Νέες Τεχνολογίες – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp Συλλογικά συγκροτημένη διαδικασία έρευνας και δράσης για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης και της παρακμής του υπάρχοντος μοντέλου εκπαίδευσης· και, ταυτόχρονα, επανασύνδεσης της κριτικής με την (και ενάντια στην) συγκυρία (γνωσιολογική, ιδεολογική, πειθαρχική) της «χρήσιμης καπιταλιστικά γνώσης». Sat, 23 May 2026 11:52:44 +0000 en-US hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://gameover.zp/wp-content/uploads/2012/06/cropped-11954387511887014124johnny_automatic_fly.svg_.med_-32x32.png Νέες Τεχνολογίες – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp 32 32 Εισήγηση εκδήλωσης: Βιοεξουσία και σώμα στον αιώνα της βιολογίας και της γενετικής μηχανικής https://gameover.zp/2017/12/17/%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%ae%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%b5%ce%ba%ce%b4%ce%ae%ce%bb%cf%89%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b5%ce%be%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%af%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%83%cf%8e/ Sun, 17 Dec 2017 11:26:47 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2521

Εισαγωγή

Το 2012 μία ανακάλυψη στο πεδίο της γενετικής μηχανικής ήρθε σαν ένα νέο θαυματουργό εργαλείο στα χέρια των επιστημών, με το οποίο διατείνονται ότι μπορούν να αλλάξουν τη ζωή πέρα ως πέρα. Πρόκειται για την τεχνική CRISPR Cas9 (Clustered Regularly Interspaced Short Palindromic Repeats), με την οποία γίνεται δυνατή η διόρθωση του γενετικού υλικού στο επίπεδο της μίας βάσης DNA, ακόμη και στον άνθρωπο. Αυτό σημαίνει, ότι δίνεται η μεγάλη υπόσχεση της θεραπείας των γενετικών και σωματικών ασθενειών, με τις πρώτες προσπάθειες για εφαρμογή να έχουν ήδη επιτευχθεί, αν και τα πειράματα γίνονται ακόμη σε εργαστηριακό επίπεδο, καθώς συναντώνται διάφορα εμπόδια.

Η μεγάλη διαφοροποίηση της τεχνικής αυτής που αφορά στη γενετική τροποποίηση, είναι ταυτόχρονα η μεγάλη της ακρίβεια και η πολύ φτηνή αγορά της ως προϊόν, καθώς το κόστος για τη διόρθωση του Dna πέφτει 99%. Βέβαια μέχρι σήμερα, έχουν επενδυθεί στο σύνολο περίπου 1 δισεκατομμύριο δολάρια για την εξέλιξη και τελειοποίηση της τεχνικής που διαχέονται σε πανεπιστήμια και εταιρίες που έχουν στηθεί γύρω από τα διάφορα δικαιώματα χρήσης της πατέντας. Επίσης, οι προεκτάσεις της τεχνικής αυτής στις οποίες θα αναφερθούμε παρακάτω, υπερβαίνουν τη χρήση της τεχνικής ως μέσο θεραπείας ασθενειών, και έτσι προκύπτει μία παραπάνω ανάγκη για μια πιο βαθιά κριτική.

Για να αναλύσουμε το τι τελικά σημαίνει μια τέτοια ανακάλυψη, πώς προκύπτει ως συνέχεια των προηγούμενων «βιολογικών θαυμάτων», τι πραγματικά εξυπηρετεί, μας φάνηκαν χρήσιμα κάποια εργαλεία τα οποία χρησιμοποιεί ο Φουκώ σχετικά με την εξουσία και πιο ειδικά την εξουσία που παίρνει τον ρόλο της διαχείρισης της ζωής (βιοεξουσία). Μπορούμε ίσως έτσι να δούμε, ότι η τεχνική αυτή δεν είναι μόνο συνδεδεμένη με τη θεραπεία ασθενειών, αλλά και με τη μηχανοποίηση και την πειθάρχηση των σωμάτων, πλήρως εναρμονισμένα και συμφασικά με την τέχνη διακυβέρνησης του φιλελευθερισμού.

Χρήσιμα εργαλεία περί εξουσίας και η διαχείριση της ζωής

Η εξουσία ως πλέγμα και ως δύναμη (και) θετική

«Όταν ορίζουμε τα αποτελέσματα της εξουσίας ως καταπίε­ση, υιοθετούμε μια καθαρά νομική αντίληψη της εξουσίας. Ταυτίζουμε την εξου­σία με ένα νόμο που λέει “όχι”. Η εξουσία θεωρείται ότι φέρει τη δύναμη μιας απαγόρευσης… Αν η εξουσία δεν ήταν ποτέ τίποτε άλλο παρά καταπιεστική, αν ποτέ δεν έκανε τίποτε άλλο από το να λέει “όχι”, νομίζετε ότι θα την υπάκουαν οι άνθρωποι; Αυτό που κάνει την εξουσία να κρατάει γερά, αυτό που την κάνει παρα­δεκτή είναι το ότι δε βαραίνει απλώς πάνω μας σαν μια δύναμη που λέει “όχι” αλλά ότι διαπερνά τα πράγματα, παράγει νόημα, επιφέρει απόλαυση, μορφές γνώσης, παράγει λόγο. Πρέπει να θεωρηθεί ως παραγωγικό πλέγμα που καλύπτει ολόκληρο το κοινωνικό σώμα και όχι ως αρνητική βαθμίδα που ρόλος της είναι η καταπίεση»
Μισέλ Φουκώ, Εξουσία, γνώση και ηθική

Μπορούμε να δούμε ότι ήδη από τον 18ο αιώνα, η εξουσία αρχίζει και μετατοπίζεται από μία απόλυτη σε μία πιο διάχυτη μορφή, που σήμερα μπορεί να αποτυπωθεί σαν ένα πλέγμα που διατρέχει ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Η εξουσία στις σύγχρονες Δυτικές κοινωνίες (σε αντίθεση με την απόλυτη εξουσία του ηγεμόνα επί της ζωής και του θανάτου στις απολυταρχικές κοινωνίες, που εξηγούμε μετά), δεν εκπορεύεται από μία κεντρική πηγή (π.χ. κράτος ή νόμο), αλλά ασκείται από αμέτρητα σημεία. Έχει νόημα, να δούμε την εξουσία που έρχεται από κάτω, για να αποδεσμευτούμε από την εννόησή της ως μια δύναμη που έρχεται μόνο «από τα πάνω». Να δούμε δηλαδή την εξουσία που ενυπάρχει στην οικογένεια, στο σχολείο, στις ομάδες, στην καθημερινή ζωή και τις προσωπικές σχέσεις, ακόμη και στις πιο ιδιωτικές και αδιόρατες εκφάνσεις της, ή και την εξουσία που ασκούμε οι ίδιοι και οι ίδιες στα σώματά μας, σε ένα πλαίσιο αυτοπειθάρχησης και συνεχούς βελτίωσης του εαυτού. Το εξουσιαστικό φαινόμενο, ως ένα τέτοιο πλέγμα σχέσεων, είναι αυτό που σταθεροποιεί το όλο σύστημα που παρά τις όποιες αντιθέσεις του, μπορεί και ανακτά την ισορροπία του. Επιπλέον, όπως φαίνεται και από το παραπάνω απόσπασμα του Φουκώ, δεν θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε την εξουσία αποκλειστικά με την έννοια της καταπίεσης, γιατί αυτό ακριβώς που κάνει την εξουσία ανθεκτική είναι ότι έχει και ένα ρόλο παραγωγικό.

Βλέπουμε δηλαδή, όπως θα προσπαθήσουμε εξηγήσουμε και παρακάτω με το παράδειγμα της βιολογίας, ότι η εξουσία του επιστημονικού λόγου παράγει. Παράγει αντικείμενα γνώσης και επιθυμίες. Υπόσχεται θεραπείες ασθενειών και βελτίωση των ικανοτήτων και των δυνατοτήτων του ανθρωπίνου σώματος. Και αυτό είναι μέρος της τέχνης διακυβέρνησης του φιλελευθερισμού και του νεοφιλελευθερισμού που θέτει την εξουσία όχι μόνο ως μια δύναμη αρνητική (γιατί έχει γίνει κατανοητό ότι τότε θα ήταν πολύ εύθραυστη) αλλά και ως δύναμη παραγωγική που πλαισιώνει και διαχειρίζεται τη ζωή (όχι το θάνατο) και που δεν υποχρεώνει κανένα και καμία να «αγοράσει» τα προϊόντα που παράγει, αλλά δίνει στο άτομο τη δυνατότητα επιλογής. Υποθετικά βέβαια μόνο, γιατί η μη επιλογή, στο πλαίσιο αυτό, έχει το τίμημά της. Συνεπάγεται νέες μορφές υπευθυνότητας, νέους αποκλεισμούς και απαγορεύσεις. Αν λοιπόν φανταστούμε την εξουσία σαν μια δύναμη που έχει πηγή και δέκτη, βλέπουμε στην εξέλιξη της ιστορίας, ότι οι συνιστώσες της δύναμης αυτής όλο και αυξάνονται. Η πηγή δεν είναι μόνο ο εκάστοτε ηγεμόνας που την ασκεί στο κοινωνικό σώμα σαν ολότητα, αλλά εκκινούν πολλές συνιστώσες προς όλες τις κατευθύνσεις, η συνολική ένταση των οποίων κεφαλαιοποιείται στο κράτος, το οποίο σαφώς και τις αναπαράγει για να εξασφαλίσει την ισορροπία του.

Δικαίωμα ζωής και θανάτου και το πέρασμα στην εξουσία επί της ζωής (βιο-εξουσία)

Σταδιακά και με την πάροδο αρκετών χρόνων, μια σημαντική αλλαγή συμβαίνει στον δυτικό κόσμο όσον αφορά την μορφή εξουσίας. Η εξουσία, από τον 17ο αιώνα ήδη, προορίζεται περισσότερο στην «υπεράσπιση και τη διαχείριση της ζωής». Στο να παράγει δυνάμεις , να τις αυξάνει, να τις διατηρεί και να τις διατάσσει κατά πως επιθυμεί, πάρα στο να τις εμποδίζει, να τις περιορίζει ή να τις καταστρέφει όπως συνέβαινε παλαιότερα. Η εξουσία αυτή, στοχεύει ακόμα στην αυτοπειθάρχηση των υποκειμένων και στη διαμόρφωσή τους ως επιχειρηματίες του εαυτού τους, που πρέπει συνεχώς να φροντίζουν και να βελτιώνουν τη ζωή τους, στο όνομα της υγείας και της παραγωγικότητας. Αυτή η «νέα» μορφή εξουσίας, η οποία δεν έχει ως βασική της λειτουργία το να επιτρέπει τη ζωή ή να επιβάλει το θάνατο, αλλά να επενδύει τη ζωή και να τη διαχειρίζεται «απ’ άκρη σ’ άκρη», είναι αυτή που ο Φουκώ ονόμασε βιοεξουσία, δηλαδή, εξουσία επί της ζωής.

Από αυτή την ιστορική στιγμή, ο θάνατος των κοινωνικών υποκειμένων, που έως τότε θεμελιωνόταν στο δικαίωμα της εκάστοτε ανώτατης αρχής να υπερασπίζεται τον εαυτό της, ή να ζητά να την υπερασπιστούν, θα εμφανίζεται πλέον ως η άλλη όψη του δικαιώματος που έχει το κοινωνικό σώμα να διασφαλίσει την ζωή του, να την διατηρήσει ή να την αναπτύξει. Με άλλα λόγια από εδώ κι ύστερα, οι πόλεμοι δεν γίνονται πια στο όνομα κάποιας ανώτερης αρχής, κάποιου άρχοντα ή ηγεμόνα, αλλά γίνονται στο όνομα της επιβίωσης ενός ολόκληρου λαού και στο δικαίωμα του να υπάρχει.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε πως το γεγονός ότι οι σύγχρονες εξουσίες είναι πιο έτοιμες από ποτέ στο να παράξουν γενοκτονίες μαζικής κλίμακας, που όμοιες τους δεν έχουμε γνωρίσει ως τώρα, δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση ένα είδους οπισθοδρόμησης στην εποχή όπου οι εξουσίες είχαν απόλυτο δικαίωμα πάνω στις ζωές των ανθρώπων. Τουναντίον αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή η σύγχρονη εξουσία πλέον τοποθετείται και ασκείται στο επίπεδο της ζωής, του είδους, της φυλής και των πληθυσμιακών φαινομένων.

«Το παλαιό δικαίωμα του να επιβάλεις τον θάνατο ή να επιτρέπεις τη ζωή, αντικαταστάθηκε από μια εξουσία του να δίνεις ζωή ή να πετάς στον θάνατο»
Φουκώ Ιστορία της σεξουαλικότητας

Οι δύο διαστάσεις της βιοεξουσίας

Ο Φουκώ παρουσιάζει δυο βασικές μορφές ως σκέλη αυτής της νέας εξουσίας της ζωής. Αρχικά κατά τον 17ο αιώνα η εξουσία αντιμετώπισε το σώμα σαν μηχανή και επικεντρώθηκε συγχρόνως στην αύξηση της αποδοτικότητάς του, και της υπακοής του (ανατομο-πολιτική). Ασκώντας διάφορες τεχνικές πειθάρχησης (με θεσμούς όπως ο στρατός, η φυλακή, τα ιδρύματα και το σχολείο), στόχευε σε σώματα υποταγμένα και εξασκημένα, σώματα «πειθήνια». Για να επιτευχθεί αυτό επιστρατεύθηκαν οι επιστημονικοί κλάδοι της ανατομικο-πολιτικής του ανθρώπινου σώματος. Σε μια δεύτερη φάση, στα μέσα του 18ου αιώνα η εξουσία προσανατολίσθηκε στο σώμα-είδος και τη μηχανική του ζώντος. Κατά την περίοδο αυτή αρχίζουν και συστηματοποιούνται οι διαχειριστικές πολιτικές σε ζητήματα δημογραφικά (γεννήσεις, θάνατοι, σεξουαλικές πρακτικές), υγειονομικά (επίπεδο υγείας, μακροβιότητα, εμβόλια, καραντίνες), στατιστικά (καταγραφή δεδομένων πληθυσμού, πόρων και αγαθών): πρόκειται για μια βιο-πολιτική του πληθυσμού. Οι επιστήμες του σώματος και οι ρυθμίσεις του πληθυσμού συνιστούν τους δύο πόλους γύρω από τους οποίους αναπτύχθηκε η οργάνωση της εξουσίας πάνω στη ζωή[ref]Η ανάλυση των δύο πόλων της βιοεξουσίας καθώς και η στροφή της εξουσίας σε αυτή τη μορφή που προσπαθήσαμε να αποτυπώσουμε εν συντομία παραπάνω, γίνεται από τον Φουκώ στο τελευταίο κεφάλαιο του «Η ιστορία της Σεξουαλικότητας, Η δίψα για γνώση (πρώτος τόμος)».[/ref].

Η ανατομο-πολιτική του σώματος από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό μέχρι την CRISPR.

Σύντομη ιστορική αναδρομή στην ανατομία του σώματος

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή της πολιτικής της ανατομίας του ανθρώπινου σώματος, του πρώτου πόλου της βιοεξουσίας, έτσι όπως την περιέγραψε ο Φουκώ (ανατομο-πολιτική), ώστε να έχουμε μια πιο σφαιρική εικόνα, χωροχρονικά προσδιορισμένη, να δούμε πώς λειτούργησε ως εργαλείο για την πολιτική οικονομία και κυρίως να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η πολιτική δεν είναι «σύγχρονη», αλλά έχει μια ιστορία περίπου τριών αιώνων, είναι συνδεδεμένη με το καπιταλιστικό σύστημα και ζωτικό κομμάτι της ύπαρξής του και για να φτάσει σήμερα στο σημείο να θεωρείται αυτονόητη, πέρασε από πολλές δοκιμασίες.

Αρκετά χοντρικά, για τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό (μετάβαση εννοούμενη ως μια παρατεταμένη διαδικασία αλλαγών, πολύ αιματηρών, που άρχισαν από τα τέλη του 15ου και συνεχίστηκαν για τουλάχιστον δυόμιση αιώνες), δεν αρκούσε μόνο η πρωταρχική συσσώρευση (συσσώρευση και συγκέντρωση εργατών και κεφαλαίου). Ενδεικτικά, μπορούμε να αναφέρουμε ότι κάτι τέτοιο έγινε με την υποδούλωση των ιθαγενών της αμερικής και της αφρικής στον Νέο Κόσμο, με την ιδιωτικοποίηση των κοινών γαιών στη Δύση, αποστερώντας τα μέσα αυτοσυντήρησης των ευρωπαίων, με την καθυπόταξη των γυναικών στην αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού, με το κυνήγι μαγισσών. Χρειάστηκε όμως επιπλέον (χωρίς αυτό να μπαίνει εξισωτικά, αλλά σαν ένας ακόμη παράγοντας) και η μηχανοποίηση και πολιτικοποίηση του ανθρώπινου σώματος, η μετατροπή με λίγα λόγια του σώματος σε εργασιακή μηχανή[ref]Εκτός από τη μηχανοποίηση του σώματος (ανατομο-πολιτική του πληθυσμού), στην οποία βλέπουμε την εξουσία στραμμένη στο σώμα ως είδος, χρειαζόταν και η άσκηση της εξουσίας σε επίπεδο πληθυσμού, στραμμένη δηλαδή στο συνολικό σώμα: Οι εξαθλιωμένες μάζες, που μέχρι τότε ήταν αφημένες στην πείνα και στις αρρώστιες, που συχνά δεν ήταν καν καταχωρημένες σε επίσημα αρχεία, που κινούνταν στα όρια μεταξύ νομιμότητας και ανομίας, έπρεπε τώρα να αποτελέσουν το εργατικό δυναμικό της βιομηχανίας.[/ref]. Αυτό ήταν αναγκαίο, καθώς ήταν αντιληπτό ότι το σώμα ήταν φορέας της εργασιακής δύναμης, ήταν ένα πεδίο πολύ σοβαρής και ουσιαστικής επένδυσης. Δεν θα μπορούσε το σώμα που μέχρι τότε θεωρούνταν κάτι ιερό και με απόκρυφες αρετές, να περάσει σε μια σκληρή εργασιακή πειθαρχεία που επαφιόταν σε συμπεριφορές προβλέψιμες και ομοιόμορφες, παρά μόνο εάν «πέθαινε», εάν υποβιβαζόταν σε ένα απλό αυτόματο, σε μία μηχανή. Το σκοπό αυτό, εξυπηρέτησε η ανατομία, η οποία μετά τη μακρόχρονη περιθωριοποίησή της στο Μεσαίωνα, εμφανίζεται πια ως επιστήμη.

Έτσι, μπορούμε να αρχίσουμε από το ανατομικό εγχειρίδιο που δημοσιεύτηκε από τον Καρτέσιο το 1664 και ονομάζεται Πραγματεία περί του ανθρώπου. Εκεί αποτυπώνεται και η μεγάλη προσπάθεια μηχανοποίησης του σώματος, όταν για παράδειγμα ανθρώπινο σώμα αναφέρεται ως, «τούτη η μηχανή». Λέει χαρακτηριστικά…

«Θα ήθελα να συλλογιστείτε ότι όλες οι ιδιότητες που απέδωσα σε τούτη τη μηχανή είναι φυσικά επακόλουθα της προδιάθεσης των οργάνων -ούτε λίγο ούτε πολύ όπως ακριβώς και οι κινήσεις ενός ρολογιού ή ενός αυτομάτου ακολουθούν τη ρύθμιση που έχουν τα αντίβαρα και τα γρανάζια του».

Βλέπουμε εδώ, να ανοίγεται για πρώτη φορά το «βιβλίο της ανθρώπινης φύσης». Ανακαλύπτεται μια νέα αχαρτογράφητη γη και άρα ένα νέο πεδίο επένδυσης της αστικής τάξης που πρέπει πρώτα να εκτιμήσει με ακρίβεια τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά. Στην Ιταλία, και αλλού, τα δημόσια μαθήματα ανατομίας είχαν εξελιχθεί σε τελετουργίες που διαδραματίζονταν σε ειδικά σχεδιασμένους χώρους και είχαν φανερή ομοιότητα με θεατρικές παραστάσεις:

«Τα μαθήματα χωρίζονταν σε φάσεις… υπάρχει εισιτήριο και κατά τη διάρκεια της παράστασης εκτελούνται μουσικά προγράμματα για την ψυχαγωγία του κοινού… υπάρχουν παρόμοιοι κανονισμοί για τη συμπεριφορά και την επιμέλεια της «παραγωγής». (Giovanna Ferrari, 1987).

Στο «θέατρο της ανατομίας», λοιπόν, ο ανατόμος παρουσιάζει το σώμα ως ένα εργοστάσιο, δίνοντας ένα δημόσιο μάθημα ότι το σώμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία μηχανή.

Σε όλη αυτή τη διαδικασία, λοιπόν, το σώμα παρουσιάζεται ως μια ύλη αδρανής και στείρα, που για να μπορεί να ζήσει πρέπει να δουλεύει συνεχώς και πειθαρχημένα.

«Όταν ο Χομπς λέει «τι άλλο είναι η καρδιά, αν όχι ελατήριο και οι κλειδώσεις ισάριθμοι τροχοί» διακρίνουμε στα λόγια του ένα αστικό πνεύμα, για το ποίο όχι μόνο η εργασία είναι η συνθήκη και το κίνητρο της ύπαρξης του σώματος, αλλά και όλες οι σωματικές δυνάμεις οφείλουν να μετατραπούν σε δυνάμεις εργασιακές. […] Το σώμα έπρεπε να πεθάνει για να μπορέσει η εργασιακή δύναμη να ζήσει.»
Silvia Federici, O Κάλιμπαν και η μάγισσα. Γυναίκες σώμα και πρωταρχική συσσώρευση

Η διείσδυση στη μικροκλίμακα

Και αφού η εργασιακή δύναμη έζησε τελικά, η συνταγή της μηχανοποίησης και ο κατακερματισμός του σώματος συνέχισε να βαθαίνει όλο και περισσότερο στην εξέλιξη της ιστορίας. Βλέπουμε για παράδειγμα στην επιστήμη της βιολογίας στην οποία θέλουμε να εστιάσουμε, την τάση να διεισδύει όλο και περισσότερο στον μικρόκοσμο και στη μικροκλίμακα της ζωής.

Μετά το άνοιγμα του σώματος και την προσπάθεια κατανόησης των μηχανισμών του σε επίπεδο οργάνων, ακολουθεί μία δίχως τέλος διαδρομή στα όλο και μικρότερα συστατικά του σώματος. Στα τέλη του 18ου, η επιστημονική κοινότητα ζουμάρει για πρώτη φορά στα όργανα και ανακαλύπτει τον ιστό, τον οποίο βαφτίζει «θεμέλιο της κατασκευής των οργανισμών», μέχρι αυτή η θεωρία να καταρριφθεί κάποια χρόνια μετά (κυρίαρχα στα μέσα του 19ου ), όταν διατυπώθηκε η άποψη ότι το κύτταρο αποτελεί τη στοιχειώδη μορφολογική και λειτουργική μονάδα (Mathias Schleiden & Theodore Scwann, 1839). Και όσο η τεχνολογία του μικροσκοπίου εξελισσόταν, τόσο η αιτία της ύπαρξης της ζωής αναγόταν στο πιο μικρό θεμελιώδες συστατικό. Τα συστατικά του κυττάρου, οι πρωτεΐνες, το DNA, το γονίδιο, οι βάσεις του DNA, και δεν έχει τελειωμό (μάλλον…). Η πορεία αυτή συνοδεύτηκε και συνοδεύεται με Λόγους και «Αλήθειες» που παράγονται από την εξουσία των επιστημών προσπαθώντας να διαχειριστούν τη ζωή «από άκρη σε άκρη». Από τη στιγμή που το σώμα-μηχανή είναι αυτή η «συναρμολόγηση» των συστατικών σε επίπεδο νανομεγέθους και από τη στιγμή που αν δεν φροντίσεις τη μηχανή αυτή θα πάψει να λειτουργεί ή τουλάχιστον δε θα λειτουργεί τόσο καλά όσο του διπλανού σου, η επένδυση στο σώμα έφτασε στο σημείο να αποικίσει τα μικρότερα. Το DNA δεν θεωρείται πια ένας απλός φορέας των πληροφοριών που θα συνθέσει το κάθε μοναδικό σώμα, αλλά φορέας που επιδέχεται βελτίωσης και μάλιστα επιτακτικής. Αφού η χαρτογράφηση του ανθρωπίνου γονιδιώματος (2003) βρήκε ένα 3% ολόκληρου του DΝΑ ως υπεύθυνο για τα εξωτερικά μας χαρακτηριστικά, τις ασθένειες, αλλά και την ψυχοσύνθεσή μας[ref]Για περισσότερα σχετικά με το πρόγραμμα του ανθρωπίνου γονιδιώματος: «Το γονίδιο της κριτικής» εισήγηση στο φεστιβάλ του Game Over 2016.[/ref], ήρθε η ώρα που μπορούμε να πάρουμε «τη μοίρα» στα χέρια μας.

CRISPR Cas9: Τι είναι, τι υπόσχεται και τι πραγματικά κάνει

Ενώ η γενετική μηχανική έχει επιδοθεί ήδη από το 1970 στη γενετική τροποποίηση φυτών και ζώων, το 2012, η Jennifer Doudna, βιοχημικός στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, και η Emmanuella Charpentier, μικροβιολόγος του ινστιτούτου Max Plank, του Βερολίνου, ανακοίνωσαν ένα τεράστιο άλμα στη γενετική μηχανική, που μπορεί να αλλάξει τη ζωή των ανθρώπων πέρα ως πέρα. Πρόκειται για την τεχνική CRISPR Cas9[ref]Επεξηγηματικό βίντεο για τον τρόπο λειτουργίας της τεχνικής και των εφαρμογών της[/ref].

Η επιστημονική κοινότητα λοιπόν ανακάλυψε ένα ένζυμο (Cas9) που παράγει το βακτήριο Στρεπτόκοκκος, έτσι ώστε να αμύνεται από την εισβολή ιών. Το ένζυμο αυτό, συνοπτικά, κομματιάζει το γενετικό υλικού του ιού, και τα κομμάτια που δημιουργεί τα συνδέει με μία ακολουθία rna που έχει φτιάξει το ίδιο το βακτήριο. Με αυτόν τον τρόπο, το βακτήριο «ξεγελάει» τον ιό, ο οποίος αρχίζει και αντιγράφει το DNA του, το οποίο όμως… δεν είναι ακριβώς δικό του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πολλαπλασιαστεί. Πρόκειται για έναν εξαιρετικό φυσικό μηχανισμό άμυνας των βακτηρίων έναντι των ιών, που φυσικά οι γενετιστές δεν θα άφηναν ανεκμετάλλευτο. Η «επανάσταση» άρχισε όταν βρέθηκε ότι το ένζυμο αυτό, μπορεί να απομονωθεί και να λειτουργήσει σε όλους τους οργανισμούς, και(!) στον άνθρωπο. Ό,τι DNA του δώσεις, όπως ακριβώς έκανε και στο ιικό Dna, μπορεί να το σπάσει με ακρίβεια εκεί που θα το κατευθύνεις, και να τοποθετήσει τη γενετική ακολουθία που εσύ επιθυμείς.

Από το 2015, οι γενετιστές, κρατώντας αυτό το πολύτιμο εργαλείο στα χέρια τους, ακόμη και αν αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα στην τεχνική, υπόσχονται (για άλλη μια φορά) το τέλος των σωματικών και γενετικών ασθενειών (Αids, καρκίνος, σύνδρομο Down, νόσος Huntigton, θαλασσαιμίες κτλ). Αλλά, όπως λένε και πολλοί από αυτούς, γιατί να σταματήσουν εκεί;

Ακόμη και αν από την ίδια την επιστημονική κοινότητα, υπάρχουν «βιοηθικά διλλήματα», και έχει ανοίξει έναν debate αντιπαραθέσεων σχετικά με αυτά, γίνεται ντόρος για ένα σωρό προεκτάσεις της συγκεκριμένης τεχνικής της γενετικής μηχανικής. To 2016, Κινέζοι επιστήμονες, προσπάθησαν να φτιάξουν το πρώτο μωρό κατά παραγγελία (designer baby), και ακόμη και αν η τεχνική τους δεν τους έκανε ακριβώς τη χάρη, η προσπάθειες σε αυτή την κατεύθυνση είναι γεγονός. Ένας «θαυμαστός καινούριος κόσμος» απλώνεται μπροστά. Η υπόσχεση, δεν βλέπει μόνο στο σχεδιασμό εμβρύων απλώς απαλλαγμένων από γενετικές ασθένειες, αλλά και εμβρύων που θα επιλέγεις τα χαρακτηριστικά που θες και που οι γενετιστές έχουν δείξει ότι οφείλονται σε γονίδια. Χρώμα ματιών, χρώμα μαλλιών, μυϊκό σύστημα. Θα μπορούν, λένε, να βελτιώσουμε όλα τα χαρακτηριστικά που προσπαθούν να μας πείσουν ότι οφείλονται στο Dna. Η εξυπνάδα για παράδειγμα, παρουσιάζεται ως ένα αποτέλεσμα που οφείλεται κατά πολύ στην αλληλεπίδραση πολλών γονιδίων που τελικά είναι υπεύθυνα για την αποτύπωση ενός συγκεκριμένου «IQ». Τα γονίδια αυτά εντοπίζονται με συγκριτικές μελέτες μεταξύ ατόμων με υψηλό δείκτη νοημοσύνης (πάνω από 150)[ref]CGP (Cognitive Genomics Project) : Ερευνητικό πρόγραμμα που επικεντρώνεται στην κατανόηση της προέλευσης της νοημοσύνης διαμέσου του γονιδιώματος.[/ref] γεγονός που προφανώς χωράει τεράστια αμφισβήτηση για την επιστημονική μεθοδολογία. Από τη στιγμή που επιστημονική κοινότητα, λοιπόν, εντοπίζει γονίδια που σχετίζονται με τέτοια κοινωνικά χαρακτηριστικά, και από τη στιγμή που πια έχει στα χέρια της εργαλεία που μπορούν να τροποποιήσουν με ακρίβεια το γενετικό υλικό, νομιμοποιείται να υπόσχεται και την βελτίωσή τους. Πάντα γενετικά, πάντα πειστικά.

Το σημαντικό για εμάς, δεν είναι να εστιάσουμε στα τεχνικά προβλήματα που έχει η μέθοδος Crispr, τα οποία είναι πολλά αν αναλογιστούμε ότι ήδη υπάρχουν ως εμπόδια στον μικρόκοσμο των εργαστηρίων, αλλά να εστιάσουμε στο τι πραγματικά κάνει σε ιδεολογικό επίπεδο και τι εξυπηρετεί.

Εδώ, μπορούμε να δούμε τη σύγχρονη εφαρμογή της βιο-εξουσίας, από την πλέον κατάλληλη επιστήμη. Λέμε, λοιπόν, ότι η βιολογία ως επιστήμη που παράγει λόγους και αλήθειες, είναι φορέας εξουσίας και μάλιστα πολύ ισχυρός, καθώς είναι η επιστήμη αυτή που ασχολείται με την ίδια τη ζωή, στην οποία και έχει εστιάζει η σύγχρονη εξουσία. Οι τεχνολογίες της βιολογίας και συγκεκριμένα της γενετικής μηχανικής, αφού μιλάμε για την CRISPR, παράγουν επιθυμητά προϊόντα (θεραπείες ασθενειών, μωρά κατά παραγγελία, μακροζωία κτλ) και τα προϊόντα αυτά είναι επιθυμητά στο πλαίσιο που η εξουσία τρεις αιώνες τώρα επένδυσε στη ζωή και έθεσε τα υποκείμενα επιχειρηματίες των εαυτών τους που θα φροντίζουν τη ζωή τους όσο το δυνατόν περισσότερο σε ένα πλαίσιο συνεχούς αυτοπειθάρχησης και βελτίωσης του εαυτού. Βλέπουμε δηλαδή, ότι ο έλεγχος πάνω στο σώμα-μηχανή είναι τόσο σημαντικός, όσο ήταν τότε, στις αρχές του 18ου αιώνα. Στοχεύει σε σώματα πειθήνια, στην αύξηση των ικανοτήτων τους, στην απόσπαση των δυνάμεών τους. Με λίγα λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ανατομο-πολιτική του σώματος, διείσδυσε στο επίπεδο της μίας βάσης του Dna.

Επίλογος

Τελειώνοντας, μπορούμε να δούμε, ότι η εξουσία των επιστημών, και συγκεκριμένα της βιολογίας και της γενετικής μηχανικής, δεν κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που περιγράφηκε στη βιο-εξουσία, καθώς ούτως ή άλλως είναι δομικό της κομμάτι. Από τη μία, διεισδύει σε όλο και μικρότερη κλίμακα στο σώμα-μηχανή (ανατομο-πολιτική του σώματος) και ταυτόχρονα δρα σε ένα συνολικότερο επίπεδο διαχείρισης της ζωής του πληθυσμού, παράγοντας για παράδειγμα τα κατάλληλα εργαλεία για να φτιαχτούν οι εθνικές βάσεις δεδομένων Dna[ref]Αναλυτικότερα για τις εθνικές βάσεις DNA: το νέο πανοπτικό: νέες τεχνολογίες και επιτήρηση [μέρος 2], από «μητροπολιτικά συμβούλια αυτόνομων».
Ακόμη, για τις προσπάθειες της ελλάδας για την βελτιστοποίηση της εθνικής βάσης DNA και το βιοπολιτικό ρόλο της, παραθέτουμε το απόσπασμα από το «πρώτο θέμα»:
«Την επιτακτική ανάγκη δημιουργίας μιας πλήρους βάσης DNA, σε εθνικό αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο, υπογράμμισε και η προϊσταμένη Επιτελείου του Αρχηγείου της ΕΛΑΣ, αντιστράτηγος Ζαχαρούλα Τσιριγώτη. Επίσης, η κ. Τσιριγώτη πρόσθεσε ότι «χρειάζεται διεθνής καμπάνια ενημέρωσης που να παροτρύνει τους μετανάστες και πρόσφυγες να δίνουν δείγματα DNA στη σχετική βάση».[/ref], που δρουν και πολύ περισσότερο θα δράσουν ως ένας νέος τρόπος δημογραφίας (βιοπολιτική του πληθυσμού). Όσον αφορά στο ποιοι κερδίζουν από αυτό, η απάντηση γίνεται προφανής: Τα πειθαρχημένα και βελτιωμένα σώματα εξυπηρετούν τα αφεντικά και τη σταθερότητα του οικονομικού συστήματος, το οποίο παρόλες τις αντιφάσεις του καταφέρνει και επιβιώνει. Αυτό όμως, ίσως και να συμβαίνει στην έλλειψη της δικής μας κριτικής και των δικών μας αρνήσεων. Γι αυτό και στόχος της σημερινής εισήγησης, είναι να προσεγγίσουμε αυτές τις νέες τεχνολογίες κριτικά, γιατί μπορεί η CRISPR να ακούγεται ως νέο θαύμα, αλλά στην πραγματικότητα αυτό που κάνει είναι κάτι πολύ παραπάνω.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η βιοεξουσία ήταν ένα απαραίτητο βήμα για την ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Και αυτό γιατί δεν θα μπορούσε μια τέτοια μορφή οργάνωση της κοινωνίας να διασφαλιστεί, παρά με τίμημα την ελεγχόμενη ένταξη των σωμάτων στον μηχανισμό παραγωγής και μέσω μιας προσαρμογής των πληθυσμιακών φαινομένων στις οικονομικές διαδικασίες. Απαίτησε ωστόσο ακόμη περισσότερα. Χρειάστηκε την αύξηση των μεν και των δε, την ενίσχυση τους και συγχρόνως την ευχρηστία και την ευπείθεια τους. Χρειάστηκε μεθόδους εξουσίας, τις δυνάμεις, τις δεξιότητες, τη ζωή εν γένει, δίχως ωστόσο να δυσχεραίνουν την καθυπόταξη τους.»
Φουκώ, Η ιστορία της Σεξουαλικότητας, Η δίψα της γνώσης

]]>
Εισήγηση εκδήλωσης: Το τέλος της ιδιωτικότητας. Αυτοέκθεση και η εμπορευματοποίηση των προσωπικών δεδομένων. https://gameover.zp/2017/12/17/%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%ae%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%b5%ce%ba%ce%b4%ce%ae%ce%bb%cf%89%cf%83%ce%b7%cf%82-%cf%84%ce%bf-%cf%84%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b9%ce%b4%ce%b9%cf%89%cf%84/ Sun, 17 Dec 2017 10:53:25 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2510

Η έννοια της ιδιωτικότητας

“Πρόσφατες εφευρέσεις και νέες επιχειρηματικές μέθοδοι επισημαίνουν την ανάγκη ενός επόμενου βήματος για την προστασία της προσωπικότητας, και για την προστασία του ατομικού δικαιώματος “να αφήνεται κανείς μόνος”. Πολυάριθμες μηχανικές συσκευές απειλούν να επαληθεύσουν την πρόβλεψη πως “αυτά που ψιθυρίζονται στην ντουλάπα θα πρέπει να διακηρύττονται από τις ταράτσες”

Αυτά δήλωνε το 1890 ο δικηγόρος Louis Brandeis, από τη Βοστώνη, ο οποίος μαζί με τον συνεργάτη του, Samuel Warren, δημοσίευσαν το «Δικαίωμα στην Ιδιωτικότητα», το πρώτο σημαντικό νομικό κείμενο για την υπεράσπιση της ιδιωτικότητας. Η εφεύρεση στην οποία αναφερόταν δεν ήταν άλλη από τη φορητή φωτογραφική μηχανή και η επιχειρηματική μέθοδος που έπληττε το ατομικό δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, δεν ήταν άλλη από τη «δημοσιογραφία των παπαράτσι». Τα πολλαπλά περιστατικά παρενόχλησης της προσωπικής ζωής των διασημοτήτων, τα οποία συνοδεύονταν από τη διάδοση έντυπων λεπτομερειών δημιούργησαν την ανάγκη για αναθεώρηση της έννοιας της ιδιωτικότητας, ώστε να συμπεριλαμβάνει αυτό που ονομάστηκε το «δικαίωμα της προσωπικότητας του ατόμου». Το να μπορεί κανείς να προστατεύει, μαζί με την ιδιοκτησία και τη ζωή του, την έκφραση των συναισθημάτων και των σκέψεών του καθώς και τις ιδιωτικές του συζητήσεις.

Ας σημειώσουμε ξεκινώντας, ότι η ιδιωτικότητα σαν έννοια είναι αρκετά δύσκολη να οριστεί, γιατί εξαρτάται από τα αξιακά συστήματα και τα συμφέροντα εξουσίας κάθε περιόδου. Μέχρι τότε, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την έννοια της ιδιοκτησίας και το άσυλο που προσέφερε στον ιδιοκτήτη της, δηλαδή σε πρώτο στάδιο την αστική τάξη, από την παρεμβατικότητα του κράτους. Μια τεχνολογική καινοτομία, όπως αυτή της φωτογραφικής μηχανής, σε συνδυασμό με την αναδυόμενη εννόηση του εαυτού και της προσωπικότητας ως ανεξάρτητα στοιχεία του ατόμου, αποκομμένα από τις κοινωνικές του σχέσεις, έφεραν στην επιφάνεια την ανάγκη για εμπλουτισμό της ιδιωτικότητας με νέα χαρακτηριστικά.

Μερικές δεκαετίες αργότερα, κοντά στο 1930, ακόμα μία εφεύρεση, το προσωπικό τηλέφωνο και τα διευρυμένα τηλεφωνικά δίκτυα, δημιούργησαν μια νέα απειλή. Την τηλεφωνική υποκλοπή. Ενώ ο νόμος ήταν σαφής σε όσα αφορούσαν την εδαφική ιδιωτικότητα -ότι δηλαδή κανείς δεν μπορούσε να εισβάλει στην ιδιοκτησία ενός πολίτη, στο σπίτι του- ήταν θολό το κατά πόσο μπορούσε να υποκλέψει στοιχεία των ιδιωτικών του συζητήσεων τα οποία ούτως ή άλλως έβγαιναν από τα όρια του σπιτιού του, και ταξίδευαν χιλιόμετρα μέσα σε καλώδια. Ο ίδιος νομικός που αναφέραμε στην αρχή του κειμένου, ο Brandeis, όντας πλέον ανώτατος δικαστής, ερμήνευσε τη νομοθεσία στο πνεύμα της εποχής, σύμφωνα με τις βάσεις που ίδιος είχε βάλει, δημιουργώντας ακόμα μια νέα έννοια: την ιδιωτικότητα των τηλεπικοινωνιών.

Δεν είναι σκοπός μας εδώ να κάνουμε μια ιστορική αναδρομή της έννοιας της ιδιωτικότητας και των νομοθεσιών που την συνόδευσαν μέχρι σήμερα. Κάνουμε αυτήν την εισαγωγή για να επισημάνουμε δύο ζητήματα, τα οποία μας φάνηκαν ενδιαφέροντα και μας οδήγησαν στην επεξεργασία αυτού του θέματος.

Το πρώτο είναι πως, η ιδιωτικότητα και η προστασία της αλλάζει κάθε φορά που ένα νέο τεχνολογικό παράδειγμα εδραιώνεται και εφοδιάζει τις εκάστωτε εξουσίες με νέα εργαλεία επιβολής στα υποκείμενα που μπαίνουν στο στόχαστρο/ενδιαφέρον. Αυτό μας ενδιαφέρει ιδιαιτέρως, καθώς σαν ομάδα ασχολούμαστε καιρό με το ζήτημα της αλλαγής παραδείγματος, προσπαθώντας να το περιγράψουμε και να το φωτίσουμε από διαφορετικές πλευρές. Οι νέοι τρόποι παραβίασης της ιδιωτικότητας, που είναι σαφώς τέκνα της ψηφιοποίησης και της καθολικότητας των Η/Υ, βάζουν πολλά νέα ερωτήματα τα οποία θα δούμε παρακάτω.

Το δεύτερο σημείο έχει να κάνει με το δίπολο παραβίαση/προστασία, μέσα από το οποίο αναδύεται και μετασχηματίζεται διαρκώς η έννοια της ιδιωτικότητας. Είναι σημαντική αυτή η διαπίστωση, γιατί μας δίνει μια κατεύθυνση σχετικά με το αν, για ποιους και σε ποιο νοηματικό πλαίσιο κρίνουμε ότι αξίζει να υπερασπιστούμε ένα τέτοιο δικαίωμα. Απέναντι στο κράτος, απέναντι στα αφεντικά, στις εταιρίες, στους γιατρούς ή/και στους ψηφιακούς μας φίλους/ες; Αν η ιδιωτικότητα έρχεται στο προσκήνιο κάθε φορά που παραβιάζεται, είναι σημαντικό να δούμε τη θέση μας, συλλογικά και ατομικά, σε αυτήν την ιεραρχία επιβολής ελέγχου και εξουσίας.

Μορφές ιδιωτικότητας στο σήμερα.

Η έννοια της ιδιωτικότητας μέχρι στιγμής περιλαμβάνει τις παρακάτω διατυπώσεις[ref]Όπως συγκεντρώθηκαν στο πολύ βοηθητικό μπλογκ antiauthor.wordpress.com από την έκθεση του Electronic Privacy Information Center και της Privacy International. Επίσης ενδιαφέροντα sites αν θέλει κανείς να μάθει περισσότερα για το ζήτημα της πληροφοριακής ιδιωτικότητας.[/ref]:

  • Εδαφική ιδιωτικότητα (territorial privacy), που αφορά την οριοθέτηση ιδιωτικών χώρων, αλλά και χώρων όπως το περιβάλλον εργασίας ή η δημόσια σφαίρα. Η παρακολούθηση μέσω κυκλωμάτων τηλεόρασης (CCTV) και οι εξακριβώσεις στοιχείων, είναι ζητήματα που αφορούν την εδαφική ιδιωτικότητα. Μια σχετική μορφή ιδιωτικότητας, που αποκτά νόημα σήμερα με την εξέλιξη των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών, αφορά στην τοποθεσία του ατόμου (συστήματα GPS).
  • Τηλεπικοινωνιακή ιδιωτικότητα (communications privacy), η οποία καλύπτει την ασφάλεια και την ιδιωτικότητα αλληλογραφίας, τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, e-mail και άλλων μορφών επικοινωνίας.
  • Σωματική ιδιωτικότητα (bodily privacy), η οποία αφορά την προστασία του φυσικού εαυτού των ανθρώπων ενάντια σε επεμβατικές διαδικασίες, όπως γενετικοί και φαρμακευτικοί έλεγχοι ή σωματική ψηλάφηση.
  • Πληροφοριακή ιδιωτικότητα (informational privacy), η οποία περιλαμβάνει τη θέσπιση κανόνων που διέπουν τη συλλογή και την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως χρηματοπιστωτικές πληροφορίες, ιατρικά και κυβερνητικά αρχεία. Σε αυτό το σύνολο πληροφοριών αναφέρεται και η «προστασία (προσωπικών) δεδομένων»[ref]Θα λέγαμε ότι τα προσωπικά δεδομένα πλέον μπορεί να περιλαμβάνουν πληθώρα άλλων πληροφοριών, από τα δεδομένα των προφίλ στα social media μέχρι τα δεδομένα των ψηφιακών ιατρικών συσκευών που μπορεί να χρησιμοποιεί κανείς.[/ref].

Με την τελευταία μορφή ιδιωτικότητας θα ασχοληθούμε εδώ, κάνοντας μία υποσημείωση. Είναι ολοφάνερο ότι η καθολικότητα της ψηφιοποίησης έχει ολοκληρωτικά μεσολαβήσει τις τηλεπικοινωνίες. Επίσης εξαπλώνεται ταχύτατα και μετασχηματίζει τον δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο, από τη μία δημιουργώντας τις ψηφιακές τους προσομοιώσεις μέσα στις οποίες λαμβάνουν χώρα λειτουργίες που πριν γίνονταν στις “υλικές” -και ως τότε μοναδικές- τους εκδοχές και από την άλλη μετατρέποντας τα δρώμενα μέσα σε αυτούς σε πληροφορία που μπορεί να καταγραφεί, να μεταφερθεί και να αποθηκευτεί, μέσω του Internet of Things. Το τι κάνει κάποιος μέσα στο σπίτι του, ή σε μία πλατεία, εκπέμπεται σε bytes από τις διαδραστικές συσκευές που χρησιμοποιεί και φοράει, οι οποίες είναι διαρκώς συνδεδεμένες στο ίντερνετ ή/και μεταξύ τους. Τέλος, κάτι το οποίο δεν έχουμε ακόμα δει σε μεγάλο βαθμό, που όμως φαίνεται επίσης να προχωράει με μεγάλη ταχύτητα, είναι το ψηφιοποιημένο/ενισχυμένο σώμα. Και δεν εννοούμε τα Avatars. Εννοούμε αυτό που κωδικά ονομάζεται HumanPlus, και έχει να κάνει με την ενίσχυση του ανθρώπου είτε γενετικά είτε με διαφόρων ειδών εμφυτεύματα και πρόσθετα, με στόχο την αποτελεσματικότερη επικοινωνία και διάδραση με τις νέες μηχανές. Είναι ένα πολύπλοκο ζήτημα, το οποίο δε θα αναλύσουμε εδώ[ref]Για περισσότερα στο φετινό φεστιβάλ, τον Οκτώβριο του 2017.[/ref], το αναφέρουμε όμως γιατί έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει την έννοια της σωματικότητας.

Πού θέλουμε να καταλήξουμε; Στο ότι η «πληροφοριακή ιδιωτικότητα», ακριβώς λόγω της καθολικότητας του ψηφιακού παραδείγματος που αναφέραμε και των επιπτώσεων που έχει και θα έχει στον χώρο, τις τηλεπικοινωνίες και το σώμα, ίσως στο μέλλον να συμπεριλάβει μεγάλο μέρος των εννοιών της εδαφικής, τηλεπικοινωνιακής και σωματικής ιδιωτικότητας. Όπως είπαμε, οι τεχνολογικές καινοτομίες, όσα περισσότερα εργαλεία για επιβολή των εξουσιών παρέχουν, τόσο περισσότερο παραλλάσσουν τα πεδία της ιδιωτικότητας που χρήζουν υπεράσπισης.

Ας προχωρήσουμε όμως, και ας επιχειρήσουμε να καταλάβουμε τους λόγους για τους οποίους τα προσωπικά δεδομένα είναι τόσο πολύτιμα και με ποιους τρόπους αποσπώνται και χρησιμοποιούνται

Η εμπορευματοποίηση των προσωπικών δεδομένων

Υπάρχει μια κοινή πεποίθηση για τη δωρεάν φύση του ίντερνετ, μια πεποίθηση που είναι πέρα για πέρα λανθασμένη. Με αυτό δεν εννοούμε το μηνιαίο τέλος στους παρόχους σταθερής τηλεφωνίας και internet. Το κόστος αυτό είναι άμεσα συνδεδεμένο με το υλικό μέσο του «δικτύου των δικτύων» (καλώδια, οπτικές ίνες, καφάο του οτε κ.α.) και για αυτό το λόγο άμεσα αντιληπτό και κατανοητό έξοδο. Εννοούμε τις online υπηρεσίες όπως τις μηχανές αναζήτησης, τα social media, τους παρόχους email, τις εφαρμογές στα κινητά και πολλά άλλα καθημερινής χρήσης, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι δωρεάν! Αν δεν καταβάλουν οι χρήστες χρήματα σε κάποιον online λογαριασμό είναι γιατί πληρώνουν με κάτι διαφορετικό από χρήματα: με τα προσωπικά τους δεδομένα.

Η φράση αυτή είναι πέρα για πέρα κυριολεκτική. Είτε πρόκειται για site, είτε πρόκειται για εφαρμογή, είτε για μια online πλατφόρμα, παντού υπάρχει χώρος για διαφημίσεις. Οι υπηρεσίες αυτές λοιπόν λειτουργούν σαν ενδιάμεσοι οι οποίοι από την μία συλλέγουν προσωπικά δεδομένα από τους χρήστες και από την άλλη νοικιάζουν «χώρο» σε άλλες εταιρείες που θέλουν να διαφημίσουν κάποιο προϊόν. Η αποτελεσματικότητα της υπόθεσης έγκειται στη συλλογή των δεδομένων των χρηστών από τα οποία, με κατάλληλη επεξεργασία, θα προκύψουν τα προφίλ των χρηστών, τα οποία με τη σειρά τους θα οδηγήσουν στην εξατομικευμένη προώθηση των διαφημίσεων αυτών με βάση τις ιδιαίτερες προτιμήσεις του κάθε χρήστη και όχι «μαζικά» και «τυχαία» όπως αυτό σε ένα βαθμό συμβαίνει για παράδειγμα στην τηλεόραση και στις εφημερίδες.

Πρόκειται για αυτό που ονομάζεται εξατομικευμένη διαφήμιση. Όσον αφορά εταιρείες σαν τη google και τη facebook εκτιμάται ότι πάνω από το 90% των κερδών τους προέρχεται από την εξατομικευμένη διαφήμιση. Οι εταιρείες αυτές όμως δεν χρησιμοποιούν τις προσωπικές πληροφορίες των χρηστών μόνο για να τους πλασάρουν τις κατάλληλες διαφημίσεις. Στην πραγματικότητα η συλλογή και η επεξεργασία των στοιχείων που αφορούν τη χρήση της μιας ή της άλλης εφαρμογής βρίσκεται στην καρδιά της λειτουργίας τους. Η βελτίωση των προϊόντων αυτών μέσω της (συνειδητής ή μη) συνεισφοράς[ref]Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενεργητικής συνεισφοράς των χρηστών είναι η εθελοντική μετάφραση του Facebook σε 40 περίπου γλώσσες. Και μιλάμε για μια εταιρεία που η αξία της υπολογίζεται περί τα 350 δις δολάρια…[/ref] των χρηστών είναι εξίσου σημαντική, όπως π.χ. η δυνατότητα εξατομικευμένων επιλογών, η προστασία από κακόβουλο λογισμικό αλλά και πολλά άλλα.

Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η συλλογή των προσωπικών πληροφοριών είναι πολυδιάστατος και πολυποίκιλος. Οι αναζητήσεις στις μηχανές αναζήτησης, οι online αγορές, οι συζητήσεις σε forum, τα email και φυσικά η δραστηριότητα στα social media, όλα αποτελούν πεδίο συλλογής πληροφοριών[ref]Έχει από μόνο του το ενδιαφέρον να δει κανείς το εύρος των δυνατοτήτων που υπάρχουν για την συλλογή πληροφοριών είτε πρόκειται για το περιεχόμενο καθεαυτό που ανταλλάσουν οι χρήστες, είτε πρόκειται για “μεταδεδομένα” όπως π.χ. τοποθεσία, διάρκεια κλήσης, στοιχεία επαφών κ.α. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι όλα τα κουμπιά του τύπου “Like”, “Tweet”, “Pin” κλπ που χρησιμοποιούνται τόσο ευρέως. Αυτά λειτουργούν με cookies, μικρά αρχεία που αποθηκεύονται στον υπολογιστή για να βοηθούν στον εντοπισμό του χρήστη από το Facebook, το Tweeter ή το Pinterest αντίστοιχα σε κάθε site που επισκέπτεται.[/ref]. Υπάρχουν μάλιστα εταιρείες (harvesters) οι οποίες ειδικεύονται στη συλλογή πληροφοριών, οι οποίες με τη σειρά τους τις πουλάνε σε διαφημιστικές εταιρείες. Μία άλλη μεγάλη κατηγορία αποτελούν επίσης οι εφαρμογές στα κινητά, οι οποίες μάλιστα φαίνεται να αποτελούν προνομιακό πεδίο άντλησης πληροφοριών και κατά συνέπεια αύξησης των εσόδων από διαφημίσεις για τις εταιρείες.

Το 2014 τα έσοδα από online διαφημίσεις είχαν ήδη φτάσει σχεδόν τα 50 δις δολάρια μόνο για τις ηπα, αρκετά πιο πάνω από κάθε άλλο αμερικάνικο δίαυλο διαφημίσεων, όπως η καλωδιακή και η δορυφορική τηλεόραση (40,5 και 25.2 δις δολάρια αντίστοιχα). Επίσης ενδεικτική είναι η αυξανόμενη συνεισφορά των εσόδων από διαφημίσεις σε smartphones.

Το 2014 τα έσοδα από online διαφημίσεις είχαν ήδη φτάσει σχεδόν τα 50 δις δολάρια μόνο για τις ηπα, αρκετά πιο πάνω από κάθε άλλο αμερικάνικο δίαυλο διαφημίσεων, όπως η καλωδιακή και η δορυφορική τηλεόραση (40,5 και 25.2 δις δολάρια αντίστοιχα). Επίσης ενδεικτική είναι η αυξανόμενη συνεισφορά των εσόδων από διαφημίσεις σε smartphones.

Είναι προφανές ότι όλη αυτή η διαδικασία συλλογής προσωπικών δεδομένων δεν κινείται πάντα στα όρια της νομιμότητας. Ακόμα και όταν ο χρήστης καλείται να διαβάσει και να υπογράψει τους όρους χρήσης (κατάλληλα γραμμένους ώστε να απωθούν την ανάγνωση) για να χρησιμοποιήσει την εφαρμογή, σχεδόν πάντα αγνοεί την πραγματική διάσταση απουσίας της όποιας ιδιωτικότητας. Στους όρους χρήσης της gmail για παράδειγμα μπορεί κανείς να βρει αυτή τη χαρακτηριστική αναφορά «Τα αυτόματα συστήματά μας αναλύουν το περιεχόμενό σας (συμπεριλαμβανομένων των email) για να σας παρέχουν εξατομικευμένες δυνατότητες του παρεχόμενου προϊόντος, όπως αποτελέσματα αναζήτησης, εξατομικευμένη διαφήμιση και προστασία από ανεπιθύμητη αλληλογραφία και κακόβουλο λογισμικό.»[ref]Google explains exactly how it reads all your email, The Huffington Post, 15/06/14[/ref] [ref]Μια ενδιαφέρουσα δικαστική διαμάχη που έγινε γνωστή ως «Matera vs Google» αφορούσε το σκανάρισμα email από την google τα οποία προέρχονταν από χρήστες άλλων εταιρειών, οι οποίοι δεν έχουν συμφωνήσει με τους όρους χρήσης της google. Μάλιστα το σκανάρισμα αυτό λαμβάνει χώρα πριν καν το εκάστοτε email φτάσει σε ένα gmail inbox. Το αποτέλεσμα της δίκης ήταν να δεσμευτεί η google ότι ναι μεν θα σκανάρει αυτά τα email πριν φτάσουν σε ένα δικό της inbox για mailware και spam, αλλά μόνο όταν εισέρθουν στα εισερχόμενα των χρηστών της θα μπορεί να σκανάρει το περιεχόμενό τους και να χρησιμοποιεί το υλικό τους για διαφημιστικούς σκοπούς. Η χρονική αυτή διαφορά ορίζεται σε κάποια μιλισεκόντ και όπως καταλαβαίνει κανείς είναι ανεπαίσθητη από τον άνθρωπο.[/ref] Υπάρχει παρόλα αυτά κανείς και καμιά που γράφοντας ένα email σκέφτεται ότι το περιεχόμενο των μηνυμάτων σκανάρεται και γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας από τη google;

Μέσα από όλη αυτή τη συλλογή (και για χάρη κυρίως της διαφήμισης -αλλά όχι μόνο) δημιουργείται μια καινούργια αγορά: των προσωπικών δεδομένων. Είναι μάλιστα εντυπωσιακά τα χρηματικά μεγέθη που διακινούνται παγκοσμίως στην εξατομικευμένη ψηφιακή διαφήμιση, η οποία βασίζεται στην συλλογή και την επεξεργασία των προτιμήσεων και των συνηθειών του καθενός. Αλλά δεν είναι μόνο η παραβίαση της ιδιωτικότητας μέσω της οποίας λαμβάνει χώρα μια καινούργια αγορά. Το ίδιο συμβαίνει και με την προστασία της. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές online υπηρεσίες οι οποίες με την κατάλληλη αμοιβή υπόσχονται την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Και είναι απόλυτα λογικό. Όταν έχεις μοιράσεις τα κλειδιά του σπιτιού σου σε όλη τη γειτονιά, δεν μπορείς παρά να πληρώσεις για καινούργιες κλειδαριές. Μόνο που στην ψηφιακή εκδοχή τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο στον παραδοσιακό τρισδιάστατο χώρο και είναι αμφίβολο το κατά πόσο μπορεί να προστατευτεί (έστω και ελάχιστα) η ιδιωτικότητα.

Παλιές και νέες μορφές επιτήρησης στο ψηφιακό περιβάλλον

Η εμπορευματοποίηση των προσωπικών δεδομένων είναι στοιχείο το οποίο επιδέχεται κριτική από μόνο του. Παρόλα αυτά δεν είναι το μόνο και ίσως δεν είναι και το πιο σημαντικό. Η διαρκής ψηφιοποίηση των καθημερινών συνηθειών μέσα από την χρήση του διαδικτύου και εν συνεχεία η συλλογή/αποθήκευση και η επεξεργασία τέτοιων δεδομένων φτιάχνει το υπόστρωμα πάνω στο οποίο μπορούν να πατήσουν και να εξελιχθούν πολλοί διαφορετικοί τρόποι επιτήρησης και ελέγχου.

Σε αυτό το σημείο θα γίνει μια μικρή (και αναγκαστικά μερική) αναφορά σε πέντε πτυχές επιτήρησης που βλέπουμε να ξεδιπλώνονται αξιοποιώντας τα προσωπικά δεδομένα που βρίσκονται online. Η πρώτη αφορά την εκμετάλλευση της εργασίας ή τις ανθρώπινες δραστηριότητες που μπορούν να αξιοποιηθούν προς όφελος αυτής (της εκμετάλλευσης), η δεύτερη αφορά τις ασφαλιστικές εταιρίες και τον έλεγχο που ασκούν (ή οραματίζονται να) ασκούν πάνω στη ζωή του καθενός και της καθεμιάς, η τρίτη έχει να κάνει με τον έλεγχο της πληροφορίας κυρίως σε σχέση με την ενημέρωση/πληροφόρηση των χρηστών η τέταρτη αναφέρεται στην παραδοσιακή κρατική παρακολούθηση, η οποία καθώς φαίνεται βρίσκει τους τρόπους αξιοποιώντας τα προσωπικά δεδομένα να αναβαθμίζεται εκθετικά, και η τελευταία έχει να κάνει με την οριζόντια, από τα κάτω θα λέγαμε- αλληλοεπιτήρηση. Ξεκινώντας από την πρώτη μορφή επιτήρησης -αυτή που σχετίζεται με τον έλεγχο της εργασίας- ο τρόπος που γίνεται αντιληπτή είναι συνήθως υποκειμενικός και άμεσος. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για τις ασφαλιστικές εταιρείες. Στα επόμενα δύο παραδείγματα (πληροφόρηση και κρατική παρακολούθηση) η επιτήρηση, μαζί με τις προεκτάσεις και τις επιπτώσεις της σε ατομικό αλλά και συλλογικό επίπεδο, μπορεί να διαφεύγει εντελώς από την εμπειρία του χρήστη και να περνάει απαρατήρητη, καθώς φαίνεται να επικεντρώνεται όχι τόσο στον καθένα και στην καθεμιά προσωπικά, αλλά περισσότερο στο σύνολο των συμπεριφορών και στις τάσεις που αναδύονται.

_Το αδιάκριτο βλέμμα του αφεντικού

Προκειμένου να περιορίσει το φαινόμενο που θέλει τους εργοδότες να ζητούν από τους υποψήφιους για πρόσληψη πρόσβαση στο προφίλ τους στο Facebook με στόχο να σχηματίσουν πλήρη εικόνα γι’ αυτούς, η υπηρεσία τόνισε ότι η απαίτηση του κωδικού ενός χρήστη συνιστά παραβίαση των κανόνων χρήσης της.

Δύο χρόνια μετά την εν λόγω ανακοίνωση (2017) η facebook θα ανακοινώσει ότι σχεδιάζει να δώσει στους εργοδότες τη δυνατότητα να αναρτούν αγγελίες για την κάλυψη θέσεων εργασίας άμεσα στη σελίδα τους στο κοινωνικό δίκτυο, ενώ οι χρήστες θα μπορούν να κάνουν αίτηση γι’ αυτές τις θέσεις μέσω του facebook. Οι αιτήσεις των χρηστών θα αποστέλλονται -μαζί με τα στοιχεία που έχουν εισάγει στο κοινωνικό δίκτυο- στους εργοδότες μέσω Messenger, ενώ το facebook ελπίζει πως έπειτα οι εργοδότες και τα άτομα που επιθυμούν να εργαστούν γι’ αυτούς θα συνεχίσουν την επικοινωνία από το Messenger μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Πέρα από το προφανές της υπόθεσης που σχετίζεται με τον ανταγωνισμό της facebook με άλλες πλατφόρμες επαγγελματικής δικτύωσης και αναζήτησης εργασίας, όπως το linkedin, το παράδειγμα αυτό φωτίζει με χαρακτηριστικό τρόπο τους νέους τρόπους που δημιουργούνται για χάρη της επιτήρησης σε σχέση με την εργασία από τα αφεντικά. Η μία όψη αυτής της επιτήρησης (και η πιο συζητημένη) είναι η άμεση επιτήρηση των post των εργαζομένων. Μια λάθος κουβέντα για τη δουλειά, μια γκρίνια, ή η παραδοχή λούφας κατά την ώρα εργασίας, μπορεί να οδηγήσει άμεσα στο κατσάδιασμα, ακόμα και στην απόλυση[ref]Αρκεί κανείς να κάνει μια πρόχειρη αναζήτηση στο ιντερνετ για να διαπιστώσει πόσες πολλές περιπτώσεις υπάρχουν, κατά τις οποίες το αφεντικό «πιάνει στα πράσα» τον εργαζόμενό του μέσα από τα ποσταρίσματά του στα social media. Παρότι το φαινόμενο σε πρώτη ματιά φαντάζει κωμικό, οι επιπτώσεις δεν είναι καθόλου αστείες…[/ref].

Η άλλη πλευρά, ή έμμεση και ίσως και η πιο ουσιαστική, αφορά στην αντιμετώπιση από τα αφεντικά (και κατ’ επέκταση και από τους εργαζόμενους τους ίδιους) των online προφίλ τους, ως συνέχεια του βιογραφικού. Το προφίλ σε κάποιο δίκτυο, όμως, δεν έχει δημιουργηθεί για να περιέχει μόνο εκείνες τις πτυχές της καθημερινής δραστηριότητας που θα βοηθήσουν στην εύρεση εργασίας, ή έστω θα είναι κατάλληλες για τα μάτια του αφεντικού ή του προϊστάμενου (ενδεχομένως και των συναδέλφων). Για να καταφέρει το προφίλ να «καλύπτει τα στάνταρ» αυτά, προϋποτίθεται η καθημερινή αυτοεπιτήρηση στο πώς χειρίζεται κανείς το προφίλ του, ενδεχομένως το ίδιο εκείνο προφίλ που χρησιμοποιεί για να επικοινωνεί με τους φίλους του. Αν λάβει κανείς υπόψη το εύρος των καθημερινών συνηθειών και των ενδιαφερόντων που μοιράζονται οι χρήστες online, θα διαπιστώσει ότι τα προφίλ δεν είναι απλά μια επιλεκτική έκθεση των κοινωνικών σχέσεων και πρακτικών, αλλά υπάρχει μια αλληλεπίδραση η οποία λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις: η online συμπεριφορά επηρεάζει και επιδρά στην offline τέτοια. Υπό αυτό το πρίσμα η εισβολή του αδιάκριτου βλέμματος του προϊστάμενου στη ζωή του εργαζομένου (και μάλιστα με την υποθετική συγκατάθεση του) επεκτείνει την εργοδοτική επιτήρηση πέρα και έξω από τον εργάσιμο χρόνο και μπορεί να δημιουργεί ένα ασφυκτικό έλεγχο, ο οποίος όμως παρουσιάζεται άμεσα σαν τέτοιος, μόνο όταν η προληπτική αυτοεπιτήρηση κάνει το λάθος της (ξεχαστεί) και δώσει την αφορμή. Ακόμα και σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο χρήστης είναι τόσο επιμελής που χρησιμοποιεί πολλαπλά προφίλ ανάλογα την περίσταση, η καθημερινή επαγρύπνηση που απαιτείται για την διαφορετική τροφοδότηση όλων αυτών (και η μη συσχέτισή τους), δεν είναι καθόλου αμελητέα και εν τέλει δεν μειώνει καθόλου την αυτοεπιτήρηση που απαιτείται.

_Η εξατομικευμένη ασφάλιση

Για όλες τις ασφαλιστικές, η μαζική συλλογή και η επεξεργασία δεδομένων – Big Data – αποτελεί ήδη τον αναμφισβήτητο καταλύτη για την ανάπτυξη.[ref]Τα λόγια είναι του Louis de Broglie, ιδρυτή της ασφαλιστικής start-up εταιρείας Inspeer. Πρόκειται για την πρώτη «peer-to-peer» γαλλική πλατφόρμα ασφάλισης.[/ref]

Για τις ασφαλιστικές εταιρείες αυτό που έχει σημασία είναι η όσο το δυνατόν αύξηση της διαφοράς ανάμεσα στις συνολικές εισφορές των ασφαλισμένων τους και στις συνολικές παροχές που παίρνουν πίσω. Γιατί από εκεί βγαίνει το κέρδος. Αυτό ονομάζεται «σχέση κινδύνου-απόδοσης» (risk-return ratio) από τους ειδικούς. Υπό αυτό το πρίσμα, η συλλογή πληροφοριών που θα οδηγήσουν στον περιορισμό αυτού του ρίσκου αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για αυτές τις εταιρείες. Ένας μάνατζερ στον τομέα των ασφαλιστικών[ref]Πρόκειται για τον Eric Froidefond.[/ref] το είχε συνοψίσει ως εξής: «Ο πρώτος που θα διαχειριστεί τη συλλογή και την ανάλυση των δεδομένων θα είναι σε θέση να διασφαλίσει ότι θα έχει μόνο καλούς κινδύνους». Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο οι ασφαλιστικές εταιρείες διεθνώς έχουν ξεκινήσει μια κούρσα συλλογής προσωπικών δεδομένων κάθε είδους (από ιατρικά ιστορικά, μέχρι τις καθημερινές συνήθειες) των ασφαλισμένων. Είναι μάλιστα τόσο κομβικής σημασίας η κατοχή τέτοιου είδους πληροφοριών, ώστε δεν επαναπαύονται στο να τις αγοράζουν από άλλους και για αυτό το λόγο φτιάχνουν τις δικές τους βάσεις δεδομένων.

Η συλλογή των δεδομένων αυτών βέβαια δεν γίνεται πάντα «κάτω απ’ το τραπέζι». Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι ασφαλισμένοι οι οποίοι για χάρη κάποιας έκπτωσης (ή έστω ενδεχόμενης έκπτωσης) στα ασφάλιστρα διαθέτουν εθελοντικά τα προσωπικά τους δεδομένα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρακτική «πλήρωνε όπως οδηγείς» (pay how you drive), η οποία ξεκινώντας από την αμερική έχει απλωθεί ήδη σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Σύμφωνα με τη γερμανική Αllianz για παράδειγμα, αν δεχθείς να εγκαταστήσεις μια συσκευή στο αυτοκίνητό σου που καταγράφει την οδηγική σου συμπεριφορά, σου προσφέρει μέχρι και 30% έκπτωση στα ετήσια ασφάλιστρα (με την προϋπόθεση πάντα ότι δεν περνάς το όριο ταχύτητας, δεν κάνεις επικίνδυνες αναστροφές και όλα τα σχετικά). Πρόκειται για μια καθαρά εξατομικευμένη λογική ασφάλισης[ref]Στη μαζική/κρατική μορφή της ασφάλισης υπάρχει η λογική ότι τα ταμία θα γεμίζουν «αναλογικά» από όλους και θα επιστρέφουν «άνισα» στους ασφαλισμένους ανάλογα με τις ανάγκες και τα προβλήματα που τους προκύπτουν. Το «αναλογικά» και το «άνισα», έχουν τη σημασία τους, καθότι ανάλογα το ύψος του μισθού (ή των εισοδημάτων για τα αφεντικά) ανεβαίνει και η συμμετοχή στο ασφαλιστικό ταμείο. Έτσι επιτυγχάνεται ένα είδος αναδιανομής σύμφωνα με τις «ανάγκες» πλέον του κάθε ασφαλισμένου και όχι σύμφωνα με τις εισφορές του. Το οποίο είναι σωστό, αν το κοιτάει κανείς από εργατική σκοπιά. Τα αφεντικά φυσικά έχουν άλλη γνώμη.[/ref], η οποία ταιριάζει απόλυτα με το φιλελεύθερο «ό,τι πληρώνεις παίρνεις» ή πιο συνηθισμένα: «γιατί να πληρώνω εγώ για τον άλλο που δεν οδηγεί προσεκτικά» ή «δεν κάνει υγιεινή ζωή» κ.ο.κ.

Ένα άλλο παράδειγμα εξατομικευμένης ασφάλισης το οποίο πλασάρεται και με μια εσάνς αλληλοβοήθειας[ref]Πρόκειται για μια αναφορά στο παρελθόν όπου οι άνθρωποι «ούτως ή άλλως αυτό έκαναν». Κατά τη γνώμη μας, αυτές οι αναφορές δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια χυδαία προσπάθεια ιδιοποίησης της ιστορίας της εργατικής αλληλεγγύης, πριν αναλάβουν τα κράτη να φτιάξουν δημόσια ασφαλιστικά ταμεία.[/ref] είναι η peer-to-peer ασφάλιση. Η ονομασία «peer-to-peer» (P2P) ή «ομότιμη» στα ελληνικά, όπως μπορεί να φανταστεί κανείς προέρχεται από τα αντίστοιχα P2P δίκτυα του διαδικτύου τα οποία σχεδιάστηκαν για να μοιράζονται «ισότιμα» οι διαφορετικοί κόμβοι τους πόρους τους. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να πει κανείς ότι συμβαίνει και στα P2P δίκτυα ασφάλισης (υγείας, σπιτιού, αυτοκινήτου ή οτιδήποτε άλλου), ή τουλάχιστον έτσι το πουλάνε οι εν λόγω εταιρείες. Αντί λοιπόν ο καθένας να ασφαλίζεται μόνος του, ασφαλίζεται μαζί με άλλους, με απώτερο στόχο να μοιραστούν το κόστος της ασφάλισης και αντίστοιχα να μειώσουν το ενδεχόμενο να δώσουν ο καθένας ξεχωριστά πολλά λεφτά τα οποία μπορεί να μην χρειαστεί να επιστραφούν από την ασφαλιστική ως παροχές. Παρότι έχει το ειδικό ενδιαφέρον του αυτός ο νέος (ιδιωτικός πάντα) τρόπος ασφάλισης εδώ θα ασχοληθούμε αποκλειστικά με μια συγκεκριμένη πλευρά του: τη διαφάνεια. Ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι εταιρείες αυτές στα διαφημιστικά τους σλόγκαν είναι και το ότι υπάρχει πλήρης διαφάνεια, καθώς οι ασφαλισμένοι γνωρίζουν πόσα διαθέτει ο καθένας υπό μορφή ασφάλιστρων, πόσο συχνά έχει ανάγκη τη συνδρομή άλλων χρηστών του δικτύου (και για ποιο λόγο) ή πόσο συνδράμει αυτός στις ανάγκες των άλλων. Με ένα τρόπο δηλαδή ο έλεγχος ξεφεύγει από την εταιρεία, η οποία παρουσιάζεται απλά σαν διαχειριστής, και διαχέεται ανάμεσα στους ασφαλισμένους, υπό τη μορφή της αλληλοεπιτήρησης.

Η εξατομικευμένη ασφάλιση όμως περισσότερο από την αλληλοεπιτήριση στοχεύει στην αυτοεπιτήρηση. Το παράδειγμα που αναφέραμε πριν για την ασφάλεια αυτοκινήτων είναι χαρακτηριστικό. Ο οδηγός ξέρει ότι όσο περισσότερες απροσεξίες κάνει στο τιμόνι, τόσο περισσότερα θα πληρώσει. Η διαφορά με το προηγούμενο μοντέλο «ανταποδοτικής» ασφάλειας στα αυτοκίνητα ήταν ότι ο οδηγός πλήρωνε αυξημένα ασφάλιστρα μόνο όταν έκανε το λάθος. Σε περίπτωση τροχαίου δηλαδή. Στο καινούργιο παράδειγμα ο οδηγός πληρώνει την πιθανότητα να κάνει το λάθος, καθώς το ότι έκανε μερικές υπερβάσεις του ορίου ταχύτητας αυτό δεν οδηγεί νομοτελειακά στο ότι θα τρακάρει.

Η αυτοεπιτήρηση που απορρέει μέσα από τη σύνδεση συμπεριφοράς-ασφαλίστρων (σε πραγματικό χρόνο – και όχι εκ των υστέρων) είναι κάτι καινούργιο και παρότι μπορεί στην ασφάλεια αυτοκινήτου να είναι ήδη παρούσα, σε άλλες μορφές ασφάλισης (π.χ. υγείας) χρειάζονται πολύ περισσότερα από ένα κουτί που θα συνδέεται με τον «εγκέφαλο» του αυτοκινήτου. Η λύση σε αυτό, εκτιμάνε οι ειδικοί, ότι θα δοθεί μέσα από την περεταίρω ανάπτυξη του «Internet of Things» (IoT) και των διάφορων «whearables». Φανταστείτε πόσες δυνατότητες ανοίγονται όταν όχι μόνο οι εικονικές συμπεριφορές μπορούν να καταγράφονται και να προσφέρονται για συμπεράσματα, αλλά και η συμπεριφορά στον τρισδιάστατο χώρο, μέσα από τις πληροφορίες που θα παρέχονται από τις ηλεκτρικές συσκευές τους σπιτιού. Πολύ περισσότερο δε από φορητές συσκευές τύπου self-monitoring (ήδη σε ένα βαθμό διαδεδομένες), οι οποίες είναι σε θέση να καταγράφουν απευθείας τα δεδομένα που αφορούν τη σωματική άσκηση και την κατάσταση της υγείας (όπως αποστάσεις εβδομαδιαίου ή μηνιαίου περπατήματος, πίεση του αίματος, χτύποι της καρδιάς κ.α.).

_Εξατομικευμένη πληροφόρηση & ενημέρωση

To 2012 ανακοινώθηκε μια έρευνα που έγινε σε συνεργασία της facebook και ενός αμερικάνικου πανεπιστημίου, με ενδεχόμενη χρηματοδότηση από τον αμερικάνικο στρατό (αυτό δεν έχει ξεκαθαριστεί) η οποία ήταν η εξής: σε ένα τυχαίο δείγμα χρηστών του facebook (περίπου 689.000) και για διάστημα μιας εβδομάδας χρησιμοποιήθηκε ένα αλγοριθμικό φίλτρο το οποίο «έκοβε» ειδήσεις από το newsfeed των εν λόγω χρηστών. Τα πειραματόζωα είχαν χωριστεί από τους ερευνητές σε δύο ομάδες, στις οποίες το κριτήριο του φιλτραρίσματος ήταν διαφορετικό: στη μία ομάδα έκοβε ειδήσεις που περιείχαν «θετικές» λέξεις και στην άλλη ομάδα έκοβε ειδήσεις που περιείχαν «αρνητικές» λέξεις. Το ερευνητικό ερώτημα αφορούσε το κατά πόσο επηρεάζουν ψυχολογικά τους χρήστες (και το τι στέλνουν οι ίδιοι) οι ειδήσεις που δέχονται. Φυσικά και τα αποτελέσματα ήταν αυτά που έπρεπε: όσοι δέχονταν θετικές ειδήσεις, έστελναν θετικές ειδήσεις και όσοι δέχονταν αρνητικές ειδήσεις έστελναν στους ιντερνετικούς φίλους τους εξίσου αρνητικές ειδήσεις.

Ο λόγος για τον οποίο η έρευνα αυτή απέκτησε κάποια δημοσιότητα, δεν ήταν ούτε για τα πρωτοφανή της ευρήματα (σιγά!), ούτε για την εγκυρότητά της (πώς λειτουργεί το μέσο αν όχι με επαναλαμβανόμενα resend;), ούτε για το μεγάλο μέγεθος του δείγματος (όντως εντυπωσιακό), αλλά για έναν απλούστατο λόγο: ότι έγινε χωρίς τη συγκατάθεση των ίδιων των χρηστών. Όσον αφορά το θέμα μας αυτό που έχει το ενδιαφέρον του είναι το γεγονός ότι η facebook έχει την εξουσία να ελέγχει τι βλέπουν και τι διαβάζουν οι χρήστες και μάλιστα όσο περισσότεροι ενημερώνονται αποκλειστικά από εκεί, τόσο περισσότερη αξία αποκτάει αυτή η δυνατότητα ελέγχου. Γίνεται λοιπόν εμφανές ότι το γυαλιστερό περίβλημα της εξατομικευμένη ενημέρωσης, όπου ο καθένας έχει τη δική του, με βάση τα δικά του ενδιαφέροντα, προσωπική πληροφόρηση, καταρρέει εμφατικά κάτω από τη συνειδητοποίηση της εξουσίας που έχει ο κάτοχος των αλγορίθμων. Ή μήπως όχι; Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για τις μηχανές αναζήτησης ευρείας χρήσης, αλλά προς το παρόν το μόνο που κυριαρχεί είναι μια περιθωριακή γκρίνια από κάποιους που δεν καταφέρνουν να ανεβαίνουν ψηλά στα αποτελέσματα αναζήτησης της google.

Πιο πρόσφατο παράδειγμα αποτέλεσε το ζήτημα με τις ψευδείς ειδήσεις οι οποίες παρουσιάστηκαν σαν καταλυτικές για το αποτέλεσμα των τελευταίων αμερικανικών εκλογών. Σύμφωνα με αυτήν την υπόθεση συγκεκριμένες ιστοσελίδες «έκαναν επάγγελμα» τη διασπορά ψευδών ειδήσεων (κατά κανόνα ρατσιστικών και συνωμοσιολογικών) με σκοπό να κερδίσουν χρήματα μέσω της αύξησης της επισκεψιμότητας στις ιστοσελίδες τους[ref]Τα έσοδα προκύπτουν από τις διαφημίσεις. Όσο περισσότεροι επισκέπτονται τα εν λόγω site (μέσα από το sharing στα social media), τόσο πιο ακριβά νοικιάζουν τον χώρο τους για διαφημίσεις.[/ref]. Ούτε σε αυτήν την περίπτωση γεννήθηκε κάποιου είδους μαζική αποστασιοποίηση από την εξατομικευμένη ενημέρωση μέσω του facebook εν προκειμένω. Ίσως γιατί οι ίδιοι οι χρήστες ήταν που τις μοιράζονταν αυτές τις ειδήσεις μεταξύ τους…

Και τα δύο παραδείγματα μαζί προσφέρουν μια πρώτη νύξη για το πώς μπορεί να γίνεται πλέον η χειραγώγηση σε μαζική κλίμακα μέσα από τέτοιες πλατφόρμες ψηφιακής δικτύωσης. Είτε αυτή η χειραγώγηση γίνεται «από τα πάνω», πειράζοντας τους αλγορίθμους, είτε «από τα κάτω» διασπείροντας μεθοδικά ψευδή περιεχόμενα. Εκεί όμως που η χειραγώγηση γίνεται τέχνη και μάλιστα χάρη στην αξιοποίηση των προσωπικών δεδομένων είναι στο κομμάτι της διαφήμισης. Αλλά σε αυτό έχουμε ήδη αναφερθεί.

_Η κρατική επιτήρηση

Όλη αυτή η πολυδιάστατη διαδικασία συλλογής προσωπικών δεδομένων όπως περιγράφηκε προηγουμένως δεν θα μπορούσε παρά να χρησιμοποιηθεί και από τους παραδοσιακούς κρατικούς μηχανισμούς επιτήρησης και ελέγχου. Είναι μάλιστα τόσο μεγάλο το μερίδιο του κοινωνικού πλούτου που βρίσκεται ψηφιοποιημένο (ή υπό καθημερινή ψηφιοποίηση), ώστε θα ήταν μάλλον ευνόητο για τα κράτη να επιδιώξουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την πρόσβαση σε αυτού του είδους τις πληροφορίες. Ειδικά μετά την 11η Σεπτεμβρίου και την πτώση των δίδυμων πύργων, φαίνεται πως η ψηφιακή παρακολούθηση από τις μυστικές υπηρεσίες άρχισε να διευρύνεται εκθετικά χρόνο με το χρόνο.

Το 2013 ο Έντουαρντ Σνόουντεν δημοσιοποίησε απόρρητες πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες οι αμερικάνικες και οι βρετανικές μυστικές πληροφορίες παρακολουθούσαν μαζικά την κίνηση στο διαδίκτυο είτε πρόκειται για δικούς τους υπηκόους, είτε όχι. O Σνόουντεν έδειξε ότι η παρακολούθηση από τις υπηρεσίες αυτές γίνεται κατά βάση με δύο τρόπους. Ο ένας είναι μέσα από την πρόσβαση κατευθείαν στους σέρβερς των εταιριών όπως η microsoft, η yahoo, η google, η apple, η skype, η youtube κ.α. Ο άλλος τρόπος είναι η υποκλοπή «στο σωρό» των πληροφοριών κατευθείαν από τα καλώδια οπτικών ινών μέσα από τα οποία περνάνε (συνήθως σε κεντρικά σημεία και διακλαδώσεις, όπως η περίπτωση της Κορνουάλης[ref]Καθώς οι πληροφορίες ταξιδεύουν μέσα από οπτικές ίνες, κάθε περίπου 50 μίλια (80 km) το σήμα τους γίνεται ασθενές και χρειάζεται επανεκπομπή. Σε ένα τέτοιο ευάλωτο σημείο, στην Κορνουάλη, στη νοτιοδυτική αγγλία, κοντά στο σημείο όπου βρίσκεται ο κόμβος από τον οποίο περνάνε τα καλώδια οπτικών ινών που συνδέουν τα δίκτυα της βρετανίας με αυτά της βόρειας αμερικής και της βόρειας και δυτικής ευρώπης υπάρχει ένας σταθμός της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών GCHQ (Government Communications Headquarters). Εκεί είχε τοποθετηθεί ένα σύστημα με τη βοήθεια του οποίου δημιουργούνταν αντίγραφα των πληροφοριών που μεταφέρονταν. Βασικός στόχος του προγράμματος ήταν η μαζική συλλογή φωτογραφιών από webcams που χρησιμοποιούσαν οι χρήστες μέσω ενός προγράμματος της yahoo. Η επιχείρηση αυτή είχε ονομαστεί «Optic Nerve Program».[/ref]). Το περιεχόμενο των υποκλοπών επίσης είναι δύο κατηγοριών. Το ένα αφορά τα δεδομένα (κείμενα, ηχητικά, εικόνες ή βίντεο που ανταλλάσσουν οι χρήστες μεταξύ τους) και το άλλο τα μεταδεδομένα (συνοδευτικές πληροφορίες όπως στοιχεία αποστολέα-παραλήπτη, τοποθεσία, διάρκεια κλήσεων, στοιχεία επαφών κ.α.). Και τα δύο είναι εξίσου χρήσιμα και «ποθητά» από τις μυστικές υπηρεσίες.

Το «σκάνδαλο των υποκλοπών» παρότι παρήγαγε πολύ θόρυβο, δεν οδήγησε σε μια γενικευμένη αποστασιοποίηση ή έστω καχυποψία στην χρήση των ψηφιακών μέσων. Τέσσερα χρόνια αργότερα (2017) διέρρευσαν από τα Wikileaks έγγραφα τα οποία αποκαλύπτουν τρόπους με τους οποίους οι αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες είναι σε θέση να «χακάρουν» ένα σωρό από ηλεκτρονικές συσκευές (μέχρι και αυτοκίνητα), ώστε να τις ελέγχουν από μακριά, να παρακολουθούν τους χρήστες τους και να αποσπούν πληροφορίες. Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν σε αυτήν τη δεύτερη περίπτωση ήταν αισθητά μικρότερες.

_“Περιβάλλοντα επίγνωσης”. Το οριζόντιο δίκτυο της αλληλοεπιτήρησης.

Αν φέρναμε στο μυαλό μας την παραδοσιακή μορφή επιτήρησης, αρκετά πριν από την ψηφιακή εποχή, θα μπορούσαμε να την απεικονίσουμε ίσως με μια πυραμίδα. Ξεκινώντας από τα πάνω, ο έλεγχος οργανωνόταν με τρόπο βαθμιδωτό, με συγκεκριμένες ιεραρχίες και μέσα επιβολής. Με την εξάπλωση των νέων μέσων, με τη δημιουργία του εικονικού δημόσιου και προσωπικού χώρου, αυτή η δομή φαίνεται να έχει αλλάξει. Θα μπορούσαμε να τη δούμε περισσότερο στο σήμερα σαν ένα δίκτυο στο οποίο οι χρήστες αποτελούν κόμβους, που με τη σειρά τους είναι διαρκώς συνδεδεμένοι μεταξύ τους με διαρκείς ροές πληροφοριών. Πληροφορίες που αφορούν τόσο τη δημόσια όσο και την προσωπική ζωή του κάθε χρήστη. Από το τι ψωνίζει, στο πού δουλεύει, πώς νιώθει, τι μάρκα είναι οι συσκευές του σπιτιού του αλλά και τι σχέση έχει με άλλους κόμβους του ίδιου δικτύου. Αρκεί κάποιος να συνδεθεί με τον σωστό τρόπο σε αυτό το δίκτυο, όπως αναφέραμε νωρίτερα, και όλη η πληροφορία είναι εκεί, διαθέσιμη. Είτε είσαι απλός χρήστης, είτε υπάλληλος εταιρίας συλλογής προσωπικών δεδομένων (άνθρωπος ή botάκι), είτε κρατικός υπάλληλος των μυστικών υπηρεσιών, είτε χάκερ, το ζήτημα είναι να βρεις τον σωστό δρόμο για τις επιθυμητές πληροφορίες. Νόμιμα ή παράνομα, αρκεί να γίνει κανείς ένας ακόμα κόμβος.

Το περιβάλλον που διαμορφώνεται από αυτήν την αρχιτεκτονική του δικτύου, κυρίως με το πέρασμα από web 1 στο web 2[ref]Το πέρασμα από το web 1 στο web 2 είχε να κάνει με μια αλλαγή στην αρχιτεκτονική του δικτύου ώστε να μπορεί να υποστηρίξει ευκολότερα διαδραστικές εφαρμογές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η παραδοσιακή εγκυκλοπαίδεια η οποία υπήρχε σαν βάση δεδομένων και μπορούσε κανείς να διαβάσει το περιεχόμενο, σε αντιπαραβολή με την Wikipedia στην οποία οι χρήστες μπορούν να παρέμβουν ταυτόχρονα και στο περιεχόμενο.[/ref], έχει σαν βασικό χαρακτηριστικό, αυτό που οι ειδικοί ονομάζουν “ambient awareness”. Ο όρος αυτός, στα ελληνικά μεταφραζόμενος ως “περιβάλλον επίγνωσης” ή πιο σωστά “επίγνωση περιβάλλοντος”, είναι σχετικά καινούργιος και άμεσα συνδεδεμένος με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πρόκειται για το περιβάλλον μέσα στο οποίο οι χρήστες αποκτούν μια αίσθηση διαρκούς επίγνωσης των κινήσεων, των αλλαγών και των επιλογών όσων κινούνται μέσα σε αυτά (υπόλοιποι χρήστες), η οποία -επίγνωση- δεν στηρίζεται στην προσωπική επαφή μαζί τους αλλά στη διαρκή ροή, αναμετάδοση και δημοσιοποίηση των προσωπικών τους πληροφοριών. Κάτι σαν ένα τεράστιο πίνακα αναχωρήσεων σε ένα αεροδρόμιο όπου πέρα από την πτήση του ο καθένας βλέπει διαρκώς να αλλάζουν τα δεδομένα και των υπολοίπων.

Μέσα σε αυτά τα περιβάλλοντα, το άτομο δεν επιτηρείται μόνο από κάποιον που βρίσκεται σε θέση ισχύος σε σχέση με αυτό, αλλά και από άλλα άτομα που έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις και δικαιώματα. Ο έλεγχος αφομοιώνεται και επιστρέφεται. Ο καθένας επιτηρεί τους άλλους, οριζόντια, και ταυτόχρονα έχει γνώση ότι επιτηρείται εξίσου και η συμπεριφορά του καθορίζεται διαρκώς από αυτόν τον κανόνα. Σε αντίθεση με την παραδοσιακή, από τα πάνω επιτήρηση, από την οποία εφευρίσκονταν τρόποι να προστατέψει κανείς τον προσωπικό του χώρο, εδώ ο βαθμός ενσωμάτωσης είναι τέτοιος, που ο προσωπικός χώρος θα λέγαμε ότι παύει να υπάρχει διαχωρισμένος. Αν οι φίλοι, η δουλειά, η διασκέδαση, η ενημέρωση και η δημιουργική έκφραση, λαμβάνουν χώρα μέσα σε αυτά τα περιβάλλοντα, και αν όλα αυτά συγκροτούν την προσωπικότητα του κάθε χρήστη, θα λέγαμε ότι εν τέλει η αυτοεπιτήρηση γίνεται συστατικό κομμάτι αυτής της προσωπικότητας, τόσο που ίσως να είναι δύσκολο να την ξεχωρίσει κανείς. Ο βαθμός αυτοελέγχου και το εύρος των πεδίων στα οποία ο καθένας μαθαίνει να κρύβεται από τους άλλους, είναι τόσο εκτεταμένα, που γίνονται συχνά η μόνη πραγματικότητα. Ο καθένας δεν επιτελεί τα προφίλ του με ένα θεατρικό τρόπο. Γίνεται τα προφίλ του, όσο αντιφατικά κι αν αυτά μπορεί να είναι.

Είναι ξεκάθαρο, όπως στην περίπτωση των ασφαλιστικών εταιριών που αναφέραμε παραπάνω, ότι τα “περιβάλλοντα επίγνωσης” είναι ένα νέο ανερχόμενο παράδειγμα πειθάρχησης και ελέγχου, και είναι εξαρχής σχεδιασμένα έτσι ώστε οι χρήστες να αφήνουν την ιδιωτικότητα έξω από την πόρτα, μπαίνοντας και λειτουργώντας μέσα σε αυτά. Η πρόληψη γίνεται μέσα από τον φόβο της ακούσιας αποκάλυψης, οι χρήστες δεν παραβατούν, δεν συμπεριφέρονται ενάντια στους κανόνες, υπακούοντας σε ένα δίκτυο στο οποίο είναι ταυτόχρονα και επιτηρητές και επιτηρούμενοι, δηλαδή το οποίο οι ίδιοι συντηρούν.

Η απόρριψη της ιδιωτικότητας.

_Τα επιχειρήματα της αδιαφορίας

Το βάθος και η έκταση των πρακτικών εκμετάλλευσης των προσωπικών δεδομένων μπορεί να μην είναι γνωστά (ακόμα) σε όλες τους τις λεπτομέρειες, ωστόσο είναι αδύνατο, τουλάχιστον για τους υπηκόους των πρωτοκοσμικών κοινωνιών, να μην είναι γνωστό ότι αυτές υφίστανται και διευρύνονται συνεχώς. Αν κάτι εντυπωσιάζει, αυτό είναι όχι μόνο η προθυμία με την οποία αυτές γίνονται σταδιακά αποδεκτές και κομμάτι της καθημερινότητας, αλλά και η ευρηματικότητα που επιστρατεύεται για την εκλογίκευση αυτής της προθυμίας. Έχει καταστεί πλέον κοινός τόπος το επιχείρημα του «δεν έχω τίποτα να κρύψω» ή η ελαφρώς παραλλαγμένη του εκδοχή: «καλά τώρα, εμένα θα κάτσουν να παρακολουθήσουν;»[ref]Σύμφωνα με κάποιες σχετικές έρευνες, μερικά επιπλέον επιχειρήματα, εκ μέρους χρηστών, σε παρόμοια κατεύθυνση είναι και τα «έχω τις γνώσεις να ελέγχω ποιες πληροφορίες μοιράζομαι» ή «έχω εμπιστοσύνη στην εταιρεία που τις διαχειρίζεται». Περιττό να πούμε ότι αυτά δεν αντέχουν ούτε στην στοιχειωδέστερη κριτική. Βασίζονται απλά στην άγνοια. Μια άγνοια που αξίζει από μόνη της ιδιαίτερη προσοχή. Βλ. Ιδιωτικότητα και αυτοέκθεση, Sarajevo 89.[/ref]. Ακόμα κι αν μείνει κανείς μόνο στο επίπεδο της επιτήρησης, μια τέτοια στάση παραίτησης ήδη υποσημαίνει από μόνη της μια παλινδρόμηση σε νηπιακά επίπεδα πολιτικής σκέψης. Από πότε θα πρέπει να θεωρείται φυσιολογική η εσωτερίκευση ενός ενοχικού συνδρόμου απέναντι στο κράτος; Ποια μεταφυσική είναι αυτή που υποβάλλει την αίσθηση ενός οιονεί προπατορικού αμαρτήματος απέναντι στις υπηρεσίες ασφαλείας από το οποίο μπορεί να λυτρωθεί κανείς με βεβαιότητα μόνο αν επί της ουσίας ταυτιστεί με κρατικές επιταγές; Κι εν τέλει, γιατί θα πρέπει η νομιμότητα να είναι το έσχατο κριτήριο; Αν, για παράδειγμα, η σεξουαλική ζωή του καθενός (συνήθως) δεν περιλαμβάνει νομικά μεμπτές πρακτικές, μήπως αυτό συνεπάγεται, ακολουθώντας τη λογική του «δεν έχω κάτι να κρύψω», ότι θα πρέπει να είναι και διαφανής;

Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά του ζητήματος, που δεν έχει να κάνει με επιτήρηση για λόγους καταστολής και που συνήθως περνάει ασχολίαστη. Το ζητούμενο, σε πολλές περιπτώσεις συγκέντρωσης κι ανάλυσης τεραστίων όγκων από προσωπικά δεδομένα, δεν είναι καν η ανάλυση της συμπεριφοράς μεμονωμένων ατόμων για να κριθεί η νομιμότητά της. Αναφερθήκαμε ήδη εκτενώς: για εταιρείες σαν το Facebook ή την Google είναι σχεδόν αδιάφορο αν ένας συγκεκριμένος χρήστης αποφασίσει να μην χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες τους. Αυτό που μετράει όμως είναι η ύπαρξη μιας μεγάλης μάζας χρηστών που θα τους επιτρέψει να δημιουργήσουν τις κατάλληλες βάσεις δεδομένων και κατόπιν να τις πουλήσουν (δηλαδή τους ίδιους τους χρήστες) σε διαφημιστικές[ref]Το ίδιο θα μπορούσε, παρεμπιπτόντως, να ισχύει ακόμα και για υπηρεσίες ασφαλείας. Στην περίπτωση μιας εξέγερσης π.χ., ενδέχεται να τους είναι κατ’ αρχάς αδιάφορη η συμμετοχή μεμονωμένων ατόμων, αλλά αντιθετως να παρακολουθούν με μεγάλη προσοχή τις γενικές τάσεις για να εκτιμήσουν το πώς, πότε και προς τα πού θα εξαπλωθεί αυτή. Αν όλα αυτά σας θυμίζουν κάτι από την φουκωική έννοια της βιοπολιτικής, είστε απλά καχύποπτοι![/ref]. Κάτι που με τη σειρά του σημαίνει ότι θα πρέπει να είναι ήδη διάχυτη μια κοινωνική αντίληψη που βλέπει στην αυτοπροβολή και στην αυτοέκθεση το κατεξοχήν όχημα κοινωνικοποίησης. Εδώ ακριβώς είναι που μπαίνει ένα κομβικό ζήτημα. Μέσα από ποιες διαδικασίες κατέστη η διαφάνεια κοινωνικό αίτημα έτσι ώστε και η παρακολούθηση να μπορέσει να εξαπλωθεί σχεδόν ανεμπόδιστα; Υπάρχει κάτι υπερασπίσιμο στην ιδιωτικότητα και τι ανάγκες αυτή εξυπηρετεί – ή μάλλον, εξυπηρετούσε, για να είμαστε πιο ακριβείς;

Ένα ύπουλα απλουστευτικό επιχείρημα που έχουμε συναντήσει[ref]Κι αν δεν κάνουμε λάθος, το υιοθετεί και ο Jeremy Rifkin.[/ref] κατά της ιδιωτικότητας πάει κάπως έτσι: η ιδιωτικότητα υπήρξε επί της ουσίας δημιούργημα της αστικής τάξης κατά την άνοδό της. Είναι δύσκολο να ανευρεθεί μια τέτοια έννοια είτε στις κοινωνίες της προ-αστικής Ευρώπης είτε σε άλλους πολιτισμούς. Επομένως, η εξάλειψή της δεν είναι ένα γεγονός για το οποίο θα πρέπει να θρηνούμε. Αντιθέτως, μάλλον θα έπρεπε να επιχαίρουμε. Είναι μάλλον προφανές ότι τέτοια επιχειρήματα στοχεύουν κατά κύριο λόγο σ’ εκείνο το είδος απλοϊκής, αριστερίζουσας σκέψης που αντιδρά με αμυντικά αντανακλαστικά στο άκουσμα και μόνο των λέξεων «αστική τάξη». Αν ό,τι είναι «αστικό» οφείλει να είναι και καταδικαστέο, ε, τότε αντίο ιδιωτικότητα. Το ύπουλο του εν λόγω επιχειρήματος έγκειται στο ότι ξεκινάει από μία κατ’ αρχήν ορθή διαπίστωση – μόνο που η συνέχεια του επιδεικνύει συμπτώματα ιστορικής άγνοιας και διαλεκτικής δυσκαμψίας (συνήθως αυτά πάνε μαζί βέβαια).

_Το δίπολο ιδιωτικό-δημόσιο, στον χώρο της πόλης. Οικογένεια και κοινωνία.

Η εμφάνιση της διάκρισης μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου χώρου, με τη σύγχρονη έννοια των όρων, όντως συμπίπτει ιστορικά με την άνοδο και σταθεροποίηση στην εξουσία της αστικής τάξης[ref]Δεν είναι δυνατό να κάνουμε ούτε καν περίληψη των σχετικών ιστορικών διαδικασιών εδώ. Παραπέμπουμε στο βιβλίο του Richard Sennett, «Η τυραννία της οικειότητας. Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό»[/ref]. Κατά τον 18ο αιώνα, καθώς τα ευρωπαϊκά αστικά κέντρα άρχισαν να μεγεθύνονται σε κλίμακες άγνωστες ως τότε και να συγκεντρώνουν ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι των εμπορικών συναλλαγών και οικονομικών δραστηριοτήτων, η κοινωνική ζωή έπρεπε και αυτή να βρει νέα σημεία ισορροπίας. Η πληθυσμιακή τους αύξηση, σε συνδυασμό με την πύκνωση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων που λάμβαναν χώρα, κατά κανόνα μεταξύ αγνώστων, επέβαλαν τη θέσμιση νέων κανόνων συμπεριφοράς που επέτρεπαν ένα πιο «απρόσωπο» είδος επικοινωνίας, με την έννοια ότι δεν χρειαζόταν να προϋποτίθεται κάποιο είδος προσωπικής σχέσης. Μέσα από τέτοιου είδους πιέσεις είναι που αναδύθηκε η σύγχρονη έννοια του δημοσίου χώρου με τους αρμόζοντες για αυτόν κώδικες επικοινωνίας. Ο άλλος πόλος ήταν φυσικά αυτός του ιδιωτικού χώρου, που επί της ουσίας ταυτίστηκε με την οικογενειακή εστία. Από τη μία, λοιπόν, εμφανίστηκε ο ιδιωτικός χώρος της οικογένειας, μέσα στα όρια του οποίου ο αστός μπορούσε να συμπεριφέρεται με πιο «φυσικό» τρόπο. Από την άλλη, η παρουσία στον δημόσιο χώρο επέβαλε την υιοθέτηση πιο «πολιτισμένων» συμπεριφορών.

Παρ’ όλα αυτά, έχει σημασία να τονιστεί εδώ ότι το δίπολο ιδιωτικό-δημόσιο (ή φύση – πολιτισμός) δεν είχε χαρακτήρα ασυμφιλίωτης σύγκρουσης. Για έναν αστό του 18ου αιώνα, το ιδεώδες ήταν να βρει μια σωστή ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους. Εξίσου σημαντικό είναι και το γεγονός ότι η παρουσία στο δημόσιο χώρο επέτρεπε σε κάποιον να γίνεται «ηθοποιός του εαυτού του» (όπως το περιγράφει ο Sennett), με την έννοια ότι μπορούσε να φορέσει ένα «προσωπείο» που δεν ταυτιζόταν απαραίτητα με την ατομική του προσωπικότητα, όπως αυτή εκδηλωνόταν σε πιο οικείους χώρους, χωρίς ταυτόχρονα αυτή η διάσταση να εκλαμβάνεται ως υποκρισία. Αυτή η απόσταση ανάμεσα σε προσωπείο και προσωπικότητα ήταν που επέτρεπε ακόμα και την κατά περίσταση προσωρινή άρση των διακρίσεων σε δημόσιες περιστάσεις (όπως, π.χ., στις ταβέρνες και τα καφενεία που μάζευαν πλήθη από ετερόκλητες κοινωνικές τάξεις). Αυτή η απόσταση ήταν επίσης που έδινε τη δυνατότητα να εστιάζεται η προσοχή στο τι έλεγε κάποιος κι όχι στο ποιος ήταν – και οι δημόσιες επιθέσεις μπορεί να έφταναν στα όρια της χυδαιότητας, με σημερινούς όρους, χωρίς αυτό εκλαμβάνεται ως προσβολή της προσωπικότητας.

Τα πρώτα ρήγματα σε αυτή την εννόηση του διπόλου δημόσιο-ιδιωτικό εμφανίστηκαν ήδη από τον 19ο αιώνα. Αν αυτός ο αιώνας ήταν εκείνος που έδωσε τελικά και την πολιτική εξουσία στην αστική τάξη, υπήρξε ωστόσο και ο αιώνας που έφερε στην επιφάνεια θεμελιώδεις ανασφάλειες της. Από τη μία, η υποχώρηση της διαφωτιστικής αισιοδοξίας και πίστης σε μια ενιαία ανθρωπότητα άνοιξε το δρόμο σε μια αντίληψη που ήθελε την προσωπικότητα κάθε ατόμου να είναι κάτι το ασταθές που οφείλει να υπόκειται στους διαρκείς ελέγχους της αυτοσυνείδησης. Από την άλλη, οι βαθιές οικονομικές κρίσεις αυτού του αιώνα έδιναν την αίσθηση, ακόμα και σε έναν αστό, ότι η οικονομική δραστηριότητα μοιάζει με ένα παιχνίδι τζόγου, υποκείμενου στα καπρίτσια της τύχης. Παράλληλα, οι μεταβολές στους τρόπους και τους (επιταχυνόμενους) ρυθμούς παραγωγής και κατανάλωσης, με την εμφάνιση των τυποποιημένων προϊόντων και της διάθεσής τους στις βιτρίνες των πολυκαταστημάτων, απαιτούσαν και νέους κανόνες συμπεριφοράς, χωρίς την πολυτέλεια για «θεατρικά παιχνίδια με τον εαυτό».

Το αποτέλεσμα αυτής της «αλλαγής παραδείγματος» ήταν διπλό. Πρώτον, ο δημόσιος χώρος άρχισε να γίνεται αντιληπτός ως μια περιοχή που εξέθετε το άτομο σε κινδύνους -ή ακόμα και ως μια περιοχή ανηθικότητας – σε πλήρη πλέον αντιδιαστολή και σύγκρουση με την γαλήνη της οικογενειακής εστίας. Όπως το περιγράφει χαρακτηριστικά ο Hobsbawm[ref]Η εποχή του κεφαλαίου: 1848 – 1875.[/ref]:

Η οικογενειακή εστία ήταν για τον αστό η πεμπτουσία του κόσμου του, γιατί εκεί, και μόνον εκεί, τα προβλήματα και οι αντιθέσεις της κοινωνίας του μπορούσαν να ξεχαστούν ή να καταργηθούν τεχνητά. Εκει, και μόνον εκεί, η αστική κι ακόμα περισσότερο η μικροαστική οικογένεια μπορούσαν να διατηρήσουν την ψευδαίσθηση μιας αρμονικής, ιεραρχικά οργανωμένης, ευτυχισμένης ζωής, περιτριγυρισμένες από τα αντικείμενα που την εγγυώνταν και την εξεικόνιζαν· μιας ονειρεμένης ζωής, με υπέρτατη έκφρασή της το οικογενειακό τελετουργικό που καλλιεργήθηκε συστηματικά για αυτόν ακριβώς το σκοπό: τον εορτασμό των Χριστουγέννων. Το χριστουγεννιάτικο δείπνο (που εξυμνήθηκε από τον Ντίκενς), το χριστουγεννιάτικο δέντρο (που επινοήθηκε στη Γερμανία, αλλά εγκλιματίστηκε γρήγορα στην Αγγλία χάρη στη βασιλική προστασία), τα χριστουγεννιάτικα άσματα – με γνωστότερο το γερμανικό «Άγια Νύχτα» – συμβόλιζαν ταυτόχρονα την ψυχρότητα του έξω κόσμου, τη θαλπωρή του οικογενειακού κύκλου και την αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο.

Δεύτερον και συμπληρωματικό: άρχισε να εξαλείφεται η διάκριση ανάμεσα σε δημόσιο προσωπείο και ατομική προσωπικότητα – ή αλλιώς αυτά τα δύο άρχισαν να συμπίπτουν. Με άλλα λόγια, η δημόσια συμπεριφορά θεωρήθηκε ότι μπορούσε να αναλυθεί κατά τρόπο ώστε να ανακαλύπτει κανείς (ακόμα κι εν αγνοία του αναλυόμενου) στοιχεία της ενδόμυχης προσωπικότητας του άλλου, γεγονός που φυσικά εκτόξευσε στα ύψη την καχυποψία στους δημόσιους χώρους και που έθεσε σε κίνηση αμυντικά αντανακλαστικά που θα επέτρεπαν την απόκρυψη προσωπικών στοιχείων κατά τις δημόσιες εμφανίσεις – όπως το ντύσιμο κατά ομοιογενή τρόπο για να αποκρύπτονται οι διαφορές. Τα λεγόμενα βικτωριανά ήθη απέρρεαν εν μέρει και από τέτοιες πιέσεις για εσωτερική αυτο-περιστολή[ref]Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι όλο αυτό το σύμπλεγμα αντιλήψεων και συμπεριφορών οδήγησε και στην ιδέα της χαρισματικής (πολιτικής) προσωπικότητας που μπορούσε να επηρεάζει πλήθη χάρη στη δύναμη της προσωπικότητας αυτής καθαυτής, ανεξαρτήτως του περιεχομένου των λεγομένων της. Γεγονός που εκτιμήθηκε δεόντως από την αστική τάξη, σε περιπτώσεις που χρειάστηκε να ελέγξει αγριεμένα πλήθη. Το αναφέρουμε ως ένα παράδειγμα του πώς το θόλωμα της διακρισης ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο δεν συνεπάγεται κατά κανένα τρόπο αυτόματα κάποια αντίθεση στα συμφέροντα της αστικής τάξης, ως εάν αυτή να παραμένει κάτι το αναλλοίωτο από την εποχή της γέννησής της. It’s «die Dialektik», stupid!
[/ref].

Η διαδικασία κατάλυσης της διάκρισης ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό επί της ουσίας συνεχίστηκε και στον 20ο αιώνα, φτάνοντας εν τέλει σε σημείο παροξυσμού στον 21ο. Με μία κρίσιμη διαφορά. Η επιταχυνόμενη εξατομίκευση στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών και η «απαίτηση» για υιοθέτηση μαζικών καταναλωτικών προτύπων μακροπρόθεσμα αποδείχτηκαν ασύμβατες με τον συντηρητισμό της βικτωριανής εποχής. Τα ήθη όφειλαν να μετατοπιστούν κι αυτά προς μια πιο «ελευθεριακή» κατεύθυνση. Μόνο που αυτή η «ελευθεριακότητα» δεν είχε βέβαια καμμία σχέση με τη στράτευση σε κάποιο συλλογικό αναρχικό ιδανικό ούτε φυσικά με τον γαλλικό λιμπερτινισμό του 18ου αιώνα[ref]Σαν αυτόν που ιδεοτυπικά εκφράστηκε από τις πένες συγγραφέων σαν τους Crébillon, Laclos και de Sade.[/ref], παρόλο που ενίοτε δανείστηκε όρους και συνθήματα (αντι-ιεραρχία, επιθυμία, ηδονή, κ.ο.κ.) κι από τις δύο αυτές πηγές. Ταυτόχρονα, ελλείψει ενός (έστω κλασσικού αστικού) ρωμαλέου δημόσιου χώρου που θα μπορούσε να την αναδεχτεί και να την καναλιζάρει, αυτή η ελευθεριακότητα εκφράστηκε τελικά μέσω ενός επιθετικού κι ακατάσχετου ναρκισσισμού.

_Επένδυση στον εαυτό. Το προσωπικό κεφάλαιο και η αυτοέκθεση στις σύγχρονες κοινωνικές σχέσεις.

Αυτή η «φιλελευθεροποίηση» του δημόσιου χώρου άρχισε να βρίσκει την πιο ώριμη έκφρασή της καθώς καταλάγιαζε ο αχός των δεκαετιών του 60 και του 70, την εποχή του θατσερικού «There is no such thing as society. There are individual men and women.». Όχι τυχαία, συνέπεσε με την απαρχή της τελευταίας αλλαγής καπιταλιστικού παραδείγματος. Με τα εργατικά κινήματα σε υποχώρηση και σε αδυναμία να βρουν ένα σημείο σύνθεσης με τις νεο-αναδυόμενες τότε πολιτικές των ταυτοτήτων[ref]Για αυτό το σημείο, βλ. Κόκκινες σελίδες, τεύχος 1: Ποια εργατική τάξη; Πάει αυτή…[/ref], αυτό που απέμεινε στο τέλος ήταν μια ακραία μορφή ατομικισμού, όπως εκφράστηκε στα διάφορα ρεύματα του εναλλακτισμού. Η ταυτότητα έφτασε να εννοείται ως ατομική κτήση του καθενός που την επιλέγει κατά βούληση – και που με την ίδια ευκολία την παρατάει για μια άλλη -κι όχι ως μαχητική στάση δέσμευσης σε έναν δημόσιο χώρο με απαιτήσεις και κανόνες. Η ταυτότητα θα μπορούσε να είναι ακόμα και κομμάτι του ατομικού κεφαλαίου που κουβαλάει ο καθένας και που μπορεί να το εξαργυρώνει στην προσπάθεια (και φαντασίωση) κοινωνικής ανόδου.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον επένδυσης στον εαυτό, η προφύλαξη της ιδιωτικότητας όχι μόνο δεν έχει να προσφέρει κάτι, αλλά στέκεται κι εμπόδιο στην άνοδο -κι όχι μόνο την στενά οικονομική. Από την άλλη, εφ’ όσον ο παραδοσιακά εννοούμενος δημόσιος χώρος έχει καταστεί κενός νοήματος, η απόπειρα κοινωνικοποίησης νοείται ως «αυθεντική» μόνο όταν επιβάλλει μια εξαναγκαστική οικειότητα. Η τήρηση των αποστάσεων, η επιφυλακτικότητα, οι κανόνες συμπεριφοράς, όλα όσα δηλαδή επιτρέπουν να αναδυθεί ένας κοινός χώρος κι αποτρέπουν ταυτόχρονα την καταβρόχθιση του ενός εγώ από το άλλο, εκλαμβάνονται αυτόχρημα ως δείγματα «υποκρισίας», θέτοντας σε κίνηση έναν φαύλο κύκλο εσωτερικής αναδίπλωσης. Η βασιλεία του εγώ έτσι καταλήγει σε μια τυραννία του εγώ από τον ίδιο του τον εαυτό. Όσο κι αν κάτι τέτοιο ακούγεται σαν απλός «ψυχολογισμός», ωστόσο έχει συνέπειες στο έπακρο πολιτικές. Με τα παραστατικά λόγια του Sennett:

Τι απαιτείται, ψυχολογικά, από ένα πρόσωπο ώστε να είναι σε θέση να αναδιαμορφώσει τις πεποιθήσεις του; Να σκέφτεται διαλεκτικά; Έαν μια πεποίθηση έχει γίνει τόσο βαθιά και έντονα προσωπική γι’ αυτόν που την ασπάζεται, εάν ό,τι πιστεύει το πρόσωπο καθορίζει και την ταυτότητά του, τότε κάθε αλλαγή στην πεποίθηση συνεπάγεται μεγάλη αναστάτωση στο εγώ. Δηλαδή όσο πιο προσωπική και αφομοιωμένη είναι μια πεποίθηση, τόσο λιγότερες πιθανότητες υπάρχουν να αλλάξει.
Έτσι, η διαλεκτική συνείδηση μοιάζει να απαιτεί μία σχεδόν αδιανόητη ανθρώπινη δύναμη. Υπάρχει εδώ μια ιδεολογία φλογερού ενδιαφέροντος για τον κόσμο, μια ιδεολογία παθιασμένης στράτευσης ενάντια στις αδικίες του, και συνάμα μία ιδεολογία που απαιτεί, παράλληλα με τη μεταβολή των ιστορικών συνθηκών την αναστολή, αναθεώρηση και αναδιαμόρφωση του χαρακτήρα αυτής της στράτευσης. Η πίστη οφείλει να είναι ταυτόχρονα σθεναρή κι ωστόσο σε απόσταση από το εγώ, έτσι ώστε να μεταβάλλεται χωρίς να βαρύνεται από την προσωπική απώλεια ή την αίσθηση ενός ενδόμυχου κινδύνου.
Όταν το ζήτημα τεθεί μ’ αυτόν τον τρόπο, διαπιστώνουμε πως αυτό που ο Μαρξ θεωρούσε διαλεκτική φαντασία συνδέεται στενά με μια έννοια που διερευνήσαμε σε σχέση με τη ζωή στην πόλη: την έννοια της δημόσιας συμπεριφοράς. Η διαλεκτική αντίληψη προϋποθέτει ότι το άτομο ζει δημόσια, σε απόσταση από τη συμβολοποίηση της προσωπικότητας δια μέσου της πίστης ή της κοινωνικής δράσης.

Σε μια τέτοια κοινωνική συνθήκη επομένως, δεν είναι καθόλου απορίας άξιον το γιατί «πιάνουν» υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης για τις οποίες η οικειότητα γίνεται το κατεξοχήν γενικό ισοδύναμο της κοινωνικότητας. Επικάθονται πάνω στο αποτέλεσμα εξελίξεων που έχουν μια μακρά ιστορία· η αυτοέκθεση και η ηδονοβλεπτική αλληλοεπιτήρηση ήταν ήδη οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος της κοινωνικότητας. Καταχρώμενοι ελαφρώς ορολογία από τις αναλύσεις της αυτονομίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το τυπικό σύνταγμα των τεχνολογικών εφαρμογών έρχεται να συμπέσει με το πραγματικό σύνταγμα των κοινωνικών σχέσεων.

Μερικά οφθαλμοφανή «Ναι μεν αλλά».

Φυσικά, δεν πρόκειται για μια εξέλιξη χωρίς τις εσωτερικές αντιφάσεις της, αλλά μάλλον ακολουθεί ένα μοτίβο «διαφορικής ολοκλήρωσης». Δεν είναι καθόλου απίθανο η εξαφάνιση μιας πλευράς της ιδιωτικότητας να συνοδεύεται ταυτόχρονα από την επιλεκτική διόγκωση, στα όρια της κοινωνικής ψύχωσης, μιας σειράς «φόβων για τον εαυτό». Για παράδειγμα, την ίδια στιγμή που η πληροφοριακή ιδιωτικότητα γίνεται παρωχημένη, ο φόβος για τη σωματική ακεραιότητα και για τυχόν παραβίασή της γιγαντώνεται. Κι εδώ εμφανίζεται μια νέα αντίφαση. Αν αυτή η παραβίαση γίνεται από θεσμικά κατοχυρωμένους επαΐοντες των ιατρικών και παραϊατρικών επαγγελμάτων ή από συσκευές health monitoring και self-quantification, τότε δεν ονομάζεται καν παραβίαση αλλά «προληπτική ιατρική». Με άλλα λόγια, η εκχώρηση «κυριαρχικών δικαιωμάτων» επί του σώματος και πληροφοριών για αυτό γίνεται σχεδόν εθελούσια απέναντι σε κάστες ειδικών (ανθρώπων ή συσκευών), ενώ η διαφύλαξή τους μέσα στα πλαίσια των συνήθων κοινωνικών σχέσεων – δηλαδή, απέναντι στους σωματικά «ανειδίκευτους» – φαίνεται να προσφέρει μια ψευδαίσθηση προστασίας και μόνωσης του εγώ. Μέσω της καταγραφής του και της θεσμικής κατοχύρωσης των πληροφοριών για αυτό, μοιάζει σχεδόν σαν το σώμα να αποκτάει ένα είδος ανταλλακτικής, καταναλωτικής αξίας, που επιβάλλεται στη συνήθη αξία χρήσης κι ανάλωσής του μέσα στο ρεύμα των κοινωνικών σχέσεων.

Υπάρχει μια σειρά επιπλέον αντιφάσεων στις οποίες δεν μπορούμε να υπεισέλθουμε εδώ. Επιγραμματικά αναφέρουμε μόνο ότι, στο βαθμό που οι προσωπικές πληροφορίες εν γένει αποκτούν ανταλλακτική αξία, ενδέχεται, κατά περίσταση και υπό όρους, να τυγχάνουν μιας ιδιότυπης προστασίας. Για παράδειγμα, ο εφιάλτης για κάθε εταιρεία είναι να διαρρεύσουν τα δεδομένα που συλλέγει από τους χρήστες των υπηρεσιών της και που τα φυλάει ως κόρη οφθαλμού. Γιατί πολύ συχνά αυτά ακριβώς τα δεδομένα είναι το προϊόν της και η πηγή των εσόδων της. Πέρα από το όποιο «σκάνδαλο» μπορεί να προκληθεί, μια διαρροή καταργεί και τη σπανιότητα των δεδομένων, απαραίτητη προϋπόθεση για να ανεβαίνει η αξία τους… Θα σταθούμε λίγο παραπάνω όμως σε μια συγκεκριμένη αντίφαση, καθώς αυτή συνδέεται άμεσα με απόπειρες υπεράσπισης της ιδιωτικότητας. Διάφορες φιγούρες κυβερνο-ελευθεριακών, σαν τον Assange, ασκούν κατά καιρούς κριτικές εναντίον πρακτικών παραβίασης της ιδιωτικότητας, είτε αυτές προέρχονται από κράτη είτε από εταιρείες. Κι έχουν, κατ’ αρχάς, κάθε δίκιο. Αλλά όχι κατ’ αρχήν… Είτε το κατανοούν είτε (το πιθανότερο) όχι, τέτοιες κριτικές συνήθως κατάγονται ιδεολογικά από ένα ρεύμα φιλελεύθερης («ελευθεριακής») δεξιάς[ref]Βλ. το άρθρο του David Golumbia, Cyberlibertarianism: The Extremist Foundations of “Digital Freedom”.[/ref] που έχει ως σημείο εκκίνησης ακραία ατομικιστικές θέσεις και που συχνά δεν μπορεί να διαχειριστεί ούτε την απλούστερη αντίφαση: αν όλες οι πληροφορίες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα, όπως ακούγεται τόσο συχνά από κυβερνο-ελευθεριακά χείλη, τότε γιατί να μην ισχύει το ίδιο και για τα προσωπικά δεδομένα; Κι από αυτή την άποψη, παρά την πρόσκαιρη δημοσιότητα που αποκτούν, είναι μια παρωχημένη μορφή υπεράσπισης της ιδιωτικότητας. Η ιδιωτικότητα μπορεί να γίνει αντικείμενο υπεράσπισης μόνο στο βαθμό που θα γίνει αντικείμενο υπεράσπισης και μια εννόηση του δημόσιου χώρου· κάτι που απαιτεί μη ναρκισσιστική δέσμευση και κοινωνική εμπλοκή, πέρα από το τετράγωνο μιας οθόνης.

]]>
Εισήγηση: Το γονίδιο της κριτικής. https://gameover.zp/2017/08/08/%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%ae%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%bf-%ce%b3%ce%bf%ce%bd%ce%af%ce%b4%ce%b9%ce%bf-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82/ Tue, 08 Aug 2017 13:39:55 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2402

Είμαστε γενετικά προγραμματισμένοι να μην είμαστε γενετικά προγραμματισμένοι[ref]«… το άτομο φαίνεται να είναι έτσι γενετικά προκαθορισμένο ώστε να μην είναι γενετικά προκαθορισμένο!» Η φράση αυτή ανήκει στον νευροβιολόγο Pierre Magistretti και προέρχεται από το βιβλίο Τα ίχνη της εμπειρίας, πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης 2015,2016[/ref]

Εισαγωγή

«Η έρευνα για το Ιερό Δισκοπότηρο του ποιοι είμαστε, είναι πλέον σε στάδιο εξέλιξης»

Η φράση αυτή ανήκει στον βιοχημικό Walter Gilbert και μετράει ήδη 26 χρόνια από τότε που ειπώθηκε. Ήταν τότε που ξεκινούσε το πρόγραμμα για την αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιόματος, με τον τίτλο «Human Genome Project» (HGP), το οποίο θα ολοκληρωνόταν το 2003. Ήταν τότε που λέξεις όπως “DNA” και “γενετικός προκαθορισμός” θα έμπαιναν για τα καλά όχι μόνο στην ημερήσια διάταξη της επιστημονικής έρευνας αλλά και στο καθημερινό λεξιλόγιο του καθενός και της καθεμιάς. Ήταν ένας σταθμός, ο οποίος σηματοδότησε μια γενικότερη αλλαγή σκέψεων και πεποιθήσεων για το “ποιοι είμαστε” και το σημαντικότερο από όλα: για το “γιατί είμαστε αυτοί που είμαστε”.

Πριν μόλις τέσσερεις μήνες (Ιούνιος ’16) έγινε μια καινούργια ανακοίνωση. Ανακοινώθηκε η έναρξη του προγράμματος «Human Genome Project – Write» (HGP-Write), ενός 10ετούς ερευνητικού προγράμματος, το οποίο αποτελεί κάτι σαν επέκταση του HGP και έχει σαν διακηρυγμένο στόχο την χημική ανασύνθεση του ανθρώπινου γονιδιώματος. Η ιστορία λοιπόν πάει κάπως έτσι: “διαβάσαμε” το ανθρώπινο γονιδίωμα (το διαβάσαμε σε πολλά εισαγωγικά[ref]Κάτι που δεν λέγεται συχνά είναι ότι η αποκωδικοποίηση του DNA αφορά μόλις το 3% του συνολικού DNA του ανθρώπου. Υποτίθεται ότι αυτό το 3% είναι που μεταφράζεται σε γονίδια, ενώ το υπόλοιπο 97% θεωρείται junk  (άχρηστο), αλλά και αυτό αμφισβητείται επιστημονικά.[/ref]), τώρα ήρθε η ώρα να αρχίσουμε και να το “γράφουμε” (να το ανασκευάζουμε).

Ένα ερώτημα της κριτικής που προκύπτει κατευθείαν μπροστά στην αναζήτηση τέτοιων “Ιερών Δισκοπότηρων” είναι το κατά πόσο έρευνες σαν και αυτές αποτελούν καθαρά προϊόν της “αχόρταγης περιέργειας” της επιστημονικής σκέψης ή αν υπάρχουν συγκεκριμένα συμφέροντα τα οποία δρομολογούν τέτοιες εξελίξεις. Αν το γενετικό υλικό παρέχει όλα τα μυστικά του σώματός μας (και όχι μόνο), πως αυτό επιδρά στις ζωές μας υλικά, μέσω της διαχείρισης της υγείας για παράδειγμα, αλλά και (εξίσου σημαντικό) ιδεολογικά, σε σχέση με τις κοινωνικές πεποιθήσεις ως προς την εννόηση του εαυτού; Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα πάνω στα οποία θα κινηθεί αυτή η εισήγηση, ξεκινώντας από μια σύντομη αναφορά πάνω στο πρόγραμμα του ανθρώπινου γονιδιώματος.

«Human Genome Project»

Από την ανακάλυψη της διπλής έλικας το 1953 και μετά, η γενετική επιστήμη, αλλά και γενικότερα οι επιστήμες ζωής, άρχισαν σιγά-σιγά (χάρη και στην σύμφυσή τους με την πληροφορική) να αποκτούν μεγάλο κύρος και να εξασφαλίζουν τεράστιες χρηματοδοτήσεις. Και επιπλέον υπήρχε η ηθική νομιμοποίηση (την οποία οι γενετιστές εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο για να προωθήσουν το έργο τους), ότι τιμή δεν είναι αρκετά υψηλή για να θεραπεύσουμε τις κληρονομικές ασθένειες, απέναντι στις οποίες η ιατρική επιστήμη μοιάζει σχεδόν αβοήθητη. Ή ακόμα καλύτερα (και αυτό αφορούσε ειδικά τις φαρμακοβιομηχανίες που επένδυσαν αρκετά) θα άνοιγε ο δρόμος για την εξατομικευμένη ιατρική. Ένα γενικό refresh για το εμπόριο των φαρμάκων κάθε είδους. Μέσα σε αυτό λοιπόν το κλίμα ήταν που ξεκίνησε και το HGP και θεωρήθηκε ακόμα μεγαλύτερο “βήμα για την ανθρωπότητα” από αυτό του Armstrong στο φεγγάρι.

Ενώ το μεγαλύτερο μέρος της επιστημονικής κοινότητας ανυπομονούσε να βάλει τέλος στους περιορισμούς της ιατρικής επιστήμης, υπήρχαν και άλλοι που ήταν πιο επιφυλακτικοί όσον αφορά το HGP και τις υποσχέσεις που δίνονταν. Ένας από αυτούς, ο Eric Lander[ref]O Eric Lander είναι μαθηματικός και γενετιστής και έχει διατελέσει ερευνητής στο HGP.[/ref], είχε πει σε μία ομιλία του στο Λευκό Οίκο: «Έχουμε αποκαλέσει το ανθρώπινο γονιδίωμα αποτύπωμα, Ιερό Δισκοπότηρο, του έχουμε δώσει κάθε είδους όνομα. Είναι μια λίστα εξαρτημάτων. Αν σας έδινα την λίστα των εξαρτημάτων ενός Boeing 777, και αποτελείται από 100,000 κομμάτια, δεν νομίζω να μπορούσατε να τα βιδώσετε το ένα με το άλλο, και σίγουρα δεν θα μπορούσατε να καταλάβετε γιατί πέταξε».

Η επιφυλακτικότητα αυτή αποδείχθηκε κάτι παραπάνω από βάσιμη. Ενόσω τα αποτελέσματα του HGP ξεκίνησαν να βλέπουν το φως της δημοσιότητας η ολοκλήρωση του προγράμματος είχε ήδη χαρακτηριστεί πιο σημαντική από τον πρώτο άνθρωπο στο φεγγάρι, ή την ανακάλυψη του τροχού. Στην πραγματικότητα όμως, τα αποτελέσματα ήταν ντροπιαστικά για το γενετικό ντετερμινισμό. Οι άνθρωποι, το υποτιθέμενο ζενίθ του πολιτισμού, με τα περιπλοκότερα των μυαλών, αποκαλύφθηκε πως είχαν περίπου καμιά 20.000 γονίδια, περίπου όσα και μια μύγα. Οι αντιδράσεις από την υπόλοιπη κοινότητα των φυσικών επιστημών ήταν ποικίλες. Οι αναφορές στα μεγάλα περιοδικά είχαν ύφος αδιάφορο, έως ελαφρά έκπληκτο και ξεπερνάγανε το πρόβλημα με ένα αστειάκι. Ήταν όντως “διασκεδαστικό” το ότι μοιραζόμαστε τα μισά μας γονίδια με μια μπανάνα.

Το πιο σημαντικό βέβαια αφορά τη διάψευση της βεβαιότητας που κυριαρχούσε κατά τη διάρκεια του προγράμματος, ότι δηλαδή η αποκωδικοποίηση της ακολουθίας των βάσεων θα οδηγούσε κατευθείαν στην αποκάλυψη του τρόπου με τα οποία τα γονίδια που εμπεριέχονται είναι σε θέση να παράγουν 100 τρισεκατομμύρια κύτταρα σε κάθε ανθρώπινο σώμα (με τον καθένα από τα 7 δισεκατομμύρια ανθρώπους του πλανήτη να αποκτά το δικό του, μοναδικό, αναλογικό ανάγνωσμα από την ψηφιακή αλυσίδα του DNA). Και όσον αφορά τη φαρμακοβιομηχανία και τους χρηματοδότες του προγράμματος, το σημαντικότερο ζητούμενο αφορούσε τους λόγους για τους οποίους εμφανίζονται η δεν εμφανίζονται οι εκάστοτε ασθένειες και εκεί έγκειται κυρίως η αποτυχία. Δεν ήταν μόνο το γεγονός πως υπήρχαν ελάχιστα γονίδια, αλλά και πως εντέλει, μόνο μερικά από αυτά είχαν σχέσεις με ασθένειες. Τα περισσότερα περίσσευαν.

Στη συνέχεια οι μελέτες των GWAS[ref]Genome-Wide Association Study. Ερευνητικό πρόγραμμα βασισμένο στη στατιστική σύγκριση τμημάτων του DNA μεταξύ ατόμων που εμφανίζουν κάποια ασθένεια και “υγιών”. Βασική Ιδέα: εάν ένα επαρκές ποσοστό ασθενών εμφανίζει μία κοινή διαφορά στο DNA του από τους “υγιείς”, αυτή η διαφορά στο DNA συσχετίζεται με τη συγκεκριμένη ασθένεια.[/ref] άρχισαν να δείχνουν πως οι συσχετισμοί με ασθένειες ήταν πολύ πιο περίπλοκοι απ’ όσο θα μπορούσαν να είχαν προβλέψει οι γενετιστές, ακυρώνοντας έτσι στην πράξη την υπόσχεση της επιστήμης για εξατομικευμένη ιατρική. Εν τέλει, τα γονίδια δεν θα μπορούσαν να είναι το “Ιερό Δισκοπότηρο του ποιοι είμαστε”, καθώς ούτε το ΗGP, ούτε κανείς δεν ξέρει πόσα γονίδια είναι ενσωματωμένα μέσα στα τρισεκατομμύρια Α, C, G και Τ[ref]Συμβολισμός των αζωτούχων βάσεων Αδενίνη, Κυτοσίνη, Γουανίνη και Θυμίνη που συνθέτουν το μόριο του DNA.[/ref] του ανθρώπινου γονιδιώματος[ref]Η προτιμώμενη εικασία ήταν περίπου εκατό χιλιάδες.[/ref]. Καλή η γενετική (αν εξαιρέσεις πως το περιβάλλον δεν είχε ληφθεί καν υπόψη), αλλά με όρους απόδοσης της έρευνας σε σχέση με την εξατομικευμένη θεραπεία, τα αποτελέσματα ήταν οικτρά. Αυτό που το HGP είχε αποκαλύψει ήταν απλά ένας βαθμός βιολογικής πολυπλοκότητας, κάτι που ήταν αναμενόμενο έτσι και αλλιώς. Ο Lander τελικά είχε δίκιο: η ολοκλήρωση της ακολουθίας του ανθρώπινου γονιδιώματος έχει παράγει μια λίστα μερών, χωρίς εγχειρίδιο συναρμολόγησης.

Παρόλα αυτά, η καταφανής αποτυχία του προγράμματος από αυτή την άποψη, δεν θα έπρεπε να σταθεί εμπόδιο για μια επιχείρηση τέτοιας κλίμακας. Η φαρμακευτική βιομηχανία (και όχι μόνο αυτή) είχε ήδη επενδύσει πολλά σε αυτή την διαδικασία, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τα αποτελέσματα του προγράμματος και τώρα έπρεπε να βρει έναν τρόπο για να το κάνει.

Biobanks: Μια καινούργια αγορά γεννιέται

Ένα από τα πιο σημαντικά ίσως στοιχεία του προγράμματος ήταν, πέρα από το ζητούμενο της κατανόησης του DNA και των γονιδίων που εκφράζονται μέσα από αυτό, η καταγραφή και η ψηφιοποίηση τους. Τα προσωπικό γονιδίωμα του ασθενή θα καταγραφόταν σε CD (αυτούς τους αστραφτερούς δίσκους που κρατούσαν ψηλά οι μοριακοί επιστήμονες για να μαγέψουν το κοινό, ενόσω αναζητούσαν τρόπους να διασφαλίσουν τη στήριξη για το πρώτο ευρείας κλίμακας σχέδιο των επιστημών της ζωής) το οποίο με τη σειρά του θα ανέλυε ο γιατρός, για να προσφέρει την εξατομικευμένη θεραπεία που ανταποκρίνεται στον κάθε άνθρωπο. Παρότι το HGP απέτυχε να αλλάξει την κλινική φροντίδα όπως ήλπιζαν οι επιστήμονες, η γενετική τεχνολογία είχε προχωρήσει τόσο πολύ που η δραματική μείωση στο κόστος καταγραφής της ακολουθίας του γονιδιώματος, σήμαινε πως σύντομα θα ήταν εφικτό, για τον καθένα και την καθεμία με το πενιχρό ποσό για ξόδεμα, να έχει ολόκληρο το προσωπικό του γονιδίωμα εγγεγραμμένο σε ένα СD.

Τα CD όμως, πέρα από το marketing της όλης διαδικασίας δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν το βασικό μέσο αποθήκευσης όλης αυτής της βιοπληροφορίας. Για να υπάρχει μια αποτελεσματική και προσοδοφόρα διαχείριση όλου αυτού του όγκου πληροφορίας (τα καταγεγραμμένα προσωπικά γονίδια του καθενός), δημιουργήθηκαν οι βιοτράπεζες (biobanks). Μάλιστα πολύ πριν βγει στη δημοσιότητα το πρώτο προσχέδιο του γονιδιώματος το 2001, τα σχέδια για τις βιοτράπεζες είχαν ήδη δρομολογηθεί, με επικεφαλής την ισλανδική «deCode». Αυτό ήταν σαφές: οι βιοτράπεζες θα έπρεπε να παίζουν καθοριστικό ρόλο είτε στην εξατομικευμένη θεραπεία (αν αυτό μπορούσε τελικά να επιτευχθεί) είτε σε όποια άλλη διαχείριση θα μπορούσε να γίνει ενόψει της αποτυχίας της.

Σε αυτή την στρατηγική έπαιξαν (και παίζουν) σημαντικό ρολό οι λεγόμενες εταιρίες γενετικού ελέγχου όπως η «23andMe», «BritainsDNA» και άλλες πολλές, οι οποίες με ένα μικρό αντίτιμο των 100$ είναι σε θέση να αναλύσουν το DNA του καθενός από εμάς (υποσχόμενες πάντα την προστασία των προσωπικών μας γονιδακών δεδομένων).

Ένα σημαντικό στοιχείο που αξίζει να σημειώσουμε εδώ είναι ότι αυτή η διαδικασία της ανάλυσης του DNA, της καταγραφής και της αποθήκευσης αυτών των αναλύσεων, αποτελεί μια νέου τύπου καπιταλιστική συσσώρευση. Στην οποία αυτά που συσσωρεύονται δεν είναι μόνο μηχανές (είναι και τέτοιες), αλλά κυρίως είναι η πληροφορία της γενετικής ταυτότητας του καθενός. Βέβαια είναι εντελώς αμφίβολο το κατά πόσο θα είμαστε σε θέση να διατηρούμε τον έλεγχο των γονιδιακών μας ταυτοτήτων και να μην τις διαχειρίζονται οι βιοτράπεζες κατά πως τους συμφέρει. Και επειδή μάλιστα αυτή η τάση έχει εμφανιστεί ήδη με αρκετά σημαντικές συνέπειες[ref]Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση των απολυμένων εργατών της εταιρείας σιδηροδρόμων Burlington Northern Santa Fe το 2001. Η αμερικάνικη εταιρεία υπέβαλε σε ιατρικό έλεγχο τους εργαζομένους της. Αυτό όμως που δεν ήξεραν οι εργάτες είναι ότι επρόκειτο να εξεταστούν γονιδιακά για διάφορες παθήσεις, από αλκοολισμό μέχρι διαβήτη και στη συνέχεια κάποιοι από αυτούς να απολυθούν με βάση τα αποτελέσματα από αυτές τις εξετάσεις. Μετά από καταγγελίες των απολυμένων, η εταιρεία, για να δικαιολογηθεί, ισχυρίστηκε ότι έψαχνε να δει αν τα εργατικά ατυχήματα οφείλονταν σε μια σπάνια γονιδιακή ασθένεια ή στις συνθήκες εργασίας (μαντέψτε που)![/ref], έχουν γίνει και τα πρώτα βήματα για την προστασία τέτοιων δεδομένων, όπως η νομοθεσία περί «Μη Εφαρμογής Διακρίσεων με βάση Γενετικές Πληροφορίες» του 2008, αλλά αυτό δεν θα έπρεπε να καθησυχάζει κανέναν.

Για να ολοκληρωθεί λοιπόν ένα προσοδοφόρο σχήμα διαχείρισης της υγείας με βάση το νέο πεδίο που άνοιγαν τα γονίδια, έπρεπε να μπουν στο παιχνίδι και οι φαρμακευτικές. Άλλωστε εξαρχής αυτός ήταν ο στόχος. Με το κόστος της διαδικασίας εύρεσης της ακολουθίας του γονιδιώματος να φτάνει τα δισεκατομμύρια δολάρια, οι βιοτράπεζες πρότειναν λοιπόν να αναζητηθούν πιο σεμνά SNP (Single Νucleotide Polymorphisms), δηλαδή εκδοχές στη γενετική ακολουθία, με βάση το χαρακτηριστικό ότι θα τις διέθεταν άνθρωποι οι οποίοι διέθεταν και μια συγκεκριμένη κοινή ασθένεια. Το κόλπο ήταν απλό: έπρεπε να ανοίξει η πόρτα τόσο στην διαγνωστική όσο και στην ιατρική και αν δεν μπορούσε αυτό να γίνει με άλλο τρόπο, θα γινόταν μέσω της φαρμακο-γονιδιωματικής. Γιατί όλος αυτός ο χείμαρρος βιοπληροφορίας, λίγο χρήσιμος είναι στον ασθενή ή τον γιατρό του, εκτός αν η «Pharma» μπορέσει να σχεδιάσει ένα φάρμακο κομμένο και ραμμένο για να θεραπεύσει τη συγκεκριμένη εκδοχή του προσωπικού γονιδιώματος του ασθενή[ref]Όπως, όμως, αποδεικνύουν τα αποτελέσματα των GWAS για τις πολύπλοκες ασθένειες, αυτό είναι μάλλον απίθανο. Παρόλα αυτά τα παιχνίδια των πιθανοτήτων κινδύνου εμφάνισης της μιας ή της άλλης ασθένειας αποδεικνύονται αρκετά αποτελεσματικά. Ποιός “παίζει” με την υγεία του άλλωστε;[/ref].

Αν μάλιστα συνυπολογίσει κανείς τα προβλήματα που είχαν οι φαρμακευτικές ούτως ή άλλως, το ότι δηλαδή οι πατέντες των φαρμάκων έληγαν η μια μετά την άλλη, ενώ παράλληλα τα περισσότερα από τα 2/3 των νέων φαρμάκων δεν κατάφερναν να εγκριθούν για την αγορά μετά από χρόνια κλινικών δοκιμών, έπρεπε οπωσδήποτε όλα αυτά τα χρήματα που είχαν επενδυθεί στο HGP με κάποιο τρόπο να αποδώσουν. Έτσι ξεκίνησε η αναζήτηση για καινούργια target groups που θα κατανάλωναν ήδη υπάρχοντα φάρμακα. Κυρίως έτσι ξεκίνησε η μπίζνα με τα DNA tests. Καθώς, ανάμεσα σε άλλες, τα τεστ αυτά προσφέρουν στον καταναλωτή την δυνατότητα να μάθει ποια από τα γονίδια που έχει συνδέονται με πoιες ασθένειες σύμφωνα με τις GWAS (εδώ το HGP προσέφερε ένα πολύ σημαντικό υπόβαθρο), έτσι ώστε να μπορεί αργότερα να επισκεφτεί τον αντίστοιχο ιατρό που θα του προτείνει μια “προληπτική θεραπεία”, για “την πιθανότητα” να έχει “μεγάλο κίνδυνο” “εμφάνισης” της τάδε ασθένειας. Όλα καλά λοιπόν για τις φαρμακοβιομηχανίες…

Κλείνοντας αυτό το κομμάτι αξίζει να σημειώσουμε συμπερασματικά ότι η επιστημονική έρευνα (και εν προκειμένω το HGP), κάθε άλλο παρά “ανεξάρτητη” και “αντικειμενική” είναι. Η αποκωδικοποίηση του DNA και η ανακάλυψη των γονιδίων αποτελούν μια (βιοτεχνολογική) έκφανση της καπιταλιστικής εξέλιξης. Μάλιστα δεν θα μπορούσε να μην είναι έτσι από την στιγμή που στην ουσία πρόκειται για μια “αγορά”. Μια “αγορά υγείας” ή στην πραγματικότητα μια “αγορά γονιδιακών ταυτοτήτων” για κάθε χρήση. Μια αγορά η οποία βασίζεται στους γενετικούς ελέγχους και στήνεται πάνω στο τρίπτυχο βιοτράπεζα-ιατρός-φαρμακευτική.

Αυτό είναι το πρώτο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθούμε σε σχέση με τις έρευνες για τα γονίδια και τη σύνδεσή τους με διάφορες ασθένειες. Το επόμενο, το οποίο θα αναλύσουμε στη συνέχεια, αφορά τις αλλαγές που φέρνει αυτή η εξέλιξη σε σχέση με τις κοινωνικές πεποιθήσεις περί γονιδίων. Αλλαγές οι οποίες δεν αφορούν μόνο το πεδίο της υγείας, αλλά διευρύνονται σε όλους τους τρόπους με τους οποίους ο καθένας αντιλαμβάνεται τον εαυτόν του κοινωνικά αλλά και ατομικά.

 

Η έννοια της «βιουπηκοότητας»

Ο όρος της βιολογικής υπηκοότητας[ref]Τον όρο βιολογική υπηκοότητα τον εισήγαγαν οι  Nikolas Rose and Carlos Novas (κοινωνιολόγοι και θεωρητικοί των κοινωνικών συστημάτων) στην έκθεσή τους με τίτλο «Biological Citizenship»[/ref] χρησιμοποιείται στη βιβλιογραφία για να συμπεριλάβει όλες εκείνες τις εννοιολογικές κατασκευές που συνδέουν την υπηκοότητα με αντιλήψεις γύρω από τη βιολογική ύπαρξη των ανθρώπων, ως άτομα και φύλα, ως γενεές και κοινότητες, ως είδος. Η σύγχρονη ιδέα της βιουπηκοότητας, που επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο στις δυτικές κοινωνίες, ξεφεύγει από τις παλαιότερες μορφές της για το έθνος και τη φυλή, που αναπτύχθηκαν τον περασμένο αιώνα. Στην περίοδο της βιοιατρικής και της βιοτεχνολογίας σχηματίζεται ένα νέο είδος υπηκόων, αυτό των βιουπηκόων ή πιο συγκεκριμένα των γενετικών υπηκόων.

Στην πραγματικότητα, όμως, η έννοια του υπηκόου είναι μια πολιτική έννοια. Δηλώνει τη σχέση του ατόμου με το κράτος, τα δικαιώματα του κλπ. Όταν μπαίνει μπροστά το πρόθεμα «βιο», η πολιτική διάσταση της υπηκοότητας αναπροσαρμόζεται υπαγόμενη στον βιολογικό παράγοντα. Οι βιουπήκοοι προσδιορίζονται ως το αποτέλεσμα που προκύπτει από το μοναδικό για τον καθένα συνδυασμό των γονιδίων τους. Τα άτομα αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους με ιατρικούς όρους καθώς η αντίληψη του σώματος και της υγείας περνά μέσα από τις εξηγήσεις της ιατρικής επιστημονικής κοινότητας για τη λειτουργία του. Μια νέα ιατρική γλώσσα χρησιμοποιείται για την περιγραφή της ταυτότητας, της εμπειρίας και των συναισθημάτων, αλλά και των δικαιωμάτων θα μπορούσε να πει κανείς από τη στιγμή που μιλάμε για υπηκοότητα, της σχέσεις με την κρατική εξουσία κ.ο.κ.

Αυτή η αντίληψη του εαυτού, ως γονιδιακό αποτέλεσμα, δεν μπορεί παρά να είναι στην ουσία της ατομική. Ο καθένας είναι υπεύθυνος να γνωρίζει τα γονίδια που φέρει, τις σωματικές ή ψυχικές νόσους που πιθανολογείται να αναπτύξει στο μέλλον και να ακολουθήσει την αντίστοιχη προτεινόμενη θεραπεία. Η ατομική θεώρηση του εαυτού μετουσιώνεται σε κάτι κοινωνικό μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις που κάποιοι από τους βιουπηκόους αναπτύσσουν μια κοινή ταυτότητα σχετικά με τη βιολογική τους υπόσταση, όταν δηλαδή πάσχουν από την ίδια πάθηση.

Αυτή η εννοιολογική κατασκευή χτίστηκε τα τελευταία χρόνια πάνω σε διάφορες έρευνες που είχαν ως αντικείμενο την αναζήτηση συσχετίσεων ανάμεσα σε συγκεκριμένα γονίδια με ασθένειες, συμπεριφορές και χαρακτηριστικά. Όμως, παρά την ελπίδα πως αρκετή πληροφορία θα μπορούσε να συλλεχθεί σχετικά με το περιβάλλον των ατόμων (των οποίων το προσωπικό γονιδίωμα είναι ήδη γνωστό), αυτό δεν έγινε. Η “ορθή” επιστημονική διαδικασία συλλογής στοιχείων θα έδινε έμφαση, τόσο στην αποκωδικοποίηση του DNA και των γονιδίων που εκφράζονται στον καθένα, όσο και στα στοιχεία του φυσικού, κοινωνικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος το οποίο επιδράει (έλεγε η θεωρία) στην έκφραση αυτών των γονιδίων. Βέβαια η έννοια της βιουπηκοότητας βασίστηκε πολύ περισσότερο στην αποκωδικοποίηση των γονιδίων – στο hard data της ανάλυσης του DNA, καθώς το soft data των στοιχείων του περιβάλλοντος υποβαθμίστηκε και εν τέλει υποτιμήθηκε.

Επιπλέον, οι βιοτραπεζίτες μέχρι σήμερα δεν έχουν καταφέρει να πάρουν δείγμα παρά μόνο από ένα συγκεκριμένο υποσύνολο του πλούτου της ανθρώπινης γενετικής ποικιλομορφίας, στη συντριπτική πλειοψηφία έχουν μελετηθεί κυρίως γονίδια με ευρωπαϊκή καταγωγή. Για την ακρίβεια, το γεγονός πως οι βιοτράπεζες (και κατά συνέπεια το HGP) δεν είχαν λάβει υπόψη τις εθνικές μειονότητες (πόσο μάλλον τις ταξικές διαφορές), σημαίνει πως η πολυπολιτισμικότητα, δεν εκπροσωπείται επαρκώς.

Σαν τελευταίο στοιχείο κριτικής ως προς την έννοια της βιουπηκοότητας και της επιστημονικής μεθοδολογίας στην οποία θεμελιώνεται, θα αναφέρουμε τους «επιγενετικούς παράγοντες». Όσο και αν αυτό δεν διαφημίζεται, ο γενετικός ντετερμινισμός είναι (ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι) επιστημονικά νεκρός. Υπάρχουν περιβαλλοντικοί παράγοντες, οι λεγόμενοι «επιγενετικοί», οι οποίοι δεν επηρεάζουν απλώς το αν το τάδε ή το δείνα γονίδιο θα εκφραστεί (εκτελώντας τις προγραμματισμένες λειτουργίες του), αλλά και το αν θα μεταλλαχθεί. Με λίγα λόγια δηλαδή, ο τρόπος που ζούμε, ο τρόπος που δουλεύουμε, ο τρόπος που τρεφόμαστε, ακόμα και ο τρόπος που σκεφτόμαστε, θα μπορούσε να είναι σε θέση να τροποποιήσει το DNA μας. Αυτά όλα είναι ψιλά γράμματα βέβαια, μπροστά στη μπίζνα της υγείας, μπροστά στην επένδυση της ανθρώπινης γενετικής καταγραφής (και φυσικά της αξιοποίησής της).

Σε μια εποχή που “ανακαλύπτονται” γονίδια όπως αυτά της εξυπνάδας ή της δυσλεξίας, κατασκευάζονται ταυτόχρονα και κοινωνικά σαν πεποιθήσεις. Σε μια συνθήκη όπως εκείνη που τα γονίδια ευθύνονται για το δείκτη νοημοσύνης[ref]Άλλη μια χαρακτηριστική επιστημονική κατασκευή που παραμένει ως τέτοια ακριβώς επειδή κοινωνικά είναι αποδεκτή. Αξίζει βέβαια να αναρωτηθεί κανείς, ποια ακριβώς «ευφυΐα» είναι αυτή που εξετάζουν αυτού του είδους τα τεστ;[/ref] ή τη δυσλεξία, αξίζει να αναρωτηθούμε τι χώρος μένει αλήθεια για άλλες εξηγήσεις (και δράσεις), όπως για παράδειγμα οι μέθοδοι του εκπαιδευτικού συστήματος ή το μορφωτικό περιβάλλον απ’ το οποίο προέρχεται ο μαθητής. Σε τελική ανάλυση, σε ποιο βαθμό το παράδειγμα του γενετικού προκαθορισμού βασίζεται σε ατράνταχτα επιστημονικά τεκμήρια και σε ποιο γιατί απλώς “πουλάει”;

Είμαστε της άποψης ότι το βάρος πέφτει προς την δεύτερη μεριά. Αυτός ίσως είναι και ένας λόγος για τον οποίο παρότι η γενετική πολλές φορές δεν εκπλήρωσε τις υποσχέσεις της, δεν έχει δεχθεί την κριτική που της αρμόζει. Ούτε μετά τα αποτελέσματα του HGP το 2003, ούτε μετά την αναγνώριση των επιγενετικών παραγόντων[ref]Για περισσότερα σχετικά με την επιγενετική μπορεί κανείς να διαβάσει το κείμενο γενετικός προκαθορισμός; όχι ευχαριστώ! από το περιοδικό cyborg, τεύχος 7. Στην παρούσα εισήγηση αποφύγαμε να μπούμε (και) σε αυτά τα νερά.[/ref], ούτε στις μικρές ή μεγάλες αποτυχίες της. Αντίθετα, ο γενετικός προκαθορισμός γίνεται όλο και πιο καθολικός στις συνειδήσεις, τα κονδύλια για έρευνες πολλαπλασιάζονται ανά τα χρόνια και όποιες ερμηνείες δεν συμβαδίζουν μεταξύ τους, αναπτύσσονται σαν διακριτοί επιστημονικοί τομείς, χωρίς να διασαλεύουν τη γενική εικόνα.

Αυτό συμβαίνει, ακριβώς γιατί το μεγαλύτερο κατόρθωμα της γενετικής βρίσκεται σε ιδεολογικό επίπεδο. Μια ιδεολογία του γενετικού προκαθορισμού, η οποία εκτός από κονδύλια έρευνας στους γενετιστές φέρνει μαζί της πολλαπλές συνέπειες στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε (μεταξύ άλλων) τους εαυτούς μας, την έκφραση του σώματός μας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να διαχειριστούμε την υγεία μας.

Γενετικός προκαθορισμός και υγεία

Η υγεία βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης που αφορά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τη γενετική. Άλλωστε η υγεία αποτελεί πάντα τον ακρογωνιαίο λίθο στα επιχειρήματα των ερευνητών για να δικαιολογήσουν το μερίδιο του κοινωνικού πλούτου που καρπώνονται για τις έρευνές τους. Στην προκειμένη περίπτωση ίσως δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, καθώς εννιά στις δέκα φορές η συζήτηση περί γονιδίων αφορά τη σύνδεσή τους (ή μη) με γνωστές ασθένειες. Η υγεία όμως είναι ένα ζήτημα πολιτικό. Και ως τέτοιο θα την εξετάσουμε υπό των πρίσμα της ιδεολογίας του γενετικού προκαθορισμού και της καινούργιας αγοράς που διευρύνεται μέσα από τις προληπτικές θεραπείες.

Σημείο πρώτο: ο έλεγχος πάνω στην υγεία

Υπάρχει μια κοινή αφετηρία στην οποία συγκλίνουν ιστορικά όλες οι καινούργιες “αλήθειες” για το σώμα και αυτή δεν είναι άλλη από την υπόσχεση για απόλυτη ίαση. Ειδικότερα σήμερα δεν θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρη μια τέτοια υπόσχεση, αν συνυπολογίσει κανείς τον τρόπο με τον οποία προβάλλονται τα σώματα από το θέαμα ούτως ή άλλως. Γυμνασμένα, όμορφα, πειθαρχημένα και αποδοτικά, πάντα νεανικά, χωρίς ιδιαιτερότητες ή βιολογικές “αστοχίες” και φυσικά: απόλυτα υγιή. Αυτή την εικόνα για το σώμα έρχεται να ενισχύσει η γονιδιακή αποκωδικοποίηση και οι προληπτικές θεραπείες με βάση αυτήν. Φυσικά όπως κανένα σώμα δεν μπορεί να μείνει για πάντα νέο και όμορφο, έτσι και η ίαση δεν μπορεί να είναι ποτέ απόλυτη και ολοκληρωτική. Η νόρμα όμως της ιατρικής διαχείρισης των σωμάτων παραμένει, όπως παραμένει και η νόρμα των υγειών σωμάτων των διαφημίσεων, με όλη την καταπίεση που συνεπάγεται αυτό.

Πώς όμως επιδρά αυτή η ιατρική νόρμα της γενετικής; Μπορεί κανείς να φανταστεί ένα ραντεβού του στο γιατρό για να συνειδητοποιήσει τον βαθμό ελέγχου που έχει πάνω στη διαχείριση της υγείας του. Ο γιατρός σε γενικές γραμμές παραμένει ο “ειδικός”, αλλά η εκτίμηση της σοβαρότητας της πάθησης σε σχέση με τα συμπτώματα, η απόφαση για το πόσο “βαριά” θα είναι η θεραπεία σε σχέση με τις παρενέργειες των φαρμάκων, ακόμα και για το αν χρειάζεται να ληφθεί ιατρική θεραπεία ή όχι (σε περιπτώσεις light ασθενειών), αποτελούν εν μέρει αποφάσεις και του ίδιου του ασθενούς. Όλα αυτά δεν υπάρχουν στην περίπτωση συνταγογράφισης μιας προληπτικής θεραπείας για την μείωση της πιθανότητας εμφάνισης μιας ασθένειας στο μέλλον (η οποία είναι πιθανό να εμφανιστεί λόγω γονιδίων). Εδώ δεν υπάρχουν συμπτώματα, δεν υπάρχει καμία γνώση και καμία σωματική αίσθηση που αφορά την ασθένεια από την πλευρά του ασθενούς.

Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει αυτή τη διαδικασία σαν ένα περεταίρω βήμα στο πέρασμα από το παράδειγμα της κλινικής ιατρικής σε αυτό της εργαστηριακής. Η εργαστηριακή, σε αντίθεση με την πρώτη, αποκρύπτει τον ανθρώπινο παράγοντα (τον γιατρό) και την (όποια) αμφισβήτηση απέναντι στην κρίση του και παρουσιάζεται περισσότερο αντικειμενική, μέσα από τους δείκτες και τις μετρήσεις της. Δηλαδή υπάρχει ένα είδος αλλοτρίωσης του ασθενούς από το σώμα του, η οποίο επιτυγχάνεται με την μηχανική μεσολάβιση και την γενικότερη αναδιάρθρωση της ιατρικής διαδικασίας. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι και αυτό μια διαδικασία αποειδίκευσης που έχει σαν άμεση συνέπεια την απώλεια ελέγχου. Το πρώτο σημείο λοιπόν αφορά την ολοκληρωτική εκχώρηση στους ειδικούς του ελέγχου πάνω στα σώματά μας.

Σημείο δεύτερο: η υγεία ως ατομική υπόθεση

Το δεύτερο σημείο αφορά τη μετατροπή της υγείας σε ατομική υπόθεση. O υγιεινισμός είναι μια μέθοδος συγκρότησης και κατανομής “σωστών” και “λάθος” προτύπων-ζωής-στο-όνομα-της-υγιείας, είναι άρα μια μηχανή κατανομής ευθυνών και ενοχών σε μοριακή κοινωνική κλίμακα. Όταν στο παιχνίδι μπαίνει και ο γονιδιακός έλεγχος, το μέγεθος της ατομικής ευθύνης πολλαπλασιάζεται. Είναι ένα ζήτημα, να ξεπεράσει κανείς την ενοχή του “κάνω κακή διατροφή”, αλλά την ευθύνη ενός ενδεχόμενου καρκίνου δεν είναι κάτι το οποίο ξεπερνιέται τόσο εύκολα. Ακόμα και αν τα ποσοστά του κινδύνου εμφάνισης είναι μικρά, το διακύβευμα για την υγεία παραμένει τεράστιο.

Οι πολιτικές συνέπειες σε αυτό το σημείο είναι υλικές με τον ποιο οδυνηρό τρόπο. Αρκεί μόνο να παρατηρήσει κανείς ορισμένες δικαιολογίες οι οποίες χρησιμοποιούνται για να μεταφερθεί το βάρος της υγειονομικής περίθαλψης από το κράτος στον καθένα ξεχωριστά. Ο φόρος παχυσαρκίας είναι ένα τέτοιο παράδειγμα, που αφορά αναψυκτικά με πολύ ζάχαρη και φαγητά με πολλές θερμίδες. Ο αυξημένος φόρος στα τσιγάρα είναι ένα άλλο. Και τα δύο έχουν τη λογική ότι οι παχύσαρκοι και οι καπνιστές επιβαρύνουν την υγεία τους με δική τους ευθύνη, οπότε πρέπει να συμβάλουν περισσότερο από τους υπόλοιπους στο σύστημα υγείας. Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς το πάρτυ που γίνεται με τις ασφαλιστικές εταιρείες, ειδικά σε χώρες όπου η δημόσια ασφάλεια υγείας είναι υποβαθμισμένη, θα δει τον τρόπο με τον οποίο η μετάθεση της ευθύνης στον καθένα ξεχωριστά αφορά μια ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση για κάποιους, ενώ μπορεί να είναι καταστρεπτική (μιλάμε πάντα για την υγεία) για κάποιους άλλους.

Με βάση αυτή τη λογική, της ατομικής ευθύνης, είναι που έχουν αναπτυχθεί επίσης διάφορες εφαρμογές και εξίσου πολλά ιατρικά gadgets υπό τη γενική ονομασία «κινητή ιατρική» (mHealth). Πρόκειται για μια αγορά η οποία αφορά όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία για την συνεχή παρακολούθηση και τον έλεγχο της υγείας από τον καθένα και την καθεμιά ξεχωριστά και αφορά από μετρητές θερμίδων μέχρι εφαρμογές παρακολούθησης νόσου και τηλεϊατρικής. Ειδικά σε περιπτώσεις ατόμων που χρήζουν αυξημένη βοήθεια (μωρά, ηλικιωμένοι), το σετ μπορεί να περιλαμβάνει πολύ εξεζητημένες ιατρικές συσκευές, οι οποίες βέβαια είναι σε θέση να δίνουν αναφορά απευθείας στον γιατρό ή τον συγγενή.

Σημείο τρίτο: η σχετικοποίηση της υγείας

Το τρίτο σημείο αφορά μια αναθεώρηση της έννοιας της υγείας. Η προσέγγιση της γενετικής επιστήμης και γενικότερα της δυτικής ιατρικής, αντιμετωπίζει το σώμα όχι σαν κάτι ιερό ή τυχαίο αλλά σαν ένα γρίφο που πρέπει να λυθεί, σαν ένα πρόβλημα που πρέπει να βρεθεί η λύση του. Αρκεί φυσικά αυτή η λύση (ή οι λύσεις) να είναι εμπορεύσιμες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Η καινούργια αγορά που δημιουργήθηκε με βάση το τρίπτυχο βιοτράπεζα – γιατρός – φαρμακευτική εταιρεία, δεν είναι απλώς ένας τρόπος να φθάνουν στους ασθενείς τα κατάλληλα φάρμακα. Κάθε αγορά δεν φτιάχνεται μόνο για να καλύψει μια δεδομένη ζήτηση. Η προσφορά η ίδια συχνά δημιουργεί τη ζήτηση. Αυτό είναι ένας γενικός κανόνας, ο οποίος σχετίζεται με το marketing, την προώθηση προϊόντων κλπ. Τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει αυτό όσον αφορά την αγορά της υγείας;

Στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά απλό. Όσο περισσότερες ασθένειες ψάχνει κανείς να ανακαλύψει κρυμμένες στα γονίδιά του, τόσες περισσότερες θα βρίσκει. Όσες περισσότερες προληπτικές θεραπείες κάνει και όσες περισσότερες αγωγές παίρνει, τόσο περισσότερο ευάλωτος θα νοιώθει απέναντι στους κινδύνους που βρίσκονται ανάμεσα στα ποσοστά εμφάνισης της μιας ή της άλλης πάθησης. Με λίγα λόγια εδώ έχουμε την κατασκευή μιας σπανιότητας (ή καλύτερα ενός αισθήματος σπανιότητας) που αφορά όμως την υγεία. Δεν είναι κάποια νομοτέλεια ψυχολογικής φύσης. Είναι η ουσία του καπιταλισμού. Είναι αυτό που έψαχναν απεγνωσμένα να καταλήξουν οι φαρμακοβιομηχανίες όταν επένδυαν στις αποκωδικοποίηση των ανθρώπινου γονιδιώματος.

Η υγεία όμως δεν πρόκειται για μια οποιανδήποτε αγορά. Εδώ έχουμε μια κατάσταση κατά την οποία το δίπολο “φυσιολογία – παθολογία”, πάει περίπατο. Δεν υπάρχει κάποια ορισμένη “κανονική” λειτουργία (με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό το “κανονική”) απ’ την οποία όποιος ή όποια παρεκκλίνει από αυτήν, έχει “πρόβλημα υγείας”. Σε αυτή την κατάσταση της αέναης φροντίδας και του διαρκούς αγώνα για πρόληψη, όλοι είναι εν δυνάμει ασθενείς. Η αλλιώς: κανένας δεν είναι πραγματικά υγιής. Παρόλα αυτά θα μπορούσε ενδεχομένως να μιλήσει κανείς για διαβάθμιση της υγείας. Μια διαβάθμιση η οποία αφορά ταυτόχρονα με την τωρινή υγεία και την μελλοντική υγεία[ref]Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε και την προοπτική της ενίσχυσης της  λειτουργίας του οργανισμού (για παράδειγμα της μνήμης), πλέον η υγεία δεν υφίσταται καν σαν έννοια, παρά μόνο η “απόδοση”. Βέβαια αυτό τοποθετεί το θέμα σε άλλη βάση, αν και τουλάχιστον σε ιδεολογικό επίπεδο το εν λόγω ζήτημα δεν είναι καθόλου μακρινό.[/ref]. Επομένως μια εξίσου σημαντική αλλαγή, η οποία επιδράει στην καθημερινότητα των ανθρώπων ποικιλοτρόπως, είναι η σχετικοποίηση της έννοιας της υγείας.

Σημείο τέταρτο: η υγεία ως κεφάλαιο

Τελευταίο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθούμε αποτελεί η ιδέα της υγείας σαν ένα είδος “ατομικού κεφαλαίου”. Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη θεολογία, που έχει διατυπωθεί γραπτά ήδη απ’ τις δεκαετίες του ‘50 και του ’60, όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που μας απαρτίζουν σαν άτομα, όπως οι γνώσεις, οι κοινωνικές μας σχέσεις, τα ενδιαφέροντα και φυσικά η υγεία, αποτελούν την προσωπική μας περιουσία, το προσωπικό μας κεφάλαιο. Όσον αφορά γενικά την ιδεολογική εκστρατεία του φιλελευθερισμού να ονομάσει τα πάντα που σχετίζονται με την εργασία και την εργατική δύναμη κεφάλαιο, έχουμε αναφερθεί στο παρελθόν με αφορμή τη γνώση ως κεφάλαιο[ref]«Η ιδέα περί ατομικού κεφαλαίου, και της προσωπικής επιχείρησης Εγώ, είτε αφορά τις γνώσεις, είτε τις κοινωνικές σχέσεις, είτε την υγεία, είτε τα ενδιαφέροντα, είτε οτιδήποτε άλλο, “μπάζει” από κάθε λογική μεριά που θα την έλεγχε κάποιος. Για παράδειγμα, εάν οι (ανθρώπινες) γνώσεις αποτελούν “κεφάλαιο”, τότε και οι σκυλίσιες γνώσεις αποτελούν επίσης “κεφάλαιο” – και μπορούμε να ονομάσουμε κάθε σκύλο “επιχειρηματία του εαυτού του”. Σύμφωνα μ’ αυτή την ιδέα ακόμα και τα δάση θα αποτελούνταν απ’ τα ατομικά κεφάλαια κάθε δέντρου χωριστά· αλλά θα συνιστούσαν επίσης το “κεφάλαιο” κάθε βουνοπλαγιάς. Εν τέλει, στον έμβιο και μη κόσμο, δεν θα έπρεπε να υπάρχει τίποτα άλλο από “κεφάλαια”: των ψαριών, των εντόμων, των βακτηριδίων, που έχοντας (κάθε είδος και άτομο είδους) μια ορισμένη γνώση, συναγωνίζονται στην “αγορά της ζωής”.
Υπάρχει όμως μια λιγότερο χαριτωμένη και πιο πολιτική υπόδειξη για την αθλιότητα της ιδέας περί “ατομικού κεφαλαίου”, γνωσιολογικού ή άλλου. Ως την δεκαετία του 1970, επί δύο τουλάχιστον αιώνες, στην καπιταλιστική πολιτική οικονομία ακόμα και στις πλέον φιλελεύθερες εκδοχές της, το κεφάλαιο και ο κεφαλαιούχος ήταν απόλυτα διακριτές μεταξύ τους οντότητες. Ο επιχειρηματίας και η επιχείρησή του δεν ταυτίζονταν οντολογικά· κι αυτό είχε σημασία. Γιατί ακόμα κι αν επρόκειτο για την καταστροφή της επιχείρησης (των μηχανών, των κτιρίων, των επενδύσεων, της κερδοφορίας) η αστική ιδεολογία όφειλε να διαφυλάξει τον “άνθρωπο”, ακόμα κι αν ήταν επιχειρηματίας. Φυσικά η φράση καταστράφηκα σαν υποκειμενική έκπτωση δεν ήταν άγνωστη μεταξύ επιχειρηματιών, εμπόρων ή τραπεζιτών. Αλλά η δυνατότητα ανάκαμψης ή, έστω, η δυνατότητα απλής επιβίωσης, ήταν ηθικά και ιδεολογικά σημαντικότερη απ’ την κεφαλαιακή καταστροφή σαν τέτοια.
Η νεοφιλελεύθερη καινοτομία έγκειται ότι το κεφάλαιο και ο κεφαλαιούχος ταυτίζονται, όταν ο λόγος έρχεται στη γνώση σαν κεφάλαιο (ή στην υγεία σαν κεφάλαιο, κλπ). Ο κεφαλαιούχος ΕΙΝΑΙ κεφάλαιο, και το κεφάλαιο ΕΙΝΑΙ κεφαλαιούχος. Πρόκειται για μια καταπληκτική αντιστροφή, αφού μέχρι την επικράτηση των νεοφιλελεύθερων δογμάτων δεν ήταν το “κεφάλαιο” αλλά η εργατική δύναμη που ταυτιζόταν με τον εργάτη· ατομικά και συλλογικά.»

Από την εκδήλωση με τίτλο: για ένα γνωσιολογικό κίνημα, φεστιβάλ game over 2013[/ref].Αυτό που αξίζει να σημειώσουμε εδώ, είναι ότι οι νέες πεποιθήσεις περί υγείας και της διαχείρισης της έτσι όπως αναδύθηκαν μέσα από τις εξελίξεις στη γενετική, έρχονται σε άμεση συμφωνία με τις φιλελεύθερες πεποιθήσεις περί της υγείας ως κεφάλαιο.

Εάν δεν είμαστε παρά “επιχειρηματίες του εαυτού μας”, δεν μπορούμε παρά να φροντίζουμε οι ίδιοι για την “ποιότητα” και την “απόδοση” της υγείας μας – εδώ έγκειται η ατομική ευθύνη – όπως κάνει κάθε καπιταλιστής με το κεφάλαιό του. Προσπαθούμε να κρατήσουμε το σώμα μας όσο πιο αναβαθμισμένο γίνεται και επειδή δεν υπάρχει κάποιο “μέτρο της υγείας” – εδώ έγκειται η σχετικοποίηση της υγείας – δε μπορεί παρά το μέτρο σύγκρισης να βρίσκεται στα σώματα των άλλων. Εδώ η ουσία της φιλελεύθερης ρητορικής βρίσκεται στο αποκορύφωμα της: μήπως τελικά η υγεία δεν είναι τίποτε άλλο παρά άλλο ένα πεδίο ανταγωνισμού;

Φυσικά μέσα στο πλαίσιο του ανταγωνισμού όπως είπαμε πρέπει συνεχώς να βελτιώνουμε την υγεία μας και μάλιστα μια επένδυση που αφορά τα γονίδια τα ίδια θα μπορούσε κανείς να την δει να αποδίδει όχι μόνο στον ενδιαφερόμενο αλλά ακόμα και στους απογόνους. Να μια επαναφορά της (γενετικής εν προκειμένω) προίκας, με όρους, όμως, συσσώρευσης “καλών” γονιδίων. Μπορεί όλα αυτά να φαντάζουν αστεία, αλλά στον καπιταλισμό υπάρχει και η απαξίωση κεφαλαίου. Η αρρώστια θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι μια μορφή τέτοιας ατομικής (καπιταλιστικής) απαξίωσης. Υπάρχει τέλος και η καταστροφή κεφαλαίου, αλλά καλύτερα ας μην επεκταθούμε άλλο.

Επίλογος

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να κάνει κανείς κριτική απέναντι σε τέτοια ζητήματα. Ένα πολύ εύκολο σενάριο θα ήταν να χωρίσουμε τις εφαρμογές που προκύπτουν από την εξέλιξη της γενετικής σε “χρήσιμες” ή “άχρηστες”, σε “καλές” ή “κακές”. Για παράδειγμα η ταυτοποίηση υπόπτων μέσω DNA θα μπορούσε να είναι μια “κακή” εφαρμογή, ενώ η εφαρμογές στην ιατρική “καλές”. Αυτή η λογική όμως δεν θα οδηγούσε πουθενά και είναι ξεκάθαρο από μεριά μας ότι αφήνουμε συνειδητά στην άκρη οποιουδήποτε είδους ηθικολογική κριτική. Άλλωστε ό,τι πρόσημο κι αν δώσει κανείς σε τέτοιες εφαρμογές, η λογική την οποία εμπεριέχουν παραμένει κοινή. Ένας άλλος τρόπος θα ήταν μια κριτική στην επιστημονική μεθοδολογία. Η αλήθεια είναι ότι μια τέτοιου είδους κριτική έχει πραγματικά το ενδιαφέρον της (πχ στον γενετικό ντετερμινισμό) και πολλές φορές μπορεί να οδηγήσει σε χρήσιμα συμπεράσματα.

Ο τρόπος όμως με τον οποίο η πολιτική κριτική μπορεί να είναι πραγματικά διεισδυτική και αποκαλυπτική, είναι η κριτική που ξεπερνάει ηθικολογικές κρίσεις, ξεπερνάει ακόμα και κρίσεις επί της επιστημονικής μεθοδολογίας και επικεντρώνεται καθαρά στις αλλαγές των κοινωνικών σχέσεων. Έτσι λοιπόν και τα επιχειρήματα ενάντια στον γενετικό ντετερμινισμό δεν μπορούν παρά να περνούν μέσα από τις επιπτώσεις στην καθημερινότητα, εν προκειμένω στην διαχείριση της υγείας. Τόσο σαν μεμονωμένες πεποιθήσεις, όσο και σαν κρατική πολιτική. Από την στιγμή που τα άτομα καλούνται να αντιλαμβάνονται τα σώμα τους αλλά και την ταυτότητα τους συμφωνά με τις ανάγκες των εκάστοτε εταιριών, από την στιγμή που το DNA έχει φέρει τόσες αλλαγές στην έννοια της υγειάς αλλά κυρίως στο ίδιο το σύστημα της, η γενετική του 2016, αποτελεί ένα σημαντικό πολιτικό ζήτημα.

Όταν υπάρχουν εταιρείες όπως η «23andme» που με ένα απλό τεστ μπορεί κανείς να μάθει ποιοι είναι οι πρόγονοί του, πόσο υγιής είναι ή ποια δουλειά θα ήταν κατάλληλη για αυτόν, αξίζει να αναρωτηθούμε τι χώρος μένει αλήθεια για άλλες εξηγήσεις, τι λόγο έχουν οι άνθρωποι για τη γνωμάτευση που καθορίζει πιθανότατα τη ζωή τους και την αντίληψη τους ως υποκείμενα, τι λόγο έχουν για την επιλογή ή μη της θεραπείας τους και τι λόγο έχουμε όλοι για κοινωνικές διεκδικήσεις και δράσεις. Στην πραγματικότητα όσο περισσότερο χώρο καταλαμβάνει στις πεποιθήσεις ο γενετικός προκαθορισμός, τόσο λιγότερος χώρος μένει για όλα τα υπόλοιπα.

Ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία του HGP, ήταν η εδραίωση της ιδέας πως είμαστε τα γονίδια μας. Όμως οι λέξεις, γονίδια ή DNA, διέπονται από μια αυθεντία και βεβαιότητα που σε καμία περίπτωση δεν τους αναλογεί. Εκτός από το επιστημονικό κομμάτι δεν τους αντιστοιχεί πολιτικά, διότι τα επιχειρήματα αντιπαράθεσης στον γενετικό ντετερμινισμό μπορεί να είναι και επιστημονικά, αλλά πρέπει κυρίως να είναι πολιτικά. Εμείς πιστεύουμε πως αν η γενετική έχει περάσει ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή αποτελεί ιδεολογία. Στην τελική, αξίζει να αναρωτηθούμε: υπάρχουν άραγε νέες προτάσεις για την υγεία που να ξεπερνούν την υιοθέτηση της ρουτίνας των συμβουλών promotion της υγείας στον 21ο αιώνα ;

]]>
Εισήγηση: Ο θαυμαστός κόσμος των νέων υλικών https://gameover.zp/2017/08/08/%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%ae%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%bf-%ce%b8%ce%b1%cf%85%ce%bc%ce%b1%cf%83%cf%84%cf%8c%cf%82-%ce%ba%cf%8c%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%82-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%bd%ce%ad%cf%89%ce%bd-%cf%85/ Tue, 08 Aug 2017 13:07:49 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2392 Η εφεύρεση του μικροσκοπίου το 1590 και η μετέπειτα χρήση του στην βιολογία, άλλαξε όχι μόνο την επιστήμη αλλά και την γενικότερη ιδέα για την προέλευση των έμβιων όντων, για τη ζωή, την ασθένεια και τον θάνατο. Για πρώτη φορά μπόρεσαν να γίνουν ορατά τα βακτήρια, οι μονοκύτταροι οργανισμοί, η δομή των φυτών σε κλίμακα κυττάρου και η σύσταση του αίματος. Η κυτταρική θεωρία[ref]Η κυτταρική θεωρία διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1838-1839 από τους Γερμανούς ανατόμους μελετητές Μ. Σλάιντεν (M. Schleiden), και Θεόδωρο Σβαν και σύμφωνα με αυτήν: «Θεμελιώδης μονάδα δομική και λειτουργική όλων των έμβιων οργανισμών είναι το κύτταρο».[/ref] για την αναπαραγωγή των ζωντανών οργανισμών δημιουργήθηκε και εξελίχθηκε πάνω στη δυνατότητα των επιστημόνων να “βλέπουν” σε όλο και μικρότερη κλίμακα.

Η κατάτμηση αποτελούσε και αποτελεί ένα από τα θεμέλια της θεωρίας της επιστήμης. Η διαρκής κίνηση προς το μικρότερο, προς το αναλυτικότερο, μαρτυρά μια προσπάθεια για ανακάλυψη της αλήθειας που κρύβεται κατά κάποιο τρόπο “μέσα” στα πράγματα και αντικατοπτρίζεται στη μακροκλίμακα. Την κριτική μας πάνω σε αυτή τη μέθοδο την έχουμε εκφράσει σε διάφορα κείμενα σχετικά με την επιστήμη, τη μεταφυσική και τη θρησκεία, αλλά δεν είναι του παρόντος. Αυτό που πρέπει να ξανά-σημειώσουμε εδώ είναι ότι στον καπιταλιστικό κόσμο, η έρευνα και οι ανακαλύψεις που τη συνοδεύουν δεν γίνονται ούτε για τη χαρά της επιστήμης, ούτε για φιλοσοφικούς προβληματισμούς γύρω από τη ζωή, αλλά έχουν σχεδόν πάντα στον ορίζοντα την παρεμβατικότητα, τη βούληση για έλεγχο και εκμετάλλευση.

Η επιστήμη των υλικών, που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι ο τομέας κατεξοχήν συνδεδεμένος και καθοριζόμενος από αυτήν την αποτελεσματικότητα. Είναι ο τομέας που απαντάει στα ερωτήματα των άλλων επιστημονικών πεδίων με έρευνα και εφαρμογή, που δίνει στοιχεία για το αν μία θεωρία έχει πρακτικό έρεισμα και πού αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Διαβάζοντας για τα σύγχρονα υλικά αντιληφθήκαμε ότι τις τελευταίες δεκαετίες, της αλλαγής παραδείγματος όπως λέμε, συντελείται μια μεγάλη αλλαγή και στον τομέα αυτόν, η οποία έχει στενή σχέση με την κατάτμηση που περιγράψαμε παραπάνω. Για να το πούμε απλά και κατανοητά, η δυνατότητα παρέμβασης σε ακόμα μικρότερο επίπεδο από αυτό της μικροκλίμακας, στη λεγόμενη νανοκλίμακα, έχει ανοίξει ένα τεράστιο πεδίο δυνατοτήτων για την παραγωγή νέων υλικών, με ιδιότητες εν μέρει γνωστές ή/και εντελώς καινούργιες.

Εδώ θα εστιάσουμε σε αυτήν την εισήγηση. Θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε αυτά τα νέα υλικά, και τις αλλαγές που φέρνουν με τη γενικευμένη εφαρμογή τους. Αυτό δε σημαίνει ότι θα καλύψουμε όλο το εύρος αυτού του τεράστιου επιστημονικού πεδίου. Αυτό που θέλουμε να κάνουμε είναι να δώσουμε μια ιδέα για την ποιοτική μετατόπιση που φέρνει αυτό το νέο παράδειγμα και να δείξουμε εν τέλει το πόσο λίγα ξέρουμε για τα υλικά αυτά που χρησιμοποιούμε ήδη και θα χρησιμοποιούμε ακόμα περισσότερο στο μέλλον.

Νανοκλίμακα χωρίς νάνους και πρίγκιπες.

 

Για να απομυθοποιήσουμε τους περίεργους επιστημονικούς όρους, ας καταλάβουμε πρώτα τα μεγέθη για τα οποία μιλάμε. Στο παρακάτω σχήμα φαίνεται ξεκάθαρα η διαφορά ανάμεσα στη μακρο-κλίμακα, τη μικρο-κλίμακα και τη νανο-κλίμακα. Με το οπτικό μικροσκόπιο, το οποίο αναφέραμε, μπορούσε κανείς να παρατηρήσει μεγέθη μέχρι 200 νανόμετρα (nm), ενώ με την εξέλιξη του ηλεκτρονικού μικροσκοπίου, μετά το 1926, μπορούμε να εστιάσουμε μέχρι μεγέθη μικρότερα του 1 nm. Αυτά είναι και τα μεγέθη στα οποία μπορεί να επέμβει η σύγχρονη επιστήμη των υλικών, να διασπάσει, να ενώσει και να παραλλάξει τα υπάρχοντα υλικά, φτιάχνοντας τα νανοϋλικά.

scales

Τι είναι τα νανοϋλικά; Ας δώσουμε έναν επίσημο ορισμό ως είθισται. Το νανοϋλικό λοιπόν ορίζεται ως «το φυσικό, περιστασιακό ή μεταποιημένο υλικό που περιέχει σωματίδια, σε μη δεσμευμένη μορφή ή ως σύμπτυγμα ή ως συσσωμάτωμα και του οποίου το 50% των σωματιδίων στην αριθμητική κατανομή μεγέθους έχει μία ή περισσότερες εξωτερικές διαστάσεις σε κλίμακα μεγέθους 1-100 nm.» Για να το καταλάβουμε καλύτερα, νανοϋλικό μπορεί να είναι μία τελεία μεγέθους από 1-100 nm ή μια επιφάνεια ενός ολόκληρου μέτρου αν το πάχος της είναι από 1-100 nm, ή ένας σωλήνας διαμέτρου 1-100 nm.

Τα νανοϋλικά κατασκευάζονται αλλά συναντώνται και στη φύση, σε οργανική και ανόργανη μορφή, σε ζώα, φυτά και σχηματισμούς ορυκτών. Για να καταλάβουμε τι μπορεί να αποτελεί φυσικό νανοϋλικό, θα χρησιμοποιήσουμε ένα κλασικό παράδειγμα, αυτό του νούφαρου. Το νούφαρο, έχει την ιδιαιτερότητα να διώχνει το νερό και ταυτόχρονα να το χρησιμοποιεί για να απομακρύνει τη σκόνη από τα φύλλα του. Αυτό συμβαίνει λόγω μιας συγκεκριμένης διάταξης των κυττάρων του σε συνδυασμό με ορισμένους νανο-κρυστάλλους κεριού στην επιφάνειά τους, οι οποίοι δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες ώστε το νερό να απομακρύνεται και, με τον τρόπο που γίνεται αυτή η κίνηση, να εγκλωβίζει μέσα του τα ανεπιθύμητα σωματίδια. Αυτή η διαδικασία δεν είναι ορατή σε καμία περίπτωση με γυμνό μάτι, αλλά χρειάζεται η μεγέθυνση ενός προηγμένου ηλεκτρονικού μικροσκοπίου. Ξεκινώντας από μια τόσο συγκεκριμένη παρατήρηση του φυσικού κόσμου, οι επιστήμονες πειραματίζονται με μια ολόκληρη σειρά υδρόφοβων και αυτοκαθαριζόμενων -τεχνητών- υλικών, τα οποία μπορεί να χρησιμοποιηθούν σε ένα μεγάλο εύρος εφαρμογών, από την προστασία εκτεθειμένων κεραιών κινητής τηλεφωνίας μέχρι τις βαφές των τοίχων στα σπίτια μας.

Ανεξάρτητα από τέτοιες δομές που υπήρχαν ανέκαθεν στη φύση, ορισμένα νανοϋλικά κατασκευάζονταν από τον άνθρωπο πολύ πριν μπορέσουμε να δούμε τα νανομεγέθη. Αυτό γινόταν με τη χρήση πολύπλοκων τεχνικών που είχαν ανακαλυφθεί μέσα από την εμπειρία και τα αλλεπάλληλα πειράματα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα μελανόμορφα αγγεία (7οσ-4ος αι π.χ.), οι κόκκινες πορσελάνες της Κίνας (10ος – 11ος αι μ.χ.) και τα ιριδίζοντα ιταλικά κεραμικά της Ούμπρια, κοντά στην Αναγέννηση, των οποίων οι βαφές σχημάτιζαν ιδιαίτερα συσσωματώματα υλικών στη νανοκλίμακα, μέσα από πολύ συγκεκριμένες θερμικές επεξεργασίες. Το δαμασκηνό ατσάλι, το οποίο φημιζόταν για την ελαστικότητα παράλληλα με την εξαιρετική αντοχή του, ήταν επίσης αποτέλεσμα μιας πολύ συγκεκριμένης τεχνικής κατεργασίας του μετάλλου, η οποία δημιουργούσε νανοσωλήνες άνθρακα στο εσωτερικό του υλικού. Οι έμπειροι τεχνίτες της κάθε εποχής δεν μπορούσαν να εξηγήσουν γιατί τα αντικείμενα αποκτούσαν αυτές τις ιδιότητες, ήξεραν όμως καλά πώς να τα κατασκευάσουν, έχοντας κληρονομήσει τη συσσωρευμένη τεχνική γνώση από τους προκατόχους της.

Τι είναι αυτό που κάνει τα νανοϋλικά τόσο ιδιαίτερα;

Η κατάδυση στα βάθη της νανοκλίμακας, εκτός από την αίσθηση εγγύτητας με τη μία και μοναδική αλήθεια, με τον μυστήριο πυρήνα των πραγμάτων, έχει και κάποιες πιο υλικές ιδιαιτερότητες. Τα διάφορα σωματίδια, όταν τέμνονται σε τόσο μικρές διαστάσεις εμφανίζουν παράξενες συμπεριφορές. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι ότι ορισμένα αρχίζουν να φωσφορίζουν. Ο φθορισμός είναι ένα φαινόμενο καθόλου μεταφυσικό, που δημιουργείται λόγω της μικρής διαμέτρου των νανο-σωματιδίων και διαφόρων τεχνικών λεπτομερειών με τις οποίες δε θα σας μπερδέψουμε. Το ίδιο υλικό που φωσφορίζει στη νανοκλίμακα, “σβήνει” αν το κόψουμε μεγαλύτερα κομμάτια, αν περάσουμε στην μικροκλίμακα. Γενικά μιλώντας, στη νανοκλίμακα συχνά τα υλικά υπακούν στους νόμους της κβαντομηχανικής και αυτό τους δίνει ιδιότητες πολύ ενδιαφέρουσες και απρόσμενες. Τα ίδια υλικά λοιπόν συμπεριφέρονται αλλιώς ανάλογα με τη διάσταση στην οποία γίνεται η επεξεργασία τους και αυτό είναι που κάνει τις νανοτεχνολογίες ένα τόσο ενδιαφέρον πεδίο πειραματισμού.

Πού χρησιμοποιούνται τα νανοϋλικά;

Η νανοεπιστήμη, ο τομέας της επιστήμης των υλικών που ασχολείται με τη μελέτη και κατασκευή των νανοϋλικών, είναι ένας κλάδος ραγδαία εξελισσόμενος και οριζόντιος, δηλαδή ένας κλάδος που εισχωρεί σε όλα τα πεδία της σύγχρονης επιστήμης και της τεχνολογίας. Η νανοτεχνολογία έχει εφαρμογές στη βιομηχανία, στην ιατρική, στα καλλυντικά, στην παραγωγή ενέργειας, στην ψηφιακή τεχνολογία, στην τεχνολογία τροφίμων και σε πολλούς ακόμα τομείς.

Για να τα καταλάβουμε κάπως καλύτερα, τα χωρίσαμε σε 3 κατηγορίες, πολύ γενικά.

Α. Τα “ηλεκτρομαγνητικά”

Είναι τα υλικά που χρησιμοποιούνται στη νανοηλεκτρονική, τη συνέχεια της επιστήμης της μικροηλεκτρονικής. Αυτά τα νανοϋλικά χρησιμοποιούν μαγνητικά και ηλεκτρικά πεδία, ή φορτίζονται απευθείας με ηλεκτρική ενέργεια για να εκτελέσουν διάφορες λειτουργίες. Οι εφαρμογές τους συγκεντρώνονται γύρω από την ψηφιακή τεχνολογία, (τσιπάκια, κινητά τηλέφωνα, οθόνες νέας γενιάς, κβαντικοί Η/Υ), την τεχνολογία που σχετίζεται με τον φωτισμό, αλλά επεκτείνεται και σε πολλούς άλλους τομείς, όπως αυτός της υφαντουργίας ή της αρχιτεκτονικής. Ρούχα που παράγουν φως, χρώμα, ενέργεια, ανάλογα με τον καιρό ή την κίνηση, κτίρια που αλλάζουν όψη, μικροσκοπικά τσιπάκια, μαγνήτες, κάμερες, αισθητήρες που ενεργοποιούν χιλιάδες διαφορετικούς αυτοματισμούς, είναι μερικά από τα μαγικά επιτεύγματα που έρχονται διευκολύνουν την καθημερινή μας ζωή ή απλά να μας διασκεδάσουν.

Β. Τα “βιο-μεταβαλλόμενα”

Ονομάσαμε τα νανουλικά που χρησιμοποιούνται στην νανο-βιοτεχνολογία (βιοϋλικά) και τα υλικά που μεταβάλλονται, είτε μέσω χημικών διαδικασιών, είτε λόγω του ότι είναι «ζωντανά». Πολλά από αυτά έχουν σαν πρώτη ύλη ζωντανούς οργανισμούς ή σωματίδια, τα οποία αναπτύσσονται και επιτελούν μια λειτουργία χωρίς την τροφοδότηση ηλεκτρικής ή μαγνητικής ενέργειας. Αυτά μπορεί να είναι πρωτεϊνες και λιπίδια τα οποία δεν αποτελούν σταθερές ενώσεις αλλά μεταφέρουν νανοσωματίδια ή ενώνονται με άλλα και φτιάχνουν νέα υλικά. Μπορεί να είναι μύκητες που παράγουν φως όταν έρχονται σε επαφή με συγκεκριμένα βακτήρια ή με τον αέρα, μπορεί να είναι ουσίες που αλλάζουν τη γεύση ενός φαγητού (διαδραστικά τρόφιμα), ή σωματίδια που μεταφέρουν συστατικά μέσα στο ανθρώπινο αίμα. Βασικό χαρακτηριστικό τους είναι ότι αλληλεπιδρούν με τους ζωντανούς οργανισμούς και συνήθως δεν αποτελούν στατικά υλικά αλλά ζωντανές/χημικές διαδικασίες. Επίσης, στην υποκατηγορία των βιοϋλικών κυρίως, μπορεί να ανήκουν και σταθερά υλικά, όπως διάφορα πολυμερή και μεταλλικά κράματα, τα οποία θεωρούνται φιλικά ως προς τους ζωντανούς ιστούς και ενσωματώνονται χωρίς να γίνονται τοξικά. Χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο στη βιολογία, στην ιατρική, τη φαρμακευτική αλλά και στη βιομηχανία τροφίμων.

Γ. Τα “δομικά”

Ονομάσαμε έτσι τη μεγαλύτερη κατηγορία νανοϋλικών, τις σταθερές ενώσεις, που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή αντικειμένων όλων των ειδών. Μέταλλα που λιώνουν και ξανασυντίθενται, που δεν σκουριάζουν, γυαλιά που λυγίζουν και δεν σπάνε, πλαστικά που ξαναπλάθονται, υδρόφοβες βαφές και βαφές που απορροφούν το ηλιακό φως, βαμβάκι που δεν βρέχεται και χιλιάδες συνδυασμοί υλικών που επαναδομούνται στη νανοκλίμακα ή παντρεύονται με άλλα για να βελτιώσουν τις ιδιότητές τους. Τα νέα υλικά-μιγάδες δεν είναι απλά μια βελτιωμένη έκδοση των γνωστών τους ιδιοτήτων, αλλά είναι υλικά που συνδυάζουν απροσδόκητα χαρακτηριστικά που μέχρι τώρα φαίνονταν αντιθετικά. Πολλά από αυτά τα υλικά μελετώνται και για χρήση στις μεθόδους παραγωγής ενέργειας, σε μεγάλη κλίμακα, σαν βελτιωτικά απόδοσης ή σαν εντελώς νέοι τρόποι παραγωγής ενέργειας, κάτι που μπορεί να φέρει πολύ μεγάλες αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της παραγωγής στο μέλλον.

Όπως συμβαίνει με τις σύγχρονες εφαρμογές που απαιτούν μεγάλη συγκέντρωση γνώσης και κεφαλαίου και είναι αποτελέσματα διεπιστημονικής έρευνας, τα όρια ανάμεσα στις διαφορετικές κατηγοριοποιήσεις τους είναι αρκετά θολά. Ένα βιο-μεταβαλλόμενο υλικό μπορεί να έχει στοιχεία σταθερά, στοιχεία που τροφοδοτούνται με ενέργεια και χημικά στοιχεία που πυροδοτούν συγκεκριμένες αντιδράσεις. Μία νανοσυσκευή παρακολούθησης των ουσιών μέσα στο αίμα, μπορεί να είναι τηλεκατευθυνόμενη, δηλαδή να ανήκει στην κατηγορία των ηλεκρομαγνητικών, και να είναι φτιαγμένη από ένα πολυμερές φιλικό στο σώμα, το οποίο μάλιστα να βιοδιασπάται μόλις ολοκληρώσει την αποστολή του. Το αυτό-ιάσιμο σκυρόδεμα, το οποίο κλείνει μόνο του τις ρωγμές χάριν στην ανάπτυξη ορισμένων βακτηρίων και τον εμπλουτισμό του με νανοσωματίδια σιλικόνης, είναι ένα δομικό υλικό το οποίο ενώ χρησιμοποιείται σε σταθερές κατασκευές και διαρκεί χρόνια, παρουσιάζει συμπεριφορά βιομεταβαλλόμενου, αφού αλληλεπιδρά με τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Επομένως η παραπάνω κατηγοριοποίηση είναι χρήσιμη στο να καταλάβουμε σε γενικές γραμμές τις ποιότητες των νανοϋλικών και τη συμπεριφορά τους.

Αυτό που δεν αναφέραμε και που πάντα πρέπει να έχουμε κατά νου είναι ότι τα νανοϋλικά, όπως και όλες οι τεχνολογίες αιχμής χρησιμοποιούνται πρώτα και κύρια στην πολεμική μηχανή. Υλικά όλων των κατηγοριών επιστρατεύονται για να κάνουν τις πλευρές του σύγχρονου πολέμου, από την επιτήρηση και τον βιομετρικό έλεγχο μέχρι τα drones και τα θανατηφόρα βακτήρια, πιο αποτελεσματικές, πιο ενσωματωμένες και πιο αόρατες εκεί που πρέπει κάθε φορά. Τα σύγχρονα οπλικά συστήματα είναι από τους κλάδους που παίζουν σημαντικό ρόλο στην χρηματοδότηση της έρευνας γύρω από τα νανοϋλικά αλλά και την έντονη ζήτηση ειδικών μεταλλευμάτων όπως οι σπάνιες γαίες που θα αναφέρουμε παρακάτω, εντατικοποιώντας τον ρυθμό παραγωγής έρευνας και τεχνογνωσίας.

Προσομοίωση, computational materials

Πριν περάσουμε στις αλλαγές που συνδέονται με τα νέα υλικά, θα πούμε λίγα πράγματα για την ιδιαίτερη περίπτωση των επονομαζόμενων υπολογιστικών υλικών (computational materials). Στην περίπτωση αυτή δε μιλάμε για πραγματικά υλικά, αλλά για μοντέλα υλικών που κατασκευάζονται υπολογιστικά, μέσα από μια σύγχρονη διαδικασία “ψηφιακού πειραματισμού”, με στόχο την οικονομία πόρων και δυναμικού και την αύξηση της παραγωγικότητας στην έρευνα των νέων υλικών. Για να καταλάβουμε λίγο καλύτερα αυτήν τη διαδικασία ας δούμε εν συντομία πως προέκυψε και γιατί εν τέλει είναι ζωτικά συνδεδεμένη με την πληροφορική επιστήμη.

Η ιδέα έχει τις ρίζες της στην υπολογιστική προσομοίωση. Η μέθοδος αυτή αρχικά χρησιμοποιήθηκε από τον ENIAC έχοντας σαν στόχο τον σχεδιασμό της θερμοπυρηνικής βόμβας. Η μέθοδος που τελικά ακολουθήθηκε έγινε γνωστή ως μέθοδος Monte Carlo και η βάση της είναι ότι με τη χρήση τυχαία παραγόμενων αριθμών (από τη μηχανή) και με τη βοήθεια της στατιστικής προσπαθούμε να λύσουμε σύνθετα προβλήματα, όπως είναι για παράδειγμα μια παρτίδα σκάκι.

Ενδεικτικά αντιγράφουμε τον ορισμό του όρου προσομοίωση “simulate”: «Η μίμηση των προϋποθέσεων ή της συμπεριφοράς μιας κατάστασης ή διεργασίας με τη βοήθεια ενός μοντέλου, ειδικά για το σκοπό της μελέτης ή της εκπαίδευσης, ειδικότερα, για την παραγωγή ενός υπολογιστικού μοντέλου μιας διαδικασίας». Πρέπει να γίνει μία περαιτέρω διάκριση, μεταξύ μοντελοποίησης και προσομοίωσης. Μια αρκετά κοινή χρήση του όρου “μοντελοποίηση” είναι η εξής: «Περιγράφει την κλασσική επιστημονική μέθοδο παρασκευής μιας απλοποιημένης απομίμησης μιας πραγματικής κατάστασης με διατήρηση των βασικών χαρακτηριστικών της». Με άλλα λόγια, ένα μοντέλο περιγράφει ένα μέρος του πραγματικού συστήματος, χρησιμοποιώντας μια παρόμοια, αλλά πιο απλή δομή.” Η προσομοίωση ουσιαστικά είναι η τοποθέτηση αριθμών στο μοντέλο και την εξαγωγή των τελικών αριθμητικών αποτελεσμάτων, έχοντας αφήσει το μοντέλο να τρέξει σε έναν υπολογιστή. Συνεπώς, μια προσομοίωση δεν μπορεί πότε να είναι καλύτερη από ό,τι το μοντέλο στο οποίο βασίστηκε.

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι η διαδικασία της υπολογιστικής προσομοίωσης μέχρι και σήμερα προβληματίζει έντονα τους μαθηματικούς. Λέει για παράδειγμα ο Langer, διεπιστημονικός καθηγητής του ΜΙΤ:

«o όρος “αριθμητική προσομοίωση” κάνει πολλούς από εμάς να αισθανόμαστε άβολα. Είναι εύκολο να χτίσει κανείς μοντέλα σε υπολογιστές και να παρακολουθεί ό,τι αυτοί κάνουν, αλλά είναι συχνά αδικαιολόγητο να ισχυριζόμαστε ότι μαθαίνουμε τίποτα από τέτοιες ασκήσεις».

Και συνεχίζει

«μπορούμε να ελέγξουμε τις θεωρίες προσομοιώνοντας εξιδανικευμένα συστήματα για τα οποία γνωρίζουμε ότι κάθε στοιχείο έχει ακριβώς τις ιδιότητες που εμείς πιστεύουμε ότι είναι σχετικές».

Μπορούμε να αναδιατυπώσουμε τον προβληματισμό του ως εξής: Πόσο αξιόπιστα είναι τα αποτελέσματα που προκύπτουν από διαδικασίες προσομοίωσης όταν τα μοντέλα πάνω στα οποία στηρίζονται αποτυπώνουν απλά την (συχνά περιορισμένη) αντίληψη που έχει ο άνθρωπος για το εκάστοτε πρόβλημα;

Τα υπολογιστικά υλικά είναι κάτι παρόμοιο σαν διαδικασία. Μοντέλα των υλικών στο επίπεδο της νανοκλίμακας σχεδιάζονται ψηφιακά στους υπολογιστές βάση των όσων ήδη γνωρίζουμε σχετικά με την φυσικοχημεία των υλικών. Με τη βοήθεια βάσεων δεδομένων που περιλαμβάνουν καταγεγραμμένες τιμές και γνωστές ιδιότητες των διαφόρων υλικών, η μηχανή επιλέγει τα κάθε φορά καταλληλότερα υλικά, τις επιθυμητές δομές για τον εκάστοτε σκοπό για τον οποίο χρειάζονται. Είναι επίσης δυνατός ο υπολογισμός και σχεδιασμός νέων νανοδομών, οι οποίες να αποδίδουν στα θεωρητικά υλικά καινούριες ιδιότητες οι οποίες είναι απαραίτητες.

Το βασικό πρόβλημα της υπολογιστικής μοντελοποίησης-προσομοίωσης είναι ο περιορισμός, που προκύπτει από την πεπερασμένη ικανότητα ακόμα και των ταχύτερων (σύγχρονων) υπολογιστών, ως προς τον αριθμό των ατόμων (ή μορίων) και τον αριθμό των χρονικών βημάτων τα οποία μπορούν να επεξεργαστούν. Έτσι, στην καλύτερη περίπτωση, το μέγεθος του χώρου που είναι δυνατό να προσομοιωθεί είναι της τάξης του 1 κυβικού nm ενώ ο χρόνος είναι μικρότερος της τάξης του ενός nanosecond. Ο περιορισμός αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο οι προσομοιώσεις σε ηλεκτρονικό υπολογιστή χρειάζονται συνεχώς να αποκτούν πρόσβαση σε μεγαλύτερους και ταχύτερους υπολογιστές. Συνέπεια αυτού του περιορισμού, θεωρητικά, είναι πως τα αποτελέσματα που εξάγονται δεν φτάνουν να συντεθούν στη μεγακλίμακα, στην οποία τις περισσότερες φορές τα υλικά αυτά αλληλεπιδρούν, με αποτέλεσμα να αγνοείται τις περισσότερες φορές η συμπεριφορά τους σε πραγματικό χώρο και χρόνο, όπως θα δούμε και παρακάτω. Ενδεικτικά να πούμε ότι από τα 1000 υλικά που προσομοιάζονται υπολογιστικά, γύρω στα 10  είναι αυτά που περνούν στο στάδιο της κλασικής πειραματικής εφαρμογής για να ερευνηθούν περαιτέρω.

Ξεπερνώντας την απλή περιγραφή

Η παραγωγή και χρήση των νανοϋλικών αυξάνεται και αναμένεται ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται στο μέλλον. Η έρευνα σε αυτόν τον τομέα βρίσκεται στην κορυφή των χρηματοδοτήσεων, ανάμεσα στις τεχνολογίες αιχμής. Πέρα από τα οπλικά συστήματα και την παραγωγή ενέργειας, τα νανοϋλικά χρησιμοποιούνται και θα χρησιμοποιούνται ακόμα περισσότερο στην καθημερινή ζωή, και αυτή είναι μια συνθήκη με πολλές συνέπειες οι οποίες είναι ορατές και ταυτόχρονα κρυμμένες λόγω της άγνοιάς μας πάνω στο θέμα. Όπως έχει γίνει πολλές φορές στο παρελθόν, χρειάζεται μια μεγάλη περίοδος προσαρμογής και επιμόρφωσης για να γίνουν τα καινούργια υλικά κτήμα των χρηστών, μια διαδικασία που μπορεί να πάρει δεκαετίες, που μπορεί και να μην ολοκληρωθεί ποτέ. Το πλαστικό το οποίο καταναλώνεται μαζικά και πετιέται χωρίς να μπορεί να ανακυκλωθεί, η καρκινογόνα σύνθετη ξυλεία που χρησιμοποιείται λανθασμένα στα έπιπλα, οι μυστήριες ηλεκτρονικές συσκευές που όταν χαλάνε προκαλούν άγχος και απόγνωση και πολύ περισσότερο ακόμα ο μαγικός Η/Υ, είναι αντιπροσωπευτικά παραδείγματα αυτής της άγνοιας και συχνά της φετιχοποίησης των καινοτομιών της τεχνολογίας. Ας σκεφτούμε πόσο έντονο είναι αυτό το φαινόμενο όταν οι καινοτομίες διαδέχονται η μία την άλλη με τους γρήγορους ρυθμούς που αυτό γίνεται σήμερα.

Παρακάτω λοιπόν θα δούμε ορισμένες αλλαγές που θεωρούμε ότι έρχονται μαζί με την καθιέρωση της νανοτεχνολογίας και των εφαρμογών της, όπως τις καταλάβαμε και τις κατηγοριοποιήσαμε ενδεικτικά.

Περιβάλλον και ζωντανοί οργανισμοί.
Από την ελεγχόμενη νανοκλίμακα στην ανεξέλεγκτη διάχυση.

Η τοξικότητα των ναοϋλικών είναι κάτι που μελετάται γενικά, αλλά με αρκετά αργούς ρυθμούς σε σύγκριση με την ολοένα αυξανόμενη χρήση τους. Λόγω της μικρής τους διάστασης τα υλικά αυτά διασπείρονται πολύ εύκολα μέσω του αέρα, της σκόνης, του νερού και επίσης απορροφώνται πολύ εύκολα από τους ζωντανούς οργανισμούς, μέσω του αναπνευστικού συστήματος αλλά και μέσα από το δέρμα. Επίσης, λόγω του απειροελάχιστου μεγέθους τους, έχουν αυξημένη δραστικότητα σε σύγκριση με όμοια υλικά μεγαλύτερης κλίμακας. Γενικά οι παρενέργειες είναι δύσκολο να ερευνηθούν διότι, ενώ στη νανοκλίμακα εμφανίζουν μια Α συμπεριφορά, όπως αναφέραμε και στην εισαγωγή, αλλάζοντας κλίμακα και έχοντας την ικανότητα να διαχέονται τόσο γρήγορα και να σχηματίζουν συσσωματώματα με άλλα νανοσωματίδια, αυτή η συμπεριφορά αλλάζει με τόσο πολύπλοκο τρόπο που, σύμφωνα με τους επιστήμονες είναι σχεδόν αδύνατο να μελετηθεί πόσο μάλλον να προβλεφθεί.

Η  παραγωγή, η κατανάλωση και η ανακύκλωσή τους φέρουν αρκετές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Τα υλικά που βελτιώνουν τα συστήματα παραγωγής ενέργειας και αυτά που χρησιμοποιούνται στη νανοηλεκτρονική, κατασκευάζονται συχνά από ορυκτά των οποίων η εξόρυξη είναι εξαιρετικά επιβαρυντική για το περιβάλλον. Τέτοια παραδείγματα υλικών είναι οι σπάνιες γαίες, διάφορα ραδιενεργά ορυκτά κτλ. Σε δεύτερο στάδιο, σε αυτό της επεξεργασίας τους είτε στα εργοστάσια παραγωγής είτε στα ερευνητικά κέντρα, δημιουργούνται απόβλητα ελεύθερα σωματίδια που διαπερνούν τα φίλτρα που προβλέπει η έως τώρα νομοθεσία, η οποία αγνοεί τα νέα δεδομένα. Η προστασία των εργαζόμενων σε αυτά τα μέρη είναι μια μαύρη τρύπα στην έρευνα μέχρι στιγμής, για τους λόγους που αναφέραμε στην πρώτη παράγραφο.

Παράλληλα, τα νανοσωματίδια συναντώνται σε στέρεη μορφή σαν μέρη ενός βιομηχανικού προϊόντος, και στη συνέχεια καταλήγουν αυτούσια με την τοξική τους ιδιότητα στις χωματερές. Η ανακύκλωσή τους είναι εξαιρετικά δύσκολη, καθώς τα νανοϋλικά χρησιμοποιούνται σε πολύ μικρές ποσότητες που είναι δύσκολο να συγκεντρωθούν και να ξαναχρησιμοποιηθούν, αλλά και δύσκολο να διαχωριστούν από το υπόλοιπο προϊόν λόγω της σύστασης/δομής τους. Ας φανταστούμε εκατομμύρια μικροσκοπικά τσιπάκια τα οποία θα πρέπει να διαχωριστούν από τα ψηφιακά γκάτζετς -όσα φτάνουν σε οργανωμένες δομές ανακύκλωσης, γιατί το μεγάλο μέρος απλά καταλήγει στις χωματερές- και στη συνέχεια να διαχωριστούν σε επίπεδο νανοκλίμακας τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένα. Είναι μια διαδικασία σχεδόν αδύνατη για ένα τεράστιο όγκο προϊόντων.

Όσον αφορά στις παρενέργειες στους έμβυους οργανισμούς, αυτές είναι επίσης άγνωστες καθώς αφού διεισδύσουν μέσα τους τα ελεύθερα νανοσωματίδια, δημιουργούνται ενώσεις με όμοια σωματίδια σε μεγαλύτερης κλίμακας σωματίδια ή αλυσίδες ινών οι οποίες όπως είπαμε μπορεί να αλλάξουν τις ιδιότητες τους . Αντίστοιχα, ούτε η αλληλεπίδραση με τα υπόλοιπα στοιχεία/όργανα του οργανισμού μπορεί να προβλεφθεί. Το αντιφατικό σε όλο αυτό είναι ότι η τεχνολογία των νανοϋλικών χρησιμοποιείται κατά κόρον σε προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης κυρίως σε καλλυντικά (πχ. τα περισσότερα αντηλιακά περιέχουν διοξείδιο του Τιτανίου-Τi02) στη συντήρηση και τη συσκευασία τροφίμων.

Όσον αφορά λοιπόν στη σχέση της νανοτεχνολογίας με το περιβάλλον και τους ζωντανούς οργανισμούς, δημιουργούνται τα εξής ζητήματα: ανεξέλεγκτη διάχυση και αυξημένη δραστικότητα λόγω του μικρού τους μεγέθους, εύκολη απορρόφηση μέσω του αναπνευστικού και του δέρματος, ανεξέλεγκτες παρενέργειες λόγω των ενώσεων με άλλα σωματίδια και της αλλαγής των ιδιοτήτων τους, δυσκολία προστασίας των εργαζόμενων στην εξόρυξη και την μεταποίηση και σχεδόν αδύνατη ανακύκλωση.

Νέα υλικά και εργασία. Μια αναδιαρθρωμένη σχέση.

Στον τεχνολογικά αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό, τα υλικά, δηλαδή η πρώτη ύλη για την παγκόσμια παραγωγή, έχουν δει σημαντικές αλλαγές στον κύκλο ζωής τους. Από την παραγωγή-εξόρυξη μέχρι την ανακύκλωση οι στόχοι και τα μέσα (green marketing-τεχνολογία-επιστήμη) έχουν παρέμβει δραστικά στην εργασία που απαιτείται για τη διαχείριση τους. Όμως, ακόμα και όταν μιλάμε για την επιστήμη των σύγχρονων υλικών, το τρίπτυχο της παραγωγής τους έχει μείνει ουσιαστικά ανέπαφο, ισορροπώντας ίσως λίγο διαφορετικά.

Πέρα από τα απαραίτητα εδώ και δεκαετίες ορυκτά για την παραγωγή, έχουν εμφανιστεί καινούργια που έχουν γίνει απαραίτητα για κλάδους όπως η ενέργεια, η βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας και η ιατρική. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι σπάνιες γαίες[ref]«Σπάνιες γαίες» ονομάζεται μια ομάδα από 17 χημικά στοιχεία, με παράξενα ονόματα, πχ. Λανθάνιο, Δημήτριο, Πρασεοδύμιο, Νεοδύμιο, Προμήθειο, Σαμάριο κτλ.[/ref]. Με τον όρο σπάνιες γαίες αναφερόμαστε σε υλικά τα οποία αν και δεν σπανίζουν στο έδαφος της γης, βρίσκονται συχνά ενωμένα με άλλα στοιχεία τα οποία απαιτούν προηγμένες -και συνήθως πολυέξοδες- μεθόδους διαχωρισμού, βρίσκονται σε σημεία δύσκολα προσβάσιμα από τα σύγχρονα μέσα και γενικά είναι δύσκολη η απομόνωσή τους από τις προσμίξεις και η εκμετάλλευσή τους. Έτσι ενώ τα μισά περίπου κοιτάσματα σπάνιων γαιών βρίσκονται στην Κίνα[ref]Το Bayan-Obo, το μεγαλύτερο «κοίτασμα» σπάνιων γαιών του κόσμου που βρίσκεται στην Εσωτερική Μογγολία της Κίνας (διαθέτει περισσότερα από 40 εκατ. τόνους REE ορυκτών και μετά από 40 και πλέον χρόνια εξόρυξης έχει αποληφθεί μόλις το 35%). Περιέχει και θόριο (Th) το οποίο ανιχνεύεται στα απορρίμματα της εκμετάλλευσης, δημιουργώντας εστίες μόλυνσης του εδάφους και των νερών στην ευρύτερη περιοχή Baotou.[/ref], σχεδόν όλη η παγκόσμια παραγωγή τροφοδοτείται από αυτά, κυρίως, λόγω του οικονομικού κόστους εξόρυξης αλλά και της περιβαλλοντικής καταστροφής που συνεπάγεται αυτή.

Οι συνθήκες εξόρυξής των σπάνιων γαιών στα ορυχεία είναι οι τυπικές, επικίνδυνες συνθήκες που επικρατούν σε όλα τα ορυχεία ανά τον κόσμο, με τη διαφορά ότι τα επίπεδα ρύπανσης του περιβάλλοντος είναι πολύ μεγαλύτερα[ref]Ενδεικτικά, για την κατεργασία ενός τόνου σπάνιων γαιών παράγονται 2.000 τόνοι τοξικών αποβλήτων τα οποία συνήθως καταλήγουν στον υδροφόρο ορίζοντα.[/ref]. Το κόστος της προμήθειας της παγκόσμιας βιομηχανίας με σπάνιες γαίες πληρώνουν ως συνήθως οι κάτοικοι των γύρω περιοχών, που βλέπουν την καθημερινότητα τους να αλλάζει δραστικά, με απαλλοτριώσεις γης και επανατοποθετήσεις ολόκληρων χωριών με σκοπό την εξάπλωση των ορυχείων, και ταυτόχρονα υφίστανται τις βλαβερές συνέπειες της μόλυνσης στην υγεία τους.

Φυσικά, όταν αλλάζει το είδος των ορυκτών που χρειάζεται η παγκόσμια παραγωγή, αλλάζουν και οι αξίες των οικοπέδων των κρατών. Αυτό σημαίνει ότι η αλλαγή στις τεχνολογίες και τα υλικά που χρησιμοποιούν έχει και γεωπολιτικές προεκτάσεις, στις οποίες δε θα επεκταθούμε εδώ για να μην ξεφύγουμε[ref]Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί η πρωτοκαθεδρία της Κίνας στη εξόρυξη των σπάνιων γαιών, η οποία αλλάζει και τις διεθνείς ισορροπίες δύναμης, δίνοντας στο Πεκίνο την δυνατότητα χρησιμοποιεί το μονοπώλιο εκβιαστικά έναντι άλλων χωρών (π.χ μπλοκάρισμα εξαγωγών σπάνιων γαιών στην Ιαπωνία μετά από διαμάχες ναυτικού δικαίου) μιας και όλες οι τεχνολογίες αιχμής, βασίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό σ’ αυτές τις εξορύξεις. Δεν είναι τυχαίο ότι οι σπάνιες γαίες αναφέρονται από πολλούς ως το κινεζικό πετρέλαιο.[/ref].

Όσον αφορά στα νανοϋλικά, τα οποία είναι και το κέντρο βάρους αυτής της εκδήλωσης, το σημαντικό σημείο έγκειται στην αλλαγή του χάρτη της εργασίας, θέτοντας το βάρος της παραγωγής τους όχι στη χειρωνακτική εργασία αλλά στη θεωρητική έρευνα στα εργαστήρια. Όπως είπαμε, η χρήση των νανοσωματιδίων καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα τομέων, από τη χημεία και την πληροφορική μέχρι την παραγωγή ενέργειας και την ιατρική και η ζήτηση για αυτά αυξάνεται συνεχώς.

Λόγω της φύσης τους, τα νανοσωματίδια παράγονται σε σχετικά μικρές ποσότητες αν τα συγκρίνουμε με άλλα υλικά, όμως ακόμα και αυτός ο όγκος είναι δύσκολο να παραχθεί μιας και η δημιουργία τους απαιτεί ένα συνδυασμό κλάδων όπως επιστήμη υλικών, χημεία, πληροφορική (βλ. computational materials) και κυρίως, κρατικά χρηματοδοτούμενη έρευνα. Η έρευνα λοιπόν είναι αδιαχώριστο κομμάτι της παραγωγής, με το μεγαλύτερο μέρος της να γίνεται σε πανεπιστημιακά εργαστήρια. Ένα καλό παράδειγμα αυτού είναι η ώθηση του κλάδου στις ΗΠΑ από το 2001 και μετά με την NNI (National Nanotechnology Initiative) του Bill Clinton, η οποία δίνει μέχρι και σήμερα ένα στρατηγικό προβάδισμα στη χώρα στον τομέα της νανοτεχνολογίας. Ακόμα κι έτσι βέβαια, με τη μετατόπιση ενός κομματιού της παραγωγής από τα ορυχεία στα εργαστήρια, η εργασία που απαιτείται δεν εξαφανίζεται, απλά γίνεται αόρατη κάτω από το μανδύα της επιστήμης και της προόδου, παραμένοντας εκεί με τη μορφή έρευνας, πειραμάτων, παραγωγής και συσσώρευσης γνώσης.

Τέλος, μια άλλη πτυχή της αλλαγής που επιφέρουν τα νέα υλικά σχετικά με την εργασία, η οποία αξίζει να αναφερθεί, είναι η γνωστική αλλαγή στους τομείς της εργασίας που εφαρμόζονται αυτά τα υλικά, η καταστροφή δηλαδή ενός μέρους τεχνικής γνώσης ή/και ο μετασχηματισμός ενός άλλου, ώστε να συμβαδίζει με το νέο παράδειγμα. Η χρήση όλο και πιο πρωτοποριακών τεχνικών και υλικών σε κάθε πτυχή της ζωής αλλάζει την αντίληψη μας γύρω από τα γνωστικά αντικείμενα, και την εργασία που συνδέεται με αυτά, απαρχαιώνοντας και απαξιώνοντας την προγενέστερη γνώση, αναγκάζοντας τους κατόχους της είτε να συμβαδίσουν με το καινούριο είτε να πέσουν σε αχρηστία μαζί με αυτή.

Σχέση του ανθρώπου με το ζωντανό σώμα.
Η λατρεία της κατάτμησης.

Διαβάζοντας για τα νανοϋλικά  και κυρίως στην περίπτωση των βιοϋλικών που χρησιμοποιούνται πάρα πολύ σε ιατρικά προϊόντα, στα καλλυντικά και στα τρόφιμα, δεν μπορούσαμε παρά να παρατηρήσουμε τον ιδιαίτερο αντίκτυπό τους στο πώς αντιλαμβανόμαστε τα σώματά μας. Με την είσοδό τους στην ιατρική επιστήμη τα νανοβιοϋλικά έφεραν μεγάλη αλλαγή στο πως τόσο ο ειδικός όσο και ο ασθενής αντιμετωπίζει τον οργανισμό. Έχουμε πει ξανά πως ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος, από την γενίκευση και την καθιέρωση του επίσημου ιατρικού συστήματος και της δυτικής επιστήμης πάνω από την θρησκεία, όσον αφορά τον έλεγχο του φυσικού σώματος, αντιμετωπίζει αυτό το σώμα ως κομμάτια που το καθένα απ’ αυτά το εξετάζει, το διορθώνει, το ομορφαίνει, ως ανεξάρτητο απ’ όλα τα άλλα. Το νέο παράδειγμα πάει αυτή τη διαδικασία ένα βήμα παραπέρα. Πλέον, στην επίβλεψη της ιατρικής δεν υπάρχει ένα σώμα κομμένο σε κεφάλι, χέρι, πόδι, καρδιά, αλλά ένα σώμα κατακερματισμένο στη νανοκλίμακα. Όσο μικρότερα είναι τα κομμάτια τόσο περισσότερο το άτομο απομακρύνεται απ’ την επίγνωση ότι το σώμα του είναι ένας ολοκληρωμένος οργανισμός που λειτουργεί ενιαία και όχι αποσπασματικά και τόσο περισσότερο παύει να κατανοεί την πολυπλοκότητα της λειτουργίας του.

Άμεσος κίνδυνος αυτού είναι η απλουστευτική ερμηνεία του οργανισμού. Η δυτική ιατρική έχει την παράδοση που είπαμε και παραπάνω, να προσπαθεί να διορθώσει το προβληματικό μέρος αδιαφορώντας για το πώς επηρεάζει το σύνολο. Όταν λοιπόν βλέπεις και καταλαβαίνεις το ειδικό συχνά χάνεις την πλήρη εποπτεία του γενικού. Όπως είπαμε ήδη στον τομέα των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, όταν καταπιάνεται κανείς πολύ διεξοδικά με την νανοκλίμακα, είναι πολύ δύσκολο να ελέγξει τις επιπτώσεις των παρεμβάσεών του σε μεγαλύτερες κλίμακες, είναι σχεδόν αδύνατο να έχει αντίληψη της πιο ολοκληρωμένης εικόνας, λόγω της τρομακτικής πολυπλοκότητας.

Ένα ακόμη σημείο που πρέπει να εστιάσουμε είναι η ψευδαίσθηση του άτρωτου. Ο γιατρός πλέον μπορεί να επεμβαίνει στο πρόβλημα με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια και να “διορθώνει” την όποια δυσλειτουργία με τεχνητά μέσα. Έτσι το άτομο έχει την αίσθηση μιας τελειωμένης επέμβασης. Δημιουργείται ταυτόχρονα μια ψευδής αίσθηση πως ό,τι και να συμβεί, ό,τι και να θέλει να αλλάξει, μπορεί να το κάνει πολύ εύκολα και απλά. Έτσι το ατελές σώμα του, με τις αντίστοιχες προσπάθειες τελειοποίησής του στο προηγούμενο παράδειγμα, μπορεί πλέον να διορθωθεί και συνεχώς να γίνεται καλύτερο.

Σχέση του ανθρώπου με τη μηχανή.
Τα θολά όρια ανάμεσα στο φυσικό και το τεχνητό.

Νανομηχανές και εμφυτεύματα

Από το 1950, που εμφυτεύτηκε ο πρώτος ηλεκτρονικός βηματοδότης, μέχρι σήμερα, η αλλαγή στην κλίμακα επέμβασης και εμφύτευσης ηλεκτρονικών μηχανών στο σώμα έχει αλλάξει δραματικά, αλλάζοντας και τις ισορροπίες ανάμεσα στο διαχωρισμό ανθρώπου και μηχανής. Η, αυτονόητη πλέον, μηχανική υποβοήθηση συγκεκριμένων οργάνων σε περιπτώσεις ασταθούς λειτουργίας, όπως ο κλασικός βηματοδότης, θεωρείται ξεπερασμένη ως ιατρικό επίτευγμα. Οι αλλαγές και εξελίξεις φαίνονται ήδη στις διαδεδομένες εμφυτευμένες μηχανές, π.χ. χρήση τηλεϊατρικής και ασύρματης τεχνολογίας για έλεγχο των συσκευών και των αποτελεσμάτων από απόσταση. Αλλαγές που μοιάζουν να μην εντυπωσιάζουν (ή να τρομάζουν) κανέναν, σε ένα κόσμο στον οποίο τα πιο ιδιαίτερα προσωπικά δεδομένα βγαίνουν στη φόρα του διαδικτύου και μάλιστα εθελούσια.

Η έρευνα, λοιπόν, που αφορά την τοποθέτηση συσκευών στο ανθρώπινο σώμα έχει αρχίσει να μετατοπίζεται χάρη στην ευρεία ανάπτυξη της νανοτεχνολογίας και των νέων υλικών. Η μέχρι τώρα υποστήριξη βασικών οργάνων και μελών, δίνει τη θέση της σε παρεμβατικές νανο-μηχανές οι οποίες, ανάλογα με την περίσταση, μπορούν να αλλάζουν ή να αναστέλλουν τη λειτουργία αγγείων, κυττάρων και μελών, πάντα με στόχο την υγεία και τη θεραπεία σοβαρών ασθενειών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα διάφορα νανοτσιπ τα οποία εμφυτεύονται και σκανάρουν κομμάτια του οργανισμού καθώς και το καινοτόμο μικροτσίπ υπερήχων που εμφυτεύεται στον εγκέφαλο ασθενών με γλοιοβλάστωμα (επιθετικός καρκίνος του εγκεφάλου) και αναστέλλει τη λειτουργία του αιματοεγκεφαλικού φραγμού[ref]Ο αιματοεγκεφαλικός φραγμός αποτελεί άμυνα του εγκεφάλου ενάντια στις τοξίνες. Διακόπτοντάς τον, τα αιμοφόρα αγγεία γίνονται διαπερατά και διευκολύνονται τα μόρια των φαρμάκων της χημειοθεραπείας να διεισδύσουν στον εγκέφαλο.[/ref]. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο επικεφαλής καθηγητής της έρευνας Αλεξάντρ Καρπιεντέ: «Ο αιματοεγκεφαλικός φραγμός είναι ένα από τα τελευταία μεγάλα όρια της νευροεπιστήμης». Και φυσικά, τα όρια του ανθρώπινου σώματος αποτελούσαν ανέκαθεν μεγάλο πειρασμό για την επιστήμη. Ζητούμενο πλέον είναι η υπερπήδηση όλων των εμποδίων, όλων των μυστικών του σώματος, όλων των ανεξερεύνητων πτυχών και φυσικά η επίτευξη ελέγχου και καθοδήγησης αυτών. Και ποιος καλύτερος τρόπος για επιτήρηση και διαχείριση υπάρχει από αυτόν της χρήσης μηχανών; Όσο δυστοπικό κι αν αυτό ακούγεται, όσον αφορά στο ανθρώπινο σώμα, συμβαίνει ήδη και το γεγονός ότι μέχρι στιγμής οι εφαρμογές περιορίζονται σε περιπτώσεις “ίασης”, δεν μειώνει τη σημασία και τις επιπτώσεις της αλλαγής αυτής.

Η μηχανή ως αδιαμφισβήτητο κομμάτι του σώματος

Έχει αποδειχτεί ανά τα χρόνια ότι είναι πολύ λεπτή η γραμμή ανάμεσα στην επιφυλακτικότητα και στην αποδοχή. Κάποια χρόνια πριν, η μεσολάβηση των κοινωνικών σχέσεων από τη μηχανή μπορεί να τρόμαζε. Πλέον είναι σαν να μην υπάρχει άλλη επιλογή. Οι έρευνες για την βελτίωση ανθρώπινων χαρακτηριστικών, όπως ο δείκτης νοημοσύνης και η μνήμη, ήδη υφίστανται. Αυτό που λείπει για να εφαρμοστούν αυτές οι εμφυτεύσεις παρεμβατικών ηλεκτρονικών μικροσυσκευών σε υγιή σώματα είναι η κοινωνική αποδοχή. Βάζοντας λοιπόν ως μπροστάρη αυτών των εμφυτεύσεων την ανάγκη θεραπείας σοβαρών ασθενειών, το υποκείμενο αρχίζει να μην νιώθει τόσο άβολα και επιφυλακτικά απέναντι σε ένα μηχάνημα που θα λειτουργεί εντός του σώματός του και θα διορθώνει διάφορες δυσλειτουργίες, με τον έλεγχο πάντα του επιβλέποντα γιατρού και της ομάδας του οι οποίοι καταλήγουν να έχουν την πλήρη εξουσία πάνω σε αυτό το μηχάνημα. Και μετά σειρά έχουν οι δυνατότητες και οι ικανότητες. Γιατί να μην βελτιώσει κάποιος τα αδύνατα στοιχεία της προσωπικότητας του, αφού του δίνεται η δυνατότητα με τη βοήθεια της νανοτεχνολογίας και των νέων υλικών; Δεν θέλουμε να μελλοντολογούμε, αλλά αυτές οι εμφυτεύσεις φαίνεται ότι θα γίνουν μια υπόθεση ρουτίνας, με τον ίδιο τρόπο που είναι τώρα οι πλαστικές επεμβάσεις.

Όπως με την πλαστική χειρουργική αρχίζει και χάνεται το όριο μεταξύ του φυσικού και τεχνητού σώματος, έτσι με τα μηχανικά εμφυτεύματα χάνεται σιγά σιγά το όριο μεταξύ ανθρώπου και μηχανής. Είναι τελικά το ίδιο το σώμα που καθορίζει τις λειτουργίες του ή ένα τηλεχειριστήριο με ενδείξεις στο γραφείο του γιατρού; Οι σκέψεις που θα περνούν από το μυαλό ενός ανθρώπου που θα έχει κάνει εμφύτευση βελτιωτή ευφυίας θα είναι δικές του ή θα του τις έχουν φορέσει και θα τις αλλάζουν ανάλογα με τις ανάγκες; Και τι θα γίνει στην περίπτωση που η έξυπνη εκείνη μηχανή υποστεί κάποια βλάβη που δεν είχε προβλεφθεί στο εργαστήριο; Πώς και με ποια εμπειρία θα αλληλεπιδράσει με το υπόλοιπο σώμα; Φυσικά υπάρχει πάντα και ο κίνδυνος των υποκλοπών και των διαδικτυακών επιθέσεων, με μεγάλη μερίδα επιστημόνων να καταγγέλλει ότι οι μηχανές αυτές μπορούν να δεχτούν εύκολα επίθεση από χάκερς καθώς τα πρωτόκολλα ασφαλείας είναι ιδιαίτερα ευπαθή. Και αν ένα κακόβουλο λογισμικό μπορεί να προκαλέσει τόσο μεγάλη ζημιά σε ένα μηχάνημα και τα δεδομένα του, ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε τη ζημιά που θα προκαλούσε αν το μηχάνημα αυτό βρισκόταν μέσα στο σώμα μας.

Ένα ακόμα σημαντικό ζήτημα που προκύπτει είναι αυτό της ιδιοκτησίας. Στο πεδίο της επιστήμης, το μήλο της έριδος ήταν ανέκαθεν αυτό της πατέντας και της πνευματικής ιδιοκτησίας, με τους επιστήμονες να κονταροχτυπιούνται για το ποιος θα δημοσιεύσει πρώτος τις ανακαλύψεις του ώστε να πάρει και τα εύσημα πακέτο με την καταξίωση. Στον τομέα της ιατρικής ισχύει προφανώς το ίδιο, χωρίς βέβαια ο ασθενής να έχει υπόψιν του ποιος ήταν ο τάδε ερευνητής που πατένταρε την επέμβαση που αυτός μόλις έκανε. Νομίζουμε ότι τα πράγματα θα αλλάξουν λίγο και ως προς αυτήν την κατεύθυνση, λαμβάνοντας υπόψη μας την αλλαγή των συσχετισμών και την εξουσία που ασκείται από τον επιστήμονα προς τον ασθενή. Αυτό ενισχύεται από μία νέα συνθήκη που αναφέραμε και παραπάνω και είναι αυτή του χειρισμού της μηχανής από τον ειδικό κατά βούληση, ενώ αυτή είναι τοποθετημένη μέσα στο σώμα. Και η εταιρία της οποίας το λογότυπο είναι τυπωμένο πάνω στην εμφυτευμένη μηχανή; Ίσως στο μέλλον θα γίνει κάπως ασαφές το σε ποιον ανήκει αυτό το ξένο σώμα με το οποίο συμβιώνουμε στο ίδιο σκάφος, ποιος είναι αυτός που το ορίζει και ποια είναι τα δικαιώματα του υποκειμένου στο ίδιο του το σώμα.

Η μαγική σχέση του ανθρώπου με τα τεχνολογικά εμπορεύματα.

Το σύνολο των τεχνολογικών εφαρμογών που μας περιβάλλουν, είτε μιλάμε για υλικά αντικείμενα όπως ένα smartphone, είτε μιλάμε για μια εξειδικευμένη υπηρεσία όπως ο προγεννητικός έλεγχος μας παρουσιάζονται σαν μια μεγάλη γκάμα φαντασμαγορικών εμπορευμάτων ή και μη εμπορευμάτων όπως είναι τα social media. Σαν τέτοια δεν έχουν τίποτα το ξεχωριστό. Για να υπάρξουν απαιτούνται πρώτες ύλες, εργασία και μια διαδικασία διάθεσής τους στο κοινωνικό σύνολο μέχρι την κατανάλωση τους.

Η μυστικοποίση των τεχνολογικών εφαρμογών-εμπορευμάτων μοιάζει να ακολουθεί την παραδοσιακή οδό. Από τη μία η άγνοια των κοινωνικών υποκειμένων όσον αφορά τις διαδικασίες παραγωγής τους είναι τέτοια ώστε να μπορεί να τα καθιστά υπερβατικά, αυθύπαρκτα αντικείμενα με δικές τους ιδιότητες. Σε δεύτερο χρόνο, η εγγενής λειτουργία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής φροντίζει να αποκρύπτει τον εκμεταλλευτικό και εξουσιαστικό χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων που χρειάστηκαν για την παραγωγή τους. Έτσι λοιπόν οι σύγχρονες τεχνολογικές εφαρμογές μοιάζει να μη διαφέρουν εκ πρώτης όψεως από τα κοινά εμπορεύματα. Ο φετιχισμός του εμπορεύματος όπως τον διατύπωσε ο Μάρξ δυο αιώνες πριν, φαίνεται να περιγράφει αρκετά καλά το σύγχρονο μαγικό πέπλο που περιβάλει αυτά τα νέου τύπου εμπορεύματα και υπηρεσίες. Αν μαζί με αυτά συνυπολογίσουμε και τον παράγοντα της διαφήμισης και τη διαδικασία παραγωγής αναγκών, έχουμε μια καλή ιδέα για το πώς λειτουργούσε αυτή η μυστικοποίηση μέχρι και σήμερα.

Και όμως, αν κάποιος θελήσει να συγκρίνει εμπορεύματα παλιότερων τεχνολογικών παραδειγμάτων με τα σύγχρονα ανάλογα τους, όσον αφορά τη θέση που έχουν στα μυαλά των τυχαίων καταναλωτών, δεν θα μείνει πλήρως ικανοποιημένος με την παραπάνω ερμηνεία. Γιατί είναι ένα πράγμα το να περπατάς σε έναν ασφαλτοστρωμένο δρόμο ενώ παράλληλα σου διαφεύγει πλήρως ποιες διαδικασίες χρειάστηκαν για να κατασκευαστεί ή τι υλικό χρησιμοποιήθηκε. Και είναι άλλο να βλέπεις με τα μάτια σου ένα ράγισμα που προέκυψε σε αυτόν να αρχίζει να επουλώνεται μόνο του, σαν ζωντανός οργανισμός. Είναι, όπως και να το δει κανείς, μια ποιοτική αλλαγή σε μια ήδη υπάρχουσα κατάσταση.

Ποια είναι όμως τα χαρακτηριστικά αυτού του σύγχρονου φετιχισμού; Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ζήτημα είναι εξαιρετικά απλό αρκεί να σκεφτεί την πολυπλοκότητα των εν λόγω αντικειμένων. Πράγματι μπορούμε με ασφάλεια να υποθέσουμε ότι η κατασκευή ενός αυτο-επιδιορθώμενου υλικού είναι σε τέτοιο βαθμό πολύπλοκη που ίσως ακόμα και οι ίδιοι οι παραγωγοί του να αδυνατούν να κατανοήσουν το σύνολο της εργασίας που χρειάστηκε πέρα από το δικό τους εξειδικευμένο κομμάτι. Πόσο μάλλον ένα τυχαίο υποκείμενο. Είναι λογικό επόμενο τέτοιου είδους ακατανόητες εφαρμογές να φαντάζουν μαγικές στα μάτια των απλών θνητών. Άλλοι μπορεί να πανηγυρίζουν, άλλοι μπορεί να τρομάζουν. Το σίγουρο είναι πως κανείς δε καταλαβαίνει τίποτα όσο αναφορά την διαδικασία παραγωγή τους.

Η περαιτέρω μυστικοποίηση των σύγχρονων τεχνολογικών εφαρμογών εξαιτίας της αύξησης της πολυπλοκότητας τους ξεκαθαρίζει λίγο το τοπίο. Αν όμως μείνει κανείς  σε αυτό, είναι σαν να υποστηρίζει πως θα αρκούσε κάποιου είδους διαφωτισμός των μαζών όσο αναφορά τις τελευταίες τάσεις των αντίστοιχων κάθε φορά επιστημονικών πεδίων για να εξαλειφθεί το «πρόβλημα». Θεωρητικά μια καλύτερη γνώση όλων αυτών θα μπορούσε να απομυθοποιήσει σε κάποιο βαθμό αυτά τα θαυμαστά προϊόντα, αλλά αυτό δε θα διέλυε τον φετιχισμό. Και αυτό γιατί ο σύγχρονος φετιχισμός έχει περισσότερες διαστάσεις. Ας μη ξεχνάμε πως ζούμε στην εποχή της πληροφορίας! Αν η εξαφάνιση του φετιχισμού ήταν τόσο απλή διαδικασία όσο το να διαδόσεις μερικές σελίδες του Wikipedia σε κάμποσα mail ανά τον κόσμο, όλο και κάποιος θα το είχε σκεφτεί μέχρι σήμερα…. ωστόσο βρισκόμαστε ακόμη εδώ που βρισκόμαστε.

Φετιχισμός revisited.

Ο σύγχρονος φετιχισμός που περιβάλει τα τεχνολογικά εμπορεύματα δεν μπορεί πλέον να αναλύεται σαν κάποιο φυσικό φαινόμενο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο σύγχρονος φετιχισμός είναι ένα πλέγμα σχέσεων και ιδεολογιών που στοχευμένα τα αφεντικά έχουν χτίσει με αυτό το τρόπο.

Για παράδειγμα η σχέση των ανθρώπων με αυτό που γενικότερα θα λέγαμε τεχνο-επιστήμη. Έχουμε και στο παρελθόν ασχοληθεί με το πως η επιστήμη και η τεχνολογία σαν κοινωνικές κατασκευές στο καπιταλισμό έχουν δομηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να παρουσιάζονται σαν αυτόνομες δομές οι οποίες, εξαιτίας «κάποιου αφηρημένου πνεύματος προόδου», συνδυασμένου με την «ακόρεστη επιθυμία του ανθρώπου να εξηγεί τον κόσμο γύρω του», λειτουργούν ανεπηρέαστες από το κοινωνικό σύνολο και πάντα για το καλό του. Ό,τι και αν έχουμε γράψει (εμείς όπως και πολλοί άλλοι) αντίθετο προς αυτά, έρχεται σχεδόν πάντα αντιμέτωπο με τον τοίχο της “αποτελεσματικότητας”: «Αφού το αεροπλάνο πετάει η φυσική από πίσω του λέει την αλήθεια». Κανένα ενδιαφέρον για το αν υπήρχαν ή υπάρχουν άλλα θεωρητικά μοντέλα για τον ίδιο σκοπό που απορρίφθηκαν ως προβληματικά απλά και μόνο επειδή δεν συνέφεραν για οποιαδήποτε λόγο όσους χρηματοδότησαν την συγκεκριμένη έρευνα. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, και την έχουμε ξαναπεί, οπότε δε θα επεκταθούμε εδώ. Αρκεί να θυμίσουμε ότι για εμάς η τεχνο-επιστήμη δεν είναι σε καμία περίπτωση ουδέτερη. Εξελίσσεται και αναπτύσσεται μέσα στον καπιταλισμό, χρηματοδοτείται από αυτόν και δουλεύει για αυτόν. Και η παρατήρηση αυτή είναι προς χρήση όποιου θέλει να σταθεί ανταγωνιστικά προς τα αφεντικά, δεν είναι κάποια αφηρημένη συζήτηση για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε το facebook για τις κοινωνικές μας σχέσεις.

Πέρα από τον γενικότερο φετιχισμό που συνοδεύει έννοιες όπως η επιστήμη και η τεχνολογία, σημαντικό ρόλο στην μυστικοποίηση των νέων τεχνολογικών εφαρμογών παίζει και η διαχωρισμένη θέση που κατέχουν οι ειδικοί των αντίστοιχων κλάδων. Αντιγράφουμε από το περιοδικό cyborg, από το κείμενο «Ιστορία επιστημονικού μυστικισμού: τάο και φυσική»:

«Ο φετιχισμός των τεχνοεπιστημόνων, τα θεωρήματα της γνωσιακής υπεροχής τους επειδή είναι πολύ κοντύτερα στην Αλήθεια του Κόσμου σε σχέση με τον κάθε μη ειδικό, ο γνωσιακός φετιχισμός των πρώτων κρίκων της αλυσίδας, των κορυφών της όποιας γνωσιακής πυραμίδας, αυτός λοιπόν ο ειδικός φετιχισμός είναι που διατρέχει όλη την αλυσίδα νοηματοδοτήσεων και αξιολογήσεων όταν πρόκειται για αντικείμενα ή/και διαδικασίες των τεχνοεπιστημών. Ο καταναλωτής υπο-δέχεται όχι μόνο την υποτιθέμενη αυταξία της χ ή ψ εφαρμογής, αλλά κι όλη την ιεραρχία της γνωσιακής διαστρωμάτωσης, που παράγουν και αναπαράγουν υπέρ τους οι ειδικοί τεχνο-επιστήμονες. Πλάι σε αυτόν τον διαχωρισμό γνώσης και μη-γνώσης είναι σημαντικό να επισημάνουμε ξανά, ότι η εξειδίκευση των τεχνο-επιστημόνων, όπως και οι διαδικασίες στο εσωτερικό των τεχνο-επιστημών, έχει εξελιχθεί και ταηλοροποιηθεί σε τέτοιο βαθμό όπου στις περισσότερες περιπτώσεις ούτε οι ίδιοι οι ειδικοί δεν «γνωρίζουν» το σύνολο των χαρακτηριστικών των εφαρμογών που παράγουν.»

Αναφερθήκαμε είδη σε προηγούμενο κομμάτι της εισήγησης στην εργασία η οποία είναι απαραίτητη για την παραγωγή τέτοιων εφαρμογών. Εργασία η οποία διατρέχει όλες της βαθμίδες της παραγωγής. Από τον υπολογιστικό προγραμματισμό, την εξόρυξη, την επεξεργασία και τη μεταποίηση μέχρι την κατανάλωση και την ανακύκλωση το μόνο που έχει αλλάξει σε σχέση με τα παραδοσιακά υλικά είναι ότι η εργασία που εμπλέκει απλώνεται σε όλο και περισσότερα πεδία. Πέρα λοιπόν από τις διάφορες παρανοήσεις που μπορεί να προκύπτουν από την ηθελημένη η μη παράκαμψη του παράγοντα εργασία, το γεγονός ότι το σύνολο αυτών των τεχνολογικών εφαρμογών είναι στη διάθεση των δυτικών κοινωνιών απλά ως κάτι προς κατανάλωση αποκομμένο από τις διαδικασίες που το παρήγαγαν, συμβάλει αναπόφευκτα στη περαιτέρω μυστικοποίηση του. Και αν είναι δύσκολο για κάποιον να σκεφτεί την εργασία που χρειάστηκε για ένα απλό drone καθαρισμού που αγόρασε, φανταστείτε πόσο ποιο δύσκολη θα γίνει αυτή η συνειδητοποίηση όταν το μόνο που θα αγοράζουμε θα είναι καρούλια διαφορετικών υλικών που θα ταΐζουμε στον προσωπικό μας 3d εκτυπωτή.

Ένας ακόμη παράγοντας που πιστεύουμε ότι συμβάλει στον σύγχρονο φετιχισμό των προηγμένων εμπορευμάτων είναι η ίδια η δυνατότητα αυτών των αντικειμένων να μεταβάλλουν τις κοινωνικές σχέσεις γύρω τους. Έχουμε μιλήσει πολλές φορές και με διάφορες αφορμές για το πως απλές εφαρμογές όπως το κινητό τηλέφωνο, ή το ίντερνετ, ή και πιο απλά πράγματα όπως ένα πλυντήριο πιάτων επηρέασαν την κοινωνική πραγματικότητα. Γενικά όταν μια τεχνο-επιστημονική εφαρμογή παίρνει μαζικό χαρακτήρα και το κοινωνικό σώμα δένεται μαζί της με μια σχέση εξάρτησης, είναι λογικό επόμενο ο όποιος προβληματισμός θα μπορούσε να προκύψει γύρω από τη χρήση της να μειώνεται δραστικά. Η διαδικασία αυτή είναι ακόμη πιο έντονη για τις γενιές που μεγαλώνουν μέσα σε ένα ήδη διαμορφωμένο παράδειγμα. Ο προβληματισμός και η ενδεχόμενη αμφισβήτηση μιας χ τεχνολογικής εφαρμογής είναι πολύ πιο αναμενόμενος από ένα υποκείμενο το οποίο έχει γνωρίσει και ζήσει ένα κοινωνικό παράδειγμα χωρίς αυτή, παρά από κάποιον ο οποίος δεν γνώρισε τίποτα άλλο πέρα από αυτό. Φυσικά κανένα κοινωνικό παράδειγμα δεν μπορεί να είναι εντελώς συνεκτικό και αντιφάσεις πάντα μπορούν να παρουσιαστούν προκαλώντας νέους προβληματισμούς και αμφισβητήσεις.

Όλα αυτά, ο φετιχισμός της τεχνο-επιστήμης, η διαχωρισμένη γνώση των τεχνο-επιστημόνων, η βολική απουσία του παράγοντα της εργασίας, η δύναμη των τεχνολογικών εφαρμογών να μορφοποιούν τις κοινωνικές σχέσεις και η διαδικασία παραγωγής αναγκών, είναι μόνο μερικοί παράγοντες που μαζί με αυτό που ονομάστηκε φετιχισμός του εμπορεύματος συνθέτουν το πλέγμα των ιδεολογιών που ντύνουν κάθε νέου τύπου εμπόρευμα υλικό ή «άυλο». Αυτοί οι παράγοντες θεωρούμε ότι εντείνονται με την ευρεία αλλαγή στην υλικότητα των εμπορευμάτων, μέσα από τη νανοτεχνολογία και δημιουργούν ένα ακόμα πυκνότερο πέπλο μυστηρίου γύρω τους.

Επίλογος

Είναι γεγονός πως η επιστήμη και η τεχνολογία των υλικών, μπορεί να ξένισε σε πρώτο χρόνο αρκετούς από τους φίλους και τις φίλες του game over. Ίσως ακόμη και μετά από όλα αυτά πολλοί να μην έχουν πειστεί για την επιλογή και τη σημασία του συγκεκριμένου θέματος. Είναι επίσης αλήθεια ότι και για εμάς ήταν αρκετά δύσκολο να συλλέξουμε πληροφορίες για το συγκεκριμένο πεδίο, μιας και η σχετική βιβλιογραφία είναι αρκετά περιορισμένη και αποτελείται κατά κύριο λόγο από επιστημονικά άρθρα και βιβλία τα οποία απαιτούσαν τις περισσότερες φορές κάποια εξοικείωση με το αντικείμενο.

Παρόλα αυτά, το θέμα των υλικών για εμάς προέκυψε κάπως φυσικά σαν πεδίο μελέτης, όταν ξεκινήσαμε να συζητάμε για αυτό που ονομάσαμε νέο βιο-πληροφορικό παράδειγμα και τις αλλαγές που κουβαλάει μαζί του. Αυτό συνέβη γιατί γρήγορα διαπιστώσαμε ότι για τη γενετική, την επικοινωνία μεσώ υπολογιστών, το internet of things, αλλά και πολλά άλλα (πιο φανταχτερά) σημεία αυτού του νέου παραδείγματος, η επιστήμη και τεχνολογία των υλικών αποτελεί με έναν τρόπο προϋπόθεση για να μπορούν να υπάρχουν και να εξελίσσονται σαν ξεχωριστά πεδία, έτσι όπως τα γνωρίζουμε σήμερα.

Μετά από τη σύντομη έρευνα που προηγήθηκε βγάλαμε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα τα οποία ενισχύουν την κατανόηση της συνολικότερης cyberpunk εποχής στην οποία οδεύουμε. Συνοψίζοντας θα θέλαμε να κρατήσουμε τα εξής.

Καταρχήν, πώς όλες οι φαντασμαγορικές υπηρεσίες και τα κάθε λογής «έξυπνα» αντικείμενα που μπορούμε να έχουμε στη διάθεση μας, αποτελούν, όπως πάντα, προϊόντα της δουλειάς κάποιων ανθρώπων. Η μνήμη, το internet, οι υπηρεσίες των smartphones, το γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα, το βιολογικά ενισχυμένο σώμα, όλα αποτελούνται από υλικά πράγματα, όπως πάντα. Το μόνο που έχει αλλάξει είναι η τάξη μεγέθους των υλικών που χρειάζονται για να υπάρχουν όλα αυτά. Έχει περάσει ήδη αρκετός καιρός από όταν ο καπιταλισμός μπόρεσε να επεξεργαστεί για πρώτη φορά την ύλη σε επίπεδο μη ορατό από το ανθρώπινο μάτι και όσο περνάει ο καιρός η “αποικιοποίησή” του αυτή προχωράει όλο και πιο βαθιά. Όπως εξηγήσαμε και προηγούμενα, η συνολική εργασία που είναι απαραίτητη για όλα αυτά δεν είναι λίγη και αν εξαιρέσει κανείς την επιστημονική έρευνα, η εξόρυξη και η επεξεργασία των υλικών αυτών αποτελούν ένα από τα πιο μεγάλα σύγχρονα κάτεργα, τα οποία βρίσκονται φυσικά μακριά από τα μάτια της δύσης.

Αν το να μιλάει κανείς για την εργασία που είναι απαραίτητη για τις νέες τεχνολογίες και την υλικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού, φαντάζει σαν κεραυνός εν αιθρία, τι να πει κανείς για τα περιβαλλοντικά προβλήματα που παρουσιάζονται; Όπως εξηγήσαμε η εξόρυξη και η μεταποίηση των σπάνιων υλικών είναι μια άκρως επιβλαβής διαδικασία για το περιβάλλον, η οποία προκαλεί μη αναστρέψιμες ζημιές σε αυτό και σε όλα στα έμβια όντα, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου. Και ενώ αυτό είναι γνωστό, όπως είδαμε, η αναγκαιότητα των υλικών αυτών σε παγκόσμιο επίπεδο σε ένα μεγάλο φάσμα τεχνολογικών πεδίων έχει οδηγήσει χώρες όπως η Κίνα, στην συνειδητή επιλογή της καταστροφής του υπεδάφους της και του υδροφόρου ορίζοντα, με σκοπό το κέρδος αλλά και τη γεωπολιτική αναβάθμιση του οικοπέδου της.

Τέλος, θεωρήσαμε τη φαινομενικά «άυλη ουσία» που συνθέτει όλες αυτές τις τεχνολογίες, ως ένα βασικό συστατικό του σύγχρονου φετιχισμού αυτών των αντικειμένων και υπηρεσιών. Οι υπερεξειδικευμένες λειτουργίες τους, η σύνθετη-ακατανόητη κατασκευή τους, η αφηρημένη αίσθηση ότι υπάρχει κάπου ένα δέντρο που αντί για καρπούς παράγει smartphones και άλλα σχετικά, η ανιστόρητη βεβαιότητα ότι η επιστήμη και η τεχνολογία είναι ουδέτερες των οικονομικο-πολιτικών συμφερόντων των αφεντικών… Όλα αυτά μαζί καταφέρνουν να μυστικοποιούν ακόμη περισσότερο κάθε λογής σύγχρονη τεχνολογία με αποτέλεσμα οποιαδήποτε κριτική απέναντι τους να χαρακτηρίζεται ως οπισθοδρομική, τεχνοφοβική και άλλα σχετικά.

Παράλληλα οι αλλαγές που φέρουν οι τεχνολογίες αυτές στη καθημερινότητα των κοινωνιών εμφανίζονται στη χειρότερη περίπτωση ως ανύπαρκτες και στη καλύτερη ως δυνητικά καλές ή κακές, όπως το μαχαίρι που μπορεί να αλείφει το ψωμί αλλά μπορεί και να σκοτώσει. Όπως πολλάκις έχουμε πει, αυτή η άποψη μας φαίνεται αρκετά επιφανειακή, καθώς τίποτα δεν πέφτει από τον ουρανό, όπως οι καρύδες στους πιθήκους ή το μήλο στο κεφάλι του Νεύτωνα. Τα τεχνολογικά παράγωγα ανέκαθεν καθορίζονταν και συνεχίζουν να καθορίζονται από την ιστορία, τους λόγους για τους οποίους παράχθηκαν, την ιδεολογία που τα συνοδεύει αλλά και τους τρόπους με τους οποίους εν τέλει χρησιμοποιούνται.

]]>
Εισήγηση: Μπορούν οι μηχανές να παραγάγουν επικοινωνία; https://gameover.zp/2017/08/08/%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%ae%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%bf%cf%8d%ce%bd-%ce%bf%ce%b9-%ce%bc%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%ad%cf%82-%ce%bd%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ac/ Tue, 08 Aug 2017 12:42:13 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2385 Επικοινωνιακά αυτόματα στα ψηφιακά δίκτυα, και ηλεκτρονική μεσολάβηση του κοινωνικού εργοστασίου.

Σε αυτήν την εισήγηση, χρησιμοποιούμε το παράδειγμα των Chat-bots (σύνθετη λέξη βγαλμένη από το γνωστό σε όλους/ες μας chat στο internet και την συντομογραφία της λέξης robot). Παρότι δεν είναι ένα μέσο τόσο μαζικό ακόμα, όσο τα social media, το χρησιμοποιούμε Αναγνωρίζοντάς το σαν μια γενική τάση στον κόσμο του διαδικτύου και της ψηφιακής επικοινωνίας. Προσεγγίζουμε το συγκεκριμένο παράδειγμα με σκοπό να φωτίσουμε εκείνες τις σχέσεις και τις πρακτικές της καθημερινότητας που ανασυντίθενται καθώς και το πώς και το γιατί, οδήγησαν στην τάση αυτή.

Πριν τα chat-bot, τα web-bot. Τι είναι όμως τα web-bot; Είναι προγράμματα που δεν θα υπήρχαν αν δεν υπήρχε πιο πριν το δίκτυο (world wide web) και οι εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης. Τα web-bot είναι παιδί τους, είναι κάτι που γεννήθηκε μέσα σ’ αυτά και παράλληλα με αυτά. Εκεί ακριβώς έγκειται και η αποτελεσματικότητά τους. Στο ότι είναι φτιαγμένα από το ίδιο “υλικό” που αποτελείται και ο κυβερνοχώρος. Είναι δηλαδή αλγόριθμοι-εφαρμογές, που χρησιμοποιούν βάσεις δεδομένων. Ο ρόλος τους μέσα στο δίκτυο είναι αρκετά διευρυμένος και σημαντικός. Τόσο σημαντικός που, χωρίς αυτές τις εφαρμογές το ίδιο το δίκτυο θα ήταν πολύ διαφορετικό, ίσως πιο “χαοτικό” και “αφιλόξενο”.

Τα web-bot στην ουσία, εκτελούν εργασίες που βασίζονται σε πληροφορίες και σε βάσεις δεδομένων και παρέχουν, έτσι, διάφορες χρήσιμες (ή και όχι χρήσιμες) υπηρεσίες για τη χρήση του διαδικτύου. Είναι αυτά που αποτρέπουν χρήστες από το να υιοθετούν τα ίδια ονόματα όταν εγγράφονται σ’ ένα e-mail ή μας στέλνουν διαφημίσεις με συγκεκριμένα ή παρεμφερή προϊόντα με αυτά που μπορεί να έχουμε αγοράσει στο παρελθόν.

Τώρα, πιο συγκεκριμένα, τα chat-bot (ή chatterbot, για την ακρίβεια) είναι προγράμματα που αναφέρονται προσωπικά σε έναν χρήστη -είτε σε κάποιο άτομο είτε σε κάποια ομάδα ατόμων, πχ μια επιχείρηση-, και στα οποία υπάρχει διεπαφή με τη μορφή φυσικής γλώσσας. Οι χρήστες χρησιμοποιούν δηλαδή γραπτό κείμενο ή ομιλία για να επικοινωνήσουν μαζί τους.

Για να λειτουργήσουν όμως αποτελεσματικά τα chat-bot, χρειάζονται όσο το δυνατόν περισσότερη πρόσβαση σε πληροφορίες και σε βάσεις δεδομένων του χρήστη. Τις ατομικές και τις “κοινωνικές” πληροφορίες. Όσο περισσότερες αρμοδιότητες θέλει να δώσει ο χρήστης στο chat-bot του, τόσο, σε πρώτο χρόνο, πρέπει να διοχετεύει τη ζωή, την καθημερινότητα, τις σχέσεις και την εργασία του/της, αλγοριθμοποιημένες, σε βάσεις δεδομένων. Και τόσο περισσότερο, σε δεύτερο χρόνο, πρέπει το chat-bot να έχει πρόσβαση σ’ αυτές τις βάσεις δεδομένων.

Οι εφαρμογές αυτές χρειάζεται, δηλαδή, να έχουν πλήρη πρόσβαση στα δεδομένα του χρήστη. Χρειάζονται να καταγράφουν το πλήρες ιστορικό του/της, ώστε καθώς περνάει ο καιρός, να μπορούν να είναι πιο αποτελεσματικές στο να προσομοιώνουν τις κινήσεις του στο διαδίκτυο. Αυτή την -πίσω από άπειρες σειρές προγραμματισμού- διαδικασία που βλέπουμε σαν αποτέλεσμα, συχνά οι οπαδοί της τεχνητής νοημοσύνης, τη βάφτίζουν “να μπορεί το chat-bot να μαθαίνει”. Λίγο επικίνδυνος σαν ορισμός, λέμε εμείς, γι’ αυτό και τα εισαγωγικά.

Όσο πιο συμβατό λοιπόν, καθίσταται το περιβάλλον, με τους όρους που δουλεύει η εφαρμογή, τόσο πιο αποτελεσματικά μπορεί αυτή να εκτελέσει τις λειτουργίες της. Για παράδειγμα, ο τροχός είναι μια πολύ καλή λύση για το πρόβλημα της μετακίνησης, για να έχει εφαρμογή όμως, χρειάζεται ένα περιβάλλον που περιλαμβάνει δρόμους. Χρειάζεται λοιπόν μια διαδικασία “παροχής περιβλήματος”, όπως ονομάζεται στους κύκλους των ειδικών της τεχνητής νοημοσύνης… Στην περίπτωση των chat-bot, το άμεσο περιβάλλον των εφαρμογών, μπορεί να είναι το διαδίκτυο. Εκεί όπως είπαμε δεν υπάρχει πρόβλημα, αφού το περιβάλλον και τα προγράμματα-εφαρμογές αποτελούνται από τα ίδια συστατικά. Όσον αφορά όμως (ας το ονομάσουμε έτσι) “το περιβάλλον της διεπαφής” των εφαρμογών, που είναι ο άνθρωπος και σαν συνέπεια η φυσική γλώσσα, εκεί υπάρχει το αρχικό και βασικό πάντα ζήτημα, της επικοινωνίας του ανθρώπου με την μηχανή.

Στην περίπτωση λοιπόν της επικοινωνίας ανθρώπου-μηχανής (που απ’ ότι φαίνεται έχει συνέπειες και στην επικοινωνία ανθρώπου με άνθρωπο), αυτό που συνέβη είναι το εξής. Για να μπορέσει να επικοινωνεί αποτελεσματικά με τη μηχανή, έπρεπε ο χρήστης να προσαρμοστεί στους κανόνες αυτής, και όχι το ανάποδο. Ακόμα κι αν αυτό σήμαινε και σημαίνει πως έπρεπε να πετάξει και να πετάει κάθε μέρα, οτιδήποτε δεν χωράει στους κανόνες της. Δηλαδή πράγματα όπως η αμφισημία, η αμφιβολία, το διφορούμενο και το λάθος. Σημαντικά; Τα έχουμε ξαναπεί, για κάποιους ναι για κάποιους όχι [ref](βλ. εισηγήσεις Γλώσσα και νέες μηχανές και Αλγόριθμος. Η μηχανοποίηση της σκέψης, φεστιβάλ Game Over Οκτώβρης 2014)[/ref].

Η ψηφιακή επικοινωνία που περιγράφουμε, δεν είναι κάτι που πρόκειται να προκύψει στο μέλλον. Δεν είναι κάτι φανταστικό που σύμφωνα με τους ακριβείς υπολογισμούς μας θα γίνει πραγματικότητα. Η εξέλιξη που έχει επέλθει στην ψηφιακή επικοινωνία, για να φτάσει αυτή να περιλαμβάνει και τα chat-bot, συνέβη πρώτα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα chat-bot είναι λοιπόν η εξέλιξη των τελευταίων και φαίνεται ότι μπορούν να αντικαταστήσουν τον άνθρωπο στην άλλη μεριά της οθόνης. Αν δεν υπήρχαν όμως ήδη περίπου 25 περίπου χρόνια ψηφιακής επικοινωνίας μέσω internet, των chat και των πιο σύγχρονων, facebook, twitter και λοιπά γνωστά, δεν θα μπορούσαμε καν να φανταστούμε, αυτές τις δομικές αλλαγές στην επικοινωνία ανθρώπου-μηχανής, αλλά εν τέλει αλλαγές στην επικοινωνία ανθρώπου με άνθρωπο.

Το δίκτυο

Για να μιλήσουμε για τη δικτυωμένη ψηφιακή επικοινωνία και τη μετέπειτα αυτοματοποίησή της οφείλουμε να αναφερθούμε στα δίκτυα. Οι λόγοι που το κάνουμε αυτό δεν είναι μόνο ιστορικοί. Κυρίως θέλουμε να δείξουμε τη συνεισφορά τους στο μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων υπό το πρίσμα της αλλαγής παραδείγματος από τα 70’s και μετά. Ο κρίσιμος ρόλος που απέκτησαν τα δίκτυα για τα αφεντικά και τα κράτη, των δυτικών πρωτίστως κοινωνιών, αναδεικνύεται από τα τεράστια ποσά που έχουν δαπανηθεί για να καταστεί βασική δημόσια υποδομή, η δικτύωση χιλιάδων υπολογιστών. Σε τέτοιο βαθμό έχει κοινωνικοποιηθεί αυτή η βασική επένδυση των αφεντικών, που είναι εμφανές στην εργασία, στη διασκέδαση, στην επικοινωνία, στο στρατό κλπ. κάθε δυτικού κράτους. Το να θεωρείσαι δικτυωμένος/διαδικτυωμένος αποτελεί εκπλήρωση του εαυτού σου, στα πλαίσια του νέου καπιταλιστικού μοντέλου.

Ένα μικρό ιστορικό

Τον Μάρτιο του 1970 ήταν πλέον λειτουργικό στις ΗΠΑ το πρώτο διαδίκτυο του αμερικάνικου στρατού και κάποιων εργαστηρίων των πανεπιστημίων. Το 1973 έγινε η σύνδεση μέσω ενός εργαστηρίου στη Νορβηγία και αργότερα με το Λονδίνο. Το 1975 η υπηρεσία άμυνας πληροφοριακών συστημάτων πήρε τον έλεγχο του Arpanet, του πρώιμου διαδικτύου και αυτό ανακηρύχθηκε λειτουργικό. Το 1983 χωρίστηκε το στρατιωτικό, από το πολιτικό δίκτυο.

Από τα μέσα των 80s, η χρηματοδότηση του NSFN (National Science Foundation Network), σαν κύρια σπονδυλική στήλη του διαδικτύου, οδήγησε στην παγκόσμια συμμετοχή, στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών δικτύου και στη συγχώνευση πολλών μικρότερων υποδικτύων. Έτσι, η σύνδεση των εμπορικών δικτύων κι επιχειρήσεων στις αρχές του 1990 σηματοδοτεί τη μετάβαση στο σύγχρονο internet. Εκεί λοιπόν, που το internet χρησιμοποιούνταν κυρίως από ακαδημαϊκούς το 1980, με την εμπορευματοποίηση, κατάφερε να εισχωρήσει με τη μορφή υπηρεσιών και τεχνολογιών σε κάθε πτυχή της σύγχρονης ζωής.

Από τα μέσα του 1990 σχεδόν σε όλο τον ανεπτυγμένο και αναπτυσσόμενο κόσμο, το Internet έχει μεγαλώσει 100 φορές περιλαμβάνοντας το 1/3 του παγκόσμιου πληθυσμού. Έτσι, όλα τα τηλεπικοινωνιακά μήντια (τηλεόραση, ράδιο, εφημερίδες κλπ) αναδιαμορφώθηκαν κι ενσωματώθηκαν σε αυτό.

Ο ρόλος που έπαιξε το στρατιωτικοαστυνομικό σύμπλεγμα στις ΗΠΑ, ταυτόχρονα με τα πανεπιστήμια, είναι κομβικός στην αρχική ανάπτυξη του δικτύου. Αποτελούσε βασική υποδομή για το στρατό και για τον τρόπο με τον οποίο θεωρούσε ότι θα διεξήγαγε πολέμους από την αρχή κιόλας της ανάπτυξης του. Παράλληλα, αποτελούσε βασική υποδομή για την ανταλλαγή γνώσεων και ερευνών στα πλαίσια του στρατιωτικοαστυνομικού συμπλέγματος ανάμεσα στη πανεπιστημιακά ινστιτούτα, τις κυβερνητικές υπηρεσίες και τις στρατιωτικές ερευνητικές δομές. Όλα αυτά τα δίκτυα μπορούσαν πια να συνενωθούν μεταξύ τους, διευρύνοντας τις δυνατότητες για περεταίρω ανάπτυξη.

Η ανάπτυξη του διαδικτύου, όταν άρχισε να περιλαμβάνει και δίκτυα εταιρειών, άρχισε να ενσωματώνει απομακρυσμένες εταιρείες κι εμπορικούς κόμβους ανά τον κόσμο και έτσι αποτέλεσε βασικό πυλώνα της ανάπτυξης του παγκοσμιοποιημένου εμπορίου, από τα 90’s και μετά. Οπότε, οι επενδύσεις και οι τεχνολογίες πάνω σε αυτό, άρχισαν ν’ αναπτύσσονται ραγδαία, κυρίως με το www, από το 1995.

Κάποια βασικά χαρακτηριστικά των δικτύων και της συνδεσιμότητας σε αυτά

Η κατάσταση εντός του δικτύου είναι δυαδική. Είτε είσαι εντός, είτε είσαι εκτός του δικτύου. Όταν είσαι εντός, είσαι προσβάσιμος από όλους τους υπόλοιπους κόμβους του δικτύου, κι ενώ μπορεί να έχει ένα μέγιστο όριο η δυνατότητα να λαμβάνεις και να στέλνεις πληροφορίες (λόγω των υλικών περιορισμών του εύρους της διασύνδεσης), το κατώτατο όριο δεν ταυτίζεται με το εκτός δικτύου σαν κατάσταση. Ουσιαστικά αυτή είναι μια μη αποδεκτή κατάσταση, γιατί δε χρησιμοποιείς ένα επενδεδυμένο κεφάλαιο, δε χρησιμοποιείς τις λεωφόρους των πληροφοριών.

Ενώ ο κόμβος ενός διαδικτύου θεωρείται σαν η προσωπική σου πύλη προς τους υπόλοιπους χρήστες, διασαλεύεται ένα όριο ανάμεσα στο τι είναι δημόσιο και τι ιδιωτικό. Έτσι, ενώ μπορεί να στέλνεις κάτι ιδιωτικό, επειδή χρησιμοποιούνται δημόσια μέσα για να φτάσει αυτό στον τελικό παραλήπτη, δεν είναι στην ουσία ιδιωτικό. Όποιες πληροφορίες κατέχεις, εφόσον είναι δικτυωμένες, είναι προσπελάσιμες από όλους (ακόμη κι αν τις θεωρείς «ιδιωτικές»), από τη στιγμή που κι εσύ ο ίδιος, ως κόμβος, είσαι προσπελάσιμος από όλους.

Η έννοια της «συνδεσιμότητας» αποτελεί κεντρικό χαρακτηριστικό του “ατομικού είναι” στον σύγχρονο καπιταλισμό. Δηλαδή, το να είσαι συνδεδεμένος σε ένα δίκτυο με πολλούς άλλους ανθρώπους και να δέχεσαι/αποστέλλεις μεγάλο όγκο πληροφοριών αποτελεί ισχυρό χαρακτηριστικό ατομικής ευτυχίας, κοινωνικότητας κι ένα ισχυρό στοιχείο μη περιθωριοποίησής σου στη δικτυωμένη κοινωνία.

Η τεχνητή νοημοσύνη

Από την εμφάνιση των σύγχρονων υπολογιστών με το τέλος του ΒΠΠ δεν έχει υπάρξει πιο πολυσυζητημένο θέμα από την τεχνητή νοημοσύνη, είτε ως τέτοια είτε με άλλους παρεμφερείς τρόπους, όπως πχ. «είναι πιο έξυπνες από εμάς οι μηχανές», «μπορούν να σκεφτούν οι υπολογιστές;». Θα λέγαμε, χωρίς να επεκταθούμε, ότι ο τρόπος που τέθηκε αυτό το ερώτημα και αντίστοιχα ο τρόπος που δόθηκε μια απάντηση, διαμόρφωσε και την ίδια την αρχιτεκτονική, τη σχεδίαση, τη χρήση των υπολογιστών και ουσιαστικά έπλασε την ιστορία της πληροφορικής. Οι αντιλήψεις που διαμόρφωναν οι άνθρωποι που απασχολούνταν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με τις υπολογιστικές μηχανές και τις δυνητικές δυνατότητες τους, συναντούσαν τις εκτεταμένες κοινωνικές αντιλήψεις που άρχισε να διαμορφώνει η έλευση μιας «νέας» εποχής, του βιοπληροφορικού παραδείγματος. Οι ιδεολογικές συζητήσεις και αναζητήσεις περί του τι μπορούν να κάνουν οι νέες «σκεπτόμενες» μηχανές και αν θα μας ξεπεράσουν, διαμόρφωσαν ένα πλέγμα απόψεων/στάσεων, που αφενός εξυπηρετούσαν τις εμπορικές δραστηριότητες διαφόρων εταιρειών ως προς τα προϊόντα τους και τη κατοχή τους, και αφετέρου απομάκρυναν διάφορα ζητήματα που προέκυπταν από τη χρήση των υπολογιστών, από την υλική/ εργαλειακή βάση περί του τι είναι η αλγοριθμοποίηση/ μηχανοποίηση της ανθρώπινης σκέψης. Έτσι, δε θα υπάρξει χρονική στιγμή μετά τα 80’s που να μη γίνεται επίδειξη κάποιας νέας έξυπνης μηχανής και των «έξυπνων» ικανοτήτων της, σε σχέση με τους ανθρώπους ή απλά σε σύγκριση με τις προηγούμενες λειτουργίες της.

Iστορικά στοιχεία

Αρχικές καταβολές της Τεχνητής Νοημοσύνης και Turing Test.

Όταν ο Von Neumann σχεδίασε τη βασική δομή του υπολογιστή, σκοπός του ήταν να προσομοιώσει τον ανθρώπινο εγκέφαλο και τη φυσικότητα των λειτουργιών του, τη μνήμη και τη κεντρική μονάδα επεξεργασίας. Την ίδια εποχή ο Turing διατυπώνει το τεστ του σύμφωνα με το οποίο ορίζει τις προϋποθέσεις για το πότε μια μηχανή μπορεί να θεωρηθεί σκεπτόμενη. Έτσι, ένα πρόγραμμα που υλοποιείται σ’ έναν υπολογιστή μπορεί να προσομοιάσει μια ανθρώπινη συνομιλία και να οδηγήσει τον χρήστη να συμπεράνει ότι είναι αδύνατη η διάκριση από μέρους του, για το αν απέναντι του έχει έναν άνθρωπο ή μια μηχανή. Το ερώτημα, λοιπόν, για το αν είναι έξυπνη μια μηχανή, δεν έχει τόσο να κάνει με τις δυνατότητές της, όσο με το περιβάλλον που διεξάγεται μια συνομιλία και με το αν γίνεται ή όχι αντιληπτό από τον χρήστη ότι συνομιλεί με έναν άνθρωπο ή μια μηχανή.

Η συνέχεια, 1960-80

Η ΤΝ αναπτύχθηκε ως το εμπειρικό ερευνητικό πρόγραμμα, που αποσκοπούσε στο να κάνει πραγματικότητα τους ισχυρισμούς του Turing. Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί λοιπόν ένα παλιό όνειρο, αλλά μια αρκετά νεαρή επιστήμη, η οποία, από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, αναπτύχθηκε ως διεπιστημονικός κλάδος της γνωσιακής επιστήμης και της επιστήμης των υπολογιστών, με στόχο την ανάπτυξη υπολογιστικών μοντέλων ανθρώπινης γνώσης. Στην πιο αυστηρή εκδοχή της, αυτή που κυριάρχησε κατά τις δυο πρώτες τουλάχιστον δεκαετίες της ιστορίας της (μεταξύ των μεσών των 60’s και των μέσων των 80’s), η ΤΝ εργάστηκε πάνω στη θεωρητική βάση κατασκευής λογισμικού και υλικού, κι επομένως υπολογιστών και ρομπότ, των οποίων η συμπεριφορά θα ήταν τελικά τουλάχιστον συγκρίσιμη, αν όχι ανώτερη, της συμπεριφοράς που χαρακτηρίζει νοήμονα ανθρώπινα όντα σε παρόμοιες συνθήκες. Η έρευνα γύρω από την ΤΝ αναπτύχτηκε ως εάν η νοήμων σκέψη και συμπεριφορά να ήταν απλώς συνώνυμα αλγοριθμικών υπολογισμών και ως εάν, την ιδία στιγμή, οι συνθήκες υπόβαθρου, οι εμπειρίες, η έμπνευση, τα πάθη, η διαίσθηση, η διορατικότητα, η φαντασία κλπ. και οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις να μην συνιστούσαν ουσιώδη συστατικά της ζωής ενός ατόμου. Η ανθρώπινη ικανότητα πραγμάτευσης του κόσμου κατά νοήμονα τρόπο θεωρήθηκε ότι εξαρτιόταν αποκλειστικά από την ανθρώπινη ικανότητα έλλογης σκέψης περί του κόσμου και η έλλογη σκέψη θεωρήθηκε ταυτόσημη με την αυτάρκη, συμβολική επεξεργασία και, συνεπώς, με τον πραγματικό υπολογισμό. Η ΤΝ μέχρι τότε κατόρθωσε ελάχιστα περά από χονδροειδείς καρικατούρες νοήμονος ανθρώπινης συμπεριφοράς και μπορεί να αναρωτηθεί κάνεις τι θα είχε συμβεί με το ερευνητικό πρόγραμμά της, χωρίς την τεράστια χρηματοδότηση από τον στρατό, η οποία ήταν επί δεκαετίες διαθέσιμη για προγράμματα ΤΝ. Μερικά από αυτά, είτε είχαν ως στόχο την κατασκευή οπλών, είτε σχετίζονταν άμεσα με όπλα. Επειδή όμως βασίστηκε σε αμφίβολες υποθέσεις -τη λογική δυνατότητα μη βιολογικής νοημοσύνης- και μη ρεαλιστικές προσδοκίες, δεν κατάφερε να πετύχει στα πιο φιλόδοξα σχέδιά της, παρά το τεράστιο ποσό ανθρωπίνων και οικονομικών πόρων που είχε στη διάθεσή της. Στην πορεία των προσπαθειών της να κατασκευάσει έναν υπολογιστή επαρκή για το ΤΤ (Test Turing), ο οποίος θα μπορούσε να εκτελέσει εργασίες που συνήθως υποτίθεται ότι απαιτούσαν κάποια μορφή ανθρώπινης νοημοσύνης, η ερευνά πάνω στην τεχνητή νοημοσύνη κατέληξε να οργανωθεί γύρω από τις ακόλουθες περιοχές: απόδειξη θεωρημάτων, παίξιμο παιχνιδιών, επεξεργασία πληροφοριών, σχεδιασμός συμπεριφοράς ρομπότ μέσων-σκοπών, έμπειρη ανάλυση και παροχή συμβουλών σε εφαρμοσμένα πεδία, όπως η ιατρική διάγνωση, η ευχέρεια σε μια φυσική γλώσσα, η άτυπη και μη απαγωγική συλλογιστική και καθολική επίλυση προβλημάτων, η οπτική και ακουστική αντίληψη και αναγνώριση προτύπων κ.α.

Μέχρι τα 70’s, η κυρίαρχη τάση στην τεχνητή νοημοσύνη (σκληρή ΤΝ) ήταν να προσομοιωθεί ολοκληρωτικά (με τη βοήθεια και άλλων επιστημονικών τομέων, όπως η νευροεπιστήμη) ο ανθρώπινος εγκέφαλος, μέσω διαφόρων τεχνικών και αλγορίθμων. Αυτό απέτυχε, με αποτέλεσμα να κλείσουν διάφορα ερευνητικά ινστιτούτα και να επανασχεδιαστεί ο τομέας της έρευνας, μετά το 80. Έτσι έγινε μια προσπάθεια επικέντρωσης σε πιο επιμέρους προβλήματα, χρησιμοποιώντας αλγορίθμους που θα αξιοποιούν την υπολογιστική ισχύ των σύγχρονων υπολογιστών και της αυξημένης δυνατότητας αποθήκευσης δεδομένων και της δικτύωσης τους.

Βασικά χαρακτηριστικά όλων των προγραμμάτων-αλγορίθμων τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία θα μας χρειαστούν για να κατανοήσουμε τα chat-bot που αναφέραμε νωρίτερα.

1. Είτε επιδεικνύουν μιμητική συμπεριφορά σε σχέση με την ανθρώπινη, είτε όχι, αυτά τα προγράμματα χρειάζονται ένα σταθερό περιβάλλον, όπου θα μπορούν να μεταβαίνουν σε μια κατάσταση από μια άλλη με βάση κάποιους συγκεκριμένους κανόνες. Αυτές οι καταστάσεις και οι κανόνες μεταβάσεις είναι πλήρως κωδικοποιημένοι από τους προγραμματιστές και σε πρώτο βαθμό δεν αναγνωρίζονται από τους χρήστες που τους χρησιμοποιούν.

2. Συνήθως χρειάζονται ένα τεράστιο όγκο δεδομένων, καλά δομημένων, είτε ένα καλό μηχανισμό συλλογής τέτοιων δεδομένων, για να καταλήξουν σε ένα συμπέρασμα ή μια απόφαση. Έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος που συλλέγονται και ο τρόπος που αποθηκεύονται τα δεδομένα αυτά.

Ένα πρόγραμμα έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας αν το πρόβλημα που πραγματεύεται είναι προσεκτικά προσδιορισμένο, αν οι εργασίες που εκτελεί ανάγονται σε σειρές διαδικασιών εύρεσης για ειδικούς σκοπούς και σε επαναλαμβανόμενες εντολές και αν το πλαίσιο εφαρμογής περιορίζεται αυστηρά σε ένα επαρκώς μικρό δυνατό κόσμο, που αποτελείται από στερεότυπες καταστάσεις και συνηθισμένες περιπτώσεις. Δηλαδή, σε ένα μικρόκοσμο, οπού η συνάφεια, η σημασία και το απολύτως καινοφανές είτε απουσιάζουν, είτε περιορίζονται επιτυχώς, είτε προκαθορίζονται πλήρως από τον προγραμματιστή. Η ΤΝ προσεγγίζει το πρόβλημα της επινόησης νοήμονων μηχανών επιχειρώντας την επέκταση του πεδίου και της πολυπλοκότητας των εργασιών, που μπορούν να υπαχθούν σε υπολογισμό, μέσω των συστημάτων ασαφούς λογικής, των τεχνητών νευρικών δικτύων, της παράλληλης και κβαντικής πληροφορικής.

Όπως και την επέκταση του αριθμού, των ευαίσθητων, σε γνώσεις και πρακτική εμπειρία, εργασιών που μπορούν να εκτελεστούν από έναν υπολογιστή, μέσω της γνωσιακής μηχανίκευσης και των έμπειρων συστημάτων και την επέκταση του αριθμού των ευαίσθητων σε σωματική ανάμειξη εργασιών, μέσω της ρομποτικής. Τέτοιες λύσεις μπορούν να συνδυαστούν μεταξύ τους, καθώς και με την ανάπτυξη και βελτίωση νέων αλγορίθμων και την επεξεργασία ολοένα μεγαλυτέρων βάσεων δεδομένων, οι οποίες παρέχουν σε ένα υπολογιστή αρκετές πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον εργασίας, έτσι ώστε η ίδια η εκτέλεση της εργασίας να είναι όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητη από το πλαίσιο. Ο υπολογιστής είναι δηλαδή σε θέση να κατασκευάσει ένα μοντέλο για οτιδήποτε είναι σχετικό. Μπορούν έτσι να βοηθήσουν στην επινόηση adhoc μηχανών ή προγραμμάτων, που μπορούν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία μια αυξανόμενη ποικιλία καλά προσδιορισμένων, ευαίσθητων στο πλαίσιο εργασιών.

Περιγράψαμε προηγουμένως τον τρόπο με τον οποίο δομούνται τα δίκτυα, τα χαρακτηριστικά λειτουργίας τους, τι σημαίνει και τι πετυχαίνει η μηχανική νοημοσύνη και, εν τέλει, πως η χρήση των ψηφιακών μέσων έχει διαμορφώσει τα νέα χαρακτηριστικά της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Βασικό δεδομένο είναι ότι η επικοινωνία μέσω των μηχανών μετασχηματίζεται ώστε να προσαρμοστεί στους κανόνες λειτουργίας των μέσων και των δικτύων.

Γλώσσα

Τα δίκτυα επικοινωνίας εντός δικτύου ορίζουν και τη γλώσσα, η μορφή της οποίας ποικίλλει ανάλογα με το μέσο σε χρήση. Συνεπώς, αν το περιβάλλον είναι ένα chatroom του Facebook, του Viber ή η συνομιλία με SMS, η γλώσσα σε χρήση είναι σε πιο απλή φόρμα, σύντομη, περιεκτική. Σε μορφολογικό επίπεδο, άρθρα, προθέσεις και επιρρήματα συνήθως, αλλά και τα ουσιαστικά και τα ρήματα στο βαθμό που βολεύει, αντικαθίστανται από συντομογραφίες που κατοχυρώνονται με βάση τη χρήση και είναι αναγνωρίσιμες από τους χρήστες ανάλογα με την εξοικείωση που έχουν με το μέσο. Το αντίστοιχο συμβαίνει με φράσεις που τυποποιούνται συντομογραφικά, συχνά με δανεισμό από τις αντίστοιχες αγγλικές, μιλώντας για τα ελληνικά. Όσον αφορά την ορθογραφία, με βάση το γεγονός ότι η ψηφιακή επικοινωνία έρχεται να προσομοιάσει την προφορική ομιλία, υπάρχει η τάση μεταφοράς της φωνητικής απόδοσης των λέξεων, κυρίως με απλοποίηση των φωνηέντων. Η χρήση των greeklish δε, που οφείλεται κυρίως είτε σε βαρεμάρα ως προς την αλλαγή γλώσσας πληκτρολόγησης, είτε στη χρήση των μέσων από ομιλητές που έχουν τα ελληνικά ως δεύτερη γλώσσα, προκαλεί πέραν από τη δυσχέρεια στην ανάγνωση, τον πανικό στους οπαδούς της αγνής γλώσσας.

Στο επίπεδο των νοημάτων, η πολυσημία και η αμφισημία των λέξεων και των προτάσεων, η μεταφορική χρήση του λόγου, δηλαδή, αποφεύγεται, ώστε να είναι πιο λειτουργική η επικοινωνία, που βασίζεται στην ταχύτητα. Όσον αφορά την παραγλώσσα της φυσικής ομιλίας, αυτή χάνεται εξ’ ολοκλήρου, καθώς τα ψηφιακά μέσα δεν μπορούν [ακόμη;] να την χωρέσουν σε επαρκή βαθμό. Η γλώσσα του σώματος και η κινησιολογία, ο επιτονισμός της φωνής και η φόρτιση από το συναίσθημα εξαλείφονται πλήρως. Αυτό το γεγονός έρχεται σε πλήρη συμφωνία με την απλοποίηση των νοημάτων, καθώς στη φυσική επικοινωνία, η παραγλώσσα συμβάλλει σημαντικά στην κατανόηση μεταξύ των ομιλητών και στην από κοινού σύλληψη του νοήματος. Η συναισθηματική φόρτιση και οι μορφασμοί μόνο βρίσκουν μικρό χώρο στο ψηφιακό περιβάλλον, αντικαθιστάμενοι από τα emoticons που στιγμιαία μπορούν να αποδώσουν αντίστοιχα νοήματα. Η γλώσσα και αντίστοιχα η επικοινωνία προσαρμόζεται, σε ό,τι χωράει στον τρόπο της μηχανής. Σε ό,τι μπορεί να χωρέσει σ’ένα πρόγραμμα, πλέον στην γλώσσα των αλγορίθμων.

Η γλώσσα σε πιο αναλυτική εκδοχή απαντάται στα εξειδικευμένα περιβάλλοντα που δίνουν τη δυνατότητα πιο μακρού λόγου και πιο περιγραφικού. Η επικοινωνία μέσω mail, forum και blog συγκεκριμένου περιεχομένου επιτρέπει στο χρήστη, καθώς η ταχύτητα δεν είναι εδώ το βασικό χαρακτηριστικό, να χρησιμοποιεί πιο περιεκτικά τη γλώσσα.

Αν πιο πάνω αναφέραμε την επανοηματοδότηση της απουσίας, οφείλουμε να μιλήσουμε εδώ για τη σιωπή. Λειτουργικό μέρος μιας συζήτησης σε φυσικό χώρο και χρόνο, καθώς συνιστά παύση για σκέψη, αλλαγή θέματος ή αμηχανία, με φόρτιση που μεταμορφώνεται ανάλογα με τις συνθήκες, στην ψηφιακή της εκδοχή αλλάζει. Η σιωπή σε ένα chat μπορεί να σημαίνει ό,τι και η απουσία, ό,τι και η διακοπή της συζήτησης, σε πιο ουδέτερη εκδοχή. Μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή, σχεδόν χωρίς κόστος εκεί που, στη φυσική εκδοχή, η διακοπή με τέτοιο τρόπο, το «σηκώνομαι και φεύγω» δηλαδή, έχει μάλλον ξεκάθαρο νόημα.

Χώρος και χρόνος

Βασικό στοιχείο των δικτύων που περιγράψαμε προηγουμένως είναι πως υπάρχουν δύο μόνο καταστάσεις: χρήση ή μη χρήση. Αυτό σημαίνει, συνεπώς, πως ο χρήστης πρέπει να είναι μέσα ή έξω από τον δίαυλο, χωρίς κάποια ενδιάμεση κατάσταση. Ο χώρος της επικοινωνίας ορίζεται εκ νέου από αυτή τη συνθήκη. Χώρος είναι η κατάσταση online, με τον συνεπάγοντα χρόνο παρουσίας. Το περιβάλλον της συνομιλίας γίνεται καθολικά συγκεκριμένο από τα γραφικά της εφαρμογής σε χρήση. Δεν υπάρχει τοπικότητα με τη φυσική έννοια, δεν έχει πια καμία σημασία το περιβάλλον του χρήστη, παρά μόνο ως το σημείο που βρίσκεται το τερματικό εισόδου στο διαδίκτυο. Με δεδομένη τη μαζική χρήση των smartphone ή ανάλογων φορητών συσκευών και την ευρεία κάλυψη των τηλεπικοινωνιακών δικτύων, ο φυσικός χώρος χάνει όλο και περισσότερο τη σημασία του.

Ο χρόνος της επικοινωνίας, κατ’ αντιστοιχία, ορίζεται και αυτός από την online κατάσταση. Ο χρήστης έχει τη δυνατότητα, αλλά ταυτόχρονα απαιτείται από αυτόν να είναι πανταχού και πάντα παρών, ώστε να είναι ενεργός δίαυλος επικοινωνίας. Η έννοια του προσωπικού, του ιδιωτικού και του ελεύθερου χρόνου χάνεται, καθώς αυτή η μόνιμη δυνατότητα/απαίτηση της online κατάστασης που επιβάλλεται από τη μηχανή υποχρεώνει το χρήστη να μπορεί να συμμετέχει στην εκάστοτε συζήτηση όπου και να βρίσκεται, ό,τι και να κάνει.

Κατά συνέπεια, η απουσία επανοηματοδοτείται. Το να μην απαντάει κανείς σημαίνει ανυπαρξία, πρόβλημα ή συνθήκη πανικού. Αρκεί κανείς να σκεφτεί τις αντιδράσεις μετά την αποστολή ενός «κρίσιμου» μηνύματος ή ενός αναπάντητου τηλεφώνου, που πολύ συχνά είναι εκνευρισμός, ανησυχία. Η περίπτωση που κάποιος δεν είναι γενικά ενεργός σε κοινωνικά δίκτυα συχνά αντιμετωπίζεται ως περίεργη, προβληματική ή ως γενική απουσία. Η περιγραφή αυτής της κατάστασης βασίζεται στην παρατήρηση της συμπεριφοράς με επίκεντρο τα social media, χωρίς απαραίτητα να έχει συναισθηματική ή ηθική φόρτιση.

Αποτελεσματικότητα και παραγωγικότητα

Κάνοντας έναν συνδυασμό των παραγόντων του χρόνου, του χώρου και της γλώσσας, συμπεραίνουμε ότι η μαζική επικοινωνία βασίζεται σε ένα βασικό κριτήριο. Την αποτελεσματικότητα. Αν στη φυσική ομιλία, η λειτουργικότητα αυτή αφορά την επαρκή μετάδοση του νοήματος και μόνο, στην ψηφιακή εκδοχή, η αποτελεσματικότητα υπολογίζεται με βάση τον αριθμό των ατόμων που ένας χρήστης μπορεί να επικοινωνήσει ταυτόχρονα και πόσες δραστηριότητες παράλληλες μπορεί να κάνει online. Στη φυσική συνομιλία, δε μπορεί κανείς να μιλά με πολλά άτομα μαζί για διαφορετικά θέματα και, όταν αυτό συμβαίνει, τα αποτελέσματα είναι τα αντίθετα από τα απαιτούμενα. Στο ψηφιακό περιβάλλον, η διακοπτόμενη συζήτηση και τα ξεχωριστά παράθυρα chat επιτρέπουν αυτό ακριβώς.

Η ύπαρξη του χρήστη ως κόμβος ενός δικτύου απαιτεί τη διαρκή χρήση, να είναι συνεχόμενα πομπός και δέκτης πληροφοριών, να επικοινωνεί με τον τρόπο που περιγράψαμε. Πρέπει να είναι παραγωγικός μέσα στον δεδομένο χρόνο που απαιτεί το μέσο. Σε συμφωνία με αυτό λειτουργεί ένας ακόμη παράγοντας: το πόσο σημαντικός είναι ένας χρήστης, πράγμα που υπολογίζεται με βάση τη δραστηριότητά του. Όσο πιο πολύ χρησιμοποιεί κανείς το μέσο και παράγει πληροφορία, ασχέτως ποιότητας και περιεχομένου, όσο το online στίγμα ανανεώνεται συνεχώς, τόσο πιο σημαντικός γίνεται. Και αν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι -μέχρι στιγμής- χρειάζεται να αφιερώνουμε μέρος του χρόνου μας σε δραστηριότητες που αφορούν την επιβίωση του υλικού σώματος, η συμπύκνωση της online δραστηριότητας σε λιγότερο χρόνο και η συνεχής ανανέωση και επέκταση των μέσων και των δυνατοτήτων τους γίνεται όλο και περισσότερο απαιτητική.

Πολλαπλές ταυτότητες και σχέσεις

Οι δυνατότητες που προσφέρουν τα ψηφιακά μέσα είναι φαινομενικά άπειρες. Οι πλατφόρμες επικοινωνίας που υπάρχουν καλύπτουν κάθε πτυχή του χαρακτήρα και, με βάση αυτό, οι χρήστες δημιουργούν πολλές ταυτότητες. Πέραν από τις online υπηρεσίες, που είναι το στίγμα του κάθε πολίτη διαδικτυακά, οι λογαριασμοί στις δημόσιες υπηρεσίες, τις τράπεζες και αντίστοιχα, που αποτελούν το πιο νομικό κομμάτι της online υπογραφής, ένας χρήστης μπορεί να δημιουργήσει profiles ξεχωριστά για κάθε ενδιαφέρον του. Μπορεί να συμμετέχει σε blog για μουσική, σε τεχνικά forum, σε συζητήσεις για ταινίες και ούτω καθεξής, να φτιάξει βιογραφικά και portfolios για εργασία, συνθέτοντάς τα, εν τέλει, συνολικά στα social media. Και με βάση τη σχετική ανωνυμία, μπορεί να παρουσιάσει τον εαυτό του στην ιδεατή και επιθυμητή μορφή, να φτιάξει μια προβολή του εαυτού του. Τα ενδιαφέροντα και οι ασχολίες έτσι απαριθμούνται, φτιάχνουν λίστες από like (ο όρος χρησιμοποιείται σχηματικά) που ταξινομούνται αντίστοιχα ως δεδομένα.

Με βάση τα παραπάνω, μπορεί κανείς να συνάψει νέες σχέσεις ή να επιβεβαιώσει ήδη υπάρχουσες. Συγκρίνοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές στα like, ένας χρήστης μπορεί να φτιάξει κοινότητες με άλλους χρήστες, χωρίς εμβάθυνση απαραίτητα, και να επικοινωνήσει, με βάση το σύνολο των κοινών όμοιων δεδομένων. Οι σχέσεις ταξινομούνται αντίστοιχα στα διάφορα μέσα. Δεν έχει σημασία ποιος μπορεί να είναι πραγματικά ο άνθρωπος στον άλλο δίαυλο, αρκεί το ψηφιακό στίγμα να έχει αρκετές ταυτίσεις ενδιαφέροντος, πράγμα που επανακαθορίζει την έννοια της εμπιστοσύνης. Με βάση το γεγονός ότι ο καθένας μπορεί να είναι και να λέει ότι θέλει, κρυμμένος πίσω από τις πολλαπλές του ταυτότητες, δε μπορεί να θεωρηθεί έμπιστος, πράγμα όμως που τείνει να μην έχει σημασία, παρά μόνο όταν βρεθεί κανείς αντιμέτωπος με προβληματικές καταστάσεις.

Τα άτομα στην ψηφιακή εποχή

Με βάση τα παραπάνω, θα προχωρήσουμε στη σκιαγράφηση των εννοιών του ανθρώπου και του ατόμου στην ψηφιακή τους εκδοχή. Με βάση τη φυσική ύπαρξη, το ανθρώπινο σώμα είναι το πρώτο σημείο αναφοράς, η φυσιολογία, η μορφή, η κινησιολογία. Στην ψηφιακή εκδοχή, αυτά χάνουν τη σημασία τους και ο άνθρωπος γίνεται ο χρήστης του μέσου.

Αν πάρουμε τον άνθρωπο στην κοινωνική του διάσταση, η ελάχιστη μονάδα ορίζεται ως το άτομο που, με βάση τα ενδιαφέροντά του, την ιδιοσυγκρασία και το θυμικό του, τα συναισθήματά του, αλληλεπιδρά και συνάπτει σχέσεις με το περιβάλλον του. Στη διαδικτυακή προβολή, κατά συνέπεια της μεταβολής σε χρήστη, το άτομο, έχοντας δημιουργήσει τις online περσόνες του και αφού τις ταξινομήσει στα αντίστοιχα μέσα που περιγράψαμε, γίνεται ο διαχειριστής του ψηφιακού του εαυτού, επιλέγοντας τον τρόπο, τη συχνότητα και την ποιότητα λειτουργίας του κόμβου.

Οι αλλαγές στην επικοινωνία και η παροχή περιβλήματος

Για τους αλγορίθμους, τα botακια που διατρέχουν το διαδίκτυο, αυτό το τελευταίο ήδη λειτουργεί με τους απαραίτητους όρους. Με τις προηγούμενες αλλαγές φτιάχνεται ένα αυστηρά δομημένο, κλειστό περιβάλλον-μικρόκοσμος, όπου είναι ήδη ορισμένες οι σχέσεις, η γλώσσα και η αλληλεπίδραση με βάση την επικοινωνία με τη μηχανή. Κατά συνέπεια, η μηχανή που εισάγεται στην επικοινωνία μπορεί να επεξεργαστεί επαρκώς τα παραπάνω. Η ανθρώπινη επικοινωνία, μέσα στις 2 δεκαετίες χρήσης των ηλεκτρονικών μέσων, έχει και αυτή προσαρμοστεί στο αλγοριθμικό περιβάλλον και ολοκληρώνεται έτσι η διαδικασία που αναφέραμε στην αρχή ως διαδικασία παροχής περιβλήματος.

Ο διαχειριστής υπό διαχείριση

Με οδηγό την αποτελεσματικότητα, έχουμε θέσει, άθελά μας και μη, τους εαυτούς μας υπό την καθοδήγηση των πρακτόρων λογισμικού. Τα διάφορα μέσα που χρησιμοποιούμε, με βάση το ψηφιακό στίγμα μας, διαχειρίζονται τις ψηφιακές μας σχέσεις, έτσι ώστε να μπορούμε να αποδώσουμε ως άτομα στην ψηφιακή εποχή. Αυτό συμβαίνει με τη μορφή υπενθυμίσεων για τις κοινωνικές μας “υποχρεώσεις”, με τη συνεχή ενημέρωση για τις δραστηριότητες των φίλων μας, για τα δρώμενα που συμβαίνουν στην πόλη, για την πρόσφατη φωτογραφία που δεν ανεβάσαμε ακόμα. Το μόνο που καλείται ο χρήστης να κάνει είναι να απαντήσει με μερικά κλικ και κάποιες λέξεις την κάθε φορά. Τα μέσα αναλαμβάνουν το ρόλο ενός ψηφιακού γραμματέα.

Το πώς είναι διαμορφωμένα τα δίκτυα ή οι ψηφιακοί βοηθοί, καθώς είναι φτιαγμένα για να προσομοιώνουν αυτή την ήδη μεταλλαγμένη επικοινωνία, είναι κάτι που αγνοούμε. Το τι εντολές εκτελούν, πως επεξεργάζονται τα δεδομένα, τι κανόνες ακολουθούν, πώς δηλαδή τα σχημάτισαν οι προγραμματιστές τους και με ποια σκοπιμότητα δεν μπορούμε να το ξέρουμε ακριβώς ή δε μας ενδιαφέρει. Με βάση αυτό, λειτουργούμε μηχανικά και αυτόματα, ακολουθώντας την καθοδήγηση εντός δικτύου. Την προσπάθεια, δηλαδή, να ανατροφοδοτείται η ανάγκη και η επιθυμία μέσω νέων πραγμάτων που μας παρουσιάζονται ως ενδιαφέροντα συνεχώς.

Αν τα άτομα, στην ψηφιακή εποχή, ορίζονται όπως είπαμε παραπάνω, ως διαχειριστές της online δραστηριότητάς τους, τότε με την εισαγωγή του ψηφιακού γραμματέα μπαίνει πιο ξεκάθαρα μια επιπλέον διάσταση. Ο διαχειριστής, δίνοντας την δυνατότητα στα ψηφιακά μέσα να διαχειρίζονται από μόνα τους το ψηφιακό του στίγμα, μπαίνει με τη σειρά του και αυτός υπό διαχείριση. Κι αν σκεφτούμε το ερώτημα ότι, αφού εμείς οι ίδιοι και οι ίδιες είναι που επιλέγουμε τι εν τέλει θα κάνουμε ή σε τι θα επιλέξουμε να πατήσουμε κλικ από τα όσα μας δείχνει ο αλγόριθμος, τότε πως ακριβώς μας διαχειρίζεται;

Η μια απάντηση μπορεί να βρεθεί στα γνωστά σε όλους και όλες μας videogames, όπου κι εκεί η διαδικασία είναι πολύ παρεμφερής με αυτήν που περιγράφουμε. Ο αλγόριθμος του παιχνιδιού, μας φέρνει συνεχώς μπροστά σε διαφορετικές επιλογές που πρέπει να πάρουμε αν θέλουμε να κερδίσουμε. Εμείς παίρνουμε τις επιλογές, αλλά αυτές πρέπει να είναι στα πλαίσια του αλγόριθμου. Πρέπει στην ουσία να καταλάβουμε πώς πρέπει να κινηθούμε σ’ ένα περιβάλλον, το περιβάλλον του αλγόριθμου του παιχνιδιού και στον τρόπο του συγκεκριμένου -κάθε φορά- αλγόριθμου (που τρέχει πίσω από το παιχνίδι που παίζουμε). Με τη διαφορά στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι το videogame είναι η ίδια η ζωή μας, όπου επίσης, πρέπει καθημερινά να κάνουμε τις σωστές επιλογές και τα σωστά κλικ «αν θέλουμε να κερδίσουμε».

Η άλλη απάντηση είναι μια ερώτηση. Ποιές από τις καθημερινές ή πιο συνολικές επιθυμίες που έχουμε είναι ξεκάθαρα δικές μας, είναι ειλικρινά δική μας επιλογή; Αν σκεφτούμε ότι από τη στιγμή που γεννιόμαστε η διαφήμιση, οι κοινωνικά προσδιορισμένες συμπεριφορές και ο κοινωνικός κομφορμισμός καθορίζουν, ακόμα κι αν αυτό γίνεται με τρόπο που μας διαφεύγει, το τι συνολικά επιθυμούμε, δε ξέρουμε ούτε εμείς οι ίδιοι και οι ίδιες να απαντήσουμε σ’ αυτή την ερώτηση. Αυτό δεν είναι κάποια ντρίπλα. Θέλουμε να πούμε ότι το μόνο που μπορούμε να απαντήσουμε ξεκάθαρα, είναι πως όσο περισσότερο εξελίσσεται η ηλεκτρονική μεσολάβηση του κοινωνικού εργοστασίου με τη δική μας συμμετοχή και αδράνεια (ναι, αυτά μπορεί να λειτουργούν μαζί), τόσο λιγότερος λόγος θα μας πέφτει για το πώς μπορεί να θέλουμε να ζούμε και να επιθυμούμε, μέσα και έξω από τα ψηφιακά περιβάλλοντα.

Συμπεράσματα

Αλλαγή παραδείγματος: λίγα λόγια για την αλλαγή βιοπληροφορικού παραδείγματος

Σε πρώτο άκουσμα κάποιος/α θα υπέθετε πως πρόκειται για κάποια διανοουμενίστικη ή φουτουριστική προβολή στο σήμερα. Ή για κάποιο τεχνοφοβικό ή τεχνολατρικό μανιφέστο. Ξέρουμε πως κάθε μεγάλη τεχνολογική αλλαγή στην οργάνωση της καπιταλιστικής εργασίας συνοδευόταν από την υποτίμηση των προλεταριακών σωμάτων αλλά και των προλεταριακών γνώσεων. Στον επίλογο της εισήγησής μας με τίτλο “Η γυναικεία εργασία στον τεχνολογικά αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό”(Ιούνιος του 2016) περιγράφαμε αυτή τη διαδικασία ως εξής:

«Το 1986 ο ιστορικός της τεχνολογίας Thomas Hughes εισήγαγε την έννοια κοινωνικοτεχνικό (sociotechnical), θέλοντας να περιγράψει το γεγονός ότι η τεχνολογία δεν είναι ποτέ απλώς «τεχνική» είτε απλώς ένα «κοινωνικό» φαινόµενο. Αντίθετα, η σχέση τεχνολογίας και κοινωνίας είναι ένα «δίκτυο χωρίς ραφές» (seamless web). Μπορούµε να φανταστούµε τη σχέση αυτή ως ένα κοµµάτι ύφασµα όπου δεν υπάρχουν ραφές συνένωσης, είτε ως ένα πυκνοπλεγµένο ιστό αράχνης όπου όµως οι συνενώσεις του δεν είναι ορατές. Πλάι στη θέση αυτή θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε το εξής: η τεχνολογία είναι ταυτόχρονα τεχνική και ιδεολογία με όλο το μυστικισμό που αυτή εμπεριέχει. Η ιστορία της τεχνολογίας είναι μια ιστορία της σχέσης μεταξύ εργασίας και τεχνολογίας ή καλύτερα μεταξύ εργάτη/τριας και μηχανής, μια ιστορία που αποκρύτεται μεθοδευμένα από τα αφεντικά. Και αυτό γιατί η “καρδιά” της παραγωγής απουσιάζει πάντα από την ιστορική αφήγηση των αφεντικών. Και στο δημόσιο λόγο; ένα ρημάδι δίπολο που έρχεται και ξανάρχεται σε κάθε συζήτηση σχετικά με τις νέες τεχνολογίες: καλό ή κακό. Θα προσπαθήσουμε λοιπόν, να σταθούμε μακριά από τέτοια δίπολα. Ξέρουμε πως από την ατμομηχανή μέχρι τα drones οι τεχνολογίες είναι εργαλεία αναδιοργάνωσης της εργασίας όσο και των υπόλοιπων σχέσεων στον καπιταλιστικό κόσμο. Και μόνο κάτω από αυτήν την οπτική μπορούν να τεθούν στην ανταγωνιστική κριτική. Δηλαδή, ως τρόποι με τους οποίους απλώνονται στις ταξικές κοινωνίες νέες τακτικές πειθάρχησης και ελέγχου αλλά και προκαλώντας νέες αντιθέσεις και αρνήσεις. Και φυσικά δεν είναι ουδέτερη. Είναι ταξικά προσδιορισμένη. Είναι το νεκρό κομμάτι του κεφαλαίου το οποίο βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση με το κομμάτι της ζωντανής εργασίας.»

Σχετικά με την πρώτη τάση, της τεχνοφοβίας, πρόκειται για την άρνηση του ανθρώπου, να συμβαδίσει με μια πραγματικότητα καθόλου γνωστή και οικεία σε αυτόν. Με βάση αυτήν, η ψηφιακή επικοινωνία, οι όροι λειτουργίας της και η πραγματικότητα μέσα σε αυτήν καλύπτονται από ένα πέπλο μυστικισμού που θα κατασπαράξουν το “παλιό” παράδειγμα και όσους/ες μένουν με αυτό. Η δεύτερη τάση, του τεχνοφετιχισμού έχει να κάνει με μια παρανόηση, μια θρησκευτική πίστη στις νέες μηχανές που “ως παντοδύναμες”, “θα αντικαταστήσουν” τον άνθρωπο.

Η αλλαγή αυτή είναι βασικό κεφάλαιο της καθημερινότητάς μας και δεν περνά απλώς μπροστά στα μάτια μας σαν καρέ εικόνων και αναμνήσεων αλλά παρασέρνει τα πάντα μαζί της. Τις τελευταίες δεκαετίες οι λέξεις “αλλαγή παραδείγματος” χρησιμοποιούνται, αραιά μεν αλλά σταθερά, για να καταδείξουν κάποιες απ’ τις αλλαγές (άλλοτε πραγματικές και άλλοτε υποθετικές) στη ζωή, τη δομή και τη λειτουργία των κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό. Είναι το πέρασμα των επιστημονικών επαναστάσεων και τεχνολογικών αναδιαρθρώσεων που λαμβάνουν χώρα τους τελευταίους αιώνες. Ο Γκράμσι θα έλεγε, μιλώντας όχι για τις επιστημονικές μεταβατικές περιόδους αλλά για εκείνες των ριζικών καπιταλιστικών κρίσεων/ αναδιαρθρώσεων, ότι: Η κρίση συνίσταται ακριβώς στο ότι το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί. Σ’ αυτό το μεσοδιάστημα εμφανίζονται πολλά διαφορετικά νοσηρά συμπτώματα [ref]Περιοδικό Cyborg #4, “Η αλλαγή παραδείγματος”[/ref].

Στο πέρας της ανάλυσης έχοντας μιλήσει για τις συνέπειες και τις αλλαγές που έχει επιφέρει η ψηφιακή επικοινωνία με κόμβο τη μηχανή στις σχέσεις στα πλαίσια των καπιταλιστικών κοινωνιών, δεν μπορούμε παρά να εντοπίσουμε το προφανές. Φαίνεται πως οποιοσδήποτε μπορεί να διαχειριστεί μια κρίση, η πραγματική φθορά όμως επέρχεται από την καθημερινότητα. Όσοι/ες, λοιπόν, δεν θέλουμε να μένουμε με το στόμα ανοιχτό, σε μια απόπειρα να χαρτογραφίσουμε αυτήν την αλλαγή παραδείγματος στον postmodern καπιταλιστικό κόσμο, οφείλουμε να αναγνωρίζουμε ένα σύνολο πολιτικών συμπερασμάτων.

Το διαδικτυακό Πανοπτικόν

Το Πανοπτικόν ήταν κατ’αρχήν μία αρχιτεκτονική μορφή που συμπύκνωνε τις τότε ιδέες για το διαχωρισμό, τον σωφρονισμό και τον έλεγχο των μη φυσιολογικών και μη χρήσιμων για το κοινωνικό σύνολο. Πρόκειται για “ένα δακτυλιοειδές οικοδόμημα· στο κέντρο, ένας πύργος· ο πύργος αυτός έχει μεγάλα παράθυρα που βλέπουν προς το εσωτερικό του δακτυλίου· το περιφερικό οικοδόμημα διαιρείται σε κελιά, που το καθένα τους διαπερνά ολόκληρο το πάχος του οικοδομήματος· τα κελιά έχουν δυο παράθυρα – το ένα τους βλέπει προς τα μέσα και αντιστοιχεί σ’ ένα απ’ τα παράθυρα του πύργου· το άλλο δίνει προς τα έξω, και αφήνει το φως να διαπερνά το κελί πέρα για πέρα”.

Το φαινομενικά απλό αυτό σύστημα διασφάλιζε ότι όχι μόνο οι κρατούμενοι μπορούν να είναι ορατοί όλοι μαζί και ο καθένας χώρια, αλλά κι ότι δεν μπορούν να δουν αν κάποιος βρίσκεται στον κεντρικό πύργο:

“Φτάνει έτσι να τοποθετηθεί ένας επιτηρητής στον κεντρικό πύργο και σε κάθε κελί να κλειστεί ένας τρελός, ένας άρρωστος, ένας κατάδικος, ένας εργάτης, ή ένας μαθητής: με την αντιφεγγιά της μέρας μπορείς να διακρίνεις από τον πύργο τους έγκλειστους – μικρές σιλουέτες δέσμιες στα κελιά της περιφέρειας. Το κάθε κλουβί είναι κι ένα μικρό θέατρο, όπου ο ηθοποιός είναι μόνος, ολότελα εξατομικευμένος και μόνιμα ορατός. Το πανοπτικό σύστημα δημιουργεί μονάδες χώρων που επιτρέπουν την αειδιάκοπη παρακολούθηση και την άμεση αναγνώριση”. Jeremy Bentham, 1785.

Έχοντας στον νου μας την παραπάνω περιγραφή, ας αξιολογήσουμε εδώ μερικά από τα σημεία- συνέπειες που σταθήκαμε μέχρι τώρα. Ο άνθρωπος -με τη συγκατάθεσή του ή χωρίς- καθίσταται από διαχειριστής της μηχανής σε διαχειριζόμενο από τη μηχανή. Η συνεχής αναδιαμόρφωση της ψηφιακής επικοινωνίας -με όρους που μόνο από τον ίδιο το χρήστη δεν επιβάλλονται- την καθιστά συνώνυμη της δικτύωσης/συνδεσιμότητας. Η ανθρώπινη εργασία, μετατρέπεται σε τεχνική δραστηριότητα και δεν αποτελεί πια “το συνειδητό μέλος” της μηχανής, αλλά την ίδια την “υπεύθυνη και δημιουργική συνείδησή της” [ref]Περιοδικό Cyborg #5,“Έργάτης- μηχανή, κυβερνητική,μηχανολογία ιδεολογία”[/ref]. Η εργασία αυτή προσδιορίζεται με όρους αποδοτικότητας και είναι εμφανής μόνο στα στενά πλαίσια του διαδικτυακού χρόνου. Η εργασία αυτή, έχει σημασία να ελέγχεται και να επιτηρείται γιατί αποτελεί βασική προυπόθεση για τη διαχείριση των γνώσεων, των συναισθημάτων, των συνηθειών και των επιθυμιών του εκάστοτε χρήστη.

Πιο αναλυτικά, έχει σημασία να σταθούμε σε δύο συνιστώσες όσον αφορά στον έλεγχο και την επιτήρηση. Η μία είναι αυτή της συμμετοχικής επιτήρησης μέσα απ’ την διάχυση των δυνατοτήτων για “μικρο-ελέγχους” του ενός πάνω στον άλλο. Βλέποντας τους πράκτορες λογισμικού όχι απλά σαν ένα τεχνολογικό φαινόμενο, αλλά σαν ένα σύνολο σχέσεων που αλλάζουν καθημερινά -στον βαθμό που η κοινωνική ύπαρξη πάει χέρι-χέρι με τέτοια, βλέπουμε πως η έννοια της επιτήρησης δεν έχει το νόημα που είχε κάποτε. Η συνολική διαχείρηση των προσωπικών δεδομένων καθίσταται πλέον ως ένα εισιτήριο για να περάσεις στη διαδικτυακή πραγματικότητα “μαζί με όλους τους άλλους”. Πολύ απλά και γρήγορα, χωρίς περισσότερη σκέψη.

Από την άλλη η επιτήρηση από τα πάνω, είναι μια συνθήκη που δεν κρύβεται από τα αφεντικά. Αντίθετα υπερπροβάλλεται ως μια από τις δυνατότητες του νέου τεχνολογικού θαύματος. Οι επιτηρούμενοι του νέου πανοπτικού ξέρουν ότι παρακολουθούνται και ακολούθως προσαρμόζονται στις κανονικότητες / κανόνες του παιχνιδιού, αυτοεπιτηρούμενοι ή επιτηρώντας με τη σειρά τους άλλους. Η αίσθηση ότι οι κινήσεις του καθενός στο internet είναι εν δυνάμει παρακολουθήσιμες ανά πάσα στιγμή είναι πλέον εγγενές χαρακτηριστικό της δικτύωσης. Με δύο λόγια, μιλάμε για μία απ’τις οργανικές λειτουργίες της δημόσιας τάξης. Και θα ήταν οριακά αστείο κάτι τέτοιο να μην θεωρείται ως δεδομένο.

Πέρα όμως από το προφανές, αυτή η υπερσυσσώρευση δεδομένων πρέπει να αποδίδει. Αυτό, αφενός, επιτυγχάνεται μέσω των μαζικών επενδύσεων στην αγοραπωλησία των πληροφοριών αυτών και σε διαφημίσεις. Η διαδικτυακή επιτήρηση, είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη και στο πεδίο της κατανάλωσης [ref]”Το νέο πανοπτικό: νέες τεχνολογίες και επιτήρηση”/μπροσούρα Mητροπολιτικών Συμβουλίων Αυτόνομων[/ref]. Η χρήση των προσωπικών δεδομένων για εμπορική αξιοποίηση είναι μία από τις απαραίτητες λειτουργίες του ηλεκτρονικού γραμματέα/ υπηρέτη π.χ. η παραπομπή σε αγορά, που σύμφωνα με το καταλωτικό σου προφίλ, μπορεί να σε ενδιαφέρει. Και είναι και αυτή που κατευθύνει με διάφορους τρόπους τις επιθυμίες του χρήστη και εν τέλει επιφέρει κέρδη. Ο εμπορευματικός αυτός φετιχισμός μαγνητίζει, πουλάει ευκολία, παραγωγή συναισθημάτων πληρότητας και το αίσθημα της κατάκτησης -που δεν είναι ποτέ αρκετό.

Μια τέτοιου είδους επιτήρηση φαίνεται ακόμα να επεκτείνεται σε κάθε σχεδόν “κατηγορία” των προσωπικών στοιχείων. Από την αξιολόγηση του κοινωνικού κύκλου (πχ. ποιοι είναι οι στενοί σου φίλοι με βάση τη διαδικτυακή σας επαφή) μέχρι το αναλυτικό προφίλ σου στον εργασιακό χώρο (που εδώ και δεκαετίες αξιοποιείται ως βιογραφικό για τα αφεντικά και όχι μόνο) μέχρι και την επιτηρούμενη φοιτητική ταυτότητα (π.χ. πανεπιστήμια που ελέγχουν τα ιστορικά περιήγησης των φοιτητών τους).

Φαίνεται, λοιπόν πως αυτή η πολιτική διαχείρισης του database, ως η μεγιστοποίηση της αποθήκευσης προσωπικών δεδομένων/πληροφοριών είναι ένα από τα βασικά σημεία της αλλαγής παραδείγματος. Μόνο που η επιτήρηση αυτή, ο συνεχής έλεγχος και η οργάνωση/αξιοποίηση των δεδομένων κλιμακώνεται ή καλύτερα έχει κλιμακωθεί σε τέτοιο βαθμό που σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να κατανοήσουμε επακριβώς. Γιατί πρόκειται για το είδος αυτό του ελέγχου που γίνεται ήρεμα και συναινετικά, με την άδεια- ή και χωρίς- των “από τα κάτω” ενόσω αυτοί αλληλοεπιτηρούνται. Και ο έλεγχος αυτός έχει οργανική σημασία για την οργάνωση και λειτουργία των καπιταλιστικών κοινωνιών. Η καθημερινές ασχολίες και ενδιαφέροντα, οι ανάγκες μας, ο τρόπος που επικοινωνούμε, ο χρόνος που περνάμε online, οι γνώσεις και οι σχέσεις μας, είναι απαραίτητο να διαμεσολαβούνται. Kατ’επέκταση, η αποθήκευση και επιτήρηση του όγκου των δεδομένων αυτών, αποτελούν βασικές προυποθέσεις της αξιοποίησής τους για τις ανάγκες του κεφαλαίου.

Ο προγραμματισμός της ζωής σε αλγοριθμικό στιλ

_erase n rewind στις κοινωνικές σχέσεις

Όσα είπαμε ισχύουν και στο αντίστροφο. Η ηλεκτρονική διαμεσολάβηση του κοινωνικού εργοστασίου, η πληροφοριοποίηση της κοινωνικής ζωής και η οργάνωσή της με τους όρους λειτουργίας της μηχανής καθιστούν σαφώς ρευστά τα όρια μεταξύ των καταστάσεων “άνθρωπος- διαχειριστής” και “άνθρωπος υπό διαχείριση”. Με μία πρώτη σκέψη, θα μπορούσαμε να πούμε πως πρόκειται για μια νέα φθηνή λύση που έχει ως στόχο να ταίσει μικροαστικά όνειρα για την απόκτηση ηλεκτρονικού, προσωπικού γραμματέα, υπηρέτη, μάνατζερ ή για ένα ακόμη φαντασμαγορικό τεχνολογικό επίτευγμα με βάση το οποίο η μηχανή αποκτά υπόσταση και ηγετικές δυνατότητες.

Με μια δεύτερη σκέψη όμως, βρισκόμαστε μπροστά σε μια αλλαγή με πολύ πιο ουσιαστικά αποτελέσματα από τα παραπάνω. Η ένταξη της πληροφορίας στην καθημερινότητα έρχεται, ή μάλλον έχει φτάσει καιρό τώρα και οργανώνει με τεράστια επιτυχία τη ζωή σε αλγοριθμικό στιλ με νέους όρους αποδοτικότητας. Και για τους όρους αυτούς εμείς έχουμε τον τελευταίο λόγο. Η ζωή, η εργασία, η φιλία, ο έρωτας, ο ελεύθερος χρόνος, οι ανάγκες, οι επιθυμίες, οι αισθήσεις αποθηκεύονται, ελέγχονται, τίθενται υπό επεξεργασία και προσαρμογή για να συμβαδίσουν με το νέο μοντέλο οργάνωσης. Στην περίπτωση που “δε συμμορφώνεσαι” είσαι σίγουρα άνθρωπος με χαμηλή λειτουργικότητα. Για να “μιλήσεις” πρέπει να αρνηθείς να επικοινωνήσεις, και για να “επικοινωνήσεις” πρέπει να αρνηθείς να μιλήσεις. Έτσι, «…κάθε ανθρώπινη πράξη, κάθε ομαδική συμπεριφορά, αποτελεί αποτέλεσμα μιας απώτερης δομικής σχέσης μεταξύ δύο θεμελειακών πληροφορικών συστημάτων: της βάσης δεδομένων και του αλγοριθμικού λογισμού…»[ref]Ανοικτή συνέλευση Mητροπολιτικών Συμβουλίων με θέμα «Σώματα την εποχή της βιοπληροφορικής» 11/6/2003[/ref].

Η συνθήκη όμως αυτή ούτε ήρθε από το πουθενά ούτε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κάτι νέο. Η ιστορία έχει ως εξής. Οι αρνήσεις των ‘60s και ‘70s έβγαλαν αντεστραμένα στο τραπέζι της καπιταλιστικής ανατομίας σχεδόν το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων. Δημιούργησαν έναν δικό τους ξέχωρο κόσμο όπου οι λέξεις και οι σχέσεις είχαν το νοήμα πού ήθελαν και όριζαν οι ίδιοι/ίδιες ως εργάτες/τριες. Οι γνώσεις και οι τρόποι αυτοί (του κοινωνικού εργοστάσιου/ του κοινωνικού εργάτη) μας χρειάζονται οπωσδήποτε. Μας χρειάζονται ως οι πιο κοντινές στο σήμερα “παλιές” έννοιες και απόψεις, που μπορούν να διαφωτίσουν το (καπιταλιστικό) σήμερα και αύριο. Που πρέπει και μπορούν, εν τέλει, να γίνουν βασικά εργαλεία μας για τις σύγχρονες μάχες, για τον ταξικό ανταγωνισμό στον 21ο αιώνα [ref]Απ’ το κοινωνικό εργοστάσιο στην μηχανοποίησή του, περιοδικό Sarajevo, τεύχος 108[/ref]. Όλα τα παραπάνω, τα αφεντικά και οι ειδικοί τους τα κατάλαβαν και τα χρησιμοποίησαν πολύ πριν από εμάς. Έτσι, η μαζική αφομοίωση και αξιοποίηση των πρακτικών αυτών και ιδίως όσον αφορά στην ηλεκτρονικά διαμεσολαβημένη επικοινωνία, ήταν ένας από τους τρόπους αντεπίθεσής στις αρνήσεις αυτές.

Επίλογος

Κι εδώ πρέπει να αναρωτηθούμε: Πρόκειται για κάποιο είδος αποπλάνησης ή μπερδέματος; Δεν είμαστε σίγουρες/οι. Η ευκολία με την οποία τα διαδοχικά κύματα τεχνολογικών εφαρμογών που “διευκολύνουν”/ “ομορφαίνουν” την καθημερινή ζωή και διαμεσολαβούν τις σχέσεις μας δεν είναι τυχαία. Αυτή η μοναξιά που αισθανόμαστε, βιδωμένοι/ες στην καρέκλα και με τα μάτια καρφωμένα στις στιλάτες οθόνες μας, δεν είναι τυχαία. Το ότι οι αποφάσεις για εμάς τους/τις ίδιους/ες δεν είναι στη δική μας διακριτική ευχέρεια, επίσης δεν είναι τυχαίο. Πρόκειται λοιπόν, για κάποιου είδους συνομωσιολογία; Ή μήπως ο/η ιστορικός του μέλλοντος θα χαρακτήριζε όλα αυτά απλώς ως ασύμετρη σύγχυση στην προσπάθεια να εγκληματιστούμε στη νέα τάξη πραγμάτων; Τίποτα από όλα αυτά. Η αλλαγή παραδείγματος συντελείται μπροστά στα μάτια μας με την ενεργητική μας συμμετοχή και την παθητική μας αδράνεια. Κι αυτό ως εργάτες/τριες και ως περίεργοι/ες που παίρνουμε στα σοβαρά τις σχέσεις και τις γνώσεις που μας έχουν κλέψει. Με δυο λόγια πρέπει να αντικρίσουμε τον καπιταλιστικό 21ο αιώνα όπως πραγματικά είναι. Είναι τουλάχιστον ένα πρώτο βήμα.

]]>
Εκδήλωση: Το τέλος της ιδιωτικότητας; _αυτοέκθεση και η εμπορευματοποίηση των προσωπικών δεδομένων https://gameover.zp/2017/03/26/%ce%b5%ce%ba%ce%b4%ce%ae%ce%bb%cf%89%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%bf-%cf%84%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b9%ce%b4%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1%cf%82-_%ce%b1/ Sun, 26 Mar 2017 14:19:12 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2361 Afisa_idiwtikotita

Η ιδιωτικότητα στέκεται από τη γέννησή της ενάντια στους παραβιαστές της. Η σύγχρονη τυραννία της αυτοέκθεσης στο ψηφιακό/κοινωνικό περιβάλλον ανοίγει διάπλατα τις πόρτες των εαυτών, αφήνοντας τα προσωπικά περιεχόμενα προσπελάσιμα από όλες τις κατευθύνσεις. Ζούμε άραγε σε μια διάχυτη ατμόσφαιρα πνευματικής κοινοκτημοσύνης ή μήπως έχουν συμβεί και συμβαίνουν άλλα ενδιαφέροντα πράγματα;

Τετάρτη, 5 Απριλίου, 6:30μμ

Κτίριο Αβέρωφ, Αρχιτεκτονική Ε.Μ.Π.

 

]]>
Εκδήλωση: Τα αιχμάλωτα κύτταρα – πολιτικές σημειώσεις για τις βιοτεχνολογίες https://gameover.zp/2016/04/17/%ce%b5%ce%ba%ce%b4%ce%ae%ce%bb%cf%89%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%b1-%ce%b1%ce%b9%cf%87%ce%bc%ce%ac%ce%bb%cf%89%cf%84%ce%b1-%ce%ba%cf%8d%cf%84%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b9/ Sat, 16 Apr 2016 22:20:27 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1701 Παρατηρήσεις για τις βιοτεχνολογίες, πέρα απ’ το «καλό» ή/και το «κακό» των εφαρμογών τους: είναι η καινούργια φάση του καπιταλισμού!

Τετάρτη, 20 Απριλίου, 15:30
Αρχιτεκτονική, Κάτω Πολυτεχνείο, Αίθριο Αβέρωφ

aixmalwta_kyttara_afisa

]]>
Εισήγηση: Το έμφυλο σώμα στον καθρέφτη των νέων τεχνολογιών https://gameover.zp/2016/04/17/%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%ae%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%bf-%ce%ad%ce%bc%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bf-%cf%83%cf%8e%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%ce%b8%cf%81%ce%ad%cf%86%cf%84%ce%b7/ Sat, 16 Apr 2016 21:17:43 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1726

Θυμήσου, σώμα…
Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεβάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στη φωνή — και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κοίταζαν•
πώς έτρεμαν μες στη φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.

Κ.Π. Καβάφης

Intro

Κάποιος είπε κάποτε πως όλες οι ιστορίες της ανθρωπότητας μπορούν να γραφτούν σαν μία με ένα και μοναδικό θέμα: το ανθρώπινο σώμα. Το τρωτό σώμα με τις ανάγκες, τις δυνάμεις, τις πληγές του, την εκάστοτε ταυτότητα και τα στίγματα αυτής. Από την αρχαία γλυπτική μέχρι τις σύγχρονες βιοτεχνολογίες, το σώμα ως οργανικό σύνολο και ιδωμένο μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία κουβαλά συγκεκριμένες οριοθετήσεις και απαγορεύσεις, την ταξική, έμφυλη, φυλετική κατηγοριοποίηση που του έχει επιβληθεί αιώνες τώρα.

Μέσα σε έναν τέτοιο αχανή ωκεανό θεωριών περί φύλου, σώματος και σεξουαλικότητας, παρακολουθώντας το νέο κύμα αφήγησης σχετικά με το σώμα και τη φεμινιστική θεωρία στον post modern καπιταλιστικό κόσμο, μας κέντρισαν το ενδιαφέρον οι θέσεις πολλών φεμινιστικών κινημάτων του τρίτου κύματος[ref]Το τρίτο κύμα φεμινισμού είναι το σύνολο των θεωριών και πρακτικών γύρω από το φεμινισμό και γενικότερα το ζήτημα του φύλου, το οποίο αναπτύχθηκε από τις αρχές του 1990 και μετά. Συνέχισε να πραγματεύεται πολλά από τα ζητήματα του δεύτερου κύματος, όπως η ισότητα γυναικών και αντρών στην εργασία, το ζήτημα της πορνογραφίας, της σεξουαλικής εργασίας και της σεξουαλικής κακοποίησης και το ζήτημα της αναπαραγωγής (αντισύλληψη, εκτρώσεις), αλλά αυτό που το διαφοροποίησε από το δεύτερο κύμα είναι η εξάπλωση των νέων θεωριών για το φύλο, με κεντρική την queer θεωρία και η ενσωμάτωση των αλλαγών που έφερε και φέρνει η έκρηξη της τεχνολογίας και οι νέες μηχανές.[/ref] όσον αφορά στο φύλο και τη σχέση του με τον κόσμο της τεχνολογίας και των νέων μηχανών. Διαβάζοντας για τις πρωτεργάτριες αυτού του κύματος, έπεσε στα χέρια μας το “Μανιφέστο των cyborg”, της Donna Harraway, γραμμένο το 1983, με αφορμή το οποίο κάναμε μια μικρή εκδήλωση-συζήτηση, τον περασμένο Απρίλη, σχετικά με τον κυβερνοφεμινισμό, τον τεχνοφεμινισμό και τη σημασία τους στο σήμερα. Η εκδήλωση αυτή κινούνταν γύρω από τις απόψεις της Haraway για την απελευθερωτική φύση της τεχνολογίας, μια ρητορική για το σώμα και το γυναικείο ζήτημα επικεντρωμένη στη φθαρτότητα του σώματος απέναντι στην τελειότητα της μηχανής, αλλά και στη ελπίδα ότι η διάχυση της τεχνολογίας και η ένωση του ανθρώπου με τη μηχανή, θα φέρει μεταξύ άλλων το ξεπέρασμα του φύλου. Στο πέρας της ανάλυσης, σταθήκαμε σε τρία σημεία. Αρχικά, στο γεγονός ότι τα αιώνες ενοχοποιημένα από τη θρησκεία και την πατριαρχία σώματα συνεχίζουν να υποτιμούνται με την άνοδο της μηχανής και παράλληλα ο σεξισμός παραμένει διάχυτος και ανά περιόδους κρίσης εντείνεται. Το δεύτερο σημείο είχε να κάνει με την εξιδανίκευση, το φετιχισμό που κουβαλάει η οπτική απέναντι στα (κάθε φορά) νέα τεχνολογικά εργαλεία και η προσμονή ότι θα ξεπεράσουν ή θα επιλύσουν προβλήματα τα οποία είναι κατά κύριο λόγο σχεσιακής φύσης. Και το τρίτο σημείο ήταν μία κριτική στη γενικότερη μεταμοντέρνα τάση αποδόμησης του παρελθόντος, μιας άρνησης της ιστορίας και της ταξικής μας μνήμης η οποία καταλήγει εντέλει στην μυωπική αντιμετώπισή της.

Στην κουβέντα που ακολούθησε ήταν διάχυτη η απόσταση και η αδυναμία αφομοίωσης ή και κατανόησης των θέσεων της Haraway και φάνηκε η έντονη αντίθεση με την πραγματικότητα. Στο νέο τεχνολογικό παράδειγμα είναι αναμφίβολο πως η όλο και πιο διαδεδομένη χρήση της μηχανής διευκόλυνε τις γυναίκες από αρκετές απόψεις και ο κυβερνοχώρος άνοιξε ένα ολοκαίνουργιο πεδίο επικοινωνίας, αρνήσεων και διεκδικήσεων. Η νέα αυτή τάση έκανε τον κόσμο της τεχνολογίας να μοιάζει με ένα θεοποιημένο, εξιδανικευμένο βασίλειο. Ένα βασίλειο που βρίσκεται τόσο κοντά (από άποψη ευκολίας και προσβασιμότητας στις δυτικές κοινωνίες) και ταυτόχρονα τόσο μακριά από τον υλικό κόσμο.

Απ’ όλες τις βιωματικές αλήθειες που ακούσαμε και διαβάσαμε, από παλαιότερες ριζοσπαστικές αφηγήσεις για το σώμα, από μια φευγαλέα ματιά στον μη εικονικό κόσμο, το μοναδικό in concreto σημείο που καταλήξαμε, και που σχολιάστηκε στην κουβέντα της μικρής εκδήλωσης από μία συντρόφισσα, ήταν ότι τα σώματά μας, τότε-σήμερα-αύριο, αποτελούν κόκκινη γραμμή και καλούμαστε να τα υπερασπιστούμε αδιάκοπα με τον πιο υλικό τρόπο ενάντια στη βαρβαρότητα του καπιταλιστικού κόσμου και της καθημερινής και πολυπρόσωπης υποτίμησης που βιώνουμε. Αυτή η σκέψη μας οδήγησε σε αυτήν την εκδήλωση, προσπαθώντας να συλλάβουμε τις σύγχρονες μορφές υποτίμησης των σωμάτων μας και να βρούμε αν και που τελικά υπάρχουν σημεία τομής της πραγματικότητας και της θεωρίας. Ένα κομμάτι της εισήγησης μπορεί να φανεί σε κάποιους ότι λέει τα προφανή, πράγματα πολύ βασικά, που ήδη τους είναι γνωστά, ίσως και ξεπερασμένα. Απ’ ότι έχουμε καταλάβει όμως, μέσα από την έλλειψη συζητήσεων γύρω από το θέμα, όταν τα αυτονόητα δε συζητιούνται για καιρό, εντέλει παύουν να είναι αυτονόητα.

Το έμφυλο σώμα

Η θεωρία γύρω από το έμφυλο σώμα εισάγεται στη μετανεωτερική εποχή*, κατά κύριο λόγο από το φεμινιστικό κίνημα. Ήδη από την εποχή της Simone de Beauvoir, με το βιβλίο της «Το δεύτερο Φύλο» (1949)[ref]Το βιβλίο της Simone de Beauvoir “The second sex” (Το δεύτερο φύλο, 1949), γράφτηκε στα όρια ακόμα του πρώτου κύματος φεμινισμού, βάζοντας ένα πρώιμο για την εποχή του θέμα. Ενώ το πρώτο κύμα φεμινισμού, το λεγόμενο “χειραφετητικό”, εστίαζε περισσότερο στο δικαίωμα ψήφου και γενικότερα στα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών, το βιβλίο αυτό θίγει το ζήτημα του κοινωνικού και του βιολογικού φύλου, το αν δηλαδή οι διαφορετικές συμπεριφορές και η θέση των δύο φύλων μέσα στην κοινωνική ιεραρχία είναι κάτι παγιωμένο από τη γέννησή μας ή, όπως υποστηρίζει είναι κάτι το οποίο μαθαίνεται και κατασκευάζεται μέσα στην κάθε κουλτούρα. Η δύναμη αυτής της άποψης εκτιμήθηκε και ωρίμασε αρκετά αργότερα, στο δεύτερο κύμα φεμινισμού, το λεγόμενο “απελευθερωτικό” κίνημα, ενισχύοντας την αμφισβήτηση της ύπαρξης δύο φύλων, όσον αφορά στη συμπεριφορά, το συναισθηματικό προφίλ και τη σεξουαλική προτίμηση.[/ref] και το γνωστό σύνθημα, «γυναίκα δε γεννιέσαι αλλά γίνεσαι», δημιουργούνται τα πρώτα ρήγματα αμφισβήτησης της κυρίαρχης αντίληψης για το σώμα, μιας ιδεολογίας που κατά κύριο λόγο αφορά το λευκό αντρικό σώμα, ορίζοντας σαφώς το φυσιολογικό και υποβαθμίζοντας ή αποκλείοντας ό,τι βρίσκεται έξω από αυτό. Μέχρι τότε, κυρίως μέσω της βιολογίας του 19ου αιώνα, το κανονικό ήταν ταυτισμένο με αυτό που η επιστήμη θεωρούσε «φυσικό» με βάση τις μετρήσεις, και η σωματική διαφορετικότητα ήταν συνδεδεμένη με την κοινωνική παρέκκλιση. Οι φεμινιστικές θεωρίες στον 20ο αιώνα, ιδίως από το δεύτερο κύμα και ύστερα, μετατοπίζουν τη συζήτηση και, μεταξύ άλλων, κάνουν σαφές ότι η κανονικότητα ή η παρέκκλιση είναι έννοιες που κατασκευάζονται γύρω από πολλούς άξονες, όπως είναι η φυλή, το φύλο, η τάξη ή η σωματική μειονεξία, και δεν είναι σε καμία περίπτωση βιολογικά καθορισμένες. Το σώμα συσχετίζεται και διαμορφώνεται από τα εκάστοτε πολιτισμικά και πολιτικά δεδομένα εξουσίας.

Παράλληλα, αυτό που ονομάζουμε βιολογικό φύλο, τα ανατομικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με το αναπαραγωγικό και ορμονικό σύστημα του κάθε σώματος, διαχωρίζεται από το κοινωνικό φύλο και σταδιακά από τη σεξουαλικότητα. Το κοινωνικό φύλο, το σύνολο των συμπεριφορών που μαθαίνουμε να αντιστοιχούμε στο κάθε σώμα, ξεφορτώνεται το βάρος του βιολογικού σώματος και γίνεται εύπλαστο στα χέρια των υποκειμένων. Η ταυτότητα άντρας ή γυναίκα, δεν έρχεται αυτονόητα μαζί με ένα σύνολο επιβαλλόμενων χαρακτηριστικών που καθορίζουν τη συμπεριφορά και τις καθημερινές πρακτικές τους. Αυτή η μετατόπιση απελευθερώνει τεράστιες δυνατότητες χειραφέτησης, αυτοπροσδιορισμού και διεκδικήσεων στα καταπιεσμένα σώματα και ταυτόχρονα σκιαγραφεί με πολλούς ενδιάμεσους τόνους τις διαφορετικές αποχρώσεις της καταπίεσης, ανάλογα με τη θέση του υποκειμένου στο πλέγμα και την ιεραρχία των κοινωνικών σχέσεων. Εν τέλει, το κοινωνικό φύλο αποκτά τόσες διαφορετικές εκφάνσεις, ώστε η κατηγορία άντρας ή γυναίκα να αποδομείται και να τείνει να εξαφανιστεί στη σύγχρονη φεμινιστική και queer θεωρία[ref]Η queer θεωρία γεννήθηκε μέσα στο τρίτο κύμα φεμινισμού, στις αρχές του 90, από τα πεδία των γυναικείων σπουδών, πατώντας δηλαδή πάνω στη θεσμοθετημένη νίκη των γυναικών του προηγούμενου κύματος για συμμετοχή στην εργασία και την εκπαίδευση. Ήρθε να συμπεριλάβει ένα ευρύ φάσμα αντιφατικών ταυτοτήτων και πρακτικών σχετικά με το βιολογικό φύλο, το κοινωνικό φύλο και τη σεξουαλική προτίμηση. Στην queer θεωρία, αυτοί οι τρεις πόλοι συνθέτουν ένα δίκτυο με άπειρους ενδιάμεσους συνδυασμούς, καταργώντας στην ουσία την έννοια του ίδιου του φύλου και αγκαλιάζοντας την περιθωριακή ταυτότητα του “παράξενου” και του “αλλόκοτου”, η οποία δεν χωρούσε εύκολα φεμινιστικές κατηγοριοποιήσεις του παρελθόντος.[/ref].

Σύμφωνα με τη Judith Butler, μια από τις κύριες εκπροσώπους του τρίτου κύματος φεμινισμού και της σύγχρονης queer θεωρίας, η φαινομενική συνεκτικότητα των συμπεριφορών που συνιστούν το κοινωνικό φύλο, η οποία δημιουργεί την εντύπωση ότι όντως υπάρχει ένας βιολογικά καθορισμένος πυρήνας που σηματοδοτεί τα φύλα, δεν είναι τίποτε άλλο από μια σειρά διαρκών επιτελέσεων, μια γενεαλογία μιμήσεων του να είσαι άντρας ή του να είσαι γυναίκα στην οποία εκπαιδευόμαστε από το κοινωνικό περιβάλλον. Αυτή η μιμητική διαδικασία του κοινωνικού φύλου, με τις πρακτικές που τη συνοδεύουν, πέρα από το ότι διαμορφώνει πολύ σαφώς τα συμπεριφορικά όρια των φύλων, κάνει και κάτι άλλο: διαμορφώνει εκ νέου τα βιολογικά/ανατομικά χαρακτηριστικά, το ίδιο το βιολογικό σώμα. Το σώμα στη σύγχρονη φεμινιστική θεωρία, παύει να είναι ένας στιβαρός, υλικός τόπος αλλά μετατρέπεται σε ένα ρευστό τόπο ενδεχομενικότητας. Ένα υλικό το οποίο μπορεί να επαναπροσδιοριστεί από τον καθένα για τον εαυτό του, χωρίς να περιορίζεται από τα ήδη υπάρχοντα ανατομικά ή κοινωνικά διαμορφωμένα χαρακτηριστικά. Η υλική υπόσταση του σώματος μοιάζει να εξαϋλώνεται και να χάνεται μέσα στις πολλαπλές αναπαραστάσεις της[ref]Παρ’ όλ’ αυτά, μια τέτοια ανάγνωση για το σώμα, όπως η θεωρία περί επιτελεστικότητας, δεν είχε σαν στόχο να αποδομήσει το σώμα, αλλά περισσότερο να δομήσει μια γραμμή κριτικής απέναντι στην ετεροσεξουαλικότητα πάνω στην οποία είχε χτιστεί ο φεμινισμός μέχρι τότε. Συγκεκριμένα, σε συνέντευξή της, η Butler αναφέρει το εξής σχετικά με το πρώτο και δημοφιλέστατο βιβλίο της με τίτλο “Αναταραχή Φύλου”, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε και η queer θεωρία:

Μία από τις ερμηνείες που έγιναν για το Gender Trouble ήταν η εξής: δεν υπάρχει βιολογικό φύλο (sex), υπάρχει μόνο κοινωνικό φύλο (gender) κι αυτό το τελευταίο είναι επιτελεστικό. Ο κόσμος μετά συνεχίζει και σκέφτεται ότι αν το φύλο είναι επιτελεστικό, θα πρέπει να είναι ελεύθερο με ριζοσπαστικό τρόπο. Και έχει φανεί σε πολλούς ότι η υλικότητα του σώματος έχει γίνει αντικείμενο άγνοιας ή άρνησης ή εγκατάλειψης – ακόμη και αποκήρυξης. (Υπάρχει και μια συμπτωματολογική ανάγνωση αυτού ως σωματοφοβία. Είναι ενδιαφέρον να παθολογικοποιείς το κείμενο κάποιου.) Οπότε, αυτό που μου φάνηκε σημαντικό κατά τη συγγραφή του Bodies that Matter ήταν να επανέλθω στην κατηγορία του βιολογικού φύλου και στο πρόβλημα της υλικότητας και να ρωτήσω πως γίνεται το φύλο το ίδιο να μπορεί να ερμηνευτεί ως νόρμα.

[/ref].

Σύντομη αλλά αναγκαία ματιά προς τα πίσω

Εδώ θα κάνουμε μία παρένθεση.

Οι σύγχρονες φεμινιστικές θεωρίες και ο κοινωνικός κονστρουκτιβισμός[ref]Ο κοινωνικός κονστρουκτιβισμός πρόκειται για ένα σύνολο θεωριών που αναπτύχθηκαν κυρίως τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα και στάθηκαν κριτικά απέναντι στον μέχρι τότε αδιαμφισβήτητο χαρακτήρα των εμπειρικών δεδομένων, τοποθετώντας τα στο κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό τους πλαίσιο. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι της τάσης είναι η Mary Douglas, Michel Foucault, ο Erving Goffman.[/ref] είναι κομμάτι της μεταμοντέρνας τάσης που προσπάθησε να αποδομήσει αυτό που ονομάστηκε καρτεσιανή θεώρηση για το σώμα. Και αυτή η αντίθεση, όπως όλες, έχει τη δική της ιστορία. Από την εποχή που η θρησκεία έδωσε τα ηνία της ενασχόλησης με το ανθρώπινο σώμα στην επιστήμη, από τότε που ο Καρτέσιος έθεσε τις βάσεις για τη μηχανιστική αντίληψη του σώματος και το διαχωρισμό του από το πνεύμα, από τότε που το σώμα «εκπολιτίστηκε» και οι λειτουργίες του ελέγχθηκαν και κατηγοριοποιήθηκαν, έχει κυλήσει πολύ νερό στ’ αυλάκι της εσωτερίκευσης των από τα πάνω ιδεολογιών για το «πώς είμαστε φτιαγμένοι».

Ας μην πάμε πολύ πίσω. Την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, η βιολογία του 19ου αιώνα, συνεχίζοντας την παράδοση της καρτεσιανής σκέψης, εδραιώνει την πλήρη βιολογικοποίηση του σώματος, τη λεγόμενη νατουραλιστική προσέγγιση. Οι κοινωνικές ανισότητες και η πρόσβαση στον πλούτο τα νομικά δικαιώματα και την πολιτική θεωρούνται δεδομένα και παγιωμένα, με βάση τα βιολογικά χαρακτηριστικά των σωμάτων και δε θεωρούνται σε καμία περίπτωση αποτέλεσμα της κοινωνικής θέσης του καθενός. Είναι η εποχή που το σώμα υπάγεται σε διαρκείς μετρήσεις με σκοπό να οριστεί επιστημονικά το φυσιολογικό, ή το παρεκκλίνον, και άρα η σαφής θέση του κάθε υποκειμένου στην ιεραρχία της βιομηχανικής κοινωνίας. Η ιατρική βάζει γερές «αντικειμενικές» βάσεις για να χτιστεί εκ νέου η ανισότητα και η κοινωνική ιεραρχία, αυτή τη φορά με πρόφαση τον επιστημονικό και όχι τον θρησκευτικό λόγο. Από τα γνωστά διαμάντια ιατρικής μεθοδολογίας και απόδειξης είναι τα παραδείγματα κρανιομετρήσεων σε άντρες και γυναίκες, ή σε λευκούς και μαύρους άντρες, με σκοπό να υποστηριχθεί η μειονεξία των δεύτερων με βάση το μέγεθος ή το σχήμα του κρανίου και άρα του εγκεφάλου. Τα γυναικεία κρανία και οι εγκέφαλοί τους βρίσκονται μικρότερα και αυτό συνδέεται με την παθητικότητα και την έλλειψη ενεργητικών εμπειριών. Οι γυναίκες, ιατρικά αποδεδειγμένα, αποτελούν μορφές κατώτερης εξέλιξης σε σχέση με τον πολιτισμένο λευκό άντρα. Αλλά οι αποδείξεις δεν σταματούν εκεί. Η εμμηνόρροια θεωρείται αντιπαραγωγική, οι γυναίκες απειλητικές όσο αυτή διαρκεί, αφού είναι ανίκανες να παίξουν τον καθορισμένο τους ρόλο στην αναπαραγωγή. Η εκπαίδευση και η πνευματική εργασία θεωρούνται υπεύθυνες για τη μείωση της αναπαραγωγικής ικανότητάς τους και για πάσης φύσεως γυναικολογικά προβλήματα, γι’ αυτό και πρέπει να γίνονται με φειδώ ή καθόλου. Με λίγα λόγια, οι άντρες θα εργάζονται και θα συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή, και οι γυναίκες θα είναι μητέρες και νοικοκυρές, επειδή γι’ αυτό είναι φτιαγμένες.

Η μέτρηση και η σύγκριση των ανατομικών χαρακτηριστικών σύμφωνα με τα μηχανιστικά πρότυπα της βιομηχανικής εποχής ενέτεινε την ολοένα αυξανόμενη κατάτμησή τους σε επιμέρους εξαρτήματα, την κατηγοριοποίηση και την αντικειμενοποίηση. Το σώμα έγινε κλειστό και αυστηρά ελεγχόμενο, και αυτό αφορούσε όλα τα μέρη τα οποία είχε γίνει δυνατόν να ταξινομηθούν. Η ολότητά του είχε διασπαστεί ολοκληρωτικά, ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να χωρέσει στις μεγάλες κατηγορίες της κανονικότητας που με πολύ επιμονή είχε κατασκευάσει η δυτική επιστήμη, με μπροστάρη την ιατρική. Η νατουραλιστική αυτή προσέγγιση για το σώμα, ενισχύθηκε, κυρίως με τη θεωρία του Δαρβίνου για τη φυσική επιλογή, στα μέσα του 19ου αιώνα και με τις θεωρίες των κοινωνιολόγων και των βιολόγων για τα γονίδια. Η ευγονική αλλά και οι σύγχρονες θεωρίες και εφαρμογές της γενετικής έχουν τη βάση τους σε αυτή τη θεώρηση και στην καρτεσιανή καταγωγή της.

Σε αυτό το πρότυπο για τον άνθρωπο ήρθαν να αντιπαραταχθούν οι μεταμοντέρνες θεωρίες, με βασικό το ρεύμα του κοινωνικού κονστρουκτιβισμού, το οποίο, όπως και οι φεμινιστικές θεωρίες, έβαλε το σώμα μέσα στο κοινωνικό του πλαίσιο. Το κοινωνικό σώμα όπως και το κοινωνικό φύλο έγιναν πεδία υπό διαμόρφωση μέσα στα πλαίσια της επικρατούσας κουλτούρα και των θεσμών της. Κομβικό ρόλο σε αυτήν την οπτική, κυρίως προς το τέλος του 20 αιώνα έπαιξε η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών σε σχέση με την ιατρική και τη βιολογία, οι οποίες προσέφεραν ξαφνικά μεγάλες δυνατότητες τροποποίησης των ανατομικών χαρακτηριστικών. Κι έτσι, το καρτεσιανό σώμα έγινε ακόμα μια φορά επίκαιρο, ως μια μηχανή που μπορεί και οφείλει να τροποποιείται και να αναβαθμίζεται, με βάση την επιθυμία. Ένα ατελές απόκτημα, ένα σχέδιο εργασίας.

Μετατροπές και μετατοπίσεις

Επιστρέφοντας σε όσα είπαμε για τις σύγχρονες φεμινιστικές θεωρίες, θα παρατηρήσουμε εδώ μια αντίφαση. Είπαμε ότι η σχετικοποίηση και αποδόμηση του φύλου έρχεται να αποσταθεροποιήσει συνειδητά το καρτεσιανό μοντέλο, κυρίως με τα κινήματα του 70, βάζοντας το ζήτημα του κοινωνικού σώματος και του κοινωνικού φύλου, λέγοντας ότι είναι έμφυλα, ταξικά και φυλετικά προσδιορισμένα, όχι γονιδιακά και βιολογικά προκαθορισμένα. Αυτή η άποψη, την περίοδο που εκφράστηκε εμπεριείχε μια ολόκληρη πολεμική ενάντια στο επιστημονικό κατεστημένο του 19ου αιώνα που όπως είπαμε στήριζε τη βιολογικοποίηση του σώματος και του φύλου, μαζί με τις κοινωνικές συμπεριφορές που τα συνόδευαν. Εμπεριείχε επίσης μια αντίθεση στη βία και τον έλεγχο που επιβαλλόταν στις γυναίκες με την ολοένα αυξανόμενη ιατρικοποίηση και τις τεχνολογίες αναπαραγωγής αλλά και μια γενικευμένη αντίθεση στην έννοια της κανονικότητας και της παρέκκλισης.

Με το πέρασμα στην ώριμη εποχή της κατανάλωσης, από το 80 και μετά -σχεδόν μέχρι σήμερα, οι δυναμικές που είχαν ανοιχθεί με αυτή τη μετατόπιση της οπτικής, αγκαλιάστηκαν και αποικήθηκαν από το εμπόρευμα. Και το ίδιο το σώμα που όντας ρευστό και διαμορφώσιμο άνοιγε αυτές τις δυναμικές, μοιάζει να βρέθηκε δέσμιό τους. Δέσμιο της διαρκούς αλλαγής, δέσμιο της ίδιας του της επιθυμίας για αυτοπροσδιορισμό. Η τεχνολογία εμφανίζεται να προσφέρει όλες αυτές τις γοητευτικές επιλογές τροποποίησης, τις προσωπικές επιλογές παρέμβασης στο κοινωνικό και στο βιολογικό σώμα. Μας φαίνεται εξαιρετικά φυσιολογική αυτή η διαρκής ρευστότητα, αυτή η επιβολή της βούλησής μας (ας κρατήσουμε και μια επιφύλαξη για το «μας»), όμως αυτό δε θα ήταν δυνατό αν δεν είχε ωριμάσει μέσα μας η θεώρηση ότι όντως το σώμα είναι διαχωρισμένο από το πνεύμα, ότι όντως το σώμα είναι μια μηχανή στην οποία μπορούμε να επεμβαίνουμε μέσω της επιστήμης. Το cyborg της Donna Harraway μοιάζει με τον καρτεσιανό άνθρωπο-μηχανή φωτισμένο με τη γοητεία της σύγχρονης τεχνολογίας. Το σύγχρονο σώμα σαν σχέδιο εργασίας, είναι ένα σώμα που παραμένει κομματιασμένο χωρίς να ανασυντίθεται σε μια στιβαρή κανονικότητα, αφού η σύγχρονη κανονικότητα μοιάζει να είναι η ίδια η ρευστότητα. Και τα δίπολα του παρελθόντος, που γίνεται προσπάθεια να ξεπεραστούν επανέρχονται στο προσκήνιο, μέσα από τον Δούρειο Ίππο της δυτικής επιστήμης και της γοητευτικής τεχνολογίας που αυτή παράγει.

Για μια ακόμα φορά ο άνθρωπος κατασκευάζει και ύστερα μετράει τον εαυτό του με τα καινούργια του εργαλεία. Με μια ουσιαστική διαφορά. Η σύγχρονη τεχνολογία, τα σύγχρονα εργαλεία, έχουν αποικίσει τόσο μεγάλα κομμάτια της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, που μοιάζουν να βρίσκονται παντού και πουθενά. Μοιάζουν αόρατα και ταυτόχρονα καθρεφτίζουν διαρκώς τον εαυτό μας και το περιβάλλον μας, σαν να προϋπήρχαν, σαν μια νέα εκδοχή του τι θεωρείται φυσικό. Αυτό που ορίζει σχεδόν τα πάντα, αυτό που βρίσκεται στη ζωή μας και στις πιο απλές ή πιο προσωπικές πρακτικές, μοιάζει εν τέλει αυτονόητο.

Βέβαια, η τεχνολογία και η επιστήμη που τη γεννάει, είναι συστήματα καθόλου αόριστα, καθόλου «φανταστικά». Υπακούν σε κανόνες, πολύ υλικούς και αρκετά προσδιορισμένους. Οι εφαρμογές τους μπορεί να διέπονται από έναν επιφανειακό πλουραλισμό, αναγκαίο χαρακτηριστικό για να εξαπλωθούν σε μια θεαματική κοινωνία, όμως οι ανθρώπινες κατασκευές όπως ξέρουμε έχουν βασικές αρχές, έχουν σχεδιαγράμματα συναρμολόγησης και οδηγίες χρήσης. Το νέο τεχνολογικό παράδειγμα είναι αυτό που διαμορφώνει την καινούρια κανονικότητα, στην οποία προσαρμόζονται τα σώματά μας, και αυτή είναι μια πραγματικότητα που έχει γερούς δεσμούς με το παρελθόν της κυριαρχίας, που πολλές φορές νομίζουμε εύκολα ότι έχουμε ξεπεράσει.

Πιο κάτω θα προσπαθήσουμε να αναγνωρίσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της κανονικότητας, τα οποία στοιχειοθετούν τις σύγχρονες από-τα-πάνω ιδεολογίες για το σώμα και οριοθετούν το πεδίο της σύγχρονης μορφής καταπίεσης.

Ο καθρέφτης

Πριν πούμε οτιδήποτε σχετικά με την κανονικότητα που προσπαθούμε να περιγράψουμε, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι βασικό. Σε μια κοινωνία με διάχυτο το σεξισμό αλλά και μέσα από μία επιστήμη παραδοσιακά στην υπηρεσία της κυριαρχίας, η τεχνολογία η οποία παράγεται δεν μπορεί και δεν έχει ουδέτερο πρόσημο. Θεωρούμε λοιπόν ότι είναι, μεταξύ άλλων, έμφυλα προσδιορισμένη και τα χαρακτηριστικά της είναι σαφώς πιο επιθετικά απέναντι στα μη λευκά, μη αντρικά σώματα. Αρκεί κανείς να κοιτάξει για ακόμα μια φορά τον ιατρικό λόγο που παράγεται σχετικά με τα γυναικεία σώματα, καθώς και τις πρακτικές που τον συνοδεύουν για να καταλάβει ξεκάθαρα την αντρική ματιά που βρίσκεται βαθιά φυτεμένη στον πυρήνα της δυτικής επιστήμης[ref]Ο τεχνοφεμινισμός, με κύρια εκφραστή του την κοινωνιολόγο Judy Wajcman, έχει ασκήσει κριτική στον έμφυλο χαρακτήρα της τεχνολογίας λόγω της πατριαρχικής γενεαλογίας της επιστήμης αλλά και λόγω της μειωμένης πρόσβασης των γυναικών στην παραγωγή και την κατανάλωσή της. Παρότι διαφωνούμε σε αρκετά σημεία με τα προτάγματα του τεχνοφεμινισμού, παραθέτουμε το απόσπασμα από το άρθρο της Wajcman με τίτλο “Από τις γυναίκες και την τεχνολογία στην έμφυλη τεχνοεπιστήμη” όπου αναφέρει:

Οι τεχνολογίες έχουν μια αντρική εικόνα, όχι μόνο επειδή κυριαρχούνται από άντρες αλλά επειδή έχουν ενσωματώσει σύμβολα, μεταφορές και αξίες με αρσενικά συνδηλούμενα. Η απροθυμία των γυναικών να μπουν σε αυτόν τον κόσμο έχει να κάνει με τον έμφυλα και στερεοτυπικά προσδιορισμένο ορισμό της τεχνολογίας ως μια δραστηριότητα κατάλληλη για άντρες. Όπως και με την επιστήμη, η ίδια η γλώσσα της τεχνολογίας, ο συμβολισμός της, είναι αρρενωπός. Δεν είναι απλά ζήτημα απόκτησης δεξιοτήτων, γιατί αυτές οι δεξιότητες είναι ενσωματωμένες σε μια αρσενική κουλτούρα η οποία συνορεύει σε μεγάλο εύρος με την κουλτούρα της τεχνολογίας.

[/ref].

_Παραγωγικότητα, ταχύτητα, αναβάθμιση

Από τα πολύ βασικά στοιχεία των νέων τεχνολογιών είναι η έκρηξη της παραγωγικότητας και ο ρυθμός της έντασης τα οποία ακολούθησαν την είσοδό τους τόσο στην εργασία όσο και στην καθημερινότητα. Οι μηχανές μπορούν να βρίσκονται σε μια ατέρμονη λειτουργία, παρουσιάζοντας έναν υψηλό βαθμό πολυπλοκότητας. Από τις βαριές μηχανές με τις λαμαρίνες, τους ατμούς και τα γρανάζια, έχουμε περάσει στις κλειστές αλλά εν μέρει ακόμα προσβάσιμες σε μετατροπές και έχουμε φτάσει στις σύνθετες μηχανές που το εσωτερικό τους και ο τρόπος λειτουργίας τους παραμένει άγνωστος, απρόσιτος στο μέσο χρήστη και φιλικός μόνο σε εξειδικευμένο προσωπικό. Η δυνατότητα διαρκούς αναβάθμισης του κάθε επιμέρους κομματιού τους, του hardware αλλά και του software που το συνοδεύει, είναι μια αυτονόητη διαδικασία. Δεν χρειάζεται να ανακατασκευάσεις ολόκληρη τη μηχανή αλλά το οποιοδήποτε ξεχωριστό κομμάτι της που μπορεί να παρουσιάσει πρόβλημα.

Παρατηρούμε εύκολα πως τα σώματα ακολουθούν αυτά τα πρότυπα. Από τα ΄80s και μετά, με την ταχύτατη ανάπτυξη της ιατρικής επιστήμης, της βιολογίας και των τεχνολογιών γύρω απ’ αυτές, το σώμα συνεχίζει να χάνει οποιοδήποτε στοιχείο της ολότητάς του. Γίνεται αντιληπτό σαν μια σύγχρονη μηχανή, κομματιάζεται σε μέρη, τα οποία οι νέες τεχνολογίες χωριστά μπορούν να ελέγξουν, να εξετάσουν και να αναπλάσουν ή να επισκευάσουν. Ακόμα και στο λεξιλόγιό μας, στο πώς μιλάμε για τον εαυτό μας, έχουν κυριαρχήσει εκφράσεις οι οποίες θυμίζουν τις μηχανές που χρησιμοποιούμε. Δε δίνει εντολή ο εγκέφαλός μου, έκανα restart, χρειάζεσαι update, γέμισε ο σκληρός μου και άλλα πολλά, φανερώνουν το πόσο είναι συνδεδεμένη η αντίληψη που έχει κανείς για τον εαυτό του με τη δομή των εργαλείων που χρησιμοποιεί.

Επιπλέον, το άτομο αισθάνεται υπεύθυνο για το πώς είναι το κάθε ένα απ’ αυτά τα ξεχωριστά του μέρη αφού μπορεί να τα βελτιώσει και αυτό προστάζεται να κάνει. Έτσι παρόλο που φαινομενικά το σώμα έχει απαλλαγεί από την παλιά του δαιμονοποίηση σε σχέση με την καθαρή ψυχή βλέπουμε ένα νέο τρόπο κοινωνικού του ελέγχου μέσω αυτής ακριβώς της κατάτμησής του. Τα σώματα οφείλουν να είναι τέλεια και ομοιόμορφα, εσωτερικεύοντας τα εντατικοποιημένα πρότυπα, όπως αυτό του τέλειου μοντέλου ή του υπεραθλητή. Οποιοσδήποτε ξεφεύγει απ’ αυτό είναι κοινωνικά δακτυλοδεικτούμενος και με λίγη φαντασία θα μπορούσαμε να πούμε οι φυσικές του λειτουργίες φτάνει να θεωρούνται αφύσικες. Η διαρκής αναβάθμιση της λειτουργικότητας και της εμφάνισης γίνεται καθημερινό μέλημα. Ιατρικές επεμβάσεις, χημικές μέθοδοι διατήρησης της παραγωγικότητας στην εργασία και συνεχείς εξετάσεις είναι πλέον μια ρουτίνα. Τα σώματα ντοπάρονται προκειμένου να συνεχίζουν την ατέρμονη παραγωγή, την ατέρμονη λειτουργία τους. Σε μια κοινωνία με διάχυτα τα σεξιστικά χαρακτηριστικά αυτή η κατάτμηση των σωμάτων, η μηχανοποίησή τους δε θα μπορούσε να μην επηρεάζει με διαφορετικό τρόπο και με ένα παραπάνω βάρος τα γυναικεία σώματα και τα σώματα με σεξουαλικότητα διαφορετική της αντρικής.

Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά αν κοιτάξουμε τους τρόπους με τους οποίους η ιατρικοποίηση και ο υγειινισμός έγιναν αναπόσπαστα κομμάτια της καθημερινότητας. Το κάθε άτομο πρέπει να είναι υπεύθυνο για την εμφάνιση και την υγεία του προκειμένου και να είναι πιο ελεγχόμενο, συμβατό με τα κοινωνικά πλαίσια και παραγωγικό. Στα πλαίσια αυτού υπάρχουν διάφοροι κλάδοι της ιατρικής οι οποίοι είναι αμιγώς ή κατά βάση γυναικείοι όπως πχ. αυτός της γυναικολογίας. Παρότι τα αφροδίσια είναι νοσήματα που δε γνωρίζουν φύλο, οι γυναίκες είναι αυτές που είναι υποχρεωμένες να υπόκεινται σε τακτικό έλεγχο ο οποίος ξεκινά με την έναρξη της σεξουαλικής τους ζωής και δεν τελειώνει ποτέ. Σχετικά με τέτοια ζητήματα, οι γυναίκες αφήνονται στις συστάσεις των ειδικών και παράλληλα δημιουργείται φοβερή άγνοια σε σχέση με το τι μπορεί να συμβαίνει μέσα στα σώματά τους, μια παραφιλολογία η οποία έχει ως μόνο σκοπό την τρομοκράτηση και την ένταξη σε ότι θεωρείται επιστημονικά σωστό και φυσιολογικό. Επιπλέον γύρω από την ιατρική έχουν αναπτυχθεί και οι διάφοροι φαρμακευτικοί κλάδοι κατανάλωσης. Για παράδειγμα, εδώ και χρόνια οι γυναικολόγοι συνταγογραφούν ακόμα και σε μικρά κορίτσια αντισυλληπτικά χάπια για όλους τους λόγους. Κι ενώ το αντισυλληπτικό χάπι στα 70s θεωρήθηκε νίκη του γυναικείου κινήματος και όχημα ορισμού των σωμάτων από τις ίδιες τις γυναίκες, στη νέα εντατική κανονικότητα της μηχανής έρχεται να γίνει το εργαλείο των γιατρών για να ρυθμίζουν την εγκυμοσύνη, τις ορμόνες και να κρατούν το γυναικείο σώμα σε σταθερή παραγωγικότητα[ref]Σημαντικό είναι εδώ να αναφερθεί το ζήτημα των τεχνητών και εξωσωματικών κυήσεων. Κάθε γυναίκα στην εργασιακή της ζωή θα ακούσει από τα αφεντικά της το πόσο πρόβλημα είναι η εγκυμοσύνη, μιας και τους μήνες αυτούς, τις μέρες γύρω από τον τοκετό και τις μέρες της ανάρρωσης, γίνεται φοβερά αντιπαραγωγική. Μη προσλήψεις σε θέσεις εργασίας προληπτικά (γιατί μπορεί να μείνει έγκυος και τότε πώς θα καλυφθεί το κενό που θα αφήσει;), υποτιμητικά σχόλια και αδιάκριτες ερωτήσεις όπως το ‘είσαι παντρεμένη’ και το ΄σκοπεύεις να αποκτήσεις παιδιά;’ αλλά και απολύσεις κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από την εγκυμοσύνη ήταν και εξακολουθεί να είναι η αντιμετώπιση των γυναικών στους χώρους εργασίας. Πάλι βλέπουμε πώς αντιστρέφεται για χάριν της εντατικοποίησης της εργασίας, το προβοκατόρικο πρόταγμα ενός κομματιού του ριζοσπαστικού φεμινιστικού κινήματος στα 60s, το οποίο αρνούνταν να επιτελέσει το ρόλο της αναπαραγωγικής μηχανής και είκαζε πως η τεχνολογία της αναπαραγωγής μέσα από τεχνητές μήτρες θα μπορούσε να ελαφρύνει τη γυναίκα από το κοινωνικό βάρος του φύλου της. Πέραν του πόσο τρομακτική μπορεί να μοιάζει μια κοινωνία matrix, το να γεννιούνται άνθρωποι μέσα από μηχανές δε φαίνεται να μελετάται επιστημονικά στις μέρες μας για να ξεπεραστούν οι ανισότητες των δύο φύλων, αλλά μάλλον για να φύγει ο έλεγχος της αναπαραγωγής από τα χέρια των γυναικών αλλά και για να μπορούν να δουλεύουν ασταμάτητα, χωρίς ανεπιθύμητες διακοπές. Το πώς αυτό μετατράπηκε σε εμπόρευμα οδηγώντας στο παράδειγμα των παρένθετων μητέρων είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα. Πόσο εύκολο και συμφέρον γίνεται στην υπάρχουσα κουλτούρα, το να μην μπεις σε εξελιγμένες και ακριβές πειραματικές διαδικασίες για να αναπτύξεις τέτοιες τεχνολογίες και απλά να πληρώνεις εξαθλιωμένα κομμάτια της εργατικής τάξης προκειμένου κάνουν τη δουλειά (στην προκειμένη το παιδί σου);[/ref].

_Κατανάλωση, επιθυμία, φετιχισμός.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό που θα δούμε, είναι η σχέση της επιθυμίας και της κατανάλωσης, με τη φετιχοποίηση των νέων μηχανών και την αναπαράστασή τους στα ανθρώπινα σώματα. Οι νέες μηχανές ως εμπόρευμα έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, από τον όποιο χώρο εργασίας μέχρι την επικοινωνία παντού γύρω. Η επιθυμία είναι το νόμισμα αυτής της αγοράς. Είναι αυτή που καταδυναστεύει τα σώματα, η ενοχοποιημένη και ταυτόχρονα θεοποιημένη επιθυμία που διαρκώς πρέπει να ικανοποιείται. Οι νέες μηχανές, κάνουν αυτή τη δουλειά, συμμετέχουν στον αέναο κύκλο παραγωγής και κάλυψης νέων επιθυμιών, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το χτίσιμο της ταυτότητας του ατόμου, γι’ αυτό και έχουν τόσο μεγάλη επίδραση, σε υλικό και συναισθηματικό επίπεδο. Γι’ αυτό και βρίσκονται στη θέση του ιδεατού, αλλά και μέσα στην αντίφαση του πρόσκαιρου. Διαρκώς νέες, διαρκώς καταναλούμενες και έτοιμες για αντικατάσταση. Τη μία στιγμή επιθυμητές, την επόμενη ξεπερασμένες.

Τα πρότυπα σχεδιασμού και λειτουργίας αυτών των μηχανών είναι που αναπόφευκτα διαμορφώνουν τη δική τους επικρατούσα αισθητική. Μια αισθητική του αψεγάδιαστου, του άφθαρτου, του τέλειου, της τυποποίησης και της αποστείρωσης, του απλού και του απαλού, της αέναης νεότητας. Όπως γράφει και η Haraway «Καθαρά κι ελαφριά που είναι τα νέα μηχανήματα! Οι μηχανικοί τους είναι οι μύστες του ηλίου που μεσολαβούν για μια νέα επιστημονική επανάσταση συνδεδεμένη με το νυχτερινό όνειρο της μεταβιομηχανικής κοινωνίας.» Η αισθητική της καθαρότητας των μηχανών, είναι απόλυτα συμβατή με τον μικρό χρόνο ζωής τους. Τα περιβάλλοντα που διαμορφώνουν είναι αντίστοιχα, τυποποιημένα ή φανταχτερά, έχουν σίγουρα κρύψει τη λειτουργικότητα κάτω από τη μίνιμαλ επιφάνεια, για χάριν της ελάχιστης ανθρώπινης παρέμβασης και της μέγιστης αυτοματοποίησης.

Τα σώματα μπαίνουν στη διαδικασία να ταιριάξουν στα νέα περιβάλλοντα που διαμορφώνονται βάσει αυτής της αισθητικής. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί μια γιαγιά σε ένα χωριό να χαϊδεύει το iphone της χωρίς να γελάσει. Το ανθρώπινο φαίνεται ανεπαρκές μπροστά στην τελειότητα των νέων “έξυπνων” υλικών και των απαλών επιφανειών. Όσο πιο εξελιγμένη είναι η συσκευή τόσο πιο εκσυγχρονισμένος οφείλει να είναι και ο χρήστης. Η συνεχής άσκηση και οι δίαιτες προκειμένου το κάθε ξεχωριστό πια κομμάτι να αγγίζει το τέλειο όπως και η επένδυση σε ρούχα και καλλυντικά -κυρίως για τις γυναίκες- προκειμένου να είναι μοντέρνες και συμβατές είναι τέτοια παραδείγματα. Μην ξεχνάμε ότι στη σύγχρονη κοινωνία, η γυναίκα δεν έπαψε ποτέ να είναι το αντικείμενο θέασης. Αυτή που πρέπει να είναι αψεγάδιαστη, όμορφη και θελκτική στο μάτι του άντρα, ο οποίος μπορεί να επηρεάζεται επίσης από τη βιομηχανία κατανάλωσης σε σχέση με την εμφάνιση, αλλά παραμένει πιστά το ενεργητικό υποκείμενο. Η πλαστική χειρουργική, οι επεμβάσεις ομορφιάς ανήκουν στις έμφυλα προσδιορισμένες πρακτικές που συνεισφέρουν στη διόγκωση αυτής της ανισότητας. Σαν γυναίκα οφείλεις να ανακατασκευάσεις το κάθε ξεχωριστό σημείο του σώματός σου, να το κάνεις τέλειο. Το τέλειο στήθος, ο τέλειος κώλος, η τέλεια μύτη κ.ο.κ. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι οι περισσότερες πλαστικές είναι αυτές του στήθους.

Φυσικά οφείλεις να είσαι και νέα. Το γερασμένο σώμα είναι πρόβλημα, μοιάζει με το χτύπημα στην ευαίσθητη lcd οθόνη, με το ξέφτισμα της σατινέ επιφάνειας του λάπτοπ. Τα σημάδια του χρόνου και της φθοράς δημιουργούν αποστροφή και φόβο, το φόβο του παραγκωνισμού, της αντικατάστασης από το καινούργιο. Όποια γυναίκα έχει την οικονομική άνεση, με τις πρώτες ρυτίδες ξεκινάει τις πρώτες ενέσεις botox και το lifting, προσπαθώντας έστω να αναβαθμίσει το σωματικό της κεφάλαιο. Πλαστικά, αψεγάδιαστα πρόσωπα και σώματα θεωρούνται φυσιολογικά και φυσικά σώματα με αποτυπωμένες τις επιλογές, τις απολαύσεις και τις δυσκολίες τους, είναι εκτός του κανονικού και του κοινωνικά συμβατού.

_Διαδίκτυο, αναπαράσταση, κόσμοι σε σύνδεση

Σαν τελευταίο χαρακτηριστικό ασχοληθήκαμε με το ζήτημα του διαδικτύου, των social media και της ψηφιοποίησης. Οι νέες μηχανές είναι συνδεδεμένες με έναν κόσμο παράλληλο και υποτιθέμενα άυλο και η ένωση του ατόμου και του πραγματικού κόσμου με αυτόν, γίνεται μέσω της ψηφιοποίησης. Το άτομο συνδεδεμένο επί μονίμου βάσεως με αυτήν την παράλληλη πραγματικότητα έχει την ψευδαίσθηση της απαλλαγής απ’ το υλικό του σώμα. Δίνεται για πρώτη φορά με τόση ευκολία η δυνατότητα των πολλαπλών προσωπικοτήτων ή αλλιώς η διαμόρφωση της προσωπικότητας κατ’ επιλογή. Μέσα στα social media δημιουργείται η λανθασμένη εντύπωση πως υπάρχει η δυνατότητα απαλλαγής απ’ το σώμα και τα φυσικά χαρακτηριστικά. Από το φύλο, το βάρος την ηλικία και την εμφάνιση ή από τη μιζέρια της καθημερινής ζωής. Αρκεί και μόνο η αίσθηση του ότι, ακόμα και αν στον πραγματικό χώρο και χρόνο δεν καταφέρει το άτομο να μεταμορφωθεί στο τέλειο, όπως το περιγράψαμε παραπάνω, υπάρχει εύκαιρη η λύση μιας πραγματικότητας την οποία μπορείς να ανακατασκευάσεις ξανά και ξανά. Και εύκολα το άτομο ξεχνάει πως πληκτρολογεί, βλέπει, δέχεται και εκφράζει σχόλια, βιώνει με τα πραγματικά του δάχτυλα, τα πραγματικά του μάτια, τα πραγματικά του συναισθήματα, εντέλει το υλικότατό του σώμα. Το άτομο τη στιγμή που χρησιμοποιεί το διαδίκτυο το βιώνει σα να είναι μέσα σε αυτό ψυχή τε και σώματι, σα να βρίσκεται όντως εκεί. Και όσο οι τεχνολογίες προσομοίωσης αναπτύσσονται, αυτή η αίσθηση γίνεται όλο και πιο έντονη. Για ακόμα μια φορά εμφανίζεται στιβαρός ο διαχωρισμός ανάμεσα στο πνεύμα, το οποίο αποκτά και πάλι την υπερφυσική/ μεταφυσική του αξία και το σώμα, το οποίο ως μεμπτό παραμένει δέσμιο του υλικού κόσμου.

Επιπλέον τα όρια μεταξύ προσωπικού και δημόσιου εξαλείφονται. Οι διαρκώς συνδεδεμένες μηχανές και τα διαρκώς συνδεδεμένα σώματα, είναι διάτρητα, είναι διαρκώς εκτεθειμένα. Οι πληροφορίες είναι εκεί για να τις μοιράζεσαι και ο ψηφιακός εαυτός είναι εκεί για να αλληλοεπιδρά. Η έννοια της σιωπής ή της απουσίας δεν υφίσταται. Όντας οι γυναίκες τα κατεξοχήν αντικείμενα θέασης όπως αναφέραμε και παραπάνω, βρίσκονται σε ακόμα πιο δυσχερή θέση μέσα στο διαδίκτυο, ένα πεδίο όπου το βλέμμα είναι ο βασικός διαχειριστής της αξίας . Κατ’ αρχάς, γιατί καλούνται διαρκώς να φαίνονται, να επιτελούν το ρόλο της διαθέσιμης και της έτοιμης για κοινωνικοποίηση. Είναι σχεδόν υποχρεωμένες να δημοσιοποιούν το πώς πέρασαν το προηγούμενο βράδυ, το τι κάνουν τη στιγμή εκείνη αλλά και το πώς νοιώθουν -πάντα με τη συνοδεία του αντίστοιχου emoticοn. Στα προσωπικά προφίλ ανεβαίνουν φωτογραφίες οι οποίες είναι “οι πετυχημένες”, σε φανταχτερά μέρη διασκέδασης, τραβηγμένες από τη σωστή γωνία για να μοιάζουν πιο θηλυκές, για να ταιριάζουν στο γυναικείο πρότυπο ομορφιάς. Και αν κάτι δεν πάει καλά, υπάρχει το photoshop, το οποίο έχει μετατραπεί σε εργαλείο ευρείας χρήσης.

Όπως είχαμε αναφέρει και στην προηγούμενη εκδήλωση, στις αρχές των 90s ο χώρος του διαδικτύου θεωρήθηκε ντε φάκτο απελευθερωτικός και φιλικός προς το φεμινιστικό κίνημα, όντας ακόμα στις αρχές του. Οι κυβερνοφεμινίστριες υποστήριξαν με μεγάλο ενθουσιασμό ότι λόγω της ανωνυμίας και της αορατότητας του φύλου ή της φυλής, μπορούν να ξεπεραστούν οι σεξιστικές διακρίσεις και τα προβλήματα που μια γυναίκα λόγω του φύλου της αντιμετωπίζει καθημερινά. Δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε το ότι αυτή η ελευθερία επιλογής προσωπικότητας τόσο στα social media όσο και στα video games έδωσε σε πολλούς το περιθώριο πειραματισμού πάνω σε queer ή και γυναικεία πρότυπα, όπως και τη δυνατότητα δημιουργίας ασφαλών χώρων έκφρασης και ανταλλαγής απόψεων. Όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός του ότι τα πρότυπα που επικράτησαν δεν είναι αυτά των πραγματικών γυναικών με ατέλειες αλλά το πρότυπο της γυναίκας τύπου Lara Croft και της σέξι γυναίκας cyborg αφού όπως έχουμε πει, τα πρότυπα που υπάρχουν στις κοινωνίες αναπαρίστανται μέσα στα βιντεοπαιχνίδια και εν γένει στον ψηφιακό κόσμο. Όπως επίσης δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι αυτή η ανωνυμία λειτουργεί και τούμπαλιν, θυμούμενες το τι συνέβη στις γυναίκες που προσπάθησαν να αναδείξουν αυτό το ζήτημα σε μια καθόλου μακρινή εποχή. Το 2011-2012, η Annita Sarkeesian, καναδή φεμινίστρια και η Zoe Quinn, game developer, με τη δημοσιοποίηση κάποιων βίντεο και τη δημιουργία ενός παιχνιδιού έθιξαν το ζήτημα του σεξισμού στα video games με αποτέλεσμα να δεχτούν επιθέσεις μέσα από το ίντερνετ, ενάντια της πραγματικής και ψηφιακής της ζωής. Τα τηλέφωνά τους και οι διευθύνσεις του διέρρευσαν μέσα στα δίκτυα, τα προφίλ τους παραβιάστηκαν και κλάπηκαν προσωπικά βίντεο, ακολούθησαν απειλές σωματικής βίας, βιασμού και απειλές κατά της ζωής τους. Κάπως έτσι, ωμά και απαράλλακτα, έγινε ξεκάθαρο το ποια οφείλει να είναι η θέση της γυναίκας στο ίντερνετ και ποιο είναι το διαδικτυακό της πρότυπο που θα κυριαρχεί.

_Συνοψίζοντας

Αυτή είναι η νέα κανονικότητα που διαμορφώνεται. Σώματα μηχανοποιημένα, ντοπαρισμένα, κατακερματισμένα. Σώματα που πασχίζουν να ακολουθήσουν τους παραγωγικούς ρυθμούς της μηχανής, που εξαντλούνται από την προσπάθεια και ταυτόχρονα αγωνιούν να παραμείνουν νέα. Που ενοχοποιούν και θεοποιούν τις επιθυμίες τους, αυτοελέγχονται, φοβούνται να βιώσουν τα πάνω κάτω της ζωής γιατί έχουν μάθει να διατηρούν σταθερές τις μετρήσεις τους. Σταθερή διάθεση, σταθερές τιμές των εξετάσεων, σταθερή κοινωνικότητα, σταθερή απόδοση. Που καλύπτουν το αδύνατο αυτής της επιδίωξης μπαίνοντας σε παράλληλους, ψηφιακούς κόσμους όπου μπορούν να φαίνονται όπως θέλουν, όπου θέλουν αυτό που φαίνεται σωστό, όπου κανένας δε γερνάει και κανένας δεν πεθαίνει.

Αυτή είναι η νέα κανονικότητα, που μεγάλο της κομμάτι παραμένει ακόμα αχαρτογράφητο. Και είναι πολύ σημαντικό για μας να την αναγνωρίσουμε και να καταλάβουμε πώς λειτουργεί, αν δε θέλουμε να γίνουμε ακόμα μια ταυτότητα προς κατανάλωση σε αυτόν τον τόσο θεαματικό κόσμο. Και αν θέλουμε να προστατέψουμε τα σώματά μας, ως γυναίκες και ως εργάτριες, και ως περίεργοι/ες που μετράνε στα σοβαρά την υλικότητά τους, εκτιμάνε τα σώματά τους και μαθαίνουν να τα προστατεύουν από ύπουλες μεσολαβήσεις και από φανταχτερές ψευδαισθήσεις. Το πώς γίνεται αυτό έχει τόσες απαντήσεις όσες και οι ατομικές και συλλογικές μάχες που δίνονται καθημερινά. Κι εμείς έχουμε κάνει κάποιες πρώτες σκέψεις προς αυτής την κατεύθυνση, επηρεασμένες από τα βιώματά μας ως γυναίκες και από την ταξική μας μνήμη.

Μερικά βασικά σχόλια για το παρόν / Αρκετά φαντάσματα από το παρελθόν

_Το να μιλάς από το περιθώριο

Στον αψεγάδιαστο και αποδοτικότατο αυτό κόσμο του νέου τεχνολογικού παραδείγματος -όπως έχουμε υποστηρίξει αρκετές φορές στο παρελθόν ως συνέλευση- ο άνθρωπος με το ατελές και φθαρτό του σώμα χρίζεται μοναδικός παραγωγός και διαχειριστής της μνήμης. Είναι μια τελεία μέσα στο χώρο και στο χρόνο που, θέλοντας και μη, λειτουργεί ως δέκτης και πομπός πληροφοριών. Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε και υπερασπιζόμαστε το σώμα μας στο πλαίσιο της σύγχρονης βιοεξουσίας καθορίζεται από αυτό που λέγεται ταξική μνήμη, συνείδηση και γνώση εντοπισμένη, τοποθετημένη και σωματοποιημένη. Όση σαγήνη κι αν περιλαμβάνουν οι θεωρίες περί ανθρώπων-cyborg ή η λογική συνεχούς αναβάθμισης/τροποποίησης του ανθρώπινου σώματος, αυτή ακριβώς η κινούμενη σκέψη είναι το βασικό εργαλείο της κριτικής για την υπεράσπιση του σώματος και για τη διεκδίκηση των σημερινών θέσεων μάχης. Στα πλαίσια λοιπόν αυτής φαίνεται ότι υπάρχουν δύο οπτικές της γενικευμένης και βίαιης επιβολής στα σώματα. Από τη μία αυτή η νέα κανονικότητα που περιγράψαμε κι από την άλλη η αθέατη πλευρά της σύγχρονης καταπίεσης, η οποία μοιάζει να ανήκει στο παρελθόν ως κάτι το ξεπερασμένο. Μιλώντας για τις έμφυλες σχέσεις είναι αδύνατο κανείς να μη λαμβάνει υπόψη πως λειτουργεί ο κόσμος των εμπορευμάτων, ένας κόσμος που δομείται και θρέφεται από ταξικούς και κοινωνικούς διαχωρισμούς. Το φύλο από μόνο του επομένως αποδεικνύεται ανεπαρκές εργαλείο κατανόησης, καθώς τα σώματα μας υφίστανται καθημερινά μια σύνθεση διαφορετικών μορφών καταπίεσης φυλετικής, κοινωνικής, θρησκευτικής. Έχει λοιπόν σημασία για μας το να αποφύγουμε την όποια βολονταριστική αφήγηση εντός της πρωτοκοσμικής γυάλας και να ανασυνθέσουμε τα κατακερματισμένα κομμάτια της τάξης μας, ειδικά όταν μιλάμε για την υπεράσπιση των σωμάτων μας.

Το να μιλάμε σαν γυναίκες στο περιθώριο της από τα πάνω παγιωμένης κουλτούρας, το να κοιτάμε έξω από την οποιαδήποτε προνομιακή ταυτότητα, δεν προκύπτει μόνο ως βιωματική εμπειρία αλλά αποτελεί ταυτόχρονα πεδίο επιλογής, όχι για λόγους αδυναμίας ή θυματοποίησης, αλλά για λόγους συνείδησης της τάξης μας. Το να αντιλαμβανόμαστε ποιοι/ες τραβάνε τα ίδια ζόρια, στην οικογένεια, το σχολείο, τη δουλειά, το δρόμο, μας κάνει να βλέπουμε πιο μακριά από το τώρα και το “εγώ”, να βλέπουμε το “εμείς» μέσα σε αυτήν τη φαινομενικά δυσνόητη πραγματικότητα των νέων τεχνολογιών που φαντάζει σαν κόσμος δύο ταχυτήτων.

_Ο αγώνας για ισότητα στην εκμετάλλευση

Ξεκινήσαμε τη σημερινή κουβέντα από το γεγονός ότι η πιο επισταμένη χρήση και αφομοίωση των νέων μέσων από τις γυναίκες -όπως υποστήριζαν οι θεωρητικές εκπρόσωποι του άυλου φεμινισμού- μόνο την απελευθέρωση και επίτευξη ισότητας δεν κατάφερε.

Αντίθετα ήταν και παραμένει μακριά από τον υλικό κόσμο και τα ίδια τα σώματά μας γιατί προσιδιάζει σε αυτό που η Silvia Federici και ο George Caffentzis περιγράφουν ως καπιταλιστική ουτοπία: “έναν κόσμο με δουλειά χωρίς μισθό, όπου εργασία και καταπίεση αποτελούν ανταμοιβή από μόνες τους”. Βέβαια, αρκεί να μιλάει κανείς από μια προνομιούχο θέση για να μην αντιλαμβάνεται ότι αυτή η αποδόμηση του σώματος, του παρελθόντος και των ταξικών χαρακτηριστικών εξυπηρετεί απλώς έναν εκσυγχρονισμό της εργατικής τάξης που προσφέρεται συνεχώς φρέσκια για εκμετάλλευση. Και η συνθήκη αυτή κρύβει πολύ μεγαλύτερη ένταση και βία απ’ όση μπορεί κανείς να καταλάβει από τα λογικά άλματα και κενά των τεχνολατρικών φαντασιώσεων. Με λίγα λόγια, οι ίσες ευκαιρίες μέσα από την εξοικείωση με τα νέα μέσα, πολύ συχνά, δεν είναι παρά άνισα δικαιώματα σε ένα κόσμο ταξικής ανισότητας.

_Η μία πλευρά γυναικείας υποτίμησης στο νέο τεχνολογικό παράδειγμα

Από τις μηχανές πολέμου και τις θερμικές κάμερες των συνόρων μέχρι τα social media, οι νέες τεχνολογίες δεν πρόκειται πότε να είναι ουδέτερες αλλά έμφυλα και ταξικά προσδιορισμένες. Τόσο ο μεταφορντισμός όσο και οι κυβερνοτεχνολογίες κι αντίστοιχα οι μεταβολές στις έμφυλες σχέσεις δεν αποτελούν διαχωρισμό από τη σχέση εργασία-κεφάλαιο αλλά επέκταση και παράγωγο ταξικών σχέσεων που στηρίζονται στη μεθοδευμένη υποτίμηση του προλεταριάτου. Με χίλιους τρόπους τα σώματά μας μέσα στο νέο τεχνολογικό παράδειγμα βρίσκονται στο στόχαστρο. Οι νέες μηχανές στην υπηρεσία του εμπορεύματος, είναι το πρότυπο παραγωγικότητας, τελειότητας, λειτουργικότητας. Για όσους/ες έχουν πρόσβαση σε αυτές αυτή είναι η νέα ανάγκη του κεφαλαίου στην οποία επιβάλλεται όχι μόνο να προσαρμοστούν και να υπακούσουν αλλά και να αγαπήσουν.

Ο πόλεμος ενάντια στο γραπτό και οπτικοακουστικό εργοστάσιο μνήμης, ενάντια στις κοινωνικές σχέσεις αναπαραγωγής και κυκλοφορίας για μια άλλη μνήμη είναι μια διαδικασία εξαιρετικά αποφασιστική.

έγραφε ο Renato Curcio στα 80’s. Μέρος αυτού πολέμου για την υπεράσπισης αυτής της “άλλης μνήμης”, της προλεταριακής στο σήμερα είναι με λίγα λόγια η κριτική και η διαλεκτική διαχείριση των νέων μέσων. Το πρότυπο της γυναίκας cyborg, τόσο με τη φανταστική περιγραφή της Χάραγουει αλλά με τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε πιο πάνω αποτελεί ένα νέο κοσμοείδωλο που έχει έρθει για να απορρίψει τις οδυνηρές εντάσεις και ατέλειες του υλικού κόσμου. Αυτή είναι η σύγχρονη βαρβαρότητα με τα διάφορα πρόσωπα και προσωπεία της, προσανατολισμένη στο μελλοντικό τεχνολογικό/ πολιτισμικό όραμα με την οποία είμαστε αντιμέτωπες.

_Οι αόρατες αυτής της κοινωνίας

Από την άλλη πλευρά, ο σεξισμός και η έμφυλη βία συνεχίζουν να υπάρχουν στον υλικό κόσμο με την παραδοσιακή τους μορφή. Δε γίνεται με κανένα τρόπο να μιλάμε για το νέο αυτό παράδειγμα κοινωνικών, ταξικών και έμφυλων καταναγκασμών και να μη συμπεριλαμβάνουμε εκείνα τα κομμάτια της τάξης μας που συνεχίζουν να υποτιμώνται με την ίδια ένταση και ωμότητα. Γιατί όσο θεωρούμε το σεξισμό και την αντικειμενοποίηση των γυναικείων σωμάτων ως κάτι ξεπερασμένο, τόσο αυτή η υποτίμηση θα συνεχίσει να παραμένει αόρατη και το ίδιο παραγωγική για τα αφεντικά. Γιατί η επέλαση της τεχνολογίας στα σώματά μας όπως περιγράφηκε, αφορά σε ένα τεχνολογικό άλμα -συνυφασμένο με το αντίστοιχο βιοτικό επίπεδο-που στηρίζεται στις πλάτες κάποιων “άλλων” γυναικών εργατριών που έχουν σάρκα και οστά και μνήμη, τόσο καλά χαραγμένη πάνω τους, που δεν τους επιτρέπει την αποδόμηση του σώματος και της ιστορίας του. Αυτή η μνήμη είναι να ξέρεις τι θα πει καταπίεση σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Να αντιμετωπίζεις μισογύνικα σχόλια στο δρόμο, να καλλωπίζεσαι και να ντύνεσαι θηλυκά όχι όμως πρόστυχα για να μην προκαλείς, να είσαι στη δουλειά σου παραγωγική σαν ρομπότ μα συνάμα σεξουαλικά διαθέσιμη. Είναι να σερβίρεις με το χαμόγελο που καλύπτει την απέχθεια, να αποφεύγεις χαριτωμένα τα σιχαμερά αντρικά βλέμματα και σχόλια, να μένεις άνεργη εξαιτίας εγκυμοσύνης ή εξαιτίας των σεξουαλικών σου προτιμήσεων, να βλέπεις λόγω της εργασίας σου τα άκρα, το πρόσωπο και τη διάπλαση του σώματός σου με τον καιρό να αλλάζουν. Να μισείς το σώμα σου γιατί το κοιτάς με τα μάτια των άλλων, σαν θέαμα, αντικείμενο, κατακερματισμένη μηχανή ή σαν παρέκκλιση.

Έχει σημασία, όταν μιλάμε για το φύλο, να συμπεριλαμβάνουμε και τις γυναίκες αυτές που δεν έχουν πρόσβαση στον μαγικό κόσμο των νέων τεχνολογικών μέσων. Αυτή η σκόπιμα αθέατη και υποτιμημένη πλευρά της κοινωνίας σε περιόδους κρίσης, μείωσης της κατανάλωσης και διαφορετικής οργάνωσης της εργασίας σε παγκόσμια κλίμακα, αναλαμβάνει τους πατροπαράδοτους ρόλους (σύζυγος-μητέρα-νοικοκυρά) του πατριαρχικού μοντέλου[ref]Η Bell Hooks, Στο βιβλίο της “Feminism is for everybody” γράφει για την εποχή μετά τα 70’s:

Καθώς οι προνομιούχες γυναίκες αποκτούσαν μεγαλύτερη πρόσβαση στην οικονομική δύναμη των αντρών της τάξης τους οι φεμινιστικές συζητήσεις για την τάξη δεν ήταν πια συνηθισμένες. Αντί γι’ αυτό οι γυναίκες ενθαρρύνονταν να βλέπουν τα οικονομικά οφέλη των εύπορων γυναικών ως θετικό σημάδι για όλες τις γυναίκες. Στην πραγματικότητα αυτά τα οφέλη σπάνια άλλαζαν τη ζωή των φτωχών γυναικών και των γυναικών της εργατικής τάξης. Και μια που οι προνομιούχοι άντρες δεν έγιναν ισότιμοι στη φροντίδα του νοικοκυριού, η ελευθερία των γυναικών της προνομιούχας τάξης όλων των φυλών χρειάστηκε την ενισχυμένη υποταγή των γυναικών της εργατικής τάξης και των φτωχών γυναικών. Τη δεκαετία του ’90 η συνεργασία με την υπάρχουσα κοινωνική δομή ήταν το τίμημα για την «απελευθέρωση των γυναικών». Τελικά η ταξική δύναμη αποδείχτηκε πολύ πιο σημαντική από το φεμινισμό. Και αυτή η συνεργασία βοήθησε στην αποσταθεροποίηση του φεμινιστικού κινήματος.

[/ref]. Οι αντιθέσεις γύρω από “την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης”, όπως το έθεταν οι Ιταλίδες αυτόνομες φεμινίστριες (που οι ορθόδοξοι μαρξιστές αγνοούσαν και σε μεγάλο βαθμό αγνοούν ακόμα) συνεχίζουν να υπάρχουν. Με βάση δε την κατάτμηση εργασίας στα δυτικά κράτη, τους ρόλους αυτούς ήρθαν να αναλάβουν σε μεγάλο βαθμό οι “αόρατες” μετανάστριες-εργάτριες. Η φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, η οικιακή εργασία, η σεξουαλική ικανοποίηση δεν έγιναν διακύβευμα μοιράσματος και ισότητας όπως απαιτούσαν τα κινήματα των ’60s και των ’70s. Αντίθετα έγιναν τυπικοί θεσμοί μεταφυσικού συντάγματος, έγιναν εμπορεύματα και οι πιο υποτιμημένες γυναίκες προλετάριες, από τους τομείς παραγωγής των νέων τεχνολογικών gadgets μέχρι το trafficking στην ελληνική επικράτεια και τις παρένθετες μητέρες του τρίτου κόσμου που νοικιάζουν τις μήτρες τους στις πρωτοκοσμικές, συνιστούν το υποτιμημένο κομμάτι της τάξης μας, που καλείται να καλύψει τις ανάγκες αυτές του δυτικού, πολιτισμένου και τεχνολογικά εξελιγμένου πρώτου κόσμου.

_Θέσεις μάχης στο σήμερα

Αυτό είναι το πιο υλικό παράδειγμα της ταξικής και έμφυλης υποτίμησης στο σήμερα που σε συνδυασμό με το επιβεβλημένο πρότυπο της γυναίκας cyborg ορίζουν την πραγματικότητα των δύο ταχυτήτων που περιγράψαμε σε αυτήν την εκδήλωση. Είτε στο παλιό είτε στο νέο παράδειγμα στοχοποίησης των σωμάτων μας, το να μην ξεχνάμε ότι μιλάμε από ταξική σκοπιά είναι αυτό που θεωρούμε εξαιρετικά σημαντικό. Είναι το ζωτικό στοιχείο που επιβίωσε ακόμη και στις πιο ισχυρά πατριαρχικές κοινωνίες. Αποτελεί τη βάση της ύπαρξης, της ισχύος και της κοινωνικοποιητικής αξίας εκείνου που η σύγχρονη ορολογία θα ονόμαζε “δίκτυο γυναικών”. Ένας γυναικείος κόσμος συντροφικών σχέσεων που πάντα απορριπτόταν σαν ανάξιος λόγου αλλά και εξαιρετικά επίφοβος, ένας κόσμος που πέτυχε μερικές από τις μεγαλύτερες νίκες στην ιστορία των γυναικείων κινημάτων. Από τις γυναίκες στην παρισινή κομμούνα, μέχρι τις εξεγερμένες ζαπατίστριες, μέσα από το φεμινιστικό ζήτημα γεννήθηκαν και γεννιούνται τρόποι να μαχόμαστε και να φτιάχνουμε απελευθερωμένα εδάφη, ριζοσπαστικοποιώντας συχνά εκ νέου και τις ευρύτερες ταξικές διεκδικήσεις. Αυτές οι σχέσεις, οι νίκες και οι ήττες του παρελθόντος, η βιωματική εμπειρία και η συνείδηση της έμφυλης υποτίμησης, των αρνήσεων και της τάξης μας είναι τα εργαλεία μας και τα οδοφράγματα στη συνεχή πάλη υπεράσπισης των σωμάτων μας.

]]>
“Ηλεκτρονικό προλεταριάτο _Μία εργατική έρευνα” https://gameover.zp/2013/10/29/%ce%b7%ce%bb%ce%b5%ce%ba%cf%84%cf%81%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%bb%ce%b5%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%bf-_%ce%bc%ce%af%ce%b1-%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%84%ce%b9/ Tue, 29 Oct 2013 10:16:54 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1304  

Εισαγωγή

Στη χτεσινή εκδήλωση περιγράψαμε τη διαδικασία αλλαγής του εργασιακού παραδείγματος, μέσα από την ανάπτυξη και εξάπλωση των νέων τεχνολογιών. Περιγράψαμε, πως αυτή η αλλαγή ξεκίνησε από την ανάγκη των αφεντικών για απαντήσεις στις γενικευμένες και επιθετικές αρνήσεις του κινήματος της δεκαετίας 60-70, αναδιοργανώνοντας την πειθαρχική και ιδεολογική διαχείριση της εργατικής τάξης, αφομοιώνοντας εύστοχα στην πορεία την κινηματική κριτική που αφορούσε μεταξύ άλλων την εργασία, την αυστηρότητα του εργοστασίου, την κατοχή της γνώσης αλλά και το ευρύ πεδίο αυτού που ονομάζουμε ελεύθερο χρόνο. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία αφομοίωσης, οι νέες τεχνολογίες, δηλαδή η πληροφορική, η ρομποτική, η υπολογιστική δικτύωση, οι τηλεπικοινωνίες, οι βιοτεχνολογίες, άλλαξαν ριζικά την οργάνωση της εργασίας, της κατανάλωσης, των κοινωνικών σχέσεων και των απαραίτητων γνώσεων. Οι περισσότεροι τομείς της παραγωγής αναδιαρθρώθηκαν, κάποιοι εξαφανίστηκαν, όσες ειδικεύσεις δεν κατάφεραν να ενταχθούν στο ψηφιακό παράδειγμα, καταργήθηκαν, και νέες, εντελώς διαφορετικές δημιουργήθηκαν και συνεχίζουν να δημιουργούνται. Ο μάστορας, ο αγρότης, ο μηχανικός, ακόμα και ο γιατρός, δίνουν σταδιακά την θέση τους σε ένα συνδυασμό “ανειδίκευτης” εργασίας/χειρισμού και μηχανικής μεσολάβησης. Το μεγάλο γνωσιολογικό κεφάλαιο των περασμένων δεκαετιών, στο οποίο αποκτούσε κανείς πρόσβαση μέσα από την επίσημη εκπαίδευση, έχει, για πολλούς και πολλές, καταστεί άχρηστο στην εύρεση εργασίας. Αντί αυτού, αρκεί πλέον μια σύντομη εκπαίδευση στο χειρισμό συγκεκριμένων προγραμμάτων για να πληροί κανείς τις προϋποθέσεις στις περισσότερες δουλειές. Αυτή του είδους την εκπαίδευση οι περισσότεροι την λαμβάνουν στον ελεύθερό τους χρόνο, μέσα από tutorial, από ειδικά σεμινάρια, μέσα από κοινότητες gaming και hacking.

Επιλέγοντας την εργατική έρευνα

Αυτή η αλλαγή στα αντικείμενα και τους τρόπους εργασίας δε θα μπορούσε να αφήσει ανέγγιχτη τη σύνθεση της εργατικής τάξης. Πώς γίνεται αυτή αντιληπτή στο σύνολό της (αν γίνεται); Ποια υποκείμενα την απαρτίζουν; Πώς αλλάζουν οι συνήθειες και οι μεταξύ τους σχέσεις; Προσπαθώντας να καταλάβουμε αυτή τη σύνθεση στο σήμερα, τις γενικότερες αλλά και τις πιο ειδικές, προσωπικές συνθήκες που βιώνουν όσοι δουλεύουν σε αυτήν την γκάμα μεταλλαγμένων αλλά και εντελώς νέων επαγγελμάτων, ξεκινήσαμε κάνοντας λίγο πιο σαφείς τις κατηγορίες για τις οποίες μιλάμε.

  • Μιλάμε λοιπόν για ένα εύρος παραδοσιακών επαγγελμάτων, του τριτογενούς κατά βάση, τα οποία έχουν ενταχθεί στις νέες τεχνολογίες, γεγονός που σε πολλές περιπτώσεις έχει αλλάξει εντελώς τα αντικείμενα και τους τρόπους δουλειάς.
  • Μιλάμε επίσης για ένα εύρος επαγγελμάτων που είναι παιδιά των νέων τεχνολογιών, καθώς σχετίζονται είτε με την παράγωγή/συντήρηση/επισκευή των νέων μηχανών, είτε με την προσφορά υπηρεσιών στους τομείς που αναδύονται από αυτά τα νέα μέσα, από την κοινωνική δικτύωση και τα applications των androids μέχρι τον εξειδικευμένο σχεδιασμό videogames.

Όλα αυτά τα επαγγέλματα, φωτογράφοι, τηλεφωνητές, μηχανικοί, μικροβιολόγοι, προγραμματιστές και σχεδιαστές ιστοσελίδων, μπορεί να μοιάζουν εντελώς διαφορετικά, όμως με μια πιο προσεκτική εξέταση και αναγωγή τους στις σημερινές συνθήκες, βλέπει κανείς πολλά κοινά χαρακτηριστικά, όσον αφορά στις μισθολογικές σχέσεις, το είδος εργασίας και το γνωσιολογικό υπόβαθρο που απαιτείται.

Για να καταλάβουμε λίγο πιο αναλυτικά αυτά τα κοινά στοιχεία, κάναμε μια μικρή εργατική έρευνα, παίρνοντας συνεντεύξεις από εργάτες σε τέτοιες δουλειές, έχοντας στο νου μας να ανήκουν, όσο γίνεται, σε διαφορετικές κατηγορίες επαγγελμάτων. Η πρόθεσή μας δεν ήταν να κάνουμε μια στατιστική τεκμηρίωση, αλλά να δούμε ειδικότερα διάφορα χαρακτηριστικά παραδείγματα και να μπορέσουμε να περιγράψουμε περισσότερο τι είδους είναι τελικά αυτά τα κοινά στοιχεία, παρά να κάνουμε μια ολοκληρωμένη καταγραφή τους. Το ερωτηματολόγιο που χρησιμοποιήθηκε σαν βάση των συνεντεύξεων είναι χωρισμένο σε 4 ενότητες, οι οποίες αποτελούν και το σκελετό αυτής της εισήγησης. Οι ενότητες αυτές είναι:

  • γενικές συνθήκες εργασίας
  • εκπαίδευση
  • σχέσεις με συναδέλφους/αφεντικό, λούφα και διεκδικήσεις
  • σώμα και ελεύθερος χρόνος.

Στην κάθε ενότητα περιγράφουμε τα γενικά συμπεράσματα που βγάλαμε συνδυάζοντας τα υποκειμενικά στοιχεία των συνεντεύξεων με τις γενικές γνώσεις μας πάνω στην οργάνωση της εργασίας και την κοινωνική πραγματικότητα σήμερα. Παραθέτουμε συμπληρωματικά διάφορα αποσπάσματα (γραπτά εδώ και ηχητικά στην προφορική εισήγηση) τα οποία θέλουμε να λειτουργήσουν σαν παραδείγματα, για μια πιο ολοκληρωμένη, πιο βιωματική κατανόηση του θέματος.

Ονομάσαμε με λίγη παραπάνω φαντασία και ίσως καταχρηστικά τη νέα αυτή μορφή εργασίας, ηλεκτρονική εργασία. Και τον εργάτη της, ηλεκτρονικό εργάτη.

Γενικές συνθήκες εργασίας

Κατάτμηση και μαζικοποίηση της εργασίας

(πάνω σε /και με νέες τεχνολογίες)

Ο σύγχρονος τρόπος οργάνωσης και διανομής της εργασίας, αρχικά της χειρωνακτικής, πλέον και της διανοητικής, περνάει μέσα από την μηχανοποίηση. Μέσα από την όλο και πολυπλοκότερη διάρθρωση της “υλικής” και “πνευματικής” παραγωγής. Και καταλήγει σε ένα μοντέλο σταδιακής κατάτμησης και ανασύνθεσης του τελικού αποτελέσματος της εργασίας. Με άλλα λόγια, διαφορετικά αντικείμενα, που πριν αποτελούσαν αδιάσπαστες ενότητες, έχουν γίνει αρκετά πολύπλοκα, ώστε για να φτάσει κανείς στο τελικό αποτέλεσμα, είτε πρόκειται για ένα πρόγραμμα, είτε για το σχεδιασμό ενός κτιρίου, πρέπει να ενώσει ένα δίκτυο από επιμέρους απλούστερες εργασίες. Εργασίες που φαίνονται (και είναι) αυτοτελείς, αλλά στην πραγματικότητα προορίζονται για ένα μεγαλύτερο τελικό αποτέλεσμα, το οποίο μπορεί και να μην είναι καν γνωστό σε αυτόν που τις εκτελεί. Όσο περισσότερο αναπτύσσονται αυτές οι τεχνολογίες, όσο περισσότερο γίνεται δυνατή η εφαρμογή τους, τόσο πιο μεγάλα και πολυπλοκότερα αποτελέσματα μπορούν να παράγονται με τέτοιο τρόπο. Και τόσο πιο περιορισμένη και υποβαθμισμένη γίνεται η αντίστοιχη επιμέρους εργασία.

Ας πάρουμε το παράδειγμα της κατασκευής ενός μικρού κτιρίου. Αρχικά ήταν απλό, ο καθένας έχτιζε το σπίτι του με τη βοήθεια του μάστορα. Αργότερα, στα αρχιτεκτονικά γραφεία, ο αρχιτέκτονας, έχοντας απορροφήσει όλη την κλεμμένη γνώση από τους μάστορες, μέσα από την επίσημη εκπαίδευση, είχε αυτός τη συνολική γνώση της δημιουργίας ενός κτιρίου, με μια διαφορετική βέβαια διαδικασία. Συναντιόταν με τους πελάτες, σχεδίαζε τη διαρρύθμιση, έκανε τα γραφειοκρατικά και επέβλεπε την οικοδομή. Πλέον, είναι μια εξειδικευμένη δουλειά το καθένα από αυτά, ακόμα και σε τέτοιες μικρές κατασκευές. Είναι δύσκολο να ξέρουν όλοι δισδιάστατη και τρισδιάστατη σχεδίαση, να ξέρουν τα κόλπα στις πολεοδομίες, να κάνουν δημόσιες σχέσεις και να επιβλέπουν τα συνεργεία. Και αρκεί να σκεφτεί κανείς πόσα ακόμα μένει να γίνουν για να ολοκληρωθεί το σπίτι, από τη μελέτη στατικής επάρκειας και τα ενεργειακά πιστοποιητικά μέχρι το τελευταίο συνεργείο που θα βάψει τον τοίχο ή θα φτιάξει τα ηλεκτρολογικά. Αλλιώς φτιαχνόταν λοιπόν ένα σπίτι την εποχή των μαστόρων και άλλου είδους σπίτι ήταν. Επιπλέον, άλλη ήταν η κοινωνική θέση του μάστορα, αλλά και του αρχιτέκτονα, από αυτή του ανειδίκευτου εργάτη οικοδομής, ή του σχεδιαστή autocad σε ένα γραφείο. Φυσικά, όσες γνώσεις και να είχε ένας παραδοσιακός μάστορας, δε θα μπορούσε να φτιάξει ένα σύγχρονο σπίτι, με τα πολύπλοκα συστήματα της τελευταίας τεχνολογίας και τη διαδικασία που αναφέραμε.

Η εικόνα είναι λοιπόν ξεκάθαρη. Κατάτμηση, υπέρ – εξειδίκευση (το αδερφάκι της από – ειδίκευσης), μαζικοποίηση, υποτίμηση. Αυτή η δομή αποτελεί κοινή βάση στα περισσότερα από τα επαγγέλματα που εξετάσαμε. Και σχετίζεται άμεσα και έμμεσα με τις γενικές συνθήκες που επικρατούν στη δουλειά, όπως τις περιγράφουμε παρακάτω.

Όσον αφορά στα εργατικά κεκτημένα

Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, οι υπάλληλοι είναι μισθωτοί ή έχουν μια ιδιότυπη σχέση εξαρτημένης εργασίας ακόμα και όσοι από αυτούς κόβουν αποδείξεις από μπλοκάκι, θεωρούνται δηλαδή ελεύθεροι επαγγελματίες[1]. Πρέπει να δουλεύουν συγκεκριμένο ωράριο και σπάνια πληρώνονται τις υπερωρίες, ακόμα και αν όσοι ασφαλίζονται ως υπάλληλοι τις δικαιούνται νόμιμα. Όσον αφορά στα ωράρια, είναι αρκετά ελαστικά, είτε πρόκειται για part time είτε για οχτάωρα που γίνονται δεκάωρα-δωδεκάωρα. Κι αυτό γιατί, μέσα στη λογική των αυτοτελών πρότζεκτ που περιγράψαμε, ο χρόνος δε μετριέται με το μεροκάματο, αλλά με το κομμάτι. Λογική φασόν δηλαδή. Οι συλλογικές συμβάσεις, (και) λόγω της ευρείας κατάτμησης και διαφοροποίησης των ειδικοτήτων, φαίνεται ότι σε πολλές περιπτώσεις έχουν απαξιωθεί, πολύ πριν καταργηθούν από το κράτος, από τα ίδια τα υποκείμενα που βλέπουν τον εαυτό τους εντελώς ξεκομμένο από τους υπόλοιπους του ίδιου κλάδου. Τα επιδόματα – όσα δεν έχουν σταματήσει – είναι σχεδόν αυτονόητο ότι δεν πληρώνονται, εκτός από τις περιπτώσεις μεγάλων εταιριών που είναι κάπως πιο τυπικές με το νόμο. Οι άδειες είναι ένα θολό τοπίο, εξαρτώνται περισσότερο από τις ορέξεις του εκάστοτε αφεντικού παρά από κάποιο θεσπισμένο δικαίωμα. Αν το γραφείο/μαγαζί κλείσει τον Αύγουστο, τότε θα πάρεις άδεια τον Αύγουστο, αν δεν κλείσει, μπορεί και να μην πάρεις καθόλου. Επίσης μπορεί να σου επιβάλουν να κουβαλήσεις μαζί το laptop σου για να δουλεύεις από τις διακοπές σου, ειδικά αν χρησιμοποιείς το ίντερνετ. Γενικά δεν υπάρχει τίποτα σταθερό όσον αφορά στο πότε μπορείς να λείψεις, είτε για άδεια είτε επειδή αρρώστησες. Το μόνο σταθερό είναι το πόσα παίρνεις. Το οποίο δεν ανεβαίνει πλέον με το πέρασμα του χρόνου, άσχετα με το αν έχεις αποκτήσει εμπειρία ή όχι (σε αυτό όμως θα αναφερθούμε πιο αναλυτικά παρακάτω, στην ενότητα που αφορά την εκπαίδευση).

Αυτο-εντατικοποίηση των ρυθμών εργασίας (the Dead Line)

Η εντατικοποίηση δεν είναι παράγωγο μόνο των τελευταίων δεκαετιών. Είναι άμεσα συνυφασμένη με την αποδοτικότητα και το ρυθμό παραγωγής, από τα εργοστάσια ήδη. Στις συνθήκες αυτού που ονομάζουμε “μηχανοποιημένη διανοητική εργασία”, στα επαγγέλματα που περιγράφουμε δηλαδή, η εντατικοποίηση γίνεται με πολλούς -συνήθως έμμεσους- τρόπους. Έχοντας να κάνουμε όπως είπαμε, με μια άτυπη αλυσίδα παραγωγής που αποτελείται από ανόμοια, αυτοτελή κομμάτια, η νόρμα στο ρυθμό εργασίας μπαίνει κατά κύριο λόγο από τα γνωστά σε όλους deadlines[2]. Από τις ημερομηνίες παράδοσης, οι οποίες παραδοσιακά μπορεί να ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας (και διαπραγμάτευσης) ανάμεσα στον ελεύθερο επαγγελματία και στον πελάτη, τώρα όμως καθορίζονται από το αφεντικό και ανακοινώνονται στους εργάτες, χωρίς φυσικά να ρωτηθούν οι δεύτεροι (ή να έχουν τρόπο να διαπραγματευθούν). Αυτό καταλήγει στο εξής παράλογο. Το αφεντικό υποτίθεται ότι συμφωνεί για τα deadlines, κρίνοντας ποια είναι η παραγωγική δυνατότητα των εργατών του στον επίσημο χρόνο απασχόλησής τους, αλλά στην πραγματικότητα απλά λέει “ναι” σε όλες τις απαιτήσεις των πελατών άσχετα με το αν μπορούν να πραγματοποιηθούν ή όχι, μέσα στο συμφωνημένο αυτό χρόνο. Μεταφέρει όμως την ευθύνη της ολοκλήρωσης στους υπαλλήλους, οι οποίοι συνήθως θεωρούν αυτονόητο ότι θα τη σηκώσουν, για καλό δικό τους και του γραφείου πάντα. Αυτό, σε συνδυασμό με το ότι τα νέα μέσα, το ίντερνετ, τα διεθνή δίκτυα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι μη τόποι, με μη χρόνους, έχουν ουσιαστικά συνεχόμενο ωράριο, παράγει μια φοβερά εντατική και εκβιαστική συνθήκη εργασίας, μια ρευστότητα η οποία καθορίζει το ρυθμό απόδοσης αλλά και τον ίδιο τον ελεύθερο χρόνο των εργατών.

Επιτήρηση (από τη μηχανή /κι από τους εργάτες για τους εργάτες)

Ο ανταγωνισμός και η εξατομίκευση είναι βασικοί πυλώνες της επιτήρησης στους χώρους εργασίας, κυρίως από εργάτη σε εργάτη. Το τί ώρα έρχεσαι, πόση δουλειά βγάζεις και σε πόσο χρόνο, το πώς συμπεριφέρεσαι και ποιά είναι τα πιστεύω σου, αποτελούσαν πάντα εργαλεία εκβιασμού, σαμποτάζ και υποτίμησης του ενός υπαλλήλου απέναντι στον άλλο, όταν η προσωπική ανέλιξη με όλους τους τρόπους ήταν της μόδας. Και ήταν, για πολλές δεκαετίες. Από αυτήν την άποψη έχουμε ήδη διαμορφωμένο ένα σύνολο καλά εκπαιδευμένων στην αλληλο-επιτήρηση εργατών. Αυτό που με τα νέα μέσα έχει γίνει εξαιρετικά ευκολότερο και πολλά τέτοια παραδείγματα είδαμε στις συνεντεύξεις, είναι η επιτήρηση από τα πάνω. Η επιτήρηση από τα αφεντικά, μέσα στους νέους χώρους εργασίας, μέσα από την πλήρη μεσολάβηση της μηχανής και τον περιορισμό του φυσικού χώρου και των κινήσεων, είναι πλέον μια διαδικασία αυτόματη. Μπορεί κανείς, χωρίς ιδιαίτερο κόπο, να μετρήσει πόση ώρα κάνουν διάλειμμα, να μάθει τί ιστοσελίδες επισκέπτονται (και να απαγορεύσει την πρόσβαση αν το θεωρεί αντιπαραγωγικό), να έχει διαθέσιμους πίνακες με ποσοτικά (και εν μέρει ποιοτικά) δεδομένα αξιολόγησης ανά μέρα, ανά μήνα, ανά χρόνο, να παρακολουθεί ακόμα και το τί συζητάνε οι υπάλληλοί του μεταξύ τους, αφού κι αυτό γίνεται πλέον σε μεγάλο βαθμό μέσα από τον Η/Υ. Το τί μπορεί να κάνει κανείς σε τέτοιες δουλειές για να λουφάρει, είναι σε μεγάλο βαθμό ζήτημα συλλογικό, ζήτημα σχέσεων με τους υπόλοιπους εργαζόμενους, και σαν τέτοιο θα το αναφέρουμε εκτενέστερα σε παρακάτω ενότητα.

Αποσπάσματα συνεντεύξεων

1.γυναίκα, 26, data center, cloud computing (πτυχίο: Ηλεκτρολόγος μηχανικός υπολογιστών ΑΠΘ)

“Έχει δύο σκέλη αυτή η δουλειά. Αρχικά αυτό το υπόγειο που βλέπεις λειτουργούσε αποκλειστικά σαν data center, δηλαδή εξυπηρετούσε κυρίως το Φυσικό, τη φυσικομαθηματική σχολή εδωπέρα, για διάφορα προγράμματα που θέλανε να τρέχουνε επιστήμονες, για έρευνες και τέτοια. Αποκλειστικά. Είχε κάποια clusters -στήλες υπολογιστών- που τα χρησιμοποιούσανε και για να τρέχουνε προγράμματα και για δεδομένα, ιστοσελίδες καθηγητών κτλ. Είναι 1 από τα 4 κέντρα του Αριστοτελείου.

Δεν έχω ασφάλιση προς το παρόν. Στην αρχή εγώ ζήτησα ΙΚΑ μας είχανε κάνει μια κουβέντα τελοσπάντων εκεί με τα παιδιά, ότι δεν έχει να κάνει με ΙΚΑ αυτό, τίποτα. Δεν παίζουν τέτοια πράγματα, ότι θα πρέπει να βγει μπλοκάκι, ή θα πρέπει να ‘μαι ΤΕΒΕ ή ΤΣΜΕΔΕ. Σε 3 συνεντεύξεις που πήγα πριν από αυτή δουλειά, ζητούσαν όλοι μπλοκάκι. Μου είπαν να ξεχάσω το ενδεχόμενο του ΙΚΑ.

… Οι ώρες δουλειάς τυπικά είναι 9 το πρωί με 5, που είναι το οκτάωρο. Έχει απλήρωτες υπερωρίες και γενικά το πρόβλημα είναι ότι οι συνάδελφοι ας πούμε δεν είναι πολύ διατεθειμένοι να φύγουν από τη δουλειά, κάθονται συνήθως μέχρι τις 8-9, από προσωπικό βίτσιο κυρίως, γιατί την έχουνε δει ότι είμαστε κάποιοι εδωπέρα.

Στον ΟΤΕ είχε ενδιαφέρον το πράγμα γιατί από ένα σημείο και μετά βάλανε στην ουσία μπρος ένα πρόγραμμα που έλεγχε πόση ώρα είσαι μέσα στο σύστημα και δουλεύεις. Δηλαδή από ποιά ώρα έχεις κάνει log in και ποιά ώρα έχεις κάνει log off. Οπότε βγαίνοντας ενημερώνανε για το πόσο χρόνο έκανες. Δούλευες 4 ώρες έτσι; Έπρεπε 3 ώρες και 3 τέταρτα να είναι καθαρή δουλειά. Το τέταρτο στις τέσσερις ώρες είναι το διάλειμμα. Και τσεκάρανε αυτό. Εμείς με τα παιδιά είχαμε υπολογίσει ότι κάπως, ανά βάρδια, γλίτωναν δύο ακόμα παιδιά (2 τετράωρα), που θα ‘πρεπε να δουλεύουνε.”

 2.άντρας, 28, ταμίας σε πολυκατάστημα ηλεκτρονικών (πτυχίο: οικονομικές επιστήμες Παν. Πελοποννήσου)

“Μισθωτός, με ένσημα ήμουνα.

…Διαλλείματα είχαμε, εγώ ας πούμε που ήμουν τετράωρος είχα ένα δεκάλεπτο διάλλειμα και ήτανε χρονομετρημένο, δηλαδή έκανα έξοδο και είσοδο στο ταμείο, βλέπανε ακριβώς πόσο έχω λείψει. Και έπρεπε να είναι δέκα λεπτά, δεν μπορούσε να είναι παραπάνω. Αν ήταν παραπάνω στη λέγανε. “

 3.άντρας, 30, προγραμματιστής (πτυχίο: προγραμματιστής ΑΣΟΕΕ)

“Ήμουνα στην αρχή μισθωτός εδώ, στην Ιντρασόφτ, στον Κόκκαλη, μετά έφυγα, είχα πάει για διδακτορικό, τώρα αυτό θεωρείται και δε θεωρείται δουλειά, αλλά πληρωνόμουνα. Και μετά πάλι μισθωτός σε κανονική εταιρία στην Ιρλανδία.

…Πληρωνόμουν με κανονικό μηνιάτικο. Τώρα είναι με το πρότζεκτ. Λες ρε παιδί μου είναι το τάδε, τόσο το κοστολογώ, τόσο θα μου δώσεις. Τώρα δεν έχω καμία ασφάλιση, είμαι γραμμένος στον ΟΑΕΔ. Θα έπρεπε να κάνω έναρξη επαγγέλματος αν ήθελα να το κάνω αυτό μόνιμα.

…Εκεί δούλευα δωδεκαωράκι. Είχε και το καλό βέβαια ότι εγώ έφευγα με το λεωφορείο, 5 η ώρα έφευγε το λεωφορείο και δεν μπορούσε να μου πει κανείς κάτσε παραπάνω. Οι περισσότεροι καθόντουσαν. Εγώ ήμουν σχεδόν πάντα ο πρώτος που έφευγε.

 4.γυναίκα, 30, αρχιτεκτονικό γραφείο (πτυχίο: αρχιτέκτων μηχανικός ΕΜΠ)

“Έχω σπουδάσει αρχιτεκτονική αλλά δουλεύω σαν σχεδιάστρια. Είμαι ελεύθερος επαγγελματίας, το ωράριό μου είναι μισθωτού αλλά δεν είμαι μισθωτός. Κόβω μπλοκάκι, απόδειξη, υποτίθεται δουλεύω 9-5 αλλά αν χρειαστεί καθόμαστε παραπάνω, δεν το πληρωνόμαστε φυσικά κτλ.

…Τα τελευταία 2 χρόνια καθόμαστε τουλάχιστον μια ώρα παραπάνω. Πέντε νταν δε φεύγεις. Πέντε νταν φεύγεις και είναι προσβλητικό ας πούμε.

…Δε δικαιούμαι άδεια συγκεκριμένη, είναι στην καλή θέληση του εργοδότη μου. Κατά βάση, όσα χρόνια δουλεύω μας δίνει μια βδομάδα τα Χριστούγεννα γιατί μάλλον πάνε να κάνουν τα ψώνια τους στην Ελβετία, δεν ξέρω για ποιο λόγο… και μια βδομάδα το καλοκαίρι έτσι με πίεση και ζόρι. Γενικά αν μια μέρα χρειάζεται να κάνω κάτι και πρέπει να λείψω από τη δουλειά μου είναι πολύ δύσκολο να το ζητήσω.

-Πιστεύεις ότι σας τσεκάρουν/παρακολουθούν το ίντερνετ;

Πολύ πιθανό.”

 5.άντρας, 30, animation, 3d (πτυχίο: 3d designer, ΑΚΤΟ)

“Συστηματικά δούλευα 6 και παραπάνω χρόνια, αλλά καθημερινά πράγματα – υπάλληλος δηλαδή μη φανταστείς, 8ωρα και βάλε – και έκανα animation, 3D. Διαφημίσεις δηλαδή. Τώρα είμαι free lancer, δηλαδή έρχεται κάποιος και μου λέει φτιάξε μου αυτό το βίντεο. Αλλά δεν έχω μπλοκάκι. Η συχνότητα της δουλειάς που έχω δε μου επιτρέπει να ανοίξω βιβλία αυτή τη στιγμή. Είμαι ακόμα σε ταμείο, μάλλον επειδή είχα αρκετά ένσημα αλλά θα λήξει άμεσα το ΙΚΑ μου.

-Τις υπερωρίες τις πληρωνόσασταν ή όχι;

Τις πληρωνόμασταν. Δεν είχα παράπονο από αυτή την άποψη γιατί όταν δουλεύαμε παραπάνω ξηγιόταν το αφεντικό. Δεν τις κρατάγαμε δηλαδή. Άλλοι τις κρατάγανε τις παραπάνω ώρες και διεκδικούσαν τα χρήματα. Εγώ δεν έδινα πολύ σημασία και δεν τις κράταγα, αλλά πάντα πληρωνόμουν παραπάνω”.

6.άντρας, 31, τηλεφωνικό κέντρο (πτυχίο: ψυχολογία, Πάντειος)

“Το αντικείμενο είναι να μαζεύω στοιχεία μέσω τηλεφώνου για ανθρώπους που άλλοι θα τους προωθήσουν προϊόντα. Ο μισθός συνήθως, ανάλογα με τις ώρες βγαίνει γύρω στα 350 – 400, η ώρα είναι 4,5 ευρώ. Αλλά θα πέσει.

…Τις υπερωρίες δεν τις πληρώνομαι σαν τέτοιες. Απλά ό,τι ώρα δουλέψεις παραπάνω πληρώνεσαι την ώρα.

…Όσον αφορά στις άδειες, γενικά είναι λίγο φλου τα πράγματα, τώρα ζορίζουνε. Γενικά ήταν κάπως εύκολο, και λίγο ευέλικτο αυτό και λόγω εξεταστικών, αφού δουλεύουν φοιτητές.”

7.άντρας, 23, esport, ηλεκτρονικός αθλητισμός με live streaming (φοιτητής ψηφιακών σπουδών)

“Εγώ μπήκα στη φάση σχετικά νωρίς, πάνω από ένα χρόνο, πριν ενάμισι χρόνο περίπου. Βασικά έκανα και εγώ validating για pro-evolution για καμιά δεκαριά χρόνια για χαβαλέ. Και αποφάσισα μία μέρα ότι θα ήταν ωραία να το δοκιμάσω και στο League of Legends που έπαιζα τότε μανιακά, σε ημί-επαγγελματικό επίπεδο κιόλας. Το έκανα αυτό, είδα ότι έχει απήχηση, έχει κόσμο, το έκανα ας πούμε με τραγική ποιότητα λόγω internet. Δεν υπήρχαν τότε εγκαταστάσεις που να βρεις εύκολα στην Αθήνα για να κάνεις τέτοιο πράγμα. Και συνειδητοποίησα ότι έχει πολύ απήχηση και πήγα και βρήκα τον C.

Τώρα είμαστε συνεργάτες οι οποίοι δεν έχουν ωράριο ή κάτι τέτοιο, ο καθένας όποτε μπορεί ας πούμε. Καμιά 20αριά άτομα κατά μέσο όρο, είναι σαν να έχεις δηλαδή 3 τη μέρα να δουλεύουν νορμάλ ώρες. Ακριβώς επειδή δεν είμαστε μια έτοιμη στημένη εταιρεία με ωράρια κλπ κλπ, πάνω κάτω ο καθένας δουλεύει όσο θέλει, όσο αντέχει, όσο μπορεί, όσο προλαβαίνει. Προς το παρόν ας πούμε όταν πρόκειται για festival το οποίο είναι συγκεκριμένες ώρες δουλειά, πάνω-κάτω συγκεκριμένες ώρες να το τρέξεις, προς το παρόν εμείς πληρωνόμαστε για αυτό το κομμάτι. Δε πληρωνόμαστε ας πούμε για όλα τα άλλα που είναι η προετοιμασία το promotion, αυτά σιγά-σιγά έρχονται τώρα.”

8.άντρας, 19, βίντεο-μοντάζ για κοινωνικές εκδηλώσεις (φοιτητής web design)

“Κάνω μοντάζ σε γάμους, βαφτίσεις και τέτοια και βγάζω τα DVD τους. Δουλεύω με το κομμάτι. Μαύρα χωρίς ένσημα και τέτοια. Εννοείται. Υπερωρίες δεν πληρώνονται.

Το καλοκαίρι είχες δουλειά ότι στιγμή ήθελες, δηλαδή ήξερες ότι μπορώ να κάτσω όλη τη βδομάδα και να κάνω στάνταρ από ένα γάμο τη μέρα. Τώρα το χειμώνα είναι όποτε κάτσει, όποτε σου δώσει αυτός δουλειά έως καθόλου.

9.άντρας, 27, τηλεφωνητής (φοιτητής ψυχολογίας)

“Ήμαστε μισθωτοί, δεν παίρναμε μεροκάματο, μηνιάτικο παίρναμε. Υπήρχαν κάποια μπόνους και τις 2 φορές, αλλά αυτά ήταν ανεξάρτητα. Δηλαδή ήταν οι 3 πρώτοι στις πωλήσεις, εκεί υπήρχε μπόνους.

Τα χρήματα υποτίθεται ότι ήταν 420 με 430 ευρώ το μήνα, για 4ωρο και ανάλογα αν δούλευες Κυριακές ή κάποιες φορές βραδινές ώρες, αν και ήταν σπάνιο. Εγώ δεν είχα ασφαλιστεί γιατί είχα απ’ τους γονείς μου και δεν το είχα επιλέξει ας πούμε. Και από ότι θυμάμαι στο τμήμα μου δεν το είχε επιλέξει κανένας.”

 

Educational Gap

(εκπαίδευση)

Κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς μας να προσδιορίσουμε τις νέες εργατικές φιγούρες που συναντούσαμε στην έρευνα μας, να τις περιγράψουμε και να τις εντάξουμε κάπου στην ιστορία της εργασίας, υποβάλλαμε στον εαυτό μας πολλές ερωτήσεις. Μία από αυτές ήταν αν αυτός ο εργάτης/ εργάτρια, που πάει να πιάσει τη χιψι δουλειά, στην οποία θα χρησιμοποιεί τις νέες τεχνολογίες από την αρχή μέχρι το τέλος του 8ώρου του (εδώ γελάμε), έχει κάπου κάπως, επίσημα ή μη, δημόσια ή ιδιωτικά έστω, διδαχθεί αυτά που του είναι απαραίτητα για τη δουλειά. Συναντήσαμε αρχιτέκτονες, που όμως ποτέ στο ΑΕΙ τους δε διδάχθηκαν ή εμβάθυναν στη χρήση του AutoCAD (σχεδιαστικό πρόγραμμα), καλοτεχνίτες που διοχετεύουν την δημιουργικότητα τους στο 3ds max (πρόγραμμα 3d), gamers προγραμματιστές και πτυχιούχους ψυχολόγους τηλεφωνητές.

Επίσημη εκπαίδευση στον recycle bin

Αυτά που η επίσημη κρατική εκπαίδευση θεωρεί χρήσιμα και ως εκ τούτου διδάσκει, είναι στο μεγαλύτερο τους κομμάτι άχρηστα για τον ηλεκτρονικό εργάτη. Ήδη από τις προηγούμενες εκδηλώσεις μας ήταν σαφές το εξής: Ο μαθητής δεν χρειάζεται να μάθει να κάνει τη διαίρεση, γιατί έχει το κινητό του. Τίποτα όμως δεν υπάρχει ενταγμένο στο σχολικό πρόγραμμα, (ή αν υπάρχει δεν παίρνει το βάρος που του αντιστοιχεί απέναντι ας πούμε στην αρχαία ελληνική ιστορία) που να προετοιμάζει τους μαθητές για να χειριστούν το κομπιούτερ. Αυτό, θεωρείται δεδομένο πως το ξέρουνε (το μαθαίνουνε) ήδη από τα σπίτια τους και πριν καν ξεκινήσουν το δημοτικό. Το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα, δεν είναι σε θέση ακόμα, και ούτε φαίνεται πως θα είναι στο άμεσο μέλλον, να φτιάξει τις απαραίτητες υποδομές για το νέο παράδειγμα. Σε άλλες χώρες τέτοια βήματα προς το νέο παράδειγμα έχουν γίνει. Έχουμε σε προηγούμενες εκδηλώσεις μας πέσει πάνω σε τέτοια παραδείγματα, που ξεπετάγονται ανά καιρούς και απασχολούν σαν μικρές ειδήσεις τα μίντια. Σχολεία προσανατολισμένα στις νέες τεχνολογίες, τη μεθοδολογία να τις μαθαίνεις, τη γλώσσα τους ή και τη χρησιμότητα τους. Ωστόσο αν και αυτά τα παραδείγματα γίνονται αμέσως αντικείμενο κριτικής είτε ενθουσιασμού, είναι μεμονωμένα και βρίσκονται ακόμα σε πειραματικό στάδιο. Στην ελλάδα οι προσπάθειες να ενταχθούν οι νέες τεχνολογίες στα σχολεία είναι τραγελαφικές. Οι αίθουσες πληροφορικής αν και όταν χρησιμοποιούνται διδάσκουν βασικά και συχνά ξεπερασμένα προγράμματα, ή εξυπηρετούν απλά στο να υπάρχει σε κάποιο χώρο ο πολυπόθητος για τα παιδιά υπολογιστής. Από την άλλη, τα πολυμέσα συμπληρώνουν την διδασκαλία των κλασσικών μαθημάτων με ήχο και εικόνα, π.χ. διδάσκεσαι ιστορία με powerpoint και βιντεάκια, ή κάνεις εργασίες σε ηλεκτρονικές μορφές.

Αν κάτι προσέφερε το σχολείο στον εργάτη για αρκετό καιρό ακόμα αφού το γνωσιολογικό του κομμάτι άρχισε να ‘παλιώνει’ ήταν η από νεαρή ηλικία εξοικείωση του με το πολύωρο κάθισμα σε μια καρέκλα και την ησυχία. Ένας πειθαρχικός ρόλος, ο οποίος είχε παραγκωνιστεί εδώ και πολύ καιρό από την νταντά τηλεόραση, και μάλιστα χωρίς να χρειάζονται οι τιμωρίες και η βία των δασκάλων.

Και εκπαίδευση στον ελεύθερο χρόνο στα favorites

Ο ίδιος ο μαθητής (και μελλοντικός εργάτης) ωστόσο καθόλου δεν περιμένει από το σχολείο να του μάθει τα απαραίτητα. Τα μαθαίνει ήδη από μόνος του εν είδει παιχνιδιού, με πολλή όρεξη, και μάλιστα γίνεται γρήγορα αριστούχος στον τομέα που έχει επιλέξει.

Το εκπαιδευτικό κενό καλύπτεται κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου. Τα video games, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η ατελείωτη βάση δεδομένων – πηγή γνώσης με το όνομα internet, όλα αυτά καλύπτουν τον ελεύθερο χρόνο των μαθητών στο εκατό τοις εκατό, μερικές φορές σε βαθμό εγκλεισμού και απομόνωσης. Τα παιδιά εξοικειώνονται με τη μηχανή και τους τρόπους της, ενώ εκπαιδεύονται παράλληλα σε ένα σωρό διαδικασίες και προγράμματα, έχοντας ή όχι πλήρη επίγνωση αυτού που μαθαίνουν, ενώ η πολύωρη καθήλωση είναι πλέον (το είπαμε, ήδη από την τηλεόραση) εθελοντική.

Video games

Η περίπτωση των video games είναι ενδεικτική. Ένας μαθητής ηλικίας από 5 έως 18, περνούσε ατελείωτες ώρες μπροστά από την κονσόλα. Σήμερα το ίντερνετ στεγάζει έναν τεράστιο αριθμό video, role playing και strategy games. Ο αριθμός των συμμετεχόντων είναι πρωτόγνωρος έως ασύλληπτος. Αυτά τα παιχνίδια δεν τερματίζονται ποτέ, έχουν διαρκή εξέλιξη και διεθνή πρωταθλήματα, όπως αρμόζει στην τεχνολογία τους. Έχουν μπόλικη αίσθηση εξέλιξης. Πίστες, μπόνους, τίτλους και επιβράβευση, περισσότερη απ’ όση μπόρεσε ποτέ να προσφέρει το παιχνίδι στο δρόμο ή οι βαθμοί στο σχολείο, και μάλιστα μπροστά στα μάτια και σε ανταγωνισμό με την αχανή ιντερνετική κοινότητα των gamers. Ένας 12χρονος παίχτης του LoL κινείται και διαχειρίζεται την μηχανή και τα εικονικά περιβάλλοντα που χωράει αυτή μέσα της, για-την- προσωπική-του ψυχαγωγία, ως μέλος μιας κοινότητας που του διαφεύγει αριθμητικά και πολιτισμικά, και γίνεται διαρκώς καλύτερος. Γρηγορότερος, χρησιμότερος, όλο και περισσότερο γνώστης.[3]

Μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Ταυτόχρονα, φυσικά, αυτός ο νεαρός/ νεαρή που το εργασιακό του μέλλον περιγράφουμε στην ερεύνα μας, κοινωνικοποιείται με τους συμμαθητές του ή και με άλλους, πάλι μέσω της μηχανής και συγκεκριμένα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Μαθαίνει να χρησιμοποιεί τα μέηλ του, να διαχειρίζεται πληθώρα προφίλ και βάσεις δεδομένων (πολλές φορές και τα δικά του προσωπικά δεδομένα), να απαντά και να ρωτάει σε φόρουμ και τσατ. Είναι διαρκώς παρών στο κυβερνοχώρο. Και αυτός και οι φίλοι του. Μπορεί μεν να επικοινωνεί κοφτά και σύντομα, με μέηλ, sms και κάθε λογής αρκτικόλεξα, χαμογελαστές φατσούλες και like, αλλά σε αυτού του είδους την επικοινωνία, την οργάνωσή της και την περιήγηση σε face book, twitter και instagram, είναι από πολύ νωρίς βιρτουόζος.

Από τα tutorials στο hacking και πάλι πίσω:

Μαθαίνω παίζοντας – πληροφορία, downloading, sharing

Ο μαθητής που στέκεται ατελείωτες αυτές ώρες μπροστά από το pc του, καθόλου δεν έχει άγνοια του ότι μαθαίνει. Κι αυτό γιατί χρησιμοποιεί τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και σαν εργαλείο γνώσης. Ακόμη κι αν δεν έχει πλήρη επίγνωση του πώς και του γιατί αυτό θα του χρησιμεύσει στην μελλοντική του εργασία. Έχει αναγκαστεί να μάθει εξαρχής, για να χειριστεί τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, έχει βρει τι θέλει να μάθει, βάσει, πρώτα και κύρια, του τι του αρέσει (και να άλλο ένα κενό που είχε το σχολείο). Κατεβάζει αυτά που χρειάζεται, βλέπει tutorials, κουτσομελετάει, μοιράζεται συμβουλεύεται και ανταγωνίζεται στη γνώση του. Χρησιμοποιεί την αχανή πληροφορία, και την ξεσκαρτάρει. Και όταν ο υπολογιστής του κλατάρει, τα χάνει και σπεύδει να μάθει πως θα τον επαναφέρει. Σε κάποιες περιπτώσεις η φιγούρα αυτή γίνεται παραβατική (hackers), και ίσως αυτό να της βρει και ακόμα πιο γρήγορα δουλειά.[4]

Είναι ο ηλεκτρονικός εργάτης ανειδίκευτος;

Ένα παιδί που ασχολείται με το pc από 5 χρονών, όταν φτάσει στα 18 θα ξέρει πολύ περισσότερα για τις νέες τεχνολογίες από όσα θα μάθαινε από το σχολείο ή το πανεπιστήμιο. Ο ηλεκτρονικός εργάτης ήδη από πολύ μικρή ηλικία έχει μάθει το πιο σημαντικό: έχει μάθει (τον τρόπο) να μαθαίνει. Ξέρει ήδη να χειρίζεται τη μηχανή που θα συναντήσει αργότερα μέσα στο «εργοστάσιο».

Το εκπαιδευτικό σύστημα παρέμενε πάντα διαχωρισμένο απ’ το εμπειρικό σκέλος της ζωής και της εργασίας. Το σχολείο ή το πανεπιστήμιο, σου μάθαιναν π.χ. τις αιτίες των φαινομένων, τις οποίες όμως τις συναντούσες και τις εφάρμοζες αφού έβγαινες απ’ αυτά. Σου μάθαινε το νόμο, αλλά δεν σε έβαζε στο δικαστήριο. Η γνώση που αποκτάται τώρα στον ελεύθερο χρόνο είναι γνώση άμεσα εφαρμόσιμη και αξιοποιήσιμη. Η basic επίσημη εκπαίδευση δεν είναι απλά και μόνο άχρηστη στη διαμόρφωση των νέων σχέσεων εργασίας. Έχει επιπλέον κηρυχθεί σε υλικότατο βαθμό άχρηστη σε σχέση με μία πολύ καλύτερη και ανέξοδη για τα αφεντικά μέθοδο να μαθαίνεις, που δεν πλατειάζει, παρά μένει στα απολύτως απαραίτητα. Απορροφάται δηλαδή από την αγορά εργασίας ένα υποκείμενο το οποίο δεν έχει με κανένα τρόπο εκπαιδευτεί και πιστοποιηθεί επίσημα, αλλά έχει όλες τις επαρκείς γνώσεις.  Έχει την εμπειρία της μηχανής και μπορεί να την εξελίξει. Έχει επίσης ένα κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο με τους υπόλοιπους που μοιράζονται τα ενδιαφέροντα του, έχει αγαπήσει και αναγάγει την τεχνολογία σε αναγκαιότητά του, και κάνει φίλους διαδικτυακά.

Και ως τι προσλαμβάνεται τελικά;

Ο ηλεκτρονικός εργάτης λοιπόν σπάνια δείχνει το πτυχίο του. Προσλαμβάνεται βάσει του πόσο καλά μπορεί να ξέρει το πρόγραμμα που χρειάζεται κάθε δουλειά, βάσει των project που έχει στο book του, βάσει του αν μπορεί να χειριστεί ένα ακουστικό συνδεδεμένο πάνω του για να δέχεται την μία κλήση μετά την άλλη. Αν σε αυτά τα βασικά ή πιο εξειδικευμένα ζητούμενα είναι καλός ή τουλάχιστον αντέχει την πολύωρη δουλειά μπροστά από μια οθόνη, προσλαμβάνεται και μένει να εκπαιδευτεί περαιτέρω κατά τη διάρκεια της εργασίας.

Εκπαίδευση κατά τη διάρκεια της εργασίας

Φυσικά επειδή κάθε δουλειά έχει τη νόρμα της και καινούρια δεδομένα, ο ηλεκτρονικός εργάτης θα συνεχίσει να μαθαίνει και μέσα σ’ αυτήν. Έχοντας όμως backup τους τρόπους που εξέλιξε μόνος του για να φτάσει εκεί που έφτασε, μπορεί αυτή η μετεκπαίδευση να μην κοστίσει δεκάρα τσακιστή στο αφεντικό του. Ενώ οι πιο εξειδικευμένες και πρωτοκλασάτες εργασίες έχουν πληρωμένα σεμινάρια ή εκπαίδευση, το σύνηθες είναι είτε ο εργοδότης να υποδεικνύει στον παλιότερο να δείξει στον νεώτερο είτε να βασίζεται στην αλληλοβοήθεια μεταξύ των υπαλλήλων του. Το μοτίβο του αυτοδίδακτου συνεχίζεται όπου κριθεί αναγκαίο ακόμα και στον ελεύθερο χρόνο του εργάτη. Οι γνώσεις που ανταλλάσσονται μεταξύ των εργατών βασίζονται πάνω σε αυτό και την εμπειρία στη δουλειά.

Αποσπάσματα συνεντεύξεων

1.γυναίκα, 26, data center, cloud computing (πτυχίο: Ηλεκτρολόγος μηχανικός υπολογιστών ΑΠΘ)

“Αυτούς τους ενδιέφερε ότι οι συγκεκριμένοι είχαμε δουλέψει σε τέτοια πράγματα. Δηλαδή ο άλλος που έχει πτυχίο είναι από ένα ΤΕΙ αθήνας κάπου, ο τύπος έχει στήσει σπίτι του δύο μικρά clusterάκια, αυτό τους ένοιαζε.

…Για ένα μικρό διάστημα τις πρώτες βδομάδες μας εξηγούσανε κάποια πράγματα και επίσης αυτός ο υπεύθυνος που θέλει να είναι πολύ συμπαθητικός, έρχεται και σου μαθαίνει κανένα κόλπα υπολογιστικό, κάπως έτσι. Γενικά χρειαζόταν αρκετό διάβασμα,. Στην αρχή δηλαδή πιέστηκα πολύ με όλα αυτά που άκουγα 100 ξένες λέξεις άγνωστες τελείως με αυτό που ήξερα κάθε μέρα. Είχα μια πίεση, το τί πρέπει να διαβάσω γιατί εγώ είχα πουλήσει και λίγο φούμαρα στη συνέντευξη, οπότε λέω ωχ τώρα θα αποκαλυφθούμε ότι δεν ξέρουμε και τίποτα ούτε από Linux ούτε από τέτοια. Γιατί Linux βασικά ήθελε πολύ καλά. Αλλά τελικά δε διάβασα σπίτι. Ό,τι έμαθα το έμαθα εκεί. Κάθε μέρα δηλαδή με google έψαχνα και μάθαινα. Και πραγματικά σκέφτομαι ότι αν ερχόσουν εσύ τώρα και ήθελες να το κάνεις, θα σου εξηγούσα 5 ώρες ρε παιδί μου ποιές εντολές μπορείς να χρησιμοποιήσεις και θα μπορούσες να το κάνεις. Σε ένα μήνα θα ήξερες.

…Ναι και παλιότερα, να πω και αυτήν την κακή πτυχή της ζωής μου, έπαιζα πάρα πολλές ώρες games. Τώρα το έχω κόψει τελείως. Ιδίως με τη δουλειά. Δηλαδή το ‘χω σκεφτεί ότι αυτή η πτυχή του gamer τελοσπάντων, έχει πάρα πολύ να κάνει με αυτή τη δουλειά. Ναι. Δηλαδή παίζει με κάποιο τρόπο οι gamers αν κάνουν μια τέτοια δουλειά να καλύπτονται σε επίπεδο gaming ας πούμε, ότι πετυχαίνω αυτόν το στόχο σε τάδε χρόνο, πατώντας πάλι γρήγορα με τα δάχτυλά μου πολλά κουμπιά κτλ.”

2.άντρας, 28, ταμίας σε πολυκατάστημα ηλεκτρονικών (πτυχίο: οικονομικές επιστήμες Παν. Πελοποννήσου)

“Με εκπαιδεύσανε αυτοί. Γύρω στο μήνα, ενάμιση μήνα σχεδόν και γενικά κατά καιρούς μας εκπαιδεύανε, αν γινόταν κάποια αλλαγή. Τον πρώτο καιρό κυρίως που ήτανε πιο χαλαρά, μας κάνανε σεμινάρια και μετά ότι αλλαγές γινόντουσαν μας τις μαθαίνανε εκείνη την ώρα.”

4.γυναίκα, 30, αρχιτεκτονικό γραφείο (πτυχίο: αρχιτέκτων μηχανικός ΕΜΠ)

“Το εξελίσσεις, όλα τα προγράμματα. Βγαίνει η καινούργια βερσιόν, το κατεβάζεις από το ίντερνετ, την εξετάζεις μόνος σου, διαβάζεις στο ίντερνετ τί καινούργιο έχει βγει, βλέπεις tutorials και τέτοια”.

5.άντρας, 30, animation, 3d (πτυχίο: 3d designer, ΑΚΤΟ)

“Το αφεντικό μου έλεγε, μην πας στη σχολή. Για ποιό λόγο; Έλα εδώ να κάτσεις να μάθεις τη δουλειά.” Και είχε δίκιο. Μπορούσα να το είχα κάνει και θα είχα προχωρήσει και πιο γρήγορα έτσι.

…Να ξέρεις τι καινούριο έχει βγει, πως δουλεύει το κάθε γραφείο, τι κάνουν σε άλλες χώρες (Αμερική, Αγγλία, Κίνα), τα καινούρια προγράμματα. Μονίμως πρέπει να είσαι σε αυτή την κατάσταση. Και η αλήθεια είναι ότι όσο πιο πολύ ψάχνεσαι τόσο πιο χρήσιμος είσαι σε τέτοιου τύπου εταιρίες.

…Ναι να φανταστείς εγώ δεν έχω και καθόλου καλή σχέση με τα κουμπάκια. Δεν ήμουν ποτέ υπολογιστάκιας. Δεν έπαιζα καν παιχνίδια. Δε μου αρέσει ο υπολογιστής. Αλλά μου αρέσει αυτό που κάνω. Μου αρέσει να κάνω animation. Αλλά δεν μπορώ να ψάχνομαι για κουμπιά. Την ψιλοπάτησα δηλαδή. “

6.άντρας, 31, τηλεφωνικό κέντρο (πτυχίο: ψυχολογία, Πάντειος)

“Έπρεπε να μάθεις πώς να περνάς στο πρόγραμμα τα στοιχεία, στο εξέλ, χωρίς να το χειρίζεσαι μετά, αυτό το κάνει ο ίδιος για να τα μαζεύει και να τα αθροίζει -ο προϊστάμενος- και πώς να στήνεσαι στο γραφείο για να κάνεις γρήγορα, για να μπορέσεις να πάρεις 500 τηλέφωνα το 4ωρο.”

7.άντρας, 23, esport, ηλεκτρονικός αθλητισμός με live streaming (φοιτητής ψηφιακών σπουδών)

“Αν υπάρχουν πτυχία προφανώς και είναι ευπρόσδεκτο και σιγά-σιγά ίσως να αρχίσουμε και να ζητάμε. Γιατί στην αρχή συνεργαστήκαμε με ανθρώπους τους οποίους ξέραμε. Δεν χρειαζόταν κάποιο πιστοποιητικό για να μας αποδείξει ότι ξέρει. Ήξερα εγώ ότι ξέρει. Αλλά από εκεί και πέρα το πτυχίο είναι πολύ σημαντικό γιατί αλλιώς πρέπει να δω δουλειά σου μπροστά μου για να καταλάβω ότι ξέρεις να κάνεις αυτό που μου λες. Ενώ το πτυχίο ουσιαστικά είναι κάτι το οποίο σε διευκολύνει να πείσεις τον άλλον ότι ξέρεις να κάνεις αυτό που του λες. Δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη σημασία. Κυρίως για τις εταιρείες, για τις μεγάλες εταιρείες έχουν σημασία. Για μας δηλαδή τα άτομα που είμαστε αυτή τη στιγμή μέσα, σημασία δεν έχει.”

 

Team work σε digital περιβάλλοντα

(σχέσεις με συναδέλφους/αφεντικό, λούφα και διεκδικήσεις)

Η οργάνωση της εργασίας των ηλεκτρονικών εργατών «επιβάλλει» τη συνεργασία τους. Η ομαδική εργασία είναι κοινώς αποδεκτή και απαραίτητη ανάμεσα στους ηλεκτρονικούς εργάτες. Πως γίνεται αυτό όταν ο καθένας είναι μπροστά από την οθόνη από την αρχή μέχρι το τέλος του 8ώρου;

Space

Στους εργασιακούς χώρους η χωροταξία οργανώνει ή αποκλείει την ομαδικότητα με όρους επαφής και συνομιλίας. Από τα ξεχωριστά κουβούκλια μέχρι τα ομαδικά, οι ηλεκτρονικοί εργάτες δεν έχουν κανένα περιθώριο βλέμματος ή αγγίγματος, κλειδωμένοι στη γνωστή θέση.

Ο χώρος εργασίας συνήθως αποτελείται από μία μεγάλη αίθουσα. Ακόμη και αν υπάρχουν παράθυρα, συχνά μένουν κλειστά. Το φυσικό φως εκλείπει ή αντικαθίσταται από λάμπες φθορίου. Τα κλιματιστικά και οι εξαερισμοί δουλεύουν στο φουλ. Τα γραφεία τους είναι είτε ατομικά, είτε οργανωμένα σε κάποια γεωμετρική διάταξη, είτε τα γνωστά κουβούκλια. Τα κουβούκλια (στα call center γνωστά και ως μαργαρίτες), γραφεία που διαμορφώνονται από χαμηλά χωρίσματα, εξυπηρετούν στο να καθορίζουν τον «ατομικό» χώρο, να εμποδίζουν την άμεση επαφή με τους κοντινούς συναδέλφους, να εκμηδενίζουν τα γύρω ερεθίσματα και οτιδήποτε μπορεί να αποσπάσει την προσοχή. Τα χαμηλά αυτά χωρίσματα διατηρούν μια επίφαση ελευθερίας, για να μην είναι και καταφανής η ομοιότητα με κελί και μάλιστα ελάχιστων τετραγωνικών. Επίσης, αρκεί να σηκωθεί λίγο το κεφάλι για να ανταλλαχθούν απαραίτητες για τη δουλειά κουβέντες. Ουσιαστικά όμως, ο ευρύτερος χώρος, ο όροφος ας πούμε, δεν έχει καμία σημασία. Ο «πραγματικός» χώρος εργασίας του ηλεκτρονικού εργάτη είναι το Desktop του.

Οι περισσότεροι επικοινωνούν την ώρα του διαλείμματος, στην προσέλευση ή στο σχόλασμα. Η ένταση της εργασίας δεν επιτρέπει να ανταλλάξεις και πολλές κουβέντες ενώ δεν χρειάζεται, νομίζουμε, να περιγράψουμε πόση επαφή επιτρέπεται στο παράδειγμα που είσαι και καλωδιωμένος. Από την άλλη, οι υπολογιστές είναι διαρκώς ανοιχτοί και συνδεδεμένοι μεταξύ τους, η εργασία έχει κατατμηθεί και μοιραστεί. Την επικοινωνία των εργατών μεταξύ τους τη μεσολαβεί η μηχανή, ακριβώς όπως και έξω από τη δουλειά.

Τεχνική επίτευξη του team spirit

Και καθώς αυτή η ιδιαίτερα φωτεινή περιγραφή των χώρων εργασίας δείχνει πως η επικοινωνία μεταξύ εργατών είναι ανέφικτή, η αναγκαία ομαδικότητα πρέπει να επιτευχθεί με τεχνικούς τρόπους:

  1. Όσοι έχουν τις απαραίτητες γνώσεις πρέπει να τις μοιράζονται. Αυτό είναι ένα από τα πιο βασικά στοιχεία αυτής της ομαδικότητας. Οι εργασίες του καθενός αλληλοσυμπληρώνονται, και ότι γνωσιακό κενό έχει ο ένας ζητείται να καλυφθεί από τη γνώση-εμπειρία του άλλου. Οι ομάδες εργασίας είναι αυτές που στη σύνθεση τους βγάζουν τη δουλειά.
  2. Οι γνωστές εργασιακές κουλτούρες ‘όλα είναι ροζ’, ‘πολιτισμένος χώρος εργασίας χωρίς φωνές και εντάσεις’, η κουλτούρα του ‘είμαστε συνεργάτες’, προηγούνται φυσικά των νέων επαγγελμάτων αλλά συνεχίζουν να δουλεύουν ανενόχλητες.
  3. Σε πολλές δουλειές λειτουργούν τα ομαδικά μπόνους και η επιβράβευση, κάνοντας ακόμη και τις πιο υποτιμημένες από αυτές να φαντάζουν εξελίξιμες, ή σε παιχνιδιάρικο κλίμα. Τα κόλπα αυτά μαζί με τα group therapy, τα σεμινάρια, τα γλέντια, τα ομαδικά παιχνίδια, βασανίζουν εδώ και πολύ καιρό όσους αρνούνται να πειστούν πως η δουλειά είναι χαρά.
  4. Το τεχνολογικό hype (gadgetάκηδες), όσο αντέχει ακόμα, βοηθά να αισθάνονται κάποιοι πως βρίσκονται σε χώρους με ανθρώπους που μοιράζονται κοινά ενδιαφέροντα.

Πρόκειται για μία ομαδικότητα η οποία διατηρείται σε μικρή κλίμακα, για να μπορεί να ελέγχεται πιο εύκολα και να επιτηρείται από τα πάνω. Είναι διαχειρίσιμη στο μέγεθος και την ποιότητά της. Τέλος, είναι εύκολα μεταβλητή, οι ομάδες εργασίας αλλάζουν και ανανεώνονται αν δεν είναι παραγωγικές. Στα μάτια του αφεντικού η επιτυχία της ομαδικότητας επιβεβαιώνεται πρώτα και πάντα κάθε φορά που οι εργάτες (αντί να σαμποτάρουνε) συνεργάζονται για να βγει η δουλειά.

Ανταγωνισμός μεταξύ των εργατών

Επειδή το team spirit που περιγράψαμε παραπάνω είναι διεκπεραιωτικό και επιφανειακό, ο ανταγωνισμός μεταξύ των εργατών – επιχειρηματιών-των-εαυτών-τους, συντηρείται αλώβητος στους εργασιακούς χώρους.

Χωρίς να διαρρηγνύεται η πολιτισμένη ατμόσφαιρα, και ξεπερνώντας τις απαραίτητες υποχωρήσεις για τη μοιρασιά της γνώσης και της εμπειρίας, καθένας μπορεί ατομικά να περιφρουρεί την προσωπική του θέση και τα κεκτημένα του. Ο μισθός είναι το απόλυτο προσωπικό δεδομένο. Καθένας μπορεί να συζητά τα γκομενικά του με περισσότερη ευκολία από ότι το βιοπορισμό του, ακόμη κι αν γκρινιάζει ακατάσχετα. Και αφού διαπραγματεύεται προσωπικά τη θέση του, αυτό είναι απόλυτα δικαιολογημένο.

Πάνω στον ανταγωνισμό τελικά βασίζεται το ‘κανείς δεν φεύγει στην ώρα του’. Διότι αν κάνει κάποιος την επιλογή να φύγει, αυτόματα είναι χειρότερος εργάτης από τους άλλους, όχι τόσο στα μάτια του αφεντικού, όσο στα μάτια των συναδέλφων. Όποιος κρεμάει το κομμάτι του σε ένα πρότζεκτ, για να πάει και κάποια στιγμή σπίτι του, δεν κρεμάει το αφεντικό, κρεμάει τους συναδέλφους του που θα βγουν εκτός διορίας’. Με αυτόν τον τρόπο, η επίκληση σε καλύτερες συνθήκες εργασίας, σπάνια κοιτάει τον από πάνω, και συχνότερα το διπλανό.

Μπροστά στον ανταγωνισμό και τα από καιρό ξεχασμένα εργατικά συμφέροντα, όπως και στις περισσότερες δουλειές, έτσι και ο ηλεκτρονικός εργάτης δεν καταφέρνει να δράσει συλλογικά και να παράξει αρνήσεις, σαμποτάζ ή και διεκδικήσεις. Εμείς αφήνουμε εδώ ένα μικρό υπονοούμενο πως αυτό έχει μία από τις βάσεις του και στις διαμεσολαβημένες από τη νέα τεχνολογία σχέσεις, αλλά δεν επεκτεινόμαστε παραπάνω.

Loufa

Μέσα στην ένταση και την πίεση του να βγει η δουλειά, ο ηλεκτρονικός εργάτης σπάνια θα επιλέξει να λουφάρει. Αλλά ακόμη και αν κάτι τέτοιο ήταν διαδεδομένο, θα ήταν δύσκολα εφικτό.

Ο ηλεκτρονικός εργάτης δουλεύει στον υπολογιστή και λουφάρει στον υπολογιστή. Χαζολογά στο ίντερνετ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πάντα ευάλωτος στην επιτήρηση της μηχανής του από προγράμματα που έχει εγκαταστήσει το αφεντικό. Πάντα ευάλωτος στην επιτήρηση από τους συναδέλφους.

Όταν το κεφάλι του δεν αντέχει άλλο, προσπαθεί να ξεκλέψει λίγο χρόνο και λίγη σωματική κίνηση, περιφερόμενος στους χώρους του γραφείου του, όπου αυτοί υπάρχουν, πάει τουαλέτα, κάνει καφέ. Αν καπνίζει είναι τυχερός, γιατί θα βγει έξω για τσιγάρο.

Ακόμη και η πιο διαδεδομένη λούφα, κλέβω χρόνο αργώντας στη δουλειά ή φεύγοντας νωρίτερα, για όλους τους παραπάνω λόγους είναι συνήθως δακτυλοδεικτούμενη. Επίσης, η σταθερή και μόνιμη θέση του είναι τόσο περιοριστική, χέρι στο ποντίκι, μάτια στην οθόνη, πλάτη σε ορθή γωνία στην καρέκλα, που οποιαδήποτε κίνηση πέρα από το «ξεπιάνομαι», είναι τρομερά εμφανής σαν παρέκκλιση στην κανονικότητα της δουλειάς. Και καθώς ποτέ, σε καμία δουλειά, η λούφα δεν μπορούσε να είναι εμφανής, ο ηλεκτρονικός εργάτης κινούμενος στον χώρο που περιγράφεται είναι ολοκληρωτικά παγιδευμένος στο pc του.

Από τη μηχανή εξαρτάται άμεσα ο ρυθμός και η διεκπεραίωση της εργασίας, η αρχειοθέτηση, η επικοινωνία μέσα στο γραφείο αλλά και προς τα έξω, η μηχανή βρίσκεται στο επίκεντρο των διαδικασιών. Και ενώ κανείς θα περίμενε πως η μηχανή θα κολλάει, και η δουλειά θα σταματά αναγκαστικά δίνοντας τη θέση της σε μικρές ανάσες ελευθερίας, στην πραγματικότητα, τέτοιες καταστάσεις αφορούν συνήθως μόνο τα μικρά γραφεία. Γιατί όπως και στην κάθε δουλειά, υπάρχει μέριμνα ώστε η ροή να μη σταματά, ώστε να μη χάνεται στάλα κέρδους. Αν ένας server πέσει, υπάρχει άλλος, αν ένα pc κολλήσει υπάρχει ένα άλλο backup. Το μόνο που λυτρώνει για λίγο τον ηλεκτρονικό εργάτη είναι να κοπεί το ρεύμα και να μην λειτουργεί τίποτα. Αλλά μέχρι και αυτό, σε μεγάλες εταιρείες αντιμετωπίζεται άμεσα.

Αποσπάσματα συνεντεύξεων

1.γυναίκα, 26, data center, cloud computing (πτυχίο: Ηλεκτρολόγος μηχανικός υπολογιστών ΑΠΘ)

“Ένα θέμα που έχει δημιουργηθεί είναι αυτό με το ωράριο που έλεγα προηγουμένως, ότι αυτοί για κάποιο λόγο την έχουνε δει πελάτες εκεί, άμα δεν τους διώξει κάποιος δε φεύγουνε, κάθονται. Και επίσης έχω ακούσει ότι γίνεται αυτό πάρα πολύ σε τέτοιου είδους δουλειές και σε άλλες ας πούμε που είναι κανονικά σε ένα κτίριο εταιρίας, ο άλλος δε φεύγει στο οχτάωρό του, θέλει να κάτσει ας πούμε. Αυτός σου δημιουργεί πρόβλημα εσένα γιατί όσο κι αν σου δίνουν το ελεύθερο “φύγε”, δημιουργείται η εντύπωση, και υπάρχει αυτό το σχόλιο γενικά, ότι κοίταξε να δεις αυτή είναι η μόνη που φεύγει στο οχτάωρο. Το λένε γελώντας ας πούμε, ότι “χαχα αυτή τη φορά έμεινε λίγο περισσότερο από τον τάδε”, “πρώτη φορά έγινε αυτό”, το σχολιάζουνε. Και υπάρχει ένα πράγμα ότι, λες τώρα αυτοί που κάθονται εδώ τους χώνω εγώ σε πιο πολλή δουλειά; Γιατί κι αυτοί κάνουν λίγο helpdesk, άμα φύγω εγώ τους έχω φορτώσει; Τελοσπάντων τους έχω βάλει το θέμα ότι γενικά θα ‘πρεπε να προσπαθούμε να φεύγουμε στο οχτάωρο παιδιά. Αλλά μου ‘χουν πει ότι “α δε με πειράζει”.

Αν χαλάσει ο υπολογιστής σου πρέπει να το λύσεις μόνος σου, να βρεις άκρη. Εμένα μου έχει τύχει να χαλάσει την ώρα που δουλεύω, έχω αλλάξει από windows σε linux και τέτοια πράγματα.”

3.άντρας, 30, προγραμματιστής (πτυχίο: προγραμματιστής ΑΣΟΕΕ)

“Χοντρή φάση ήταν όταν μας είχαν στείλει στην Καλιφόρνια, που υποτίθεται ότι μαζεύεται όλο το προσωπικό της εταιρίας και οι συνεργάτες, για να μάθουν για τα καινούρια προϊόντα, διάφορα τέτοια άχρηστα πραγματάκια. Αλλά αυτοί είχαν την έμπνευση, αυτοί το ‘καναν κάθε χρόνο σα συνέδριο, για μένα ήταν πολιτιστικό σοκ. Είναι ένα συνέδριο που κάνει η εταιρεία σε αυτή τη λογική και το κάνουν κάθε χρόνο και έχουν την έμπνευση να δίνουν κάθε φορά και ένα θέμα. Αυτή τη χρονιά είχαν δώσει θέμα ροκ, συγκεκριμένα ‘you are a rock star’, ε στη λογική που σου στέλνανε κάθε τρεις και λίγο, για ένα μηνά πριν, μέηλ που σου λέγανε ‘Θες να γίνεις ροκ σταρ; Οι ροκ σταρ δεν ακολουθούν τους κανόνες, σπάνε τους κανόνες’ και είχαμε πάει τελοσπάντων στο κεντρικό μίτινγκ που έγινε.

Στο ωραίο το ξενοδοχείο υπήρχε μια τεράστια σάλα που είχαν μαζευτεί χίλια άτομα και ήταν η μέρα που θα μιλούσαν τα μεγάλα κεφάλια. Και να έχουν στήσει σκηνή με τεράστια ηχεία και προβολείς, και να ξεκινάει η ομιλία, στο ρυθμό τα τύμπανα του ‘we will rock you’ και να ανεβαίνουν πάνω οι c.o. και ο vice president με γυαλιά ήλιου και ο υπεύθυνος για το τμήμα πωλήσεων, και να κάνει μια ομιλία και να τελειώνει φωνάζοντας ‘είμαστε οι καλύτεροι;’ Και όλοι μαζί από κάτω από κάτω ‘ΝΑΙΑΙΑ’.

…Καμιά φορά έπεφτε ο server, αλλά τώρα εκεί είχαν 5, έπεφτε ο ένας, σε συνδέουν με άλλον. Αλλά γενικά δεν είχε βλάβες για να μη δουλέψεις ή να λουφάρεις.”

4.γυναίκα, 30, αρχιτεκτονικό γραφείο (πτυχίο: αρχιτέκτων μηχανικός ΕΜΠ)

“Όχι, είναι καλό τυπάκι ρε παιδί μου, αλλά έχει έτσι χαμηλή αυτοεκτίμηση ρε παιδί μου. Άλλα τί γίνεται, όλοι φοβούνται το μεγάλο αφεντικό, κι αυτός μαζί. Που σημαίνει ότι δεν αναλαμβάνει κανείς την ευθύνη, γιατί όποιος την αναλάβει την πούτσισε. Αυτός στην ουσία σχεδιάζει, είναι ο μάστερ σχεδιαστής. Όλα περνάνε από το χέρι του. Αυτός θα μας πει τί να θα κάνουμε κτλ.

…Ε, δεν τον έχω δει αλλά… Τελοσπάντων είχα τόσα νεύρα ήθελα να τον πυροβολήσω. Μετά μου ζήτησε συγνώμη και ότι δεν μπορούν να γίνονται τέτοια λάθη . Και άλλο σκηνικό με το μικρό αφεντικό. Καλοκαίρι τώρα, δουλεύαμε πολύ σκληρά όλη τη μέρα, έχει πάει 6-7, έχουμε τελειώσει ότι είχαμε να κάνουμε, αλλά ο άλλος έχει κολλήσει σε μια λεπτομέρεια άνευ λόγου και αιτίας, με μια γραμμή σε ένα σχέδιο που είχε τυπωθεί ένα τόνο πιο σκούρα. Και είμαστε τώρα δυο ώρες δουλειάς παραπάνω, απλήρωτοι, για να βρούμε για ποιο λόγο η γαμημένη η γραμμή είναι πιο σκούρο γκρι. Μετανιωμένος την επόμενη μέρα ήρθε και μας έδωσε μια μέρα άδεια.

…Άμα παίξει βλάβη με τον Η/Υ γίνεται χαμός! Καταρρέει το σύστημα. Δεν υπάρχει γραφείο. Το ίντερνετ να πέσει δεν υπάρχει γραφείο, όχι οι υπολογιστές. Μια φορά κάτι είχε πάθει ο σέρβερ και καθόμασταν για 2 ώρες.”

5.άντρας, 30, animation, 3d (πτυχίο: 3d designer, ΑΚΤΟ)

“Οι πιο δύσκολες καταστάσεις, αυτές που με είχαν φέρει σε πιο δύσκολη θέση ήταν τις φορές που με είχαν κρεμάσει συνάδελφοι και έπρεπε να δουλέψω παραπάνω και βρισκόμουν υπόλογος στο αφεντικό και σχεδόν πάντα έκανα το μαλάκα και δεν είχα δώσει κανέναν αλλά έπρεπε όμως να δώσω λογαριασμό. Ώσπου στο τέλος το φιλοσοφείς και λες “να πάει να γαμηθεί, αφού με κρεμάει. Εγώ γιατί να μένω εδώ μέχρι τις 10 το βράδυ και ο άλλος να φεύγει κύριος στις 6 κι εγώ να μη λέω τίποτα. Δηλαδή αυτός βγάζει λεφτά στην πλάτη τη δικιά μου”. Αυτό ήταν το πιο δύσκολο πράγμα να διαχειριστείς και να κρατήσεις ταυτόχρονα ένα καλό κλίμα μέσα στο γραφείο.

…Ξεκινάγαμε ξέρω ‘γω και λέγαμε ότι πρέπει να κάνουμε 5 μοντέλα. Πιάνεις ένα μοντέλο εσύ Τάσο, ένα εσύ Σπύρο και ένα ο άλλος. Εσείς παράλληλα οι άλλοι θα φτιάχνετε το περιβάλλον, τον περιβάλλοντα χώρο που θα έχει πχ 50 κτίρια. Μετά ο άλλος θα φτιάχνει τους χαρακτήρες. Με το που τελειώσει αυτός, οι άλλοι ξεχωρίζουμε τις σκηνές. Είναι 50 σκηνές, θα πάρεις εσύ 5 σκηνές να κάνεις animation, ο άλλος άλλες 5 κι ο άλλος άλλες 5. Με το που τελειώσει το animation ξεκινάνε οι άλλοι το rendering.

…Αν πέσει το ρεύμα τελειώνουν όλα. Είχαμε ups αλλά αυτό είναι ίσα ίσα για να σώσεις τη δουλειά και να κλείσεις το σύστημα κανονικά. Δεν είχαμε τέτοια θέματα πάντως. Πολύ σπάνια.”

 

Σώμα

System failure acceleration

_Τα σημάδια της εργασίας στον ηλεκτρονικό εργάτη

Έχοντας περιγράψει παραπάνω τις συνθήκες και το χώρο εργασίας, θεωρήσαμε απαραίτητο να καταλάβουμε τι επιπτώσεις μπορεί να προκαλεί η συστηματική απασχόληση σε τέτοιου τύπου δουλειές. Καθοριστικό ρόλο σε αυτές παίζει ο ατομικός χώρος εργασίας του εργάτη. Το μοτίβο είναι κατά κανόνα το εξής: γραφείο + καρέκλα + οθόνη + πληκτρολόγιο + ποντίκι + κατά περίπτωση ακουστικό τηλεφώνου = συνολικό εμβαδό 3m2. Επειδή ο εργάτης δε χρησιμοποιεί παρά μόνο τα βασικά «εργαλεία» που αναφέρθηκαν, θα λέγαμε ότι ο γενικός χώρος  – ο χώρος δηλαδή που βρίσκονται όλοι οι εργάτες – δεν έχει πλέον σημασία. Ο χώρος εργασίας περιορίζεται έτσι στο σετ καρέκλα-οθόνη-πληκτρολόγιο-ποντίκι, το οποίο θα μπορούσε να αποκοπεί από την αίθουσα χωρίς να υπάρχει κάποια αλλαγή στον τρόπο εργασίας. Το σώμα προσαρμόζεται σε αυτόν τον περιορισμό, μαθαίνει να κινείται  (ή να μην κινείται), να υπάρχει ξεκομμένο από τα υπόλοιπα σώματα. Το μυαλό απομονώνει τις λειτουργίες του, το βλέμμα δεν μπορεί να στραφεί πουθενά πέρα από την οθόνη, μαγνητίζεται. Η οθόνη, αυτό το βασικότερο εργαλείο, λειτουργεί επίσης ως μέσο πειθάρχησης αφού η εργασία στον υπολογιστή απαιτεί την πλήρη προσοχή του εργάτη, υπάρχει μια διαρκής διάδραση η οποία δεν επιτρέπει να εκτελούνται ταυτόχρονα άλλα πράγματα πέραν της εργασίας, το μυαλό αρχίζει να σκέφτεται με ρουτίνες και επαναλήψεις, με τον τρόπο δηλαδή της μηχανής, η εναλλαγή των ψηφιακών παραθύρων γίνεται από κάποιο σημείο και μετά μηχανική. Το μυαλό ανεβάζει ταχύτητες και το βλέμμα εντείνεται. Ακόμα και μετά το πέρασμα κάποιων ωρών μπροστά στην οθόνη, τα μάτια μένουν καθηλωμένα.

Το μυαλό είναι αυτό που καταπονείται πιο έντονα σε αυτές τις δουλειές. Είναι συνέχεια απασχολημένο καθώς ο ηλεκτρονικός εργάτης κάνει κατά βάση διανοητικές εργασίες, κάτι που φαινομενικά δεν θα αποτελούσε πρόβλημα. Ο τρόπος όμως με τον οποίο αυτό γίνεται, με τις επαναλαμβανόμενες λειτουργίες που αναφέραμε παραπάνω και την αποκλειστική απασχόληση του βλέμματος από την οθόνη, προκαλεί μούδιασμα του εγκεφάλου, ολοκληρωτική παράδοση και καθήλωση του μυαλού στην εργασία που επιτελείται. Η πολύωρη απασχόληση σε τέτοιες εργασίες, στις οποίες όπως έχουμε αναφέρει οι υπερωρίες αποτελούν καθεστώς, αφήνει ξεκάθαρα τα σημάδια της και μετά το πέρας του ωραρίου. Το κεφάλι, αν και μπουχτισμένο δεν μπορεί να βρει τρόπο να ξεκουραστεί. Παρόλο που ο εργάτης έχει έντονη την ανάγκη για ύπνο μετά τη δουλειά έτσι ώστε να απεμπλακεί από τις εντατικές εγκεφαλικές διεργασίες, δεν μπορεί να κοιμηθεί, καθώς μετά από 8, 9 ή 10 ώρες κατά τη διάρκεια των οποίων κατακλύζεται από επαναλαμβανόμενες σκέψεις, του είναι αρκετά δύσκολο να «αδειάσει» το κεφάλι του[5]. Η δουλειά ακολουθεί τον εργάτη στο σπίτι, στις ώρες που κανονικά θα έπρεπε να ξεκουράζεται ή να χαλαρώνει. Πέρα όμως από τις διαταραχές στον ύπνο, υπάρχει και μία αδυναμία ή και μία ακούσια άρνηση στο χειρισμό δύσκολων καταστάσεων εκτός εργασίας ή στην απασχόληση με απαιτητικές λειτουργίες όπως το διάβασμα ενός βιβλίου ή η συμμετοχή σε μια διεξοδική συζήτηση.

Όσον αφορά στο σώμα, όπως είπαμε είναι διαρκώς καθηλωμένο στην καρέκλα, σε συγκεκριμένη στάση, τα χέρια ακουμπισμένα στο γραφείο ώστε να χειρίζονται ποντίκι και πληκτρολόγιο και το κεφάλι στραμμένο προς την οθόνη. Θεωρητικά και σύμφωνα με την προκατάληψη που θέλει τη δουλειά γραφείου να είναι μια ξεκούραστη δουλειά, ο ηλεκτρονικός εργάτης υποτίθεται πως αποφεύγει τουλάχιστον τη σωματική κόπωση. Η πραγματικότητα βέβαια είναι άλλη και έχει αλλάξει με την προσθήκη του ηλεκτρονικού υπολογιστή ως βασικό εργαλείο. Το σώμα είναι παρόν, παρόλο που χρησιμοποιείται μόνο με μικρές ελεγχόμενες κινήσεις. Για να επιτευχθεί η ακινησία τα μέλη σφίγγονται, μαζεύουν την υπερένταση της μη εκτόνωσης. Ο αυχένας πρέπει να συγκρατεί το κεφάλι στην ίδια θέση, τα χέρια είναι προτεταμένα στο γραφείο σε μόνιμη βάση, τα δάχτυλα ανασηκωμένα πραγματοποιούν διαδοχικές μικρές κινήσεις, οι τένοντες είναι διαρκώς σε χρήση, η μέση ακίνητη να στηρίζει τον κορμό σε κάμψη, επί πολλές ώρες. Πέρα από την ακινησία, το σώμα επηρεάζεται και από την εντατική λειτουργία του μυαλού. Μετά τη δουλειά έχει ανάγκη να εκτονωθεί, να κινηθεί, να γυμναστεί, να ξεμουδιάσει. Η εγκεφαλική κούραση όμως πολλές φορές δεν επιτρέπει στον εργάτη να κάνει ότι χρειάζεται ώστε να υπάρξει σωματική εκτόνωση. Ο παραδοσιακός λοιπόν διαχωρισμός μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας φαίνεται νε ξεπερνιέται με ένα παράδοξο τρόπο, με τη νέα αυτή εργατική φιγούρα. Στην περίπτωση της χειρωνακτικής, μπορούσες να «διαβάσεις» το επάγγελμα στο σώμα του εργάτη μέσω της κόπωσης λόγω συγκεκριμένων συχνών κινήσεων. Αντίθετα, στα επαγγέλματα που εξετάζουμε η κόπωση οφείλεται στην απουσία κίνησης. Η νέου τύπου διανοητική εργασία αφήνει το σώμα αδύναμο, με όλα τα χρόνια συμπτώματα της πολύωρης στάσης και ακινησίας.  Άρα, είναι σαφές ότι ο ηλεκτρονικός εργάτης καταπονείται και σωματικά, παρόλο που εκτελεί διανοητική εργασία.

“Ηλεκτρονικές ασθένειες”

Έχει διαπιστωθεί ότι η πολύωρη καθημερινή χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, είτε για λόγους δουλειάς είτε για διασκέδαση, συνδέεται με αρκετές ασθένειες και παθήσεις. Θα αναφέρουμε τις πιο συχνές από αυτές, κάποιες από τις οποίες οφείλουν το όνομα τους στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές.

  • Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα είναι μία πάθηση που εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε χειριστές η/υ και χαρακτηρίζεται από αίσθημα μουδιάσματος, καψίματος και τσιμπήματος που εντοπίζεται κυρίως στον αντίχειρα, το δείκτη και το μέσο δάχτυλο. Τα συμπτώματα μπορεί να γίνουν πολύ έντονα και να προκαλέσουν δυσκολία στη γραφή, αδυναμία στο κράτημα αντικειμένων, πόνο και αδυναμία των μυών του αντίχειρα.
  • Το οφθαλμικό σύνδρομο υπολογιστών (computer vision syndrome -CVS) αναφέρεται στην υπερβολική κόπωση των ματιών από τη χρήση η/υ. Κάποια από τα συμπτώματα είναι ο πονοκέφαλος, η θολή όραση, ο πόνος στον αυχένα, η διπλή όραση, η ξηροφθαλμία, το τσούξιμο και το κοκκίνισμα των ματιών.
  • Λιγότερα συχνή πάθηση είναι η θρόμβωση με πνευμονική εμβολή. Έχει μετονομαστεί σε ηλεκτρονική θρόμβωση (e-thrombosis) για τους χρήστες η/υ που προσβάλλονται από τη συγκεκριμένη πάθηση, η οποία προκαλεί ταχύπνοια, ταχυκαρδία και προβλήματα οξυγόνωσης του αίματος και μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στο θάνατο.
  • Η απουσία κίνησης καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασίας και η μη λήψη σωστής διατροφής, το φαγητό μπροστά από την οθόνη το οποίο συνήθως περιορίζεται σε σάντουιτς ή έτοιμα πιάτα, εντείνουν το πρόβλημα της παχυσαρκίας. Η πολύωρη χρήση η/υ είναι μία από τις κύριες αιτίες παχυσαρκίας τις τελευταίες δεκαετίες.
  • Αναφέραμε παραπάνω τις διαταραχές στον ύπνο λόγω της αδυναμίας του νευρικού συστήματος να χαλαρώσει, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε υπερβολική κόπωση.
  • Φυσικά, από τις παθήσεις που σχετίζονται με τον η/υ δε λείπουν οι διάφοροι πόνοι στα οστά, όπως οσφυαλγία (πόνος στη μέση), αυχενικό σύνδρομο, πόνοι στους ώμους, στον αγκώνα και στην σπονδυλική στήλη.

Ελεύθερος χρόνος, κοινωνικές σχέσεις, δημιουργικότητα

Ο ελεύθερος χρόνος του ηλεκτρονικού εργάτη συνήθως αφιερώνεται στην ξεκούραση. Με βάση όλα αυτά που αναφέραμε παραπάνω αυτός ο χρόνος προορίζεται μάλλον για κενός χρόνος. Κενός όσον αφορά στη δημιουργικότητα. Μετά την έντονη διανοητική εργασία, το μυαλό αποφεύγει την πολυπλοκότητα στον ελεύθερο χρόνο και το σώμα έχει ανάγκη να έρθει σε οριζόντια θέση. Στις περισσότερες περιπτώσεις ο χρόνος μετά τη δουλειά γεμίζει με τηλεόραση, ταινίες, ταβανοσκόπηση, διαδικασίες κατά τις οποίες δεν χρειάζεται να σκέφτεσαι. Στην καλή περίπτωση ο εργάτης φροντίζει να εκτονώσει και να γυμνάσει το σώμα του. Οι τρόποι είναι οι συνήθεις: γυμναστήριο, μαθήματα χορού, τρέξιμο και άλλες σωματικές δραστηριότητες.

Συνεχίζοντας τη ρουτίνα της δουλειάς και περιορίζοντας τη δημιουργικότητα και την άμεση επαφή, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι ο classic τρόπος επικοινωνίας και διασκέδασης (facebook, twitter, chat). Οι νέου τύπου κοινωνικές σχέσεις ορίζονται και μεσολαβούνται από τη μηχανή. Τα σύντομα μηνύματα, η φτωχή γλώσσα, το χτίσιμο ενός “στη πένα” ιντερνετικού εαυτού, κάνουν δύσκολη την ουσιαστική επικοινωνία εντός και εκτός δουλειάς. Οι έξοδοι περιορίζονται συνήθως στα σαββατοκύριακα. Ακόμα και σε αυτές τις εξόδους βέβαια, παρατηρείται μια δυσκολία στις κοινωνικές συναναστροφές. Το σώμα, άπειρο και αμήχανο, έχοντας μάθει να μεσολαβείται τις περισσότερες ώρες της ημέρας από τη μηχανή, αποκτά μια δυσκολία ως προς τη σωματική επαφή. Τα μάτια έχουν ξεσυνηθίσει να κοιτάνε μάτια, με αποτέλεσμα ένα βλέμμα πέρα από την οθόνη, να αποκτά τεράστιο βάρος και να γίνεται συχνά μη διαχειρίσιμο. Αντίστοιχα, το μυαλό, αν και θα περίμενε κανείς πως περνώντας τόσες ώρες παρέα με τη μηχανή θα επιζητούσε την άμεση πνευματική σύνδεση με άλλους ανθρώπους, σιγά-σιγά αδρανοποιείται, χάνει τον τρόπο να φλερτάρει, να επικοινωνήσει, να μιλήσει. Την αδυναμία κοινωνικών συναναστροφών ενισχύουν οι σχέσεις μεταξύ των εργατών στους χώρους εργασίας, οι οποίες περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα χωρίς να εμβαθύνουν, με αποτέλεσμα άνθρωποι που περνάνε πολλές ώρες στον ίδιο χώρο να μην γνωρίζουν βασικές λεπτομέρειες για τη ζωή ο ένας του άλλου.

Αποσπάσματα συνεντεύξεων

1.γυναίκα, 26, data center, cloud computing (πτυχίο: Ηλεκτρολόγος μηχανικός υπολογιστών ΑΠΘ)

“Είναι όλα βασικά. Κάθεσαι μπροστά σε μια οθόνη, πονάνε και τα μάτια σου και το κεφάλι σου, και το σώμα σου. Δηλαδή εγώ έχω πιεστεί πάρα πολύ σωματικά, και από άποψη διατροφής, πάρα πολύ, δηλαδή έχω καταπονηθεί τρομερά.

Ξαφνικά πρώτη φορά στη ζωή μου απέκτησα παλινδρόμηση, δεν το ‘χα ξαναπάθει αυτό. Επίσης έχει τύχει να γυρίσω σπίτι και να μην μπορώ να αντέξω την πίεση στο κεφάλι μου, από τα πολλά δεδομένα που περνούσαν μπροστά στα μάτια μου και έπρεπε να επεξεργαστώ νούμερα πολύ γρήγορα. Έχει τύχει πολλές φορές να γυρνάω και να έχω, για μία ώρα τουλάχιστον, τεράστια δυσκολία επικοινωνίας.

…Ναι, το έχω ρωτήσει, γιατί αυτοί κάποιες στιγμές είναι σα ζόμπι, έχουν κόκκινα μάτια, γκρινιάζουν ότι νυστάζουνε, και λέω στον άλλο δίπλα μου, αφού νυστάζεις, πάνε σπίτι βρε αδερφέ. Και μου λέει, έ εντάξει μωρέ, γιατί σπίτι τί καλύτερο θα κάνω, πάλι αυτό θα κάνω. Είναι δηλαδή η ζωή τους. Οι άνθρωποι αυτοί ας πούμε έρχονται εκεί, γυρνάνε σπίτι, βλέπουνε καμιά σειρά, κοιμούνται και την άλλη μέρα κάνουν το ίδιο. Μάλιστα ο ένας είχε ρωτήσει, είχε ζητήσει από τον υπεύθυνο δουλειά για το σαββατοκύριακο. Τού λεγε “Σάββατο δε θα ‘ρθουμε;” Του ‘λεγε ο υπεύθυνος “όχι ρε, δεν ερχόμαστε Σάββατο” και έλεγε “κι εγώ τι να κάνω δηλαδή;”. Και του λέει ο προϊστάμενος “πιες καμιά μπύρα”. Και λέει “ντάξει μωρέ θα πιω και καμιά μπύρα, αλλά να ‘χω και καμιά δουλειά να κάνω, την υπόλοιπη μέρα;”

Πολλούς καφέδες, πάρα πολλούς καφέδες, και έχει και ιδεολογία το θέμα, ότι ο καφές είναι το καύσιμο του προγραμματιστή κτλ. Και κατά τα άλλα δεν κάνουν κάποια ειδική διατροφή, τρώνε μόνο goodys. Μόνο goodys. Κι αυτοί γενικά, έτσι κι αλλιώς είναι τύποι που ποτέ δε μαγείρευαν. Οι γονείς τους, τους φροντίζουνε, η γυναίκα του τον άλλο, η μαμά τους, γενικά οι γυναίκες τους φροντίζουν.

2.άντρας, 28, ταμίας σε πολυκατάστημα ηλεκτρονικών (πτυχίο: οικονομικές επιστήμες Παν. Πελοποννήσου)

“…Σίγουρα να κουνιέσαι ρε παιδί μου, κάτι να κάνεις γιατί ήσουν σκεβρωμένος. Αλλά εγώ όταν δούλευα πρωί, δεν είχα όρεξη μετά. Το μόνο που σκεφτόμουνα ήταν να φύγω, να φάω κάτι στα γρήγορα και να πάω στην άλλη δουλειά. Αλλά γενικά, σου γάμαγε την ψυχή αυτό το πράγμα, ήταν πολύ… Ενώ εκ’ πρώτης όψεως δεν του φαίνεται, το βλέπεις και λες εντάξει σιγά τη μαλακία. Είχε πολύ άγχος ρε παιδί μου, έφευγες και ήσουν συνέχεια στην τσίτα, δεν μπορούσες να ηρεμήσεις.

…Υπολογιστή άνοιγα πολύ λίγο, μπορεί ίσα ίσα κάνα μισάωρο τη μέρα, έτσι ειδήσεις για να δω τι γίνεται, κάνα αθλητικό. Αυτά, πολύ λίγο ας πούμε. Σε πιο εβδομαδιαία βάση. Μπορεί να περάσουν μέρες χωρίς να ανοίξω καν υπολογιστή.”

3.άντρας, 30, προγραμματιστής (πτυχίο: προγραμματιστής ΑΣΟΕΕ)

“Κουβούκλιο, ναι. Οχτώ ώρες μπροστά από τον υπολογιστή, έχεις δεν έχεις να κάνεις τίποτα, σε αυτό το αντικείμενο που είναι και λίγο κάψιμο για τον εγκέφαλο..

Σωματική – σωματική κούραση δεν είχε, αλλά είχε και πνευματική και ψυχική και συναισθηματική. Ουσιαστικά ήσουν κομμάτια μετά. Στην αρχή καθόμουν, και μετά που γύριζα διάβαζα τα δικά μου, με τον καιρό τα παράτησα. Το καλύτερο ήταν να πας να κανείς μια σωματική δραστηριότητα. Να τρέξεις να χορέψεις να πλακωθείς στο ξύλο. Να πας να πιεις καμία Γκίνες. Για πολλά πολλά δεν ήταν δηλαδή, ούτε για σεξ δεν ήτανε.

…Ένας τύπος έλεγε εκεί για τη δορυφορική του τηλεόραση πόσο γαμάτη είναι και πως τα χει συνδέσει όλα πάνω στην τηλεόραση του , και κάποια στιγμή τους είπα ότι δεν είχα τηλεόραση, και με κοιτάγανε όλοι σε φάση ‘και τι κανείς μετά τη δουλειά;”

4.γυναίκα, 30, αρχιτεκτονικό γραφείο (πτυχίο: αρχιτέκτων μηχανικός ΕΜΠ)

“Τα πάντα φίλε. Τον πρώτο χρόνο γυρνούσα ράκος. Γυρνούσα και δε μαγείρευα, απλά έβραζα μια φορά λαχανικά να ‘χω για όλη την εβδομάδα. Κι έβαζα ταινίες να αδειάσει ο εγκέφαλός μου. Δεν είχα όρεξη ούτε φίλους να δω, ούτε την οικογένειά μου ούτε τίποτα. Απλά να έχω αντοχές να αντιμετωπίσω την επόμενη μέρα. Απλά όσο περνάει ο καιρός παθαίνεις σε ένα βαθμό ανοσία, ποτέ δεν το ξεπερνάς τελείως αλλά η κούραση είναι κούραση. Κάποιες μέρες πέφτεις στο κρεβάτι από τις 9-10, λες και δούλευες στη οικοδομή, Και άμα δουλεύεις στο γιαπί το καταλαβαίνω, αυτό δεν το καταλάβαινα στην αρχή. Νομίζω ότι με τον καιρό το συνηθίζεις. Κι αν έχεις όρεξη για ζωή προσπαθείς να πιαστείς από άλλα πραγματάκια. Η κούραση παραμένει όμως.

…Ρε έχω αρχίσει και ξεχνάω. Δε θυμάμαι, ένα πράγμα που θα μου πεις τώρα σε 2 δευτερόλεπτα που θα με ρωτήσεις. Ο εγκέφαλός μου έχει γίνει σουρωτήρι. Δεν το ‘χω να καταναλώσω ενέργεια. Τα μάτια μου πονάνε, το κεφάλι μου…”

5.άντρας, 30, animation, 3d (πτυχίο: 3d designer, ΑΚΤΟ)

“Ήταν η χειρότερη κούραση που υπάρχει στον πλανήτη. Είναι η κούραση που γυρνάς στο σπίτι και δε νιώθεις κουρασμένος σωματικά αλλά νιώθεις ότι το κεφάλι σου πάει να εκραγεί. Νιώθεις μπούχτισμα. Ζαλισμένος και δεν ξέρεις πώς να ξεσπάσεις. Και τι να κάνεις για να ξεσπάσεις; Ας κοιμηθείς…

 Συνηθίζει πάντως ο άνθρωπος και πιστεύω ότι υπάρχουν και άνθρωποι που δεν μπορούν χωρίς αυτό. Χωρίς αυτή τη ρουτίνα. Δηλαδή άμα τους δώσεις ελεύθερο χρόνο δε θα ξέρουν τι να κάνουνε. Και μου το έχουν παραδεχτεί και πολλοί. Έχει γυρίσει παιδί και μου έχει πει αν δεν είχα αυτό δεν ξέρω τι θα έκανα. Ή έχουν ένα μήνα διακοπές το καλοκαίρι και δεν ξέρουν τι να κάνουν.

 …Η πάθηση πιστεύω που σου μένει από το γραφείο είναι ότι η μόνη σου ευχαρίστηση γίνεται το φαγητό και όλοι τρώνε, τρώνε πολύ επειδή το συνδυάζουν και με το διάλειμμα. Εγώ έτρωγα πολύ. Ήταν η ώρα της λύτρωσης.”

6.άντρας, 31, τηλεφωνικό κέντρο (πτυχίο: ψυχολογία, Πάντειος)

“Το μυαλό σου χαζεύει, γίνεσαι πιο χαζός. Παλιά ήθελα κανένα μισάωρο να μη μου μιλάει κανένας μετά τη δουλειά, ούτε μπορούσα να ακούσω τηλέφωνο, καθόλου. Με παίρνανε και δεν το σήκωνα. Σωματικά, αυχένας, πλάτη, αγκώνας μούδιασμα και παλάμη. Συναισθηματικά, νεύρα ας πούμε.” 

8.άντρας, 19, βίντεο-μοντάζ για κοινωνικές εκδηλώσεις (φοιτητής web design)

“Όταν σηκώνεσαι από την καρέκλα κάνεις ένα έτσι και κάνει όλο το σώμα κρακ. Έχει μουδιάσει. Όταν παίζουν προβλήματα στη δουλειά, τα νεύρα σου ειδικά πάνε στο μηχάνημα – δηλαδή αν δεις το πληκτρολόγιο είναι σπασμένο λόγω της δουλειάς. Αυτή είναι δηλαδή η ψυχοσυναισθηματική κούραση. Τα νεύρα που σου προκαλεί το μηχάνημα. Διανοητικά ισχύει ότι μετά από πολλές ώρες μοντάζ, δεν μπορείς, ας πούμε, να κάτσεις να διαβάσεις ένα βιβλίο για κανένα λόγο. Κουράζεσαι να σκέφτεσαι. 

Θες να πας να ξεσκάσεις βασικά. Να βγεις έξω από το σπίτι μετά τη δουλειά, συνήθως. Μια αντιφασιστική δράση ας πούμε θα ήταν πολύ ωραία.

…Τον υπολογιστή της δουλειάς, αφού είναι και στο σπίτι μου, τον χρησιμοποιώ για ίντερνετ, ενημέρωση κλπ, για μουσική που μου τρώει πολλές ώρες, για να γράψεις κάτι ή να διαβάσεις κάτι και τέτοια και για μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία βέβαια συνδυάζονται και με τη δουλειά πάρα πολύ, δηλαδή  χρησιμοποιώ το μέσο κοινωνικής δικτύωσης της εταιρίας και μιλάω με φίλους μου ας πούμε. Τέτοια πράγματα. Σε όλα αυτά αφιερώνω ένα 4ωρο τη μέρα. Υπάρχουν βέβαια και μέρες που δεν αφιερώνω καθόλου.

… Και το ντοκιμαντέρ των ανυπάκουων μαθητών ας πούμε το έκανα με το ίδιο ακριβώς πρόγραμμα που κάνω τα μοντάζ του γάμου και την ίδια μεθοδολογία. Απλώς αυτό το κάνεις με πολύ περισσότερη εφευρετικότητα και δημιουργία και όρεξη. “

9.άντρας, 27, τηλεφωνητής (φοιτητής ψυχολογίας)

“Την καταλάβαινα την κούραση γιατί στην πρώτη δουλειά πήγαινα μετά τη βάρδια στη σχολή να διαβάσω… και κοιμόμουν στη βιβλιοθήκη, με έπαιρνε ο ύπνος. Η μια ήταν αυτή, η άλλη ότι… ντάξει βούιζε το κεφάλι μου πάρα πολύ και η τρίτη ήταν ότι τότε έπαιζε η φάση με την κοπέλα μου, που δούλευε κι αυτή στον ΟΤΕ την ίδια περίοδο, τσακωνόμασταν φουλ, έπαιζε η φάση ότι τα νεύρα απ’ τη δουλειά βγαίνανε μέσα στη σχέση που ήτανε η πιο κοντινή, αυτή που θα έλεγε ο ένας στον άλλο τι τραβάει ξέρω ‘γω. Κι έπαιζε αυτό το πράγμα, έπαιζε ένταση, λόγο της δουλειάς. Δεν είναι ακριβώς κούραση ρε παιδί μου αλλά είναι αυτός ο φόρτος.”

 

Για το τέλος

_Ερωτήματα και εν μέρει απαντήσεις

Αν δούμε συνοπτικά τα χαρακτηριστικά των επαγγελμάτων που περιγράψαμε, μοιάζει ίσως ξεκάθαρο ότι μιλάμε για πλήρως εξαρτημένη εργασία και μάλιστα αρκετά εντατική και υποτιμημένη. Τα ωράρια είναι ελαστικά εις βάρος των υπαλλήλων, το ίδιο και οι άδειες, οι μισθοί χαμηλοί, η δουλειά συνεχής, σε ροή αλυσίδας, η επιτήρηση εύκολη, οριζόντια και από τα πάνω, το σώμα και το μυαλό κουράζονται τόσο που μπορούν να αποκτήσουν χρόνια προβλήματα. Επιπλέον μιλάμε για δουλειές στις οποίες προσλαμβάνεσαι χωρίς να χρειάζεσαι την επίσημη εκπαίδευση, αλλά τη γνώση που πήρες αυτοδίδακτος και μέσα από κοινότητες που δεν είναι κομμάτι κάποιου θεσμικού σχεδιασμού. Τέλος, φαίνεται πως αυτές οι δουλειές, μέσα από το πώς είναι οργανωμένες, έχουν την τάση να απλώνονται και στον υπόλοιπο, ήδη περιορισμένο, ελεύθερο χρόνο των εργατών. Είτε επιβάλλοντας μια κόπωση που δεν τους επιτρέπει να περάσουν όπως θα ήθελαν αυτό το χρόνο, είτε κλέβοντας ολοένα περισσότερα κομμάτια του και συσχετίζοντάς τα με το αντικείμενο και τον τρόπο δουλειάς.

Θα αναρωτιόταν κανείς εύλογα τί είναι αυτό που εμποδίζει όλους όσους εργάζονται σε τέτοιες δουλειές, να συνειδητοποιήσουν όλα αυτά τα κοινά, να αναπτύξουν μια πιο βαθιά κοινωνικότητα  πέρα από την επιφανειακή που επιδιώκουν γι’ αυτούς οι προϊστάμενοί τους, να διεκδικήσουν ίσως καλύτερες συνθήκες και όρους εργασίας ή έστω να μάθουν να στηρίζουν ο ένας τη λούφα του άλλου. Ειδικά σε περιόδους όπως αυτή, που οι καριέρες καταποντίζονται, μαζί με τις σιγουριές οποιασδήποτε καβάτζας, γιατί συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι ο δρόμος είναι ατομικός, ότι είμαστε τόσο διαφορετικοί από τους άλλους, που δουλεύουν γύρω μας, ότι θα πιάσουμε την καλή και θα τα καταφέρουμε μόνοι μας;

Το έχουμε ξαναπεί, ο ατομισμός δεν γεννήθηκε χτες, τράφηκε με τις δεκαετίες ευμάρειας, κατανάλωσης και υποσχέσεις για δουλειά-λεφτά-αναγνώριση, που προηγήθηκαν. Και ήταν ένα χρήσιμο εργαλείο στα χέρια των αφεντικών. Ήταν χρήσιμο γιατί κατάφερε να διαιρέσει την εργατική τάξη σε επιμέρους υποκείμενα, με ένα σύνολο αποπροσανατολιστικά κριτήρια, με ένα σύνολο από καταναλωτικές ιδιότητες και δυνατότητες. Αυτό συνέβη παράλληλα με μία ακόμα αλλαγή που συνέτεινε σε αυτό το διαχωρισμό. Άλλαξε επίσημη θεώρηση για το τί είναι γνώση, άρα και τί σχέση έχει με την εργασία. Ενώ η γνώση μέχρι ένα σημείο ήταν συνυφασμένη με την εργατική δύναμη, μετά τις δεκαετίες 60-70, η φιλελεύθερη ιδεολογία έσπασε αυτή τη σύνδεση και επαναπροσδιόρισε τη γνώση ως κεφάλαιο. Τι σήμαιναν όλα αυτά; Ότι οι εργάτες μετατράπηκαν σταδιακά σε μικρούς επιχειρηματίες. Οι οποίοι εξελίσσονται στην εργασία ατομικά, συσσωρεύουν, επενδύουν και εξαργυρώνουν γνώσεις ανάλογα με το πόσο καλά κινούνται μέσα στην αγορά. Και καλούνται να αναβαθμίζουν το “κεφάλαιό” τους διαρκώς, μαθαίνοντας αυτά που η αγορά ζητάει σε κάθε περίοδο. Αυτή η θεώρηση για την ατομική υπόσταση, για τη γνώση και συνεπώς για την εργασία, αποτέλεσε ένα σταθερό υπόβαθρο πάνω στο οποίο αναπτύχθηκαν οι κάθε λογής ανταγωνισμοί που διαμόρφωσαν το σημερινό πεδίο των σχέσεων γύρω από τη δουλειά.

Μια τέτοιου είδους ιδεολογία φαίνεται πως, πέρα από το πρόσφατο παρελθόν, παίζει ένα πολύ κρίσιμο ρόλο στην παρούσα φάση, στην ψηφιακή εποχή. Γιατί; Για τους εξής δύο (αλλά στην ουσία ένα) λόγους. Πρώτον γιατί οι νέες τεχνολογίες έχουν φέρει μαζί τους μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία μάθησης από αυτή του σχολείου. Η πληροφορία/γνώση πρέπει να είναι δωρεάν, ελεύθερη, να μη συσσωρεύεται, να κυκλοφορεί διαρκώς ανάμεσα στους χρήστες των μέσων. Τίποτα δε σου ανήκει, δε χρειάζεται να σου ανήκει, αφού υπάρχει στο διαδίκτυο και είναι προσβάσιμο ανά πάσα στιγμή. Ο ένας μαθαίνει από τον άλλο, απλά για να διασκεδάσει, για να παίξει, χωρίς να χρειάζεται κάποια επίσημη επικύρωση ή επιβράβευση για τα όσα έμαθε, πέρα από το σεβασμό και την αποδοχή των υπόλοιπων μελών της κοινότητας. Και αυτή η διαδικασία, όχι μόνο είναι αντίθετη με τους αυστηρούς και ανταγωνιστικούς κανόνες της επίσημης εκπαίδευσης αλλά δημιουργεί και ενισχύει μια νέου είδους κοινωνικότητα. Δεύτερον, η ολοένα αυξανόμενη πολυπλοκότητα και κατάτμηση της εργασίας, όπως αναφέραμε και πριν, δημιουργεί την αναγκαιότητα για συνεργασία πολλών εργατών ώστε να συντεθεί το τελικό αποτέλεσμα. Αυτό σημαίνει ότι και στο χώρο εργασίας θα μπορούσαν να δημιουργηθούν εκ νέου σχέσεις κοινωνικές, συλλογικές, σχέσεις στήριξης. Αντίστοιχα με την κοινωνικότητα του εργοστασίου, η νέες αυτές μορφές κοινωνικότητας, στους χώρους μάθησης και δουλειάς θα μπορούσαν να είναι ταυτόχρονα απελευθερωτικές για τους εργάτες και επικίνδυνες για τα αφεντικά. Και εδώ έρχεται η χρήσιμη λειτουργία της ιδεολογίας. Στο να διαχειριστεί αυτήν την κοινωνικότητα, στο να κρατήσει ζωντανούς τους παλιούς γνωστούς διαχωρισμούς και να δημιουργήσει νέους όπου χρειάζεται.

Οι τρόποι με τους οποίους επιτυγχάνεται αυτό είναι πολλοί και αρκετοί από αυτούς γνωστοί από το παρελθόν. Είναι όμως και προσαρμοσμένοι στο σήμερα, στη σύγχρονη ανάγκη όπου η καλλιέργεια του ανταγωνισμού είναι εξίσου σημαντική με τη δημιουργία της επιφανειακής κοινωνικότητας/συνεργασίας που περιγράψαμε στην ενότητα των σχέσεων, και που είναι πραγματικά χρήσιμη για την ομαλή ροή της εργασίας. Κανείς δε θέλει υπαλλήλους που εμποδίζουν την κυκλοφορία της γνώσης που αφορά στο αντικείμενο της δουλειάς, που την κρατάνε για τον εαυτό τους ή σαμποτάρουν τη συνεργασία της ομάδας. Δε θέλει όμως και εργάτες που κάνουν φιλίες, υπερασπίζονται ο ένας τον άλλο ή διεκδικούν συλλογικά, μέσα στο χώρο εργασίας. Το τεχνολογικό hype, η κουλτούρα των gadgetάκηδων, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προσφέρουν αυτήν την ευκολία στις σχέσεις και δημιουργούν την αίσθηση ομάδας, χωρίς περαιτέρω δεσμούς, χωρίς ιδιαίτερες δυναμικές ή ανεπιθύμητες συμμαχίες. Δημιουργούν μια κοινή κουλτούρα με βασικό συστατικό στοιχείο την κατανάλωση της τεχνολογίας. Γύρω από αυτό χτίζονται όλες αυτές οι μικρότερες και μεγαλύτερες ομάδες. Και γύρω από αυτό μένουν.  Επιπλέον, ο οπτικός πλουραλισμός του ψηφιακού περιβάλλοντος, η άνεση και η ευκολία την οποία υποτίθεται ότι απολαμβάνεις με το να δουλεύεις σε γραφείο, αλλά και η ικανοποίηση του να έχεις το δικό σου Η/Υ, ενώ είναι πράγματα πολύ συνηθισμένα πλέον, δεν έχουν ακόμα υποβαθμιστεί στα μάτια των υπαλλήλων. Αν και υπάρχουν όλο και περισσότερες εξαιρέσεις.

Είδαμε στο παράδειγμα των τηλεφωνικών κέντρων, ότι η εργασία είναι τόσο αυτοματοποιημένη και κομματιασμένη που είναι ολοφάνερο σε όσους δουλεύουν ότι πρόκειται για μια ασταμάτητη αλυσίδα παροχής υπηρεσιών. Και αυτό συμβαίνει σε ολοένα περισσότερα επαγγέλματα, καθώς εκτυλίσσεται η πολυπλοκότητα των νέων μέσων. Στα μεγάλα αρχιτεκτονικά γραφεία του εξωτερικού, στις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες και στους κολοσσούς του ιντερνετικού εμπορίου και του προγραμματισμού, ο καταμερισμός της εργασίας είναι αδυσώπητος. Οι συνθήκες δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για ιδεολογίες τύπου “είμαι ελεύθερος επαγγελματίας” είμαι ανεξάρτητος κλπ. Για να το ξεπεράσουν αυτό, εταιρίες όπως π.χ. η Google βλέπουμε ότι αναπτύσσουν μια σειρά από νέα εργαλεία αφομοίωσης. Μεγάλα εργασιακά campus, όπου μένεις, δουλεύεις, σου προσφέρεται μεταφορικό μέσο, φαγητό, πλυντήρια, γυμναστήρια και άλλες δραστηριότητες για τον ελεύθερο χρόνο. Με την εργασία στο επίκεντρο της καθημερινής ζωής, ο ελεύθερος χρόνος δε φαίνεται πια και τόσο ελεύθερος, ούτε διαχωρισμένος, αφού στην ουσία υποβιβάζεται απλά σε διαλείμματα από την κύρια απασχόληση. Βέβαια αυτά για τους πιο “προνομιακούς” υπαλλήλους (αν θεωρείται προνόμιο μια τέτοια ζωή). Για τους υπόλοιπους, ακόμα πιο υποτιμημένους, υπάρχουν οι εστίες διαμονής της εταιρίας στα αχανή προάστια των πόλεων, μεταφορά από και προς τη δουλειά, αυστηρή φύλαξη και εκφοβισμός από σεκιουριτάδες[6]. Όπου δεν πίπτει λόγος (και δε χρειάζεται, γιατί η δουλειά γίνεται κι έτσι) πίπτει ράβδος.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες και την εξέλιξή τους, είναι σημαντικό να ξαναθέσουμε τις βάσεις για το πώς αντιλαμβανόμαστε τη δουλειά, τη γνώση, τις σχέσεις, τον προσωπικό χώρο και χρόνο μας. Εκεί παίζεται το παιχνίδι, έτσι ασκείται ο έλεγχος πάνω μας. Είναι πραγματικά κρίσιμο να ξανασκεφτούμε την ποιότητα με την οποία θέλουμε να χτίζουμε τις σχέσεις μας, να μαθαίνουμε, να εξελισσόμαστε, το πώς θέλουμε να αντιμετωπίζουμε το σώμα και τα συναισθήματά μας. Όταν η εργασία έχει εξαπλωθεί σε όλα αυτά τα πεδία, ψάχνουμε τους τρόπους για να τα προστατέψουμε αλλά και να τα επαναπροσδιορίσουμε. Και το υλικό πεδίο της καθημερινής ζωής είναι ο πιο δυνατός δείκτης. Το βίωμα, όσο μάλιστα από αυτό παραμένει έξω από την ψηφιακή μεσολάβηση, είναι αυτό γύρω από το οποίο δίνονται και θα δοθούν οι μεγαλύτερες μάχες. Θέλουμε να ζούμε για να δουλεύουμε; Θέλουμε μοναξιά, σχέσεις στατικές και προβλεπόμενες, γνώσεις με ημερομηνία λήξης; Δεν είναι εύκολη δουλειά να αποφασίσει κανείς προσωπικά και συλλογικά, το πώς θέλει να ζει τη ζωή του, ούτε υπάρχει ευτυχώς μια παγιωμένη απάντηση. Είναι μια διαρκής διαδικασία στην οποία αγωνίζεσαι, αναθεωρείς και βρίσκεις τα μέσα και τους τρόπους να πλησιάζεις τις επιλογές που έχεις θέσει. Τα εργαλεία είναι πολλά και μπορεί κανείς να τα βρει στο παρόν, στο μέλλον αλλά και στο παρελθόν. Καμία τεχνολογική αναβάθμιση δε θα λύσει τα καθημερινά προβλήματα, γιατί πολύ απλά, δεν είναι τεχνικής φύσης. Είναι προβλήματα ποιοτικά, όσο κι αν η ποσοτική αντίληψη για τις ζωές μας είναι πολύ της μόδας. Και ως τέτοια θα τα αντιμετωπίσουμε.

 

_Game over

Οκτώβρης 2013

*Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όσους μας βοήθησαν μιλώντας για τις συνθήκες που επικρατούν στις δουλειές τους και για όσα σκέφτονται και νιώθουν για αυτές.

[1]Αυτή η αλλαγή είναι σημαντική. Οι άλλοτε ελεύθεροι επαγγελματίες που έχαιραν κάποιας αίγλης, πλέον υποβαθμίζονται με γοργούς ρυθμούς. Αυτό σημαίνει ότι διατηρούν τα μειονεκτήματα του να είσαι με μπλοκάκι (πληρώνεις για την ασφάλισή σου ακόμα κι αν δεν έχεις δουλειά, δε δικαιούσαι αποζημίωση, ταμείο ανεργίας, συγκεκριμένες άδειες και δώρα) ενώ με τον τρόπο που αναγκάζονται να δουλεύουν χάνουν τα πάλαι ποτέ πλεονεκτήματα που είχαν απέναντι στη μισθωτή εργασία (ελεύθερο ωράριο, ποσοστά επί των έργων, δυνατότητα διεκπεραίωσης πολλαπλών δουλειών, συνεχής και ποιοτικότερη ασφάλιση, υψηλές συντάξεις). Συνθήκη που βολεύει σε τέτοιο βαθμό τα αφεντικά, ώστε να εξαναγκάζουν πλέον τους υπαλλήλους τους, νέους αλλά και χρόνια εργαζόμενους, να ανοίξουν μπλοκάκι αντί να συνεχίσουν να τους ασφαλίζουν στο ΙΚΑ.

[2] Ο όρος deadline πρωτοεμφανίστηκε στα μέσα του 1800, στα αμερικανικά στρατόπεδα-φυλακές του εμφυλίου. Ήταν η έκφραση που χρησιμοποιούσαν οι φρουροί για τη γραμμή περιμετρικά των φυλακών, καθώς είχαν άδεια να πυροβολούν όποιον από τους κρατούμενους τη διέσχιζε. Αργότερα πέρασε στην τυπογραφία, ως η γραμμή πέρα από την οποία δεν τύπωναν οι μηχανές. Απέκτησε τη χρονική της διάσταση, με την εξάπλωση των εφημερίδων και του δημοσιογραφικού ρεπορτάζ, όπου έπρεπε να τηρούνται αυστηρά χρονοδιαγράμματα για να μπορέσει να βγει το πρωινό φύλλο στην ώρα του. Εκεί ο όρος σήμαινε τη χρονική στιγμή (και όχι πια γραμμή) πέρα από την οποία δεν τυπωνόταν κανένα άλλο κείμενο. Σε κάθε περίπτωση, το deadline δήλωνε ένα απόλυτα κρίσιμο και αδιαπραγμάτευτο όριο, είτε χρονικό είτε χωρικό.

[3] Το League of Legends (γνωστό και με την συντομογραφία LoL) είναι ένα βιντεοπαιχνίδι για τα Windows. Το παιχνίδι είναι Free to Play, που σημαίνει ότι είναι ελεύθερο και μπορεί κάποιος να παίξει αρκεί να έχει το παιχνίδι αυτό εγκατεστημένο στον υπολογιστή του. Ωστόσο, υπάρχουν οι ανάλογες επιλογές στον παίκτη να αγοράσει κάποιους ήρωες ή κάποια “Skins” για διάφορους ήρωες που δίνουν μια διαφορετική όψη στον χαρακτήρα. Στο παιχνίδι τον Νοέμβριο του 2011 ήταν εγγεγραμμένοι περισσότεροι από 32 εκατομμύρια παίκτες σε όλο τον κόσμο. Το Tutorial είναι ο τρόπος παιχνιδιού, όπου οι νέοι παίκτες κατευθύνονται προς το πρώτο ξεκίνημα του παιχνιδιού. Είναι μια ιδιωτική συνδεδεμένη συνεδρία παιχνιδιού όπου οι παίκτες διδάσκονται τους βασικούς ελέγχους και στόχους του παιχνιδιού. Το Custom mode επιτρέπει στους παίκτες να δημιουργήσουν ένα δικό τους παιχνίδι που άλλοι παίκτες μπορούν να βρουν σε μια λίστα για να συμμετάσχουν. Οι παίκτες μπορούν να προσθέσουν πρωταθλητές με έλεγχο από υπολογιστή (bots), να ορίσουν τον κωδικό πρόσβασης και το μέγιστο αριθμό παικτών στο παιχνίδι. To CO – OP Vs All mode είναι ένα game το οποίο παίζουν κανονικοί παίκτες εναντίον bots! Υπάρχει επιλογή για εύκολα ή για δύσκολα bots, η εμπειρία (experience) και το IP (Influence Points) είναι μειωμένα σε σχέση με κανονικά ή παιχνίδια βαθμολογίας. Στο Normal mode οι ίδιοι οι παίκτες περιμένουν την αυτόματη αναζήτηση να τους ταιριάξει είτε με άλλους παίκτες (Solo) ή ως μέρος μιας ομάδας. Ο διακομιστής δημιουργεί αυτόματα ένα παιχνίδι και προσπαθεί να το συμπληρώσει με τους παίκτες με τέτοιο τρόπο ώστε και οι δύο πλευρές να έχουν από 50% πιθανότητες να κερδίσουν. Οι νίκες του παίκτη σε κανονική λειτουργία όπως και οι ήττες εμφανίζονται δημόσια. Το Ranked mode είναι ο τρόπος παιχνιδιού όπου μάχονται παίχτες μέγιστου επιπέδου 30lv και θα πρέπει να έχουν τουλάχιστον 15 champions, αλλά πριν ξεκινήσουν πρέπει να επιλεγεί ο αρχηγός από τον διακομιστή και αυτός πρέπει να κάνει bans δηλαδή να απαγορεύσει την επιλογή κάποιων ηρώων από το παιχνίδι. Στη συνέχεια δίνεται η δυνατότητα, ύστερα από συνεννόηση να ανταλλάξεις ήρωα με έναν άλλο ήρωα. Μετά από αυτά μπαίνεις στο παιχνίδι. (από τη βικιπαιδεία, σχετικά με το αν και μπορεί κανείς να μάθει στο ίντερνετ)

[4] Είναι γνωστό και κατά καιρούς έχει συμβεί και στα μέρη μας. Πιτσιρικάδες χακεράδες που συλλαμβάνονται για μικρό παραβάσεις, κλοπές, κολλήματα site ή άλλου είδους παραβιάσεις, βρίσκονται αντιμέτωποι με την ιδιαίτερα δελεαστική πρόταση να δουλέψουν για την ηλεκτρονική ασφάλεια ή να εκτίσουν  την ποινή τους. Από τη μία ξεχρεώνουν το ποινικό της υπόθεσης και από την άλλη οπλίζουν τους μηχανισμούς ασφαλείας με natural ταλέντα που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν πολύ δύσκολο να εκπαιδευτούν ή ακόμη και να εντοπιστούν.

[5] Στο campus της Google στη silicon valley της Β. Καλιφόρνια, το νέο τρεντ είναι ο διαλογισμός. Στα διαλείμματα μέσα στη μέρα και σε ειδικά σεμινάρια, οι ειδικοί της εταιρίας δανείζονται παραδοσιακές τεχνικές, αποκομμένες από τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και έθιμα των ανατολικών θρησκειών, προσπαθώντας να εκπαιδεύσουν τους σκληρά εργαζόμενους προγραμματιστές στο πώς να “αδειάζουν” το μυαλό τους. Έχουν καταλάβει κι αυτοί, ότι κάτι δεν πάει καλά φαίνεται.

[6] Τον περασμένο Φλεβάρη, έγινε γνωστή η ιστορία των εποχιακών εργατών της Amazon, στο τμήμα πακεταρίσματος και διανομής, σύμφωνα με την οποία η Amazon είχε προσλάβει για τη φύλαξη μια εταιρία σεκιούριτι στη οποία δούλευαν κατά κύριο λόγο νεοναζί. Οι σεκιουριτάδες, κατά παραγγελία προφανώς, παρακολουθούσαν όλους τους χώρους δουλειάς και διαμονής των εργατών, έκαναν εφόδους στα δωμάτιά τους, ψάχνοντας και καταστρέφοντας, εκφόβιζαν με απόλυση ή και βία όσους έκαναν παράπονα για τις άθλιες συνθήκες εργασίας, έκαναν μέχρι και σωματικούς ελέγχους από όσους έβγαιναν από την τραπεζαρία, για να μην κλέβουν τα περισσευούμενα σάντουιτς του πρωινού. Τέτοια ξεφτίλα.

]]>
“Videogames: ηλεκτρονική εκπαίδευση …” https://gameover.zp/2012/10/14/videogames-%ce%b7%ce%bb%ce%b5%ce%ba%cf%84%cf%81%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%b5%ce%ba%cf%80%ce%b1%ce%af%ce%b4%ce%b5%cf%85%cf%83%ce%b7/ Sun, 14 Oct 2012 09:37:05 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1281 ­­­­Ε­­­ισαγωγή

Το παιχνίδι αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ανθρώπινης κοινωνικότητας και ο τρόπος που αντιλαμβάνεται κάθε κοινωνία τη διαδικασία του παίζειν φανερώνει πολλά γι’ αυτήν. Η αστική τάξη θα δείξει από νωρίς ενδιαφέρον για το παιχνίδι. Θα τραβήξει μια βαθειά τάφρο απέναντι στα παιχνίδια των πληβείων, τα οποία αντιλαμβάνεται λιγότερο η περισσότερο σαν «ζωώδη», και θα διαμορφώσει, αξιοποιώντας τις αριστοκρατικές πρακτικές, τη δική της αντίληψη του παίζειν.

Οι βασικές συνιστώσες της αστικής αντίληψης για το παιχνίδι είναι, πρώτον, η παιδαγωγική ή/και αισθητική του αξία. Ένας από τους πλέον σημαντικούς φιλοσόφους της, ο άγγλος John Locke (1602 – 1704), θα υποστηρίξει ότι τα παιχνίδια είναι σημαντικά για την πνευματική ανάπτυξη των παιδιών. Το παιχνίδι, δηλαδή, θα αποκτήσει μια σκοπιμότητα. Δεύτερον, συναφές με το πρώτο, η καθαρότητά του, τόσο για το παίζον «σώμα», όσο και τις εκφάνσεις του, τα ρούχα κλπ. Τρίτον, ο έλεγχός του. Η αστική τάξη πριμοδότησε το παιχνίδι εσωτερικού χώρου, είτε στο σπίτι για τους μικρούς, είτε στη λέσχη/εντευκτήριο για τους μεγάλους, και φρόντισε ο χώρος και ο χρόνος του παιχνιδιού να είναι όσο το δυνατόν οριοθετημένος και ειδικός. Μιλάμε, δηλαδή, για το σταδιακό πέρασμα από τον εξωτερικό στον εσωτερικό χώρο. Η πολεοδομία του 20ού αιώνα θα συμβάλλει καθοριστικά σε αυτήν τη μετάβαση.

Θα καθιερωθεί, λοιπόν, απ’ τον 19ο αιώνα, για τα μέλη της αστικής τάξης κατ’ αρχήν, η αντίληψη, η οργάνωση, με δυο λόγια η τάξη του παίζειν. Η πρώτη βιομηχανική επανάσταση μετά τη δεκαετία του 1870 θα πολλαπλασιάσει τα είδη παιχνιδιού εσωτερικού χώρου. Τα παιχνίδια αυτά, εκτός από την εκπαίδευση των παιδιών της αστικής τάξης στα πρότυπα και τις αξίες της, θα λειτουργήσουν και ευρύτερα σαν ο φορέας των αξιών αυτών απέναντι στα παιδιά της εργατικής τάξης και των δικών της αδέσποτων, βρώμικων, σωματικών παιχνιδιών.

Παρά την εκπαιδευτική σκοπιμότητα που μπορεί να έχει αποκτήσει το παιχνίδι, η οριοθέτησή του θα ενταθεί ακόμα περισσότερο με την οριοθέτηση της εκπαίδευσης ως μια άλλη ειδική διαδικασία. Πρώτα για τα μέλη της αστικής τάξης και, αργότερα, με την ανάπτυξη του μαζικού εκπαιδευτικού συστήματος στον 20ο αιώνα, για όλους. Το σχολείο θα οργανωθεί αυστηρά με τους δικούς του διαχωρισμένους χρόνους και χώρους, εξορίζοντας το παιχνίδι στον ελεύθερο χρόνο. Το παιχνίδι μπορεί να έχει ψυχαγωγικό ή εκπαιδευτικό ή άλλο χαρακτήρα, αλλά το εκπαιδευτικό σύστημα είναι η εκπαίδευση με έψιλον κεφαλαίο.

Αυτός ο διαχωρισμός εκπαίδευσης, από τη μία, και ελεύθερου χρόνου – παιχνιδιού, από την άλλη, θα διαμορφώσει, από ένα σημείο και μετά, την καθημερινότητα για όλα ανεξαρτήτως τα νεαρά μέλη της κοινωνίας. Αφενός, παίζοντας το γιατρό ή κλέφτες και αστυνόμους, αναπαράγονται οι κοινωνικές σχέσεις και οι κοινωνικές αναπαραστάσεις των γιατρών, των κλεφτών ή των αστυνόμων. Αφετέρου, μέσω του επίσημου εκπαιδευτικού συστήματος, λαμβάνει χώρα η αναπαραγωγή των γνωσιολογικών, πειθαρχικών και ιδεολογικών περιεχομένων που απαιτούνται για την ύπαρξη αυτών των κοινωνικών ρόλων.

Από τη δεκαετία του ’70 και, όσο φτάνουμε στο σήμερα, με περισσότερη ένταση και έκταση το παιχνίδι περνάει στην ηλεκτρονική του φάση. Τα video games, ξεπηδώντας μέσα από τα ερευνητικά εργαστήρια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, θα φτάσουν κάμποσες δεκαετίες αργότερα να πρυτανεύουν μέσα στα όρια του ελεύθερου χρόνου και όχι μόνο. Αποκτώντας πολλούς οπαδούς ανεξαρτήτου ηλικίας και μια ιδιαίτερη κουλτούρα όσον αφορά το παιχνίδι, τα video games θα δημιουργήσουν μια τεράστια βιομηχανία πολλών εκατομμυρίων.

Με την συνεισφορά του διαδικτύου, τόσο στην μαζικοποίηση των παικτών, όσο και στη δυνατότητα της ταυτόχρονης συμμετοχής τους από όλες τις γωνιές του κόσμου, τα video games θα προωθήσουν την χρήση των νέων αυτών τεχνολογιών, ενώ όλο και περισσότερες βιομηχανίες τεχνολογιών αιχμής και think tank διαφόρων ενασχολήσεων θα στρέψουν το ενδιαφέρον τους προς αυτά. Τελικά, πέραν όλων των άλλων, τα video games θα καταφέρουν να σπάσουν τους διαχωρισμούς παιχνιδιού/ελεύθερου χρόνου και εκπαιδευτικής διαδικασίας και θα (ξανα)μπουν δυναμικά στα λημέρια της εκπαίδευσης.

 Το ηλεκτρονικό παίζειν

Η βιομηχανία των video games είναι σήμερα μια υπολογίσιμη δύναμη ανάμεσα στην ευρύτερη βιομηχανία της διασκέδασης, με κέρδη που το 2011 άγγιξαν τα 65 δισεκατομμύρια δολάρια. Συγκριτικές στατιστικές για το 2008 δείχνουν πως η βιομηχανία του gaming έχει φτάσει, σε επίπεδο εσόδων, αυτές του κινηματογράφου και της μουσικής, ενώ σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις αναμένεται να τις ξεπεράσει. Ενδεικτικά, μπορούμε να αναφέρουμε το παράδειγμα του Batman: The Dark Knight, ταινία η οποία έκανε το καλύτερο άνοιγμα όλων των εποχών σε παγκόσμια κλίμακα, σημειώνοντας κέρδη 483 εκατομμυρίων δολαρίων το πρώτο Σαββατοκύριακο προβολής της, σε σύγκριση με το Call of Duty: Modern Warfare 3, το οποίο αντίστοιχα σημείωσε 775 εκατομμύρια δολάρια. Όλα δείχνουν πως η βιομηχανία των video games περνά τη χρυσή εποχή της, με τα κέρδη της συνεχώς να αυξάνονται και με όλο και περισσότερο κόσμο να ασχολείται με τα προϊόντα της, ενώ παράλληλα δημιουργούνται νέα πεδία που την εμπλέκουν.

Ένα τέτοιο πεδίο είναι αυτό της εκπαίδευσης. Ενώ τα video games ήρθαν σαν την ολοκλήρωση του αστικού μοντέλου για το παιχνίδι (απουσία σωματικής άσκησης, ακινητοποιημένο σώμα, διανοητική διαδικασία, αυστηρός έλεγχος και πειθάρχηση στους κανόνες/κώδικα του παιχνιδιού), παράλληλα εισήγαγαν και ένα νέο στοιχείο. Το παιχνίδι εσωτερικού χώρου μετατράπηκε σε παιχνίδι εικονικού χώρου. Οι μεγάλες δυνατότητες αυτού του εικονικού χώρου, καθώς και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά που συνοδεύουν αυτά τα παιχνίδια, άνοιξαν το δρόμο για τη δημιουργία νέων ιδεών αξιοποίησης των video games, σε σχέση με την εκπαίδευση.

Πρώτα όμως, ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά αυτά τα χαρακτηριστικά των video games, τα οποία μπορούμε να τα συνοψίσουμε σε τρεις κατηγορίες. Στην πειθάρχηση του σώματος, στη διανοητική επεξεργασία των δεδομένων του παιχνιδιού και στη διάδραση με την μηχανή

Η πειθάρχηση του σώματος

Όσον αφορά την πειθάρχηση, ο γενικός κανόνας υποδεικνύει ότι ο παίζων θα πρέπει να βρίσκεται σε καθιστή στάση, πρακτικά ακινητοποιημένος, με τις μόνες κινήσεις να περιορίζονται στα δάκτυλα των χεριών του. Ξεκούραστος, λοιπόν, θα μπορεί να περνά δεκάδες ώρες με το βλέμμα του προσηλωμένο και αναπόσπαστο στην οθόνη της μηχανής. Τα video games θα ενισχύσουν την οριοθέτηση του παιχνιδιού σε «καθαρούς» εσωτερικούς χώρους και συγκεκριμένους χρόνους, προσθέτοντας τις δεσμεύσεις της μηχανής ως προς το πού και το πώς μπορεί να χρησιμοποιηθούν. Η μόνη κοινωνική εναλλακτική, έναντι της ατομικής ενασχόλησης στο σπίτι, θα είναι τα internet cafe. Η πειθάρχηση του σώματος μπροστά στην οθόνη της μηχανής μπόρεσε να φτάσει σε αυτό το αδιανόητο επίπεδο ακριβώς επειδή είχαν προηγηθεί δυο άλλες συνθήκες. Το μαζικό σχολείο, από τη μία, είχε ήδη καταφέρει να καθίσει στην καρέκλα το μανθάνον σώμα, ενώ, από την άλλη, η εθελοντική πειθάρχηση μπροστά στις οθόνες του κινηματογράφου, και κυρίως της  τηλεόρασης, είχαν προετοιμάσει καλά την κατάσταση. Όμως, ακόμη και έτσι, κανείς δε θα μπορούσε να φανταστεί πως με τα video games θα ήταν δυνατό να κάθεται κανείς οικειοθελώς μπροστά από μια οθόνη για τόσες ώρες, κουνώντας μονάχα τα δάκτυλα των χεριών του.

Η διανοητική επεξεργασία των ψηφιακών αναπαραστάσεων του παιχνιδιού

Δεν είναι, όμως, αρκετό να πούμε ότι το παίζον σώμα έκατσε στην καρέκλα, φτάνοντας, με τα video games, να παίζει σχεδόν ακίνητο. Παράλληλα και ταυτόχρονα, το παιχνίδι αναδιοργανωνόταν και αναδιοργανώνεται σαν διανοητική μάλλον, παρά χειρωνακτική πρακτική. Η υπεροχή του πνεύματος πάνω στο σώμα αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές γενέθλιες ιδέες του αστικού κόσμου. Αυτό, λοιπόν, που είναι εύκολα αντιληπτό στο παίζειν στον εικονικό χώρο, ο βαθμός μηδέν της σωματικότητας στο παιχνίδι, αυτό που, απ’ την μία μεριά, μπορεί να θεωρηθεί σαν οριστική απώλεια ή έκπτωση, είναι ταυτόχρονα ο μέχρι τώρα μέγιστος βαθμός της διανοητικότητας στο παιχνίδι. Και αυτή η νοητική επεξεργασία του παιχνιδιού δεν είναι οποιοσδήποτε τρόπος σκέψης. Είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος που σχετίζεται με το παίζειν με ή μέσα από ηλεκτρονικές μηχανές.

Από τη μία, οι κανόνες του παιχνιδιού βρίσκονται ενσωματωμένοι στη μηχανή. Οι κανόνες – το λογισμικό δηλαδή – του παιχνιδιού προσδιορίζουν τη «θέση», τα καθήκοντα του παίκτη, τον ορίζοντα των ενεργειών του. Από την άλλη, – και αυτό είναι το σημαντικότερο –  η φύση της «επικοινωνίας» χρήστη και μηχανής έχει από μόνη της τα δικά της συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ο γενικός τύπος της σχέσης ανάμεσα σε χειριστή και υπολογιστική μηχανή προσδιορίστηκε από τους πρωτοπόρους της σχετικής έρευνας και των εφαρμογών σαν δράση/αντίδραση απ’ την μεριά και των δυο. Δράση του χειριστή (command/control) – αντίδραση της μηχανής (που νοείται σαν δράση της) – αντίδραση του χειριστή (που νοείται σαν δράση του) κ.ο.κ. Αυτή η διαδικασία απευθύνεται, χρειάζεται και ενισχύει ορισμένες μόνο πλευρές της ανθρώπινης σκέψης. Η διαδραστικότητα χειριστή και μηχανής δε «χωράει» διανοητικές αμφιβολίες, σκεπτικισμό ή ασάφεια από την μεριά του ανθρώπινου. Αντίθετα, χωράει – και επικροτεί – εν σειρά κατανεμημένες έλλογες συμπεριφορές. Στρατηγικές. Εντολές. Τάχιστη διαχείριση δεδομένων. Επιλογές on demand. Για να είναι δυνατή η συνεργασία χειριστή και μηχανής, δεν είναι αρκετό να γίνει η ηλεκτρονική μηχανή «έξυπνη». Πρέπει, κυρίως, να προσαρμοστεί ο χειριστής στη μηχανική εξυπνάδα, να «σκέφτεται και να δρα» με τον τρόπο που το λογισμικό οποιουδήποτε προγράμματος «σκέφτεται και δρα».

Η διαδραστικότητα στον εικονικό χώρο

Το πέρασμα από το παιχνίδι εσωτερικού χώρου στο παιχνίδι εικονικού χώρου προϋποθέτει τις συνθήκες αναπαράστασης του τελευταίου. Στα video games κάθε ρεαλιστικό ή φανταστικό περιβάλλον προσομοιώνεται μέσω της εικονικότητάς του. Η υπερδιέγερση της νόησης έναντι του αδρανούς σώματος θα πραγματοποιηθεί κυρίως μέσω της όρασης. Αυτή η υπεροχή της όρασης έναντι των άλλων αισθήσεων είχε δουλευτεί ήδη, σε μεγάλη κλίμακα, από την τηλεόραση. Όμως, στα video games θα υπάρξει η δυνατότητα της ενεργούς, απ’ τη μεριά του παίκτη, αλλαγής αυτού που βλέπει. Η δυνατότητα, δηλαδή, να επεμβαίνει μέσω του χειρισμού του παιχνιδιού και να βλέπει live τα αποτελέσματα αυτών των χειρισμών μέσα απ’ την οθόνη. Η έννοια αυτή της διαδραστικότητας δεν προέρχεται, φυσικά, από τα video games, αλλά από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Όμως, ήταν μέσω του ηλεκτρονικού παιχνιδιού που η «δράση/αντίδραση» κατάφερε να εισχωρήσει με μεγάλη ένταση στο συναισθηματισμό του χειριστή/παίκτη και να κάνει αυτήν την «επικοινωνία» πιο απολαυστική – και εθιστική. Επιπλέον, η εκπαίδευση πάνω σε συγκεκριμένα μοτίβα συναισθηματικής απόκρισης, προάγει ορισμένες μόνο πλευρές του συναισθηματισμού του ανθρώπου.

Η επέμβαση των χρηστών στο εικονικό περιβάλλον του παιχνιδιού

Μια άλλη παράμετρος που επηρέασε την εξέλιξη των video games ως προς την εικονικότητά τους ήταν η απαίτηση για όσο το δυνατόν πιο φανταστική, πρωτότυπη και ατμοσφαιρική προσομοίωση του περιβάλλοντος, τουλάχιστον στα πρώτα τους βήματα. Δεδομένου ότι η γραφική απεικόνιση και η ιστορία που περιβάλλει το παιχνίδι αποτελούν το άλφα και το ωμέγα της (εμπορικής) επιτυχίας τους, η αφήγηση αναδύθηκε ως ένα από τα πιο κεντρικά χαρακτηριστικά των video games. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι πίσω από την ανάπτυξη κάθε ηλεκτρονικού παιχνιδιού, υπάρχουν ολόκληρες ομάδες λογοτεχνών εντεταλμένες με τα αντίστοιχα καθήκοντα.

Ένα τελευταίο χαρακτηριστικό που κάνει τα video games να υπερτερούν στον ελεύθερο χρόνο έναντι οποιασδήποτε άλλης οθόνης (τηλεοπτικής ή κινηματογραφικής), δεν είναι μόνο η συναισθηματική αλληλεπίδραση ανθρώπου/μηχανής με όρους διαδραστικότητας. Η επέμβαση στο παιχνίδι από τη μεριά του παίκτη θα εμφανιστεί από νωρίς, με διάφορους τρόπους, από τις διαφορετικές επιλογές διαμόρφωσης του χαρακτήρα (customization) και το cheating, μέχρι το modding. Πάντα βέβαια στα όρια και τις δυνατότητες που έχουν προκαθοριστεί από τους προγραμματιστές του παιχνιδιού, με εξαίρεση το hacking που ωστόσο είναι πολύ ειδική περίπτωση και αφορά ένα πολύ περιορισμένο κοινό, τουλάχιστον ως τώρα.

Τις δυνατότητες αυτές αναδιαμόρφωσης του εικονικού περιβάλλοντος, καθώς και τις δυνατότητες που προσφέρει το internet, θα τις δούμε αναλυτικότερα σε ξεχωριστό κομμάτι της εισήγησης στη συνέχεια. Πρώτα όμως ας δούμε πώς τα video games σχετίζονται με την εκπαίδευση.

Video games: ένα παράλληλο σχολείο

Είδαμε τα βασικότερα χαρακτηριστικά των video games: πειθάρχηση του σώματος, διανοητική επεξεργασία των δεδομένων του παιχνιδιού, διάδραση και προσαρμογή της σκέψης στη λογική-κώδικα της μηχανής. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι στο διαχωρισμένο από την κλασική εκπαίδευση πεδίο του ‘ελεύθερου χρόνου’, τα video games έχουν καταφέρει, με την πάροδο του χρόνου, να δημιουργήσουν ένα ανεπίσημο σχολείο, το οποίο απειλεί το ναό της κλασικής εκπαίδευσης στο σύνολο των λειτουργιών του. Είναι ειρωνικό να σκεφτεί κανείς ότι τα video games γεννήθηκαν και ξεκίνησαν να αναπτύσσονται μέσα στους κόλπους των ανώτερων εκπαιδευτικών-ερευνητικών ιδρυμάτων και σήμερα είναι αυτά που δημιουργούν τους υλικούς όρους της παρακμής του κυρίαρχου μοντέλου εκπαίδευσης – όπως πάντα το παλιό δημιουργεί μόνο του τους όρους για το ξεπέρασμά του.

Φυσικά, τα video games – και γενικά οι νέες τεχνολογίες – ξεκινούν με μερικά πλεονεκτήματα σ’ αυτήν την αναμέτρηση. Το παλιό σχολείο στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην υποχρεωτική, καταναγκαστική παρακολούθηση, στον αυστηρό έλεγχο και επιτήρηση, στο διαχωρισμό του από την υπόλοιπη καθημερινότητα των εκπαιδευόμενων. Η αλλαγή παραδείγματος πραγματώνεται με τη χαρά της κατανάλωσης, τη φαινομενική απουσία ελέγχου και επιτήρησης, τη θεαματικότητα και την ψευδαίσθηση ελευθερίας που χαρίζουν οι ψηφιακές μηχανές. Ένα ακόμη πλεονέκτημα είναι πως το παλιό μαζικό σχολείο, για τους δικούς του λόγους, έμεινε αγκυλωμένο στις παλιές μεθόδους εκπαίδευσης, τη στιγμή που η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών ήταν αλματώδης και οι ανάγκες στην παραγωγή άλλαζαν συνεχώς. Σε αυτό το πλαίσιο, το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα δεν κατάφερε πότε να φέρει σε επαφή τις νέες γενιές με αυτές τις νέες τεχνολογίες, αλλά τους άφησε να τις ανακαλύψουν μόνοι τους στον ελεύθερο χρόνο τους, όχι καταναγκαστικά αλλά σύμφωνα με τις επιθυμίες τους.

Την στιγμή, λοιπόν, που δειλά-δειλά ακούγονται οι πρώτοι ψίθυροι – πρώτοι από τους επίσημους φορείς τουλάχιστον – σχετικά με την παρακμή του παλιού εκπαιδευτικού συστήματος, διάφοροι ειδικοί και ειδήμονες του θέματος έρχονται να παρατηρήσουν, με περίσσια χαρά, τις εκπαιδευτικές δυνατότητες των video games. Στο βαθμό που και εμείς  έχουμε υποστηρίξει πως το παλιό παράδειγμα έχει φάει τα ψωμιά του, ας δούμε λίγο καλύτερα ποιες είναι αυτές οι εκπαιδευτικές δυνατότητες των video games. Έστω ότι συμφωνούμε  πως οι βασικές λειτουργίες-στόχοι του επίσημου εκπαιδευτικού συστήματος είναι η μεταφορά γνώσεων από τη μια γενιά στην άλλη, η πειθάρχηση των εκπαιδευόμενων και η αναπαραγωγή της εκάστοτε κυρίαρχης ιδεολογίας.

Σε ότι αφορά το γνωσιολογικό κομμάτι παρατηρούμε ότι τα video games είναι παραπάνω από ικανά στο να ενσωματώνουν, άρα και να μεταφέρουν, μια μεγάλη ποικιλία γνωστικών αντικειμένων. Για να μιλήσουμε λίγο πιο συγκεκριμένα, video games όπως το Portal, ενώ έχουν σχεδιαστεί για διασκέδαση, επιτρέπουν στον παίκτη να έρθει σε τριβή με ένα γνωστικό αντικείμενο, τη φυσική και τα μαθηματικά, που, υπό άλλες συνθήκες, δηλαδή στα σχολικά θρανία, θα σνόμπαρε. Παιχνίδια όπως  το Civilization και το Age of mythology δίνουν μια καλή αφορμή για την ενασχόληση με την ιστορία. Ακόμη και πιο εξειδικευμένες γνώσεις, όπως η πτήση ενός ελικοπτέρου, μπορούν να προκύψουν από την ενασχόληση με τη μεγάλη γκάμα των simulation games. Πέραν όμως από το ότι τα video games μπορούν να ενσωματώνουν με ευκολία τα διάφορα γνωστικά αντικείμενα, έχει μεγάλη σημασία να δούμε και τις αλλαγές που παρουσιάζονται επί της μεθόδου μεταφοράς αυτών των γνώσεων σε σύγκριση με το παλιό σχολείο. Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με αυτούς τους ειδικούς, η εκπαιδευτική ισχύς των video games πηγάζει από το γεγονός ότι επιτρέπουν στον ‘εκπαιδευόμενο’ να μαθαίνει ενώ παίζει, να μαθαίνει πράττοντας, σε αντίθεση με το κλασικό εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο στηρίζεται στην απομνημόνευση καταγεγραμμένων γνώσεων, στην επανάληψη και την αξιολόγηση αυτής της γνώσης/μνήμης. Υποστηρίζουν πως η κατανόηση που προκύπτει μέσα από τον εικονικό χώρο των video games είναι ουσιαστικότερη και αυτό γιατί αποτελεί μια ‘νέου τύπου’ βιωματική κατανόηση. Ένα παράδειγμα που χρησιμοποιούν πάει κάπως έτσι: «Φανταστείτε έναν εκπαιδευόμενο, ο οποίος θέλουμε να κατανοήσει τις συνθήκες που επικρατούν στη σελήνη. Ο μαθητής αυτός, στο υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα θα όφειλε, αν ήταν συνεπής, να ξοδέψει αρκετές ώρες από την ζωή του μαθαίνοντας για το νόμο της βαρυτικής έλξης, για κρατήρες και πετρώματα, πώς λειτουργεί και πώς να χρησιμοποιεί ένα τηλεσκόπιο και άλλα πολλά σε παρόμοια κατεύθυνση. Από την άλλη, ένας μελλοντικός μαθητής – ίσως να είναι και ένας σύγχρονος – θα μπορούσε, πολύ πιο απλά, να παίξει ένα video game, το οποίο θα ήταν ειδικά διαμορφωμένο ώστε να αναπαριστά ψηφιακά όλα τα στοιχεία εκείνα που θέλουμε ο εκπαιδευόμενος να γνωρίζει για την σελήνη». Ταυτόχρονα, η αλυσιδωτή διάταξη αυτών των γνώσεων αντικαθίσταται στα video games από τη διαδοχή των επιπέδων και την πρόοδο στην αφήγηση του παιχνιδιού, η οποία περιλαμβάνει όλο και πιο σύνθετα στοιχεία. Σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση-επικύρωση αυτών των γνώσεων, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές μεθόδους, δηλαδή τα τεστ, την ατομική βαθμολόγηση, το πτυχίο, στα video games έχουμε το σκορ και τα επίπεδα (levels) που επιτρέπουν και την πρόοδο στην αφήγηση του παιχνιδιού. Η σημείωση υψηλού σκορ σε ένα παιχνίδι συνεπάγεται και την ικανότητα του χρήστη. Σε αυτό το σημείο βρίσκουμε μια ακόμη ποιοτική διαφορά με το κλασικό εκπαιδευτικό σύστημα, καθώς στα video games η επικύρωση της ικανότητας του χειριστή διαπιστώνεται και πάλι στην πράξη, και όχι από τη θεωρητική εξέταση αυτών των γνώσεων.

Σχετικά με την πειθάρχηση του ‘εκπαιδευόμενου’, αν και αναφέραμε μερικά πράγματα προηγουμένως, παρατηρούμε ότι τα video games καλύπτουν αρκετά καλά, μάλλον καλύτερα, τα πρότυπα του παλιού εκπαιδευτικού συστήματος σε αυτόν τον τομέα. Με τα video games, το σώμα είναι ακίνητο, ενώ η ‘μάθηση’ είναι αποκλειστικά διανοητική διαδικασία και αυτό το πετυχαίνουν σίγουρα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι η αρχιτεκτονική των σχολείων. Από εκεί και ύστερα, τα αυστηρά ωράρια και γενικά όλους τους ορατούς μηχανισμούς επιτήρησης των σχολείων διαδέχεται ο αόρατος και κρυφός έλεγχος των αυστηρά  οριοθετημένων εικονικών κόσμων και περιεχομένων των video games.  Εκεί, όμως, που εντοπίζεται η μεγαλύτερη διαφορά είναι στην ηθική αυτών των δύο παιδαγωγικών μεθόδων. Η πουριτανική ηθική και λογική του παλιού συστήματος, στοιχείο ενός παλαιότερου παραδείγματος, αυτό της ασκητικής ζωής των μοναστηριών, έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με την επιθυμητική λογική των video games, η οποία, όπως αναφέραμε, στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη χαρά της κατανάλωσης. Ως συνεπή εμπορεύματα, τα οποία θέλουν να καταναλωθούν, τα video games πρέπει να προσφέρουν και λίγο συναίσθημα, κάτι το οποίο φαίνεται αδιανόητο στο επίσημο σύστημα εκπαίδευσης. Γεγονός είναι, πάντως, πως ο καπιταλισμός, εδώ και αρκετά χρόνια, στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις επιθυμίες των υπηκόων του και στην καλλιέργειά τους, οι οποίες επιθυμίες, με την σειρά τους, στηρίζονται στο συναίσθημα, κάτι που είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του.

Η αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας μέσω των video games μοιάζει να είναι εξαιρετικά απλή υπόθεση. Άλλωστε ποιά πέρα από την κυρίαρχη θα μπορούσε να είναι η ιδεολογία που αναπαράγεται με τέτοιους όρους; Ενώ ο εικονικός χώρος φαίνεται να είναι αρκετά ελεύθερος και πλατύς, στην πραγματικότητα είναι πολύ αυστηρά οριοθετημένος. Οι ελευθερίες που δίνονται στον παίχτη είναι συγκεκριμένες και ελεγχόμενες από τον κατασκευαστή του παιχνιδιού. Όπως αναφέραμε και παραπάνω, ακόμη και η κλεψιά (cheating) είτε η αναδιαμόρφωση του ψηφιακού περιβάλλοντος (modding) ενός παιχνιδιού μπορεί να πάρει πάντα τις κατευθύνσεις που έχει προβλέψει και επιτρέψει ο δημιουργός. Η ψευδαίσθηση ελευθερίας είναι σίγουρα χειρότερη από την γνώση της απουσίας της. Όταν, λοιπόν, ο έλεγχος και η επιτήρηση μέσα στον εικονικό χώρο είναι αόρατος, είναι πολύ εύκολο να αναπαράγονται συγκεκριμένα ιδεολογικά μοτίβα, αυτά που κάθε φορά είναι επιθυμητά από τους αρχιτέκτονες των video games, αυτά που είναι επιθυμητά από τα αφεντικά. Τα περιεχόμενα των video games, όπως είναι φυσικό, καθορίζονται από αυτούς που έχουν τη δυνατότητα να τα βγάλουν στην αγορά και όχι από τον καθένα. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι τα δημοφιλέστερα παιχνίδια είναι αυτά που προτάσσουν το μιλιταρισμό. Οι δεσμοί της βιομηχανίας των video games με αυτήν του στρατού πηγαίνουν όπως είπαμε, πολύ πίσω στην ιστορία, στη γέννηση των παιχνιδιών αυτών.

Βλέπουμε, τελικά, πως τα video games πράγματι έχουν την δυνατότητα να αντικαθιστούν τις λειτουργίες του υπάρχοντος εκπαιδευτικού συστήματος. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις εκείνες που οι δυνατότητες αυτές έχουν αρχίσει να αναγνωρίζονται και να αξιοποιούνται για εκπαιδευτικούς σκοπούς, πέραν από προπαγανδιστικούς. Ο αμερικανικός στρατός, εκτός από την εδώ και χρόνια διαδεδομένη χρήση των simulation games για την εκπαίδευση στο χειρισμό διαφόρων μηχανών, έχει αρχίσει από το 2004 και μετά να χρησιμοποιεί τον εικονικό κόσμο των παιχνιδιών με ένα πρωτοποριακό τρόπο. Τα κομάντα  των ΗΠΑ, και όχι μόνο, μπορούν, πλέον, πέραν από την κλασική τους εκπαίδευση, να προπονούνται  αναβιώνοντας παλαιότερες μάχες ή να εκπαιδεύονται σε ειδικά διαμορφωμένες ψηφιακές αναπαραστάσεις με τα κάθε φορά επιθυμητά χαρακτηριστικά, απλά παίζοντας video games. Εκτός από τις στρατιωτικές μηχανές, χειριστές διαφόρων άλλων κλάδων έχουν επίσης την ευκαιρία να δοκιμάζουν τις γνώσεις τους και τελικά να εκπαιδεύονται παίζοντας και αυτοί στον εικονικό χώρο των video games. Η ρομποτική χειρουργική ή ακόμη τα διάφορα εξειδικευμένα προγράμματα που μπορεί να χρησιμοποιήσει ένας μηχανικός ή ένας αρχιτέκτονας είναι ακόμη μερικά παραδείγματα που ο εικονικός χώρος χρησιμοποιείται ήδη και αποτελεσματικά για την καλύτερη και γρηγορότερη κατάρτιση των χειριστών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, εκτός διαφόρων κλάδων που αναγνωρίζουν τη χρησιμότητα των games, συμβαίνει και το αντίστροφο. Οι ίδιες  οι εταιρίες της βιομηχανίας του gaming προσεγγίζουν διάφορους εκπαιδευτικούς φορείς. Η Mojang, δημιουργός του Minecraft, και η Valve, δημιουργός του Half Life και του Portal, είναι δυο ενδεικτικά παραδείγματα. Οι δυο αυτές εταιρίες, σε συνεννόηση με εκπαιδευτικούς, κατασκεύασαν παραλλαγές αυτών των παιχνιδιών, προσαρμοσμένες στις εκπαιδευτικές ανάγκες των σχολείων, κι έπειτα, άρχισαν να προσεγγίζουν και άλλους εκπαιδευτικούς προωθώντας την ιδέα τους.

Η προσθήκη του Internet στο ηλεκτρονικό παίζειν

Η εξέλιξη που απογείωσε τη χρήση των video games ήταν η γενίκευση της χρήσης του internet, πράγμα που αφορά επίσης το σύνολο των παιχτών που εμπλέκονται σε κάθε στιγμιότυπο ενός παιχνιδιού και τα επιπρόσθετα χαρακτηριστικά που εισάγει στον ίδιο τον τρόπο που παίζονται αυτά ψηφιακά. Δεν θα αναφερθούμε εδώ σε αυτή καθεαυτή τη γέννηση και την ευρεία αποδοχή του διαδικτύου μέσα σε λιγότερο από μια δεκαπενταετία, ούτε στους μετασχηματισμούς που επέβαλλε(;) γενικά στις κοινωνικές σχέσεις. Μιλώντας, όμως, για το ηλεκτρονικό παίζειν και τη δικτύωση των χρηστών, θα περάσουμε αναγκαστικά διαγώνια τις αλλαγές που αυτό έφερε στην “κοινωνικοποίηση” των εμπειριών και των γνώσεων σε αυτόν τον καινούργιο εικονικό κόσμο. Ορισμένες από τις παραπάνω αλλαγές αφορούν τον τρόπο που παίζεται το ίδιο το παιχνίδι στο περιβάλλον που αυτό χτίζει, αφού τώρα πολλοί άνθρωποι αλληλεπιδρούν στον ίδιο εικονικό χώρο, ενώ πριν δε συνέβαινε κάτι τέτοιο. Άλλες αφορούν το πώς κοινωνικοποιούνται οι εμπειρίες μετά το πέρας του παιχνιδιού και τι συνέπειες έχει στην περαιτέρω κινητοποίηση των παιχτών να αναζητήσουν, να μοιραστούν και να αποκτήσουν νέα γνώση με αφορμή το παιχνίδι που έπαιξαν. Αυτές οι αλλαγές, ίσως υπερβάλλοντας ελάχιστα, διαμορφώνουν ένα ιδιότυπο μαζικό εικονικό σχολείο παράλληλα με το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα.

Εσωτερικές αλλαγές στο παιχνίδι λόγω των πολλαπλών δικτυωμένων παιχτών

Πριν από την τεράστια έκταση που πήραν τα διαδικτυακά παιχνίδια μετά τα τέλη των 90’s, ο παίκτης των video/pc games νοείτο σαν μοναχικό άτομο μπροστά από τον υπολογιστή του, στο δωμάτιο του σπιτιού του. Ήταν αυτός και η μηχανή, σαν “νοήμων” αντίπαλος του παίκτη και “δοκιμαστής” των ικανοτήτων του, με στόχο το πιο υψηλό σκορ και τις ταχύτερες δυνατές αποκρίσεις του. Η αναμέτρηση με τους άλλους “ζωντανούς” παίκτες γινόταν με αυτόν τον τρόπο, έστω και έμμεσα. Ο παίκτης ήταν μόνος, αλλά όχι κοινωνικά απομονωμένος, αν πρέπει να το τονίσουμε αυτό.

Με τη μαζική αποδοχή του internet, η ψηφιακή μηχανή αποτελεί πλέον τον οργανωτή και διαχειριστή που εξασφαλίζει το περιβάλλον και τους κανόνες, μέσω των οποίων πολλαπλοί χρήστες, από δεκάδες μέχρι εκατοντάδες χιλιάδες, μπορούν να βρεθούν σε αυτόν τον εικονικό χώρο και να παίξουν. Να ανταγωνιστούν/συνεργαστούν μεταξύ τους για να περάσουν καλά.

Τα περισσότερα massive multiplayer online video games, λόγω της ταυτόχρονης χρήσης τους από πολλούς παίκτες, αλλά και εξαιτίας της μορφής/αφήγησης που έχουν τα συγκεκριμένα παιχνίδια, επιτρέπουν την δημιουργία ομάδων με πολλαπλούς ρόλους για την επίτευξη των ανάλογων στόχων του παιχνιδιού, δημιουργώντας πολύπλοκα περιβάλλοντα που αναβαθμίζουν τις προκλήσεις σε αυτό. Έτσι, οι παίκτες, πέρα από την συνεργασία μέσα στο ίδιο το προγραμματιστικό περιβάλλον του παιχνιδιού, επιβάλλεται να επικοινωνούν ταυτόχρονα μέσω και άλλων μορφών ηλεκτρονικής επικοινωνίας π.χ γραπτά ή μέσω skype. Αργότερα, μπορούν, μέσω διαδικτυακών υποστηρικτικών δομών, όπως τα διάφορα forum, να αναλύουν, όχι μόνο τις επιδόσεις τους, αλλά και να αναπτύσσουν στρατηγικές νίκης μέσα από ενδελεχείς και αναλυτικές συζητήσεις, συχνά με πολύ εξειδικευμένες γνώσεις που ανακαλύπτονται από άλλες διαδικτυακές δομές.

Αυτό το περιβάλλον ενδυναμώνει τις ικανότητες των παικτών και των ομάδων που αυτοί συστήνουν και επιτρέπει εν τέλει να δημιουργηθούν κοινές αξίες για την επίτευξη κοινών στόχων, διαμορφώνοντας μια ψηφιακή “κοινωνική” διάσταση του παίζειν που, πριν το internet, δεν γινόταν με αυτό τον τρόπο και δεν γινόταν, προφανώς, αποκλειστικά μέσω της μηχανής. Έτσι, δεν είναι τυχαίο που το online gaming έχει μετατραπεί σε κυρίαρχο κόμβο ανάπτυξης, προώθησης και εφαρμογής ολοένα και περισσότερων τεχνολογιών αιχμής, που απαιτούν συνολικά από τους χρήστες τους υψηλό επίπεδο τεχνικών ικανοτήτων και δεξιοτήτων, πράγμα που δύσκολα βρίσκεις σε κάποιο άλλο τομέα, εκτός, ίσως, αυτόν του στρατού.

 Αλλαγές στις σχέσεις των πολλαπλών δικτυωμένων παιχτών

Μέσω της ίδιας μηχανής, αλλά με διαφορετικά προγράμματα και τρόπους, οι παίχτες μπορούν να επικοινωνήσουν τις εμπειρίες τους, να μοιραστούν τα μυστικά των ικανοτήτων που έχουν αναπτύξει, να αλληλεπιδράσουν εμπλουτίζοντας αυτές τις εμπειρίες, να σχολιάσουν και να κατανοήσουν πτυχές των κανόνων που καλούνται να παίξουν, να προτείνουν αλλαγές πάνω σε αυτούς, να τις υλοποιήσουν συλλογικά και να τις προτείνουν στον έκδοτη του παιχνιδιού για να τις υιοθετήσει, να επιβεβαιώσουν την φήμη τους σαν δεξιοτέχνες, να διδάξουν πιο αρχάριους.

Σχεδόν κάθε massive multiplayer online game έχει την δική του διαδικτυακή κοινότητα, όπου τα μέλη κοινωνικοποιούν τις ψηφιακές εμπειρίες τους και εμπλουτίζουν τις ειδικές και γενικές γνώσεις τους είτε για το παιχνίδι καθεαυτό είτε, κυρίως, για όποιο σχετιζόμενο θέμα με το παιχνίδι έχει κινητοποιήσει τους χρήστες να ασχοληθούν περαιτέρω. Έτσι, κάποιος 12χρονος gamer μπορεί να βρεθεί να μαθαίνει μεταδίδοντας τις γνώσεις του για το παιχνίδι και το περιβάλλον που αυτό παίζεται σε κάποιον πολύ μεγαλύτερο, χωρίς αυτό να θεωρείται ανάρμοστο ή προβληματικό ή απλά αδιανόητο. Αντιθέτως, μπορεί και να ενισχύεται. Αυτοί οι φαινομενικά χωρίς διακρίσεις παίχτες μπορεί να συνεργαστούν για να δημιουργήσουν μια καινούργια εκδοχή του παιχνιδιού, με συνεισφορά στο τελικό αποτέλεσμα, χωρίς να είναι απαραίτητο να υπόκειται σε οποιουδήποτε είδους “κοινωνικές κατηγοριοποιήσεις” που, εκτός κοινότητας, θα έπαιζαν ανασταλτικό ρόλο.

Πρόκειται για μια “κοινωνική” διαδικασία που κατέστη εφικτή χάρη στους ευρύτερους μετασχηματισμούς των σχέσεων που πέτυχε το ίντερνετ και στα αντικειμενικά χαρακτηριστικά που αυτό έχει, όπως η ευκολία αναζήτησης αποθηκευμένης γνώσης, η δυνατότητα επικοινωνίας με χρήστες εξειδικευμένους σε κάθε γνωστικό τομέα, τουλάχιστον όπως αυτοί έχουν διαμορφωθεί ως σήμερα. Και φυσικά, μέσω του online gaming, αυτή η διαδικασία πηγαίνει ακόμη πιο πέρα τις δυνατότητες ευρύτερης αξιοποίησης και ανάπτυξης των πληροφοριακών τεχνολογιών.

Ακόμη, η ανάπτυξη της δεξιοτεχνίας στο νοητικό χειρισμό των μηχανών και της απόκτησης των απαραιτήτων γνώσεων από τους gamers, όχι μόνο σε κάποια επιμέρους παιχνίδια αλλά κυρίως στην σύλληψη και εκμάθηση των τρόπων που αυτό επιτυγχάνεται, δείχνουν σε μια μορφή εκπαίδευσης που δεν μπορεί να συγκριθεί με το σχολείο. Και αυτό γιατί η εκπαιδευτική διαδικασία αυτή δεν αποσκοπεί στη δημιουργία κάποιου ειδικού, φιγούρα που είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την ιεραρχία του επισήμου εκπαιδευτικού συστήματος. Αντί για το άτομο, που ως ειδικός κατέχει την κατάλληλη γνώση και παίρνει τις σωστές αποφάσεις που οφείλουν όλοι οι υπόλοιποι να υπακούουν, έχουμε την προώθηση των διαδικασιών και την εκμάθηση των τρόπων που επιτρέπουν την απόκτηση και τη μεταφορά γνώσης προς και από όλα τα μέλη μιας διαδικτυακής κοινότητας, που στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει συσταθεί με αφορμή το ενδιαφέρον για ένα παιχνίδι.

Παράδειγμα είναι το παιχνίδι FOldit, που αναπτύχτηκε από το Center for Game Science του πανεπιστημίου της Washington. Το παιχνίδι αυτό προκαλεί τους παίκτες να μάθουν για τις μορφές των πρωτεϊνών και να διαγωνιστούν online για να τις διαμορφώσουν στις πιο αποδοτικές μορφές, καθώς οι υπολογιστές αδυνατούν να υπολογίσουν όλες τις δυνατές. Οι παίκτες, με τις ομάδες που δημιούργησαν, ξεπέρασαν σε νέες ανακαλύψεις τους επιστήμονες. Στις ομάδες που εμφάνισαν τα καλυτέρα σκορ συμμετείχαν μη επαγγελματίες βιολόγοι, όπως ένας παίκτης που δούλευε στην Νέα Υόρκη σαν φυσιοθεραπευτής. Μέσω, λοιπόν, του συνεχούς παιχνιδιού και της συνεχής ανάδρασης που λαμβάνουν οι παίκτες από τη μηχανή και τους άλλους παίκτες, η επικύρωση της γνώσης που παράγεται τους αφορά συνολικά όλους, πολύ συχνά χωρίς να είναι δεδομένο το ποιος καρπώνεται τη μέγιστη συνεισφορά, αφού τελικά συνεισφέρουν όλοι εναλλασσόμενα.

Οι ειδικοί εξερευνούν την ηλεκτρονική εκπαίδευση – τα παιχνίδια στο μικροσκόπιο

Οι γενικές μαθησιακές ικανότητες που αναπτύσσονται κατά την διάρκεια του ηλεκτρονικού παίζειν είναι, παραδείγματος χάρη, το ότι μαθαίνεις έννοιες δύσκολες συσχετιζόμενος με αυτές πράττοντας και όχι απλά αποστηθίζοντας τες, το ότι τα περιβάλλοντα των παιχνιδιών είναι σχεδιασμένα για να διαχειρίζονται την αποτυχία των παιχτών σαν κάτι “μέσα στο παιχνίδι” και να τους κινητοποιούν να ξαναπροσπαθούν, το ότι μαθαίνεις να επιλύεις βαθμιαία προβλήματα σε πολύπλοκα περιβάλλοντα κ.α. Αυτές, σε συνδυασμό με όσα αναφέραμε παραπάνω, έχουν οδηγήσει πολλούς ειδικούς της εκπαίδευσης να ασχοληθούν σοβαρά με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Αναγνωρίζοντας το μαθησιακό χαρακτήρα των video games, επιχειρούν να το αντιπαραβάλλουν με τις διαδικασίες δημιουργίας και απόκτησης επιδεξιότητας, γνώσεων και ικανοτήτων μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα, στο πλαίσιο των αλλαγών, όμως, που επιφέρουν κοινωνικά η μαζική χρήση των νέων τεχνολογιών.

 

«Με άλλα λόγια, κατασκευάζοντας εικονικούς κόσμους, τα παιχνίδια ενοποιούν το να γνωρίζεις με το να πράττεις. Αλλά όχι μόνο αυτό. Τα παιχνίδια συγκεντρώνουν μαζί τρόπους να γνωρίζεις, τρόπους να πράττεις, τρόπους να υπάρχεις και τρόπους να νοιάζεσαι: ενσωματωμένες έννοιες, αποτελεσματικές κοινωνικές πρακτικές, ισχυρές ταυτότητες και τις κοινές αξίες που κάνουν κάποιον ειδικό- εμπειρογνώμονα. Η πραγματογνωμοσύνη μπορεί να είναι ενός σύγχρονου στρατιώτη στο Full Spectrum Warrior, ενός διαχειριστή ζωολογικού κήπου στο Zoo Tycoon, ενός παγκόσμιου ηγέτη στο Civilization III. Ή θα μπορούσε να είναι ειδικές γνώσεις στις εξελιγμένες πρακτικές των κοινοτήτων γύρω από τα παιχνίδια, όπως αυτών που χτίζονται γύρω από τα Age of Mythology ή Civilization III. Υπάρχουν παρά πολλά που μπορούν να διδαχτούν σε αυτά τα παιχνίδια. Αλλά για μερικούς εκπαιδευτικούς  είναι πολύ δύσκολο να δουν τις εκπαιδευτικές δυνατότητες των παιχνιδιών, επειδή αυτοί οι εικονικοί κόσμοι δεν αφορούν την απομνημόνευση λέξεων ή ορισμών ή γεγονότων.»

Video games and the future of learning 2004, David Williamson Shaffer, Kurt R. Squire, Richard Halverson, James P. Gee – University of Wisconsin-Madison and Academic Advanced Distributed Learning Co-Laboratory

 

Και φυσικά, επιχειρούν να βρουν τρόπους να χρησιμοποιήσουν αυτό το χαρακτήρα των παιχνιδιών, για να τα εντάξουν, καταρχάς, στο εκπαιδευτικό σύστημα. Κυρίως, όμως, στοχεύουν στο να αναδείξουν μια εκπαίδευση βασισμένη στις μαθησιακές δυνατότητες της χρήσης των video games, «προς ένα νέο μοντέλο μάθησης μέσα από ουσιαστική δραστηριότητα σε εικονικούς κόσμους ως προετοιμασία για την ουσιαστική δραστηριότητα μας στο μετά-βιομηχανικό, τεχνολογικά πλούσιο, πραγματικό κόσμο» (Η πηγή όπως παραπάνω).

Μέσα, λοιπόν, από τις πρώτες προσπάθειες ενσωμάτωσης των video games δημιουργήθηκαν τα λεγόμενα “σοβαρά” παιχνίδια, μέσα στα οποία, θέματα που διδάσκονταν στις σχολικές αίθουσες απέκτησαν γραφικό περιβάλλον και κάποια διαδραστικότητα μέσω εικονικών ερεθισμάτων που προσέφεραν. Τα παιχνίδια αυτά μπήκαν πειραματικά στη διδασκαλία μαθημάτων μέσω της καθοδήγησης καθηγητών, που αγνοούσαν, όμως, σε μεγάλο βαθμό τη φύση και τα χαρακτηριστικά των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, μη όντας παίκτες οι ίδιοι. Το παράδειγμα αντιστοιχεί στην παλιότερη προσπάθεια να μπουν τα ντοκιμαντέρ σαν μάθημα στα σχολεία και, αργότερα, οι διαδραστικοί πίνακες και τα λάπτοπ.

Παράδειγμα τέτοιου εκπαιδευτικού παιχνιδιού είναι το Immune Attack, που προσομοίωνε το ανοσολογικό σύστημα, ώστε να εκπαιδευτεί κάποιος στις αντιδράσεις του οργανισμού, όταν προσβάλλεται από κάποιο μικρόβιο. Η πιο εξελιγμένη μορφή αυτών των παιχνιδιών έγιναν εκείνα που, όντας εμπορικά επιτυχημένα, βγήκαν και με εκπαιδευτικά εργαλεία. Τέτοιο είναι το Teach with Portals της εταιρείας Valve, παραλλαγή του παιχνιδιού Portal 2, που έχει σκοπό να βοηθήσει τους καθηγητές να εκπαιδεύσουν μαθητές στα μαθήματα φυσικών επιστημών και στην κριτική σκέψη, κάνοντας εφικτό για τον καθένα να σχεδιάσει καταστάσεις στο παιχνίδι που διδάσκουν στην πράξη έννοιες δύσκολες.

Τα αποτελέσματα ήταν όμως πενιχρά, από την άποψη ότι οι εξελίξεις στο “παράλληλο σχολείο” των video games, που καταλάμβανε τον ελεύθερο χρόνο, ήταν εκρηκτικές την ίδια περίοδο, κάνοντας αυτές τις “ενδοσχολικές” ηλεκτρονικές δραστηριότητες να φαίνονται σχετικά βαρετές και αδιάφορες. Εφόσον ο θεσμός του επίσημου εκπαιδευτικού συστήματος, έτσι όπως διαμορφώθηκε ιστορικά, βασίζεται στις αρχές της απομνημόνευσης και της σταδιακής απόκτησης ιεραρχικά δομημένης γνώσης, η εισαγωγή τέτοιων νέων τεχνολογιών και των αλλαγών που έφεραν μαζί τους στον τρόπο πρόσβασης και απόκτησης γνώσης ήταν αδύνατο να συμβαδίσει με το εκπαιδευτικό σύστημα, απ’ τη στιγμή που αυτές οι ίδιες υποσκάπτουν τόσο βαθιά τα θεμέλια που αυτό στηρίζεται τόσες δεκαετίες.

Έτσι, με όρους αγοράς, αυτά τα “σοβαρά παιχνίδια” απέτυχαν παταγωδώς μπροστά στα εμπορικά παιχνίδια που ήταν πιο πλούσια σε “διασκέδαση”, φαντασία και διαδραστικότητα. Παρόλο που η βιομηχανία των video games αποφεύγει την άμεση εμπλοκή της σε εκπαιδευτικά παιχνίδια (είπαμε η αγορά επεκτεινόταν ραγδαία κοιτώντας αλλού), διάφοροι ειδικοί, όλο και περισσότεροι, όχι μόνο των νέων τεχνολογιών, άρχισαν να επιμένουν στο να ασχολούνται πιο εμπεριστατωμένα και ίσως περισσότερο “ριζοσπαστικά” με το ζήτημα αυτό, μέσα κιόλας από το πρίσμα της αναγνωρισμένης κρίσης στην εκπαίδευση. Δεκάδες ινστιτούτα στις ΗΠΑ ασχολούνται με το ζήτημα, διάφοροι από αυτούς τους ειδικούς είναι σύμβουλοι της αμερικανικής κυβέρνησης και η βιομηχανία καλείται να μεταδώσει την μεγάλη πλέον εμπειρία της από τα video games.

Ενδεικτικό του ποσό σοβαρά ασχολούνται με το ζήτημα αυτό είναι η διοργάνωση, το Σεπτέμβριο του 2005, ενός συνεδρίου με σκοπό “να εξερευνήσουν πώς οι ΗΠΑ θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν τα πολύ σημαντικά χαρακτηριστικά των ψηφιακών παιχνιδιών και προσομοιώσεων για μάθηση”. Στο εν λόγω συνέδριο, η Federation of American Scientists, η Entertainment Software Association και η National Science Foundation προσκάλεσαν 100 ειδικούς να σφυρηλατήσουν ένα σχέδιο δράσης για να αναζητηθούν οι δυνατότητες των εκπαιδευτικών παιχνιδιών να καλύψουν τις ανάγκες εκπαίδευσης της χώρας. Οι παρευρισκόμενοι περιλάμβαναν διευθυντικά στελέχη από την βιομηχανία των video game και των εκδοτών εκπαιδευτικών παιχνιδιών, ερευνητές και ειδικούς στην τεχνολογία και την παιδαγωγική, ανθρώπους που αναπτύσσουν παιχνίδια, εκπροσώπους εκπαιδευτικών και του αμερικανικού στρατού, χρηματοδότες έρευνας, κυβερνητικούς υπαλλήλους κ.α. Ένα από τα κύρια ερωτήματα που τους απασχόλησε ήταν “τι είδους αλλαγές στις εκπαιδευτικές διαδικασίες και στη διοίκηση των εκπαιδευτικών οργανισμών απαιτούνται για να επωφεληθούν από την δυναμική που τα παιχνίδια φέρνουν στη διδασκαλία και στη μάθηση”. 

Οι σοφοί αυτοί παρατήρησαν πως, για πολλές από τις ικανότητες που αναζητούν οι εργοδότες από τους εργάτες τους, τα περισσότερα παιχνίδια ήδη απαιτούν από τους παίκτες να εκπαιδευτούν μόνοι τους σε αυτές. Επίσης, έκριναν ότι απαιτείται περισσότερη ερεύνα για να αποκτηθούν καλύτερες μετρήσεις για την επιδεξιότητα που αναπτύσσεται στο ηλεκτρονικό παίζειν, οι οποίες με την σειρά τους θα αξιοποιηθούν για να μετατραπούν σε εκπαιδευτικές αξιολογήσεις και πρότυπα σε διδακτέα ύλη. Και επίσης διαπίστωσαν πως, ενώ άλλοι τομείς, όπως ο στρατός, έχουν προσαρμοστεί καλύτερα στις τεχνολογικές εξελίξεις, τέτοιες μεγάλες αλλαγές και μετασχηματισμοί δεν έχουν γίνει στην Εκπαίδευση. Σύμφωνα με τις επίσημες διαπιστώσεις τους « τα εκπαιδευτικά παιχνίδια είναι θεμελιωδώς διαφορετικά από το κυρίαρχο εκπαιδευτικό παράδειγμα. Βασίζονται στην πρόκληση, στην ανταμοιβή, στη μάθηση στην πράξη και στην καθοδηγούμενη ανακάλυψη, σε αντίθεση με το “λέω και εξετάζω” της παραδοσιακής διδασκαλίας. Μερικά είδη παιχνιδιών –όπως τα πολύπλοκα παιχνίδια στρατηγικής- δεν είναι συμβατά με το τυπικό 45-λεπτο μάθημα. Αποτελεσματική χρήση των παιχνιδιών και άλλων νέων τεχνολογιών θα είναι πιθανά  μειωμένη, εκτός και εάν οι εκπαιδευτικοί οργανισμοί έχουν την θέληση να υποστούν σημαντικές αλλαγές στην παιδαγωγική και στο περιεχόμενο, και επανεξετάσουν τον ρόλο των καθηγητών και άλλων εκπαιδευτικών επαγγελμάτων».

 Επίλογος

Αναδείξαμε πως τα video games ήρθαν σαν συνέχεια της αστικής αντίληψης για το παιχνίδι, καθώς και ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που τα συγκροτούν. Το σημαντικότερο, ίσως, που πρέπει να συγκρατήσουμε είναι πώς, μέσω των video games, επιτεύχθηκε η εξοικείωση των μελλοντικών χειριστών με τις μηχανές αυτές. Πώς, τελικά, οι μηχανές αυτές, με την επένδυση μιας οθόνης και με τη συνεισφορά των video games, κατάφεραν να γίνουν ευπρόσδεκτες, προσιτές, φιλικές, καλοί συμπαίκτες/αντίπαλοι ή ακόμη και καλοί συνεργάτες. Ακόμη περισσότερο, πώς τα video games, με την συνεισφορά του internet, κατάφεραν να καταστήσουν ικανή και εκμεταλλεύσιμη την, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και κατευθύνσεις, συλλογική δημιουργικότητα εκατομμυρίων χειριστών ανά τον κόσμο.

Εκθέσαμε ακόμα το πώς τα χαρακτηριστικά αυτά  κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα παράλληλο σχολείο, διαχωρισμένο από το επίσημο, όχι στο επίπεδο των λειτουργιών τους, αλλά στο επίπεδο της μεθόδου εκπαίδευσης, καθώς και στους χρόνους στους οποίους συνέβαινε η ενασχόληση με το καθένα από αυτά. Ως προς τις λειτουργίες τους, τόσο στο γνωσιολογικό, όσο και στο πειθαρχικό και ιδεολογικό τους μέρος, είδαμε πώς τα video games μπορούν να συναγωνιστούν το επίσημο σύστημα εκπαίδευσης και μάλιστα κρίνονται αποτελεσματικότερα από αυτό.

Από την άλλη, οι διάφοροι ειδικοί έχουν αναλάβει να διερευνήσουν τις νέες προοπτικές στην εκπαίδευση, να βρουν, δηλαδή, και να περιγράψουν το νέο παράδειγμα και τα χαρακτηριστικά που θα πρέπει να έχει ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες της παραγωγής. Όπως είναι φυσικό, λοιπόν, δεν έχει ξεφύγει από την προσοχή τους η εκπαιδευτική ισχύς των video games. Έτσι, αντιπροτείνουν, πειραματίζονται και σε αυτές τις προτάσεις εμπλέκουν με διάφορους τρόπους τα παιχνίδια αυτά.

Είναι σημαντικό όμως – και γι’ αυτό το τονίζουμε – το γεγονός ότι δεν προτείνουν απλά, έχουν ήδη ξεκινήσει να δοκιμάζουν τι τους ταιριάζει καλύτερα. Την ίδια στιγμή, οι παραδοσιακά ενδιαφερόμενοι φοιτητές και καθηγητές κρύβουν τα κεφάλια τους στο χώμα – μάλλον άλλη μια ένδειξη των νεκροφιλικών τους τάσεων – απωθώντας οποιαδήποτε κριτική του παλιού παραδείγματος, και φτάνουν, μάλιστα, στο σημείο να το αποθεώνουν, αρκεί αυτό να παραμείνει δημόσιο και δωρεάν. Φυσικά ούτε λόγος για το τι έρχεται, άλλωστε αυτό είναι πολύ μακρινό. Υποθέτουμε, βέβαια, πως, αν το ζητούμενο είναι να παραμείνει η εκπαίδευση δημόσια και δωρεάν, τότε όλοι αυτοί οι αντίπαλοι της ιδιωτικοποίησης, που μόνο ως εκεί φτάνουν τα μυαλά ή τα συμφέροντά τους, θα υποδέχονταν με χαμόγελα τα κατά τ’ άλλα οικεία video games.

Στο σημείο αυτό, δεν θέλουμε να συμπεράνουμε αν κάποιο από τα δυο παραδείγματα είναι καλύτερο ή χειρότερο. Ξέρουμε καλά πως οι λειτουργίες και οι στόχοι και των δυο παραδειγμάτων είναι κοινοί και προς αυτούς στοχεύουμε την κριτική μας. Το γεγονός, όμως, ότι το παλιό κρίνεται ξεπερασμένο, έχει την δική του ξεχωριστή σημασία. Και αυτό επειδή οφείλουμε να εξετάσουμε και να αναδείξουμε τους λόγους για τους οποίους κρίνεται μη επαρκές, καθώς και ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά του νέου, ώστε να είμαστε έτοιμοι πριν αυτό το νέο οριστικοποιηθεί και μας παρουσιαστεί σαν λύση, πριν τα αφεντικά μας πουν, ‘άντε και τώρα καλή διασκέδαση!’.

 

Για την εισήγηση αυτή (και ειδικότερα για το πρώτο της μέρος όπου περιγράφουμε τα χαρακτηριστικά του ηλεκτρονικού παίζειν) αξιοποιήσαμε την εισήγηση των μητροπολιτικών συμβουλίων «video games, παιχνίδια και μηχανές (η ηλεκτρονική τάξη των κοινωνικών σχέσεων)»

 

]]>