρουμένων των αναλογιών, με κατώτατο (επίσημο) πλέον μισθό στην ελλάδα τα 530 ευρώ, είναι σαν το μέσο μηνιαίο δίδακτρο να είναι κάτι παραπάνω από 650 ευρώ… Για να «εξυπηρετηθούν» αυτοί κι αυτές που θέλουν να σπουδάσουν στο πανεπιστήμιο, φυσικά και «υπάρχει λύση»: τα φοιτητικά δάνεια, ένα κόλπο που ανθεί ιδιαίτερα στον αγγλοσαξονικό κόσμο (αγγλία, ηπα) και στην ιαπωνία, και στην καλύτερη των περιπτώσεων υποθηκεύει μια δεκαετία απ’ την εργασιακή ζωή του πτυχιούχου. Ώσπου να ξεχρεώσει το δάνειο των σπουδών του. Το γεγονός είναι ότι ένας πολύ μεγάλος αριθμός απ’ τους χιλιανούς πτυχιούχους, εργατικής και μικροαστικής προέλευσης, ξεκινούν να μπουν στην «αγορά εργασίας» έχοντας στην πλάτη τους ένα χρέος γύρω στις 40.000 δολλάρια.
Η χιλιανή νεολαία έχει μια πρόσφατη ιστορία αγώνων ενάντια σ’ αυτό το σύστημα. Το 2006 (κυρίως από μαθητές) και ξανά το 2008, είχαν ξεσπάσει διαδηλώσεις και καταλήψεις. Όμως το κίνημα που άρχισε τον περασμένο Μάη είναι το πιο μαζικό, μακρόχρονο και δυναμικό. Περιλαμβάνει ταυτόχρονα τη συντριπτική πλειοψηφία των φοιτητών και των φοιτητριών, χιλιάδες πτυχιούχους που δουλεύουν τώρα σαν μισθωτοί, και το μεγαλύτερο μέρος των μαθητών των λυκείων και των γυμνασίων. Ακόμα και πιτσιρικάδες 12 χρονών. Είναι χαρακτηριστικό ότι είναι τόσο μαζική η συμμετοχή των μαθητών (που είναι πολυπληθέστεροι των φοιτητών, παρότι κι αυτοί συμμετέχουν μαζικά) ώστε υπολογίζεται ότι ο μέσος όρος ηλικίας σ’ αυτό το κίνημα είναι τα 16 χρόνια.
Οι απαιτήσεις είναι πολύ συγκεκριμένες. Ουσιαστικά η κατάργηση του συστήματος των voucher και η δραστική μείωση των διδάκτρων στα πανεπιστήμια, με ανάλογη μεγέθυνση της κρατικής χρηματοδότησης σε όλα τα επίπεδα. Επιπλέον απαιτούν εντελώς δωρεάν φοίτηση στα πανεπιστήμια για τους νεαρούς και τις νεαρές από εργατικές οικογένειες, ενώ τα φοιτητικά δάνεια να είναι υπό την εγγύηση του κράτους, έτσι ώστε αν κάποιοι δεν μπορούν να τα ξεπληρώσουν να μην βρίσκονται στο έλεος των τραπεζών. Πρόκειται για ένα είδος εξέγερσης διαρκείας αφού παραμένουν επί μήνες κατειλημμένα σχολεία και πανεπιστήμια (αν και με ασυνέχειες), ενώ οι διαδηλώσεις μετράνε σε δεκάδες χιλιάδες, και στις φάσεις κορυφώσεων σε εκατοντάδες χιλιάδες, έτσι ώστε να θεωρούνται οι μεγαλύτερες διαδηλώσεις που έχουν γίνει ποτέ σ’ όλη την ιστορία της Χιλής. Η φρεσκοεκλεγμένη κυβέρνηση της Michelle Bachelet (που είχε κυνηγηθεί και φυλακιστεί στη διάρκεια της χούντας) προσπαθεί να σώσει ό,τι μπορεί απ’ τις επιχειρήσεις της «εκπαίδευσης», κάνοντας κάθε τόσο μικρές παραχωρήσεις, και άλλοτε προσπαθώντας να ξεγελάσει το κίνημα με ασαφές υποσχέσεις και «χειρονομίες καλής θέλησης». Αλλά ο δυναμισμός και οι αποφασιστικότητα των νεαρών χιλιανών έχει παρασύρει ήδη και άλλα κοινωνικά υποκείμενα, που πέρα απ’ την υποστήριξή τους στο μαθητικό-φοιτητικό κίνημα, έχουν αρχίσει να απαιτούν αντιεμπορευματικές μεταρυθμίσεις. Ειδικά στην υγεία και στις μεταφορές.
Αυτή η γενιά χιλιανών μαθητών και φοιτητών είναι η πρώτη μαζική γενιά του Μεγάλου Όνειρου: ότι με το πτυχίο θα επιτευχθεί η πολυπόθητη κοινωνική άνοδος. Και είναι ταυτόχρονα η πρώτη μαζική γενιά της Μεγάλης Απογοήτευσης, αφού τα μαζικά απολυτήρια του λυκείου δε μεταφράζονται σε συνέχιση στο πανεπιστήμιο για πολλούς (υπάρχουν εξετάσεις), και τα μαζικά πτυχία εξασφαλίζουν όλο και λιγότερα – μόνο τα χρέη μεγαλώνουν. Θα μπορούσε μάλιστα να θεωρηθεί παράξενο που αγώνες με τέτοιους στόχους (δωρεάν εκπαίδευση και υγεία) δεν ξέσπασαν αμέσως μετά το τέλος της χούντας, δηλαδή πριν 20 χρόνια. Προφανώς αυτό έχει να κάνει με την ιδιαίτερη πολιτική ιστορία των χιλιανών, και τις υποσχέσεις της δικής τους «μεταπολίτευσης».
Αλλά τώρα έχουν τελειώσει τα ψέματα. Ήδη απ’ τις αρχές του Αυγούστου το χιλιανό κράτος έχει αρχίσει να χρησιμοποιεί εκτός απ’ την τακτική του καρότου κι εκείνη του μαστίγιου. Η αστυνομία προσπαθεί να σπάσει το ηθικό των διαδηλωτών: στις 4 Αυγούστου, για παράδειγμα, όταν οι διαδηλώσεις μετατράπηκαν σε οδομαχίες, έγιναν 874 συλλήψεις, και το κέντρο του Σαντιάγκο κηρύχτηκε σε «κατάσταση πολιορκίας». Αλλά οι χιλιανοί της πόλης απάντησαν με μια τακτική δοκιμασμένη απ’ τα χρόνια της χούντας (1973 – 1990), το cacelazo, που είναι η μανιακή πρόκληση θορύβου, κτυπώντας κατσαρολικά ή άλλα μεταλλικά αντικείμενα, στα παράθυρά τους, στη διάρκεια της νύχτας.
Στις 18 Αυγούστου κατέβηκαν πάλι στους δρόμους των χιλιανών πόλεων γύρω στις 100.000 μαθητές και φοιτητές, που τρεις μέρες μετά έγιναν 500.000. Στις 24 και στις 25 Αυγούστου ήταν το επόμενο μεγάλο ραντεβού, καθώς η χιλιανή «γσεε» κήρυξε 48ωρη απεργία, όχι μόνο σαν συμπαράσταση σε μαθητές και φοιτητές αλλά και με εργατικά αιτήματα. Γύρω στις 600.000 ήταν όσοι/όσες κατέβηκαν στις διαδηλώσεις (και εξελίχτηκαν και τις δύο ημέρες σε οδομαχίες), αλλά το κυριότερο ήταν ότι το 80% των εργατών απήργησαν όντως. Απ’ τις 25 Αυγούστου το κίνημα σηκώνει στις πλάτες του και την μνήμη του 16χρονου μαθητή Manuel Gutierrez Reinoso, που πυροβολήθηκε στο κεφάλι από μπάτσο.
Είναι σαφές ότι η αναμέτρηση πολώνεται πια, αφού το κίνημα δεν υποχωρεί αλλά διευρύνει τις απαιτήσεις του. Στις διαδηλώσεις της 11ης Σεπτέμβρη (όχι για την «επέτειο των δίδυμων πύργων» αλλά σαν μνήμη του πραξικόπηματος του Πινοσέτ κατά του Αλλιέντε) τουλάχιστον 350 δρόμοι του Σαντιάγκο αποκλείστηκαν με οδοφράγματα απ’ τους διαδηλωτές (κατά δήλωση του χιλιανού υπουργείου εσωτερικών), ενώ μια 15χρονη μαθήτρια πυροβολήθηκε από μπάτσους, ευτυχώς όμως ζει. Την επόμενη ημέρα, στις 12 Σεπτέμβρη, τριάντα χουντικοί τραμπούκοι επιτέθηκαν στα γραφεία του χιλιανού κομμουνιστικού κόμματος, θεωρώντας το «υπεύθυνο» για τις κινητοποιήσεις…