Μνήμη – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp Συλλογικά συγκροτημένη διαδικασία έρευνας και δράσης για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης και της παρακμής του υπάρχοντος μοντέλου εκπαίδευσης· και, ταυτόχρονα, επανασύνδεσης της κριτικής με την (και ενάντια στην) συγκυρία (γνωσιολογική, ιδεολογική, πειθαρχική) της «χρήσιμης καπιταλιστικά γνώσης». Sat, 23 May 2026 13:39:31 +0000 en-US hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://gameover.zp/wp-content/uploads/2012/06/cropped-11954387511887014124johnny_automatic_fly.svg_.med_-32x32.png Μνήμη – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp 32 32 Translation Memory Automatic https://gameover.zp/2015/05/06/translation-memory-automatic/ Wed, 06 May 2015 11:02:40 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1459 Untitled-1

Η νύχτα είναι μία φράουλα.

Louis Penny

Πρόλογος

Σημείο 1ο

Τον Οκτώβρη του 2013, ως game over, είχαμε παρουσιάσει την εισήγηση για το ηλεκτρονικό προλεταριάτο. Πρόκειται, για όσους δεν είχαν την ευκαιρία να την παρακολουθήσουν, για την παρουσίαση μίας εργατικής έρευνας και των συμπερασμάτων της από εργατική σκοπιά, που διεξήχθη σε μορφή συνεντεύξεων σε εργατικές φιγούρες που κάνουν εκτενή και πολλές φορές μοναδική χρήση των νέων τεχνολογιών στις δουλειές τους. Δεν θέλουμε εδώ να την παρουσιάσουμε ξανά, μόνο να τονίσουμε πως το σημερινό θέμα, άπτεται αυτής ακριβώς της θεματολογίας, μέσω ενός πιο συγκεκριμένου παραδείγματος: τη δουλειά του μεταφραστή.

Ο μεταφραστής είναι ένα από τα επαγγέλματα που, όπως και ο αρχιτέκτονας, η γραμματέας, ο λογιστής, ακροβατεί ακόμα ανάμεσα στο παλιό και το νέο παράδειγμα. Αυτό σημαίνει πως ένα μεγάλο κομμάτι της δουλειάς του έχει μηχανοποιηθεί και ο ίδιος δουλεύει σχεδόν αποκλειστικά με τις νέες τεχνολογίες, hardware και software. Ωστόσο σε διάφορους τομείς είτε εξειδίκευσης, είτε της διαδικασίας της δουλειάς αυτής καθαυτής, συνεχίζει να μεταφράζει με τον «παλιό τρόπο».

Σημείο 2ο

Η παρούσα μικρή εκδήλωση θέλει να αποφύγει να σταθεί μόνο στο επάγγελμα του μεταφραστή και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του στο σήμερα. Περισσότερο μάλλον θεωρούμε, πως το επίπεδο αυτοματοποίησης της μεταφραστικής εργασίας αλλά και πρακτικής, και η ιστορία του με όρους ιστορίας των τεχνολογιών, αποκαλύπτει για ακόμα μια φορά τις αλλαγές που έχει υποστεί η αντίληψη για ένα εύρος βιωματικών τομέων της γνώσης, παραδείγματος χάριν τη γλώσσα, τη μνήμη και τη σκέψη.

Πάλι θα ανατρέξουμε σε δύο εκδηλώσεις του game over, αυτήν περί ψηφιοποίησης της μνήμης και την εκδήλωση γλώσσα και νέες μηχανές. Όσον αφορά την σκέψη, προσεχώς στο επόμενο φεστιβάλ του game over.

***

Η βασική ιδέα παραμένει η εξής: Η ιστορία κάλυψης αναγκών με νέα τεχνολογικά μέσα ξεκινάει από τον στρατό και επεκτείνεται στη γραφειοκρατία, περνάει πάνω από την εργασία, μέχρι να φτάσει σήμερα να καλύπτει κάθε πτυχή της καθημερινότητας, αγγίζοντας μέχρι και τις επιθυμίες. Διαδικασίες ριζωμένες στη βιωμένη γνώση, που αποτελούσαν αναπόσπαστα κομμάτια η μία της άλλης, καθώς και αλληλοτροφοδοτούσαν η μία την άλλη, ξεχωρίζονται με διαδικασίες που θυμίζουν ανατομία και ορίζονται ξανά για να χωρέσουν στην μηχανή. Ο χρήστης αυτών των μηχανών, στην εργασία και στην καθημερινότητα του, αδρανοποιεί σιγά σιγά οτιδήποτε μπορεί να αναθέσει στη μηχανή.

Με τη σταδιακή καθολικοποίηση της χρήσης της μηχανής, ένα εύρος διαδικασιών αφήνεται πίσω, ή αφήνονται πίσω ολόκληρα κομμάτια του. Είναι αυτή η εγκατάλειψη, η λήθη, η σωματική αδράνεια, που το game over αναγνωρίζει και σαν ηθελημένη κλοπή από τα πάνω. Ή τουλάχιστον σαν πρωτόγνωρα χρήσιμη για τον καπιταλισμό. Στο παράδειγμα των μεταφραστικών μνημών η αντίληψη για την γλώσσα και η κλοπή της μνήμης μέσα από τις μηχανές, είναι τουλάχιστον πρωτοφανής.

 

Από τη ζήτηση στη παγκόσμια αγορά _στη διαμόρφωση του νέου τεχνολογικού περιβάλλοντος.

Localization

 

Ποιες μεταφραστικές εργασίες αφορούν οι νέες τεχνολογίες μετάφρασης;

«Μη μιλάτε νοηματική και αυνανίζεστε ταυτόχρονα.
Εκτός αν μεταφράζεται κάποιο προεδρικό διάταγμα.»

(Όπου θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τους τομείς μετάφρασης που έχουν αυτοματοποιηθεί σχεδόν πλήρως.)

Όπως αναφέραμε συνοπτικά παραπάνω, στην περίπτωση του παραδείγματος του μεταφραστή λογοτεχνίας, αυτός μεταφράζει ακόμα «με το χέρι». Χωρίς μουτζούρες βέβαια, μα ακόμα σβήνοντας και γράφοντας, ακολουθώντας τη σειρά και επιλέγοντας τις αποδόσεις/ λέξεις που είτε του αρέσουν είτε θεωρεί πως είναι οι κατάλληλες, χρησιμοποιεί το PC και το word, διαδικτυακά και ηλεκτρονικά λεξικά και forum, τεχνικές ηλεκτρονικής αποθήκευσης και αρχειοθέτησης, και τέλος πάντων ένα εύρος μηχανοποιημένων διαδικασιών.

Οι νέες τεχνολογίες ακόμα υπολείπονται στο να πετύχουν αυτόματες μεταφράσεις κάποιας ποιότητας στον τομέα της δοκιμιογραφίας, της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας κλπ. Ωστόσο, όπως και στο παρελθόν, ένα μεγάλο κομμάτι των μεταφραστών απασχολούνται σε εξειδικευμένους τομείς μετάφρασης (επιστημονικές, νομικές, τεχνογνωσίας, και ένα μεγάλο κομμάτι που αφορά τις νέες τεχνολογίες), όπου η χρήση μηχανών αυτόματης μετάφρασης είναι ο κανόνας. Για μία πιο γενική εικόνα, μεταφραστές έχουν δουλέψει πάνω:

  • Στη μετάφραση των εγχειριδίων (manual) για όλες τις γνωστές και άγνωστές μας συσκευές
  • Στη μετάφραση κειμένων που αφορούν περισσότερο ή λιγότερο τις ανά τον κόσμο και ανά τομέα γραφειοκρατείες
  • Στην μετάφραση ιατρικών κειμένων, εγχειριδίων, διαγνώσεων
  • Στη μετάφραση λιστών επιστημονικής ορολογίας κάθε είδους
  • Και τέλος, σε αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε ενδοδιαδικτυακές και προγραμματιστικές μεταφράσεις, δηλαδή μεταφράσεις ιστοσελίδων, προγραμμάτων, βάσεων δεδομένων,
  • Και σε πολλούς άλλους τομείς που μπορούμε να φανταστούμε όταν ένα τυπωμένο ή διαδικτυακό κείμενο φτάνει στα χέρια μας ή στο PC μας.

Τα κοινά αυτών των μεταφράσεων είναι πολλά και αφορούν τόσο την αντίληψη για την μετάφραση όσο και την διαδικασία παραγωγής της: Πρόκειται για κείμενα στεγνά, με ορισμένη σύνταξη (που μπορεί ενδεχομένως να διαφέρει από αντικείμενο σε αντικείμενο), τυποποιημένα σχεδόν πλήρως σε συγκεκριμένα format, όπου η βάση τους και ο πυρήνας ενδιαφέροντος, είναι η ίδια η ορολογία.

Παράδειγμα:

Η μετάφραση μίας ιστοσελίδας δεν έχει παρά ελάχιστα συμφραζόμενα, όπου τουλάχιστον δεν είναι δομημένη σε σώμα κειμένου. Μπορεί να αφορά τις εντολές, τα κουτάκια, το about και το help. Το format της είναι ορισμένο, και μέσα σε αυτά τα όρια πρέπει να παρέμβει ο μεταφραστής, χωρίς καθόλου να μπορεί να το αλλάξει. Η ορολογία της είναι κοφτή και σύντομη (βλ πχ ελληνικό msn).

Τα κοινά αυτών των μεταφράσεων έχουν τον δικό τους τομέα εξειδίκευσης, τον πιο σύγχρονο και ευρύ τομέα απασχόλησης στη μετάφραση: Το Localization

Τι είναι το Localization;

Δεν θα μπορούσε να της ταιριάζει παρά μια άτσαλη είτε περιφραστική μετάφραση. Το Localization στα ελληνικά μεταφράζεται ως τοπικοποίηση, ή αλλιώς τοπική προσαρμογή. Στην πραγματικότητα ο όρος αναφέρεται σε ένα εύρος πραγμάτων, από τον «εντοπισμό» στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, μέχρι και τα μαθηματικά ή την οικονομία. Κανείς δεν θα μπορούσε μάλλον να φανταστεί πριν την επιστημονική ανάλυση της γλώσσας, ότι θα αφορά μια μέρα και τον γραπτό λόγο.

Παραθέτουμε επακριβώς τον πιο λιτό και περιεκτικό, κατά τη γνώμη μας, ορισμό του Language Localization:

«Τοπικοποίηση της γλώσσας ονομάζεται η διαδικασία προσαρμογής ενός προϊόντος, που έχει ήδη προηγουμένως μεταφραστεί σε διαφορετικές γλώσσες, σε μία συγκεκριμένη χώρα ή περιοχή. Αποτελεί τη δεύτερη φάση μίας ευρύτερης διαδικασίας της μετάφρασης προϊόντων και της πολιτισμικής απόδοσης (για συγκεκριμένες χώρες, περιοχές και ομάδες) και αφορά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που εμφανίζουν διαφορετικές αγορές, μία διαδικασία που ονομάζεται διεθνοποίηση και τοπικοποίηση.

Η τοπικοποίηση της γλώσσας διαφέρει από την μεταφραστική διαδικασία καθώς περιλαμβάνει μελέτη κατανόησης του πολιτισμού-στόχου έτσι ώστε να προσαρμόσει το προϊόν στις τοπικές ανάγκες.»

Wikipedia

Θα αφήσουμε τον ορισμό σε αυτό το σημείο, καθώς μάλλον εγείρει ήδη αρκετά το ενδιαφέρον και θα συνεχίσουμε με την επεξήγηση του.

Η τοπικοποίηση (της γλώσσας του προϊόντος), όπως αναφέρεται, αφορά τη δεύτερη φάση μίας ευρύτερης διαδικασίας, που όσο περίεργο και αν φαίνεται δεν είναι άλλη από αυτήν της παγκοσμιοποίησης (της γλώσσας του προϊόντος). Η διαδικασία είναι ανάποδη απ’ ότι θα μάντευε κανείς. Πρώτα σχεδιάζεται το προϊόν σε παγκόσμιο επίπεδο και μετά μεταφέρεται στο τοπικό. Αυτό σημαίνει πως για τη διάχυση των προϊόντων σε παγκόσμια κλίμακα, τα ίδια τα προϊόντα πρέπει να σχεδιάζονται με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο έχοντας υπόψιν τους αυτή την κλίμακα. Ο σκοπός είναι να μειωθεί το κόστος και να εξασφαλιστεί η ίδια ποιότητα σε κάθε περιοχή. Όπως λένε οι ειδικοί  «οργανώνεται για την στήριξη των διεθνών αγορών». Σε αυτήν την φάση, όλα όσα θα ακολουθήσουν, στην τοπικοποίηση δηλαδή, πρέπει να έχουν ήδη προβλεφθεί και υπολογιστεί, έτσι ώστε να μην παρουσιαστεί κανένα κόλλημα, όταν πχ το προϊόν έρθει στα χέρια του έλληνα καταναλωτή. Πρόκειται για μία κυκλική διαδικασία. Αυτή η διαδικασία και σχεδίαση περιλαμβάνει λοιπόν και την σχεδίαση του έλλογου, ας πούμε κομματιού του προϊόντος. Και καλεί ένα πολυπληθές εργατικό δυναμικό να δουλέψει στην επιμέρους αυτή φάση, ως μεταφραστές.

«… Τα τελευταία 15 χρόνια ο κλάδος των γλωσσικών υπηρεσιών έχει μεταμορφωθεί. Και από μια εμβρυϊκή μορφή, μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, έχει μετεξελιχθεί σ’ έναν κλάδο που προσφέρει εξειδικευμένες υπηρεσίες, οι οποίες είναι προσαρμοσμένες στις προδιαγραφές του κάθε πελάτη, δηλαδή, στην περίπτωσή μας, βιομηχανίες ή εταιρείες από κάθε κλάδο της αγοράς.

Η τεχνολογία άλλαξε, οι όγκοι άλλαξαν, απαιτείται εξειδίκευση, ταχύτητα για την κυκλοφορία προϊόντων στην αγορά, μεγαλύτερο value for money. Η γλώσσα και το περιεχόμενο (αγγλικά: content) ανοίγουν νέες αγορές, δημιουργούν ευκαιρίες για πώληση, και παρέχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα».[1]

Όπως και στους περισσότερους τομείς εργασίας στις νέες τεχνολογίες, αυτό το εργατικό δυναμικό δεν είναι ενιαίο και ομοιογενές. Δεν έχει ούτε την ίδια γνώση της εργασίας που καλείται να φέρει εις πέρας, ούτε πληρώνεται το ίδιο κάθε φορά. Το μόνο που είναι σίγουρο είναι πως πρόκειται για μια δουλειά που γίνεται κατά κανόνα με το κομμάτι, με μικρότερη ή μεγαλύτερη ένταση, ανάλογα την εταιρία που οργανώνει την ζήτηση. Μπορεί δηλαδή να αφορά την Mercedes ή την Microsoft, μπορεί όμως και να αφορά και μία ινδική εταιρία που πληρώνει 0,02 cent την λέξη.

Ο μεταφραστής στο localization μπορεί να δουλεύει σε γραφείο ή και στο σπίτι. Συνήθως όμως είναι διαρκώς online από το smartphone και το PC. Είναι σε διαρκή διαδικασία αναμονής, καθώς καλείται να ανταποκριθεί στην ζήτηση της εργασίας του μέσω mail σε χρονικά διαστήματα που η αποδοχή ή η απόρριψη της δουλειάς μπορεί να αφορά από δεκαπέντε λεπτά (και να πάρει άλλος την δουλειά) μέχρι μια μέρα. Δεν βλέπει σχεδόν ποτέ το μεγάλο ή το μικρότερο αφεντικό στο πρόσωπο. Μπορεί να είναι εντελώς ανειδίκευτος ή εξαντλητικά εξειδικευμένος. Και το σημαντικότερο. Η εργασία του καθορίζεται και διεκπεραιώνεται από την αρχή (το mail του) μέχρι το τέλος της, στον υπολογιστή, με τη χρήση προγραμμάτων αυτόματης μετάφρασης, που οργανώνουν από την ίδια τη διαδικασία της δουλειάς τους μέχρι και την κοστολόγησή της.

Μηχανές Αυτόματης Μετάφρασης και Μεταφραστικές μνήμες

Σύντομη Ιστορία

Οι προσπάθειες να φτιαχτεί μία μηχανή μετάφρασης χρονολογούνται από τα μέσα του 1930. Η πρώτη προσπάθεια που μοιάζει να ευοδώνεται ανήκει στην IBM και το πολυσυζητημένο (στους μεταφραστικούς κύκλους) πείραμα της Georgetown το 1954. Το μηχάνημα που παρουσιάζεται προκαλεί δημόσιο θόρυβο, και αργεί πολύ να αποδειχθεί ότι δεν λειτουργεί παρά στο ελάχιστο των προσδοκιών. Όπως λέγανε «μοιάζει περισσότερο με παιχνίδι», έτσι δεν έμοιαζαν στην αρχή οι περισσότερες μηχανές άλλωστε; Στρέφει ωστόσο το ενδιαφέρον προς την αυτόματη μετάφραση και συγκεκριμενοποιεί περαιτέρω τους στόχους της. Οι προσπάθειες να φτιαχτεί μία τέτοια μηχανή παίρνουν φωτιά το 1960 με τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην Αμερική και τη Σοβιετική Ένωση. Χρειάζονται, τότε, μία μηχανή που για το γλωσσικό ζεύγος αγγλικής-ρωσικής, και να μπορεί να αποδίδει αδρά νοήματα, επιστημονικών περιοδικών και τεχνικών εγγράφων, στην πάλη να ξεπεράσει ο ένας τον άλλον στην επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη. Τα πειράματα συνεχίζουν ωστόσο να αποτυγχάνουν σε σχέση με τους στόχους που τίθενται. Έτσι και με μεγαλύτερη ψυχραιμία, το 1966, η ALPAC (Automatic Language Processing Advisory Committee) εκδίδει μία έκθεση που αναλογίζεται πως η ικανότητα της μηχανής να μεταφράζει θα αργήσει πολύ να φτάσει την ανθρώπινη. Πρέπει οι προσπάθειες να απομακρυνθούν για λίγο από το συνολικό σκοπό και να επιστήσουν την προσοχή τους στην δημιουργία εργαλείων, που θα βοηθήσουν τους μεταφραστές, όπως πχ αυτόματα λεξικά, τις σημερινές μεταφραστικές μνήμες. Σε αυτό το σημείο η Αμερική εγκαταλείπει τις προσπάθειες και τα πειράματα για περίπου μια δεκαετία. Ξανά, ο πρώτος τομέας που θα χρησιμοποιήσει κάτι σαν προγόνους των μηχανών και συστημάτων αυτόματης μετάφρασης, θα είναι ο στρατός και συγκεκριμένα η αμερικανική αεροπορία, και αργότερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινοτήτων. Και ο Καναδάς στα μετεωρολογικά δελτία. Στρατός και Γραφειοκρατία δηλαδή. Και ο Καναδάς.

Οι μηχανές αυτόματης μετάφρασης στο σήμερα

Η μηχανή που τελικά θα επιτύχει την αυτόματη μετάφραση, δεν είναι άλλη από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Σε αυτόν εγκαθίστανται σήμερα, τα προγράμματα αυτόματης μετάφρασης, με βασιλιά το Trados, που χρησιμοποιούνται ευρέως και οργανώνουν την εργασία του μεταφραστή.

Πρόκειται για προγράμματα ελεγχόμενου περιβάλλοντος -αν μπορείτε να φανταστείτε ένα Photoshop για μεταφραστές. Σε αυτό ο μεταφραστής δημιουργεί ένα project, ένα πακέτο μεταφράσεων (ένα ολόκληρο ας πούμε εγχειρίδιο) είτε μία μεμονωμένη μετάφραση. Στο Trados, το πιο εύκολο παράδειγμα πάει κάπως έτσι:

(VISUAL AID)

  1. Ο μεταφραστής φορτώνει το κείμενο-πηγή.
  2. Το κείμενο αυτόματα κατατέμνεται πρώτον με όρους format, δηλαδή επικεφαλίδες, bullets, κουτάκια
  3. και τους υπέρ-συνδέσμους στην περίπτωση των ιστοσελίδων και
  4. δεύτερον με όρους σύνταξης δημοτικού. Αριθμημένες προτάσεις, μικρές παράγραφοι, ουσιαστικά και ρήματα που στέκονται μόνα τους.

 Παραδείγματα

Έντυπο με το Πρόγραμμα ενός Συλλόγου για ένα Συνέδριο

1 Σύλλογος για το Συνέδριο Οδικής Ασφάλειας

2 Εκπαίδευση στην Οδική Ασφάλεια στα Εθνικά μας Ιδρύματα

3 Park Hotel, Δουβλίνο 6, Ιρλανδία, 23 Μαρτίου 2013

4 Ο Σύλλογος για το Συνέδριο Οδικής Ασφάλειας καλεί όλους τους…

5 Για περισσότερες πληροφορίες

6 Ατζέντα

7 12:00

8 14:00

17 Χρονολόγιο

23 Πρόγραμμα

Εντολές σε λογισμικό κινητού τηλεφώνου

 13 Αντιγραφή στο τηλέφωνο

14 Αντιγραφή στην SIM

15 Μετακινήθηκε, Αλλαγή Ονόματος

16 Μετακινήθηκε, Αλλαγή Ονόματος

17 Αριθμός πολύ μεγάλος

18 Όνομα πολύ μεγάλο

19 Αντικατάσταση υπάρχοντος

20 Αντικατάσταση;

 Αυτές οι αριθμημένες κατατετμημένες προτάσεις, που ονομάζονται segments, δηλαδή τμήματα, δε μεταφράζονται πάντα και ολόκληρες από τον μεταφραστή. Τις περισσότερες φορές αντικαθίστανται αυτόματα με τις μεταφρασμένες τους αντίστοιχες, λέξη προς λέξη. Τις λέξεις αυτές, του τις έχουν ήδη παρέχει οι εταιρείες σε μία Μεταφραστική Μνήμη.

Μεταφραστικές Μνήμες

Ας πάρουμε το παράδειγμα της Nokia: η Nokia, στο πλαίσιο που αναφέραμε, αυτό της παγκοσμιοποίησης στη σχεδίαση του προϊόντος, έχει, ήδη από πριν, προσλάβει έναν μεταφραστή για να μεταφράσει τις λέξεις που θα χρησιμοποιηθούν στο λογισμικό της συσκευής, από τα αγγλικά στα ελληνικά. Κάποιον που θα φτιάξει μία μεγάλη Μεταφραστική Μνήμη με τίτλο ας πούμε «Nokia Lumia 520» (τη μάρκα του κινητού). Έχει δηλαδή, προσλάβει ήδη έναν μεταφραστή για να φτιάξει το λεξικό της στα ελληνικά. Ο επόμενος μεταφραστής, θα πάρει έτοιμο το λεξικό του προηγούμενου, τη Μεταφραστική Μνήμη της Nokia. Αυτό που θα κάνει, είναι να φορτώσει την Μνήμη στο πρόγραμμα, το οποίο αυτόματα θα αντικαταστήσει όλες τις λέξεις με τις αντίστοιχες ελληνικές. Από την αγγλική στην ελληνική ορολογία. Ο μεταφραστής στο τέλος, θα κληθεί να κάνει απλά μια δουλειά τελικής επιμέλειας. Να ισιώσει λίγο από δω, να φτιάξει κανένα εκφραστικό, πάλι στα πολύ περιορισμένα πλαίσια του έτοιμου format και της γλώσσας της μηχανής. Δεν μπορεί δηλαδή να μεταφράσει το: Copy to SIM->Μήπως θα θέλατε να αντιγράψετε το όνομα της επαφής σας στην κάρτα SIM.

(Έτσι έχουν γεννηθεί άλλωστε και τα καλύτερα διαμάντια της αυτόματης μετάφρασης στα Windows, που με όρους απόδοσης της γλώσσας, είναι πραγματικά σαχλά.)

Συζητώντας με έναν μηχανολόγο, είναι για αυτόν ξεκάθαρο, ότι ποτέ καμιά μηχανή, όσο αυτοματοποιημένη και αν είναι η διαδικασία παραγωγής της, δεν φεύγει από το εργοστάσιο, αν δεν την τσεκάρει ανθρώπινο χέρι. Τα προγράμματα αυτόματης μετάφρασης αντικαθιστούν, με μία παρόμοια αντιστοιχία, τον μεταφραστή (είτε μεταφραστή λεξικού λέξη προς λέξη, είτε) με έναν επιμελητή τελικής φάσης, απόλυτα ελεγχόμενο από το περιβάλλον μέσα στο οποίο δουλεύει. Ο έλεγχος αυτός είναι διπλός. Από τη μία αφορά την προσαρμογή του στο πρόγραμμα, από την άλλη, όλη η εργασία του ελέγχεται από τα αφεντικά του από την αρχή μέχρι το τέλος της. Στο δεύτερο κομμάτι, η συζήτηση για το πώς αυτό έχει υποτιμήσει την εργασία του, τον έχει καταστήσει επί της ουσίας ανειδίκευτο μπροστά στο χειρισμό της μηχανής, και πως αυτός διαρκώς υπάγεται σε επιτήρηση και μέτρημα, δεν είναι επί της παρούσης. Οι μηχανές αυτόματης μετάφρασης και οι μεταφραστικές μνήμες δεν αλλάζουν και επανακαθορίζουν μόνο την γνώση του μεταφραστή-μάστορα (αν δεν ήταν χοντροκομμένο να το πούμε έτσι), αλλά δείχνουν κατευθύνσεις για τους αυτοματισμούς στην γλώσσα, τις αποθήκες μνήμης, και την κατάτμηση της σκέψης στη μετάφραση, μέχρι αυτή να φτάσει να είναι μία απόλυτα αυτόματη διαδικασία.

 

Γλώσσα και μνήμη: Η καθολική γλώσσα της μηχανής και η κλεμμένη μνήμη

Για άλλη μια φορά, το όραμα για μια καθολική γλώσσα προηγείται

Όσοι θεωρητικοί και ειδικοί επί των τεχνολογιών αυτόματης μετάφρασης παρουσιάζουν τα νέα αυτά ευρήματα, τείνουν πάνω στον ενθουσιασμό τους, όπως πολλοί επιστήμονες πάνω από την καινούρια εφεύρεση, να καταφεύγουν σε θέσεις – οράματα πανανθρωπισμού.

Η μεταφραστική εργασία ήταν ένα πολύ εύκολο πεδίο για να εξυμνηθεί αυτός ο παναθρωπισμός, με δεδομένο πως ο στόχος ήταν πάντα η διάχυση των γλωσσών και του λόγου. Τα think tank-εταιρίες (όχι πια με αμιγώς στρατιωτικούς ή κρατικούς σκοπούς, όπως είχαν ας πούμε αυτοί που εξέδωσαν την έκθεση ALPAC, αλλά περισσότερο προσανατολισμένοι στην αγορά), δεν αποτελούν εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Πρόκειται για αυτούς που διαχειρίζονται τα μεγαθήρια των διαδικτυακών μεταφραστικών μνημών-βάσεων δεδομένων, τα προγράμματα, και τη διακίνηση της φαινομενικά free lance εργασίας των μεταφραστών.

Για τον μεταφραστή χρησιμοποιείται πολύ συχνά η εξής μεταφορά: Μία φιγούρα που στέκεται απέναντι από τον πύργο της Βαβέλ και προσπαθεί να βγάλει άκρη. Αυτή η μεταφορά αποκάλυπτε σε όσους έχουν δουλέψει ως μεταφραστές, τον πλούτο και τη μαγεία που έκαναν ενδιαφέρουσα τη δουλειά ακόμα και στις πιο τεχνοκρατικές εκδοχές της. Όντως, πολλές φορές η κατάλληλη λέξη έκρυβε μέσα της την ιστορία των πολιτισμών και την καλύτερη κατανόησή τους. Τα think tank που αναφέραμε παραπάνω, κατάφεραν να προβληματοποιήσουν αυτήν τη μεταφορά με όρους αποτελεσματικότητας της εργασίας. Οι μεταφράσεις που πρέπει να παράγουμε πρέπει να έχουν ένα κοινό υπόβαθρο, που να διασφαλίζει, πρώτον την αποτελεσματικότητά τους, και δύο, την ποιότητα τους. Πρέπει επίσης να χρησιμοποιούμε «κοινές αποθήκες λέξεων», αν μπορούσαν να τις πούνε έτσι, στις οποίες θα ανατρέχουμε κάθε φορά. Αυτή η κοινή πλατφόρμα θα μπορούσε, λέγανε ρομαντικά, να είναι μία κοινή πανανθρώπινη γλώσσα με αξιώσεις κιόλας ειρηνευτικής δύναμης ανάμεσα στους λαούς. Κάτι σαν τα αποτυχημένα Esperanto. Αυτές οι κοινές αποθήκες λέξεων, θα μπορούσαν να είναι ένα σύστημα οργανωμένο πάνω σε αυτήν την κοινή πλατφόρμα, κάτι σαν μία μεγάλη παγκόσμια βιβλιοθήκη για μεταφραστές.

Αυτή η κοινή πλατφόρμα εν τέλει υλοποιήθηκε στη γλώσσα της μηχανής. Δεν αφορούσε την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα γενικά και αόριστα, αλλά προσπαθούσε να τα διασφαλίσει σε μια παγκόσμια αγορά που ζητούσε πλέον και την οργάνωση των μεταφράσεων. Η θεωρία του localization ήταν που επέτρεψε να βρεθεί τελικά, ένας τρόπος να σχεδιάζεται το προϊόν ενιαία και να συμπεριλάβει και την γλώσσα. Οι λέξεις σε αυτήν τη γλώσσα, τη γλώσσα του παγκόσμιου εμπορεύματος, δεν είναι παρά σύμβολα προς τοποθέτηση σε προδιαγεγραμμένες διαδικασίες. Η ενιαία σχεδίαση του προϊόντος ήταν η κοινή παγκόσμια σύνταξη, όπου τα συμφραζόμενα παραμένουν καθαρά και συγκεκριμένα για κάθε καταναλωτή, εμπορευμάτων ή υπηρεσιών, και οι λέξεις μονοσήμαντες περισσότερο από ποτέ.

Γλωσσικά Συστήματα και Πληροφορία

Δουλειά του μεταφραστή είναι να αποδεσμεύσει στη δική του γλώσσα την καθαρή εκείνη γλώσσα που βρίσκεται στη μαγική εξουσία μίας άλλης, να απελευθερώσει τη γλώσσα που είναι φυλακισμένη σε ένα έργο αναδημιουργώντας το.

Για να γίνουν όλα αυτά, έπρεπε να προηγηθεί, εκτός από τα πειράματα για τις μηχανές μετάφρασης ή την παγκόσμια θεώρηση της γλώσσας του εμπορεύματος, μια γενικότερη θεωρία τόσο για τις μηχανές, όσο και για τη γλώσσα, που χρονολογείται πολύ πιο πίσω ή και παράλληλα.

Η ανάγκη να εννοηθούν οι γλώσσες ως συστήματα ήταν σε πρώτο βαθμό μια ανάγκη για να διευκολυνθεί η μελέτη τους. Έχουμε, στην εκδήλωση γλώσσα και νέες μηχανές, εξιστορήσει πώς η βάση που τέθηκε από διανοούμενους και επιστήμονες της εποχής του Levi Strauss και του Chomsky, αξιοποιήθηκε από τους ειδικούς των νέων τεχνολογιών στη μηχανοποίηση της γλώσσας. Πρόκειται για μία βάση θεωρητική που φαντάστηκε το πέρασμα της θέασης της γλώσσας από θεωρία σε σύστημα, σε μαθηματικά και τέλος σε μηχανή.

Όσο έτρεχαν αυτές οι διαδικασίες που θα θεμελίωναν μία νέα αντίληψη για τη γλώσσα, παράλληλα κινούνταν και οι πειραματισμοί για τους πρώτους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Οι θεωρητικοί από αυτήν την μεριά, είχαν ήδη κατασκευάσει την ιδέα της πληροφορίας. Πρόκειται για την ελάχιστη νοηματική μονάδα, αυτό που άλλοτε το σχολείο μας μάθαινε σαν λέξη. Έτσι, τα κείμενα που φιλοξενούνται στο διαδίκτυο, αλλά και σχετίζονται με την κυκλοφορία του εμπορεύματος, αντιμετωπίζονταν επί της ουσίας σαν σύνολα πληροφορίας σε κειμενική μορφή.

Αυτή η γλώσσα που περιγράψαμε λοιπόν παραπάνω, αυτή που ο μεταφραστής στις αυτόματες μηχανές μετάφρασης δομεί σε λεξικά ή επιμελείται, είναι η γλώσσα του εμπορεύματος, της γραφειοκρατίας, της επικοινωνίας μέσα από τις νέες μηχανές. Είναι μία γλώσσα πρώτα παγκόσμια, και δομημένη σε σύνολα πληροφορίας. Είναι μια γλώσσα εύληπτη και μονοσήμαντη. Είναι μία γλώσσα που λειτουργεί ως κομμάτι του παγκόσμιου κεφαλαίου, χρηστική, παραγωγική και αποτελεσματική. Η κακή της μετάφραση θα ήταν μπλοκάρισμα στη γραμμή παραγωγής, θα μπορούσε να είναι μορφή σύγχρονου σαμποτάζ.

Μεταφραστική μνήμη / Μνήμη του Μεταφραστή

Οι Μεταφραστικές Μνήμες, είναι οι αποθήκες αυτών των ελάχιστων νοηματικών μονάδων, της πληροφορίας των λέξεων. Είναι τα συστήματα ταξινόμησης και αρχειοθέτησής τους. Είναι τα λεξικά του σήμερα, όπου δεν χρειάζεται επεξήγηση, παρά αντιστοιχίες νοημάτων. Οι μεταφραστικές μνήμες είναι αυτές ακριβώς οι αποθήκες μνήμης που περιγράφαμε στην εκδήλωση για την ψηφιοποίηση της μνήμης. Επίσης δεν είναι μνήμες του μεταφραστή, έστω του μεταφραστικού προγράμματος, είναι μεταφραστικές μνήμες, μνήμες που μεταφράζουν, καθώς αντικαθιστούν από μόνες τους τις λέξεις.

Πρόκειται περί άλματος σε σχέση με την αντίληψη της κεντρικότητας της μνήμης στη μετάφραση. Ο μεταφραστής του παρελθόντος αντιλαμβανόταν τη μνήμη του σαν το πιο πολύτιμο εργαλείο του, ποτέ δεν θεωρούσε όμως πως ήταν το μόνο που χρειαζόταν. Και σίγουρα δε θεωρούσε πως το λεξικό ήταν ο τόπος και ο χρόνος της. Αντίθετα, αντιλαμβανόταν τη μνήμη σαν μνήμη βιωματική, μνήμη της γλώσσας, κριτική σκέψη και υποκειμενικότητα μαζί. Ήταν αυτή του η δυνατότητα να αντιλαμβάνεται την γλώσσα και τη μνήμη μαζί, τον ιστορικό χρόνο ανάποδα και ταυτόχρονα, που τον έκανε καλό ή κακό στη δουλειά του και του τραβούσε εξαρχής το ενδιαφέρον. Επίσης, κάτοχος της μνήμης του δεν ήταν ούτε το λεξικό, ούτε και το αφεντικό του. Όλες οι διεργασίες της μετάφρασης, ήταν καλά κρυμμένες στο κεφάλι του ή τα γραπτά του, διέφεραν από μεταφραστή σε μεταφραστή, και ήταν αυτοί οι υποκειμενισμοί που δημιουργούσαν ολόκληρες σχολές μετάφρασης, κριτικές, και πηγαίνανε μπροστά τη γλώσσα, ειδικά στο κομμάτι της λογοτεχνίας.

Η μνήμη του μεταφραστή τείνει να αντικατασταθεί από τη μνήμη της μηχανής που χειρίζεται και την μνήμη του διαδικτύου, όταν τη διοχετεύει διαρκώς σε αυτό μέσω forum – εθελοντικής εργασίας «για το καλό του μοιράσματος μέσα στην κοινότητα». Η μνήμη αυτή δεν ανήκει σε αυτόν, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις, αφού συνήθως παραδίδεται αυτούσια στο αφεντικό το οποίο τη χρησιμοποιεί και συνεχίζει να βγάζει αξία από αυτήν. Η γλώσσα του είναι ένα μάτσο λέξεις, και η κονσέρβα που τις συγκεντρώνει είναι ακόμη φτωχότερη από το λεξικό. Είναι ένα λεξικό συνωνύμων ορολογίας. Και η εργασία του είναι μία διαρκής αναμονή, μία επαναληψιμότητα κινήσεων -η ίδια επαναληψιμότητα που διακήρυσσαν ότι θα σταματήσουν οι αυτόματες τεχνολογίες μετάφρασης.

 

[1]     Εισήγηση με τίτλο προκλήσεις του σήμερα για τους μεταφραστές, στη “2η συνάντηση για τη μετάφραση”, 31 Μάη 2013, Αθήνα. Αναδημοσίευση αποσπάσματος από το περιοδικό Sarajevo, τεύχος 78

 

]]>
Εισήγηση: Μemory plugged in _η μνήμη ως μέσο παραγωγής της λήθης https://gameover.zp/2014/10/25/%ce%bcemory-plugged-in-_%ce%b7-%ce%bc%ce%bd%ce%ae%ce%bc%ce%b7-%cf%89%cf%82-%ce%bc%ce%ad%cf%83%ce%bf-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bb%ce%ae%ce%b8%ce%b7/ Sat, 25 Oct 2014 13:35:43 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1312

Σκεφτήκαμε να αρχίσουμε αυτήν την εισήγηση απ’ το τέλος. Να πάμε κατευθείαν στο τέλος, ή τέλος πάντων κοντά στο τέλος, ώστε να διευκολύνουμε την κατανόηση του θέματος. Για να μην μπερδευτούμε, επειδή η λέξη ή η έννοια μνήμη μπορεί να φέρνει διάφορα στο μυαλό. Είναι πολύ πιθανό, ότι οι 8 στους 10 που θα ρωτηθούν τι σκέφτονται με τη λέξη «μνήμη» θα απαντήσουν τον υπολογιστή τους. Η «μνήμη» πλέον έχει μονάδες μέτρησης, έχει «όγκο», έχει «χωρητικότητα»… έτσι πάει.

Θα αρχίσουμε λοιπόν απ’ το τέλος. Και, ενδεχομένως, κάποιοι να μη θέλουν να  διαβάσουν ολόκληρη την εισήγηση, αφού θα μάθουν από τώρα τον δολοφόνο…

Αυτό εδώ είναι ένα δισέλιδο απ’ την «εφημερίδα των συντακτών», στις 11 Οκτώβρη 2015, δηλαδή πριν λίγες ημέρες από τη συγκεκριμένη εκδήλωση. Είναι ένα δισέλιδο που έχει η εφημερίδα στην Σαββατιάτικη έκδοσή της, αφιερωμένο σε επιστημονικά και τεχνολογικά θέματα. Ο τίτλος εκείνης της ημέρας ήταν: «Η μηχανή της μνήμης και της λήθης». Και είχε αυτό το μικρό χωριστό κείμενο

«Από την τέχνη της μνήμης στην τεχνολογική αμνησία.»

”Στο προηγούμενο άρθρο μας για τις “μνημοτεχνικές”, χμμμ… στοιχεία κλπ, διαπιστώσαμε ότι μέχρι πολύ πρόσφατα η συστηματική καλλιέργεια και η επίπονη εξάσκηση της μνήμης αποτελούσε για τους ανθρώπους ζωτική αναγκαιότητα, ατομική και κοινωνική.

Στις μέρες μας, αντίθετα, το να αποθηκεύει κανείς στη μνήμη του πληροφορίες και γνώσεις όχι μόνο δεν θεωρείται απαραίτητο, αλλά είναι και περιττό αφού μπορεί να έχει κάθε στιγμή πρόσβαση στις πιο ετερογενείς πληροφορίες. Αρκεί να ανοίξει το κινητό ή τον υπολογιστή του και να μπει στο Διαδίκτυο.”

Υποθέτουμε ότι δεν υπάρχει αντίρρηση ως εδώ. Περιγράφονται πολύ γνωστές και καθημερινές καταστάσεις. Συνεχίζουμε:

«Παρά τις ασύλληπτες, μέχρι χθες, τεχνολογικές διευκολύνσεις, όλο και μεγαλύτερος αριθμός σχετικά νέων ανθρώπων στις ανεπτυγμένες κοινωνίες διαμαρτύρεται σήμερα ότι έχει ανεξήγητα κενά μνήμης και ότι, εκτός από τα σοβαρά αμνησιακά προβλήματα, αντιμετωπίζει επίσης μεγάλη δυσκολία συγκέντρωσης της προσοχής και αφομοίωσης νέων πληροφοριών. Οι σημερινοί τριαντάχρονοι φαίνεται να έχουν μικρότερες μνημονικές ικανότητες από τους γονείς τους. Υποφέρουν από … «τεχνολογική αμνησία»! Γιατί συμβαίνει αυτό;

Σύμφωνα με τη γνώμη αρκετών τολμηρών ειδικών, τα αίτια θα πρέπει να αναζητηθούν στη συστηματική χρήση των ψηφιακών συσκευών οι οποίες δημιουργήθηκαν για να διευρύνουν τις μνημονικές μας ικανότητες και για να απαλλάξουν το μυαλό μας από τα «περιττά» μνημονικά βάρη. Και το κάνουν τόσο καλά, ώστε κάποιες ζωτικές λειτουργίες του μυαλού των χρηστών – όπως η μνήμη και η αφομοίωση νέων πληροφοριών – έχουν αρχίσει να ατροφούν.

Το νέο φαινόμενο της «τεχνολογικής «αμνησίας», δηλαδή της κατάπτωσης ή του εκφυλισμού της ανθρώπινης μνήμης λόγω της χρήσης «έξυπνων» τεχνημάτων, διαπιστώθηκε και επιβεβαιώθηκε χάρη στις συστηματικές έρευνες του Ιαν Ρόμπερτσον, καθηγητή Νευροεπιστημών στο Trinity College του Δουβλίνου.

Ανάλογες έρευνες έχουν πραγματοποιηθεί στις πιο αναπτυγμένες χώρες. Και, δυστυχώς, όλες καταγράφουν μια δραματική πτώση των μνημονικών ικανοτήτων στις νεότερες γενιές.»

Αυτό είναι λοιπόν, σε γενικές γραμμές, το θέμα αυτής της εισήγησης. Με μια διαφορά που τη θεωρούμε ουσιαστική και όχι ορολογίας. Ο συντάκτης του πιο πάνω σχολίου μιλάει για «κενά μνήμης», για «αμνησιακά προβλήματα», για «τεχνολογική αμνησία». Εμείς θα μιλήσουμε για λήθη, και για την παραγωγή της λήθης σαν σκόπιμη, εμπρόθετη διαδικασία. Ελπίζουμε να δείξουμε τη σημασία αυτής της προσέγγισης.

Ας πιάσουμε τώρα το θέμα απ’ την αρχή.

Η κοινότυπη παρατήρηση με την οποία θα ξεκινήσουμε είναι ότι η μνήμη είναι ικανότητα των ζωντανών οργανισμών, όλων των ζωντανών οργανισμών, ακόμα  κι αν δεν ξέρουμε ακριβώς πως θυμούνται αυτοί που θεωρούνται κατώτεροι.

Μια δεύτερη παρατήρηση: ενώ η μνήμη συμβαίνει σίγουρα και ατομικά, δηλαδή κάθε άτομο οποιουδήποτε ζωντανού είδους θυμάται, σίγουρα συμβαίνει και συλλογικά. Δεν ξέρουμε (και δεν είναι κάτι που πρέπει να επιμείνουμε) αν υπάρχει γενική «μνήμη είδους» ή υπάρχουν μνήμες των κοινοτήτων κάθε είδους. Δηλαδή η μνήμη παλιότερων κοινών εμπειριών, κοινών κινδύνων, κοινών επιτυχιών, κοινών αποτυχιών, κοινών κατορθωμάτων. Πάντως για τις ανάγκες του συγκεκριμένου θέματος είναι αρκετό να πούμε ότι σίγουρα υπάρχει συλλογική μνήμη, και ότι αυτές οι δύο εκφάνσεις, η ατομική μνήμη και η συλλογική μνήμη, έστω για το είδος μας, βρίσκονται σε διαρκή, αλληλένδετη και δυναμική σχέση.

Τρίτη παρατήρηση, ή ίσως και θέση. Αυτή η μνήμη για την οποία μιλάμε, η ζωϊκή μνήμη, η μνήμη των ζωντανών, είναι μνήμη σωματική / διανοητική, δηλαδή πάλι σωματική. Δεν είναι μόνο μνήμη «εικόνων», αν αυτό σκεφτόμαστε σήμερα, αλλά μνήμη πόνων και χαράς, δηλαδή συναισθημάτων, είναι μνήμη αισθήσεων, είναι μνήμη κινήσεων και πράξεων, είναι μνήμη συμπάθειας ή μνήμη εχθρότητας… Νομίζουμε ότι γενικά δεν μπορεί να χωριστεί αυτή η μνήμη από μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων.  Σ’ αυτήν την μνήμη λοιπόν, και στη διάρκειά της στο χρόνο, πρέπει να περιλάβουμε διάφορα ήθη και έθιμα, όπως τον χορό και το τραγούδι, τετριμμένες καθημερινές ασχολίες όπως το μαγείρεμα, το κυνήγι ή η φροντίδα των μωρών, πιο ιδιαίτερες γνώσεις όπως η αναγνώριση των εχθρών, των φίλων ή των επικίνδυνων φυτών, ζώων ή περιστάσεων, και εμπειρίες «τοπολογικές» όπως μέρη ορεινά ή θαλάσσια, διαδρομές, δυσκολίες και ευκολίες σ’ αυτές, κλπ.

Τέταρτη παρατήρηση, εγκυκλοπαιδική αυτή, είναι ότι σε διάφορες κοινωνίες, σε διάφορες μορφές ιεραρχικής κοινωνικής οργάνωσης, αναπτύχθηκαν τεχνικές ενίσχυσης, βελτίωσης της μνήμης. «Μνημονικές τεχνικές». Ξέρουμε για παράδειγμα, από αρχαιολογικά ευρήματα, ότι στην αρχαία Αίγυπτο, στη Μεσοποταμία ή στη Φοινίκη, η κατά το δυνατόν ακριβέστερη μνήμη ήταν σημαντικό στοιχείο της άσκησης της εξουσίας.  Υπήρχε μια συγκεκριμένη ειδικότητα υπαλλήλων στις αυλές των παλατιών, που η δουλειά τους ήταν να «θυμούνται» συζητήσεις, απόψεις, διαφωνίες και συμπεράσματα. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε βάσιμα ότι η γραφή και η καταγραφή τέτοιων στοιχείων γεννήθηκε σε τέτοια περιβάλλοντα, περιβάλλοντα άσκησης κοσμικής ή/και ιερατικής εξουσίας, προκειμένου να βελτιωθεί η μνήμη. Για λογαριασμό της εξουσίας.  Αυτή η δουλειά του να «θυμάσαι», είτε με τις δικές σου δυνάμεις είτε μέσω καταγραφών (και των σχετικών γνώσεων), θα πρέπει να ήταν τότε αυτό που σήμερα λέμε γραμματέας. Αν το καλοσκεφτούμε μεγάλο μέρος της δουλειάς της σύγχρονης γραμματείας είναι αυτό. Το να «θυμάται» για λογαριασμό του εργοδότη.

Στις πόλεις – κράτη της αρχαίας Ελλάδας υπήρχε ο θεσμός / επάγγελμα του «μνήμονα». Αυτός ήταν άμεσα σχετισμένος με τη λειτουργία των δικαστηρίων. Κατέγραφε τις αποφάσεις, αλλά έπρεπε και να θυμάται την ταξινόμησή τους και να μπορεί εύκολα να ανασύρει κάποια. Αργότερα, οι ρωμαίοι πολιτικοί και δικαστικοί είχαν δούλους εκπαιδευμένους στο να θυμούνται, έτσι ώστε να διευκολύνουν τους κυρίους τους είτε στα δικαστήρια είτε στις πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις. Αυτοί οι ειδικής απασχόλησης δούλοι ονομάζονταν γραικύλοι, «μικροί έλληνες».

Οπότε θα κάνουμε τώρα μια βασική διάκριση. Υπάρχει, έχει υπάρξει ιστορικά, η μνήμη η νοερή / σωματική. Και η μνήμη η καταγραμμένη, πάνω σε διάφορα μέσα. Πέτρα, πάπυρο, χαρτί, και πολύ αργότερα άλλα. Ονομάζουμε την πρώτη ζωντανή μνήμη. Και τη δεύτερη νεκρή μνήμη. Αυτοί οι προσδιορισμοί δεν είναι αξιολογικοί. Δε θέλω να πω ότι η «νεκρή μνήμη» είναι κατώτερης αξίας, για πέταμα. Είναι μια διάκριση ανάλογη με εκείνη του Μαρξ ανάμεσα σε ζωντανή εργασία (την ανθρώπινη δυνατότητα εργασίας) και νεκρή εργασία, τις μηχανές δηλαδή, τις οποίες βάζει να δουλέψουν η ζωντανή εργασία. Νομίζω πως το ίδιο συμβαίνει και με τη νεκρή μνήμη, δηλαδή τις εγγραφές / καταγραφές οποιουδήποτε είδους. Χρειάζονται τη ζωντανή μνήμη να τις αξιοποιήσει.

Ζωντανή μνήμη – νεκρή μνήμη, λοιπόν. Με τη δεύτερη να αναπτύσσεται και να μένει για πολλούς αιώνες στο λογαριασμό της άσκησης των όποιων εξουσιών. Αυτές οι δύο εκφάνσεις, αυτές οι δύο μορφές μνήμης αν μπορούμε να τις πούμε έτσι, έχουν αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά και διαφορές. Είπαμε ήδη ότι η ζωντανή μνήμη αναβλύζει μέσα σε συναισθήματα: χαράς, λύπης, φόβου, νοσταλγίας, τρυφερότητας, μίσους… Επιπλέον η ζωντανή μνήμη είναι ασταθής μέσα στη ζωή (άλλοτε θυμάται κανείς εύκολα και ακαριαία κι άλλοτε “σπάει το κεφάλι του” να θυμηθεί, άλλοτε θέλει να ξεχάσει και δεν μπορεί, άλλοτε ξεχνάει ενώ δεν θα το ήθελε) και είναι επίσης συχνά αιφνιδιαστική, όχι εμπρόθετη: θυμάσαι κάτι, μπορεί και δυσάρεστο, στα ξαφνικά, χωρίς να το έχεις επιδιώξει, μ’ όλη τη στεναχώρια που προκαλεί αυτή η αναθύμηση.

Απ’ την άλλη μεριά η νεκρή μνήμη, των καταγραφών, δεν κινδυνεύει από αμνησία, είναι «αντικειμενική» ή έστω «υπερυποκειμενική», δηλαδή γενικά απρόσωπη, μπορεί να συσσωρευτεί χωρίς περιορισμούς, τα σημάδια της μένουν σταθερά ίδια στο χρόνο.

Αυτά είναι οπωσδήποτε περιληπτικά, αλλά δε θα επιμείνουμε. Ελπίζουμε ότι έχουμε περιγράψει κάπως αυτό το δίπολο ζωντανή μνήμη – νεκρή μνήμη, με κάποιους υπαινιγμούς για την καταγωγή και τη σκοπιμότητα της δεύτερης.

Τώρα, μ’ αυτά δεδομένα, ποιος θα αναρωτιόταν, με μια ιστορική έννοια, «τι είναι η μνήμη»; Μια τέτοια ερώτηση δύσκολα θα προερχόταν απ’ την μεριά της ζωντανής μνήμης, γιατί θα ήταν το ίδιο παράξενη με την ερώτηση «τι είναι η αναπνοή». Προέκυψε μια τέτοια ερώτηση απ’ την μεριά φιλοσόφων, διανοούμενων επαγγελματιών, μπορεί και ιερέων, που είχαν κάποια εξοικείωση με τις εγγραφές, με τη νεκρή μνήμη. Συνήθως όταν δημιουργούνται τέτοιες ερωτήσεις κουβαλάνε εξ αρχής και τις απαντήσεις τους. Το ότι η απάντηση στην ερώτηση «τι είναι η μνήμη» ήταν αποθήκη μπορεί να φαίνεται μια χαρά με τα σημερινά ψηφιακά δεδομένα, αλλά δεν είναι τωρινή!

Για παράδειγμα, και δεν είναι καμιά συνεπής ιστοριογραφία εκ μέρους μας, αλλά το αναφέρουμε ενδεικτικά, στα τέλη του 17ου αιώνα, ο Τζων Λοκ, που θεωρείται πατέρας του σύγχρονου εμπειρισμού, αναφερόταν στη μνήμη σαν «την αποθήκη των ιδεών μας». Δεν ήταν εντελώς δική του η ιδέα. Χίλια χρόνια νωρίτερα, τον 7ο αιώνα, ο «άγιος» Αυγουστίνος, σημαντικότατος διανοούμενος του χριστιανισμού, έγραφε για τα «πολύτιμα παλάτια της μνήμης» και για τα «τεράστια σπήλαια της μνήμης με τις κρυφές και μυστηριώδεις γωνιές και ρωγμές». Σπήλαια, και μετά παλάτια. Σπουδαίες παρομοιώσεις! Η πρωτόγονη εικόνα και η βασιλική εικόνα.

Μπορούμε να σκεφτούμε ότι τέτοιες παρομοιώσεις ήταν εύλογες μεταξύ διανοούμενων που ασχολούνταν και με τη νεκρή μνήμη, με τις καταγραφές, με τις βιβλιοθήκες δηλαδή. Οπότε μετέφεραν την χωρική ιδέα της βιβλιοθήκης, την αποθήκευση και την ταξινόμηση, στη μνήμη συνολικά. Στη ζωντανή μνήμη, που δεν έχει σχέση με βιβλιοθήκες κλπ. Αντιλαμβάνονταν την ζωντανή μνήμη μέσω της νεκρής, όπως θα περίμενε κανείς από ειδικευμένους της εξουσίας.

Τώρα δεν είναι τολμηρό να αναρωτηθούμε: αυτή η παρομοίωση της μνήμης σαν αποθήκης δεν είχε άραγε ένα, έστω υπονοούμενο, περί ιδιοκτησίας; Αποθήκη σημαίνει πόρτα, σημαίνει κλειδαριά και κλειδιά. Κάποιοι έχουν τα κλειδιά της νεκρής μνήμης, των εγγραφών. Και αν δεν είναι κυριολεκτικά ιδιοκτήτες, είναι σίγουρα διαχειριστές στο όνομα των ιδιοκτητών.  Δεν είναι παράξενο αν θυμηθούμε την καταγωγή των καταγραφών, της νεκρής μνήμης. Οι πληβείοι δεν είχαν τέτοια. Οι άρχοντες είχαν όσο περισσότερη μπορούσαν.

Υποθέτουμε ότι για τους χριστιανούς, ο τελικός ιδιοκτήτης ήταν ο θεός.  Για τους αστούς -ο Τζων Λοκ ήταν ένας απ’ τους πρόγονους της αστικής κοσμοθεωρίας- το πράγμα εξελίχθηκε.

Κάνουμε εδώ την ανακεφαλαίωση. Νεκρή μνήμη – ζωντανή μνήμη. Ζωντανή μνήμη είναι ο τρόπος που θυμόμαστε ακόμα, νεκρή μνήμη είναι οι καταγραφές. Κρατείστε το αυτό το δίπολο, θα το χρειαστούμε στη συνέχεια.

Θα κάνουμε εδώ κάτι σαν παρένθεση, που θα μας πάει στο επόμενο κεφάλαιο. Είτε μιλάμε για τη ζωντανή μνήμη είτε μιλάμε για τη νεκρή μνήμη, είναι σαφές ότι μιλάμε για το παρελθόν. Δεν χωράει καμία αμφιβολία σ’ αυτό. «Μνήμη του μέλλοντος» είναι μια ποιητική, λογοτεχνική έκφραση.

Η μνήμη αφορά λοιπόν το παρελθόν. Κι αν έχει αξία η μνήμη, οποιαδήποτε αξία, συναισθηματική, οικονομική, κοινωνική, πολιτική, οτιδήποτε, αν έχει λοιπόν αξία η μνήμη, αυτό οφείλεται ότι τα άτομα και οι κοινωνίες αξιολογούν το παρελθόν σαν κάτι σημαντικό. Το παρελθόν δίνει εμπνεύσεις. Το παρελθόν δίνει ιδέες. Το παρελθόν δίνει κανόνες ηθικής. Το παρελθόν δίνει κατευθύνσεις. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η σχέση με το παρελθόν λειτουργεί δημιουργικά για το σήμερα: αυτό είναι που δίνει αξία στη μνήμη.

Θα μπορούσε, λοιπόν, υπό κάποιες συνθήκες, το παρελθόν να μην έχει αξία, και κατά συνέπεια να μην έχει αξία ούτε η μνήμη; Όσο κι αν σας φαίνεται παράξενο μια τέτοια συνθήκη έχει υπάρξει, και έχει υπάρξει για συγκεκριμένους λόγους. Τον ίδιο αιώνα που ο Λοκ έλεγε ότι «η μνήμη είναι η αποθήκη των ιδεών μας» ένας άλλος μεγάλος διανοούμενος της ανερχόμενης αστικής τάξης, ο Ντεκάρτ, έλεγε ρητά ότι: «όταν πρόκειται για την κατάκτηση της γνώσης δε χρειαζόμαστε την μνήμη.» Και σε άλλο σημείο έλεγε «πρέπει να αποφεύγεται η μνήμη, προς όφελος της συστηματικής αναζήτησης της αιτιότητας, που είναι πάντα πρωτεύουσας σημασίας.» Η αναζήτηση της αιτιότητας ήταν πρωτεύουσας σημασίας για τον Ντεκάρτ, κι όχι η μνήμη.

Ο Ντεκάρτ λοιπόν, και άλλοι διανοούμενοι της ανερχόμενης αστικής τάξης, υποστηρίζουν ότι δεν είναι το παρελθόν το οποίο μπορεί να προσφέρει ιδέες, σκέψεις, κατευθύνσεις για το παρόν, για το τότε παρόν. Αντίθετα λένε, το παρελθόν είναι βάρος. Το παρελθόν είναι συντήρηση, το παρελθόν είναι φρένο, και γι’ αυτό το λόγο δεν χρειάζεται η μνήμη. Μπορεί να παραμείνει σαν ιδιωτική υπόθεση.  Να θυμάται ο καθένας τη ζωή του. Αλλά στην κοινωνική οργάνωση κοιτάμε μπροστά. Και κοιτώντας μπροστά ξεφορτωνόμαστε, περιορίζουμε αν θέλετε, την μνήμη.

Αυτό, το να αξιολογείται δηλαδή το παρελθόν σε σχέση με το παρόν και το μέλλον, όχι με έναν τρόπο αλλά με διαφορετικούς, ακόμα και αντίθετους τρόπους, που έχει σαν συνέπεια την αντίστοιχη αξιολόγηση της μνήμης, το εγκαινιάζει η επαναστατική αστική τάξη. Η αστική τάξη που πρόκειται να γκρεμίσει εξουσίες και παραδόσεις πολλών αιώνων, και να αλλάξει τις κοινωνίες, κατ’ αρχήν τις ευρωπαϊκές. Η αξιολόγηση του χρόνου, του παρελθόντος, αρχίζει να μπαίνει υπό ιδεολογική αίρεση.  Ως τότε το παρελθόν είχε πάντα αξία. Η αστική τάξη θα το αλλάξει κι αυτό.

Όμως για δυο λεπτά! Περί τίνος πρόκειται; Πρόκειται για μια τάξη ανθρώπων που πρόκειται να ζήσουν πράγματι χωρίς μνήμη; Πρόκειται για μια τάξη ανθρώπων που είναι αποφασισμένοι να μην έχουν παρελθόν; Όχι! Άλλο θα κάνουν. Και θα το κάνουν καθώς μεγαλώνει ο δυναμισμός της αστικής τάξης. Θα φτιάξουν τη δική τους μνήμη. Θα φτιάξουν τη δική τους νεκρή μνήμη, τη δική τους καταγεγραμμένη μνήμη. Θα φτιάξουν επίσης τη δική τους ζωντανή μνήμη. Μνημονικές μεθόδους δηλαδή, τρόπους να ασκείς τη ζωντανή μνήμη, για τους ίδιους και τα παιδιά τους, για τις επόμενες γενιές. Για το αστικό εκπαιδευτικό σύστημα που έχει αρχίσει να δημιουργείται.

Θα φτιάξουν λοιπόν τη δική τους αφήγηση για το παρελθόν, τη δική τους μνήμη, γυρίζοντας την πλάτη, όχι στη μνήμη γενικά, όχι στο παρελθόν γενικά, αλλά σε όλα όσα ως τον 18ο και τον 19ο αιώνα δεν τους έκαναν. Δεν τους ήταν χρήσιμα. Σαν παρελθόν, σαν μνήμη. Επειδή ήταν άλλων.

Συνεπώς, οι απόψεις του Ντεκάρτ και άλλων, πρακτικά δεν έδειχναν τον δρόμο για κοινωνίες χωρίς μνήμη, αλλά για κοινωνίες στις οποίες η μνήμη μπορεί να είναι επίδικο ζήτημα: αυτή η μνήμη να είναι χρήσιμη, η άλλη μνήμη να είναι άχρηστη· αυτή η μνήμη να είναι δημιουργική, η άλλη μνήμη να είναι βάρος.

Αυτή η διαχείριση είναι πολύ σημαντική καινοτομία. Διότι, τελικά, ήδη από τότε, απ’ τον 18ο και τον 19ο αιώνα, αυτή η εφευρετικότητα, αυτός ο νεωτερισμός πάνω στο πως διαχειριζόμαστε το παρελθόν και τη μνήμη, υποστηρίζει μια ειδική παραγωγικότητα της μνήμης, που είναι «η μνήμη μας να εξαφανίζει τις μνήμες των άλλων», «η μνήμη μας να γίνεται κυρίαρχη, να γίνεται ηγεμονική, έτσι ώστε άλλοι, με τις δικές τους μνήμες, είτε να υποτιμώνται, είτε να περιθωριοποιούνται είτε και να εξαφανίζονται». Είναι σαν, η μνήμη, ήδη απ’ τον 19ο αιώνα, να γίνεται πεδίο πολιτικής και ιδεολογικής αναμέτρησης… ακόμα και σύγκρουσης. Κατ’ αρχήν, σίγουρα, γίνεται πεδίο ιδεολογικής ηγεμονίας της αστικής τάξης, με την δική της άποψη για την μνήμη.

Αλλά τον 19ο αιώνα εμφανίζεται ένα καινούργιο πρόβλημα για την αστική τάξη. Μια άλλη τάξη, ανταγωνιστική, η εργατική τάξη, αρχίζει να αποκτάει τη δική της μνήμη. Την δική της ζωντανή μνήμη, και την δική της νεκρή / γραπτή μνήμη. Και η σύγκρουση δεν είναι μόνο για το παρόν και το μέλλον, αλλά ήδη απ’ τα μέσα του 19ου αιώνα η σύγκρουση τροφοδοτείται και απ’ το παρελθόν. Και της αστικής τάξης, και της εργατικής τάξης.

Οπότε, φαίνεται ότι απ’ τα τέλη του 19ου ή τις αρχές του 20ου αιώνα, εκτός απ’ το δίπολο ζωντανή – νεκρή μνήμη, έχει διαμορφωθεί άλλο ένα, που τέμνει κάθετα το προηγούμενο, το δίπολο αστική μνήμη – εργατική μνήμη. Δεν είναι το σχήμα «η μνήμη της εξουσίας, του άρχοντα» απ’ τη μια μεριά και «η μνήμη των υποτελών» απ’ την άλλη, σαν δύο διακριτοί, χωριστοί κόσμοι, που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Είναι οι διαφορετικές (αντίπαλες) μνήμες δύο δηλωμένα αντίπαλων τάξεων, που δρουν στα ίδια πεδία των κοινωνικών σχέσεων.

Μήπως αυτά που λέμε είναι αυθαιρεσίες; Όχι. Υπάρχει κάποιος που μπορεί αρκετοί ξέρετε, λέγεται Βάλτερ Μπένγιαμιν, κι αυτός το 1940, στις «θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας» λέει κάτι που δεν ξέρω αν το είχε πει άλλος πριν, αλλά είναι πάρα πολύ σημαντικό.  Ο Μπένγιαμιν κατηγορεί τους σοσιαλδημοκράτες της εποχής του ότι αυτοί φταίνε για την άνοδο του φασισμού. Και πως λοιπόν φταίνε; Μεταφέρουμε ένα σχετικό απόσπασμα:

«Υποκείμενο της ιστορικής γνώσης είναι η ίδια η μαχόμενη καταπιεσμένη τάξη. Στον Μαρξ εμφανίζεται σαν η τελευταία υποδουλωμένη, σαν η εκδικήτρια τάξη, που ολοκληρώνει το έργο της απελευθέρωσης…» προσέξτε «… στο όνομα γενεών ηττημένων. Αυτή η συνείδηση, που είχε μια σύντομη αναβίωση στον Σπάρτακο…» (αναφερόμενος στους Σπαρτακιστές, τους κομμουνιστές στη Γερμανία, στη Λούξεμπουργκ…) «…ήταν ανέκαθεν απορριπτέα από τους σοσιαλδημοκράτες. Κατόρθωσαν αυτοί, μέσα σε τρεις δεκαετίες, να εξαλείψουν σχεδόν το όνομα ενός Μπλανκί…» (πρόκειται για την Παρισινή Κομμούνα) «…που είχε συγκλονίσει με τον μεταλλικό ήχο του τον περασμένο αιώνα. Κολάκευαν τον εαυτό τους αποδίδοντας στην εργατική τάξη τον ρόλο ενός λυτρωτή των μελλουσών γενεών, ακρωτηριάζοντας έτσι τα νεύρα της πιο πολύτιμης δύναμής της. Γιατί μ’ αυτή τη διδασκαλία…» (ότι δηλαδή η εργατική τάξη αγωνίζεται για το μέλλον, για τις επόμενες γενιές,) «… η τάξη ξέχασε τόσο το μίσος όσο και το πνεύμα θυσίας…» Ξέχασε η εργατική τάξη, στη γερμανία, τη δεκαετία του ’30, τονίζουμε το ρήμα: «ξέχασε» τόσο το μίσος όσο και το πνεύμα θυσίας. «… Γιατί τρέφονται και τα δύο απ’ την εικόνα των υπόδουλων προγόνων και όχι απ’ το ιδανικό των απελευθερωμένων εγγονών».

Εμφανίζεται λοιπόν αυτός ο άνθρωπος και λέει, το 1940, ότι η μνήμη είναι ουσιαστική για τη συνείδηση. Και πως εάν στρέψεις, πολιτικά, την εργατική τάξη προς το μέλλον, φροντίζοντας να ξεχάσει τους προγόνους που πέθαναν υπόδουλοι, της στερείς το μίσος απέναντι στ’ αφεντικά. Το 1940 λοιπόν ο Μπένγιαμιν έχει συλλάβει την ταξική πόλωση της μνήμης, την ταξική πόλωση που έχει προηγηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες, και το τι σημαίνει η απαλλοτρίωση της εργατικής μνήμης.

Δεν το έχει συλλάβει όμως μόνον αυτός. Και οι ναζί και οι σταλινικοί, οργανώνουν διαδικασίες καταστροφής της μνήμης των άλλων. Οι διαδικασίες αυτές θα φαίνονταν χοντροκομμένες σήμερα: οι ναζί καίνε τα βιβλία, τη νεκρή / γραπτή μνήμη της εργατικής τάξης, οι δε σταλινικοί σβήνουν και διορθώνουν τις φωτογραφίες, εξαφανίζοντας διάφορους που συμμετείχαν στην επανάσταση σαν μπολσεβίκοι, αλλά μετά… Να, λοιπόν, γεγονότα, της δεκαετίας του 1930, γεγονότα όχι ανταγωνισμού ανάμεσα σε ζωντανή και νεκρή μνήμη, αλλά μάλλον ταξικού ανταγωνισμού μέσα στη μνήμη.

Έχουμε κι ένα τρίτο στοιχείο, ενισχυτικό του ότι δεν υποστηρίζουμε κάτι αυθαίρετα. Πρόκειται για το μυθιστόρημα «1984», το οποίο έγραψε ο Όργουελ και πρωτοκυκλοφόρησε το 1949. Μέσα εκεί ο Όργουελ περιγράφει σαν κρίσιμο μηχανισμό του καθεστώτος για να ελέγχει τους υποτελείς, αυτό που ονομάζει «τρύπα μνήμης». Memory hole. Τι κάνει το καθεστώς; Το καθεστώς επεμβαίνει στη νεκρή μνήμη και τη γράφει, την ξαναγράφει, τη διορθώνει, τη συμπληρώνει, την εξαφανίζει εδώ κι εκεί, για να ελέγχει μέσω της νεκρής μνήμης τη ζωντανή μνήμη των υπηκόων. Έτσι ώστε οι υπήκοοι να χάνουν τη δική τους μνήμη, και να ακολουθούν την αφήγηση του καθεστώτος.

Για τον Όργουελ το ξέρετε υποθέτουμε, είχε πολεμήσει στον Ισπανικό Εμφύλιο, ήταν με τους δικούς μας. Δεν ήταν κάποιος άκαπνος.

Έχουμε, λοιπόν, από διαφορετικές μεριές, και από την λογοτεχνία, και από την φιλοσοφία, και από την ιστορία, μαρτυρίες ότι ήδη στις αρχές του 20ου αιώνα η μνήμη είναι πεδίο συγκρούσεων. Ταξικών συγκρούσεων.

Το 1949, που ο Όργουελ έβγαλε το «1984»,  ο αμερικάνος Νόρμπερτ Βίνερ έβγαλε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο, το οποίο λέγεται Κυβερνητική και Κοινωνία. Λέει πάρα πολλά πράγματα εκεί, προβλέπει πάρα πολλά, φαντάζεται πάρα πολλά, και μιλάει και για τη μνήμη. Αλλά τη μηχανική μνήμη πια.

Μεταφέρουμε ενδεικτικά μια μόνο φράση:

«… Η ιδιότητα της δυνατότητας να προσαρμόσουμε τη μελλοντική συμπεριφορά σε παρελθούσα… δηλαδή να σχετίσουμε το μέλλον μας με το παρελθόν μας,  δεν λέγεται μνήμη αλλά …λέγεται ανάδραση».

Κατά τον Βίνερ. Αυτό το 1949.

Για να μην σας κουράζουμε: στο διάστημα ‘40s – ’50s, δηλαδή ουσιαστικά στη διάρκεια του πολέμου, με το τέλος του, και ύστερα με την ανοικοδόμηση (της ευρώπης), υπάρχουν τα εξής ζητήματα, σε σχέση με τη μνήμη:

Κατ’ αρχήν υπάρχει η ταξική πόλωση της μνήμης.

Κατά δεύτερον έχει αποκτήσει ήδη μια ορισμένη κρίσιμη μάζα μια συγκεκριμένη μορφή ιδιωτικοποίησης της μνήμης, που τα επόμενα χρόνια, τις επόμενες δεκαετίες και ως τις μέρες μας θα γνωρίσει μεγάλη δόξα, που είναι η ψυχανάλυση. Και η ψυχολογία. Η ατομική αναδρομή, σα να λέμε, στο παρελθόν.  Αυτό έχει ωριμάσει στα μέσα του 20ου αιώνα.

Τρίτον, ξεκινάει η τεχνολογική αλλαγή στις μορφές της νεκρής μνήμης. Υπάρχει κι εκεί λοιπόν ένα ζήτημα, μια τεχνολογική αναδιάρθρωση που θα έλεγε κανείς ότι κατ’ αρχήν αφορά τη νεκρή μνήμη, όμως θα δούμε ότι δεν αφορούσε μόνον αυτήν. Και ακόμα υπάρχει εκεί, στα μέσα του 20ου αιώνα, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, ένας μόνιμος προσανατολισμός προς το μέλλον. Το μέλλον–το μέλλον–το μέλλον, που είναι λαμπρό… Που σημαίνει αξιολόγηση του χρόνου. Που σημαίνει για τη μνήμη ότι «εντάξει, δεν πολυχρειάζεται γενικά». Μόνο επιλεγμένα και κατάλληλα διαμορφωμένα κομμάτια της.

Θα περάσουμε πολύ γρήγορα αυτές τις δεκαετίες του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, όπου, απλά να υπενθυμίσουμε πως όλες οι μορφές καταγραφών, όλες οι μορφές νεκρής μνήμης, δηλαδή το βιβλίο, η φωτογραφία, ο κινηματογράφος, η ηχογράφηση σε διάφορες μορφές, επεκτείνονται πάρα πολύ, οπότε φτάνουμε στα τέλη του 20ου και στις αρχές του 21ου όπου χάρη στην ψηφιακή τεχνολογία όλες οι μορφές της νεκρής μνήμης γίνονται μία, η ψηφιακή μνήμη, η οποία μορφή έχει απεριόριστη χωρητικότητα, είναι μια αποθήκη που χωράει τα πάντα, και τα πάντα των πάντων, και τα πάντα των πάντων των πάντων, δεν υπάρχει κανένας περιορισμός. Και απ’ την άλλη μεριά, όσο γεμίζει η αποθήκη, φαίνεται ότι αδειάζει η ζωντανή μνήμη· είναι το απόσπασμα που βάλαμε στην αρχή. Σα να μετατρέπεται η ζωντανή μνήμη στο ελάχιστο, σ’ έναν χειριστή (μπορεί και ανειδίκευτο χειριστή) της νεκρής μνήμης. Είναι σαν να άλλαξαν οι συσχετισμοί  ανάμεσα στη ζωντανή και τη νεκρή μνήμη. Δηλαδή σαν να έρχεται η νεκρή μνήμη και να κάθεται πάνω στη ζωντανή πολύ περισσότερο απ’ ότι είχε συμβεί κάτι τέτοιο στο παρελθόν. Και με καινούργια ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Αλλάζει όμως, απ’ τον Β παγκόσμιο και μετά, όχι μόνο αυτό το δίπολο νεκρή – ζωντανή μνήμη, αλλά και το ταξικό δίπολο μέσα στη μνήμη. Φεύγει ο πόλεμος κατά της εργατικής μνήμης απ’ τις άγριες μορφές του ναζισμού, και πάει σε πιο ήπιες μορφές. Ορίστε ένα μικρό απόσπασμα που αφορά το θέμα μας -για να μην κρύβουμε το από που επηρεαζόμαστε!… Είναι κάτι που γράφτηκε το 1982, από τους Ρενάτο Κούρτσιο και Αλμπέρντο Φραντσεσκίνι, οι οποίοι, για όσους δεν τους ξέρουν ήταν αντάρτες πόλης στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, και ήταν φυλακή το 1982.

“Η ιμπεριαλιστική αστική τάξη…” (είναι μια ορολογία που σε κάποιους μπορεί να φανεί ξένη) “…εκδηλώνει την επιδρομή της με στρατηγικές ενεργητικής λογοκρισίας και παραποίησης, με σκοπό, μέσα από τη δηλητηρίαση και τη γενοκτονία της προλεταριακής μνήμης να πετύχει τον προληπτικό έλεγχο των εν δυνάμει ανταγωνιστικών συμπεριφορών.

Μνήμη είναι η συσσώρευση προγραμματικών συμπεριφορών, ένα σύνολο απαγορεύσεων και οδηγιών που εκπαιδεύει τα μέλη του καπιταλιστικού σχηματισμού στην αναπαραγωγή ή τον μετασχηματισμό του. Εφόσον λοιπόν η περασμένη εμπειρία επηρεάζει τη μελλοντική, κι επομένως λειτουργεί σαν κώδικας αναπαραγωγής των δραστηριοτήτων που γεννούν οι υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις, είναι εύκολα αντιληπτό γιατί η διαδικασία μετατροπής της σε “συλλογική μνήμη” έχει τόσο μεγάλη σημασία για την άρχουσα τάξη. Φυσικά αυτή η τελευταία προσπαθεί να αναπαράγει μόνον εκείνες τις συμπεριφορές που, όντας προσανατολισμένες στο παρελθόν δεν έρχονται σε αντίθεση με την επιδίωξή της να συντηρεί τις υπάρχουσες καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις.

Η συλλογική μνήμη που η ιμπεριαλιστική αστική τάξη επιδιώκει να δημιουργήσει είναι τραγικά κενή μέλλοντος, υπάρχει μέσα στο χρόνο, αλλά οι μελλοντικές προγραμματικές συμπεριφορές που προβλέπει είναι καθηλωμένες στην ατέρμονη επανάληψη του παρόντος, της αμετάβλητης και αέναης ποιότητάς του.

Είναι μνήμη…”(η μνήμη της εξουσίας για το πούμε αλλιώς) “…του υπάρχοντος τρόπου παραγωγής κι όχι της επαναστατικής υπέρβασής του, η οποία έχει σημαία της το σύνθημα ‘το αδύνατο γι’ αυτό το σύστημα είναι η δική μας δυνατότητα΄”

Το επαναλαμβάνουμε ότι αυτά γράφονται το ’82, και έχουν σχέση με την ταξική αντίθεση και τη διαχείριση της προλεταριακής μνήμης απ’ τα αφεντικά. Το 1982 δεν υπάρχουν ηλεκτρονικοί υπολογιστές σε ευρεία καθημερινή χρήση…

Τώρα, αν συνδυάσουμε αυτό που έλεγε ο Μπένγιαμιν, κι αυτό που είπαν οι Κούρτσιο και Φραντσεσκίνι  απ’ τη μια μεριά, βάζοντας στο λογαριασμό και τις “τρύπες μνήμης” στις οποίες αναφέρεται ο Όργουελ, κι απ’ την άλλη μεριά βάλουμε την καταιγιστική μηχανοποίηση της μνήμης, την ψηφιακή μνήμη, και την τεράστια συσσώρευση μέσα την ψηφιακή μνήμη, με παράλληλη μείωση των δυνατοτήτων μνήμης χωρίς την ψηφιοποίησή της, τότε μπορούμε να καταλήξουμε, αυτό τουλάχιστον είναι το δικό μας συμπέρασμα, ότι η μεγαλύτερη παραγωγικότητα της σύγχρονης νεκρής (δηλαδή: ψηφιακής) μνήμης, είναι η παραγωγή της λήθης. Η αποθήκη, η ψηφιακή αποθήκη, η διαρκώς επεκτεινόμενη ψηφιακή αποθήκη, που θέλει εμένα (κι εγώ το κάνω εθελοντικά) να είμαι χειριστής της,  αυτή η διαδικασία παράγει την δική μου λησμονιά.

Πρέπει να είναι, έτσι το καταλαβαίνουμε, αυτό που έλεγε ο Ντεμπόρ στην «Κοινωνία του Θεάματος», ότι φτάνουν οι κοινωνίες οι καπιταλιστικές σε μια κατάσταση όπου το «τώρα», το παρόν, εμφανίζεται να είναι αιώνιο. Δεν μπορεί πια κανείς να θυμηθεί άμεσα, σωματικά και νοερά, ότι κάποτε ήταν αλλιώς. Άρα δεν μπορεί να μισήσει το παρόν ενθυμούμενος τους υπόδουλους προγόνους.

Δυο τελευταίες κουβέντες.

Το πρώτο είναι ότι αυτή η τεράστια, καθολική, απέραντη, αχόρταγη αποθήκη, η ψηφιακή μνήμη,  έχει ιδιοκτήτες. Το είπαμε απ’ την αρχή, ότι ο παραλληλισμός της ζωντανής μνήμης με την αποθήκη έχει να κάνει με την ιδιοκτησία. Λοιπόν, η ψηφιακή μνήμη έχει ιδιοκτήτες, κι αυτοί δεν είναι οι χειριστές. Εμείς. Ιδιοκτήτες είναι είτε ιδιωτικές εταιρείες τύπου google, είτε κρατικές υπηρεσίες, του είδους nsa. Αυτοί είναι οι ιδιοκτήτες της ψηφιακής νεκρης μνήμης, ό,τι κι αν νομίζουμε εμείς.

Το δεύτερο, είναι μια κουβέντα που είπε κάποιος τσέχος συγγραφέας, ονόματι Μίλαν Κούντερα. Αυτός λοιπόν έγραψε κάποια στιγμή ότι:

“ο αγώνας ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη”

Αυτά.

]]>