Εργασία – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp Συλλογικά συγκροτημένη διαδικασία έρευνας και δράσης για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης και της παρακμής του υπάρχοντος μοντέλου εκπαίδευσης· και, ταυτόχρονα, επανασύνδεσης της κριτικής με την (και ενάντια στην) συγκυρία (γνωσιολογική, ιδεολογική, πειθαρχική) της «χρήσιμης καπιταλιστικά γνώσης». Sat, 23 May 2026 13:52:24 +0000 en-US hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://gameover.zp/wp-content/uploads/2012/06/cropped-11954387511887014124johnny_automatic_fly.svg_.med_-32x32.png Εργασία – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp 32 32 Εκδήλωση: Γυναίκες, εργασία και ο υλικός κόσμος https://gameover.zp/2016/05/31/%ce%b5%ce%ba%ce%b4%ce%ae%ce%bb%cf%89%cf%83%ce%b7-%ce%b3%cf%85%ce%bd%ce%b1%ce%b9%ce%ba%ce%b5%ce%af%ce%b1-%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%83%ce%af%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf-%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%ba/ Tue, 31 May 2016 17:42:25 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2206 Μια απόπειρα αντίληψης της παγκόσμιας γυναικείας εργασίας στον τεχνολογικά αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό.

Παρασκευή, 3 Ιουνίου, 18:00
Νομική, Αίθουσα 3

 

]]>
Εισήγηση: Ο Ταίηλορ στη Silicon Valley _η τεχνοεπιστημονική διαχείριση της σκέψης https://gameover.zp/2016/04/16/%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%ae%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%bf-%cf%84%ce%b1%ce%af%ce%b7%ce%bb%ce%bf%cf%81-%cf%83%cf%84%ce%b7-silicon-valley-%ce%b7-%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%bf%ce%b5%cf%80%ce%b9%cf%83/ Sat, 16 Apr 2016 08:05:04 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1709

Εισαγωγή

Στη σημερινή εισήγηση ο ταιηλορισμός, για τον οποίο θα πούμε δυο τρία πράγματα στη συνέχεια, θα είναι το φόντο πάνω στο οποίο θα εξετάσουμε μια διαδικασία σχετικά σύγχρονη, που αφορά την διάλυση και την ανασύνθεση της σκέψης, του τρόπου που σκέφτονται και θα σκέφτονται οι υπήκοοι του καπιταλισμού στο νέο παράδειγμα. Υποθέτουμε πως είναι γενικά γνωστό ότι ο Τάιηλορ ανάλυσε, διέλυσε και ανασυνέθεσε με “επιστημονικό τρόπο” πολλές πλευρές της χειρωνακτικής εργασίας, και είναι ο πιο διάσημος απ’ τους αναμορφωτές του καπιταλιστικού / μηχανικού τρόπου οργάνωσης της εργασίας, απ’ τις αρχές του 20ου αιώνα. Έχοντας, λοιπόν, τον ταιηλορισμό σαν φόντο σε μια εισήγηση περί σκέψης έχουμε, κι αυτό είναι επιλογή μας, την μηχανοποίηση της χειρωνακτικής εργασίας σαν φόντο για την ανάλυση της μηχανοποίησης όχι μόνο της διανοητικής εργασίας αλλά, εν τέλει, της σκέψης γενικά. Κατά κάποιον τρόπο εμπνεόμαστε απ’ την γνώμη του καταστασιακού Mustafa Kayati για τις εργάτριες λέξεις:


Οι λέξεις απέχουν από τις ιδέες ένα μόνο βήμα κι αυτό το βήμα πάντα το κάνει η εξουσία και οι στοχαστές της. Όλες οι θεωρίες για το γλωσσικό σύστημα – απ’ τον ηλίθιο μυστικισμό του “όντος” μέχρι τον υπέρτατο (καταπιεστικό) ορθολογισμό της κυβερνητικής μηχανής – ανήκουν στον ίδιο κόσμο, στο λόγο της εξουσίας, που τον θεωρούν τον μοναδικό κόσμο στον οποίο μπορεί ν’ αναφέρεται κανείς σαν καθολική μεσολάβηση.

Η πραγματική οικειοποίηση των λέξεων που εργάζονται δεν μπορεί να γίνει εφικτή έξω από την ιδιοποίηση της ίδιας της εργασίας. Η νίκη της απελευθερωμένης, δημιουργικής δραστηριότητας θα φέρει τη νίκη της επιτέλους απελευθερωμένης αυθεντικής επικοινωνίας.
Οι λέξεις δεν θα πάψουν να εργάζονται όσο θα εργάζονται οι άνθρωποι.

Mustafa Kayati
(Από το 10ο τεύχος της επιθεώρησης της Καταστασιακής Διεθνούς, 1966)

Μέρος Α

Ο Ταίηλορ

Ο Ταίηλορ μελέτησε, ανέλυσε, κατέγραψε, χρονομέτρησε τις σωματικές κινήσεις διάφορων εργατών, τεχνητών και μη, σε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες της εποχής του, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Κομματιάζοντας αυτές τις δουλειές στα κατα το δυνατόν ελάχιστα κινησιολογικά συστατικά, μπόρεσε να δει ποιές είναι άχρηστες (κινήσεις τεμπελιάς, καθυστέρησης, χρονοτριβής) και ποιές είναι ουσιαστικές. Μπόρεσε επίσης να μελετήσει εάν διαφορετικά εργαλεία θα έκαναν τέτοιες επιμέρους κινήσεις πιο αποδοτικές, πιο γρήγορες, πιο αποτελεσματικές. Και, ύστερα, έκανε την ανασύνθεση των χρήσιμων κινήσεων, στην αποτελεσματική (κατ’ αυτόν) διάρκεια, σε γραμμικές αλληλουχίες, διαμορφώνοντας, τον σωστό, τον επιστημονικά σωστό τρόπο, με τον οποίο πρέπει να γίνεται η Α ή η Β χειρωνακτική δουλειά. Απ’ το κουβάλημα του χαμάλη ως το τορνάρισμα του μηχανουργού.

Το βιβλίο του Ταίλορ επιστημονική διαχείριση [της εργασίας] (1911) έγινε στη συνέχεια κάτι σαν ευαγγέλιο της βιομηχανικής οργάνωσης της εργασίας. Ήταν μια επανάσταση. Τι είδους επανάσταση όμως;

Μερικοί μελετητές του Ταίηλορ αργότερα (στις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70) αντιμετώπισαν αμήχανα ή και επικριτικά το γεγονός ότι ο ταιηλορισμός ονομάστηκε scientific management· επιστήμη… Για παράδειγμα ο γενικά διεισδυτικός Braverman, στο εργασία και μονοπωλιακό κεφάλαιο, η υποβάθμιση της εργασίας στον 20ο αιώνα, γράφει (σελ. 102):


Το λεγόμενο επιστημονικό μάνατζμεντ ήταν μια απόπειρα εφαρμογής επιστημονικών μεθόδων για την επίλυση των προβλημάτων ελέγχου της εργασίας, τα οποία εμφανίζονταν με όλο και πιο περίπλοκες μορφές στο εσωτερικό των ραγδαία αναπτυσσόμενων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, την περίοδο που το “κίνημα” έκανε την εμφάνισή του. Συνεπώς, το λεγόμενο επιστημονικό μάνατζμεντ δεν διαθέτει κανένα από τα χαρακτηριστικά μιας αληθινής επιστήμης, και αυτό γιατί οι αρχικές του υποθέσεις δεν είναι παρά οι απόψεις του καπιταλιστική σχετικά με τις παραγωγικές σχέσεις. Παρά τους περιστασιακούς ισχυρισμούς περί του αντιθέτου, το λεγόμενο επιστημονικό μάνατζμεντ δεν έχει τις αφετηρίες του στην ανθρώπινη αντίληψη και τις ανθρώπινες ανάγκες, αλλά στις αντιλήψεις του καπιταλιστή και τις δικές του ανάγκες, τις ανάγκες δηλαδή που συνεπάγεται η διοίκηση μιας διόλου συνεργάσιμης εργατικής δύναμης μέσα σ’ ένα πλαίσιο ανταγωνιστικών παραγωγικών σχέσεων. Το λεγόμενο επιστημονικό μάνατζμεντ δεν κάνει καμιά προσπάθεια να εντοπίσει τα αίτια αυτής της κατάστασης, αλλά τη δέχεται σαν αδιαμφισβήτητο δεδομένο, σαν “φυσική” συνθήκη. Δεν ερευνά την εργασία γενικώς, αλλά την προσαρμογή της εργασίας στις ανάγκες του κεφάλαιου. Και δεν εισέρχεται στους χώρους εργασίας σαν εκπρόσωπος της επιστήμης, αλλά σαν εκπρόσωπος των αφεντικών της παραγωγής που μεταμφιέστηκε άτσαλα σε επιστήμη φορώντας φύρδην μίγδην ό,τι κουρέλια βρήκε μπρος του.

Αν και μαρξιστής ο Braverman φαίνεται να έχει ξεχάσει, στο συγκεκριμένο σημείο τουλάχιστον, τα λόγια του Μαρξ ήδη απ’ την εποχή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, για την επιστράτευση των “χθόνιων δυνάμεων” της επιστήμης και της τεχνικής από την αστική τάξη· χωρίς να αμφισβητεί ο Μαρξ το ότι αυτή η επιστρατευμένη επιστήμη είναι αληθινή (κι όχι μια … κουρελού). Συνεπώς ακόμα και ένας Braverman ηθικολογεί σε ότι αφορά την επιστημονικότητα του “επιστημονικού μάνατζμεντ”, αφήνοντας ουσιαστικά το θέμα στην άκρη.

Υπάρχει λοιπόν ένα σοβαρό λάθος εδώ. Το ότι ο Ταίηλορ και όλη η μεθοδολογία του στην ανάλυση, στην μέτρηση και στην ανασύνθεση διάφορων χειρωνακτικών εργασιών εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των εργοδοτών, είναι βέβαιο. Όμως αυτό ΔΕΝ αποτελεί ούτε επιχείρημα ούτε απόδειξη το ότι η δουλειά του Ταίηλορ και τα συμπεράσματά του ΔΕΝ ήταν επιστημονικά!!! Γιατί έτσι έχει αναπτυχθεί αυτό το σώμα γνώσης που ονομάζεται επιστήμη: για να υπηρετήσει, σε γενικές γραμμές, τις ανάγκες του κεφάλαιου.

Τι θεωρούσε ο Taylor (και όχι μόνον αυτός άλλωστε) επιστημονικό σε σχέση με διάφορες μορφές χειρωνακτικής εργασίας και την αναδιοργάνωσή τους στα τέλη του 19ου αιώνα; Τα εξής:
α) την χρονομέτρηση κάθε επιμέρους κίνησης που κάνει ένας εργάτης σε οποιαδήποτε δουλειά·
β) την δημιουργία αναλυτικών καταλόγων “σειριακής” καταγραφής / χρονομέτρησης κινήσεων και χρόνων, μαζί με
γ) την καταγραφή (και χρονομέτρηση) των “νεκρών χρόνων” μεταξύ διαδοχικών κινήσεων·
δ) την μελέτη των “μέσων” (εργαλείων και μηχανών, απ’ τις πιο απλές ως τις πιο σύνθετες με βάση τα δεδομένα της εποχής) που απαιτούνται αφενός στην “παραδοσιακή” εργασία και αφετέρου σε μια διαφορετικού τύπου, “σειριακή” οργάνωσή της·
ε) την εφεύρεση μια διαφορετικής, πιο αποδοτικής σύνθεσης αυτών των κινήσεων, ακόμα και
στ) την ανάληψη ενός μέρους απ’ αυτές από βοηθητικούς εργάτες έτσι ώστε οι κυρίως εργάτες να μπορούν να ακολουθούν το scientific management απερίσπαστοι·
ζ) τέλος, την αξιοποίηση των όποιων πορισμάτων από επιστημονικές έρευνες σε διάφορα πεδία, απ’ την “πρώιμη” (τότε) ψυχολογία ως την μηχανολογία και την ανατομία.

Συνεπώς αυτό ακριβώς ήταν το επαναστατικό, το ριζοσπαστικά καινοτόμο στοιχείο στις έρευνες και την μεθοδολογία του Ταίηλορ: ότι μετέφερε αρχές, μεθόδους και κανόνες ενός ορισμένου σώματος γνώσης που ήταν πράγματι επιστημονικό, πάνω σε ένα άλλο σώμα γνώσης, πάνω στις αρχές, στις μεθόδους και στους κανόνες δουλειάς των χειρωνακτών, ειδικευμένων και ανειδίκευτων· αυτό το δεύτερο σώμα γνώσης μπορούμε να το πούμε εμπειρικό. Το επαναστατικό με τον Ταίηλορ είναι λοιπόν ότι έσπρωξε την επιστήμη του καιρού του, που ασκούνταν γενικά σε ευαγή και διαχωρισμένα ιδρύματα (πανεπιστήμια), βάζοντας την στον σκοτεινό και βρώμικο κόσμο των χειρωνακτικών δουλειών και των μικρότερων ή μεγαλύτερων εργαστηρίων και εργοστασίων, που ήταν γεμάτα αγράμματους και απείθαρχους εργάτες. Μπαίνοντας εκεί η επιστήμη θα έπρεπε να αποδείξει την αδιαμφισβήτητη υπεροχή της (με κριτήρια αποδοτικότητας, περιορισμού της σπατάλης χρόνου και υλικών) απέναντι στην εμπειρική γνώση των εργατών· και αυτό έκανε με πλήρη συνείδηση ο Ταίηλορ, ακόμα και έναντι δύσπιστων εργοδοτών. Γνώση εναντίον γνώσης λοιπόν, επιστήμη εναντίον εμπειρίας, και συντριπτική νίκη της επιστήμης πάνω στην εμπειρία, στις χειρωνακτικές δουλειές: αυτό ήταν μια πραγματική επανάσταση στις αρχές του 20ου αιώνα. Προς όφελος του κεφάλαιου…

Αυτή η εκστρατεία είχε και έναν καθαρό πολιτικό στόχο, τον οποίο ο Ταίηλορ τονίζει διαρκώς και ακατάπαυστα στο βιβλίο του. Το να φύγει οριστικά και αμετάκλητα ο έλεγχος της εργασίας (της έντασής της, των ρυθμών της, της παραγωγικότητάς της…) απ’ τα χέρια των τεχνητών, των μαστόρων, των εργατών, και να περάσει στα γραφεία σχεδιασμού, στους μηχανικούς, στη διοίκηση και την ιδιοκτησία των επιχειρήσεων. Συνεπώς ο ταιηλορισμός απ’ την μια έκανε τους χειρώνακτες απλά εκτελεστικά όργανα ενός “οργανογράμματος”, ανειδίκευτους. Απ’ την άλλη δημιούργησε ένα καινούργιο σώμα σχεδιαστών και ελεγκτών της εργασίας, που στον ένα ή τον άλλο βαθμό ήταν επιστήμονες, δηλαδή οι “φυσικοί” φορείς αυτού του επιστημονικού σώματος γνώσης.

Συγκρατούμε λοιπόν, επειδή θα μας χρειαστεί στη συνέχεια, αυτό το δεδομένο. Με τον ταιηλορισμό κορυφώνεται ένα είδος ακήρυχτου πολέμου μεταξύ δύο τρόπων γνώσης: της επιστήμης απ’ την μια, της εμπειρίας απ’ την άλλη. Σαν ένα σώμα γνώσης ήδη δουλεμένο ως προς τους κανόνες, τις αρχές και τις μεθόδους της, ιδιαίτερα εντατικά τον 19ο αιώνα, η επιστήμη νικάει κατά κράτος την εμπειρία στις χειρωνακτικές δουλειές, σ’ αυτές τουλάχιστον που έχουν κάποιο αφεντικό. Και επιβάλλεται: ανάλυση, μετρήσεις, αξιολόγηση τμήμα τμήμα, παραγοντοποίηση, συστήματα εξισώσεων, ενίσχυση κινήσεων με τα κατάλληλα εργαλεία, επανασυναρμολόγηση των κινήσεων (των σωμάτων): ιδού ο θρίαμβος του “διαφανούς” επιστημονικού λόγου / πράξης πάνω στο “σκοτεινό” και αδιαπέραστο εμπειρικό λόγο / πράξη.

Οι Ταίηλορ πριν τον Ταίηλορ

Ένα γνωσιολογικό / σχεσιακό μοντέλο, λοιπόν, το επιστημονικό, εναντίον ενός άλλου γνωσιολογικού / σχεσιακού μοντέλου, του εμπειρικού, σε ότι αφορά τις χειρωνακτικές εργασίες στα εργαστήρια και στα εργοστάσια, αυτός ο πόλεμος είναι που θα επισημοποιηθεί απ’ τον Ταίηλορ και το scientific management. Όμως τι είναι αυτό το ανώτερο γνωσιολογικό / σχεσιακό μοντέλο, η επιστήμη;

Ο 19ος αιώνας είναι μια εντατική και δυναμική περίοδος ανάπτυξης των επιστημών, σ’ όλον τον τότε καπιταλιστικό κόσμο. Η μητέρα όλων των επιστημών, το υπόδειγμα, αυτό στο οποίο θα έπρεπε να τείνει από μεθοδολογική και λογική άποψη κάθε επιμέρους επιστημονικός κλάδος, ήταν βέβαια (και παραμένει) η φυσική. Και από δίπλα της τα μαθηματικά. Παρότι στον 19ο αιώνα εμφανίζονται, μορφοποιούνται και εξελίσσονται πολλοί επιστημονικοί κλάδοι ή, πιο σωστά, πολλές εξειδικευμένες γνωσιακές διαδικασίες με αξιώσεις επιστημοσύνης, απ’ την βιολογία ως την κοινωνιολογία και την ανθρωπολογία, είναι σωστό να πούμε ότι η επιστήμη είναι βασικά φυσικομαθηματική. Η φυσική έχει καθιερώσει το δίπολο “πείραμα – απόδειξη”, και χωρίζει, αναλύσει, μετράει, μετράει, μετράει. Δίπλα της τα μαθηματικά εξελίσσονται κι αυτά, σαν ο κατεξοχήν τομέας μιας επιστήμης μετρήσεων, κατανομών, συσχετίσεων αλλά και μεταγλωτίσεων. Θα επανέλθουμε στη συνέχεια σ’ αυτό.

Χωρίς δυσκολία θα συμφωνούσαμε πως όποιος κι αν είναι ο ιδιαίτερος προσανατολισμός οποιασδήποτε επιστήμης, όσο κι αν εμπλέκεται και με πρακτικά καθήκοντα, όπως για παράδειγμα η κατασκευή του μικροσκοπίου, του τηλεσκοπίου, των ατμομηχανών ή του τηλέγραφου, ή η ανατομία σωμάτων, κληρονομικών σχέσεων, ή η χαρτογράφηση, αρχειοθέτηση και σύγκριση ηθών και εθίμων, η επιστήμη είναι σε μεγάλο βαθμό διανοητική διαδικασία. Σκέψη. Συνεπώς εάν η επιστήμη στον 19ο αιώνα είχε αρχίσει να συγκροτείται πυκνά και ώριμα σα σώμα γνώσης σε διάφορους τομείς, αυτό γινόταν παράλληλα με την συγκρότηση και την οργάνωση της επιστημονικής σκέψης σαν τέτοιας. Για να το πούμε διαφορετικά: το μακρύ οδοιπορικό της ανάπτυξης των επιστημών δεν ήταν μόνο η συγκρότηση ενός λόγου (και των ανάλογων πρακτικών) για το Α ή Β γνωσιακό αντικείμενο, αλλά επίσης η συγκρότηση ενός μοντέλου (του επιστημονικού) για το σκέπτεσθαι. Προκειμένου αυτό το μοντέλο να είναι ανώτερο από κάθε άλλο, θα έπρεπε να ικανοποιεί κρίσιμες προδιαγραφές.

Σε κάθε περίπτωση η επιστήμη σαν σύνολο αναπτύσσεται ραγδαία τον 19ο αιώνα στην ευρώπη και στην βόρεια αμερική, και απομακρύνεται πολύ γρήγορα απ’ το προηγούμενο υψηλότατου κύρους γνωσιολογικό Παράδειγμα, την φιλοσοφία.

Πράγματι, ο 19ος αιώνας είναι μια περίοδος εντατικής αναμέτρησης και διαλεκτικής σύνθεσης ανάμεσα σ’ εκείνο που επί αιώνες εξελισσόταν σαν φιλοσοφία, και σ’ αυτό που αναδύεται ρωμαλέο σαν επιστήμη. Οι πρώτες εφευρέσεις, διαπιστώσεις, επιστημονικές θεωρίες και εφαρμογές ασκούν μεγάλη επιρροή μεταξύ των διανοούμενων του 19ου αιώνα, απ’ το ξεκίνημά του ήδη. Ο ιδεαλισμός, η θεωρησιαρχική φιλοσοφία, μπαίνουν γρήγορα σε κρίση μπροστά στον αναδυόμενο επιστημονικό υλισμό και την επιστημονική φυσιοκρατία.

Όμως αυτή η αναμέτρηση για τον εγκυρότερο τρόπο σύλληψης της Αλήθειας – του – Κόσμου δεν είναι εύκολη, ούτε γίνεται μονομιάς. Ο πραγματισμός των επιστημών έπρεπε να “κλέψει”, για λογαριασμό του, το ήδη απ’ τον 15ο αιώνα ιερό δισκοπότηρο της φιλοσοφίας: την Λογική.

Αν ρωτούσε σήμερα κάποιος “γιατί το επιστημονικό σώμα γνώσης είναι ανώτερο από οποιοδήποτε άλλο;” η απάντηση θα ήταν επειδή έχει δημιουργήσει τόσα πολλά τεχνολογικά θαύματα, τόσες πολλές μηχανές. Aπάντηση φτωχή, ρηχή, που επιπλέον είναι ελέγξιμη. Το σίγουρο είναι ότι τον 19ο αιώνα η ανωτερότητα της επιστημονικής γνώσης και της επιστημονικής σκέψης δεν μπορούσε να τεκμηριωθεί μόνο με κριτήρια τα πρακτικά αποτελέσματά τους. Ήταν εντυπωσιακά μεν, αλλά η φιλοσοφική γνώση / σκέψη είχε πίσω της την εγκυρότητα αιώνων. Συνεπώς, το γιατί η επιστημονική γνώση και σκέψη, το γιατί δηλαδή ένα σώμα έρευνας και γνώσης δομημένο με συγκεκριμένους κανόνες ήταν μακράν ανώτερο από οποιοδήποτε άλλο, ήταν ένα ερώτημα που τον 19ο αιώνα απασχολούσε ιδιαίτερα τους ίδιους τους επιστήμονες, και ένα ερώτημα που θα έπρεπε να απαντηθεί χωρίς προσφυγή σε έναν τεράστιο γαλαξία εφευρέσεων. Το μόνο ή το πιο ουσιαστικό καταφύγιο απόδειξης αυτής της (επιστημονικής) ανωτερότητας ήταν να δώσει ένα επαρκές νόημα στην παλιά θεότητα – της – σκέψης, που εν τω μεταξύ έπρεπε να είναι τόσο εγκόσμια όσο η τάξη που ηγεμόνευε. Ένα καινούργιο νόημα για την Λογική. Εάν, για παράδειγμα, το scientific management του Ταίηλορ όφειλε να αποδείξει την ανωτερότητά του ως προς την αποτελεσματικότητα της εργασίας, αυτή η ανωτερότητα δεν θα έπρεπε να προκύπτει μέσα απ’ την βία (εάν μαστιγώνεις κάποιον μπορεί ίσως να δουλέψει γρηγορότερα…) αλλά μόνο μέσα απ’ την αξιοποίηση λογικών διαδικασιών.

Μ’ άλλα λόγια, για να έχουν την αξίωση το επιστημονικό σώμα γνώσης, η επιστημονική σκέψη και οι επιστημονικές αλήθειες σε όλο τους το εύρος να είναι ανώτερης τάξης, θα έπρεπε να είναι “απόλυτα λογικές” χωρίς να υποκύπτουν στα αναπόφευκτα λάθη του εμπειρισμού. Αυτή ήταν η έγνοια των επιστημόνων του 19ου αιώνα, και ακόμα εντονότερα των μαθηματικών. Γιατί ειδικά αυτών; Επειδή καινούργιες ελκυστικές έως τολμηρές μαθηματικές θεωρείες διατυπώνονταν εδώ κι εκεί, αλλά έμοιαζαν συχνά απογειωμένες ή και αυθαίρετες κατασκευές. Και σ’ άλλους επιστημονικούς τομείς, ειδικά στη φυσική, καινούργιες θεωρίες που δεν συμπλήρωναν αλλά αντικαθιστούσαν προηγούμενες, δημιουργούσαν μια ισχυρή αίσθηση αστάθειας για το τι είναι τι. Η Λογική λοιπόν, και μόνον αυτή, θα εγγυόταν την ανωτερότητα του επιστημονικού σώματος γνώσης και κάθε επιστημονικής σκέψης και θα καθάριζε τον επιστημονικό ορίζοντα απ’ τα ζιζάνια.

Τι ήταν όμως αυτή η θεότητα, η Λογική, τον 19ο αιώνα; Ή, πιο σωστά, τι γνώσεις είχαν οι επιστήμονες γι’ αυτήν τότε; Παράδοξο ή όχι, η μόνη διαθέσιμη συνεκτική και συστηματική θεωρία περί Λογικής ήταν εκείνη του Αριστοτέλη. Εάν οι επιστήμονες ήθελαν να έχουν την ευλογία της Λογικής, αυτή η ευλογία ήταν 2.000 χρόνων παλιά· κι ωστόσο κρατούσε ακόμα.

Τι ήταν, όμως η Αριστοτελική Λογική, και πως αυτή μπορούσε να θεωρηθεί όχι μόνο σαν ο ακρογωνιαίος λίθος αλλά σαν το μοντέλο της (επιστημονικής) σκέψης; Η Αριστοτελική Λογική ήταν ουσιαστικά μια συστηματική θεωρία για την σκέψη οργανωμένη σαν τυποποίηση της γλώσσας. Την εποχή του Αριστοτέλη η θέση ότι η γλώσσα (προφορική ή και γραπτή) είναι το μόνο σώμα της σκέψης ήταν μια φιλοσοφική θέση… Στον 19ο αιώνα η θέση ότι η επιστήμη οφείλει να είναι λογική, και ότι αυτό είναι ζήτημα συγκρότησης γλώσσας (που μπορεί και πρέπει να έχει μηχανικές προεκτάσεις και εφαρμογές) ήταν μια θέση πολιτική. Το γιατί θα το δούμε στη συνέχεια.

Η Λογική θα κατακτήσει τον θρόνο της στον ηρωϊκό από επιστημονική άποψη 19ο αιώνα, όχι πια σαν φιλοσοφία της ορθής σκέψης αλλά σαν η φυσική της ορθής σκέψης. Γιατί όχι σαν τα μαθηματικά της ορθής σκέψης επίσης; Εάν οι επιστήμες έπρεπε να θεμελειωθούν στη λογική αυτό σημαίνει ότι και η λογική με τη σειρά της θα έπρεπε να επιστημονικοποιηθεί, όχι στο δρόμο του Αριστοτέλη – αλλά πολύ μακρύτερα.

Σε μια εποχή που η επίδειξη επιστημονικής ικανότητας στη σκέψη και η διαμόρφωση επιμέρους σωμάτων επιστημονικής γνώσης ήταν η ανακάλυψη των νόμων (που διέπουν τα φυσικά φαινόμενα, αλλά και τα ανθρώπινα / κοινωνικά) η ίδια η ορθή σκέψη θα έπρεπε να υπόκειται σε κάποιους νόμους. Αυτό υποστήριξε ο George Boole (και όχι μόνο).

Το σημαντικό για το θέμα μας είναι ότι η διαμόρφωση και η συγκρότηση των γνώσεων και των τρόπων σκέψης που ονομάστηκαν επιστήμη στον 19ο αιώνα ήταν μια ασυνεχής διαδικασία, με τολμηρά άλματα, στασιμότητες, οπισθοχωρήσεις, διαφωνίες και συγκρούσεις μεταξύ επιστημόνων (και μη), σε ένα πεδίο που οριζόταν σίγουρα απ’ τα εξής:
α) την δυνατότητα ανάλυσης (που σε πρώτη φάση σήμαινε κομμάτιασμα) και καταμέτρησης των “συστατικών στοιχείων” οποιουδήποτε υπό μελέτη αντικειμένου·
β) την διαπίστωση και την καταγραφή των ιδιοτήτων αυτών των συστατικών στοιχείων·
γ) την δυνατότητα εξηγήσεων, συχνά μέσω μηχανικών αναλογιών, για την “λειτουργία” του ενός ή του άλλου·
δ) την συγκρότηση ενός πραγματιστικού τρόπου σκέψης με λογικά επιχειρήματα·
ε) την διαμόρφωση ειδικών επιστημονικών γλωσσών, κυρίως στη φυσική και στα μαθηματικά, μέσα απ’ τη χρήση καινούργιων συμβόλων και την διαμόρφωση “νόμων” για την σχέση μεταξύ τους.

Στην ουσία λοιπόν ο Ταίηλορ, στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, δεν έκανε τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από έναν συνδυασμό των πιο πάνω, έναν συνδυασμό προσαρμοσμένο σ’ ένα φαινομενικά και κατ’ αρχήν ταπεινό αντικείμενο μελέτης, την χειρωνακτική εργασία των μαστόρων και των ανειδίκευτων στα εργαστήρια και στα εργοστάσια. Όμως ΠΡΙΝ το επιστημονικό σώμα γνώσης επιτεθεί και αντικαταστήσει το εμπειρικό σώμα γνώσης στις χειρωνακτικές δουλειές, είχε αποκτήσει έναν ικανό βαθμό συγκρότησης και αυτοπεποίθησης αναμορφώνοντας, κατά κάποιον τρόπο, την ίδια την σκέψη.

Εδώ ο George Boole είναι μια εμβληματική φυσιογνωμία. Από φτωχή οικογένεια και ουσιαστικά αυτοδίδακτος, λάτρης των μαθηματικών, κατάφερε να αποδείξει, μια και καλή, ότι η λογική επιχειρηματολογία (άρα η λογική σκέψη) θα μπορούσε να αναπαρασταθεί και να αναπτυχθεί σαν κλάδος των μαθηματικών. Ο Boole πήρε την Λογική από εκεί που την είχε αφήσει ο Αριστοτέλης 2.000 χρόνια πριν, και την έκανε υπόθεση και εργαλείο των μαθηματικών. Η περίφημη Άλγεβρά του “ολοκλήρωσε” αυτό που είχε αναλύσει ο Αριστοτέλης, και έδωσε μορφή σ’ αυτό που είχε ονειρευτεί ο Leibniz. Έφτιαξε ένα καινούργιο ρεπερτόριο συμβόλων, μια καινούργια γλώσσα, της οποίας το “συντακτικό”, οι κανόνες και οι νόμοι, είχαν τη λιτότητα και την αυστηρότητα των μαθηματικών.

Μπορούμε να βρούμε μια γενεαλογική σχέση ανάμεσα στην δουλειά του Boole και σ’ εκείνο που επιχείρησε και κατάφερε μερικές δεκαετίες αργότερα ο Ταίηλορ. Η Αριστοτελική Λογική είχε έτσι κι αλλιώς διαμελίσει την ποιητική της γλώσσας και τυποποίησε τις προτάσεις, τις μεταξύ τους σχέσεις και τα νοήματα, αφαιρώντας σαν περιττή (μη Λογική) κάθε αμφισημία, πολυσημία, κλπ. Ο Boole έδωσε μαθηματική έκφραση σ’ αυτήν την τυποποίηση, δηλαδή ανασυνέθεσε την αριστοτελική νομολογία της Λογικής σε σχέσεις μεταξύ συμβόλων. Ο Ταίηλορ, απ’ τη μεριά του, ανέλυσε / διαμέλισε το εργαζόμενο σώμα, απομόνωσε τις χρήσιμες σωματικές κινήσεις αφαιρώντας σαν περιττές (και επικίνδυνες) όσες σκόπευαν στην εξοικονόμηση χρόνου απ’ την εργατική σκοπιά, και ξανασυνέθεσε αυτές τις κινήσεις μέσα απ’ την μηχανική (φυσικομαθηματική) μεσολάβηση.

Το ενδιαφέρον είναι λοιπόν ότι μορφές “ταιηλοροποίησης – της – σκέψης”, μεταξύ των επιστημόνων κατά κύριο λόγο, είχαν προηγηθεί μερικές δεκαετίες απ’ τον ίδιο τον Ταίηλορ. Δεν είναι όμως μόνο ο Boole και άλλοι μαθηματικοί (όπως ο Frege) φωτεινά αστέρια σ’ αυτήν την διαδικασία. Υπήρξαν κάποιοι τολμηροί που υποστήριξαν, πάντα τον 19ο αιώνα, ότι οι διανοητικές διαδικασίες μπορούν να μηχανοποιηθούν. Ένας απ’ αυτούς είναι ο Charles Babbage. Ο Babbage θεωρείται σήμερα πρόδρομος της πληροφορικής και των ηλεκτρονικών υπολογιστών, επειδή σχεδίασε και σχεδόν έφτιαξε μια υπολογιστική μηχανή.


Ο Babbage, παίζοντας δύο φορές σκάκι εναντίον του “Tούρκου” στο Λονδίνο το 1821 (έχασε και τις δύο φορές) έβγαλε γρήγορα το συμπέρασμα ότι πρόκειται για απάτη. Η εμπειρία εκείνη όμως τον έκανε να σκεφτεί για την δυνατότητα μηχανοποίησης διανοητικών παιχνιδιών, συμπεριλαμβανόμενου του σκακιού. Μετά τις ήττες του απ’ τον “Τούρκο” έγραψε στο “The Author’s Contributions to Human Knowledge” ότι κάθε παιχνίδι δεξιοτήτων θα μπορούσε, θεωρητικά, να παιχτεί από μια αυτόματη μηχανή. Ενώ η Difference Engine μπορούσε να κάνει μόνο μια λειτουργία κάθε φορά, ο Babbage άρχισε να σκέφτεται την πιθανότητα προγραμματισμού μιας μηχανής έτσι ώστε να κάνει πολλές διαφορετικές λειτουργίες. Ονόμασε αυτή την ιδέα του Analytical Engine. Θα προγραμματιζόταν μέσω διάτρητων καρτών, μια ιδέα που την πήρε απ’ την υφαντουργική βιομηχανία, ειδικά τις μηχανές του Jacquard.
Ποιό ήταν το καθεστώς της σχέσης μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας; Θα μπορούσαν οι διανοητικές δυνατότητες να μηχανοποιηθούν όπως γινόταν ήδη σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό με τις χειρωνακτικές δυνατότητες; Η γκάμα των αντιδράσεων απέναντι στην υψηλής ακρίβειας τεχνολογία, στον 19ο αιώνα, είχε να κάνει σε μεγάλο βαθμό με τις πολιτιστικές πεποιθήσεις της εποχής…. Οι απαντήσεις σ’ αυτές και σε παρόμοιες ερωτήσεις δεν διαμόρφωσαν μόνο την βρετανική κοινωνία του 19ου αιώνα, αλλά επηρρέασαν και την γνωσιολογία της φυσικής. Στον 19ο αιώνα άρχισε να αναδύεται μια επαγγελματική τάξη (κυρίως) ανδρών, οι επιστήμονες, που αφιερώθηκαν στη μελέτη της φύσης. Καθώς η εξειδίκευση της εργασίας άρχισε να μεγαλώνει τόσο στην κοινωνία γενικά όσο και μέσα στην επιστημονική κοινότητα ειδικά, ζητήματα που αφορούσαν την φύση και την σχέση της τεχνικής (χειρωνακτικής) γνώσης και της επιστημονικής γνώσης και της δικής της οπτικής άρχισαν να ανακύπτουν όλο και πιο έντονα· και με πολιτικές προεκτάσεις.

Ένας άλλος τολμηρός, που δεν έφτιαξε κάποια μηχανή αλλά διατύπωσε θεωρητικά το ζήτημα της μηχανοποίησης της σκέψης, ήταν ο Alfred Marshall:


O Alfred Marshall υπήρξε εξίσου σημαντικός σε ότι αφορά τον “προβληματισμό” για τις διανοητικές και ψυχοσυναισθηματικές διαδικασίες, και την μηχανική αναλογία τους. Ο Marshall έμεινε τελικά γνωστός στην ιστορία σαν θεωρητικός της (καπιταλιστικής) οικονομίας με το Principles of Economics (1890). Όμως η “οικονομολογία” της εποχής δεν είχε σχέση με την σημερινή, ούτε άλλωστε οι επιστήμες (εντός ή εκτός εισαγωγικών…) είχαν καταμεριστεί και εξειδικευτεί όπως τις ξέρουμε σήμερα. Ο Marsall, σαν οικονομολόγος, ήταν μάλλον ένας “φυσικός (ή “μηχανικός”….) των ανθρώπινων οικονομικών συναλλαγών”. Και απ’ αυτή τη θέση μπορούσε να κινείται εύκολα σε πεδία όπως η ψυχολογία, η ηθική, ακόμα και η συνείδηση και η γνώση, μιλώντας γενικά για το είδος μας, τα κίνητρα των πραξεών του, τα όρια των γνώσεών του, τους τρόπους να μετακινεί αυτά τα όρια μαθαίνοντας.
O Marshall, λοιπόν, στα τέλη της δεκαετίας του 1860, έγραψε 4 κείμενα με σκοπό να οργανώσει την ψυχολογία – σαν – επιστήμη δίνοντάς της σταθερές βάσεις. Το τρίτο κείμενο εκείνης της σειράς (γράφτηκε το 1868) είχε τίτλο “Ye Machine” και σ’ αυτό ο Marshall παρουσίαζε ένα μηχανικό μοντέλο για την κατανόηση του πως “δουλεύει η ανθρώπινη σκέψη”. Σύμφωνα με την ιδέα του Marshall αυτό που συμβαίνει στο κεφάλι μας μπορεί να παρουσιαστεί σαν η λειτουργία / συνεργασία δύο μηχανικών τμημάτων. Το ένα είναι ανάλογο του εγκεφάλου, το άλλο είναι ανάλογο της παρεγκεφαλίδας. Το δεύτερο, (το “κατώτερο”) επεξεργάζεται τα εισερχόμενα αισθητηριακά ερεθίσματα διαμορφώνοντας ιδέες με βάση αυτά τα ερεθίσματα. Σχηματίζει έτσι την ιδέα μιας πράξης. Το πρώτο μηχανικό κύκλωμα (το “ανώτερο”) “επεξεργάζεται” τις συνέπειες της μίας ή της άλλης πράξης σε σχέση με το περιβάλλον· την αποτελεσματικότητα της μίας ή της άλλης πράξης, κλπ.
Το τι σχέση έχει αυτή η ιδέα του Marshall για την “μηχανική αναπαράσταση” της σκέψης, ιδέα του 1860, με τις μεταγενέστερες διευθετήσεις της “αρχιτεκτονικής” των υπολογιστών, είναι ένα θέμα. Προς το παρόν όμως αξίζει να τονιστούν τα εξής:
α) Πηγή έμπνευσης του Marshall ήταν η Αναλυτική Μηχανή του Babbage, και οι “ρυθμίσεις” που είχε εφεύρει εκείνος για την διεκπεραίωση όλων των υπολογισμών, άσχετα απ’ το αριθμητικό μέγεθός τους. Στην αυτοβιογραφία του ο Babbage περιέγραψε ως εξής τον στόχο του όταν σχεδίαζε την Αναλυτική Μηχανή του:
… Τίποτα λιγότερο εκτός απ’ την δυνατότητα να διδάσκεται η Μηχανή έτσι ώστε να προβλέπει και, στη συνέχεια, να δρα με βάση την πρόβλεψή της, δεν μπορεί να με εμπνέει για το αντικείμενο που θέλω…
Η “ικανότητα πρόβλεψης” ήταν πρακτικά, για τον εφευρέτη της Αναλυτικής Μηχανής, η δυνατότητα προγραμματισμού της… Ο Babbage ήθελε, “ονειρευόταν”, θεωρούσε εφικτή την “σκεπτόμενη μηχανή”. Ο Marshall, απ’ την μεριά του, θεωρούσε την (ανθρώπινη) σκέψη σαν αναπαραστάσιμη με όρους μηχανής…
β) Στο κέντρο του ενδιαφέροντος ΔΕΝ βρίσκεται ο χειρώνακτας! Όχι ακόμα· θα έρθει ο Taylor, αλλά αυτός αργότερα. Στο κέντρο του ενδιαφέροντος βρίσκονται διανοητικές διαδικασίες: το πως ο εγκέφαλος τροφοδοτείται απ’ τα ερεθίσματα των αισθήσεων και πως τα επεξεργάζεται· το πως οι παρελθούσες εμπειρίες / γνώσεις οργανώνουν τις τωρινές και τις μελλοντικές· το πως δουλεύει το νευρικό σύστημα “τροφοδοτώντας” την γνώση και την συνείδηση…

Ο Boole, ο Babbage, ο Marshall, και πολλές δεκάδες άλλοι, μαθηματικοί, φιλόσοφοι των επιστημόνων, εφευρέτες, προηγήθηκαν του Ταίηλορ. Και ανήκουν σε μια διαχωρισμένη μεν εποποιία δε: την συγκρότηση των επιστημών σαν τέτοιων, την συγκρότηση των επιστημονικών γνώσεων, της επιστημονικής σκέψης, την αναζήτηση εφαρμογών αυτής της σκέψης. Η επιθετική σχέση της επιστημονικής γνώσης / σκέψης απέναντι στην εμπειρική γνώση / σκέψη είχε ήδη σημαντικές επιτυχίες πριν ο Ταίηλορ εκδόσει το scientific management. Και οι επιτυχίες δεν αφορούσαν την χειρωνακτική εργασία. Αφορούσαν πλευρές (ή και το σύνολο) των διανοητικών διαδικασιών. Της σκέψης.

Όμως αυτές οι όποιες επιτυχίες ήταν γνωστές μόνο μεταξύ των ειδικών και των φίλων των επιστημών. Δεν αφορούσαν το ευρύτερο κοινό, τις κοινωνίες της εποχής.

Μέρος Β

Οι Ταίηλορ μετά τον Ταίηλορ

Τι είναι η σκέψη; Και τι σχέση έχει με τη γλώσσα; Τα ερωτήματα έχουν αποκτήσει πια τεράστιες διαστάσεις, απόδειξη του μεγάλου ενδιαφέροντος, επιστημονοτεχνολογικού βέβαια, να βρεθούν λειτουργικές (και γιατί όχι; κερδοφόρες) απαντήσεις μηχανικών μεσολαβήσεων.

Στα τέλη του 19ου αιώνα όμως οι (επιστημονικές) απαντήσεις θα μπορούσαν να είναι απλές. Απλές και Αριστοτελικές. Μια συνεπής παρουσίαση αυτής της άποψης θα ήταν κάπως έτσι:


Για τον Αριστοτέλη υπάρχει στενή σχέση γλώσσας και πραγματικότητας: η σωστή χρήση της γλώσσας αντανακλά τη σωστή λειτουργία της σκέψης, και η σωστή λειτουργία της σκέψης αποκαλύπτει στοιχεία για την αντικειμενική δομή του κόσμου.

Η αριστοτελική λογική ξεκινά από την ανάλυση των απλών προτάσεων της γλώσσας.

Οι προτάσεις λοιπόν συνδέουν συνήθως ένα ατομικό υποκείμενο με ένα γενικό κατηγορούμενο. Ο Αριστοτέλης, πεπεισμένος για τη στενή σχέση γλώσσας και πραγματικότητας, θα προχωρήσει περισσότερο. Αφού οι προτάσεις μας αποτελούνται από ένα ατομικό υποκείμενο και ένα γενικό κατηγορούμενο, αυτό σημαίνει ότι και η σκέψη μας, που λειτουργεί με έννοιες, λειτουργεί με δύο κατηγορίες εννοιών: τις ατομικές έννοιες και τις γενικές έννοιες. Η στοιχειώδης λειτουργία της σκέψης συνίσταται στη σύνδεση μιας γενικής και μιας ατομικής έννοιας, στην απόδοση μιας ιδιότητας (μιας γενικής έννοιας) σε ένα άτομο. Αντιστοίχως, και η ίδια η πραγματικότητα αποτελείται από δύο κατηγορίες όντων: τα συγκεκριμένα πρόσωπα, ζώα και πράγματα που μας περιτριγυρίζουν … (ο Αριστοτέλης τα ονομάζει όλα αυτά “καθ έκαστον”)· και το σύνολο των χαρακτηριστικών και των ιδιοτήτων που αποδίδουμε σε αυτές τις ατομικές οντότητες… (αυτά ο Αριστοτέλης τα ονομάζει “καθόλου”).
Επομένως η γλώσσα χρησιμοποιεί υποκείμενα και κατηγορούμενα, η σκέψη λειτουργεί με ατομικές και με γενικές έννοιες, και η πραγματικότητα αποτελείται από “καθ έκαστον” και από “καθόλου”.

Ακόμα κι αν μια τέτοια άποψη σήμερα θεωρείται ξεπερασμένη (στην πραγματικότητα αναδιαμορφωμένη μέσα από λεπτεπίλεπτες κατηγοριοποιήσεις και έρευνες), στις αρχές του 20ου αιώνα το να πει κάποιος

χωρίς τη γλώσσα η σκέψη είναι ένα αόριστο, αχαρτογράφητο νεφέλωμα

αν όχι ταυτίζοντας απόλυτα την σκέψη με την γλώσσα υποστηρίζοντας σίγουρα ότι η γλώσσα είναι που μας προσφέρει ό,τι θα ήταν δυνατόν να ξέρουμε για την σκέψη, αυτός λοιπόν που θα υποστήριζε κάτι τέτοιο δεν θα ήταν καθόλου αυθαίρετος ή αντιεπιστημονικός.

Ο άνθρωπος που έκανε την πιο πάνω δήλωση έχει ένα πολύ σημαντικό όνομα στην ιστορία της γλωσσολογίας και όχι μόνο. Λέγεται Ferdinand de Saussure, και οι ρηξικέλευτες απόψεις του για τη γλώσσα έγιναν γνωστές το 1916, όταν οι μαθητές του εξέδωσαν τις πανεπιστημιακές του διαλέξεις / παραδόσεις στο πανεπιστήμιο της Γενεύης, μεταξύ 1907 και 1911. Επηρρέασαν όλους τους σημαντικούς γλωσσολόγους (και όχι μόνο) ως και μεγάλο μέρος του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα· ανάμεσα σ’ αυτούς και τον τελευταίο ως τώρα “μεγάλο” της γλωσσολογικής ανάλυσης, τον Noam Chomsky.

Ο Saussure είναι, τολμάμε να υποστηρίξουμε, ένα ισοδύναμο του Ταίηλορ σε έναν πολύ διαφορετικό (και για τον 20ο αιώνα εξίσου κεντρικό με την χειρωνακτική εργασία και τον έλεγχό της) τομέα, εάν και εφόσον οι λέξεις εργάζονται…

Ο Saussure ήταν πολύγλωσσος από σχετικά μικρός. Αλλά αυτό δεν θα μπορούσε να είναι αρκετό· θα πρέπει να προσθέσουμε ότι ο πατέρας του ήταν μεταλλειολόγος, εντομολόγος και ταξινομιστής. Στα 19 του ο Saussure μπήκε στο γερμανικό πανεπιστήμιο του Leipzig (το δεύτερο παλιότερο εν ενεργεία στον κόσμο)· ήταν το ακαδημαϊκό περιβάλλον που ταίριαζε στα ενδιαφέροντά του για την γλώσσα. Μπορεί να προκαλέσει εντύπωση, μπορεί όχι, αλλά ένας απ’ τους πιο διάσημους (παλιούς) απόφοιτους του πανεπιστημίου, τον καιρό που ο Saussure πήγε εκεί για σπουδές (το 1876), λεγόταν Leibniz… Περισσότερο άμεσα σχετισμένη με την κατεύθυνση των προσεγγίσεων του Saussure στη γλώσσα πρέπει να θεωρηθεί η “σχολή των neogrammarians” (στην πράξη όλο το τμήμα γλωσσικών σπουδών) του πανεπιστημίου του Leipzig, που στα 1876 αριθμούσε τουλάχιστον 10 καθηγητές του ιδρύματος. Η έρευνα και οι θέσεις των neogrammarians εστίαζαν στα φωνήματα, στις αλλαγές τους και στην επίδραση αυτών των αλλαγών στο φώνημα μιας λέξης στο σύνολο των κοντινών λέξεων (και των φωνημάτων τους). Οι neogrammarians θεωρούνται οι πρώτοι που αντιμετώπισαν τη γλώσσα σαν σύστημα και προσπάθησαν να την αναλύσουν με επιστημονικό τρόπο…

Η δουλειά του Saussure είναι γενικά γνωστή. Ήταν αυτός που χώρισε το σημαίνον από το σημαινόμενο των λέξεων, ξαναενώνοντας τα στο σημείο. Θεωρείται, όχι άδικα, “πατέρας της σημειολογίας” και πρόδρομος του στρουκτουραλισμού.

… Όλος ο μηχανισμός της γλώσσας εξαρτιέται από την αρχή…. πως το σημαίνον [σ.σ.: το άκουσμα των λέξεων] …ξετυλίγεται μέσα στο χρόνο μόνο, κι έχει τα χαρακτηριστικά που δανείζεται από τον χρόνο… μπορεί να μετρηθεί μέσα σε μια μόνο διάσταση, τη γραμμή… … Tα ακουστικά σημαίνοντα [σ.σ.: οι λέξεις όπως τις ακούμε] δεν διαθέτουν παρά τη γραμμή του χρόνου· τα στοιχεία τους παρουσιάζονται το ένα ύστερα από το άλλο· σχηματίζουν αλυσίδα. O χαρακτήρας αυτός φαίνεται αμέσως από τη στιγμή που τα παριστάνει κανείς με τη γραφή…

Θαυμάσια η ιδέα της χρονικής αλυσίδας ακουστικών σημαινόντων· τόσο παράξενα συγγενική με την αλυσίδα συναρμολόγησης που εμπνεύστηκε ο ταιηλορισμός…

Αξίζει πάντως να υπενθυμίσουμε την ακόλουθη δήλωση του Saussure, επειδή είναι κεντρική στη συλλογιστική του:

… μια γλώσσα αποτελεί ένα σύστημα…. το σύστημα αυτό είναι ένας περίπλοκος μηχανισμός· δεν μπορεί κανείς να τη δαμάσει παρά μόνο με τη σκέψη· κι αυτοί οι ίδιοι που κάνουν καθημερινή χρήση αυτού του μηχανισμού, τον αγνοούν βαθύτατα…

Η βεβαιότητα του Saussure είναι Αριστοτελική: η γλώσσα είναι ό,τι κοντινότερο στη σκέψη μπορούμε να ψηλαφίσουμε (σαν επιστήμονες…). Και, φυσικά, επειδή “είμαστε επιστήμονες”, δηλαδή κάτοχοι μιας ανώτερης σκέψης, δεν μπορούμε παρά να ισχυριστούμε ότι
α) η γλώσσα (το αποτύπωμα της σκέψης των πολλών…) είναι μηχανισμός, και μάλιστα περίπλοκος· και
β) αυτόν τον περίπλοκο μηχανισμό ΔΕΝ τον ξέρουν όσοι μιλάνε (ή γράφουν…).

Πρόκειται για έναν, καταρχήν, καθαρόαιμο Ταιηλορικό ισχυρισμό, με την εξής, από πρώτη ματιά, διαφορά. Ο Ταίηλορ δεν υποστήριξε ότι η χειρωνακτική εργασία είναι, σαν τέτοια, ένας “περίπλοκος μηχανισμός” τον οποίο “αγνοούν όσοι χρησιμοποιούν καθημερινά”. Αλλά φρόντισε να την κάνει τέτοιον, έτσι ώστε να εξασφαλίσει την άγνοια των “χρηστών” (και την αποκλειστικότητα γνώσης των τεχνικών και των μηχανικών). Αντίθετα ο Saussure ισχυρίζεται ότι “έτσι είναι τα πράγματα”… Όμως αυτή η διαφορά είναι επιφανειακή. Γιατί ο Saussure (όπως και ο Ταίηλορ σε άλλο αντικείμενο) θα κατασκευάσει μια ανάλυση της γλώσσας τέτοια που η γλώσσα να παρουσιάζεται σαν “περίπλοκος μηχανισμός”, ώστε να τον / την αγνοούν βαθύτατα όσοι μιλάνε!

Πρόκειται για ένα εξαιρετικά τολμηρό εγχείρημα, απ’ την σύλληψή του την ίδια. Εδώ δεν πρόκειται να βγουν “άσχετοι” κάποιοι χειρώνακτες μπροστά στους ειδικούς που θα τους διδάξουν πως να έχουν (πολύ) μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στις δουλειές με βάση επιστημονικούς κανόνες. Εδώ πρόκειται να κηρυχτούν “άσχετοι” οποιοιδήποτε μιλούν (ή γράφουν) ενόσω μιλούν και γράφουν (και χωρίς να πρέπει να εκπαιδευτούν σε κάποια αποτελεσματικότερη χρήση της γλώσσας) επειδή – και μόνο – ο γλωσσολόγος (ο πρωτοπόρος Saussure εν προκειμένω) θα βρει και θα μελετήσει τους κανόνες που (υποτίθεται πως) αυτοί δεν ξέρουν, αν και είναι καθ’ όλα ικανοποιητικοί ομιλούντες. Υπάρχει η σύγκρουση των δύο “σωμάτων γνώσης”, του εμπειρικού και του επιστημονικού, και στις δύο περιπτώσεις. Αλλά στον ταιηλορισμό η επίθεση του επιστημονικού σώματος γνώσης στο εμπειρικό γίνεται ανοικτά, καθαρά, “κατά μέτωπο”. Αντίθετα στον σωσσυρισμό (και στη συνέχεια στον στρουκτουραλισμό) αυτή η επίθεση είναι αόρατη: ο ταιηλορισμός της σκέψης προχωράει (ακόμα, και θα συνεχίσει για δεκαετίες) “στα κρυφά”. Όχι από πρόθεση αλλά για λόγους που θα δούμε στη συνέχεια.

Αυτό σημαίνει ότι η κατασκευή μιας μηχανιστικής αναπαράστασης / ανάλυσης της γλώσσας γίνεται “εν θερμώ”: αυτή (η γλώσσα) δεν πρέπει να “σταματήσει” και να ανασυντεθεί με διαφορετικό τρόπο (όπως στους στόχους χειρωνακτικής εργασίας του Ταίηλορ και του ταιηλορισμού)· αρκεί να συμβαίνει, να είναι ζωντανή, να μην “σωπαίνει”. Ποια είναι η διαφορά; Για τον Saussure δεν υπάρχει ζήτημα “αλλαγής στη χρήση της γλώσσας” ή “αλλαγής γλώσσας” (αυτά θα γίνουν πολύ αργότερα, με την “γλώσσα προγραμματισμού” και τους αλγόριθμους) αλλά μόνο η κατασκευή εκείνων των “μυστικών μηχανισμών” που ο επιστήμονας, και μόνον αυτός, μπορεί να βρει, να μελετήσει, να αναδείξει. Και ο Ταίηλορ και ο Saussure είναι “κατάσκοποι”, ο καθένας στον τομέα του. Αλλά ο Ταίηλορ είναι, επίσης, ριζικός αναμορφωτής. Αντίθετα ο Saussure είναι κατ’ αρχήν “αποταμιευτής”: κάνει ταμείο (αναλύσεων, γνώσεων – που – δεν – έχουν – οι – καθημερινοί – χρήστες) χωρίς να τον απασχολεί η αποδοτική επένδυση αυτού του (γνωσιολογικού του) κεφάλαιου… Και ο Ταίηλορ και ο Saussure φτιάχνουν τους (αντίστοιχους στον τομέα του ο καθένας) ανειδίκευτους. Ο ανειδίκευτοι του Ταίηλορ το καταλαβαίνουν ότι είναι τέτοιοι. Οι ανειδίκευτοι του Saussure όχι.

Δεν θα επιμείνουμε περισσότερο στη δουλειά του Saussure, εκτός από ένα ιστορικό / πολιτικό ζήτημα σχετικά μ’ αυτήν. Σ’ ένα σημείο των διαλέξεών του6, και προκειμένου να δείξει ότι ο “παράγοντας χρόνος” είναι ιδιαίτερα σημαντικός για το πως η γλωσσολογία αντιλαμβάνεται και οργανώνει το αντικείμενό της, ο Saussure κάνει την εξής ενδιαφέρουσα συσχέτιση:

Πολύ λίγοι γλωσσολόγοι υποπτεύονται ότι η επέβαση του παράγοντα “χρόνος” είναι η ικανή να δημιουργήσει δυσκολίες, και ότι τοποθετεί την επιστήμη τους μπροστά σε δύο δρόμους που διαχωρίζονται μεταξύ τους.
Οι περισσότερες από τις άλλες επιστήμες αγνοούν τη ριζική αυτή δυαδικότητα· ο χρόνος δεν προκαλεί σ’ αυτές ιδιαίτερα αποτελέσματα… Αντίθετα, η δυαδικότητα για την οποία μιλάμε επιβάλεται κιόλας επιταχτικά στις οικονομικές επιστήμες. Εδώ … η πολιτική οικονομία και η οικονομική ιστορία αποτελούν δύο επιστημονικούς κλάδους εντελώς χωριστούς μέσα σε μια και την ίδια επιστήμη…
Είναι μια εντελώς όμοια αναγκαιότητα που μας υποχρεώνει να χωρίσουμε τη γλωσσολογία σε δύο μέρη, που το καθένας τους έχει τη δική του αρχή.
Aκριβώς εδώ, όπως στην πολιτική οικονομία, βρισκόμαστε μπροστά στην έννοια της αξίας· και στις δύο επιστήμες πρόκειται για ένα σύστημα ισοδυναμίας μεταξύ διαφορετικών τάξεων: στη μία έχουμε μια εργασία και ένα μισθό, στην άλλη ένα σημαινόμενο και ένα σημαίνον.

Είναι κατ’ αρχήν δύσκολο να καταλάβουμε το πως ο Saussure συσχέτισε την εργασία και τον μισθό απ’ τη μια μεριά, με το σημαινόμενο και το σημαίνον απ’ την άλλη. Καταστασιακός δεν ήταν!!! Όμως από διάφορα σημεία του έργου του προκύπτει πως έχει μια αόριστη (;) συναίσθηση ότι αυτό το οποίο πραγματεύεται είναι όντως μέρος μιας καινούργιας (από θεωρητική άποψη) πολιτικής οικονομίας. Πολιτικής οικονομίας της γλώσσας, ή, πιο σωστά, ακριβώς επειδή “βρισκόμαστε μπροστά στην έννοια της αξίας”, πολιτικής οικονομίας της (ανθρώπινης) επικοινωνίας.

Αυτή η συναίσθηση ίσως δεν είναι ακόμα κατασταλαγμένη στον Saussure – βρισκόμαστε στις αρχές του 20ου αιώνα. Στις επόμενες δεκαετίες, χάρη και στη “σημειολογία”, η ανάλυση, το κομμάτιασμα, η τυποποίηση και η ανασυναρμολόγηση των γλωσσών και των νοημάτων δεν θα είναι πια μερικές ακόμα “άλγεβρες Boole”. Δεν θα αφορούν, δηλαδή, ειδικές κατηγορίες επιστημόνων – θα αφορούν το ευρύτατο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων. Θα προκύψουν έτσι γοητευτικές ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές αναλύσεις για την “άγρια σκέψη” (Claude Levi-Strauss), υπερφίαλες θεωρίες για τα media και την πρωτοκαθεδρία του “μέσου” (Marsall Mac Luan), ή έξυπνες φλυαρίες περί (ανάλυσης της) ψυχής (Lacan).

Μπορούμε, λοιπόν, σε ότι αφορά τη δουλειά του Saussure, να μιλήσουμε για την εκκίνηση ενός είδους scientific management της γλώσσας και, αν όχι της σκέψης σαν τέτοιας, οπωσδήποτε των εκφράσεών της. Η εμμονή της γενικής “γλωσσοποίησης” των κοινωνικών σχέσεων τις επόμενες δεκαετίες, και σ’ αυτή τη βάση η αναζήτηση ακόμα και δυνατοτήτων μηχανικής μεσολάβησής τους, ξεκινάει με τον σχετικά αθώο διαμελισμό των λέξεων και των νοημάτων στην τριαδική σχέση σημαίνον – σημαινόμενο – σημείο.

Εν τω μεταξύ, την ίδια περίοδο, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, σημαντικές εξελίξεις γίνονταν σε τομείς των μαθηματικών. Επιφανειακά αυτές οι εξελίξεις έμοιαζαν άσχετες με αυτό που θα λεγόταν, γενικά, “γλώσσα” και “σκέψη”. Αλλά στην πραγματικότητα επρόκειτο, ακριβώς, για εκστρατείες σ’ αυτήν την ήπειρο, οργανωμένες όχι από γλωσσολόγους αλλά απο μαθηματικούς. Οι συμβολικές γλώσσες υπολογισμών είχαν εδραιωθεί, αλλά τα ερωτήματα της λογικής επάρκειας και ακρίβειας των μαθηματικών αναλύσεων ήταν ανοικτά, ή αυτό υποστήριζαν ορισμένοι θεωρητικοί (Hilbert).

Σ’ αυτό το χρονικό σημείο και σ’ αυτό το πεδίο, την δεκαετία του ‘30, ανέτειλλε το άστρο του Alan Turing. Ο Turing είναι γνωστός για πολλά επιτεύγματά του στη συνέχεια της ζωής του, αλλά το κρίσιμο βήμα του, κι αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι ότι ανάλυσε βήμα – βήμα αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί ανθρώπινη διανοητική διαδικασία υπολογισμών. Η ανάλυσή του αυτή υπήρξε ευφυέστατη, και από πολλές απόψεις (είτε το είχε συνείδηση είτε όχι) εντελώς Ταιηλορική.

Αυτή ήταν η καινοτόμα ιδέα και πρόταση του Turing: πως άπαξ και οποιοδήποτε υπολογισμός μπορεί να διαταχθεί με τέτοιον απλό τρόπο, μπορεί να γίνει από μια κατάλληλα φτιαγμένη μηχανή. Ακόμα πιο πέρα: άπαξ και οποιοσδήποτε συλλογισμός (οποιαδήποτε λογική σκέψη) μπορεί να διαταχθεί, μέσω κατάλληλων συμβόλων, σαν αναλυτικός υπολογισμός, τότε μια κατάλληλα φτιαγμένη μηχανή μπορεί να “σκεφτεί”. Η “Μηχανή Turing”, πολύ πριν υπάρξει με οποιαδήποτε υλική μορφή, υπήρξε μια ιδεατή σύλληψη με το κατάλληλο θεωρητικό έδαφος. Φυσικά, κανείς δεν διανοήθηκε να μιλήσει για “κουρελού, μεταμφιεσμένη σε επιστήμη”!!!

Μέρος Γ

Ο Ταίηλορ στην Καλιφόρνια

Η διαδρομή που πολύ συνοπτικά περιγράψαμε νωρίτερα διατάσσοντας την με τέτοιον τρόπο ώστε να περιστρέφεται γύρω απ’ τον Ταίηλορ, τον ταιηλορισμό και τη μηχανοποίηση της χειρωνακτικής εργασίας, είναι μια πολύ συγκεκριμένη ιστορικά διαδρομή. Στην καρδιά της βρίσκεται μια παράξενη σύντηξη, αυτή ανάμεσα στον συλ-λογισμό, τον ορθο-λογισμό και τον υπο-λογισμό, μια σύντηξη που έγινε (ιστορικά) με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι γενικεύσιμη η μηχανική μεσολάβηση σε διανοητικές διαδικασίες.

Εύκολα προσέχει κανείς ότι και οι τρεις αυτές λέξεις / έννοιες, που έχουν διαφορετικά νοήματα, έχουν σαν κοινό συστατικό τη λέξη λογισμός. Η σύμπτωση δεν είναι προϊόν κάποιου παιχνιδιού.

Θα ήταν, άραγε, ανίερο, θα ήταν προσβλητικό, εάν υποστήριζε κανείς ότι “η σκέψη είναι μια μηχανή”; Ή, έστω, ότι οι δραστηριότητες του νου μπορούν να παρομοιαστούν με ηλεκτρομηχανικές; Η φράση “η σκέψη είναι μια μηχανή”, εάν τοποθετηθεί μέσα στο κατάλληλο περιβάλλον παραδοχών, έχει την δύναμη αξιώματος: εάν δεν διαψευστεί ισχύει.

Ωστόσο, το να πει κάποιος “η σκέψη είναι μια μηχανή” δεν είναι αρκετό. Θα πρέπει να αναλυθούν τα συστατικά της και ο τρόπος με τον οποίο δουλεύει. Σ’ αυτό το κρίσιμο σημείο τοποθετήθηκε εκείνο που λέγεται γλώσσα. Αν για τον Ταίηλορ οι κινήσεις του σώματος ήταν το υλικό που μελέτησε, ανάλυσε, μέτρησε και αναδιέταξε, για την ανάλυση της σκέψης το προς έρευνα, μέτρηση, αναδιάταξη “κινούμενο σώμα” (ή εργαζόμενο σώμα…) ήταν (έγινε) η γλώσσα. Η γλώσσα δίνει μορφή στην κίνηση της σκέψης. Μπορεί γλώσσα και σκέψη να μην ταυτίζονται απόλυτα. Όμως είναι σίγουρο ότι η “ανταλλαγή σκέψεων”, αυτό που ονομάζεται επικοινωνία, γίνεται μέσω της γλώσσας. Συνεπώς, η ανάλυση, τυποποίηση, “καταμέτρηση” της γλώσσας (των γλωσσών) και η ανασύνθεση / αναγωγή τους σε λειτουργίες μηχανής μπορεί κάλλιστα να έχει σαν στόχο εκείνον που είχε ο Ταίηλορ: την δημιουργία των βέλτιστων, δηλαδή γρηγορότερων και αποδοτικότερων διε-ργασιών νόησης.

Ο ίδιος ο Ταίηλορ, που δεν ασχολήθηκε ποτέ με τέτοια ζητήματα, είχε την διαίσθηση ότι αυτό που ονόμασε scientific management και εφάρμοσε στις χειρωνακτικές εργασίες θα μπορούσε να πάει μακρυά. Στην εισαγωγή του βιβλίου του γράφει:

Αυτή η αναφορά γράφτηκε με τρεις στόχους.
Πρώτον, να δείξει μέσα από μια σειρά απλών παραδειγμάτων, τις μεγάλες απώλειες που έχει ολόκληρη η χώρα εξαιτίας της αναποτελεσματικότητας σχεδόν στο σύνολο των καθημερινών μας ενεργειών.
Δεύτερο, να προσπαθήσει να πείσει τον αναγνώστη ότι η αντιστροφή αυτής της αναποτελεσματικότητας έγκειται στη συστηματική διαχείριση και όχι στην αναζήτηση κάποιων ασυνήθιστων ή σπάνιων ανθρώπων.
Τρίτον, για να αποδείξει ότι η καλύτερη διαχείριση είναι μια αληθινή επιστήμη, που βασίζεται σε ξεκάθαρους νόμους, κανόνες και αρχές, σαν θεμέλιά της. Και επιπλέον, να δείξει ότι τα βασικά στοιχεία της επιστημονικής διαχείρισης είναι εφαρμόσιμα σε όλα τα είδη των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, απ’ τις απλούστερες ατομικές πράξεις ως το έργο των μεγάλων επιχειρήσεών μας, που απαιτούν την πιο αποδοτική συνεργατικότητα. Και, σύντομα, μέσα από μια σειρά παραδειγμάτων, να πείσει τον αναγνώστη πως οπουδήποτε αυτά τα βασικά στοιχεία εφαρμόζονται σωστά, τα αποτελέσματα θα έρθουν· αποτελέσματα που θα είναι στ’ αλήθεια εντυπωσιακά.

Ελπίζω ότι θα γίνει καθαρά στους αναγνώστες ότι τα ίδια βασικά στοιχεία μπορούν να εφαρμοστούν σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες: στη διαχείριση των σπιτιών μας· στη διαχείριση των κτημάτων μας· στη διαχείριση των εμπορικών μας εγκαταστάσεων, μικρών και μεγάλων· στις εκκλησίες μας, στα φιλανθρωπικά μας ιδρύματα, στα πανεπιστήμιά μας και στις κυβερνητικές υπηρεσίες μας.

Ξέρουμε το όνομα αυτής της διαδικασίας. Λέγεται αλγόριθμοι και είναι παντού όπου υπάρχουν και λειτουργούν οι πληροφορικές μηχανές.

Ένας απ’ τους διεθνώς γνωστούς σχολιαστές των τεχνοεπιστημονικών εξελίξεων, ο αμερικάνος Nicholas Carr έγραφε το 2008 μεταξύ άλλων (σε ένα άρθρο με τίτλο Μας κάνει η google ηλίθιους; που προκάλεσε έναν κάποιο ντόρο διεθνώς):

… Το σύστημα του Ταίηλορ είναι πάντα ανάμεσά μας… Χάρη στην αυξανόμενη επιρροή των μηχανικών υπολογιστών και των προγραμματιστών πάνω στη διανοητική ζωή μας, η ιδέες του Ταίηλορ έχουν αρχίσει να κυβερνούν τα μυαλά μας. Το Ίντερνετ είναι μια μηχανή σχεδιασμένη για την αποτελεσματική και αυτόματη συλλογή, μεταφορά και χειραγώγηση των πληροφοριών, και λεγεώνες προγραμματιστών έχουν αφιερωθεί στην εφεύρεση της “μίας ενιαίας μεθόδου” – του τέλειου αλγόριθμου – που θα διεκεπεραιώνει κάθε διανοητική διεργασία, οτιδήποτε έχουμε ιστορικά ονομάσει “διανοητική εργασία”….

Προφανώς δεν είναι ο κυβερνοχώρος, σαν τέτοιος, που υποκαθιστά την ικανότητά μας για συλλογισμούς. Είναι, όμως, το εντυπωσιακό πεδίο όπου η μηχανοποίηση των διανοητικών διεργασιών γενικά (και όχι μόνο εκείνου που θα ορίζαμε στενά σαν “εργασία”) επιδεικνύει τις δυνατότητές της. Η μέθοδος υποκατάστασης της ζωντανής σκέψης απ’ τη νεκρή είναι οι αλγόριθμοι – είχαμε αναλύσει πέρυσι αυτή τη διαδικασία.

Μπορούμε λοιπόν, χωρίς να κάνουμε λάθος, να εννοήσουμε το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων στις διανοητικές (αλλά και στις συναισθηματικές) διαστάσεις τους σαν ένα τεράστιο εργοτάξιο· το κοινωνικό εργοστάσιο. Ο Ταίηλορ που μπήκε σ’ αυτό για να βάλει “σε μια τάξη” τα πράγματα δεν ήταν βέβαια ένα άτομο (όπως δεν ήταν μόνος του ο ίδιος ο Ταίηλορ τότε). Ήταν η αφρόκρεμα πολλών επιστημονικών κλάδων, απ’ τον 19ο αιώνα ήδη, και χιλιάδες επώνυμοι και ανώνυμοι τεχνικοί. Η μετάβαση απ’ τον συλλογισμό στον υπολογισμό ξεκίνησε αθόρυβα και συνεχίζεται εδώ και μερικές δεκαετίες με πολύ μεγάλη επιτυχία.

Κι όπως συνέβη με τον Ταιηλορισμό σε σχέση με την χειρωνακτική εργασία, έτσι και τώρα, αλλά σε πολύ πιο μεγάλη κλίμακα, η διαδικασία μηχανοποίησης παράγει, υποχρεωτικά, ανειδίκευτους. Ένα εντελώς καινούργιο είδος ανειδίκευτων: ανειδίκευτους στη σκέψη. Ανθρώπους που ΔΕΝ μπορούν να κάνουν ολοκληρωμένους συλλογισμούς (αντί γι’ αυτό ανταλλάσουν διανοητικά clips πηδώντας από θέμα σε θέμα). Ανθρώπους που ΔΕΝ μπορούν να έχουν γενική διανοητική εποπτεία οποιουδήποτε θέματος, αλλά είναι ικανοί χειριστές των πληροφορικών μηχανών, που γίνονται όλο και πιο “έξυπνες”. Ανθρώπους που ΔΕΝ μπορούν να ξεμπλέξουν με την σκέψη τους κάτι, ακόμα και μέτριας συνθετότητας, αλλά “σκέφτονται” με απλές / απλοϊκές φόρμουλες.

Ο Mustafa Kayati έγκαιρα παρατήρησε:


Οι έννοιες και οι λέξεις της ριζικής κριτικής γνωρίζουν την ίδια τύχη με το προλεταριάτο: τις στερούν από την ιστορία τους, τις ξεκόβουν απ’ τις ρίζες τους. Έτσι γίνονται καλές μόνο για τις σκεψομηχανές της εξουσίας…

Μόνο που τώρα πια δεν πρόκειται μόνο για τις λέξεις και τις έννοιες της ριζικής κριτικής, αλλά ακόμα και για τις πιο καθημερινές σκέψεις, τις πιο “ταπεινές” διανοητικές διαδικασίες.

]]>
Translation Memory Automatic https://gameover.zp/2015/05/06/translation-memory-automatic/ Wed, 06 May 2015 11:02:40 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1459 Untitled-1

Η νύχτα είναι μία φράουλα.

Louis Penny

Πρόλογος

Σημείο 1ο

Τον Οκτώβρη του 2013, ως game over, είχαμε παρουσιάσει την εισήγηση για το ηλεκτρονικό προλεταριάτο. Πρόκειται, για όσους δεν είχαν την ευκαιρία να την παρακολουθήσουν, για την παρουσίαση μίας εργατικής έρευνας και των συμπερασμάτων της από εργατική σκοπιά, που διεξήχθη σε μορφή συνεντεύξεων σε εργατικές φιγούρες που κάνουν εκτενή και πολλές φορές μοναδική χρήση των νέων τεχνολογιών στις δουλειές τους. Δεν θέλουμε εδώ να την παρουσιάσουμε ξανά, μόνο να τονίσουμε πως το σημερινό θέμα, άπτεται αυτής ακριβώς της θεματολογίας, μέσω ενός πιο συγκεκριμένου παραδείγματος: τη δουλειά του μεταφραστή.

Ο μεταφραστής είναι ένα από τα επαγγέλματα που, όπως και ο αρχιτέκτονας, η γραμματέας, ο λογιστής, ακροβατεί ακόμα ανάμεσα στο παλιό και το νέο παράδειγμα. Αυτό σημαίνει πως ένα μεγάλο κομμάτι της δουλειάς του έχει μηχανοποιηθεί και ο ίδιος δουλεύει σχεδόν αποκλειστικά με τις νέες τεχνολογίες, hardware και software. Ωστόσο σε διάφορους τομείς είτε εξειδίκευσης, είτε της διαδικασίας της δουλειάς αυτής καθαυτής, συνεχίζει να μεταφράζει με τον «παλιό τρόπο».

Σημείο 2ο

Η παρούσα μικρή εκδήλωση θέλει να αποφύγει να σταθεί μόνο στο επάγγελμα του μεταφραστή και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του στο σήμερα. Περισσότερο μάλλον θεωρούμε, πως το επίπεδο αυτοματοποίησης της μεταφραστικής εργασίας αλλά και πρακτικής, και η ιστορία του με όρους ιστορίας των τεχνολογιών, αποκαλύπτει για ακόμα μια φορά τις αλλαγές που έχει υποστεί η αντίληψη για ένα εύρος βιωματικών τομέων της γνώσης, παραδείγματος χάριν τη γλώσσα, τη μνήμη και τη σκέψη.

Πάλι θα ανατρέξουμε σε δύο εκδηλώσεις του game over, αυτήν περί ψηφιοποίησης της μνήμης και την εκδήλωση γλώσσα και νέες μηχανές. Όσον αφορά την σκέψη, προσεχώς στο επόμενο φεστιβάλ του game over.

***

Η βασική ιδέα παραμένει η εξής: Η ιστορία κάλυψης αναγκών με νέα τεχνολογικά μέσα ξεκινάει από τον στρατό και επεκτείνεται στη γραφειοκρατία, περνάει πάνω από την εργασία, μέχρι να φτάσει σήμερα να καλύπτει κάθε πτυχή της καθημερινότητας, αγγίζοντας μέχρι και τις επιθυμίες. Διαδικασίες ριζωμένες στη βιωμένη γνώση, που αποτελούσαν αναπόσπαστα κομμάτια η μία της άλλης, καθώς και αλληλοτροφοδοτούσαν η μία την άλλη, ξεχωρίζονται με διαδικασίες που θυμίζουν ανατομία και ορίζονται ξανά για να χωρέσουν στην μηχανή. Ο χρήστης αυτών των μηχανών, στην εργασία και στην καθημερινότητα του, αδρανοποιεί σιγά σιγά οτιδήποτε μπορεί να αναθέσει στη μηχανή.

Με τη σταδιακή καθολικοποίηση της χρήσης της μηχανής, ένα εύρος διαδικασιών αφήνεται πίσω, ή αφήνονται πίσω ολόκληρα κομμάτια του. Είναι αυτή η εγκατάλειψη, η λήθη, η σωματική αδράνεια, που το game over αναγνωρίζει και σαν ηθελημένη κλοπή από τα πάνω. Ή τουλάχιστον σαν πρωτόγνωρα χρήσιμη για τον καπιταλισμό. Στο παράδειγμα των μεταφραστικών μνημών η αντίληψη για την γλώσσα και η κλοπή της μνήμης μέσα από τις μηχανές, είναι τουλάχιστον πρωτοφανής.

 

Από τη ζήτηση στη παγκόσμια αγορά _στη διαμόρφωση του νέου τεχνολογικού περιβάλλοντος.

Localization

 

Ποιες μεταφραστικές εργασίες αφορούν οι νέες τεχνολογίες μετάφρασης;

«Μη μιλάτε νοηματική και αυνανίζεστε ταυτόχρονα.
Εκτός αν μεταφράζεται κάποιο προεδρικό διάταγμα.»

(Όπου θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τους τομείς μετάφρασης που έχουν αυτοματοποιηθεί σχεδόν πλήρως.)

Όπως αναφέραμε συνοπτικά παραπάνω, στην περίπτωση του παραδείγματος του μεταφραστή λογοτεχνίας, αυτός μεταφράζει ακόμα «με το χέρι». Χωρίς μουτζούρες βέβαια, μα ακόμα σβήνοντας και γράφοντας, ακολουθώντας τη σειρά και επιλέγοντας τις αποδόσεις/ λέξεις που είτε του αρέσουν είτε θεωρεί πως είναι οι κατάλληλες, χρησιμοποιεί το PC και το word, διαδικτυακά και ηλεκτρονικά λεξικά και forum, τεχνικές ηλεκτρονικής αποθήκευσης και αρχειοθέτησης, και τέλος πάντων ένα εύρος μηχανοποιημένων διαδικασιών.

Οι νέες τεχνολογίες ακόμα υπολείπονται στο να πετύχουν αυτόματες μεταφράσεις κάποιας ποιότητας στον τομέα της δοκιμιογραφίας, της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας κλπ. Ωστόσο, όπως και στο παρελθόν, ένα μεγάλο κομμάτι των μεταφραστών απασχολούνται σε εξειδικευμένους τομείς μετάφρασης (επιστημονικές, νομικές, τεχνογνωσίας, και ένα μεγάλο κομμάτι που αφορά τις νέες τεχνολογίες), όπου η χρήση μηχανών αυτόματης μετάφρασης είναι ο κανόνας. Για μία πιο γενική εικόνα, μεταφραστές έχουν δουλέψει πάνω:

  • Στη μετάφραση των εγχειριδίων (manual) για όλες τις γνωστές και άγνωστές μας συσκευές
  • Στη μετάφραση κειμένων που αφορούν περισσότερο ή λιγότερο τις ανά τον κόσμο και ανά τομέα γραφειοκρατείες
  • Στην μετάφραση ιατρικών κειμένων, εγχειριδίων, διαγνώσεων
  • Στη μετάφραση λιστών επιστημονικής ορολογίας κάθε είδους
  • Και τέλος, σε αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε ενδοδιαδικτυακές και προγραμματιστικές μεταφράσεις, δηλαδή μεταφράσεις ιστοσελίδων, προγραμμάτων, βάσεων δεδομένων,
  • Και σε πολλούς άλλους τομείς που μπορούμε να φανταστούμε όταν ένα τυπωμένο ή διαδικτυακό κείμενο φτάνει στα χέρια μας ή στο PC μας.

Τα κοινά αυτών των μεταφράσεων είναι πολλά και αφορούν τόσο την αντίληψη για την μετάφραση όσο και την διαδικασία παραγωγής της: Πρόκειται για κείμενα στεγνά, με ορισμένη σύνταξη (που μπορεί ενδεχομένως να διαφέρει από αντικείμενο σε αντικείμενο), τυποποιημένα σχεδόν πλήρως σε συγκεκριμένα format, όπου η βάση τους και ο πυρήνας ενδιαφέροντος, είναι η ίδια η ορολογία.

Παράδειγμα:

Η μετάφραση μίας ιστοσελίδας δεν έχει παρά ελάχιστα συμφραζόμενα, όπου τουλάχιστον δεν είναι δομημένη σε σώμα κειμένου. Μπορεί να αφορά τις εντολές, τα κουτάκια, το about και το help. Το format της είναι ορισμένο, και μέσα σε αυτά τα όρια πρέπει να παρέμβει ο μεταφραστής, χωρίς καθόλου να μπορεί να το αλλάξει. Η ορολογία της είναι κοφτή και σύντομη (βλ πχ ελληνικό msn).

Τα κοινά αυτών των μεταφράσεων έχουν τον δικό τους τομέα εξειδίκευσης, τον πιο σύγχρονο και ευρύ τομέα απασχόλησης στη μετάφραση: Το Localization

Τι είναι το Localization;

Δεν θα μπορούσε να της ταιριάζει παρά μια άτσαλη είτε περιφραστική μετάφραση. Το Localization στα ελληνικά μεταφράζεται ως τοπικοποίηση, ή αλλιώς τοπική προσαρμογή. Στην πραγματικότητα ο όρος αναφέρεται σε ένα εύρος πραγμάτων, από τον «εντοπισμό» στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, μέχρι και τα μαθηματικά ή την οικονομία. Κανείς δεν θα μπορούσε μάλλον να φανταστεί πριν την επιστημονική ανάλυση της γλώσσας, ότι θα αφορά μια μέρα και τον γραπτό λόγο.

Παραθέτουμε επακριβώς τον πιο λιτό και περιεκτικό, κατά τη γνώμη μας, ορισμό του Language Localization:

«Τοπικοποίηση της γλώσσας ονομάζεται η διαδικασία προσαρμογής ενός προϊόντος, που έχει ήδη προηγουμένως μεταφραστεί σε διαφορετικές γλώσσες, σε μία συγκεκριμένη χώρα ή περιοχή. Αποτελεί τη δεύτερη φάση μίας ευρύτερης διαδικασίας της μετάφρασης προϊόντων και της πολιτισμικής απόδοσης (για συγκεκριμένες χώρες, περιοχές και ομάδες) και αφορά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που εμφανίζουν διαφορετικές αγορές, μία διαδικασία που ονομάζεται διεθνοποίηση και τοπικοποίηση.

Η τοπικοποίηση της γλώσσας διαφέρει από την μεταφραστική διαδικασία καθώς περιλαμβάνει μελέτη κατανόησης του πολιτισμού-στόχου έτσι ώστε να προσαρμόσει το προϊόν στις τοπικές ανάγκες.»

Wikipedia

Θα αφήσουμε τον ορισμό σε αυτό το σημείο, καθώς μάλλον εγείρει ήδη αρκετά το ενδιαφέρον και θα συνεχίσουμε με την επεξήγηση του.

Η τοπικοποίηση (της γλώσσας του προϊόντος), όπως αναφέρεται, αφορά τη δεύτερη φάση μίας ευρύτερης διαδικασίας, που όσο περίεργο και αν φαίνεται δεν είναι άλλη από αυτήν της παγκοσμιοποίησης (της γλώσσας του προϊόντος). Η διαδικασία είναι ανάποδη απ’ ότι θα μάντευε κανείς. Πρώτα σχεδιάζεται το προϊόν σε παγκόσμιο επίπεδο και μετά μεταφέρεται στο τοπικό. Αυτό σημαίνει πως για τη διάχυση των προϊόντων σε παγκόσμια κλίμακα, τα ίδια τα προϊόντα πρέπει να σχεδιάζονται με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο έχοντας υπόψιν τους αυτή την κλίμακα. Ο σκοπός είναι να μειωθεί το κόστος και να εξασφαλιστεί η ίδια ποιότητα σε κάθε περιοχή. Όπως λένε οι ειδικοί  «οργανώνεται για την στήριξη των διεθνών αγορών». Σε αυτήν την φάση, όλα όσα θα ακολουθήσουν, στην τοπικοποίηση δηλαδή, πρέπει να έχουν ήδη προβλεφθεί και υπολογιστεί, έτσι ώστε να μην παρουσιαστεί κανένα κόλλημα, όταν πχ το προϊόν έρθει στα χέρια του έλληνα καταναλωτή. Πρόκειται για μία κυκλική διαδικασία. Αυτή η διαδικασία και σχεδίαση περιλαμβάνει λοιπόν και την σχεδίαση του έλλογου, ας πούμε κομματιού του προϊόντος. Και καλεί ένα πολυπληθές εργατικό δυναμικό να δουλέψει στην επιμέρους αυτή φάση, ως μεταφραστές.

«… Τα τελευταία 15 χρόνια ο κλάδος των γλωσσικών υπηρεσιών έχει μεταμορφωθεί. Και από μια εμβρυϊκή μορφή, μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, έχει μετεξελιχθεί σ’ έναν κλάδο που προσφέρει εξειδικευμένες υπηρεσίες, οι οποίες είναι προσαρμοσμένες στις προδιαγραφές του κάθε πελάτη, δηλαδή, στην περίπτωσή μας, βιομηχανίες ή εταιρείες από κάθε κλάδο της αγοράς.

Η τεχνολογία άλλαξε, οι όγκοι άλλαξαν, απαιτείται εξειδίκευση, ταχύτητα για την κυκλοφορία προϊόντων στην αγορά, μεγαλύτερο value for money. Η γλώσσα και το περιεχόμενο (αγγλικά: content) ανοίγουν νέες αγορές, δημιουργούν ευκαιρίες για πώληση, και παρέχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα».[1]

Όπως και στους περισσότερους τομείς εργασίας στις νέες τεχνολογίες, αυτό το εργατικό δυναμικό δεν είναι ενιαίο και ομοιογενές. Δεν έχει ούτε την ίδια γνώση της εργασίας που καλείται να φέρει εις πέρας, ούτε πληρώνεται το ίδιο κάθε φορά. Το μόνο που είναι σίγουρο είναι πως πρόκειται για μια δουλειά που γίνεται κατά κανόνα με το κομμάτι, με μικρότερη ή μεγαλύτερη ένταση, ανάλογα την εταιρία που οργανώνει την ζήτηση. Μπορεί δηλαδή να αφορά την Mercedes ή την Microsoft, μπορεί όμως και να αφορά και μία ινδική εταιρία που πληρώνει 0,02 cent την λέξη.

Ο μεταφραστής στο localization μπορεί να δουλεύει σε γραφείο ή και στο σπίτι. Συνήθως όμως είναι διαρκώς online από το smartphone και το PC. Είναι σε διαρκή διαδικασία αναμονής, καθώς καλείται να ανταποκριθεί στην ζήτηση της εργασίας του μέσω mail σε χρονικά διαστήματα που η αποδοχή ή η απόρριψη της δουλειάς μπορεί να αφορά από δεκαπέντε λεπτά (και να πάρει άλλος την δουλειά) μέχρι μια μέρα. Δεν βλέπει σχεδόν ποτέ το μεγάλο ή το μικρότερο αφεντικό στο πρόσωπο. Μπορεί να είναι εντελώς ανειδίκευτος ή εξαντλητικά εξειδικευμένος. Και το σημαντικότερο. Η εργασία του καθορίζεται και διεκπεραιώνεται από την αρχή (το mail του) μέχρι το τέλος της, στον υπολογιστή, με τη χρήση προγραμμάτων αυτόματης μετάφρασης, που οργανώνουν από την ίδια τη διαδικασία της δουλειάς τους μέχρι και την κοστολόγησή της.

Μηχανές Αυτόματης Μετάφρασης και Μεταφραστικές μνήμες

Σύντομη Ιστορία

Οι προσπάθειες να φτιαχτεί μία μηχανή μετάφρασης χρονολογούνται από τα μέσα του 1930. Η πρώτη προσπάθεια που μοιάζει να ευοδώνεται ανήκει στην IBM και το πολυσυζητημένο (στους μεταφραστικούς κύκλους) πείραμα της Georgetown το 1954. Το μηχάνημα που παρουσιάζεται προκαλεί δημόσιο θόρυβο, και αργεί πολύ να αποδειχθεί ότι δεν λειτουργεί παρά στο ελάχιστο των προσδοκιών. Όπως λέγανε «μοιάζει περισσότερο με παιχνίδι», έτσι δεν έμοιαζαν στην αρχή οι περισσότερες μηχανές άλλωστε; Στρέφει ωστόσο το ενδιαφέρον προς την αυτόματη μετάφραση και συγκεκριμενοποιεί περαιτέρω τους στόχους της. Οι προσπάθειες να φτιαχτεί μία τέτοια μηχανή παίρνουν φωτιά το 1960 με τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην Αμερική και τη Σοβιετική Ένωση. Χρειάζονται, τότε, μία μηχανή που για το γλωσσικό ζεύγος αγγλικής-ρωσικής, και να μπορεί να αποδίδει αδρά νοήματα, επιστημονικών περιοδικών και τεχνικών εγγράφων, στην πάλη να ξεπεράσει ο ένας τον άλλον στην επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη. Τα πειράματα συνεχίζουν ωστόσο να αποτυγχάνουν σε σχέση με τους στόχους που τίθενται. Έτσι και με μεγαλύτερη ψυχραιμία, το 1966, η ALPAC (Automatic Language Processing Advisory Committee) εκδίδει μία έκθεση που αναλογίζεται πως η ικανότητα της μηχανής να μεταφράζει θα αργήσει πολύ να φτάσει την ανθρώπινη. Πρέπει οι προσπάθειες να απομακρυνθούν για λίγο από το συνολικό σκοπό και να επιστήσουν την προσοχή τους στην δημιουργία εργαλείων, που θα βοηθήσουν τους μεταφραστές, όπως πχ αυτόματα λεξικά, τις σημερινές μεταφραστικές μνήμες. Σε αυτό το σημείο η Αμερική εγκαταλείπει τις προσπάθειες και τα πειράματα για περίπου μια δεκαετία. Ξανά, ο πρώτος τομέας που θα χρησιμοποιήσει κάτι σαν προγόνους των μηχανών και συστημάτων αυτόματης μετάφρασης, θα είναι ο στρατός και συγκεκριμένα η αμερικανική αεροπορία, και αργότερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινοτήτων. Και ο Καναδάς στα μετεωρολογικά δελτία. Στρατός και Γραφειοκρατία δηλαδή. Και ο Καναδάς.

Οι μηχανές αυτόματης μετάφρασης στο σήμερα

Η μηχανή που τελικά θα επιτύχει την αυτόματη μετάφραση, δεν είναι άλλη από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Σε αυτόν εγκαθίστανται σήμερα, τα προγράμματα αυτόματης μετάφρασης, με βασιλιά το Trados, που χρησιμοποιούνται ευρέως και οργανώνουν την εργασία του μεταφραστή.

Πρόκειται για προγράμματα ελεγχόμενου περιβάλλοντος -αν μπορείτε να φανταστείτε ένα Photoshop για μεταφραστές. Σε αυτό ο μεταφραστής δημιουργεί ένα project, ένα πακέτο μεταφράσεων (ένα ολόκληρο ας πούμε εγχειρίδιο) είτε μία μεμονωμένη μετάφραση. Στο Trados, το πιο εύκολο παράδειγμα πάει κάπως έτσι:

(VISUAL AID)

  1. Ο μεταφραστής φορτώνει το κείμενο-πηγή.
  2. Το κείμενο αυτόματα κατατέμνεται πρώτον με όρους format, δηλαδή επικεφαλίδες, bullets, κουτάκια
  3. και τους υπέρ-συνδέσμους στην περίπτωση των ιστοσελίδων και
  4. δεύτερον με όρους σύνταξης δημοτικού. Αριθμημένες προτάσεις, μικρές παράγραφοι, ουσιαστικά και ρήματα που στέκονται μόνα τους.

 Παραδείγματα

Έντυπο με το Πρόγραμμα ενός Συλλόγου για ένα Συνέδριο

1 Σύλλογος για το Συνέδριο Οδικής Ασφάλειας

2 Εκπαίδευση στην Οδική Ασφάλεια στα Εθνικά μας Ιδρύματα

3 Park Hotel, Δουβλίνο 6, Ιρλανδία, 23 Μαρτίου 2013

4 Ο Σύλλογος για το Συνέδριο Οδικής Ασφάλειας καλεί όλους τους…

5 Για περισσότερες πληροφορίες

6 Ατζέντα

7 12:00

8 14:00

17 Χρονολόγιο

23 Πρόγραμμα

Εντολές σε λογισμικό κινητού τηλεφώνου

 13 Αντιγραφή στο τηλέφωνο

14 Αντιγραφή στην SIM

15 Μετακινήθηκε, Αλλαγή Ονόματος

16 Μετακινήθηκε, Αλλαγή Ονόματος

17 Αριθμός πολύ μεγάλος

18 Όνομα πολύ μεγάλο

19 Αντικατάσταση υπάρχοντος

20 Αντικατάσταση;

 Αυτές οι αριθμημένες κατατετμημένες προτάσεις, που ονομάζονται segments, δηλαδή τμήματα, δε μεταφράζονται πάντα και ολόκληρες από τον μεταφραστή. Τις περισσότερες φορές αντικαθίστανται αυτόματα με τις μεταφρασμένες τους αντίστοιχες, λέξη προς λέξη. Τις λέξεις αυτές, του τις έχουν ήδη παρέχει οι εταιρείες σε μία Μεταφραστική Μνήμη.

Μεταφραστικές Μνήμες

Ας πάρουμε το παράδειγμα της Nokia: η Nokia, στο πλαίσιο που αναφέραμε, αυτό της παγκοσμιοποίησης στη σχεδίαση του προϊόντος, έχει, ήδη από πριν, προσλάβει έναν μεταφραστή για να μεταφράσει τις λέξεις που θα χρησιμοποιηθούν στο λογισμικό της συσκευής, από τα αγγλικά στα ελληνικά. Κάποιον που θα φτιάξει μία μεγάλη Μεταφραστική Μνήμη με τίτλο ας πούμε «Nokia Lumia 520» (τη μάρκα του κινητού). Έχει δηλαδή, προσλάβει ήδη έναν μεταφραστή για να φτιάξει το λεξικό της στα ελληνικά. Ο επόμενος μεταφραστής, θα πάρει έτοιμο το λεξικό του προηγούμενου, τη Μεταφραστική Μνήμη της Nokia. Αυτό που θα κάνει, είναι να φορτώσει την Μνήμη στο πρόγραμμα, το οποίο αυτόματα θα αντικαταστήσει όλες τις λέξεις με τις αντίστοιχες ελληνικές. Από την αγγλική στην ελληνική ορολογία. Ο μεταφραστής στο τέλος, θα κληθεί να κάνει απλά μια δουλειά τελικής επιμέλειας. Να ισιώσει λίγο από δω, να φτιάξει κανένα εκφραστικό, πάλι στα πολύ περιορισμένα πλαίσια του έτοιμου format και της γλώσσας της μηχανής. Δεν μπορεί δηλαδή να μεταφράσει το: Copy to SIM->Μήπως θα θέλατε να αντιγράψετε το όνομα της επαφής σας στην κάρτα SIM.

(Έτσι έχουν γεννηθεί άλλωστε και τα καλύτερα διαμάντια της αυτόματης μετάφρασης στα Windows, που με όρους απόδοσης της γλώσσας, είναι πραγματικά σαχλά.)

Συζητώντας με έναν μηχανολόγο, είναι για αυτόν ξεκάθαρο, ότι ποτέ καμιά μηχανή, όσο αυτοματοποιημένη και αν είναι η διαδικασία παραγωγής της, δεν φεύγει από το εργοστάσιο, αν δεν την τσεκάρει ανθρώπινο χέρι. Τα προγράμματα αυτόματης μετάφρασης αντικαθιστούν, με μία παρόμοια αντιστοιχία, τον μεταφραστή (είτε μεταφραστή λεξικού λέξη προς λέξη, είτε) με έναν επιμελητή τελικής φάσης, απόλυτα ελεγχόμενο από το περιβάλλον μέσα στο οποίο δουλεύει. Ο έλεγχος αυτός είναι διπλός. Από τη μία αφορά την προσαρμογή του στο πρόγραμμα, από την άλλη, όλη η εργασία του ελέγχεται από τα αφεντικά του από την αρχή μέχρι το τέλος της. Στο δεύτερο κομμάτι, η συζήτηση για το πώς αυτό έχει υποτιμήσει την εργασία του, τον έχει καταστήσει επί της ουσίας ανειδίκευτο μπροστά στο χειρισμό της μηχανής, και πως αυτός διαρκώς υπάγεται σε επιτήρηση και μέτρημα, δεν είναι επί της παρούσης. Οι μηχανές αυτόματης μετάφρασης και οι μεταφραστικές μνήμες δεν αλλάζουν και επανακαθορίζουν μόνο την γνώση του μεταφραστή-μάστορα (αν δεν ήταν χοντροκομμένο να το πούμε έτσι), αλλά δείχνουν κατευθύνσεις για τους αυτοματισμούς στην γλώσσα, τις αποθήκες μνήμης, και την κατάτμηση της σκέψης στη μετάφραση, μέχρι αυτή να φτάσει να είναι μία απόλυτα αυτόματη διαδικασία.

 

Γλώσσα και μνήμη: Η καθολική γλώσσα της μηχανής και η κλεμμένη μνήμη

Για άλλη μια φορά, το όραμα για μια καθολική γλώσσα προηγείται

Όσοι θεωρητικοί και ειδικοί επί των τεχνολογιών αυτόματης μετάφρασης παρουσιάζουν τα νέα αυτά ευρήματα, τείνουν πάνω στον ενθουσιασμό τους, όπως πολλοί επιστήμονες πάνω από την καινούρια εφεύρεση, να καταφεύγουν σε θέσεις – οράματα πανανθρωπισμού.

Η μεταφραστική εργασία ήταν ένα πολύ εύκολο πεδίο για να εξυμνηθεί αυτός ο παναθρωπισμός, με δεδομένο πως ο στόχος ήταν πάντα η διάχυση των γλωσσών και του λόγου. Τα think tank-εταιρίες (όχι πια με αμιγώς στρατιωτικούς ή κρατικούς σκοπούς, όπως είχαν ας πούμε αυτοί που εξέδωσαν την έκθεση ALPAC, αλλά περισσότερο προσανατολισμένοι στην αγορά), δεν αποτελούν εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Πρόκειται για αυτούς που διαχειρίζονται τα μεγαθήρια των διαδικτυακών μεταφραστικών μνημών-βάσεων δεδομένων, τα προγράμματα, και τη διακίνηση της φαινομενικά free lance εργασίας των μεταφραστών.

Για τον μεταφραστή χρησιμοποιείται πολύ συχνά η εξής μεταφορά: Μία φιγούρα που στέκεται απέναντι από τον πύργο της Βαβέλ και προσπαθεί να βγάλει άκρη. Αυτή η μεταφορά αποκάλυπτε σε όσους έχουν δουλέψει ως μεταφραστές, τον πλούτο και τη μαγεία που έκαναν ενδιαφέρουσα τη δουλειά ακόμα και στις πιο τεχνοκρατικές εκδοχές της. Όντως, πολλές φορές η κατάλληλη λέξη έκρυβε μέσα της την ιστορία των πολιτισμών και την καλύτερη κατανόησή τους. Τα think tank που αναφέραμε παραπάνω, κατάφεραν να προβληματοποιήσουν αυτήν τη μεταφορά με όρους αποτελεσματικότητας της εργασίας. Οι μεταφράσεις που πρέπει να παράγουμε πρέπει να έχουν ένα κοινό υπόβαθρο, που να διασφαλίζει, πρώτον την αποτελεσματικότητά τους, και δύο, την ποιότητα τους. Πρέπει επίσης να χρησιμοποιούμε «κοινές αποθήκες λέξεων», αν μπορούσαν να τις πούνε έτσι, στις οποίες θα ανατρέχουμε κάθε φορά. Αυτή η κοινή πλατφόρμα θα μπορούσε, λέγανε ρομαντικά, να είναι μία κοινή πανανθρώπινη γλώσσα με αξιώσεις κιόλας ειρηνευτικής δύναμης ανάμεσα στους λαούς. Κάτι σαν τα αποτυχημένα Esperanto. Αυτές οι κοινές αποθήκες λέξεων, θα μπορούσαν να είναι ένα σύστημα οργανωμένο πάνω σε αυτήν την κοινή πλατφόρμα, κάτι σαν μία μεγάλη παγκόσμια βιβλιοθήκη για μεταφραστές.

Αυτή η κοινή πλατφόρμα εν τέλει υλοποιήθηκε στη γλώσσα της μηχανής. Δεν αφορούσε την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα γενικά και αόριστα, αλλά προσπαθούσε να τα διασφαλίσει σε μια παγκόσμια αγορά που ζητούσε πλέον και την οργάνωση των μεταφράσεων. Η θεωρία του localization ήταν που επέτρεψε να βρεθεί τελικά, ένας τρόπος να σχεδιάζεται το προϊόν ενιαία και να συμπεριλάβει και την γλώσσα. Οι λέξεις σε αυτήν τη γλώσσα, τη γλώσσα του παγκόσμιου εμπορεύματος, δεν είναι παρά σύμβολα προς τοποθέτηση σε προδιαγεγραμμένες διαδικασίες. Η ενιαία σχεδίαση του προϊόντος ήταν η κοινή παγκόσμια σύνταξη, όπου τα συμφραζόμενα παραμένουν καθαρά και συγκεκριμένα για κάθε καταναλωτή, εμπορευμάτων ή υπηρεσιών, και οι λέξεις μονοσήμαντες περισσότερο από ποτέ.

Γλωσσικά Συστήματα και Πληροφορία

Δουλειά του μεταφραστή είναι να αποδεσμεύσει στη δική του γλώσσα την καθαρή εκείνη γλώσσα που βρίσκεται στη μαγική εξουσία μίας άλλης, να απελευθερώσει τη γλώσσα που είναι φυλακισμένη σε ένα έργο αναδημιουργώντας το.

Για να γίνουν όλα αυτά, έπρεπε να προηγηθεί, εκτός από τα πειράματα για τις μηχανές μετάφρασης ή την παγκόσμια θεώρηση της γλώσσας του εμπορεύματος, μια γενικότερη θεωρία τόσο για τις μηχανές, όσο και για τη γλώσσα, που χρονολογείται πολύ πιο πίσω ή και παράλληλα.

Η ανάγκη να εννοηθούν οι γλώσσες ως συστήματα ήταν σε πρώτο βαθμό μια ανάγκη για να διευκολυνθεί η μελέτη τους. Έχουμε, στην εκδήλωση γλώσσα και νέες μηχανές, εξιστορήσει πώς η βάση που τέθηκε από διανοούμενους και επιστήμονες της εποχής του Levi Strauss και του Chomsky, αξιοποιήθηκε από τους ειδικούς των νέων τεχνολογιών στη μηχανοποίηση της γλώσσας. Πρόκειται για μία βάση θεωρητική που φαντάστηκε το πέρασμα της θέασης της γλώσσας από θεωρία σε σύστημα, σε μαθηματικά και τέλος σε μηχανή.

Όσο έτρεχαν αυτές οι διαδικασίες που θα θεμελίωναν μία νέα αντίληψη για τη γλώσσα, παράλληλα κινούνταν και οι πειραματισμοί για τους πρώτους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Οι θεωρητικοί από αυτήν την μεριά, είχαν ήδη κατασκευάσει την ιδέα της πληροφορίας. Πρόκειται για την ελάχιστη νοηματική μονάδα, αυτό που άλλοτε το σχολείο μας μάθαινε σαν λέξη. Έτσι, τα κείμενα που φιλοξενούνται στο διαδίκτυο, αλλά και σχετίζονται με την κυκλοφορία του εμπορεύματος, αντιμετωπίζονταν επί της ουσίας σαν σύνολα πληροφορίας σε κειμενική μορφή.

Αυτή η γλώσσα που περιγράψαμε λοιπόν παραπάνω, αυτή που ο μεταφραστής στις αυτόματες μηχανές μετάφρασης δομεί σε λεξικά ή επιμελείται, είναι η γλώσσα του εμπορεύματος, της γραφειοκρατίας, της επικοινωνίας μέσα από τις νέες μηχανές. Είναι μία γλώσσα πρώτα παγκόσμια, και δομημένη σε σύνολα πληροφορίας. Είναι μια γλώσσα εύληπτη και μονοσήμαντη. Είναι μία γλώσσα που λειτουργεί ως κομμάτι του παγκόσμιου κεφαλαίου, χρηστική, παραγωγική και αποτελεσματική. Η κακή της μετάφραση θα ήταν μπλοκάρισμα στη γραμμή παραγωγής, θα μπορούσε να είναι μορφή σύγχρονου σαμποτάζ.

Μεταφραστική μνήμη / Μνήμη του Μεταφραστή

Οι Μεταφραστικές Μνήμες, είναι οι αποθήκες αυτών των ελάχιστων νοηματικών μονάδων, της πληροφορίας των λέξεων. Είναι τα συστήματα ταξινόμησης και αρχειοθέτησής τους. Είναι τα λεξικά του σήμερα, όπου δεν χρειάζεται επεξήγηση, παρά αντιστοιχίες νοημάτων. Οι μεταφραστικές μνήμες είναι αυτές ακριβώς οι αποθήκες μνήμης που περιγράφαμε στην εκδήλωση για την ψηφιοποίηση της μνήμης. Επίσης δεν είναι μνήμες του μεταφραστή, έστω του μεταφραστικού προγράμματος, είναι μεταφραστικές μνήμες, μνήμες που μεταφράζουν, καθώς αντικαθιστούν από μόνες τους τις λέξεις.

Πρόκειται περί άλματος σε σχέση με την αντίληψη της κεντρικότητας της μνήμης στη μετάφραση. Ο μεταφραστής του παρελθόντος αντιλαμβανόταν τη μνήμη του σαν το πιο πολύτιμο εργαλείο του, ποτέ δεν θεωρούσε όμως πως ήταν το μόνο που χρειαζόταν. Και σίγουρα δε θεωρούσε πως το λεξικό ήταν ο τόπος και ο χρόνος της. Αντίθετα, αντιλαμβανόταν τη μνήμη σαν μνήμη βιωματική, μνήμη της γλώσσας, κριτική σκέψη και υποκειμενικότητα μαζί. Ήταν αυτή του η δυνατότητα να αντιλαμβάνεται την γλώσσα και τη μνήμη μαζί, τον ιστορικό χρόνο ανάποδα και ταυτόχρονα, που τον έκανε καλό ή κακό στη δουλειά του και του τραβούσε εξαρχής το ενδιαφέρον. Επίσης, κάτοχος της μνήμης του δεν ήταν ούτε το λεξικό, ούτε και το αφεντικό του. Όλες οι διεργασίες της μετάφρασης, ήταν καλά κρυμμένες στο κεφάλι του ή τα γραπτά του, διέφεραν από μεταφραστή σε μεταφραστή, και ήταν αυτοί οι υποκειμενισμοί που δημιουργούσαν ολόκληρες σχολές μετάφρασης, κριτικές, και πηγαίνανε μπροστά τη γλώσσα, ειδικά στο κομμάτι της λογοτεχνίας.

Η μνήμη του μεταφραστή τείνει να αντικατασταθεί από τη μνήμη της μηχανής που χειρίζεται και την μνήμη του διαδικτύου, όταν τη διοχετεύει διαρκώς σε αυτό μέσω forum – εθελοντικής εργασίας «για το καλό του μοιράσματος μέσα στην κοινότητα». Η μνήμη αυτή δεν ανήκει σε αυτόν, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις, αφού συνήθως παραδίδεται αυτούσια στο αφεντικό το οποίο τη χρησιμοποιεί και συνεχίζει να βγάζει αξία από αυτήν. Η γλώσσα του είναι ένα μάτσο λέξεις, και η κονσέρβα που τις συγκεντρώνει είναι ακόμη φτωχότερη από το λεξικό. Είναι ένα λεξικό συνωνύμων ορολογίας. Και η εργασία του είναι μία διαρκής αναμονή, μία επαναληψιμότητα κινήσεων -η ίδια επαναληψιμότητα που διακήρυσσαν ότι θα σταματήσουν οι αυτόματες τεχνολογίες μετάφρασης.

 

[1]     Εισήγηση με τίτλο προκλήσεις του σήμερα για τους μεταφραστές, στη “2η συνάντηση για τη μετάφραση”, 31 Μάη 2013, Αθήνα. Αναδημοσίευση αποσπάσματος από το περιοδικό Sarajevo, τεύχος 78

 

]]>
Για την απεργία των διοικητικών των πανεπιστημίων https://gameover.zp/2013/12/30/%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b1%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%af%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b4%ce%b9%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%b7%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%80%ce%b1/ Mon, 30 Dec 2013 15:43:58 +0000 http://gameoversite.gr/?p=539 Τους δύο τελευταίους μήνες, η τριτοβάθμια εκπαίδευση και τα προβλήματα της έχουν απασχολήσει επανειλημμένα τον δημόσιο λόγο. Αφορμή στάθηκε η κοινή υπουργική απόφαση που υπογράφηκε από τα αρμόδια υπουργεία στις 23 Σεπτέμβρη, βάση της οποίας 1349 εργαζόμενοι από 8 πανεπιστημιακές σχολές προορίζονται για απόλυση.1 Ο λόγος; «Μνημονιακές υποχρεώσεις» θα απαντήσουν οι υπεύθυνοι. Όπως και να έχει, απέναντι σε αυτήν την απόφαση, εργαζόμενοι από τα τμήματα του ΕΚΠΑ, του ΕΜΠ και άλλων σχολών μπήκαν σε απεργία, η οποία κλείνει την 11η εβδομάδα από την έναρξη της διατηρώντας αμείωτη, αν όχι και αυξημένη την μαχητική της διάθεση. Σαν μέσο πίεσης απέναντι στα αφεντικά τους, στη συγκεκριμένη περίπτωση μιλάμε για τον κύριο Αρβανιτόπουλο και το υπουργείο του, οι απεργοί επέλεξαν να διακόψουν την λειτουργία των σχολών αυτών, δείχνοντας πως είναι αποφασισμένοι να το φτάσουν μέχρι το τέλος.2

Αυτό είναι κάτι που το υποδηλώνει η διάρκεια της απεργίας, καθώς και το γεγονός ότι έχει καταφέρει να επιβιώσει μετά από τις σχετικές απειλές (πειθαρχικά για όσους δεν απογράφηκαν, επεμβάσεις της αστυνομίας, ενδεχόμενο επιστράτευσης κ.α.), όπως και την αντίστοιχη σε ποσότητα συκοφάντηση που δέχτηκε και συνεχίζει να δέχεται από τα καθεστωτικά μήντια.

Ποιο το πολιτικό περιεχόμενο του αγώνα αυτού; Η ανάλυση; Αν μέχρι εδώ, όσα είπαμε ακούστηκαν κάπως ειδυλλιακά,εδώ θα τα χαλάσουμε λίγο. Αν και κάπως χαμηλόφωνα, έστω και καθυστερημένα, ανοίγονται ζητήματα όπως η αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, μέσα από την κριτική που αναπόφευκτα γίνεται για την ιδιωτικοποίηση του πανεπιστημίου ή ακόμη και μια δειλή κριτική του παλιάς τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Παρόλαυτά, επισκιάζονται από την θρηνολογία για το χαμένο δημόσιο και δωρεάν πανεπιστήμιο.

Παρόλα αυτά ας μείνουμε στις εργασιακές σχέσεις. Πράγματι, είναι σχεδόν προφανές πως, πίσω από τις διαθεσιμότητες/απολύσεις που σχεδιάζει το υπουργείο, κρύβεται η αναδιάρθρωση τους. Αυτό είναι κάτι που οι εργαζόμενοι το ξέρουν καλύτερα από τον καθένα καθώς ξέρουν πως το πανεπιστήμιο είναι αδύνατο να λειτουργήσει αν οι απολύσεις αυτές ισχύσουν. Πέρα από το ενδεχόμενο να μπει πράγματι λουκέτο στο πανεπιστήμιο, κάτι το οποίο δεν αποτελεί ρεαλιστικό σενάριο όσο αυτό εξυπηρετεί τους σκοπούς των αφεντικών, η μόνη πραγματική λύση που θα μπορούσε να δοθεί στα κενά που θα άφηναν οι απολύσεις είναι η πρόσληψη νέων εργαζομένων ή και των ίδιων με νέο εργασιακό καθεστώς. Έτσι όπως ήδη έχει γίνει στον τομέα καθαρισμού, έτσι όπως λειτουργούν οι γραμματείες και άλλες διοικητικές λειτουργίες του Α.Π.Θ. και έτσι όπως μεθοδεύεται το τελευταίο διάστημα στον τομέα της τριτοβάθμιας.3

Αυτό που βλέπουμε να συμβαίνει τελικά είναι ότι το κράτος παραιτείται σταδιακά από την θέση του αφεντικού των πανεπιστημίων, μεταθέτοντας συνεχώς ευθύνες στην διοίκηση του πανεπιστημίου, εξοικονομώντας έτσι φράγκα για το ίδιο, ενώ παράλληλα προετοιμάζει έμμεσα την είσοδο νέων αφεντικών στα ιδρύματα αυτά. Και αυτό γιατί η διοίκηση των πανεπιστημίων θα είναι ανίκανη να χρηματοδοτήσει όλες αυτές τις χωρίς την βοήθεια τρίτων. Αυτή είναι η απλή μετάφραση των δηλώσεων εκπροσώπων του υπουργείου παιδείας πως «η πανεπιστημιακή κοινότητα πρέπει να βρει μόνη της διεξόδους». Αυτός είναι κι ο λόγος που ο αγώνας των διοικητικών θα έλεγε κανείς πως θα έπρεπε να εμπλέκει με πιο ενεργό τρόπο και τα υπόλοιπα υποκείμενα που δραστηριοποιούνται στους χώρους αυτούς, δηλαδή φοιτητές και καθηγητές. Και ενώ φαινομενικά υπάρχει και από φοιτητικούς συλλόγους και από τις αντίστοιχες συνελεύσεις των καθηγητών, λίγα πράγματα έχουν γίνει στη πράξη. Οι πρώτοι περιορίζονται στην ψήφιση πλαισίων κατάληψης, ενώ οι δεύτεροι στηρίζουν από απόσταση, απλά παραιτούμενοι από τα καθήκοντα τους για όσο το υπουργείο δεν παίρνει πίσω την άδικη απόφαση του. Δεν είναι, ωστόσο, λίγοι και αυτοί που φροντίζουν να καταγγείλουν τους απεργούς για την απαράδεκτη στάση τους του να απαγορεύουν την είσοδο στον ναό της γνώσης. Και από την μεριά των φοιτητών, φυσικά υπάρχουν και εκείνοι οι οποίοι κοιτώντας το τομάρι τους και βλέποντας το εξάμηνο να χάνεται και τις ατομικές τους καριέρες να κινδυνεύουν, σπεύδουν να κατηγορήσουν τους απεργούς για την κατάσταση αυτή, χωρίς να τους νοιάζει αν αύριο αυτοί θα χάσουν τις δουλειές τους.

Μένει να δούμε αν τελικά ο αγώνας των απεργών πετύχει την άρση των απολύσεων. Είτε όμως στεφθεί νικηφόρος, είτε όχι, όλη αυτή η διαδικασία αφήνει ανοικτά ερωτήματα που όσοι θεωρούν ότι τους αφορά το μέλλον του πανεπιστημίου καλούνται να απαντήσουν. Έστω και καθυστερημένα, εργαζόμενοι, φοιτητές και καθηγητές πρέπει να πάρουν θέση για το κάτεργο των εργολαβιών σε τομείς όπως αυτόν του καθαρισμού και να πράξουν αναλόγως. Πρέπει να είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν την είσοδο σεκιουριτάδων στις πύλες των σχολών και ότι αυτό συνεπάγεται. Πρέπει επιτέλους μέσα από τον αντανακλαστικό αγώνα κατά της ιδιωτικοποίησης του πανεπιστημίου, την οποία το υπουργείο είναι βέβαιο πως δεν πρόκειται να εγκαταλείψει, να προκύψει μια ανάλυση για το τι πανεπιστήμιο θέλουμε, κάτι το οποίο φυσικά απαιτεί πρώτα την κατανόηση και την κριτική της ήδη υπάρχουσας δομής του.

 

Εξετάσεις και άγιος ο θεός

Παράλληλα με την διαθεσιμότητα στην εκπαίδευση, από φέτος μπαίνει σε εφαρμογή και ο νέος τρόπος εισαγωγής στην τριτοβάθμια, ο οποίος θα ισχύει για όσους φοιτούν στην πρώτη τάξη του λυκείου και θα συναντήσουν τις πανελλαδικές εξετάσεις το 2016. Το “νέος” βέβαια μόνο σαν ανέκδοτο μπορεί να ακουστεί καθώς οι ρυθμίσεις αυτές δεν είναι τίποτε άλλο από ένα συνονθύλευμα προηγούμενων ρυθμίσεων (οι οποίες εν τω μεταξύ κρίθηκαν ως αποτυχημένες), με πιο εξόφθαλμο παράδειγμα τις δέσμες.

Πιο συγκεκριμένα, εκτός από διάφορες δευτερεύουσες ρυθμίσεις που αφορούν την διαλογή των θεμάτων κατά 50% από τράπεζα θεμάτων, την κατάργηση της αναβαθμολόγησης κ.α. οι πιο σημαντικές ίσως αλλαγές είναι οι εξής δύο: πρώτον, τα επιστημονικά πεδία γίνονται 4 από 5 και προστίθεται ένα ξεχωριστό πεδίο για στρατιωτικές και αστυνομικές σχολές με τα μαθήματα που αντιστοιχούν σε κάθε επιστημονικό πεδίο να μειώνονται από 6 σε 4 και δεύτερον, στα μόρια εισαγωγής στην τριτοβάθμια θα συνυπολογίζεται -εκτός από τον βαθμό των πανελλαδικών εξετάσεων- ο βαθμός των εξετάσεων της πρώτης, της δευτέρας και της τρίτης λυκείου με έναν συντελεστή ο οποίος αυξάνεται ανάλογα την τάξη.

Υποτίθεται πως ο στόχος του υπουργείου είναι να σταματήσει να λειτουργεί το λύκειο σαν εξεταστικό κέντρο μαθημάτων τα οποία διδάσκονται στα φροντιστήρια. Έτσι λοιπόν τα ιδιοφυή στελέχη του υπουργείου παιδείας αποφάσισαν να πάρουν τις δέσμες (οι οποίες κατηγορήθηκαν ως υπαίτιες για την προώθηση των φροντιστηρίων ενόψει των πανελλαδικών εξετάσεων) και το σύστημα του Αρσένη (που κατηγορήθηκε ότι διεύρυνε τα φροντιστήρια και στις προηγούμενες τάξεις με την μετατροπή των εξετάσεων της δευτέρας λυκείου σε πανελλαδικές) και να φτιάξουν ένα τέρας εξετάσεων, το οποίο στην ουσία του περιέχει πανελλαδικές στην πρώτη, πανελλαδικές στην δευτέρα, πανελλαδικές στην τρίτη και τις επίσημες ξεχωριστές πανελλαδικές εξετάσεις στο τέλος. Αν δεν είναι αυτό ένας λόγος να τρελαίνονται τα παιδιά στα φροντιστήρια τότε τί είναι;

Ένα φαινομενικά δευτερεύον στοιχείο που μουρμουρίθηκε από πολλούς, είναι το γεγονός ότι η πληροφορική που εισήχθηκε το 2010 στο Λύκειο ως πανελλαδικά εξεταζόμενο μάθημα και υποτίθεται πως είχε έναν στόχο να καλλιεργήσει την αλγοριθμική σκέψη, τώρα αφαιρείται. Εμείς δεν θα πούμε πως η πληροφορική είναι η λύση για το αδιέξοδο της εκπαίδευσης. Το θεωρούμε πλέον ξεκάθαρο ότι η τεχνολογική αναδιάρθρωση του καπιταλισμού έχει προχωρήσει τόσο πολύ που το να μαθαίνεις απ’ έξω τον ορισμό του αλγόριθμου και να λύνεις μερικά προβλήματα κατ΄ αντιστοιχία με τους τρόπους της φυσικής δεν αρκεί για να ανακόψει την κρίση του εκπαιδευτικού συστήματος.

Βέβαια το ζήτημα της εκπαιδευτικής κρίσης είναι υλικό και δημιουργεί καταστάσεις στο σήμερα. Έχουμε υποστηρίξει με έμμεσους αλλά και άμεσους τρόπους ότι το σχολείο έχει πεθάνει. Έχει πεθάνει γνωσιολογικά πρώτα και κύρια. Σαν τρόποι και σαν περιεχόμενα διδασκαλίας που δομήθηκαν με βάση τις ανάγκες του βιομηχανικού καπιταλισμού, ο οποίος γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρα ότι μας έχει αφήσει χρόνους. Το ζήτημα του σχολείου όμως παραμένει σαν υπαρκτό πρόβλημα, από την στιγμή που δεν μπορεί να καταργηθεί από την μια μέρα στην άλλη. Όχι μόνο γιατί θα πρέπει οι γονείς να βρούνε που θα παρκάρουν τα παιδιά τους όταν δουλεύουν, αλλά κυρίως γιατί δεν υπάρχει κάτι συγκροτημένο που να μπορεί να αναλάβει την βασική εκπαίδευση του 21ου αιώνα στην θέση του ξεπερασμένου μαζικού σχολείου.

Στην ελλάδα δεν έχει τεθεί ποτέ αυτό το ζήτημα σοβαρά και το μόνο που κάνουν οι εκάστοτε μεταρρυθμιστές είναι να βρίσκουν τρόπους για να εντείνουν την ήδη υπάρχουσα πειθαρχία μέσα στις τάξεις κουκουλώνοντας το πρόβλημα. Και από αυτήν την άποψη το “νέο σχολείο” είναι επιτυχημένο. Γιατί αν δεν είναι αποτελεσματική η πειθάρχηση των πανελληνίων με όλα τα συνακόλουθα που έρχονται μαζί τους (από τα εξαντλητικά φροντιστήρια μέχρι τις καταπιεστικές φιλοδοξίες των γονιών) τότε τί είναι; Αλλά τί να περιμένει κανείς από ανθρώπους που επιμένουν στα θρησκευτικά εν έτη 2013!

  1. Μέσα στους 1349, ένα μέρος αφορά τους φύλακες των σχολών. Όσο αναφορά λοιπόν αυτούς το υπουργείο έχει δώσει ήδη απάντηση, πως τα πανεπιστήμια πρέπει να στραφούν σε ιδιωτικές εταιρίες φύλαξης, αλλά και γενικότερα όπως τους επισημάνθηκε, η πανεπιστημιακή κοινότητα πρέπει να βρει μόνη της διεξόδους. ↩
  2. Παύση της λειτουργίας των πανεπιστημίων σημαίνει μεταξύ άλλων διακοπή της έρευνας, μείωση της αξιοπιστίας των ιδρυμάτων και ακόμη ‘αγανακτισμένους’ φοιτητές και γονείς. Όσο και αν πιστεύουμε πως η μοίρα των πανεπιστημίων δεν ενδιαφέρει πια τα αφεντικά του, όλα τα παραπάνω είναι συνθήκες που τους κοστίζουν, με αποτέλεσμα πράγματι να βρίσκονται υπό πίεση. ↩
  3. Οι θέσεις αυτές δεν αφορούν μόνο τους διοικητικούς υπαλλήλους αλλά και το διδακτικό προσωπικό. Όπως έκανε γνωστό σχετική μελέτη οι ελλείψεις στο διδακτικό προσωπικό θα καλύπτονται από τους λεγόμενους «πανεπιστημιακούς υπότροφους», οι οποίοι είναι κάτι αντίστοιχο με διδάσκοντες 407 (από το ομώνυμο ΠΔ 407/1980), μόνο που βασική διαφορά των πρώτων είναι πως οι θέσεις τους θα χρηματοδοτούνται από τα ίδια τα ιδρύματα. ↩
]]>
“Ηλεκτρονικό προλεταριάτο _Η τεχνική σύνθεση της εργασίας” https://gameover.zp/2013/10/29/%ce%b7%ce%bb%ce%b5%ce%ba%cf%84%cf%81%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%bb%ce%b5%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%bf-_%ce%b7-%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%83/ Tue, 29 Oct 2013 10:20:48 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1306  Εισαγωγή

Θέλοντας να μιλήσουμε για το πώς οι κάθε φορά νέες τεχνολογίες οδηγούν τελικά στην εργατική υποτίμηση, θα ξεκινήσουμε την ανάλυση μας από αρκετά παλιά. Ήδη πριν από την είσοδο στη βιομηχανική εποχή, τα αφεντικά αναγνώριζαν πως ένας σίγουρος και εκ πρώτης όψεως ανώδυνος τρόπος* για να αυξάνουν την παραγωγικότητα στα εργαστήρια τους, στη συνέχεια στα εργοστάσια τους και ακόμη πιο μετά στα γραφεία τους, και κατ’ επέκταση την κερδοφορία τους, είναι η ένταξη στην παραγωγική διαδικασία τεχνολογιών και εφευρέσεων, οι οποίες θα έχουν ως σκοπό να αυτοματοποιούν ορισμένους τομείς της. Ιδωμένο από την σκοπιά των αφεντικών, αυτό που πετυχαίνεται από την εφαρμογή και χρήση τέτοιων τεχνολογιών και τον συνδυασμό της δουλειάς των εργατών και των εργατριών είναι ο διπλασιασμός, τριπλασιασμός, τετραπλασιασμός (και πάει λέγοντας) των παραγόμενων προϊόντων ή και υπηρεσιών ανάλογα μέσα στους ίδιους χρόνους.

Η πολύ απλή διαπίστωση των αφεντικών τους οδήγησε από νωρίς να ενδιαφέρονται για την εξέλιξη, επαναστατικοποίηση των τεχνολογιών και των γνώσεων που μπορούν να είναι εκμεταλλεύσιμες από την παραγωγική διαδικασία και για τον λόγο αυτό να την χρηματοδοτούν. Έτσι, η διαδικασία αυτή τροφοδοτεί σε μια διαρκή βάση μέχρι και σήμερα την καπιταλιστική παραγωγή με ολοένα και συνθετότερα εργαλεία. Παρόλα αυτά, μπορούμε να ξεχωρίσουμε τρείς διαφορετικές ιστορικές περιόδους, όπου οι νέες τεχνολογίες και γνώσεις που εφαρμόστηκαν οδήγησαν σε μια ριζική αναδιάρθρωση της καπιταλιστικής παραγωγής. Επιγραμματικά αναφέρουμε πως η πρώτη εντοπίζεται με την είσοδο της ατμομηχανής και των εφαρμογών της στην παραγωγική διαδικασία. Η δεύτερη εντοπίζεται με την γενικευμένη χρήση του ηλεκτρισμού, τη μηχανή εσωτερικής καύσης,  τη διύλιση πετρελαίου και την παραγωγή πετροχημικών και τις τηλεπικοινωνίες. καθώς και με την καθιέρωση της «αλυσίδας μαζικής παραγωγής» στις βιομηχανίες, δηλαδή το μοντέλο οργάνωσης της εργασίας που εφαρμόστηκε στα εργοστάσια του Φόρντ και που επινοήθηκε από τον Ταίηλορ**.

Η τρίτη και τελευταία αναδιάρθρωση που εντοπίζουμε και με αυτήν θα ασχοληθούμε στην συνέχεια είναι αυτή που συνέβη – συμβαίνει με την γενικευμένη εφαρμογή της πληροφορικής, των ρομποτικών τεχνολογιών, των τηλεπικοινωνιακών δικτύων και του ίντερνετ. Η τεχνική αναδιάρθρωση αυτή ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να μετασχηματίζει την οργάνωση της εργασίας. Οι αιτίες που έφεραν στο προσκήνιο τις τεχνολογίες αυτές ήταν, από την μια, η ανάγκη των αφεντικών να τελειοποιούν την οργάνωση της παραγωγής, στα πλαίσια της λογικής που περιγράψαμε. Από την άλλη, όμως, ήρθαν και σαν τους εγγυητές της ‘κοινωνικής ειρήνης’. Σε μια εποχή που οι ταξικοί-κοινωνικοί αγώνες ήταν σε γενικευμένη όξυνση και ένταση παγκόσμια, με περιεχόμενα και απαιτήσεις που ξεκινούσαν από την οργάνωση της εργασίας και άγγιζαν μέχρι ζητήματα σχετικά με την εκπαίδευση, την υγεία, την κοινωνικότητα και το περιβάλλον, οι ειδικοί των αφεντικών άρχισαν να εισάγουν σταδιακά ένα σύνολο τεχνολογιών, το οποίο πέρα από την ανυπολόγιστη αύξηση της παραγωγής που προκάλεσε, ήρθε ταυτόχρονα και σαν απάντηση σε όλα αυτά τα ζητήματα που τέθηκαν τις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Και όλα αυτά, με τα αφεντικά να έχουν επιτύχει όλο αυτό το σύνολο των νέων τεχνολογιών και των επιστημονικών γνώσεων, να θεωρείται από την πλειοψηφία των εργατικών υποκειμένων ως ένας τομέας που μπορεί να συμβάλει στην ευημερία του. Η ίδια παλιά ιστορία δηλαδή, η αστική εξουσία-ιδεολογία, προτάσσοντας το κίνητρο της γνώσης από την ανθρωπιστική του διάσταση, μασκαρεύει το ουσιαστικό της κίνητρο, το οποίο δεν είναι άλλο από την αποτελεσματικότερη εκμετάλλευση των σχέσεων στη παραγωγική διαδικασία, όπως ακριβώς και στην καταναλωτική.

Είναι προφανές πως οι αλλαγές που επιφέρουν οι νέες τεχνολογίες στην οργάνωση της εργασίες είναι πολλές και διαφορετικής φύσεως η κάθε μια. Αφορούν τόσο την παραγωγή αυτή καθ’ εαυτή, όσο και την διαδικασία της κατανάλωσης και την ιδεολογική συγκρότηση των εργατικών υποκειμένων. Είναι ζήτημα για εμάς ως εργάτες και εργάτριες το να διαπιστώσουμε και να αξιολογήσουμε το τι σημαίνουν οι αλλαγές αυτές για τις ζωές μας και αυτό θα προσπαθήσουμε να κάνουμε με τη σημερινή και με την αυριανή εισήγηση.

* Λέμε ‘εκ πρώτης όψεως ανώδυνος’ γιατί το ζήτημα της ενσωμάτωσης στη παραγωγή τεχνολογιών με σκοπό την αύξηση της δεν είναι τόσο απλή υπόθεση, όπως για συντομία την αναφέρουμε παραπάνω. Και αυτό γιατί η αύξηση της παραγωγής από την μια είναι γεγονός, αλλά από την άλλη δε συνεπάγεται υποχρεωτικά την συνεχή αύξηση της κερδοφορίας. Αυτό συμβαίνει γιατί, όσο αυξάνει η μηχανική μεσολάβηση και η ανθρώπινη εργασία κρίνεται ολοένα και περισσότερο περιττή, μπορεί να αυξάνεται η παραγωγή προϊόντων συνολικά, αλλά ταυτόχρονα συμβαίνει να περιορίζεται η δυνατότητα κατανάλωσης αυτών των προϊόντων, μιας και, θεωρητικά, ένα μεγάλο πλήθος εργατών αχρηστεύεται, με αποτέλεσμα η παραγωγή των προϊόντων αυτών να μη μεταφράζεται σε κέρδη, αλλά σε χασούρα. Η αντινομία αυτή οδηγεί σε κρίσεις, άλλοτε μικρότερης και άλλοτε μεγαλύτερης έντασης, έχοντας σαν συνέπεια να μεθοδεύονται από τα αφεντικά διαφόρων ειδών λύσεις. Σε κάθε περίπτωση η κουβέντα αυτή δεν θα απασχολήσει -προς το παρόν- την ανάλυση μας για πρακτικούς και μόνο λόγους.

** Ο φορντισμός – ταιηλορισμός παραπέμπει, κατ’ αρχήν σε ένα υπόδειγμα οργάνωσης της παραγωγής. Αντιπροσωπεύει την εκτεταμένη χρήση μηχανών με την μορφή της αλυσίδας παραγωγής, που μεταφέρει το υπό κατασκευή προϊόν στους εργαζόμενους, οι οποίοι συναρμολογούν με απολύτως και απαρέγκλιτα προγραμματισμένο τρόπο τα επιμέρους τμήματα, μέχρι να λάβει την τελική μορφή του. Σε αυτήν την διαδικασία, χρησιμοποιείται, από την μια, πλήθος μηχανών, που εξασφαλίζει την συνεχή ροή και, από την άλλη, πολύ μεγάλες ομάδες ανειδίκευτων ή ημιειδικευμένων εργαζομένων, που, χωρίς ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις και δεξιότητες, απαιτείται να ανταποκρίνονται με απλές επαναλαμβανόμενες πράξεις, ταχύτατα και δίχως καθυστερήσεις στους ρυθμούς των μηχανικών συνόλων, τα οποία ενοποιούνται στη σειρά παραγωγής. Βασικός στόχος του φορντικού  μοντέλου είναι να επιτύχει την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει ο συνδυασμός του μηχανικού και του ανθρώπινου παράγοντα, ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη παραγωγή προϊόντων στο μικρότερο χρόνο.

Α. Τι είναι η τεχνική σύνθεση της εργασίας και πώς μεταβάλλεται.

Ξεκινώντας την προσπάθεια αυτή, πρέπει να πάρουμε σαν δεδομένο πως οι εργάτες και οι εργάτριες ως συλλογικό υποκείμενο δεν μένουν αμετάβλητοι από τις αλλαγές που επιφέρουν κάθε φορά οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις. Με αυτό εννοούμε πως οι νέες τεχνολογίες είναι υπεύθυνες μεταξύ άλλων για την εξαφάνιση διαφόρων επαγγελμάτων, την δημιουργία νέων ή και την μετατροπή του περιεχομένου ήδη υπαρχουσών. Και είναι προφανές πως η σύνθεση των εργατών αλλάζει, απλά και μόνο αν σκεφτεί κανείς πως, σε προηγούμενα παραδείγματα, δε μπορούσαμε καν να μιλάμε για εργάτες και εργάτριες, αλλά μόνο για τους πρώτους. Λέμε, λοιπόν, πως η τεχνική σύνθεση της εργασίας μεταβάλλεται σταδιακά και όχι προς τυχαίες κατευθύνσεις. Οι αιτίες που οδηγούν στις αλλαγές αυτής της τεχνικής σύνθεσης ποικίλουν. Εδώ θα ασχοληθούμε μόνο με τις αλλαγές που επιφέρει η εκάστοτε καπιταλιστική τεχνική αναδιάρθρωση της παραγωγής.

Πιο αναλυτικά, με τον όρο ‘τεχνική σύνθεση της εργασίας’ αναφερόμαστε στον καταμερισμό των επαγγελμάτων και των ειδικοτήτων, καθώς και στην ιεράρχηση και την διατίμηση διαφόρων μορφών εργασίας σε «ανώτερες» και «κατώτερες», στοιχεία βασικά ώστε να δουλεύει καλά η εκμετάλλευση των πάντων. Η σύνθεση αυτή και τα στοιχεία που την αποτελούν κάθε φορά συνδέονται άμεσα με την διαδικασία παραγωγής των εμπορευμάτων κάθε είδους, αλλά και με την κατανάλωση τους. Όσο καλύτερα την οργανώνουν τα αφεντικά, τόσο πιο αποτελεσματική και δίχως εντάσεις γίνεται η εκμετάλλευση των εργατικών υποκειμένων. Και την λέμε ‘τεχνική’, γιατί, όπως εξηγήσαμε και προηγουμένως, η οργάνωση της παραγωγής εξαρτάται άμεσα από την τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού, δηλαδή την μηχανολογία, την τεχνολογία και τις γνώσεις τις οποίες μπορεί και εκμεταλλεύεται μια δεδομένη ιστορική περίοδο.

Στα στοιχεία που περιγράφουν την σύνθεση της εργασίας, χρήσιμο είναι να συνυπολογίζεται και ο ρόλος που παίζει η ιδεολογική συγκρότηση των εργατικών υποκειμένων, σαν ένα ακόμη απαραίτητο στοιχείο για την ομαλή διεξαγωγή των διαδικασιών παραγωγής και κατανάλωσης. Όταν αναφερόμαστε στην ‘ιδεολογική συγκρότηση’, εννοούμε ένα σύνολο από ψευδαισθήσεις και αυταπάτες που καλλιεργούνται με διάφορους τρόπους από τα αφεντικά και που σα στόχο έχουν να θολώνουν την πραγματικότητα γύρω από την εκμετάλλευση της εργασίας. Αν το τεχνικό περιβάλλον και οι γνώσεις, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται κάθε φορά, διαμορφώνουν την παραγωγική διαδικασία, εξασφαλίζοντας την κερδοφορία των αφεντικών, τότε η ιδεολογία είναι αυτή που την περιφρουρεί.

Άρα η τεχνική σύνθεση της εργασίας και η ιδεολογία σαν ένας πρόσθετος παράγοντας, διαμορφώνονται κάθε φορά από τα αφεντικά βάσει των αναγκών τους και με στόχο πάντα την κερδοφορία τους σε βάρος της εργασίας, καθώς και την εξασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης. Η διαμόρφωση αυτή συντελείται με την εφαρμογή των εκάστοτε νέων τεχνολογιών και επιστημονικών γνώσεων.

Επομένως, είναι σημαντικό, μετά από όλα αυτά,  να περιγράψουμε λίγο αναλυτικότερα το ποια είναι αυτή η σύνθεση της εργασίας σήμερα, έτσι όπως διαμορφώθηκε μετά από την τελευταία τεχνολογική αναδιάρθρωση του καπιταλισμού για την οποία μιλήσαμε καθώς και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της.

Β. Ποια είναι η τεχνική σύνθεση της εργασίας σήμερα

 – οι νέες τεχνολογίες επανακαθορίζουν την τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού

Ας δούμε ποια είναι τα στοιχεία που συνθέτουν σήμερα την πραγματικότητα της εργασίας. Από την μια, συμβαίνει μια αλλαγή παραδείγματος: από το φορντικό μοντέλο, με τη συνδρομή των νέων τεχνολογιών, περνάμε σε ένα νέο ευέλικτο καθεστώς. Ταυτόχρονα, συμβαίνει μια άνθιση του τριτογενούς τομέα των υπηρεσιών. Και όλα αυτά, πάντα σε συνδυασμό με την ολοένα και μεγαλύτερη εφαρμογή των νέων τεχνολογιών στο περιεχόμενο της εργασίας. Αυτά είναι λίγο πολύ τα στοιχεία που συνθέτουν την σημερινή εκδοχή της εκμετάλλευσης. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί πως η μετάβαση αυτή σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρηθεί απόλυτη, μιας και η βιομηχανική παραγωγή και το φορντικό μοντέλο οργάνωσης της δεν εξαφανίστηκε τελείως. Αντίθετα, η βιομηχανική παραγωγή σήμερα είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Το γεγονός που προκαλεί σύγχυση εδώ είναι πως αυτή απομακρύνθηκε από την ‘αναπτυγμένη’ δύση και μεταφέρθηκε σε περιοχές όπου το κόστος εργασίας είναι κατά πολύ φτηνότερο. Αλλά ακόμη και  στον ίδιο τον ‘ανεπτυγμένο’ κόσμο, μπορούμε να πούμε πως περισσότερο διαπιστώνεται συνέχεια και διεύρυνση, παρά ρήξη με το φορντικό μοντέλο οργάνωσης της εργασίας. Αυτή η διάκριση μεταξύ βιομηχανικού και βιο-πληροφορικού παραδείγματος, είναι επομένως συμβατική, απλά και μόνο για να εστιάσουμε στα χαρακτηριστικά που συνθέτουν το δεύτερο.

Σταδιακά, από την δεκαετία το ’60 και μετά, το τεχνικό περιβάλλον που πλαισιώνει την εργασία μετασχηματίζεται ριζικά. Η ανάπτυξη της πληροφορικής, της ρομποτικής, η υπολογιστική δικτύωση, οι τηλεπικοινωνίες και οι βιοτεχνολογίες, αφενός, ήρθαν για να εξελίξουν την οργάνωση της παραγωγής και κατανάλωσης. Αφετέρου, όμως, διαμόρφωσαν ένα πλέγμα σχέσεων, το οποίο επεκτείνεται και έξω από την σφαίρα των υλικών ή άυλων εμπορευμάτων, επηρεάζοντας το σύνολο της κοινωνικής δραστηριότητας.

Η τεχνική σύνθεση της εργασίας, που τα αφεντικά μπορούν να αξιοποιήσουν, προς όφελός τους πάντα, διαμορφώνεται σε μια ρευστή πραγματικότητα, όπου οι νέες τεχνολογίες, ως υπαρκτές ισχυρές τάσεις μέσα στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση, επεμβαίνουν βίαια και αναμορφώνουν ολόκληρους τομείς της παράγωγης. Χωρίς να εξαντλούμε το θέμα, ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τα εξής :

>η ρομποτική και η αντίστοιχη αυτοματοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας στις βιομηχανίες μαζικής παραγωγής αντικαθιστά τους ανθρώπους με εξειδικευμένες μηχανές, που εκτελούν μια προκαθορισμένη σειρά κατεργασιών στα προϊόντα που παράγονται. Έτσι, τα περισσότερα μεγάλα εργοστάσια, στη δύση και όχι μόνο, έχουν αλλάξει σε μεγάλο βαθμό την εσωτερική χωροταξία τους, το τεχνικό καταμερισμό της εργασίας εντός τους, ακόμα και το πλήθος των εργατών τους που απασχολούν,  κάνοντας οποιαδήποτε ομοιότητα με αυτά της δεκαετίας του ‘60 δύσκολη.  Οι εφαρμογές της ρομποτικής επεκτείνονται και σε άλλους τομείς, όπως η ιατρική (κυρίως στη μικροχειρουργική), χωρίς όμως να αγγίζουν την ανάπτυξη εφαρμογής τους στη βιομηχανία.

>οι μικροϋπολογιστές , τα τηλεφωνικά δίκτυα και η υπολογιστική δικτύωση (είτε τοπική είτε παγκόσμια) έχουν συντελέσει σε ορισμένες τεράστιας κλίμακας αλλαγές στο τρόπο που οργανώνονται, διοικούνται και επικοινωνούν επιχειρήσεις, που ανήκουν, όχι μόνο στον στενά εννοημένο τομέα των υπηρεσιών, αλλά και σε όποιες εταιρείες επωφελούνται από το νέο αυτό τεχνικό περιβάλλον στο τομέα της διασκέδασης, της υγείας, ακόμη και της αγροτικής παραγωγής. Όμως, στα γραφεία είναι που δοκιμάζεται συνεχώς η δυνατότητα αξιοποίησης στο μέγιστο βαθμό αυτών των νέων τεχνολογιών από τις επιχειρήσεις, αλλάζοντας σε σημαντικό βαθμό τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας τους σε σχέση με πριν 20 ή 30 χρόνια.

>οι βιοτεχνολογίες, σε συνδυασμό και με τις άλλες τεχνολογίες που αναφέρθηκαν, αλλάζουν εκ βάθρων την αγροτική παραγωγή, μειώνοντας ακόμα περισσότερο τον εργατικό πληθυσμό που απασχολείται σε αυτό τον τομέα. Ταυτόχρονα, με αυτές τις μηχανικές, ηλεκτρονικές και βιοτεχνολογικές εφαρμογές σε τόσες πλευρές του πρωτογενούς τομέα, αναπόφευκτα δημιουργείται ένας συνδυασμός ‘’ανειδίκευτης’’ εργασίας και μηχανικής μεσολάβησης, που αντικαθιστά τον προηγουμένως πιο εξειδικευμένο εργάτη της αγροτικής παραγωγής.

– πως μεταβάλλονται γενικά οι εργασιακές διαδικασίες και οι απαραίτητες γνώσεις

Η εισαγωγή νέων μηχανών και τεχνολογικών καινοτομιών και, φυσικά, η επακόλουθη αναδιοργάνωση των εργασιακών διαδικασιών επανακαθορίζει όχι μόνο το περιεχόμενο των γνώσεων, αλλά αλλάζει και τη διαδικασία μέσω της οποίας αυτές οι γνώσεις εντάσσονται στην παραγωγική διαδικασία.  Οι εργατικές δεξιότητες/γνώσεις είναι κεντρικής σημασίας για την καπιταλιστική αξιοποίησή τους στο καινούργιο αυτό τεχνικό περιβάλλον που, όμως, παραμένει ρευστό και ευμετάβλητο.

Επομένως, σε ό,τι αφορά την παραγωγή, είναι προφανές πως οι γνώσεις και οι ειδικότητες που, μια δεδομένη στιγμή, θεωρούνται απαραίτητες σε αυτές τις συνθήκες αλλάζουν συνεχώς με τον ίδιο ρυθμό που αλλάζει και η συνθετότητα των τεχνολογιών αυτών. Η πολυπλοκότητα των νέων μηχανών παραγωγής,  δηλαδή των υπολογιστών, των ρομπότ και των τηλεφωνικών δικτύων, είτε παράγονται μέσω αυτών πράγματα είτε υπηρεσίες, πράγματι γεννάει την ανάγκη διαφόρων κατηγοριών τεχνικών, επισκευαστών, συντηρητών, εφαρμοστών, οι οποίοι πιθανώς να χρειάζονται κάποια αυξημένη εξειδίκευση. Το πλεονέκτημα τους, όμως, αυτό είναι σχετικό, μιας και ο ρυθμός της τεχνολογικής εξέλιξης στους τομείς αυτούς είναι πολύ γρήγορος και ο χρόνος που τα υποκείμενα αυτά χρειάζονται για να το εκμεταλλευτούν είναι αρκετά περιορισμένος. Ταυτόχρονα, είναι εξίσου πραγματικό πως οι ολοένα και συνθετότερες μηχανές είναι σε θέση να αντικαθιστούν ειδικότητες που, ως πρόσφατα, έμοιαζαν ακλόνητης αξίας, όπως συμβαίνει με το παράδειγμα της ιατρικής. Η ραγδαία εξελισσόμενη μηχανοποίηση διάφορων τομέων της ιατρικής, η χρήση πολύπλοκων ρομπότ και άλλων θαυμάτων των νέων τεχνολογιών ανατρέπουν την τεχνική σύνθεση σε έναν ραγδαία αναπτυσσόμενο και κερδοφόρο τομέα.

Οι αλλαγές αυτές που περιγράφηκαν αφορούν μόνο ένα κομμάτι των εργατικών υποκειμένων και μάλιστα αυτό που, βάσει της ιεράρχησης που καθορίζεται από τα αφεντικά, θεωρείται ‘ανώτερο’ από τα υπόλοιπα. Για το πιο μεγάλο τμήμα των εργατών που βρίσκεται σε δουλειές που εισχώρησαν σταδιακά οι νέες τεχνολογίες, αυτό που συμβαίνει είναι να χάνεται μεγάλο μέρος των γνώσεων που ήταν απαραίτητες, να εξαφανίζεται, δηλαδή, ακόμη περισσότερο ο ήδη περιορισμένος έλεγχος που έχουν τα εργατικά υποκείμενα πάνω στο περιεχόμενο της δουλειάς τους, δίνοντας την θέση του σε ένα συνδυασμό «ανειδίκευτης» εργασίας και εφαρμογής νέων τεχνολογιών. Καταντούν βαθμιαία σε απλούς χειριστές προγραμμάτων, πιο ευέλικτοι, μιας και στους περισσότερους κλάδους μπορούν ανταπεξέρχονται σαν τέτοιο. Καταντούν τελικά φτηνότεροι.

ορισμένες αλλαγές της απασχόλησης στη βιομηχανική παραγωγή και στο γραφείο

Η ωρίμανση της επανάστασης της πληροφοριακής διαδικασίας, στη δεκαετία του ‘90, έχει αλλάξει την εργασιακή διαδικασία, εισάγοντας νέους τύπους κοινωνικού και τεχνικού καταμερισμού της εργασίας. Χρειάστηκε ολόκληρη του ‘80 για να εισχωρήσουν πλήρως οι βασισμένες στη μικρο-ηλεκτρονική μηχανές στη βιομηχανία και, μόλις στη δεκαετία του ‘90, διαδοθήκαν ευρέως σ’ όλες τις δραστηριότητες επεξεργασίας πληροφοριών του αποκαλούμενου τομέα υπηρεσιών. Στη δεκαετία του ’90, διάφοροι παράγοντες επιτάχυναν τον μετασχηματισμό της εργασιακής διαδικασίας: η τεχνολογία των υπολογιστών και των εφαρμογών τους, της οποίας η εξέλιξη γινόταν με διακριτά άλματα, έγινε όλο και πιο φτηνή και βελτιωμένη και γι’ αυτό πιο εύκολο να την αποκτήσει και να τη διαχειριστεί κανείς σε μεγάλη κλίμακα.

Όσο αφορά την αυτοματοποίηση του γραφείου, έχει περάσει από τρεις διαφορετικές φάσεις, καθορισμένες σε μεγάλο βαθμό από την διαθέσιμη τεχνολογία. Στη πρώτη φάση, χαρακτηριστική των δεκαετιών του ‘60 και του ‘70, χρησιμοποιήθηκαν πρώιμοι υπολογιστές για μαζική επεξεργασία πληροφοριών. Η διαχείριση των υπολογιστών από ειδικούς στα κέντρα επεξεργασίας δεδομένων αποτέλεσε την βάση ενός συστήματος που χαρακτηριζόταν από ακαμψία και ιεραρχικό έλεγχο των ροών πληροφοριών. Οι λειτουργίες καταχώρισης δεδομένων απαιτούσαν σημαντικές προσπάθειες, αφού στόχος του συστήματος ήταν η συσσώρευση μεγάλων ποσοτήτων πληροφοριών σε μια κεντρική μνήμη. Η εργασία τυποποιήθηκε, έγινε ρουτίνα και ουσιαστικά αποειδικεύτηκε για την πλειοψηφία των υπαλλήλων γραφείου. Τα επόμενα στάδια αυτοματοποίησης, ωστόσο, ήταν ουσιωδώς διαφορετικά.

Η δεύτερη φάση, στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, χαρακτηρίστηκε από την έμφαση που δόθηκε στη χρήση μικροϋπολογιστών από τους απασχολούμενους στην πραγματική εργασιακή διαδικασία. Παρόλο που οι εργάτες αυτοί υποστηρίζονταν από συγκεντρωτικές βάσεις δεδομένων, εντός της διαδικασίας παραγωγής πληροφοριών αλληλεπιδρούσαν άμεσα, αν και συχνά χρειάζονταν την υποστήριξη ειδικών στους υπολογιστές. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘80, ο συνδυασμός της προόδου στις τηλεπικοινωνίες και τους μικροϋπολογιστές οδήγησε στον σχηματισμό δικτύων και κυριολεκτικά έφερε επανάσταση στις δουλειές γραφείου, μολονότι οι οργανωτικές αλλαγές που απαιτήθηκαν για την πλήρη χρήση των νέων τεχνολογιών καθυστέρησαν την ευρεία διάδοση του νέου μοντέλου αυτοματοποίησης ως την δεκαετία του ‘90.

Σε αυτήν την τρίτη φάση αυτοματοποίησης, τα συστήματα γραφείου ενοποιούνται και δικτυώνονται με πολλαπλούς μικροϋπολογιστές που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και με τον κεντρικό υπολογιστή, σχηματίζοντας έναν ιστό, ο οποίος έχει την δυνατότητα να επεξεργάζεται πληροφορίες, να επικοινωνεί και να παίρνει αποφάσεις σε πραγματικό χρόνο. Τα αλληλεπιδρώντα πληροφοριακά συστήματα, και όχι απλά οι υπολογιστές, αποτελούν την βάση του αυτοματοποιημένου γραφείου και των αποκαλούμενων «εικονικών» ή «εναλλακτικών» γραφείων, καθώς δικτυώνουν όσους εργάζονται σε διαφορετικές τοποθεσίες.

Επομένως, η τρίτη φάση αυτοματοποίησης του γραφείου αντί να εξορθολογίζει απλά την εκτέλεση, όπως συνέβη στην περίπτωση της μαζικής επεξεργασίας δεδομένων, μεταστρέφει ολόκληρη την διαδικασία, καθώς η τεχνολογία επιτρέπει τη σύγκλιση των πληροφοριών από πολλές διαφορετικές πηγές και διαδοχικά την αναδιανομή τους και την επεξεργασία τους σε διαφορετικές αποκεντρωμένες μονάδες εκτέλεσης. Έτσι, αντί να αυτοματοποιεί συγκεκριμένα καθήκοντα, όπως την δακτυλογράφηση, τους υπολογισμούς, το νέο σύστημα εξορθολογίζει μια ολόκληρη διαδικασία (για παράδειγμα, την ασφάλιση επιχειρήσεων, τις πωλήσεις ασφαλιστικών προϊόντων κλπ) και στην συνέχεια ενοποιεί τις διάφορες διαδικασίες που μπορεί να είναι από γραμμές παραγωγής μέχρι έρευνα αγοράς. Οι εργάτες, έτσι, ενοποιούνται λειτουργικά αντί να είναι οργανωτικά διασκορπισμένοι.

 – Η πρόσδεση των τεχνολογικών αλλαγών στο άρμα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης

Η νέα πληροφοριακή τεχνολογία επανακαθορίζει εργασιακές διαδικασίες και περιεχόμενα και κατά συνέπεια την απασχόληση και την επαγγελματική δομή. Ενώ ένας σημαντικός αριθμός εργασιών έχουν αναβαθμιστεί από πλευράς δεξιοτήτων, μερικές φορές και από πλευράς μισθών και εργασιακών συνθηκών, στους δυναμικούς τομείς, ένας μεγάλος αριθμός εργασιών έχουν εξαλειφτεί/τροποποιηθεί λόγω της αυτοματοποίησης και στην βιομηχανία και στις υπηρεσίες. Αυτές είναι γενικά εργασίες που δεν είναι αρκετά ειδικευμένες, ώστε να ξεφύγουν από την αυτοματοποίηση, αλλά είναι αρκετά ακριβές ώστε να αξίζουν να επενδύσει μια επιχείρηση στην τεχνολογία για να τις αντικαταστήσει. Επομένως, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της νέας τεχνικής ταξικής σύνθεσης είναι η ανάδυση ενός μαζικού ‘’ηλεκτρονικού προλεταριάτου’’ στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, μέσα από την πόλωση της εργατικής δύναμης, πλάι σε κάποια πιο ειδικευμένα ‘’πληροφοριακά επαγγέλματα’’ (στελέχη, ειδικευμένους επαγγελματίες και τεχνικούς).

Αν και οι νέες πληροφοριακές τεχνολογίες λαμβάνουν κεντρικό, στρατηγικό ρόλο στην παραγωγική διαδικασία, ένα εύρος αλλαγών που χαρακτηρίζουν αυτό το μεταφορντικό καθεστώς συσσώρευσης απέχει πολύ από τα αναπόφευκτα/μηχανιστικά αποτελέσματα της εφαρμογής των πληροφορικών τεχνολογιών που επικαλούνται τα εκάστοτε αφεντικά. Αυτή η άποψη, φυσικά, έχει αποδειχτεί πολύ χρήσιμη προκειμένου να αντιμετωπίζουν την προλεταριακή δυσαρέσκεια απέναντι στις απολύσεις, την ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας ή την εντατικοποίηση του ρυθμού δουλειάς.

Μελέτες που έγιναν πάνω στη σχέση τεχνολογικής αλλαγής και καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80, έδειξαν ότι, κατά βάση, οι νέες τεχνολογίες εισήχθησαν για να μειωθούν οι θέσεις εργασίας, να καθυποταχτούν τα σωματεία και να μειωθεί το κόστος, παρά για να βελτιωθεί η ποιότητα ή να αυξηθεί η παραγωγικότητα με μέσα διαφορετικά από την μείωση του μεγέθους της επιχείρησης.

Η επακόλουθη διακλάδωση των εργασιακών τύπων και η πόλωση της εργασίας δεν είναι απαραίτητα το αποτέλεσμα της τεχνολογικής προόδου ή αμείλικτων εξελικτικών τάσεων. Είναι κοινωνικά καθορισμένη και διοικητικά προσδεμένη στη διαδικασία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, που λαμβάνει χώρα στις γραμμές παραγωγής, μέσα στο πλαίσιο των νέων τεχνολογιών, στις ρίζες του πληροφοριακού παραδείγματος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η εργασία, η απασχόληση και τα επαγγέλματα μετασχηματίζονται και η ίδια η έννοια της εργασίας και του χρόνου εργασίας νοηματοδοτούνται ξανά σε αυτό το νέο τεχνικό περιβάλλον. 

Γ. Ιδεολογική σύνθεση της εργασίας.

Η πλήρως ελεγχόμενη και προσεκτικά καθορισμένη οργάνωση της παραγωγής είναι ένα βασικό ζήτημα για τα αφεντικά και την εξασφάλιση της κερδοφορίας τους. Δεν είναι, όμως, το μόνο που πρέπει να έχουν υπό έλεγχο. Και αυτό γιατί, για να λειτουργεί στην εντέλεια το μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής που διαμόρφωσαν σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εποχής, πρέπει με κάθε τρόπο να εξασφαλίζεται και η ομαλότητα, η ‘κοινωνική ειρήνη’ όπως αναφέραμε και προηγουμένως.

Αυτό είναι ένα δίδαγμα το οποίο τα αφεντικά έλαβαν πολύ σοβαρά υπόψη τους, ιδιαίτερα μετά και από την κρίση του ’60 – ’70, όποτε και η τελευταία τεχνική αναδιάρθρωση άρχισε να μπαίνει σε εφαρμογή και να μετασχηματίζει την οργάνωση της εργασίας. Το γεγονός, μάλιστα, πως η κρίση αυτή εκφράστηκε, όχι μόνο στους χώρους δουλειάς σαν κρίση των σχέσεων παραγωγής, αλλά επεκτάθηκε και σε ζητήματα τα οποία άπτονται στοιχείων που πηγάζουν από την καθημερινή καταπίεση των παραδοσιακών κοινωνικών σχέσεων και απαγορεύσεων, οδήγησε τα αφεντικά και τους ειδικούς τους να αναζητήσουν εξίσου καθολικές απαντήσεις στις αρνήσεις αυτές.

Η οργάνωση της παραγωγής γινόταν πάντα υπό το πρίσμα του πώς οι αρνήσεις αυτές, οι οποίες οδήγησαν στην κρίση, δεν θα εκδηλώνονται, αλλά θα θάβονται ή θα μεσολαβούνται. Η ιδεολογική συγκρότηση, λοιπόν, των εργατικών υποκειμένων, είτε πατούσε σε παραδοσιακές εκδοχές της, είτε εφεύρισκε και νέες, δεν αποτελεί μια ξεχωριστή διεργασία που συνέβη τα τελευταία χρόνια, αλλά πραγματοποιήθηκε (και συνεχίζει να το κάνει) ταυτόχρονα με την οργάνωση της παραγωγής. Επίσης, αντίστοιχα με τις ανάγκες που έκαναν απαραίτητη την συνεισφορά της, οι ψευδαισθήσεις και οι αυταπάτες αυτές ξεπερνούσαν τους χώρους της στενά εννοούμενης εργασίας και επεκτείνονταν και στο σύνολο της κοινωνικής δραστηριότητας.

Αυτό που πέτυχαν τελικά τα αφεντικά με την διευρυμένη χρήση των νέων τεχνολογιών είναι η καθολική εξατομίκευση των εργατικών υποκειμένων. Αυτό που συμβαίνει είναι πως οι τεχνολογίες που βασίζονται στην πληροφορική και την ψηφιοποίηση, οι οποίες σταδιακά έγιναν κομμάτι της καθημερινότητας από την δεκαετία του ’60 και έπειτα, τα κινητά τηλέφωνα, οι υπολογιστές, το ίντερνετ και όλες οι συναφείς τεχνολογίες, συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας νέας τυποποίηση των κοινωνικών σχέσεων. Ο γενικός τύπος των σχέσεων αυτών, μέσα στο νέο βιο-πληροφορικό παράδειγμα που διαμορφώνεται, είναι η ιδέα του ‘ο καθένας μόνος του και όλοι μαζί χώρια’. Σε συνδυασμό πάντα με την εικονική μεσολάβηση της κοινωνικότητας αυτών των υποκειμένων από τις νέες τεχνολογίες.

Στην εργασία, αυτή η συνθήκη εκφράζεται μέσα από τον ατομισμό, τον ανταγωνισμό και γενικά τις ψευδαισθήσεις του καθενός και της καθεμίας πως, αργά η γρήγορα, σαν επιβράβευση των προσωπικών τους κόπων, θα αγγίξουν την πολυπόθητη ευημερία και καταξίωση. Οι εργάτες και οι εργάτριες, αντιλαμβανόμενοι τους εαυτούς τους σαν μικρούς ιδιοκτήτες, κεφάλαιο των οποίων θεωρούνται οι γνώσεις και η εξειδίκευση που απέκτησαν μέσα από την πολυετή τους εκπαίδευση, επιδιώκουν την ατομική τους διέξοδο από την κόλαση της μισθωτής σχέσης και την κοινωνική τους ανέλιξη, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι δεν τους αξίζει τίποτα λιγότερο.

Ο καθένας είναι ‘επιχειρηματίας του εαυτού του’ και σαν τέτοιος, μέσα στο σύστημα που μοιράζει αφειδώς ατομικές ευκαιρίες, το μόνο που έχει να κάνει είναι να παίξει σωστά τα χαρτιά του για να μην τον ξεπεράσει ο διπλανός του. Το μόνο πρόβλημα σε αυτή τη λογική είναι πως ο καπιταλισμός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ένα τέτοιο σύστημα. Εδώ, ο κεντρικός χαρακτήρας είναι η εκμετάλλευση των εργατών και των εργατριών, μαζί με την παραγωγή κέρδους για τα αφεντικά. Και παρόλο που τα υποκείμενα αυτά αποφεύγουν να αυτοχαρακτηρίζονται ως εργάτες και εργάτριες (άλλο ένα επίτευγμα της ιδεολογίας), η πραγματικότητα δεν αλλάζει, με αποτέλεσμα τα υποκείμενα αυτά να οδηγούνται προς την απογοήτευση και στην εσωτερίκευση μιας υποτίμησης η οποία δεν μπορεί να εκφραστεί παρά μόνο ατομικά. Ή ακόμη και όταν προσπαθεί να εκφραστεί συλλογικά, με δυσκολία μπορεί να ξεφεύγει από εγωκεντρικές λογικές του τύπου, ‘θέλουμε πίσω το μέλλον που μας υποσχέθηκαν’, αφήνοντας εσκεμμένα στην άκρη το γεγονός ότι το μέλλον που θεωρεί ο καθένας ότι του αξίζει σημαίνει ταυτόχρονα την καταστροφή κάποιου άλλου.

Οι απαντήσεις που δόθηκαν σε κοινωνικό  επίπεδο στο πολύμορφο σώμα που αντέδρασε ενάντια στις παραδοσιακές καπιταλιστικές προσταγές, επί της ουσίας ήταν η ενσωμάτωση και η μεσολάβηση του λόγου και της κριτικής που το ίδιο άσκησε τις δεκαετίες του ’60-’70. Το σύνολο των επιθυμιών που, έως τότε, καταπιέζονταν από τις παραδοσιακές σχέσεις του καπιταλιστικού μορφώματος, καθώς και οι απαιτήσεις για ‘απελευθέρωση’ και ‘αυτοκαθορισμό’ των υποκειμένων που δέχονταν αυτήν την καταπίεση, μπήκαν στο επίκεντρο της προσοχής και του σχεδιασμού των αφεντικών. Με την βοήθεια των νέων τεχνολογιών, εφοδιασμένων με μια ρητορική που τις παρουσίασε σαν το κλειδί για την είσοδο στον μαγικό κόσμο των επιθυμιών, τα αφεντικά κατάφεραν να αντιστρέψουν το κλίμα αντίδρασης, εμπορευματοποιώντας και μεσολαβώντας τις καθημερινές τους σχέσεις. Από τις κουλτούρες και τα στυλ των νέων μέχρι τη γυναικεία σεξουαλικότητα, τα πάντα μπήκαν στην τροχιά της μηχανικής και ιδεολογικής μεσολάβησης, δημιουργώντας μάλιστα την ψευδαίσθηση πως βαδίζουμε προς μια πιο ελευθεριακή κατάσταση, την στιγμή που συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο.

 

]]>
“Ηλεκτρονικό προλεταριάτο _Μία εργατική έρευνα” https://gameover.zp/2013/10/29/%ce%b7%ce%bb%ce%b5%ce%ba%cf%84%cf%81%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%bb%ce%b5%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%bf-_%ce%bc%ce%af%ce%b1-%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%84%ce%b9/ Tue, 29 Oct 2013 10:16:54 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1304  

Εισαγωγή

Στη χτεσινή εκδήλωση περιγράψαμε τη διαδικασία αλλαγής του εργασιακού παραδείγματος, μέσα από την ανάπτυξη και εξάπλωση των νέων τεχνολογιών. Περιγράψαμε, πως αυτή η αλλαγή ξεκίνησε από την ανάγκη των αφεντικών για απαντήσεις στις γενικευμένες και επιθετικές αρνήσεις του κινήματος της δεκαετίας 60-70, αναδιοργανώνοντας την πειθαρχική και ιδεολογική διαχείριση της εργατικής τάξης, αφομοιώνοντας εύστοχα στην πορεία την κινηματική κριτική που αφορούσε μεταξύ άλλων την εργασία, την αυστηρότητα του εργοστασίου, την κατοχή της γνώσης αλλά και το ευρύ πεδίο αυτού που ονομάζουμε ελεύθερο χρόνο. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία αφομοίωσης, οι νέες τεχνολογίες, δηλαδή η πληροφορική, η ρομποτική, η υπολογιστική δικτύωση, οι τηλεπικοινωνίες, οι βιοτεχνολογίες, άλλαξαν ριζικά την οργάνωση της εργασίας, της κατανάλωσης, των κοινωνικών σχέσεων και των απαραίτητων γνώσεων. Οι περισσότεροι τομείς της παραγωγής αναδιαρθρώθηκαν, κάποιοι εξαφανίστηκαν, όσες ειδικεύσεις δεν κατάφεραν να ενταχθούν στο ψηφιακό παράδειγμα, καταργήθηκαν, και νέες, εντελώς διαφορετικές δημιουργήθηκαν και συνεχίζουν να δημιουργούνται. Ο μάστορας, ο αγρότης, ο μηχανικός, ακόμα και ο γιατρός, δίνουν σταδιακά την θέση τους σε ένα συνδυασμό “ανειδίκευτης” εργασίας/χειρισμού και μηχανικής μεσολάβησης. Το μεγάλο γνωσιολογικό κεφάλαιο των περασμένων δεκαετιών, στο οποίο αποκτούσε κανείς πρόσβαση μέσα από την επίσημη εκπαίδευση, έχει, για πολλούς και πολλές, καταστεί άχρηστο στην εύρεση εργασίας. Αντί αυτού, αρκεί πλέον μια σύντομη εκπαίδευση στο χειρισμό συγκεκριμένων προγραμμάτων για να πληροί κανείς τις προϋποθέσεις στις περισσότερες δουλειές. Αυτή του είδους την εκπαίδευση οι περισσότεροι την λαμβάνουν στον ελεύθερό τους χρόνο, μέσα από tutorial, από ειδικά σεμινάρια, μέσα από κοινότητες gaming και hacking.

Επιλέγοντας την εργατική έρευνα

Αυτή η αλλαγή στα αντικείμενα και τους τρόπους εργασίας δε θα μπορούσε να αφήσει ανέγγιχτη τη σύνθεση της εργατικής τάξης. Πώς γίνεται αυτή αντιληπτή στο σύνολό της (αν γίνεται); Ποια υποκείμενα την απαρτίζουν; Πώς αλλάζουν οι συνήθειες και οι μεταξύ τους σχέσεις; Προσπαθώντας να καταλάβουμε αυτή τη σύνθεση στο σήμερα, τις γενικότερες αλλά και τις πιο ειδικές, προσωπικές συνθήκες που βιώνουν όσοι δουλεύουν σε αυτήν την γκάμα μεταλλαγμένων αλλά και εντελώς νέων επαγγελμάτων, ξεκινήσαμε κάνοντας λίγο πιο σαφείς τις κατηγορίες για τις οποίες μιλάμε.

  • Μιλάμε λοιπόν για ένα εύρος παραδοσιακών επαγγελμάτων, του τριτογενούς κατά βάση, τα οποία έχουν ενταχθεί στις νέες τεχνολογίες, γεγονός που σε πολλές περιπτώσεις έχει αλλάξει εντελώς τα αντικείμενα και τους τρόπους δουλειάς.
  • Μιλάμε επίσης για ένα εύρος επαγγελμάτων που είναι παιδιά των νέων τεχνολογιών, καθώς σχετίζονται είτε με την παράγωγή/συντήρηση/επισκευή των νέων μηχανών, είτε με την προσφορά υπηρεσιών στους τομείς που αναδύονται από αυτά τα νέα μέσα, από την κοινωνική δικτύωση και τα applications των androids μέχρι τον εξειδικευμένο σχεδιασμό videogames.

Όλα αυτά τα επαγγέλματα, φωτογράφοι, τηλεφωνητές, μηχανικοί, μικροβιολόγοι, προγραμματιστές και σχεδιαστές ιστοσελίδων, μπορεί να μοιάζουν εντελώς διαφορετικά, όμως με μια πιο προσεκτική εξέταση και αναγωγή τους στις σημερινές συνθήκες, βλέπει κανείς πολλά κοινά χαρακτηριστικά, όσον αφορά στις μισθολογικές σχέσεις, το είδος εργασίας και το γνωσιολογικό υπόβαθρο που απαιτείται.

Για να καταλάβουμε λίγο πιο αναλυτικά αυτά τα κοινά στοιχεία, κάναμε μια μικρή εργατική έρευνα, παίρνοντας συνεντεύξεις από εργάτες σε τέτοιες δουλειές, έχοντας στο νου μας να ανήκουν, όσο γίνεται, σε διαφορετικές κατηγορίες επαγγελμάτων. Η πρόθεσή μας δεν ήταν να κάνουμε μια στατιστική τεκμηρίωση, αλλά να δούμε ειδικότερα διάφορα χαρακτηριστικά παραδείγματα και να μπορέσουμε να περιγράψουμε περισσότερο τι είδους είναι τελικά αυτά τα κοινά στοιχεία, παρά να κάνουμε μια ολοκληρωμένη καταγραφή τους. Το ερωτηματολόγιο που χρησιμοποιήθηκε σαν βάση των συνεντεύξεων είναι χωρισμένο σε 4 ενότητες, οι οποίες αποτελούν και το σκελετό αυτής της εισήγησης. Οι ενότητες αυτές είναι:

  • γενικές συνθήκες εργασίας
  • εκπαίδευση
  • σχέσεις με συναδέλφους/αφεντικό, λούφα και διεκδικήσεις
  • σώμα και ελεύθερος χρόνος.

Στην κάθε ενότητα περιγράφουμε τα γενικά συμπεράσματα που βγάλαμε συνδυάζοντας τα υποκειμενικά στοιχεία των συνεντεύξεων με τις γενικές γνώσεις μας πάνω στην οργάνωση της εργασίας και την κοινωνική πραγματικότητα σήμερα. Παραθέτουμε συμπληρωματικά διάφορα αποσπάσματα (γραπτά εδώ και ηχητικά στην προφορική εισήγηση) τα οποία θέλουμε να λειτουργήσουν σαν παραδείγματα, για μια πιο ολοκληρωμένη, πιο βιωματική κατανόηση του θέματος.

Ονομάσαμε με λίγη παραπάνω φαντασία και ίσως καταχρηστικά τη νέα αυτή μορφή εργασίας, ηλεκτρονική εργασία. Και τον εργάτη της, ηλεκτρονικό εργάτη.

Γενικές συνθήκες εργασίας

Κατάτμηση και μαζικοποίηση της εργασίας

(πάνω σε /και με νέες τεχνολογίες)

Ο σύγχρονος τρόπος οργάνωσης και διανομής της εργασίας, αρχικά της χειρωνακτικής, πλέον και της διανοητικής, περνάει μέσα από την μηχανοποίηση. Μέσα από την όλο και πολυπλοκότερη διάρθρωση της “υλικής” και “πνευματικής” παραγωγής. Και καταλήγει σε ένα μοντέλο σταδιακής κατάτμησης και ανασύνθεσης του τελικού αποτελέσματος της εργασίας. Με άλλα λόγια, διαφορετικά αντικείμενα, που πριν αποτελούσαν αδιάσπαστες ενότητες, έχουν γίνει αρκετά πολύπλοκα, ώστε για να φτάσει κανείς στο τελικό αποτέλεσμα, είτε πρόκειται για ένα πρόγραμμα, είτε για το σχεδιασμό ενός κτιρίου, πρέπει να ενώσει ένα δίκτυο από επιμέρους απλούστερες εργασίες. Εργασίες που φαίνονται (και είναι) αυτοτελείς, αλλά στην πραγματικότητα προορίζονται για ένα μεγαλύτερο τελικό αποτέλεσμα, το οποίο μπορεί και να μην είναι καν γνωστό σε αυτόν που τις εκτελεί. Όσο περισσότερο αναπτύσσονται αυτές οι τεχνολογίες, όσο περισσότερο γίνεται δυνατή η εφαρμογή τους, τόσο πιο μεγάλα και πολυπλοκότερα αποτελέσματα μπορούν να παράγονται με τέτοιο τρόπο. Και τόσο πιο περιορισμένη και υποβαθμισμένη γίνεται η αντίστοιχη επιμέρους εργασία.

Ας πάρουμε το παράδειγμα της κατασκευής ενός μικρού κτιρίου. Αρχικά ήταν απλό, ο καθένας έχτιζε το σπίτι του με τη βοήθεια του μάστορα. Αργότερα, στα αρχιτεκτονικά γραφεία, ο αρχιτέκτονας, έχοντας απορροφήσει όλη την κλεμμένη γνώση από τους μάστορες, μέσα από την επίσημη εκπαίδευση, είχε αυτός τη συνολική γνώση της δημιουργίας ενός κτιρίου, με μια διαφορετική βέβαια διαδικασία. Συναντιόταν με τους πελάτες, σχεδίαζε τη διαρρύθμιση, έκανε τα γραφειοκρατικά και επέβλεπε την οικοδομή. Πλέον, είναι μια εξειδικευμένη δουλειά το καθένα από αυτά, ακόμα και σε τέτοιες μικρές κατασκευές. Είναι δύσκολο να ξέρουν όλοι δισδιάστατη και τρισδιάστατη σχεδίαση, να ξέρουν τα κόλπα στις πολεοδομίες, να κάνουν δημόσιες σχέσεις και να επιβλέπουν τα συνεργεία. Και αρκεί να σκεφτεί κανείς πόσα ακόμα μένει να γίνουν για να ολοκληρωθεί το σπίτι, από τη μελέτη στατικής επάρκειας και τα ενεργειακά πιστοποιητικά μέχρι το τελευταίο συνεργείο που θα βάψει τον τοίχο ή θα φτιάξει τα ηλεκτρολογικά. Αλλιώς φτιαχνόταν λοιπόν ένα σπίτι την εποχή των μαστόρων και άλλου είδους σπίτι ήταν. Επιπλέον, άλλη ήταν η κοινωνική θέση του μάστορα, αλλά και του αρχιτέκτονα, από αυτή του ανειδίκευτου εργάτη οικοδομής, ή του σχεδιαστή autocad σε ένα γραφείο. Φυσικά, όσες γνώσεις και να είχε ένας παραδοσιακός μάστορας, δε θα μπορούσε να φτιάξει ένα σύγχρονο σπίτι, με τα πολύπλοκα συστήματα της τελευταίας τεχνολογίας και τη διαδικασία που αναφέραμε.

Η εικόνα είναι λοιπόν ξεκάθαρη. Κατάτμηση, υπέρ – εξειδίκευση (το αδερφάκι της από – ειδίκευσης), μαζικοποίηση, υποτίμηση. Αυτή η δομή αποτελεί κοινή βάση στα περισσότερα από τα επαγγέλματα που εξετάσαμε. Και σχετίζεται άμεσα και έμμεσα με τις γενικές συνθήκες που επικρατούν στη δουλειά, όπως τις περιγράφουμε παρακάτω.

Όσον αφορά στα εργατικά κεκτημένα

Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, οι υπάλληλοι είναι μισθωτοί ή έχουν μια ιδιότυπη σχέση εξαρτημένης εργασίας ακόμα και όσοι από αυτούς κόβουν αποδείξεις από μπλοκάκι, θεωρούνται δηλαδή ελεύθεροι επαγγελματίες[1]. Πρέπει να δουλεύουν συγκεκριμένο ωράριο και σπάνια πληρώνονται τις υπερωρίες, ακόμα και αν όσοι ασφαλίζονται ως υπάλληλοι τις δικαιούνται νόμιμα. Όσον αφορά στα ωράρια, είναι αρκετά ελαστικά, είτε πρόκειται για part time είτε για οχτάωρα που γίνονται δεκάωρα-δωδεκάωρα. Κι αυτό γιατί, μέσα στη λογική των αυτοτελών πρότζεκτ που περιγράψαμε, ο χρόνος δε μετριέται με το μεροκάματο, αλλά με το κομμάτι. Λογική φασόν δηλαδή. Οι συλλογικές συμβάσεις, (και) λόγω της ευρείας κατάτμησης και διαφοροποίησης των ειδικοτήτων, φαίνεται ότι σε πολλές περιπτώσεις έχουν απαξιωθεί, πολύ πριν καταργηθούν από το κράτος, από τα ίδια τα υποκείμενα που βλέπουν τον εαυτό τους εντελώς ξεκομμένο από τους υπόλοιπους του ίδιου κλάδου. Τα επιδόματα – όσα δεν έχουν σταματήσει – είναι σχεδόν αυτονόητο ότι δεν πληρώνονται, εκτός από τις περιπτώσεις μεγάλων εταιριών που είναι κάπως πιο τυπικές με το νόμο. Οι άδειες είναι ένα θολό τοπίο, εξαρτώνται περισσότερο από τις ορέξεις του εκάστοτε αφεντικού παρά από κάποιο θεσπισμένο δικαίωμα. Αν το γραφείο/μαγαζί κλείσει τον Αύγουστο, τότε θα πάρεις άδεια τον Αύγουστο, αν δεν κλείσει, μπορεί και να μην πάρεις καθόλου. Επίσης μπορεί να σου επιβάλουν να κουβαλήσεις μαζί το laptop σου για να δουλεύεις από τις διακοπές σου, ειδικά αν χρησιμοποιείς το ίντερνετ. Γενικά δεν υπάρχει τίποτα σταθερό όσον αφορά στο πότε μπορείς να λείψεις, είτε για άδεια είτε επειδή αρρώστησες. Το μόνο σταθερό είναι το πόσα παίρνεις. Το οποίο δεν ανεβαίνει πλέον με το πέρασμα του χρόνου, άσχετα με το αν έχεις αποκτήσει εμπειρία ή όχι (σε αυτό όμως θα αναφερθούμε πιο αναλυτικά παρακάτω, στην ενότητα που αφορά την εκπαίδευση).

Αυτο-εντατικοποίηση των ρυθμών εργασίας (the Dead Line)

Η εντατικοποίηση δεν είναι παράγωγο μόνο των τελευταίων δεκαετιών. Είναι άμεσα συνυφασμένη με την αποδοτικότητα και το ρυθμό παραγωγής, από τα εργοστάσια ήδη. Στις συνθήκες αυτού που ονομάζουμε “μηχανοποιημένη διανοητική εργασία”, στα επαγγέλματα που περιγράφουμε δηλαδή, η εντατικοποίηση γίνεται με πολλούς -συνήθως έμμεσους- τρόπους. Έχοντας να κάνουμε όπως είπαμε, με μια άτυπη αλυσίδα παραγωγής που αποτελείται από ανόμοια, αυτοτελή κομμάτια, η νόρμα στο ρυθμό εργασίας μπαίνει κατά κύριο λόγο από τα γνωστά σε όλους deadlines[2]. Από τις ημερομηνίες παράδοσης, οι οποίες παραδοσιακά μπορεί να ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας (και διαπραγμάτευσης) ανάμεσα στον ελεύθερο επαγγελματία και στον πελάτη, τώρα όμως καθορίζονται από το αφεντικό και ανακοινώνονται στους εργάτες, χωρίς φυσικά να ρωτηθούν οι δεύτεροι (ή να έχουν τρόπο να διαπραγματευθούν). Αυτό καταλήγει στο εξής παράλογο. Το αφεντικό υποτίθεται ότι συμφωνεί για τα deadlines, κρίνοντας ποια είναι η παραγωγική δυνατότητα των εργατών του στον επίσημο χρόνο απασχόλησής τους, αλλά στην πραγματικότητα απλά λέει “ναι” σε όλες τις απαιτήσεις των πελατών άσχετα με το αν μπορούν να πραγματοποιηθούν ή όχι, μέσα στο συμφωνημένο αυτό χρόνο. Μεταφέρει όμως την ευθύνη της ολοκλήρωσης στους υπαλλήλους, οι οποίοι συνήθως θεωρούν αυτονόητο ότι θα τη σηκώσουν, για καλό δικό τους και του γραφείου πάντα. Αυτό, σε συνδυασμό με το ότι τα νέα μέσα, το ίντερνετ, τα διεθνή δίκτυα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι μη τόποι, με μη χρόνους, έχουν ουσιαστικά συνεχόμενο ωράριο, παράγει μια φοβερά εντατική και εκβιαστική συνθήκη εργασίας, μια ρευστότητα η οποία καθορίζει το ρυθμό απόδοσης αλλά και τον ίδιο τον ελεύθερο χρόνο των εργατών.

Επιτήρηση (από τη μηχανή /κι από τους εργάτες για τους εργάτες)

Ο ανταγωνισμός και η εξατομίκευση είναι βασικοί πυλώνες της επιτήρησης στους χώρους εργασίας, κυρίως από εργάτη σε εργάτη. Το τί ώρα έρχεσαι, πόση δουλειά βγάζεις και σε πόσο χρόνο, το πώς συμπεριφέρεσαι και ποιά είναι τα πιστεύω σου, αποτελούσαν πάντα εργαλεία εκβιασμού, σαμποτάζ και υποτίμησης του ενός υπαλλήλου απέναντι στον άλλο, όταν η προσωπική ανέλιξη με όλους τους τρόπους ήταν της μόδας. Και ήταν, για πολλές δεκαετίες. Από αυτήν την άποψη έχουμε ήδη διαμορφωμένο ένα σύνολο καλά εκπαιδευμένων στην αλληλο-επιτήρηση εργατών. Αυτό που με τα νέα μέσα έχει γίνει εξαιρετικά ευκολότερο και πολλά τέτοια παραδείγματα είδαμε στις συνεντεύξεις, είναι η επιτήρηση από τα πάνω. Η επιτήρηση από τα αφεντικά, μέσα στους νέους χώρους εργασίας, μέσα από την πλήρη μεσολάβηση της μηχανής και τον περιορισμό του φυσικού χώρου και των κινήσεων, είναι πλέον μια διαδικασία αυτόματη. Μπορεί κανείς, χωρίς ιδιαίτερο κόπο, να μετρήσει πόση ώρα κάνουν διάλειμμα, να μάθει τί ιστοσελίδες επισκέπτονται (και να απαγορεύσει την πρόσβαση αν το θεωρεί αντιπαραγωγικό), να έχει διαθέσιμους πίνακες με ποσοτικά (και εν μέρει ποιοτικά) δεδομένα αξιολόγησης ανά μέρα, ανά μήνα, ανά χρόνο, να παρακολουθεί ακόμα και το τί συζητάνε οι υπάλληλοί του μεταξύ τους, αφού κι αυτό γίνεται πλέον σε μεγάλο βαθμό μέσα από τον Η/Υ. Το τί μπορεί να κάνει κανείς σε τέτοιες δουλειές για να λουφάρει, είναι σε μεγάλο βαθμό ζήτημα συλλογικό, ζήτημα σχέσεων με τους υπόλοιπους εργαζόμενους, και σαν τέτοιο θα το αναφέρουμε εκτενέστερα σε παρακάτω ενότητα.

Αποσπάσματα συνεντεύξεων

1.γυναίκα, 26, data center, cloud computing (πτυχίο: Ηλεκτρολόγος μηχανικός υπολογιστών ΑΠΘ)

“Έχει δύο σκέλη αυτή η δουλειά. Αρχικά αυτό το υπόγειο που βλέπεις λειτουργούσε αποκλειστικά σαν data center, δηλαδή εξυπηρετούσε κυρίως το Φυσικό, τη φυσικομαθηματική σχολή εδωπέρα, για διάφορα προγράμματα που θέλανε να τρέχουνε επιστήμονες, για έρευνες και τέτοια. Αποκλειστικά. Είχε κάποια clusters -στήλες υπολογιστών- που τα χρησιμοποιούσανε και για να τρέχουνε προγράμματα και για δεδομένα, ιστοσελίδες καθηγητών κτλ. Είναι 1 από τα 4 κέντρα του Αριστοτελείου.

Δεν έχω ασφάλιση προς το παρόν. Στην αρχή εγώ ζήτησα ΙΚΑ μας είχανε κάνει μια κουβέντα τελοσπάντων εκεί με τα παιδιά, ότι δεν έχει να κάνει με ΙΚΑ αυτό, τίποτα. Δεν παίζουν τέτοια πράγματα, ότι θα πρέπει να βγει μπλοκάκι, ή θα πρέπει να ‘μαι ΤΕΒΕ ή ΤΣΜΕΔΕ. Σε 3 συνεντεύξεις που πήγα πριν από αυτή δουλειά, ζητούσαν όλοι μπλοκάκι. Μου είπαν να ξεχάσω το ενδεχόμενο του ΙΚΑ.

… Οι ώρες δουλειάς τυπικά είναι 9 το πρωί με 5, που είναι το οκτάωρο. Έχει απλήρωτες υπερωρίες και γενικά το πρόβλημα είναι ότι οι συνάδελφοι ας πούμε δεν είναι πολύ διατεθειμένοι να φύγουν από τη δουλειά, κάθονται συνήθως μέχρι τις 8-9, από προσωπικό βίτσιο κυρίως, γιατί την έχουνε δει ότι είμαστε κάποιοι εδωπέρα.

Στον ΟΤΕ είχε ενδιαφέρον το πράγμα γιατί από ένα σημείο και μετά βάλανε στην ουσία μπρος ένα πρόγραμμα που έλεγχε πόση ώρα είσαι μέσα στο σύστημα και δουλεύεις. Δηλαδή από ποιά ώρα έχεις κάνει log in και ποιά ώρα έχεις κάνει log off. Οπότε βγαίνοντας ενημερώνανε για το πόσο χρόνο έκανες. Δούλευες 4 ώρες έτσι; Έπρεπε 3 ώρες και 3 τέταρτα να είναι καθαρή δουλειά. Το τέταρτο στις τέσσερις ώρες είναι το διάλειμμα. Και τσεκάρανε αυτό. Εμείς με τα παιδιά είχαμε υπολογίσει ότι κάπως, ανά βάρδια, γλίτωναν δύο ακόμα παιδιά (2 τετράωρα), που θα ‘πρεπε να δουλεύουνε.”

 2.άντρας, 28, ταμίας σε πολυκατάστημα ηλεκτρονικών (πτυχίο: οικονομικές επιστήμες Παν. Πελοποννήσου)

“Μισθωτός, με ένσημα ήμουνα.

…Διαλλείματα είχαμε, εγώ ας πούμε που ήμουν τετράωρος είχα ένα δεκάλεπτο διάλλειμα και ήτανε χρονομετρημένο, δηλαδή έκανα έξοδο και είσοδο στο ταμείο, βλέπανε ακριβώς πόσο έχω λείψει. Και έπρεπε να είναι δέκα λεπτά, δεν μπορούσε να είναι παραπάνω. Αν ήταν παραπάνω στη λέγανε. “

 3.άντρας, 30, προγραμματιστής (πτυχίο: προγραμματιστής ΑΣΟΕΕ)

“Ήμουνα στην αρχή μισθωτός εδώ, στην Ιντρασόφτ, στον Κόκκαλη, μετά έφυγα, είχα πάει για διδακτορικό, τώρα αυτό θεωρείται και δε θεωρείται δουλειά, αλλά πληρωνόμουνα. Και μετά πάλι μισθωτός σε κανονική εταιρία στην Ιρλανδία.

…Πληρωνόμουν με κανονικό μηνιάτικο. Τώρα είναι με το πρότζεκτ. Λες ρε παιδί μου είναι το τάδε, τόσο το κοστολογώ, τόσο θα μου δώσεις. Τώρα δεν έχω καμία ασφάλιση, είμαι γραμμένος στον ΟΑΕΔ. Θα έπρεπε να κάνω έναρξη επαγγέλματος αν ήθελα να το κάνω αυτό μόνιμα.

…Εκεί δούλευα δωδεκαωράκι. Είχε και το καλό βέβαια ότι εγώ έφευγα με το λεωφορείο, 5 η ώρα έφευγε το λεωφορείο και δεν μπορούσε να μου πει κανείς κάτσε παραπάνω. Οι περισσότεροι καθόντουσαν. Εγώ ήμουν σχεδόν πάντα ο πρώτος που έφευγε.

 4.γυναίκα, 30, αρχιτεκτονικό γραφείο (πτυχίο: αρχιτέκτων μηχανικός ΕΜΠ)

“Έχω σπουδάσει αρχιτεκτονική αλλά δουλεύω σαν σχεδιάστρια. Είμαι ελεύθερος επαγγελματίας, το ωράριό μου είναι μισθωτού αλλά δεν είμαι μισθωτός. Κόβω μπλοκάκι, απόδειξη, υποτίθεται δουλεύω 9-5 αλλά αν χρειαστεί καθόμαστε παραπάνω, δεν το πληρωνόμαστε φυσικά κτλ.

…Τα τελευταία 2 χρόνια καθόμαστε τουλάχιστον μια ώρα παραπάνω. Πέντε νταν δε φεύγεις. Πέντε νταν φεύγεις και είναι προσβλητικό ας πούμε.

…Δε δικαιούμαι άδεια συγκεκριμένη, είναι στην καλή θέληση του εργοδότη μου. Κατά βάση, όσα χρόνια δουλεύω μας δίνει μια βδομάδα τα Χριστούγεννα γιατί μάλλον πάνε να κάνουν τα ψώνια τους στην Ελβετία, δεν ξέρω για ποιο λόγο… και μια βδομάδα το καλοκαίρι έτσι με πίεση και ζόρι. Γενικά αν μια μέρα χρειάζεται να κάνω κάτι και πρέπει να λείψω από τη δουλειά μου είναι πολύ δύσκολο να το ζητήσω.

-Πιστεύεις ότι σας τσεκάρουν/παρακολουθούν το ίντερνετ;

Πολύ πιθανό.”

 5.άντρας, 30, animation, 3d (πτυχίο: 3d designer, ΑΚΤΟ)

“Συστηματικά δούλευα 6 και παραπάνω χρόνια, αλλά καθημερινά πράγματα – υπάλληλος δηλαδή μη φανταστείς, 8ωρα και βάλε – και έκανα animation, 3D. Διαφημίσεις δηλαδή. Τώρα είμαι free lancer, δηλαδή έρχεται κάποιος και μου λέει φτιάξε μου αυτό το βίντεο. Αλλά δεν έχω μπλοκάκι. Η συχνότητα της δουλειάς που έχω δε μου επιτρέπει να ανοίξω βιβλία αυτή τη στιγμή. Είμαι ακόμα σε ταμείο, μάλλον επειδή είχα αρκετά ένσημα αλλά θα λήξει άμεσα το ΙΚΑ μου.

-Τις υπερωρίες τις πληρωνόσασταν ή όχι;

Τις πληρωνόμασταν. Δεν είχα παράπονο από αυτή την άποψη γιατί όταν δουλεύαμε παραπάνω ξηγιόταν το αφεντικό. Δεν τις κρατάγαμε δηλαδή. Άλλοι τις κρατάγανε τις παραπάνω ώρες και διεκδικούσαν τα χρήματα. Εγώ δεν έδινα πολύ σημασία και δεν τις κράταγα, αλλά πάντα πληρωνόμουν παραπάνω”.

6.άντρας, 31, τηλεφωνικό κέντρο (πτυχίο: ψυχολογία, Πάντειος)

“Το αντικείμενο είναι να μαζεύω στοιχεία μέσω τηλεφώνου για ανθρώπους που άλλοι θα τους προωθήσουν προϊόντα. Ο μισθός συνήθως, ανάλογα με τις ώρες βγαίνει γύρω στα 350 – 400, η ώρα είναι 4,5 ευρώ. Αλλά θα πέσει.

…Τις υπερωρίες δεν τις πληρώνομαι σαν τέτοιες. Απλά ό,τι ώρα δουλέψεις παραπάνω πληρώνεσαι την ώρα.

…Όσον αφορά στις άδειες, γενικά είναι λίγο φλου τα πράγματα, τώρα ζορίζουνε. Γενικά ήταν κάπως εύκολο, και λίγο ευέλικτο αυτό και λόγω εξεταστικών, αφού δουλεύουν φοιτητές.”

7.άντρας, 23, esport, ηλεκτρονικός αθλητισμός με live streaming (φοιτητής ψηφιακών σπουδών)

“Εγώ μπήκα στη φάση σχετικά νωρίς, πάνω από ένα χρόνο, πριν ενάμισι χρόνο περίπου. Βασικά έκανα και εγώ validating για pro-evolution για καμιά δεκαριά χρόνια για χαβαλέ. Και αποφάσισα μία μέρα ότι θα ήταν ωραία να το δοκιμάσω και στο League of Legends που έπαιζα τότε μανιακά, σε ημί-επαγγελματικό επίπεδο κιόλας. Το έκανα αυτό, είδα ότι έχει απήχηση, έχει κόσμο, το έκανα ας πούμε με τραγική ποιότητα λόγω internet. Δεν υπήρχαν τότε εγκαταστάσεις που να βρεις εύκολα στην Αθήνα για να κάνεις τέτοιο πράγμα. Και συνειδητοποίησα ότι έχει πολύ απήχηση και πήγα και βρήκα τον C.

Τώρα είμαστε συνεργάτες οι οποίοι δεν έχουν ωράριο ή κάτι τέτοιο, ο καθένας όποτε μπορεί ας πούμε. Καμιά 20αριά άτομα κατά μέσο όρο, είναι σαν να έχεις δηλαδή 3 τη μέρα να δουλεύουν νορμάλ ώρες. Ακριβώς επειδή δεν είμαστε μια έτοιμη στημένη εταιρεία με ωράρια κλπ κλπ, πάνω κάτω ο καθένας δουλεύει όσο θέλει, όσο αντέχει, όσο μπορεί, όσο προλαβαίνει. Προς το παρόν ας πούμε όταν πρόκειται για festival το οποίο είναι συγκεκριμένες ώρες δουλειά, πάνω-κάτω συγκεκριμένες ώρες να το τρέξεις, προς το παρόν εμείς πληρωνόμαστε για αυτό το κομμάτι. Δε πληρωνόμαστε ας πούμε για όλα τα άλλα που είναι η προετοιμασία το promotion, αυτά σιγά-σιγά έρχονται τώρα.”

8.άντρας, 19, βίντεο-μοντάζ για κοινωνικές εκδηλώσεις (φοιτητής web design)

“Κάνω μοντάζ σε γάμους, βαφτίσεις και τέτοια και βγάζω τα DVD τους. Δουλεύω με το κομμάτι. Μαύρα χωρίς ένσημα και τέτοια. Εννοείται. Υπερωρίες δεν πληρώνονται.

Το καλοκαίρι είχες δουλειά ότι στιγμή ήθελες, δηλαδή ήξερες ότι μπορώ να κάτσω όλη τη βδομάδα και να κάνω στάνταρ από ένα γάμο τη μέρα. Τώρα το χειμώνα είναι όποτε κάτσει, όποτε σου δώσει αυτός δουλειά έως καθόλου.

9.άντρας, 27, τηλεφωνητής (φοιτητής ψυχολογίας)

“Ήμαστε μισθωτοί, δεν παίρναμε μεροκάματο, μηνιάτικο παίρναμε. Υπήρχαν κάποια μπόνους και τις 2 φορές, αλλά αυτά ήταν ανεξάρτητα. Δηλαδή ήταν οι 3 πρώτοι στις πωλήσεις, εκεί υπήρχε μπόνους.

Τα χρήματα υποτίθεται ότι ήταν 420 με 430 ευρώ το μήνα, για 4ωρο και ανάλογα αν δούλευες Κυριακές ή κάποιες φορές βραδινές ώρες, αν και ήταν σπάνιο. Εγώ δεν είχα ασφαλιστεί γιατί είχα απ’ τους γονείς μου και δεν το είχα επιλέξει ας πούμε. Και από ότι θυμάμαι στο τμήμα μου δεν το είχε επιλέξει κανένας.”

 

Educational Gap

(εκπαίδευση)

Κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς μας να προσδιορίσουμε τις νέες εργατικές φιγούρες που συναντούσαμε στην έρευνα μας, να τις περιγράψουμε και να τις εντάξουμε κάπου στην ιστορία της εργασίας, υποβάλλαμε στον εαυτό μας πολλές ερωτήσεις. Μία από αυτές ήταν αν αυτός ο εργάτης/ εργάτρια, που πάει να πιάσει τη χιψι δουλειά, στην οποία θα χρησιμοποιεί τις νέες τεχνολογίες από την αρχή μέχρι το τέλος του 8ώρου του (εδώ γελάμε), έχει κάπου κάπως, επίσημα ή μη, δημόσια ή ιδιωτικά έστω, διδαχθεί αυτά που του είναι απαραίτητα για τη δουλειά. Συναντήσαμε αρχιτέκτονες, που όμως ποτέ στο ΑΕΙ τους δε διδάχθηκαν ή εμβάθυναν στη χρήση του AutoCAD (σχεδιαστικό πρόγραμμα), καλοτεχνίτες που διοχετεύουν την δημιουργικότητα τους στο 3ds max (πρόγραμμα 3d), gamers προγραμματιστές και πτυχιούχους ψυχολόγους τηλεφωνητές.

Επίσημη εκπαίδευση στον recycle bin

Αυτά που η επίσημη κρατική εκπαίδευση θεωρεί χρήσιμα και ως εκ τούτου διδάσκει, είναι στο μεγαλύτερο τους κομμάτι άχρηστα για τον ηλεκτρονικό εργάτη. Ήδη από τις προηγούμενες εκδηλώσεις μας ήταν σαφές το εξής: Ο μαθητής δεν χρειάζεται να μάθει να κάνει τη διαίρεση, γιατί έχει το κινητό του. Τίποτα όμως δεν υπάρχει ενταγμένο στο σχολικό πρόγραμμα, (ή αν υπάρχει δεν παίρνει το βάρος που του αντιστοιχεί απέναντι ας πούμε στην αρχαία ελληνική ιστορία) που να προετοιμάζει τους μαθητές για να χειριστούν το κομπιούτερ. Αυτό, θεωρείται δεδομένο πως το ξέρουνε (το μαθαίνουνε) ήδη από τα σπίτια τους και πριν καν ξεκινήσουν το δημοτικό. Το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα, δεν είναι σε θέση ακόμα, και ούτε φαίνεται πως θα είναι στο άμεσο μέλλον, να φτιάξει τις απαραίτητες υποδομές για το νέο παράδειγμα. Σε άλλες χώρες τέτοια βήματα προς το νέο παράδειγμα έχουν γίνει. Έχουμε σε προηγούμενες εκδηλώσεις μας πέσει πάνω σε τέτοια παραδείγματα, που ξεπετάγονται ανά καιρούς και απασχολούν σαν μικρές ειδήσεις τα μίντια. Σχολεία προσανατολισμένα στις νέες τεχνολογίες, τη μεθοδολογία να τις μαθαίνεις, τη γλώσσα τους ή και τη χρησιμότητα τους. Ωστόσο αν και αυτά τα παραδείγματα γίνονται αμέσως αντικείμενο κριτικής είτε ενθουσιασμού, είναι μεμονωμένα και βρίσκονται ακόμα σε πειραματικό στάδιο. Στην ελλάδα οι προσπάθειες να ενταχθούν οι νέες τεχνολογίες στα σχολεία είναι τραγελαφικές. Οι αίθουσες πληροφορικής αν και όταν χρησιμοποιούνται διδάσκουν βασικά και συχνά ξεπερασμένα προγράμματα, ή εξυπηρετούν απλά στο να υπάρχει σε κάποιο χώρο ο πολυπόθητος για τα παιδιά υπολογιστής. Από την άλλη, τα πολυμέσα συμπληρώνουν την διδασκαλία των κλασσικών μαθημάτων με ήχο και εικόνα, π.χ. διδάσκεσαι ιστορία με powerpoint και βιντεάκια, ή κάνεις εργασίες σε ηλεκτρονικές μορφές.

Αν κάτι προσέφερε το σχολείο στον εργάτη για αρκετό καιρό ακόμα αφού το γνωσιολογικό του κομμάτι άρχισε να ‘παλιώνει’ ήταν η από νεαρή ηλικία εξοικείωση του με το πολύωρο κάθισμα σε μια καρέκλα και την ησυχία. Ένας πειθαρχικός ρόλος, ο οποίος είχε παραγκωνιστεί εδώ και πολύ καιρό από την νταντά τηλεόραση, και μάλιστα χωρίς να χρειάζονται οι τιμωρίες και η βία των δασκάλων.

Και εκπαίδευση στον ελεύθερο χρόνο στα favorites

Ο ίδιος ο μαθητής (και μελλοντικός εργάτης) ωστόσο καθόλου δεν περιμένει από το σχολείο να του μάθει τα απαραίτητα. Τα μαθαίνει ήδη από μόνος του εν είδει παιχνιδιού, με πολλή όρεξη, και μάλιστα γίνεται γρήγορα αριστούχος στον τομέα που έχει επιλέξει.

Το εκπαιδευτικό κενό καλύπτεται κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου. Τα video games, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η ατελείωτη βάση δεδομένων – πηγή γνώσης με το όνομα internet, όλα αυτά καλύπτουν τον ελεύθερο χρόνο των μαθητών στο εκατό τοις εκατό, μερικές φορές σε βαθμό εγκλεισμού και απομόνωσης. Τα παιδιά εξοικειώνονται με τη μηχανή και τους τρόπους της, ενώ εκπαιδεύονται παράλληλα σε ένα σωρό διαδικασίες και προγράμματα, έχοντας ή όχι πλήρη επίγνωση αυτού που μαθαίνουν, ενώ η πολύωρη καθήλωση είναι πλέον (το είπαμε, ήδη από την τηλεόραση) εθελοντική.

Video games

Η περίπτωση των video games είναι ενδεικτική. Ένας μαθητής ηλικίας από 5 έως 18, περνούσε ατελείωτες ώρες μπροστά από την κονσόλα. Σήμερα το ίντερνετ στεγάζει έναν τεράστιο αριθμό video, role playing και strategy games. Ο αριθμός των συμμετεχόντων είναι πρωτόγνωρος έως ασύλληπτος. Αυτά τα παιχνίδια δεν τερματίζονται ποτέ, έχουν διαρκή εξέλιξη και διεθνή πρωταθλήματα, όπως αρμόζει στην τεχνολογία τους. Έχουν μπόλικη αίσθηση εξέλιξης. Πίστες, μπόνους, τίτλους και επιβράβευση, περισσότερη απ’ όση μπόρεσε ποτέ να προσφέρει το παιχνίδι στο δρόμο ή οι βαθμοί στο σχολείο, και μάλιστα μπροστά στα μάτια και σε ανταγωνισμό με την αχανή ιντερνετική κοινότητα των gamers. Ένας 12χρονος παίχτης του LoL κινείται και διαχειρίζεται την μηχανή και τα εικονικά περιβάλλοντα που χωράει αυτή μέσα της, για-την- προσωπική-του ψυχαγωγία, ως μέλος μιας κοινότητας που του διαφεύγει αριθμητικά και πολιτισμικά, και γίνεται διαρκώς καλύτερος. Γρηγορότερος, χρησιμότερος, όλο και περισσότερο γνώστης.[3]

Μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Ταυτόχρονα, φυσικά, αυτός ο νεαρός/ νεαρή που το εργασιακό του μέλλον περιγράφουμε στην ερεύνα μας, κοινωνικοποιείται με τους συμμαθητές του ή και με άλλους, πάλι μέσω της μηχανής και συγκεκριμένα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Μαθαίνει να χρησιμοποιεί τα μέηλ του, να διαχειρίζεται πληθώρα προφίλ και βάσεις δεδομένων (πολλές φορές και τα δικά του προσωπικά δεδομένα), να απαντά και να ρωτάει σε φόρουμ και τσατ. Είναι διαρκώς παρών στο κυβερνοχώρο. Και αυτός και οι φίλοι του. Μπορεί μεν να επικοινωνεί κοφτά και σύντομα, με μέηλ, sms και κάθε λογής αρκτικόλεξα, χαμογελαστές φατσούλες και like, αλλά σε αυτού του είδους την επικοινωνία, την οργάνωσή της και την περιήγηση σε face book, twitter και instagram, είναι από πολύ νωρίς βιρτουόζος.

Από τα tutorials στο hacking και πάλι πίσω:

Μαθαίνω παίζοντας – πληροφορία, downloading, sharing

Ο μαθητής που στέκεται ατελείωτες αυτές ώρες μπροστά από το pc του, καθόλου δεν έχει άγνοια του ότι μαθαίνει. Κι αυτό γιατί χρησιμοποιεί τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και σαν εργαλείο γνώσης. Ακόμη κι αν δεν έχει πλήρη επίγνωση του πώς και του γιατί αυτό θα του χρησιμεύσει στην μελλοντική του εργασία. Έχει αναγκαστεί να μάθει εξαρχής, για να χειριστεί τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, έχει βρει τι θέλει να μάθει, βάσει, πρώτα και κύρια, του τι του αρέσει (και να άλλο ένα κενό που είχε το σχολείο). Κατεβάζει αυτά που χρειάζεται, βλέπει tutorials, κουτσομελετάει, μοιράζεται συμβουλεύεται και ανταγωνίζεται στη γνώση του. Χρησιμοποιεί την αχανή πληροφορία, και την ξεσκαρτάρει. Και όταν ο υπολογιστής του κλατάρει, τα χάνει και σπεύδει να μάθει πως θα τον επαναφέρει. Σε κάποιες περιπτώσεις η φιγούρα αυτή γίνεται παραβατική (hackers), και ίσως αυτό να της βρει και ακόμα πιο γρήγορα δουλειά.[4]

Είναι ο ηλεκτρονικός εργάτης ανειδίκευτος;

Ένα παιδί που ασχολείται με το pc από 5 χρονών, όταν φτάσει στα 18 θα ξέρει πολύ περισσότερα για τις νέες τεχνολογίες από όσα θα μάθαινε από το σχολείο ή το πανεπιστήμιο. Ο ηλεκτρονικός εργάτης ήδη από πολύ μικρή ηλικία έχει μάθει το πιο σημαντικό: έχει μάθει (τον τρόπο) να μαθαίνει. Ξέρει ήδη να χειρίζεται τη μηχανή που θα συναντήσει αργότερα μέσα στο «εργοστάσιο».

Το εκπαιδευτικό σύστημα παρέμενε πάντα διαχωρισμένο απ’ το εμπειρικό σκέλος της ζωής και της εργασίας. Το σχολείο ή το πανεπιστήμιο, σου μάθαιναν π.χ. τις αιτίες των φαινομένων, τις οποίες όμως τις συναντούσες και τις εφάρμοζες αφού έβγαινες απ’ αυτά. Σου μάθαινε το νόμο, αλλά δεν σε έβαζε στο δικαστήριο. Η γνώση που αποκτάται τώρα στον ελεύθερο χρόνο είναι γνώση άμεσα εφαρμόσιμη και αξιοποιήσιμη. Η basic επίσημη εκπαίδευση δεν είναι απλά και μόνο άχρηστη στη διαμόρφωση των νέων σχέσεων εργασίας. Έχει επιπλέον κηρυχθεί σε υλικότατο βαθμό άχρηστη σε σχέση με μία πολύ καλύτερη και ανέξοδη για τα αφεντικά μέθοδο να μαθαίνεις, που δεν πλατειάζει, παρά μένει στα απολύτως απαραίτητα. Απορροφάται δηλαδή από την αγορά εργασίας ένα υποκείμενο το οποίο δεν έχει με κανένα τρόπο εκπαιδευτεί και πιστοποιηθεί επίσημα, αλλά έχει όλες τις επαρκείς γνώσεις.  Έχει την εμπειρία της μηχανής και μπορεί να την εξελίξει. Έχει επίσης ένα κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο με τους υπόλοιπους που μοιράζονται τα ενδιαφέροντα του, έχει αγαπήσει και αναγάγει την τεχνολογία σε αναγκαιότητά του, και κάνει φίλους διαδικτυακά.

Και ως τι προσλαμβάνεται τελικά;

Ο ηλεκτρονικός εργάτης λοιπόν σπάνια δείχνει το πτυχίο του. Προσλαμβάνεται βάσει του πόσο καλά μπορεί να ξέρει το πρόγραμμα που χρειάζεται κάθε δουλειά, βάσει των project που έχει στο book του, βάσει του αν μπορεί να χειριστεί ένα ακουστικό συνδεδεμένο πάνω του για να δέχεται την μία κλήση μετά την άλλη. Αν σε αυτά τα βασικά ή πιο εξειδικευμένα ζητούμενα είναι καλός ή τουλάχιστον αντέχει την πολύωρη δουλειά μπροστά από μια οθόνη, προσλαμβάνεται και μένει να εκπαιδευτεί περαιτέρω κατά τη διάρκεια της εργασίας.

Εκπαίδευση κατά τη διάρκεια της εργασίας

Φυσικά επειδή κάθε δουλειά έχει τη νόρμα της και καινούρια δεδομένα, ο ηλεκτρονικός εργάτης θα συνεχίσει να μαθαίνει και μέσα σ’ αυτήν. Έχοντας όμως backup τους τρόπους που εξέλιξε μόνος του για να φτάσει εκεί που έφτασε, μπορεί αυτή η μετεκπαίδευση να μην κοστίσει δεκάρα τσακιστή στο αφεντικό του. Ενώ οι πιο εξειδικευμένες και πρωτοκλασάτες εργασίες έχουν πληρωμένα σεμινάρια ή εκπαίδευση, το σύνηθες είναι είτε ο εργοδότης να υποδεικνύει στον παλιότερο να δείξει στον νεώτερο είτε να βασίζεται στην αλληλοβοήθεια μεταξύ των υπαλλήλων του. Το μοτίβο του αυτοδίδακτου συνεχίζεται όπου κριθεί αναγκαίο ακόμα και στον ελεύθερο χρόνο του εργάτη. Οι γνώσεις που ανταλλάσσονται μεταξύ των εργατών βασίζονται πάνω σε αυτό και την εμπειρία στη δουλειά.

Αποσπάσματα συνεντεύξεων

1.γυναίκα, 26, data center, cloud computing (πτυχίο: Ηλεκτρολόγος μηχανικός υπολογιστών ΑΠΘ)

“Αυτούς τους ενδιέφερε ότι οι συγκεκριμένοι είχαμε δουλέψει σε τέτοια πράγματα. Δηλαδή ο άλλος που έχει πτυχίο είναι από ένα ΤΕΙ αθήνας κάπου, ο τύπος έχει στήσει σπίτι του δύο μικρά clusterάκια, αυτό τους ένοιαζε.

…Για ένα μικρό διάστημα τις πρώτες βδομάδες μας εξηγούσανε κάποια πράγματα και επίσης αυτός ο υπεύθυνος που θέλει να είναι πολύ συμπαθητικός, έρχεται και σου μαθαίνει κανένα κόλπα υπολογιστικό, κάπως έτσι. Γενικά χρειαζόταν αρκετό διάβασμα,. Στην αρχή δηλαδή πιέστηκα πολύ με όλα αυτά που άκουγα 100 ξένες λέξεις άγνωστες τελείως με αυτό που ήξερα κάθε μέρα. Είχα μια πίεση, το τί πρέπει να διαβάσω γιατί εγώ είχα πουλήσει και λίγο φούμαρα στη συνέντευξη, οπότε λέω ωχ τώρα θα αποκαλυφθούμε ότι δεν ξέρουμε και τίποτα ούτε από Linux ούτε από τέτοια. Γιατί Linux βασικά ήθελε πολύ καλά. Αλλά τελικά δε διάβασα σπίτι. Ό,τι έμαθα το έμαθα εκεί. Κάθε μέρα δηλαδή με google έψαχνα και μάθαινα. Και πραγματικά σκέφτομαι ότι αν ερχόσουν εσύ τώρα και ήθελες να το κάνεις, θα σου εξηγούσα 5 ώρες ρε παιδί μου ποιές εντολές μπορείς να χρησιμοποιήσεις και θα μπορούσες να το κάνεις. Σε ένα μήνα θα ήξερες.

…Ναι και παλιότερα, να πω και αυτήν την κακή πτυχή της ζωής μου, έπαιζα πάρα πολλές ώρες games. Τώρα το έχω κόψει τελείως. Ιδίως με τη δουλειά. Δηλαδή το ‘χω σκεφτεί ότι αυτή η πτυχή του gamer τελοσπάντων, έχει πάρα πολύ να κάνει με αυτή τη δουλειά. Ναι. Δηλαδή παίζει με κάποιο τρόπο οι gamers αν κάνουν μια τέτοια δουλειά να καλύπτονται σε επίπεδο gaming ας πούμε, ότι πετυχαίνω αυτόν το στόχο σε τάδε χρόνο, πατώντας πάλι γρήγορα με τα δάχτυλά μου πολλά κουμπιά κτλ.”

2.άντρας, 28, ταμίας σε πολυκατάστημα ηλεκτρονικών (πτυχίο: οικονομικές επιστήμες Παν. Πελοποννήσου)

“Με εκπαιδεύσανε αυτοί. Γύρω στο μήνα, ενάμιση μήνα σχεδόν και γενικά κατά καιρούς μας εκπαιδεύανε, αν γινόταν κάποια αλλαγή. Τον πρώτο καιρό κυρίως που ήτανε πιο χαλαρά, μας κάνανε σεμινάρια και μετά ότι αλλαγές γινόντουσαν μας τις μαθαίνανε εκείνη την ώρα.”

4.γυναίκα, 30, αρχιτεκτονικό γραφείο (πτυχίο: αρχιτέκτων μηχανικός ΕΜΠ)

“Το εξελίσσεις, όλα τα προγράμματα. Βγαίνει η καινούργια βερσιόν, το κατεβάζεις από το ίντερνετ, την εξετάζεις μόνος σου, διαβάζεις στο ίντερνετ τί καινούργιο έχει βγει, βλέπεις tutorials και τέτοια”.

5.άντρας, 30, animation, 3d (πτυχίο: 3d designer, ΑΚΤΟ)

“Το αφεντικό μου έλεγε, μην πας στη σχολή. Για ποιό λόγο; Έλα εδώ να κάτσεις να μάθεις τη δουλειά.” Και είχε δίκιο. Μπορούσα να το είχα κάνει και θα είχα προχωρήσει και πιο γρήγορα έτσι.

…Να ξέρεις τι καινούριο έχει βγει, πως δουλεύει το κάθε γραφείο, τι κάνουν σε άλλες χώρες (Αμερική, Αγγλία, Κίνα), τα καινούρια προγράμματα. Μονίμως πρέπει να είσαι σε αυτή την κατάσταση. Και η αλήθεια είναι ότι όσο πιο πολύ ψάχνεσαι τόσο πιο χρήσιμος είσαι σε τέτοιου τύπου εταιρίες.

…Ναι να φανταστείς εγώ δεν έχω και καθόλου καλή σχέση με τα κουμπάκια. Δεν ήμουν ποτέ υπολογιστάκιας. Δεν έπαιζα καν παιχνίδια. Δε μου αρέσει ο υπολογιστής. Αλλά μου αρέσει αυτό που κάνω. Μου αρέσει να κάνω animation. Αλλά δεν μπορώ να ψάχνομαι για κουμπιά. Την ψιλοπάτησα δηλαδή. “

6.άντρας, 31, τηλεφωνικό κέντρο (πτυχίο: ψυχολογία, Πάντειος)

“Έπρεπε να μάθεις πώς να περνάς στο πρόγραμμα τα στοιχεία, στο εξέλ, χωρίς να το χειρίζεσαι μετά, αυτό το κάνει ο ίδιος για να τα μαζεύει και να τα αθροίζει -ο προϊστάμενος- και πώς να στήνεσαι στο γραφείο για να κάνεις γρήγορα, για να μπορέσεις να πάρεις 500 τηλέφωνα το 4ωρο.”

7.άντρας, 23, esport, ηλεκτρονικός αθλητισμός με live streaming (φοιτητής ψηφιακών σπουδών)

“Αν υπάρχουν πτυχία προφανώς και είναι ευπρόσδεκτο και σιγά-σιγά ίσως να αρχίσουμε και να ζητάμε. Γιατί στην αρχή συνεργαστήκαμε με ανθρώπους τους οποίους ξέραμε. Δεν χρειαζόταν κάποιο πιστοποιητικό για να μας αποδείξει ότι ξέρει. Ήξερα εγώ ότι ξέρει. Αλλά από εκεί και πέρα το πτυχίο είναι πολύ σημαντικό γιατί αλλιώς πρέπει να δω δουλειά σου μπροστά μου για να καταλάβω ότι ξέρεις να κάνεις αυτό που μου λες. Ενώ το πτυχίο ουσιαστικά είναι κάτι το οποίο σε διευκολύνει να πείσεις τον άλλον ότι ξέρεις να κάνεις αυτό που του λες. Δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη σημασία. Κυρίως για τις εταιρείες, για τις μεγάλες εταιρείες έχουν σημασία. Για μας δηλαδή τα άτομα που είμαστε αυτή τη στιγμή μέσα, σημασία δεν έχει.”

 

Team work σε digital περιβάλλοντα

(σχέσεις με συναδέλφους/αφεντικό, λούφα και διεκδικήσεις)

Η οργάνωση της εργασίας των ηλεκτρονικών εργατών «επιβάλλει» τη συνεργασία τους. Η ομαδική εργασία είναι κοινώς αποδεκτή και απαραίτητη ανάμεσα στους ηλεκτρονικούς εργάτες. Πως γίνεται αυτό όταν ο καθένας είναι μπροστά από την οθόνη από την αρχή μέχρι το τέλος του 8ώρου;

Space

Στους εργασιακούς χώρους η χωροταξία οργανώνει ή αποκλείει την ομαδικότητα με όρους επαφής και συνομιλίας. Από τα ξεχωριστά κουβούκλια μέχρι τα ομαδικά, οι ηλεκτρονικοί εργάτες δεν έχουν κανένα περιθώριο βλέμματος ή αγγίγματος, κλειδωμένοι στη γνωστή θέση.

Ο χώρος εργασίας συνήθως αποτελείται από μία μεγάλη αίθουσα. Ακόμη και αν υπάρχουν παράθυρα, συχνά μένουν κλειστά. Το φυσικό φως εκλείπει ή αντικαθίσταται από λάμπες φθορίου. Τα κλιματιστικά και οι εξαερισμοί δουλεύουν στο φουλ. Τα γραφεία τους είναι είτε ατομικά, είτε οργανωμένα σε κάποια γεωμετρική διάταξη, είτε τα γνωστά κουβούκλια. Τα κουβούκλια (στα call center γνωστά και ως μαργαρίτες), γραφεία που διαμορφώνονται από χαμηλά χωρίσματα, εξυπηρετούν στο να καθορίζουν τον «ατομικό» χώρο, να εμποδίζουν την άμεση επαφή με τους κοντινούς συναδέλφους, να εκμηδενίζουν τα γύρω ερεθίσματα και οτιδήποτε μπορεί να αποσπάσει την προσοχή. Τα χαμηλά αυτά χωρίσματα διατηρούν μια επίφαση ελευθερίας, για να μην είναι και καταφανής η ομοιότητα με κελί και μάλιστα ελάχιστων τετραγωνικών. Επίσης, αρκεί να σηκωθεί λίγο το κεφάλι για να ανταλλαχθούν απαραίτητες για τη δουλειά κουβέντες. Ουσιαστικά όμως, ο ευρύτερος χώρος, ο όροφος ας πούμε, δεν έχει καμία σημασία. Ο «πραγματικός» χώρος εργασίας του ηλεκτρονικού εργάτη είναι το Desktop του.

Οι περισσότεροι επικοινωνούν την ώρα του διαλείμματος, στην προσέλευση ή στο σχόλασμα. Η ένταση της εργασίας δεν επιτρέπει να ανταλλάξεις και πολλές κουβέντες ενώ δεν χρειάζεται, νομίζουμε, να περιγράψουμε πόση επαφή επιτρέπεται στο παράδειγμα που είσαι και καλωδιωμένος. Από την άλλη, οι υπολογιστές είναι διαρκώς ανοιχτοί και συνδεδεμένοι μεταξύ τους, η εργασία έχει κατατμηθεί και μοιραστεί. Την επικοινωνία των εργατών μεταξύ τους τη μεσολαβεί η μηχανή, ακριβώς όπως και έξω από τη δουλειά.

Τεχνική επίτευξη του team spirit

Και καθώς αυτή η ιδιαίτερα φωτεινή περιγραφή των χώρων εργασίας δείχνει πως η επικοινωνία μεταξύ εργατών είναι ανέφικτή, η αναγκαία ομαδικότητα πρέπει να επιτευχθεί με τεχνικούς τρόπους:

  1. Όσοι έχουν τις απαραίτητες γνώσεις πρέπει να τις μοιράζονται. Αυτό είναι ένα από τα πιο βασικά στοιχεία αυτής της ομαδικότητας. Οι εργασίες του καθενός αλληλοσυμπληρώνονται, και ότι γνωσιακό κενό έχει ο ένας ζητείται να καλυφθεί από τη γνώση-εμπειρία του άλλου. Οι ομάδες εργασίας είναι αυτές που στη σύνθεση τους βγάζουν τη δουλειά.
  2. Οι γνωστές εργασιακές κουλτούρες ‘όλα είναι ροζ’, ‘πολιτισμένος χώρος εργασίας χωρίς φωνές και εντάσεις’, η κουλτούρα του ‘είμαστε συνεργάτες’, προηγούνται φυσικά των νέων επαγγελμάτων αλλά συνεχίζουν να δουλεύουν ανενόχλητες.
  3. Σε πολλές δουλειές λειτουργούν τα ομαδικά μπόνους και η επιβράβευση, κάνοντας ακόμη και τις πιο υποτιμημένες από αυτές να φαντάζουν εξελίξιμες, ή σε παιχνιδιάρικο κλίμα. Τα κόλπα αυτά μαζί με τα group therapy, τα σεμινάρια, τα γλέντια, τα ομαδικά παιχνίδια, βασανίζουν εδώ και πολύ καιρό όσους αρνούνται να πειστούν πως η δουλειά είναι χαρά.
  4. Το τεχνολογικό hype (gadgetάκηδες), όσο αντέχει ακόμα, βοηθά να αισθάνονται κάποιοι πως βρίσκονται σε χώρους με ανθρώπους που μοιράζονται κοινά ενδιαφέροντα.

Πρόκειται για μία ομαδικότητα η οποία διατηρείται σε μικρή κλίμακα, για να μπορεί να ελέγχεται πιο εύκολα και να επιτηρείται από τα πάνω. Είναι διαχειρίσιμη στο μέγεθος και την ποιότητά της. Τέλος, είναι εύκολα μεταβλητή, οι ομάδες εργασίας αλλάζουν και ανανεώνονται αν δεν είναι παραγωγικές. Στα μάτια του αφεντικού η επιτυχία της ομαδικότητας επιβεβαιώνεται πρώτα και πάντα κάθε φορά που οι εργάτες (αντί να σαμποτάρουνε) συνεργάζονται για να βγει η δουλειά.

Ανταγωνισμός μεταξύ των εργατών

Επειδή το team spirit που περιγράψαμε παραπάνω είναι διεκπεραιωτικό και επιφανειακό, ο ανταγωνισμός μεταξύ των εργατών – επιχειρηματιών-των-εαυτών-τους, συντηρείται αλώβητος στους εργασιακούς χώρους.

Χωρίς να διαρρηγνύεται η πολιτισμένη ατμόσφαιρα, και ξεπερνώντας τις απαραίτητες υποχωρήσεις για τη μοιρασιά της γνώσης και της εμπειρίας, καθένας μπορεί ατομικά να περιφρουρεί την προσωπική του θέση και τα κεκτημένα του. Ο μισθός είναι το απόλυτο προσωπικό δεδομένο. Καθένας μπορεί να συζητά τα γκομενικά του με περισσότερη ευκολία από ότι το βιοπορισμό του, ακόμη κι αν γκρινιάζει ακατάσχετα. Και αφού διαπραγματεύεται προσωπικά τη θέση του, αυτό είναι απόλυτα δικαιολογημένο.

Πάνω στον ανταγωνισμό τελικά βασίζεται το ‘κανείς δεν φεύγει στην ώρα του’. Διότι αν κάνει κάποιος την επιλογή να φύγει, αυτόματα είναι χειρότερος εργάτης από τους άλλους, όχι τόσο στα μάτια του αφεντικού, όσο στα μάτια των συναδέλφων. Όποιος κρεμάει το κομμάτι του σε ένα πρότζεκτ, για να πάει και κάποια στιγμή σπίτι του, δεν κρεμάει το αφεντικό, κρεμάει τους συναδέλφους του που θα βγουν εκτός διορίας’. Με αυτόν τον τρόπο, η επίκληση σε καλύτερες συνθήκες εργασίας, σπάνια κοιτάει τον από πάνω, και συχνότερα το διπλανό.

Μπροστά στον ανταγωνισμό και τα από καιρό ξεχασμένα εργατικά συμφέροντα, όπως και στις περισσότερες δουλειές, έτσι και ο ηλεκτρονικός εργάτης δεν καταφέρνει να δράσει συλλογικά και να παράξει αρνήσεις, σαμποτάζ ή και διεκδικήσεις. Εμείς αφήνουμε εδώ ένα μικρό υπονοούμενο πως αυτό έχει μία από τις βάσεις του και στις διαμεσολαβημένες από τη νέα τεχνολογία σχέσεις, αλλά δεν επεκτεινόμαστε παραπάνω.

Loufa

Μέσα στην ένταση και την πίεση του να βγει η δουλειά, ο ηλεκτρονικός εργάτης σπάνια θα επιλέξει να λουφάρει. Αλλά ακόμη και αν κάτι τέτοιο ήταν διαδεδομένο, θα ήταν δύσκολα εφικτό.

Ο ηλεκτρονικός εργάτης δουλεύει στον υπολογιστή και λουφάρει στον υπολογιστή. Χαζολογά στο ίντερνετ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πάντα ευάλωτος στην επιτήρηση της μηχανής του από προγράμματα που έχει εγκαταστήσει το αφεντικό. Πάντα ευάλωτος στην επιτήρηση από τους συναδέλφους.

Όταν το κεφάλι του δεν αντέχει άλλο, προσπαθεί να ξεκλέψει λίγο χρόνο και λίγη σωματική κίνηση, περιφερόμενος στους χώρους του γραφείου του, όπου αυτοί υπάρχουν, πάει τουαλέτα, κάνει καφέ. Αν καπνίζει είναι τυχερός, γιατί θα βγει έξω για τσιγάρο.

Ακόμη και η πιο διαδεδομένη λούφα, κλέβω χρόνο αργώντας στη δουλειά ή φεύγοντας νωρίτερα, για όλους τους παραπάνω λόγους είναι συνήθως δακτυλοδεικτούμενη. Επίσης, η σταθερή και μόνιμη θέση του είναι τόσο περιοριστική, χέρι στο ποντίκι, μάτια στην οθόνη, πλάτη σε ορθή γωνία στην καρέκλα, που οποιαδήποτε κίνηση πέρα από το «ξεπιάνομαι», είναι τρομερά εμφανής σαν παρέκκλιση στην κανονικότητα της δουλειάς. Και καθώς ποτέ, σε καμία δουλειά, η λούφα δεν μπορούσε να είναι εμφανής, ο ηλεκτρονικός εργάτης κινούμενος στον χώρο που περιγράφεται είναι ολοκληρωτικά παγιδευμένος στο pc του.

Από τη μηχανή εξαρτάται άμεσα ο ρυθμός και η διεκπεραίωση της εργασίας, η αρχειοθέτηση, η επικοινωνία μέσα στο γραφείο αλλά και προς τα έξω, η μηχανή βρίσκεται στο επίκεντρο των διαδικασιών. Και ενώ κανείς θα περίμενε πως η μηχανή θα κολλάει, και η δουλειά θα σταματά αναγκαστικά δίνοντας τη θέση της σε μικρές ανάσες ελευθερίας, στην πραγματικότητα, τέτοιες καταστάσεις αφορούν συνήθως μόνο τα μικρά γραφεία. Γιατί όπως και στην κάθε δουλειά, υπάρχει μέριμνα ώστε η ροή να μη σταματά, ώστε να μη χάνεται στάλα κέρδους. Αν ένας server πέσει, υπάρχει άλλος, αν ένα pc κολλήσει υπάρχει ένα άλλο backup. Το μόνο που λυτρώνει για λίγο τον ηλεκτρονικό εργάτη είναι να κοπεί το ρεύμα και να μην λειτουργεί τίποτα. Αλλά μέχρι και αυτό, σε μεγάλες εταιρείες αντιμετωπίζεται άμεσα.

Αποσπάσματα συνεντεύξεων

1.γυναίκα, 26, data center, cloud computing (πτυχίο: Ηλεκτρολόγος μηχανικός υπολογιστών ΑΠΘ)

“Ένα θέμα που έχει δημιουργηθεί είναι αυτό με το ωράριο που έλεγα προηγουμένως, ότι αυτοί για κάποιο λόγο την έχουνε δει πελάτες εκεί, άμα δεν τους διώξει κάποιος δε φεύγουνε, κάθονται. Και επίσης έχω ακούσει ότι γίνεται αυτό πάρα πολύ σε τέτοιου είδους δουλειές και σε άλλες ας πούμε που είναι κανονικά σε ένα κτίριο εταιρίας, ο άλλος δε φεύγει στο οχτάωρό του, θέλει να κάτσει ας πούμε. Αυτός σου δημιουργεί πρόβλημα εσένα γιατί όσο κι αν σου δίνουν το ελεύθερο “φύγε”, δημιουργείται η εντύπωση, και υπάρχει αυτό το σχόλιο γενικά, ότι κοίταξε να δεις αυτή είναι η μόνη που φεύγει στο οχτάωρο. Το λένε γελώντας ας πούμε, ότι “χαχα αυτή τη φορά έμεινε λίγο περισσότερο από τον τάδε”, “πρώτη φορά έγινε αυτό”, το σχολιάζουνε. Και υπάρχει ένα πράγμα ότι, λες τώρα αυτοί που κάθονται εδώ τους χώνω εγώ σε πιο πολλή δουλειά; Γιατί κι αυτοί κάνουν λίγο helpdesk, άμα φύγω εγώ τους έχω φορτώσει; Τελοσπάντων τους έχω βάλει το θέμα ότι γενικά θα ‘πρεπε να προσπαθούμε να φεύγουμε στο οχτάωρο παιδιά. Αλλά μου ‘χουν πει ότι “α δε με πειράζει”.

Αν χαλάσει ο υπολογιστής σου πρέπει να το λύσεις μόνος σου, να βρεις άκρη. Εμένα μου έχει τύχει να χαλάσει την ώρα που δουλεύω, έχω αλλάξει από windows σε linux και τέτοια πράγματα.”

3.άντρας, 30, προγραμματιστής (πτυχίο: προγραμματιστής ΑΣΟΕΕ)

“Χοντρή φάση ήταν όταν μας είχαν στείλει στην Καλιφόρνια, που υποτίθεται ότι μαζεύεται όλο το προσωπικό της εταιρίας και οι συνεργάτες, για να μάθουν για τα καινούρια προϊόντα, διάφορα τέτοια άχρηστα πραγματάκια. Αλλά αυτοί είχαν την έμπνευση, αυτοί το ‘καναν κάθε χρόνο σα συνέδριο, για μένα ήταν πολιτιστικό σοκ. Είναι ένα συνέδριο που κάνει η εταιρεία σε αυτή τη λογική και το κάνουν κάθε χρόνο και έχουν την έμπνευση να δίνουν κάθε φορά και ένα θέμα. Αυτή τη χρονιά είχαν δώσει θέμα ροκ, συγκεκριμένα ‘you are a rock star’, ε στη λογική που σου στέλνανε κάθε τρεις και λίγο, για ένα μηνά πριν, μέηλ που σου λέγανε ‘Θες να γίνεις ροκ σταρ; Οι ροκ σταρ δεν ακολουθούν τους κανόνες, σπάνε τους κανόνες’ και είχαμε πάει τελοσπάντων στο κεντρικό μίτινγκ που έγινε.

Στο ωραίο το ξενοδοχείο υπήρχε μια τεράστια σάλα που είχαν μαζευτεί χίλια άτομα και ήταν η μέρα που θα μιλούσαν τα μεγάλα κεφάλια. Και να έχουν στήσει σκηνή με τεράστια ηχεία και προβολείς, και να ξεκινάει η ομιλία, στο ρυθμό τα τύμπανα του ‘we will rock you’ και να ανεβαίνουν πάνω οι c.o. και ο vice president με γυαλιά ήλιου και ο υπεύθυνος για το τμήμα πωλήσεων, και να κάνει μια ομιλία και να τελειώνει φωνάζοντας ‘είμαστε οι καλύτεροι;’ Και όλοι μαζί από κάτω από κάτω ‘ΝΑΙΑΙΑ’.

…Καμιά φορά έπεφτε ο server, αλλά τώρα εκεί είχαν 5, έπεφτε ο ένας, σε συνδέουν με άλλον. Αλλά γενικά δεν είχε βλάβες για να μη δουλέψεις ή να λουφάρεις.”

4.γυναίκα, 30, αρχιτεκτονικό γραφείο (πτυχίο: αρχιτέκτων μηχανικός ΕΜΠ)

“Όχι, είναι καλό τυπάκι ρε παιδί μου, αλλά έχει έτσι χαμηλή αυτοεκτίμηση ρε παιδί μου. Άλλα τί γίνεται, όλοι φοβούνται το μεγάλο αφεντικό, κι αυτός μαζί. Που σημαίνει ότι δεν αναλαμβάνει κανείς την ευθύνη, γιατί όποιος την αναλάβει την πούτσισε. Αυτός στην ουσία σχεδιάζει, είναι ο μάστερ σχεδιαστής. Όλα περνάνε από το χέρι του. Αυτός θα μας πει τί να θα κάνουμε κτλ.

…Ε, δεν τον έχω δει αλλά… Τελοσπάντων είχα τόσα νεύρα ήθελα να τον πυροβολήσω. Μετά μου ζήτησε συγνώμη και ότι δεν μπορούν να γίνονται τέτοια λάθη . Και άλλο σκηνικό με το μικρό αφεντικό. Καλοκαίρι τώρα, δουλεύαμε πολύ σκληρά όλη τη μέρα, έχει πάει 6-7, έχουμε τελειώσει ότι είχαμε να κάνουμε, αλλά ο άλλος έχει κολλήσει σε μια λεπτομέρεια άνευ λόγου και αιτίας, με μια γραμμή σε ένα σχέδιο που είχε τυπωθεί ένα τόνο πιο σκούρα. Και είμαστε τώρα δυο ώρες δουλειάς παραπάνω, απλήρωτοι, για να βρούμε για ποιο λόγο η γαμημένη η γραμμή είναι πιο σκούρο γκρι. Μετανιωμένος την επόμενη μέρα ήρθε και μας έδωσε μια μέρα άδεια.

…Άμα παίξει βλάβη με τον Η/Υ γίνεται χαμός! Καταρρέει το σύστημα. Δεν υπάρχει γραφείο. Το ίντερνετ να πέσει δεν υπάρχει γραφείο, όχι οι υπολογιστές. Μια φορά κάτι είχε πάθει ο σέρβερ και καθόμασταν για 2 ώρες.”

5.άντρας, 30, animation, 3d (πτυχίο: 3d designer, ΑΚΤΟ)

“Οι πιο δύσκολες καταστάσεις, αυτές που με είχαν φέρει σε πιο δύσκολη θέση ήταν τις φορές που με είχαν κρεμάσει συνάδελφοι και έπρεπε να δουλέψω παραπάνω και βρισκόμουν υπόλογος στο αφεντικό και σχεδόν πάντα έκανα το μαλάκα και δεν είχα δώσει κανέναν αλλά έπρεπε όμως να δώσω λογαριασμό. Ώσπου στο τέλος το φιλοσοφείς και λες “να πάει να γαμηθεί, αφού με κρεμάει. Εγώ γιατί να μένω εδώ μέχρι τις 10 το βράδυ και ο άλλος να φεύγει κύριος στις 6 κι εγώ να μη λέω τίποτα. Δηλαδή αυτός βγάζει λεφτά στην πλάτη τη δικιά μου”. Αυτό ήταν το πιο δύσκολο πράγμα να διαχειριστείς και να κρατήσεις ταυτόχρονα ένα καλό κλίμα μέσα στο γραφείο.

…Ξεκινάγαμε ξέρω ‘γω και λέγαμε ότι πρέπει να κάνουμε 5 μοντέλα. Πιάνεις ένα μοντέλο εσύ Τάσο, ένα εσύ Σπύρο και ένα ο άλλος. Εσείς παράλληλα οι άλλοι θα φτιάχνετε το περιβάλλον, τον περιβάλλοντα χώρο που θα έχει πχ 50 κτίρια. Μετά ο άλλος θα φτιάχνει τους χαρακτήρες. Με το που τελειώσει αυτός, οι άλλοι ξεχωρίζουμε τις σκηνές. Είναι 50 σκηνές, θα πάρεις εσύ 5 σκηνές να κάνεις animation, ο άλλος άλλες 5 κι ο άλλος άλλες 5. Με το που τελειώσει το animation ξεκινάνε οι άλλοι το rendering.

…Αν πέσει το ρεύμα τελειώνουν όλα. Είχαμε ups αλλά αυτό είναι ίσα ίσα για να σώσεις τη δουλειά και να κλείσεις το σύστημα κανονικά. Δεν είχαμε τέτοια θέματα πάντως. Πολύ σπάνια.”

 

Σώμα

System failure acceleration

_Τα σημάδια της εργασίας στον ηλεκτρονικό εργάτη

Έχοντας περιγράψει παραπάνω τις συνθήκες και το χώρο εργασίας, θεωρήσαμε απαραίτητο να καταλάβουμε τι επιπτώσεις μπορεί να προκαλεί η συστηματική απασχόληση σε τέτοιου τύπου δουλειές. Καθοριστικό ρόλο σε αυτές παίζει ο ατομικός χώρος εργασίας του εργάτη. Το μοτίβο είναι κατά κανόνα το εξής: γραφείο + καρέκλα + οθόνη + πληκτρολόγιο + ποντίκι + κατά περίπτωση ακουστικό τηλεφώνου = συνολικό εμβαδό 3m2. Επειδή ο εργάτης δε χρησιμοποιεί παρά μόνο τα βασικά «εργαλεία» που αναφέρθηκαν, θα λέγαμε ότι ο γενικός χώρος  – ο χώρος δηλαδή που βρίσκονται όλοι οι εργάτες – δεν έχει πλέον σημασία. Ο χώρος εργασίας περιορίζεται έτσι στο σετ καρέκλα-οθόνη-πληκτρολόγιο-ποντίκι, το οποίο θα μπορούσε να αποκοπεί από την αίθουσα χωρίς να υπάρχει κάποια αλλαγή στον τρόπο εργασίας. Το σώμα προσαρμόζεται σε αυτόν τον περιορισμό, μαθαίνει να κινείται  (ή να μην κινείται), να υπάρχει ξεκομμένο από τα υπόλοιπα σώματα. Το μυαλό απομονώνει τις λειτουργίες του, το βλέμμα δεν μπορεί να στραφεί πουθενά πέρα από την οθόνη, μαγνητίζεται. Η οθόνη, αυτό το βασικότερο εργαλείο, λειτουργεί επίσης ως μέσο πειθάρχησης αφού η εργασία στον υπολογιστή απαιτεί την πλήρη προσοχή του εργάτη, υπάρχει μια διαρκής διάδραση η οποία δεν επιτρέπει να εκτελούνται ταυτόχρονα άλλα πράγματα πέραν της εργασίας, το μυαλό αρχίζει να σκέφτεται με ρουτίνες και επαναλήψεις, με τον τρόπο δηλαδή της μηχανής, η εναλλαγή των ψηφιακών παραθύρων γίνεται από κάποιο σημείο και μετά μηχανική. Το μυαλό ανεβάζει ταχύτητες και το βλέμμα εντείνεται. Ακόμα και μετά το πέρασμα κάποιων ωρών μπροστά στην οθόνη, τα μάτια μένουν καθηλωμένα.

Το μυαλό είναι αυτό που καταπονείται πιο έντονα σε αυτές τις δουλειές. Είναι συνέχεια απασχολημένο καθώς ο ηλεκτρονικός εργάτης κάνει κατά βάση διανοητικές εργασίες, κάτι που φαινομενικά δεν θα αποτελούσε πρόβλημα. Ο τρόπος όμως με τον οποίο αυτό γίνεται, με τις επαναλαμβανόμενες λειτουργίες που αναφέραμε παραπάνω και την αποκλειστική απασχόληση του βλέμματος από την οθόνη, προκαλεί μούδιασμα του εγκεφάλου, ολοκληρωτική παράδοση και καθήλωση του μυαλού στην εργασία που επιτελείται. Η πολύωρη απασχόληση σε τέτοιες εργασίες, στις οποίες όπως έχουμε αναφέρει οι υπερωρίες αποτελούν καθεστώς, αφήνει ξεκάθαρα τα σημάδια της και μετά το πέρας του ωραρίου. Το κεφάλι, αν και μπουχτισμένο δεν μπορεί να βρει τρόπο να ξεκουραστεί. Παρόλο που ο εργάτης έχει έντονη την ανάγκη για ύπνο μετά τη δουλειά έτσι ώστε να απεμπλακεί από τις εντατικές εγκεφαλικές διεργασίες, δεν μπορεί να κοιμηθεί, καθώς μετά από 8, 9 ή 10 ώρες κατά τη διάρκεια των οποίων κατακλύζεται από επαναλαμβανόμενες σκέψεις, του είναι αρκετά δύσκολο να «αδειάσει» το κεφάλι του[5]. Η δουλειά ακολουθεί τον εργάτη στο σπίτι, στις ώρες που κανονικά θα έπρεπε να ξεκουράζεται ή να χαλαρώνει. Πέρα όμως από τις διαταραχές στον ύπνο, υπάρχει και μία αδυναμία ή και μία ακούσια άρνηση στο χειρισμό δύσκολων καταστάσεων εκτός εργασίας ή στην απασχόληση με απαιτητικές λειτουργίες όπως το διάβασμα ενός βιβλίου ή η συμμετοχή σε μια διεξοδική συζήτηση.

Όσον αφορά στο σώμα, όπως είπαμε είναι διαρκώς καθηλωμένο στην καρέκλα, σε συγκεκριμένη στάση, τα χέρια ακουμπισμένα στο γραφείο ώστε να χειρίζονται ποντίκι και πληκτρολόγιο και το κεφάλι στραμμένο προς την οθόνη. Θεωρητικά και σύμφωνα με την προκατάληψη που θέλει τη δουλειά γραφείου να είναι μια ξεκούραστη δουλειά, ο ηλεκτρονικός εργάτης υποτίθεται πως αποφεύγει τουλάχιστον τη σωματική κόπωση. Η πραγματικότητα βέβαια είναι άλλη και έχει αλλάξει με την προσθήκη του ηλεκτρονικού υπολογιστή ως βασικό εργαλείο. Το σώμα είναι παρόν, παρόλο που χρησιμοποιείται μόνο με μικρές ελεγχόμενες κινήσεις. Για να επιτευχθεί η ακινησία τα μέλη σφίγγονται, μαζεύουν την υπερένταση της μη εκτόνωσης. Ο αυχένας πρέπει να συγκρατεί το κεφάλι στην ίδια θέση, τα χέρια είναι προτεταμένα στο γραφείο σε μόνιμη βάση, τα δάχτυλα ανασηκωμένα πραγματοποιούν διαδοχικές μικρές κινήσεις, οι τένοντες είναι διαρκώς σε χρήση, η μέση ακίνητη να στηρίζει τον κορμό σε κάμψη, επί πολλές ώρες. Πέρα από την ακινησία, το σώμα επηρεάζεται και από την εντατική λειτουργία του μυαλού. Μετά τη δουλειά έχει ανάγκη να εκτονωθεί, να κινηθεί, να γυμναστεί, να ξεμουδιάσει. Η εγκεφαλική κούραση όμως πολλές φορές δεν επιτρέπει στον εργάτη να κάνει ότι χρειάζεται ώστε να υπάρξει σωματική εκτόνωση. Ο παραδοσιακός λοιπόν διαχωρισμός μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας φαίνεται νε ξεπερνιέται με ένα παράδοξο τρόπο, με τη νέα αυτή εργατική φιγούρα. Στην περίπτωση της χειρωνακτικής, μπορούσες να «διαβάσεις» το επάγγελμα στο σώμα του εργάτη μέσω της κόπωσης λόγω συγκεκριμένων συχνών κινήσεων. Αντίθετα, στα επαγγέλματα που εξετάζουμε η κόπωση οφείλεται στην απουσία κίνησης. Η νέου τύπου διανοητική εργασία αφήνει το σώμα αδύναμο, με όλα τα χρόνια συμπτώματα της πολύωρης στάσης και ακινησίας.  Άρα, είναι σαφές ότι ο ηλεκτρονικός εργάτης καταπονείται και σωματικά, παρόλο που εκτελεί διανοητική εργασία.

“Ηλεκτρονικές ασθένειες”

Έχει διαπιστωθεί ότι η πολύωρη καθημερινή χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, είτε για λόγους δουλειάς είτε για διασκέδαση, συνδέεται με αρκετές ασθένειες και παθήσεις. Θα αναφέρουμε τις πιο συχνές από αυτές, κάποιες από τις οποίες οφείλουν το όνομα τους στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές.

  • Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα είναι μία πάθηση που εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε χειριστές η/υ και χαρακτηρίζεται από αίσθημα μουδιάσματος, καψίματος και τσιμπήματος που εντοπίζεται κυρίως στον αντίχειρα, το δείκτη και το μέσο δάχτυλο. Τα συμπτώματα μπορεί να γίνουν πολύ έντονα και να προκαλέσουν δυσκολία στη γραφή, αδυναμία στο κράτημα αντικειμένων, πόνο και αδυναμία των μυών του αντίχειρα.
  • Το οφθαλμικό σύνδρομο υπολογιστών (computer vision syndrome -CVS) αναφέρεται στην υπερβολική κόπωση των ματιών από τη χρήση η/υ. Κάποια από τα συμπτώματα είναι ο πονοκέφαλος, η θολή όραση, ο πόνος στον αυχένα, η διπλή όραση, η ξηροφθαλμία, το τσούξιμο και το κοκκίνισμα των ματιών.
  • Λιγότερα συχνή πάθηση είναι η θρόμβωση με πνευμονική εμβολή. Έχει μετονομαστεί σε ηλεκτρονική θρόμβωση (e-thrombosis) για τους χρήστες η/υ που προσβάλλονται από τη συγκεκριμένη πάθηση, η οποία προκαλεί ταχύπνοια, ταχυκαρδία και προβλήματα οξυγόνωσης του αίματος και μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στο θάνατο.
  • Η απουσία κίνησης καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασίας και η μη λήψη σωστής διατροφής, το φαγητό μπροστά από την οθόνη το οποίο συνήθως περιορίζεται σε σάντουιτς ή έτοιμα πιάτα, εντείνουν το πρόβλημα της παχυσαρκίας. Η πολύωρη χρήση η/υ είναι μία από τις κύριες αιτίες παχυσαρκίας τις τελευταίες δεκαετίες.
  • Αναφέραμε παραπάνω τις διαταραχές στον ύπνο λόγω της αδυναμίας του νευρικού συστήματος να χαλαρώσει, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε υπερβολική κόπωση.
  • Φυσικά, από τις παθήσεις που σχετίζονται με τον η/υ δε λείπουν οι διάφοροι πόνοι στα οστά, όπως οσφυαλγία (πόνος στη μέση), αυχενικό σύνδρομο, πόνοι στους ώμους, στον αγκώνα και στην σπονδυλική στήλη.

Ελεύθερος χρόνος, κοινωνικές σχέσεις, δημιουργικότητα

Ο ελεύθερος χρόνος του ηλεκτρονικού εργάτη συνήθως αφιερώνεται στην ξεκούραση. Με βάση όλα αυτά που αναφέραμε παραπάνω αυτός ο χρόνος προορίζεται μάλλον για κενός χρόνος. Κενός όσον αφορά στη δημιουργικότητα. Μετά την έντονη διανοητική εργασία, το μυαλό αποφεύγει την πολυπλοκότητα στον ελεύθερο χρόνο και το σώμα έχει ανάγκη να έρθει σε οριζόντια θέση. Στις περισσότερες περιπτώσεις ο χρόνος μετά τη δουλειά γεμίζει με τηλεόραση, ταινίες, ταβανοσκόπηση, διαδικασίες κατά τις οποίες δεν χρειάζεται να σκέφτεσαι. Στην καλή περίπτωση ο εργάτης φροντίζει να εκτονώσει και να γυμνάσει το σώμα του. Οι τρόποι είναι οι συνήθεις: γυμναστήριο, μαθήματα χορού, τρέξιμο και άλλες σωματικές δραστηριότητες.

Συνεχίζοντας τη ρουτίνα της δουλειάς και περιορίζοντας τη δημιουργικότητα και την άμεση επαφή, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι ο classic τρόπος επικοινωνίας και διασκέδασης (facebook, twitter, chat). Οι νέου τύπου κοινωνικές σχέσεις ορίζονται και μεσολαβούνται από τη μηχανή. Τα σύντομα μηνύματα, η φτωχή γλώσσα, το χτίσιμο ενός “στη πένα” ιντερνετικού εαυτού, κάνουν δύσκολη την ουσιαστική επικοινωνία εντός και εκτός δουλειάς. Οι έξοδοι περιορίζονται συνήθως στα σαββατοκύριακα. Ακόμα και σε αυτές τις εξόδους βέβαια, παρατηρείται μια δυσκολία στις κοινωνικές συναναστροφές. Το σώμα, άπειρο και αμήχανο, έχοντας μάθει να μεσολαβείται τις περισσότερες ώρες της ημέρας από τη μηχανή, αποκτά μια δυσκολία ως προς τη σωματική επαφή. Τα μάτια έχουν ξεσυνηθίσει να κοιτάνε μάτια, με αποτέλεσμα ένα βλέμμα πέρα από την οθόνη, να αποκτά τεράστιο βάρος και να γίνεται συχνά μη διαχειρίσιμο. Αντίστοιχα, το μυαλό, αν και θα περίμενε κανείς πως περνώντας τόσες ώρες παρέα με τη μηχανή θα επιζητούσε την άμεση πνευματική σύνδεση με άλλους ανθρώπους, σιγά-σιγά αδρανοποιείται, χάνει τον τρόπο να φλερτάρει, να επικοινωνήσει, να μιλήσει. Την αδυναμία κοινωνικών συναναστροφών ενισχύουν οι σχέσεις μεταξύ των εργατών στους χώρους εργασίας, οι οποίες περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα χωρίς να εμβαθύνουν, με αποτέλεσμα άνθρωποι που περνάνε πολλές ώρες στον ίδιο χώρο να μην γνωρίζουν βασικές λεπτομέρειες για τη ζωή ο ένας του άλλου.

Αποσπάσματα συνεντεύξεων

1.γυναίκα, 26, data center, cloud computing (πτυχίο: Ηλεκτρολόγος μηχανικός υπολογιστών ΑΠΘ)

“Είναι όλα βασικά. Κάθεσαι μπροστά σε μια οθόνη, πονάνε και τα μάτια σου και το κεφάλι σου, και το σώμα σου. Δηλαδή εγώ έχω πιεστεί πάρα πολύ σωματικά, και από άποψη διατροφής, πάρα πολύ, δηλαδή έχω καταπονηθεί τρομερά.

Ξαφνικά πρώτη φορά στη ζωή μου απέκτησα παλινδρόμηση, δεν το ‘χα ξαναπάθει αυτό. Επίσης έχει τύχει να γυρίσω σπίτι και να μην μπορώ να αντέξω την πίεση στο κεφάλι μου, από τα πολλά δεδομένα που περνούσαν μπροστά στα μάτια μου και έπρεπε να επεξεργαστώ νούμερα πολύ γρήγορα. Έχει τύχει πολλές φορές να γυρνάω και να έχω, για μία ώρα τουλάχιστον, τεράστια δυσκολία επικοινωνίας.

…Ναι, το έχω ρωτήσει, γιατί αυτοί κάποιες στιγμές είναι σα ζόμπι, έχουν κόκκινα μάτια, γκρινιάζουν ότι νυστάζουνε, και λέω στον άλλο δίπλα μου, αφού νυστάζεις, πάνε σπίτι βρε αδερφέ. Και μου λέει, έ εντάξει μωρέ, γιατί σπίτι τί καλύτερο θα κάνω, πάλι αυτό θα κάνω. Είναι δηλαδή η ζωή τους. Οι άνθρωποι αυτοί ας πούμε έρχονται εκεί, γυρνάνε σπίτι, βλέπουνε καμιά σειρά, κοιμούνται και την άλλη μέρα κάνουν το ίδιο. Μάλιστα ο ένας είχε ρωτήσει, είχε ζητήσει από τον υπεύθυνο δουλειά για το σαββατοκύριακο. Τού λεγε “Σάββατο δε θα ‘ρθουμε;” Του ‘λεγε ο υπεύθυνος “όχι ρε, δεν ερχόμαστε Σάββατο” και έλεγε “κι εγώ τι να κάνω δηλαδή;”. Και του λέει ο προϊστάμενος “πιες καμιά μπύρα”. Και λέει “ντάξει μωρέ θα πιω και καμιά μπύρα, αλλά να ‘χω και καμιά δουλειά να κάνω, την υπόλοιπη μέρα;”

Πολλούς καφέδες, πάρα πολλούς καφέδες, και έχει και ιδεολογία το θέμα, ότι ο καφές είναι το καύσιμο του προγραμματιστή κτλ. Και κατά τα άλλα δεν κάνουν κάποια ειδική διατροφή, τρώνε μόνο goodys. Μόνο goodys. Κι αυτοί γενικά, έτσι κι αλλιώς είναι τύποι που ποτέ δε μαγείρευαν. Οι γονείς τους, τους φροντίζουνε, η γυναίκα του τον άλλο, η μαμά τους, γενικά οι γυναίκες τους φροντίζουν.

2.άντρας, 28, ταμίας σε πολυκατάστημα ηλεκτρονικών (πτυχίο: οικονομικές επιστήμες Παν. Πελοποννήσου)

“…Σίγουρα να κουνιέσαι ρε παιδί μου, κάτι να κάνεις γιατί ήσουν σκεβρωμένος. Αλλά εγώ όταν δούλευα πρωί, δεν είχα όρεξη μετά. Το μόνο που σκεφτόμουνα ήταν να φύγω, να φάω κάτι στα γρήγορα και να πάω στην άλλη δουλειά. Αλλά γενικά, σου γάμαγε την ψυχή αυτό το πράγμα, ήταν πολύ… Ενώ εκ’ πρώτης όψεως δεν του φαίνεται, το βλέπεις και λες εντάξει σιγά τη μαλακία. Είχε πολύ άγχος ρε παιδί μου, έφευγες και ήσουν συνέχεια στην τσίτα, δεν μπορούσες να ηρεμήσεις.

…Υπολογιστή άνοιγα πολύ λίγο, μπορεί ίσα ίσα κάνα μισάωρο τη μέρα, έτσι ειδήσεις για να δω τι γίνεται, κάνα αθλητικό. Αυτά, πολύ λίγο ας πούμε. Σε πιο εβδομαδιαία βάση. Μπορεί να περάσουν μέρες χωρίς να ανοίξω καν υπολογιστή.”

3.άντρας, 30, προγραμματιστής (πτυχίο: προγραμματιστής ΑΣΟΕΕ)

“Κουβούκλιο, ναι. Οχτώ ώρες μπροστά από τον υπολογιστή, έχεις δεν έχεις να κάνεις τίποτα, σε αυτό το αντικείμενο που είναι και λίγο κάψιμο για τον εγκέφαλο..

Σωματική – σωματική κούραση δεν είχε, αλλά είχε και πνευματική και ψυχική και συναισθηματική. Ουσιαστικά ήσουν κομμάτια μετά. Στην αρχή καθόμουν, και μετά που γύριζα διάβαζα τα δικά μου, με τον καιρό τα παράτησα. Το καλύτερο ήταν να πας να κανείς μια σωματική δραστηριότητα. Να τρέξεις να χορέψεις να πλακωθείς στο ξύλο. Να πας να πιεις καμία Γκίνες. Για πολλά πολλά δεν ήταν δηλαδή, ούτε για σεξ δεν ήτανε.

…Ένας τύπος έλεγε εκεί για τη δορυφορική του τηλεόραση πόσο γαμάτη είναι και πως τα χει συνδέσει όλα πάνω στην τηλεόραση του , και κάποια στιγμή τους είπα ότι δεν είχα τηλεόραση, και με κοιτάγανε όλοι σε φάση ‘και τι κανείς μετά τη δουλειά;”

4.γυναίκα, 30, αρχιτεκτονικό γραφείο (πτυχίο: αρχιτέκτων μηχανικός ΕΜΠ)

“Τα πάντα φίλε. Τον πρώτο χρόνο γυρνούσα ράκος. Γυρνούσα και δε μαγείρευα, απλά έβραζα μια φορά λαχανικά να ‘χω για όλη την εβδομάδα. Κι έβαζα ταινίες να αδειάσει ο εγκέφαλός μου. Δεν είχα όρεξη ούτε φίλους να δω, ούτε την οικογένειά μου ούτε τίποτα. Απλά να έχω αντοχές να αντιμετωπίσω την επόμενη μέρα. Απλά όσο περνάει ο καιρός παθαίνεις σε ένα βαθμό ανοσία, ποτέ δεν το ξεπερνάς τελείως αλλά η κούραση είναι κούραση. Κάποιες μέρες πέφτεις στο κρεβάτι από τις 9-10, λες και δούλευες στη οικοδομή, Και άμα δουλεύεις στο γιαπί το καταλαβαίνω, αυτό δεν το καταλάβαινα στην αρχή. Νομίζω ότι με τον καιρό το συνηθίζεις. Κι αν έχεις όρεξη για ζωή προσπαθείς να πιαστείς από άλλα πραγματάκια. Η κούραση παραμένει όμως.

…Ρε έχω αρχίσει και ξεχνάω. Δε θυμάμαι, ένα πράγμα που θα μου πεις τώρα σε 2 δευτερόλεπτα που θα με ρωτήσεις. Ο εγκέφαλός μου έχει γίνει σουρωτήρι. Δεν το ‘χω να καταναλώσω ενέργεια. Τα μάτια μου πονάνε, το κεφάλι μου…”

5.άντρας, 30, animation, 3d (πτυχίο: 3d designer, ΑΚΤΟ)

“Ήταν η χειρότερη κούραση που υπάρχει στον πλανήτη. Είναι η κούραση που γυρνάς στο σπίτι και δε νιώθεις κουρασμένος σωματικά αλλά νιώθεις ότι το κεφάλι σου πάει να εκραγεί. Νιώθεις μπούχτισμα. Ζαλισμένος και δεν ξέρεις πώς να ξεσπάσεις. Και τι να κάνεις για να ξεσπάσεις; Ας κοιμηθείς…

 Συνηθίζει πάντως ο άνθρωπος και πιστεύω ότι υπάρχουν και άνθρωποι που δεν μπορούν χωρίς αυτό. Χωρίς αυτή τη ρουτίνα. Δηλαδή άμα τους δώσεις ελεύθερο χρόνο δε θα ξέρουν τι να κάνουνε. Και μου το έχουν παραδεχτεί και πολλοί. Έχει γυρίσει παιδί και μου έχει πει αν δεν είχα αυτό δεν ξέρω τι θα έκανα. Ή έχουν ένα μήνα διακοπές το καλοκαίρι και δεν ξέρουν τι να κάνουν.

 …Η πάθηση πιστεύω που σου μένει από το γραφείο είναι ότι η μόνη σου ευχαρίστηση γίνεται το φαγητό και όλοι τρώνε, τρώνε πολύ επειδή το συνδυάζουν και με το διάλειμμα. Εγώ έτρωγα πολύ. Ήταν η ώρα της λύτρωσης.”

6.άντρας, 31, τηλεφωνικό κέντρο (πτυχίο: ψυχολογία, Πάντειος)

“Το μυαλό σου χαζεύει, γίνεσαι πιο χαζός. Παλιά ήθελα κανένα μισάωρο να μη μου μιλάει κανένας μετά τη δουλειά, ούτε μπορούσα να ακούσω τηλέφωνο, καθόλου. Με παίρνανε και δεν το σήκωνα. Σωματικά, αυχένας, πλάτη, αγκώνας μούδιασμα και παλάμη. Συναισθηματικά, νεύρα ας πούμε.” 

8.άντρας, 19, βίντεο-μοντάζ για κοινωνικές εκδηλώσεις (φοιτητής web design)

“Όταν σηκώνεσαι από την καρέκλα κάνεις ένα έτσι και κάνει όλο το σώμα κρακ. Έχει μουδιάσει. Όταν παίζουν προβλήματα στη δουλειά, τα νεύρα σου ειδικά πάνε στο μηχάνημα – δηλαδή αν δεις το πληκτρολόγιο είναι σπασμένο λόγω της δουλειάς. Αυτή είναι δηλαδή η ψυχοσυναισθηματική κούραση. Τα νεύρα που σου προκαλεί το μηχάνημα. Διανοητικά ισχύει ότι μετά από πολλές ώρες μοντάζ, δεν μπορείς, ας πούμε, να κάτσεις να διαβάσεις ένα βιβλίο για κανένα λόγο. Κουράζεσαι να σκέφτεσαι. 

Θες να πας να ξεσκάσεις βασικά. Να βγεις έξω από το σπίτι μετά τη δουλειά, συνήθως. Μια αντιφασιστική δράση ας πούμε θα ήταν πολύ ωραία.

…Τον υπολογιστή της δουλειάς, αφού είναι και στο σπίτι μου, τον χρησιμοποιώ για ίντερνετ, ενημέρωση κλπ, για μουσική που μου τρώει πολλές ώρες, για να γράψεις κάτι ή να διαβάσεις κάτι και τέτοια και για μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία βέβαια συνδυάζονται και με τη δουλειά πάρα πολύ, δηλαδή  χρησιμοποιώ το μέσο κοινωνικής δικτύωσης της εταιρίας και μιλάω με φίλους μου ας πούμε. Τέτοια πράγματα. Σε όλα αυτά αφιερώνω ένα 4ωρο τη μέρα. Υπάρχουν βέβαια και μέρες που δεν αφιερώνω καθόλου.

… Και το ντοκιμαντέρ των ανυπάκουων μαθητών ας πούμε το έκανα με το ίδιο ακριβώς πρόγραμμα που κάνω τα μοντάζ του γάμου και την ίδια μεθοδολογία. Απλώς αυτό το κάνεις με πολύ περισσότερη εφευρετικότητα και δημιουργία και όρεξη. “

9.άντρας, 27, τηλεφωνητής (φοιτητής ψυχολογίας)

“Την καταλάβαινα την κούραση γιατί στην πρώτη δουλειά πήγαινα μετά τη βάρδια στη σχολή να διαβάσω… και κοιμόμουν στη βιβλιοθήκη, με έπαιρνε ο ύπνος. Η μια ήταν αυτή, η άλλη ότι… ντάξει βούιζε το κεφάλι μου πάρα πολύ και η τρίτη ήταν ότι τότε έπαιζε η φάση με την κοπέλα μου, που δούλευε κι αυτή στον ΟΤΕ την ίδια περίοδο, τσακωνόμασταν φουλ, έπαιζε η φάση ότι τα νεύρα απ’ τη δουλειά βγαίνανε μέσα στη σχέση που ήτανε η πιο κοντινή, αυτή που θα έλεγε ο ένας στον άλλο τι τραβάει ξέρω ‘γω. Κι έπαιζε αυτό το πράγμα, έπαιζε ένταση, λόγο της δουλειάς. Δεν είναι ακριβώς κούραση ρε παιδί μου αλλά είναι αυτός ο φόρτος.”

 

Για το τέλος

_Ερωτήματα και εν μέρει απαντήσεις

Αν δούμε συνοπτικά τα χαρακτηριστικά των επαγγελμάτων που περιγράψαμε, μοιάζει ίσως ξεκάθαρο ότι μιλάμε για πλήρως εξαρτημένη εργασία και μάλιστα αρκετά εντατική και υποτιμημένη. Τα ωράρια είναι ελαστικά εις βάρος των υπαλλήλων, το ίδιο και οι άδειες, οι μισθοί χαμηλοί, η δουλειά συνεχής, σε ροή αλυσίδας, η επιτήρηση εύκολη, οριζόντια και από τα πάνω, το σώμα και το μυαλό κουράζονται τόσο που μπορούν να αποκτήσουν χρόνια προβλήματα. Επιπλέον μιλάμε για δουλειές στις οποίες προσλαμβάνεσαι χωρίς να χρειάζεσαι την επίσημη εκπαίδευση, αλλά τη γνώση που πήρες αυτοδίδακτος και μέσα από κοινότητες που δεν είναι κομμάτι κάποιου θεσμικού σχεδιασμού. Τέλος, φαίνεται πως αυτές οι δουλειές, μέσα από το πώς είναι οργανωμένες, έχουν την τάση να απλώνονται και στον υπόλοιπο, ήδη περιορισμένο, ελεύθερο χρόνο των εργατών. Είτε επιβάλλοντας μια κόπωση που δεν τους επιτρέπει να περάσουν όπως θα ήθελαν αυτό το χρόνο, είτε κλέβοντας ολοένα περισσότερα κομμάτια του και συσχετίζοντάς τα με το αντικείμενο και τον τρόπο δουλειάς.

Θα αναρωτιόταν κανείς εύλογα τί είναι αυτό που εμποδίζει όλους όσους εργάζονται σε τέτοιες δουλειές, να συνειδητοποιήσουν όλα αυτά τα κοινά, να αναπτύξουν μια πιο βαθιά κοινωνικότητα  πέρα από την επιφανειακή που επιδιώκουν γι’ αυτούς οι προϊστάμενοί τους, να διεκδικήσουν ίσως καλύτερες συνθήκες και όρους εργασίας ή έστω να μάθουν να στηρίζουν ο ένας τη λούφα του άλλου. Ειδικά σε περιόδους όπως αυτή, που οι καριέρες καταποντίζονται, μαζί με τις σιγουριές οποιασδήποτε καβάτζας, γιατί συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι ο δρόμος είναι ατομικός, ότι είμαστε τόσο διαφορετικοί από τους άλλους, που δουλεύουν γύρω μας, ότι θα πιάσουμε την καλή και θα τα καταφέρουμε μόνοι μας;

Το έχουμε ξαναπεί, ο ατομισμός δεν γεννήθηκε χτες, τράφηκε με τις δεκαετίες ευμάρειας, κατανάλωσης και υποσχέσεις για δουλειά-λεφτά-αναγνώριση, που προηγήθηκαν. Και ήταν ένα χρήσιμο εργαλείο στα χέρια των αφεντικών. Ήταν χρήσιμο γιατί κατάφερε να διαιρέσει την εργατική τάξη σε επιμέρους υποκείμενα, με ένα σύνολο αποπροσανατολιστικά κριτήρια, με ένα σύνολο από καταναλωτικές ιδιότητες και δυνατότητες. Αυτό συνέβη παράλληλα με μία ακόμα αλλαγή που συνέτεινε σε αυτό το διαχωρισμό. Άλλαξε επίσημη θεώρηση για το τί είναι γνώση, άρα και τί σχέση έχει με την εργασία. Ενώ η γνώση μέχρι ένα σημείο ήταν συνυφασμένη με την εργατική δύναμη, μετά τις δεκαετίες 60-70, η φιλελεύθερη ιδεολογία έσπασε αυτή τη σύνδεση και επαναπροσδιόρισε τη γνώση ως κεφάλαιο. Τι σήμαιναν όλα αυτά; Ότι οι εργάτες μετατράπηκαν σταδιακά σε μικρούς επιχειρηματίες. Οι οποίοι εξελίσσονται στην εργασία ατομικά, συσσωρεύουν, επενδύουν και εξαργυρώνουν γνώσεις ανάλογα με το πόσο καλά κινούνται μέσα στην αγορά. Και καλούνται να αναβαθμίζουν το “κεφάλαιό” τους διαρκώς, μαθαίνοντας αυτά που η αγορά ζητάει σε κάθε περίοδο. Αυτή η θεώρηση για την ατομική υπόσταση, για τη γνώση και συνεπώς για την εργασία, αποτέλεσε ένα σταθερό υπόβαθρο πάνω στο οποίο αναπτύχθηκαν οι κάθε λογής ανταγωνισμοί που διαμόρφωσαν το σημερινό πεδίο των σχέσεων γύρω από τη δουλειά.

Μια τέτοιου είδους ιδεολογία φαίνεται πως, πέρα από το πρόσφατο παρελθόν, παίζει ένα πολύ κρίσιμο ρόλο στην παρούσα φάση, στην ψηφιακή εποχή. Γιατί; Για τους εξής δύο (αλλά στην ουσία ένα) λόγους. Πρώτον γιατί οι νέες τεχνολογίες έχουν φέρει μαζί τους μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία μάθησης από αυτή του σχολείου. Η πληροφορία/γνώση πρέπει να είναι δωρεάν, ελεύθερη, να μη συσσωρεύεται, να κυκλοφορεί διαρκώς ανάμεσα στους χρήστες των μέσων. Τίποτα δε σου ανήκει, δε χρειάζεται να σου ανήκει, αφού υπάρχει στο διαδίκτυο και είναι προσβάσιμο ανά πάσα στιγμή. Ο ένας μαθαίνει από τον άλλο, απλά για να διασκεδάσει, για να παίξει, χωρίς να χρειάζεται κάποια επίσημη επικύρωση ή επιβράβευση για τα όσα έμαθε, πέρα από το σεβασμό και την αποδοχή των υπόλοιπων μελών της κοινότητας. Και αυτή η διαδικασία, όχι μόνο είναι αντίθετη με τους αυστηρούς και ανταγωνιστικούς κανόνες της επίσημης εκπαίδευσης αλλά δημιουργεί και ενισχύει μια νέου είδους κοινωνικότητα. Δεύτερον, η ολοένα αυξανόμενη πολυπλοκότητα και κατάτμηση της εργασίας, όπως αναφέραμε και πριν, δημιουργεί την αναγκαιότητα για συνεργασία πολλών εργατών ώστε να συντεθεί το τελικό αποτέλεσμα. Αυτό σημαίνει ότι και στο χώρο εργασίας θα μπορούσαν να δημιουργηθούν εκ νέου σχέσεις κοινωνικές, συλλογικές, σχέσεις στήριξης. Αντίστοιχα με την κοινωνικότητα του εργοστασίου, η νέες αυτές μορφές κοινωνικότητας, στους χώρους μάθησης και δουλειάς θα μπορούσαν να είναι ταυτόχρονα απελευθερωτικές για τους εργάτες και επικίνδυνες για τα αφεντικά. Και εδώ έρχεται η χρήσιμη λειτουργία της ιδεολογίας. Στο να διαχειριστεί αυτήν την κοινωνικότητα, στο να κρατήσει ζωντανούς τους παλιούς γνωστούς διαχωρισμούς και να δημιουργήσει νέους όπου χρειάζεται.

Οι τρόποι με τους οποίους επιτυγχάνεται αυτό είναι πολλοί και αρκετοί από αυτούς γνωστοί από το παρελθόν. Είναι όμως και προσαρμοσμένοι στο σήμερα, στη σύγχρονη ανάγκη όπου η καλλιέργεια του ανταγωνισμού είναι εξίσου σημαντική με τη δημιουργία της επιφανειακής κοινωνικότητας/συνεργασίας που περιγράψαμε στην ενότητα των σχέσεων, και που είναι πραγματικά χρήσιμη για την ομαλή ροή της εργασίας. Κανείς δε θέλει υπαλλήλους που εμποδίζουν την κυκλοφορία της γνώσης που αφορά στο αντικείμενο της δουλειάς, που την κρατάνε για τον εαυτό τους ή σαμποτάρουν τη συνεργασία της ομάδας. Δε θέλει όμως και εργάτες που κάνουν φιλίες, υπερασπίζονται ο ένας τον άλλο ή διεκδικούν συλλογικά, μέσα στο χώρο εργασίας. Το τεχνολογικό hype, η κουλτούρα των gadgetάκηδων, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προσφέρουν αυτήν την ευκολία στις σχέσεις και δημιουργούν την αίσθηση ομάδας, χωρίς περαιτέρω δεσμούς, χωρίς ιδιαίτερες δυναμικές ή ανεπιθύμητες συμμαχίες. Δημιουργούν μια κοινή κουλτούρα με βασικό συστατικό στοιχείο την κατανάλωση της τεχνολογίας. Γύρω από αυτό χτίζονται όλες αυτές οι μικρότερες και μεγαλύτερες ομάδες. Και γύρω από αυτό μένουν.  Επιπλέον, ο οπτικός πλουραλισμός του ψηφιακού περιβάλλοντος, η άνεση και η ευκολία την οποία υποτίθεται ότι απολαμβάνεις με το να δουλεύεις σε γραφείο, αλλά και η ικανοποίηση του να έχεις το δικό σου Η/Υ, ενώ είναι πράγματα πολύ συνηθισμένα πλέον, δεν έχουν ακόμα υποβαθμιστεί στα μάτια των υπαλλήλων. Αν και υπάρχουν όλο και περισσότερες εξαιρέσεις.

Είδαμε στο παράδειγμα των τηλεφωνικών κέντρων, ότι η εργασία είναι τόσο αυτοματοποιημένη και κομματιασμένη που είναι ολοφάνερο σε όσους δουλεύουν ότι πρόκειται για μια ασταμάτητη αλυσίδα παροχής υπηρεσιών. Και αυτό συμβαίνει σε ολοένα περισσότερα επαγγέλματα, καθώς εκτυλίσσεται η πολυπλοκότητα των νέων μέσων. Στα μεγάλα αρχιτεκτονικά γραφεία του εξωτερικού, στις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες και στους κολοσσούς του ιντερνετικού εμπορίου και του προγραμματισμού, ο καταμερισμός της εργασίας είναι αδυσώπητος. Οι συνθήκες δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για ιδεολογίες τύπου “είμαι ελεύθερος επαγγελματίας” είμαι ανεξάρτητος κλπ. Για να το ξεπεράσουν αυτό, εταιρίες όπως π.χ. η Google βλέπουμε ότι αναπτύσσουν μια σειρά από νέα εργαλεία αφομοίωσης. Μεγάλα εργασιακά campus, όπου μένεις, δουλεύεις, σου προσφέρεται μεταφορικό μέσο, φαγητό, πλυντήρια, γυμναστήρια και άλλες δραστηριότητες για τον ελεύθερο χρόνο. Με την εργασία στο επίκεντρο της καθημερινής ζωής, ο ελεύθερος χρόνος δε φαίνεται πια και τόσο ελεύθερος, ούτε διαχωρισμένος, αφού στην ουσία υποβιβάζεται απλά σε διαλείμματα από την κύρια απασχόληση. Βέβαια αυτά για τους πιο “προνομιακούς” υπαλλήλους (αν θεωρείται προνόμιο μια τέτοια ζωή). Για τους υπόλοιπους, ακόμα πιο υποτιμημένους, υπάρχουν οι εστίες διαμονής της εταιρίας στα αχανή προάστια των πόλεων, μεταφορά από και προς τη δουλειά, αυστηρή φύλαξη και εκφοβισμός από σεκιουριτάδες[6]. Όπου δεν πίπτει λόγος (και δε χρειάζεται, γιατί η δουλειά γίνεται κι έτσι) πίπτει ράβδος.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες και την εξέλιξή τους, είναι σημαντικό να ξαναθέσουμε τις βάσεις για το πώς αντιλαμβανόμαστε τη δουλειά, τη γνώση, τις σχέσεις, τον προσωπικό χώρο και χρόνο μας. Εκεί παίζεται το παιχνίδι, έτσι ασκείται ο έλεγχος πάνω μας. Είναι πραγματικά κρίσιμο να ξανασκεφτούμε την ποιότητα με την οποία θέλουμε να χτίζουμε τις σχέσεις μας, να μαθαίνουμε, να εξελισσόμαστε, το πώς θέλουμε να αντιμετωπίζουμε το σώμα και τα συναισθήματά μας. Όταν η εργασία έχει εξαπλωθεί σε όλα αυτά τα πεδία, ψάχνουμε τους τρόπους για να τα προστατέψουμε αλλά και να τα επαναπροσδιορίσουμε. Και το υλικό πεδίο της καθημερινής ζωής είναι ο πιο δυνατός δείκτης. Το βίωμα, όσο μάλιστα από αυτό παραμένει έξω από την ψηφιακή μεσολάβηση, είναι αυτό γύρω από το οποίο δίνονται και θα δοθούν οι μεγαλύτερες μάχες. Θέλουμε να ζούμε για να δουλεύουμε; Θέλουμε μοναξιά, σχέσεις στατικές και προβλεπόμενες, γνώσεις με ημερομηνία λήξης; Δεν είναι εύκολη δουλειά να αποφασίσει κανείς προσωπικά και συλλογικά, το πώς θέλει να ζει τη ζωή του, ούτε υπάρχει ευτυχώς μια παγιωμένη απάντηση. Είναι μια διαρκής διαδικασία στην οποία αγωνίζεσαι, αναθεωρείς και βρίσκεις τα μέσα και τους τρόπους να πλησιάζεις τις επιλογές που έχεις θέσει. Τα εργαλεία είναι πολλά και μπορεί κανείς να τα βρει στο παρόν, στο μέλλον αλλά και στο παρελθόν. Καμία τεχνολογική αναβάθμιση δε θα λύσει τα καθημερινά προβλήματα, γιατί πολύ απλά, δεν είναι τεχνικής φύσης. Είναι προβλήματα ποιοτικά, όσο κι αν η ποσοτική αντίληψη για τις ζωές μας είναι πολύ της μόδας. Και ως τέτοια θα τα αντιμετωπίσουμε.

 

_Game over

Οκτώβρης 2013

*Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όσους μας βοήθησαν μιλώντας για τις συνθήκες που επικρατούν στις δουλειές τους και για όσα σκέφτονται και νιώθουν για αυτές.

[1]Αυτή η αλλαγή είναι σημαντική. Οι άλλοτε ελεύθεροι επαγγελματίες που έχαιραν κάποιας αίγλης, πλέον υποβαθμίζονται με γοργούς ρυθμούς. Αυτό σημαίνει ότι διατηρούν τα μειονεκτήματα του να είσαι με μπλοκάκι (πληρώνεις για την ασφάλισή σου ακόμα κι αν δεν έχεις δουλειά, δε δικαιούσαι αποζημίωση, ταμείο ανεργίας, συγκεκριμένες άδειες και δώρα) ενώ με τον τρόπο που αναγκάζονται να δουλεύουν χάνουν τα πάλαι ποτέ πλεονεκτήματα που είχαν απέναντι στη μισθωτή εργασία (ελεύθερο ωράριο, ποσοστά επί των έργων, δυνατότητα διεκπεραίωσης πολλαπλών δουλειών, συνεχής και ποιοτικότερη ασφάλιση, υψηλές συντάξεις). Συνθήκη που βολεύει σε τέτοιο βαθμό τα αφεντικά, ώστε να εξαναγκάζουν πλέον τους υπαλλήλους τους, νέους αλλά και χρόνια εργαζόμενους, να ανοίξουν μπλοκάκι αντί να συνεχίσουν να τους ασφαλίζουν στο ΙΚΑ.

[2] Ο όρος deadline πρωτοεμφανίστηκε στα μέσα του 1800, στα αμερικανικά στρατόπεδα-φυλακές του εμφυλίου. Ήταν η έκφραση που χρησιμοποιούσαν οι φρουροί για τη γραμμή περιμετρικά των φυλακών, καθώς είχαν άδεια να πυροβολούν όποιον από τους κρατούμενους τη διέσχιζε. Αργότερα πέρασε στην τυπογραφία, ως η γραμμή πέρα από την οποία δεν τύπωναν οι μηχανές. Απέκτησε τη χρονική της διάσταση, με την εξάπλωση των εφημερίδων και του δημοσιογραφικού ρεπορτάζ, όπου έπρεπε να τηρούνται αυστηρά χρονοδιαγράμματα για να μπορέσει να βγει το πρωινό φύλλο στην ώρα του. Εκεί ο όρος σήμαινε τη χρονική στιγμή (και όχι πια γραμμή) πέρα από την οποία δεν τυπωνόταν κανένα άλλο κείμενο. Σε κάθε περίπτωση, το deadline δήλωνε ένα απόλυτα κρίσιμο και αδιαπραγμάτευτο όριο, είτε χρονικό είτε χωρικό.

[3] Το League of Legends (γνωστό και με την συντομογραφία LoL) είναι ένα βιντεοπαιχνίδι για τα Windows. Το παιχνίδι είναι Free to Play, που σημαίνει ότι είναι ελεύθερο και μπορεί κάποιος να παίξει αρκεί να έχει το παιχνίδι αυτό εγκατεστημένο στον υπολογιστή του. Ωστόσο, υπάρχουν οι ανάλογες επιλογές στον παίκτη να αγοράσει κάποιους ήρωες ή κάποια “Skins” για διάφορους ήρωες που δίνουν μια διαφορετική όψη στον χαρακτήρα. Στο παιχνίδι τον Νοέμβριο του 2011 ήταν εγγεγραμμένοι περισσότεροι από 32 εκατομμύρια παίκτες σε όλο τον κόσμο. Το Tutorial είναι ο τρόπος παιχνιδιού, όπου οι νέοι παίκτες κατευθύνονται προς το πρώτο ξεκίνημα του παιχνιδιού. Είναι μια ιδιωτική συνδεδεμένη συνεδρία παιχνιδιού όπου οι παίκτες διδάσκονται τους βασικούς ελέγχους και στόχους του παιχνιδιού. Το Custom mode επιτρέπει στους παίκτες να δημιουργήσουν ένα δικό τους παιχνίδι που άλλοι παίκτες μπορούν να βρουν σε μια λίστα για να συμμετάσχουν. Οι παίκτες μπορούν να προσθέσουν πρωταθλητές με έλεγχο από υπολογιστή (bots), να ορίσουν τον κωδικό πρόσβασης και το μέγιστο αριθμό παικτών στο παιχνίδι. To CO – OP Vs All mode είναι ένα game το οποίο παίζουν κανονικοί παίκτες εναντίον bots! Υπάρχει επιλογή για εύκολα ή για δύσκολα bots, η εμπειρία (experience) και το IP (Influence Points) είναι μειωμένα σε σχέση με κανονικά ή παιχνίδια βαθμολογίας. Στο Normal mode οι ίδιοι οι παίκτες περιμένουν την αυτόματη αναζήτηση να τους ταιριάξει είτε με άλλους παίκτες (Solo) ή ως μέρος μιας ομάδας. Ο διακομιστής δημιουργεί αυτόματα ένα παιχνίδι και προσπαθεί να το συμπληρώσει με τους παίκτες με τέτοιο τρόπο ώστε και οι δύο πλευρές να έχουν από 50% πιθανότητες να κερδίσουν. Οι νίκες του παίκτη σε κανονική λειτουργία όπως και οι ήττες εμφανίζονται δημόσια. Το Ranked mode είναι ο τρόπος παιχνιδιού όπου μάχονται παίχτες μέγιστου επιπέδου 30lv και θα πρέπει να έχουν τουλάχιστον 15 champions, αλλά πριν ξεκινήσουν πρέπει να επιλεγεί ο αρχηγός από τον διακομιστή και αυτός πρέπει να κάνει bans δηλαδή να απαγορεύσει την επιλογή κάποιων ηρώων από το παιχνίδι. Στη συνέχεια δίνεται η δυνατότητα, ύστερα από συνεννόηση να ανταλλάξεις ήρωα με έναν άλλο ήρωα. Μετά από αυτά μπαίνεις στο παιχνίδι. (από τη βικιπαιδεία, σχετικά με το αν και μπορεί κανείς να μάθει στο ίντερνετ)

[4] Είναι γνωστό και κατά καιρούς έχει συμβεί και στα μέρη μας. Πιτσιρικάδες χακεράδες που συλλαμβάνονται για μικρό παραβάσεις, κλοπές, κολλήματα site ή άλλου είδους παραβιάσεις, βρίσκονται αντιμέτωποι με την ιδιαίτερα δελεαστική πρόταση να δουλέψουν για την ηλεκτρονική ασφάλεια ή να εκτίσουν  την ποινή τους. Από τη μία ξεχρεώνουν το ποινικό της υπόθεσης και από την άλλη οπλίζουν τους μηχανισμούς ασφαλείας με natural ταλέντα που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν πολύ δύσκολο να εκπαιδευτούν ή ακόμη και να εντοπιστούν.

[5] Στο campus της Google στη silicon valley της Β. Καλιφόρνια, το νέο τρεντ είναι ο διαλογισμός. Στα διαλείμματα μέσα στη μέρα και σε ειδικά σεμινάρια, οι ειδικοί της εταιρίας δανείζονται παραδοσιακές τεχνικές, αποκομμένες από τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και έθιμα των ανατολικών θρησκειών, προσπαθώντας να εκπαιδεύσουν τους σκληρά εργαζόμενους προγραμματιστές στο πώς να “αδειάζουν” το μυαλό τους. Έχουν καταλάβει κι αυτοί, ότι κάτι δεν πάει καλά φαίνεται.

[6] Τον περασμένο Φλεβάρη, έγινε γνωστή η ιστορία των εποχιακών εργατών της Amazon, στο τμήμα πακεταρίσματος και διανομής, σύμφωνα με την οποία η Amazon είχε προσλάβει για τη φύλαξη μια εταιρία σεκιούριτι στη οποία δούλευαν κατά κύριο λόγο νεοναζί. Οι σεκιουριτάδες, κατά παραγγελία προφανώς, παρακολουθούσαν όλους τους χώρους δουλειάς και διαμονής των εργατών, έκαναν εφόδους στα δωμάτιά τους, ψάχνοντας και καταστρέφοντας, εκφόβιζαν με απόλυση ή και βία όσους έκαναν παράπονα για τις άθλιες συνθήκες εργασίας, έκαναν μέχρι και σωματικούς ελέγχους από όσους έβγαιναν από την τραπεζαρία, για να μην κλέβουν τα περισσευούμενα σάντουιτς του πρωινού. Τέτοια ξεφτίλα.

]]>
More than just a game. Video games are behind the latest fad in management https://gameover.zp/2013/06/30/more-than-just-a-game-video-games-are-behind-the-latest-fad-in-management/ Sun, 30 Jun 2013 17:30:13 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1165

Το παρακάτω άρθρο που μεταφράσαμε, το βρήκαμε στο site του “Economist”. Κυκλοφόρησε στην έντυπη έκδοση της 10ης Νοεμβρίου 2012. Αν και ο τρόπος που παρουσιάζεται το θέμα δεν μας εκφράζει λόγω της επιφανειακής και «ουδέτερης» προσέγγισής του, κρίναμε σκόπιμη τη μετάφραση και αναδημοσίευσή του άρθρου.

Ο όρος gamification – ηλεκτρονική παιχνιδοποίηση θα τον μεταφράζαμε- είναι πρόσφατος σχετικά και αναφέρεται στη χρήση στοιχείων, μηχανικής και τεχνικών ψηφιακού σχεδιασμού των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, σε ένα πλαίσιο εκτός των παιχνιδιών (πχ στην παραγωγή, στην εκπαίδευση, στο στρατό), με σκοπό την αύξηση της συμμετοχής, της πίστης, της εμπλοκής των χρηστών, και την αλληλεπίδρασή και τον ανταγωνισμό τους στην επίλυση προβλημάτων.

Πάντα τα αφεντικά και οι ειδικοί τους προσπαθούσαν να αποσπάσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη υπεραξία από τους εργάτες πείθοντάς τους παράλληλα ότι αυτοί δεν είναι τέτοιοι (εργάτες) αλλά κάτι άλλο, πχ συνεργάτες, μέλη της ίδιας επαγγελματικής «οικογένειας» ή χομπίστες που κάνουν το κέφι τους. Η εκρηκτική όμως εμφάνιση και η αλματώδης εξέλιξη των video games και οι επιπτώσεις που έφεραν στο παίζειν, (πχ με την πολύωρη καθολική και προπάντων εθελοντική πειθάρχηση του σώματος, με την προσαρμογή της σκέψης του χειριστή στον τρόπο λειτουργίας της μηχανής κα), επηρέασαν και επηρεάζουν όχι μόνο τον τρόπο του παιχνιδιού, αλλά και άλλους τομείς του ανθρώπινου σχετίζεσθαι, όπως την εκπαίδευση, την εργασία ή την κοινωνικότητα.*

*για περισσότερα μπορείτε να δείτε:

α) την έκδοση της μπροσούρας του τριήμερου φεστιβάλ του game over και πιο συγκεκριμένα την εισήγηση της δεύτερης ημέρας 12-10-2012 με τίτλο «video games: ηλεκτρονική εκπαίδευση».

β) αρκετά χρόνια πριν, την εισήγηση της ανοικτής συνέλευσης των μητροπολιτικών συμβουλίων, 10 -12- 2003 με τίτλο «video games, παιχνίδια και μηχανές (η ηλεκτρονική τάξη των κοινωνικών σχέσεων)».

More than just a game

Video games are behind the latest fad in management

ΠΑΡΑ τη φήμη τους σε σχέση με τη βία, δεν έχουν να κάνουν όλα τα video games με το να πυροβολάς εξωγήινους ή να σκοτώνεις ζόμπι. Πολλά προσφέρουν πιο ευγενή διασκέδαση, όπως το να φροντίζεις μια εικονική φάρμα ή να παίζεις χαλαρό γκολφ. Και κάποια είναι εμπνευσμένα από τις επιχειρήσεις και το management. Οι παίχτες μπορούν να αναλαμβάνουν το ρόλο του αφεντικού μιας ποδοσφαιρικής ομάδας στο “Championship Manager” ή ενός φιλόδοξου μεγιστάνα των μεταφορών στο “Railroad Tycoon”. Ακόμα και ο κακός ηγεμόνας στο κλασσικό “Dungeon Keeper” του 1977 πρέπει να φροντίσει να πληρώνει μισθούς στα βαμπίρ, τους δράκους και τα τρολ που έχει για εργάτες, για να μην επαναστατήσουν.

Καθώς τα video games έχουν αναπτυχθεί από ένα ταπεινό και αφανές χόμπι σε μια βιομηχανία των 67 δισεκατομμυρίων δολαρίων, οι θεωρητικοί του management έχουν ξεκινήσει να τους ανταποδίδουν τη χάρη. Τα video games έχουν τώρα την αμφίβολη τιμή να έχουν εμπνεύσει τη δική τους τρέλα στους κόλπους του management. Καθώς έχει ονομαστεί “gamification”, στοχεύει στο να παίρνει αρχές από video games και τις εφαρμόζει σε σοβαρές εργασίες. Το τελευταίο βιβλίο πάνω στο θέμα, “For the Win”, έρχεται από τους Kevin Werbach και Dan Hunter, του Wharton Business School και του New York Law School αντίστοιχα.

Το gamification απορρέει από την παρατήρηση ότι, για τους μη-παίκτες, πολλά από αυτά που κάνουν οι παίκτες μοιάζουν παραδόξως σα σκληρή εργασία. Το να βελτιώνει κάποιος ένα χαρακτήρα στο “World of Warcraft”, ένα διαδικτυακό παιχνίδι φαντασίας, είναι μια ατελείωτη μονότονη δουλειά. Οι πιο αφιερωμένοι παίκτες πληρώνουν εβδομαδιαίες συνδρομές και, μαζί με καμιά εικοσαριά άλλους, μπορούν να παίζουν ατέλειωτες ώρες – ζωτικής σημασίας εάν επιθυμούν να νικήσουν τα πιο δύσκολα τέρατα. Τα αστεία για το γεγονός πως το παιχνίδι γίνεται μια δεύτερη δουλειά είναι συνηθισμένα. Άλλοι παίκτες θα ξοδέψουν ώρες προσπαθώντας να περάσουν μόλις για κλάσματα του δευτερολέπτου το ρεκόρ χρόνου σε ένα παιχνίδι οδήγησης ή κυνηγώντας ένα υψηλό σκορ στο “Angry Birds”.

Όλα αυτά είναι συναρπαστικά για τους γκουρού του management, που έρχονται από έναν κόσμο στον οποίο οι άνθρωποι πρέπει συνήθως να πληρώνονται για να κάνουν επαναλαμβανόμενα ένα έργο. Τα παιχνίδια όχι μόνο ανατρέπουν αυτόν τον κανόνα, τον αντιστρέφουν εντελώς: οι παίκτες σπαταλούν πρόθυμα πολλά λεφτά για το προνόμιο του να προσπαθούν επίμονα να κάνουν μια δουλειά. Τι θα γινόταν, λένε οι οπαδοί του gamification, εάν ήταν δυνατό να βρεθεί η «μαγική συνταγή» που ευθύνεται για αυτό το παράξενο αποτέλεσμα, να αναλυθεί και έπειτα να προσαρμοστεί στα προβλήματα της δουλειάς; Μπορεί η ψυχαναγκαστική ιδιότητα των video games να χρησιμοποιηθεί για να κινητοποιεί τους εργαζόμενους;

Στο “For the Win”, οι αναγνώστες μπορούν να διαβάσουν για έναν εσωτερικό διαγωνισμό της Microsoft για την ανακάλυψη των μεταφραστικών λαθών στo λειτουργικό σύστημα των Windows. Κάθε λάθος αντιστοιχούσε σε κάποιους πόντους και το άθροισμά τους ανά υπάλληλο αναρτήθηκε σε έναν πίνακα με τους νικητές ολόκληρης της εταιρίας. Η συνεχής ανατροφοδότηση (μέσω των πόντων) και ο ανταγωνισμός (μέσω του πίνακα) αποτέλεσε μια πολύ δυνατή ώθηση. Ολόκληρο το ιαπωνικό τμήμα παράτησε όλες τις υπόλοιπες δουλειές του για να κυνηγά αστοχίες στη μετάφραση – σπουδαίο ως ώθηση, αλλά ίσως όχι και τόσο παραγωγικό. Η LiveOps, μια αμερικάνικη εταιρία, της οποίας οι υπάλληλοι εκτελούν δουλειά call-center από το σπίτι, χρησιμοποιεί πίνακες με τους νικητές και πόντους για να ενισχύσει την παραγωγικότητα, ενώ μια σειρά από «κονκάρδες» (βασισμένες στα “έπαθλα” των video games, που δίνονται για την ολοκλήρωση συγκεκριμένων ενεργειών) δηλώνουν την υπεροχή σε ορισμένες δεξιότητες.

Τα παιχνίδια μπορούν ακόμη και να χρησιμοποιούνται για να ενθουσιάσουν τους πελάτες. Το Fitocracy, ένα σάιτ για τον υγιεινό τρόπο ζωής, επιτρέπει στους χρήστες του να κανονίζουν «μονομαχίες» μεταξύ τους για να δουν ποιος μπορεί να κάνει τον καλύτερο χρόνο στο τζόκιν. Η κλιμακούμενη σειρά από «επίπεδα», μια επινόηση για τη μέτρηση της δύναμης του χαρακτήρα στα παιχνίδια ρόλων, είναι ένα συχνό χαρακτηριστικό στα συστήματα του gamification.

Αξίζει, τελικά, το gamification το ότι έγινε τόσο γρήγορα τόσο δημοφιλές; Η ιδέα υπάρχει ένα-δυο χρόνια, αλλά έχει ήδη γεννήσει μια σειρά από ενθουσιώδη συνέδρια, πολυπληθή σεμινάρια και (αναπόφευκτα) TED talks [ref]Τα “TED talks” είναι, συνοπτικά, μια σειρά τεχνοκρατικών διαλέξεων και συνεδρίων πάνω σε “ιδέες που αξίζουν να διαδοθούν”, όπως είναι και το σλόγκαν. Αφορούν, κυρίως, ζητήματα νέων τεχνολογιών, marketing, γραφιστική κ.α. (TED.com)[/ref].

Μερικοί σχεδιαστές video games είναι αντίθετοι με την ιδέα επί της αρχής, υποστηρίζοντας ότι το gamification είναι, στην πραγματικότητα, ένα προκάλυμμα για την κυνική εκμετάλλευση του ανθρώπινου ψυχισμού με σκοπό το κέρδος. Συγκρίνουν πολλά από τα αγαπημένα παιχνίδια των gamifiers, όπως το “World of Warcraft”, με τους κουλοχέρηδες, όπου οι ανταμοιβές μοιράζονται προσεχτικά για να κρατούνται οι παίκτες γαντζωμένοι. Άλλοι υποστηρίζουν ότι το gamification συνήθως χάνει το νόημα, καθώς εστιάζει σε περιστασιακά στοιχεία των video games όπως οι πόντοι, τα έπαθλα και η άμεση ανατροφοδότηση, αγνοώντας τα βαθύτερα χαρακτηριστικά – όπως το να είσαι ικανός να εξερευνήσεις ελεύθερα έναν εικονικό κόσμο – που τα καθιστούν πραγματικά διασκεδαστικά. Και τα οφέλη, λένε οι επικριτές, είναι πιθανό να είναι παροδικά. Όταν ένας παίκτης βαριέται ένα video game, είναι εύκολο να αγοράσει ένα άλλο. Όταν τα παιχνίδια στο χώρο εργασίας γίνονται ανιαρά, δεν είναι τόσο εύκολο να παραμεριστούν.

Οι πιο ψύχραιμοι σύμβουλοι επιχειρήσεων λένε, εν τω μεταξύ, ότι πολλές από τις πτυχές του gamification που λειτουργούν είναι απλώς παλιές ιδέες σε καινούρια συσκευασία. Οι λίστες με τα υψηλά σκορ για τις πωλήσεις του προσωπικού, για παράδειγμα, κυκλοφορούν εδώ και δεκαετίες, όπως και οι διαγωνισμοί για τον υπάλληλο του μήνα. Οι αεροπορικές εταιρίες έδιναν πόντους και προνόμια στους πιστούς πελάτες πολύ πριν κάποιος ακούσει για το “Farmville”.

Game over

Οι κύριοι Werbach και Hunter αποδέχονται μεγάλο μέρος αυτής της κριτικής. Πράγματι, φροντίζουν σε μεγάλο βαθμό να προειδοποιήσουν τους επίδοξους gamifiers από τις πολλές παγίδες που αντιμετωπίζουν. Η προσπάθεια να ζωντανέψει η βαρετή ανειδίκευτη εργασία είναι επικίνδυνο. Λένε ότι το να απονεμηθούν χαριτωμένες κονκάρδες στο προσωπικό του τηλεφωνικού κέντρου μπορεί εύκολα να φανεί αποπροσανατολιστικό παρά κινητήριο. Οι εργαζόμενοι ήδη μοχθούν για μια ανταμοιβή – το χρήμα – και θα γίνουν καχύποπτοι με τις προσπάθειες να εισαχθεί μια νέα μορφή αποζημίωσης που δε θα κοστίζει τίποτα στα αφεντικά τους. Οι συγγραφείς, αναφερόμενοι σε κάποια ψυχολογικά πειράματα, υποδεικνύουν ότι η προσωπική ικανοποίηση του καθενός (καθαυτή η χαρά του να κάνεις κάτι) είναι το καλύτερο κίνητρο, ενώ οι εξωγενείς ανταμοιβές, όπως τα έπαθλα, τα επίπεδα, οι πόντοι ή, σε κάποιες περιπτώσεις, ακόμη και τα χρήματα, μπορεί να είναι αντιπαραγωγικές.

Το πρόβλημα είναι ότι, αφού οι συγγραφείς σταματήσουν να καθοδηγούν τους αναγνώστες τους για το τί να μήν κάνουν, η έννοια του gamification απομένει κάπως τετριμμένη. Είναι κρίμα, γιατί, με την κεντρική τους ιδέα ότι ο κόσμος θα ήταν ένα καλύτερο μέρος, εάν η δουλειά ήταν λιγότερο μια αναγκαία αγγαρεία και περισσότερο μια εμπειρία που σου δίνει ικανοποίηση, είναι δύσκολο να διαφωνήσεις. Αλλά και πάλι, η δουλειά λέγεται έτσι για κάποιο λόγο.

]]>
Τριτοβάθμια εκπαίδευση και εργασία: Προς το νέο παράδειγμα. https://gameover.zp/2013/04/01/%cf%84%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%ac%ce%b8%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%ce%b5%ce%ba%cf%80%ce%b1%ce%af%ce%b4%ce%b5%cf%85%cf%83%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%83%ce%af%ce%b1-%cf%80/ Mon, 01 Apr 2013 15:59:02 +0000 http://gameoversite.gr/?p=857

Η μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που ακολούθησε μετά την μεταπολίτευση, υπήρξε μια από τις σημαντικότερες αλλαγές που συνέβησαν στον τομέα της εργασιακής αποκατάστασης. Με το άνοιγμα των πυλών των ιδρυμάτων ο αριθμός των φοιτητών αυξήθηκε κατακόρυφα και η παραγωγή ειδικευμένων εργατών, όπως και η παραγωγή ονείρων για οικονομική και κοινωνική ανέλιξη πολλαπλασιάστηκαν σε σχέση με αυτό που αποτελούσε προηγούμενα τον κανόνα. Ο καθένας σαν επιχειρηματίας του εαυτού είχε πλέον την ευκαιρία -και έπρεπε- να επενδύσει στο ατομικό του κεφάλαιο ώστε να μπορέσει να αγγίξει την επιτυχία και την καταξίωση. Τα πτυχία λειτουργούσαν λοιπόν σαν τα διαβατήρια προς αυτήν την επιτυχία και έτσι η λαμπρή νέα γενιά έμοιαζε να έχει όλα τα φόντα ώστε να μπορεί να ατενίζει το μέλλον γεμάτη φιλοδοξίες, το ίδιο και το ελληνικό έθνος.

Φυσικά οι ψευδαισθήσεις αυτές καταρρίφθηκαν αμέσως μόλις ήρθαν σε επαφή με την σκληρή πραγματικότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως το ελληνικό όνειρο έπαψε να υπάρχει για χιλιάδες οικογένειες και νέους. Η ιδεολογία έτσι κι αλλιώς έχει τη δυνατότητα να υπερκαθορίζει αυτό που παρουσιάζεται ως πραγματικό εμφανίζοντάς το αντεστραμμένο. Η μικρoαστικοποίηση των ντόπιων προλετάριων τα προηγούμενα χρόνια είχε πετύχει σε σημείο όπου οι ελπίδες για κοινωνική ανέλιξη να μην πεθαίνουν ακόμη και όταν ο βασικός μισθός τείνει να εξαφανιστεί. Το έχουμε ξαναπεί πως η μεγαλύτερη συνεισφορά της μαζικοποιημένης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ήταν στον τομέα της ιδεολογίας, παρα στην προετοιμασία του μελλοντικού εργατικού δυναμικού (ανάλογα με τις ανάγκες που υπάρχουν στην παραγωγή).

Έχουμε επίσης υποστηρίξει πως η τριτοβάθμια εκπαίδευση βρίσκεται τελευταία σε κατάσταση παρακμής, λόγω της μη ικανοποιητικής εκπλήρωση των δομικών της ρόλων. Εδώ δεν προκύπτει κάποια αντίφαση. Απλά με την συνεχή άνοδο των νέων τεχνολογιών η τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού μετασχηματίζεται δυναμικά. Απόρροια αυτού είναι και το γεγονός πως διάφορες λειτουργίες που παλιότερα γίνονταν από το πανεπιστήμιο, όπως η αναπαραγωγή ιδεολογημάτων σχετικά με το διαχωρισμό χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, όπως οι ψευδαισθήσεις κοινωνικής ανέλιξης και όλα αυτά που λέμε συνήθως, τώρα πια γίνονται αποτελεσματικότερα -συν φτηνότερα- στους κόλπους αυτών των νέων τεχνολογιών. Μάλιστα μέσα σε συνθήκες κρίσης το πανεπιστήμιο φτάνει σε σημείο να μην δικαιολογεί πια τη χρηματοδότησή του από το κράτος προχωρώντας έτσι σταθερά προς την ιδιωτικοποίηση.

Οι αλλαγές που συμβαίνουν όμως εξαιτίας της άνθησης των νέων τεχνολογιών έχουν αντίκτυπο και στην ίδια την οργάνωση της εργασίας. Από την μία είναι προφανές πως η τεχνική σύνθεση της εργασίας μεταβάλλεται και αυτή με την σειρά της σημαντικά, με ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή των ηλεκτρονικών μηχανών στο κομμάτι της παραγωγής. Από την άλλη αλλάζει και η γκάμα αυτών που θεωρούνται προσόντα για μια σχετική ειδικότητα, καθώς και ο τρόπος απόκτησης τους,

Ξεκινώντας τον σχολιασμό από το δεύτερο, παρατηρούμε πως στην αγορά εργασίας είναι αρκετές οι περιπτώσεις όπου προσόν θεωρείται η γνώση κάποιου εξειδικευμένου προγράμματος ή η εξοικείωση με τη μηχανή, πολύ περισσότερο από την κατοχή ενός πτυχίου. Γνώσεις οι οποίες συνήθως δεν αποκτούνται στα πλαίσια της κρατικής εκπαίδευσης αλλά μέσα από χίλιους δυό άλλους τρόπους. Μπορεί να προκύπτουν είτε από προσωπικό ψάξιμο, είτε ως εμπειρία από προηγούμενη εργασία, πάντως ελάχιστη σχέση έχουν με την πανεπιστημιακή εκπαίδευση.

Οι σημαντικότερες όμως αλλαγές παρουσιάζονται στην ίδια την οργάνωση της εργασίας. Σε επίπεδο εργασιακής καθημερινότητας δεν είναι ξεκάθαρο αν οι νέες μηχανές ευνοούν η δυσχεραίνουν την θέση των εργαζόμενων, μιας και βρισκόμαστε σε μεταβατικό στάδιο και αυτό εξαρτάται κατά πολύ από την εξοικείωση που έχει το ίδιο το αφεντικό με τις μηχανές αυτές. Έτσι λοιπόν, άλλοτε μπορεί να συμβάλουν στην λούφα δημιουργικά ή μη και άλλοτε να φροντίζουν για την αυστηρότερη επιτήρηση της εργασίας. Παρόλα αυτά υπάρχουν και κάποιες αλλαγές οι οποίες είναι ξεκάθαρα σε βάρος των εργαζομένων είτε τις αντιλαμβάνονται σαν τέτοιες, είτε όχι.

Βασικό συστατικό λοιπόν αυτού του ηλεκτρονικού προλεταριάτου είναι η (όσο ποτέ ίσως) ευκαιριακότητά του. Καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται με ταχείς ρυθμούς, οι ίδιες γνώσεις που σε μια στιγμή μπορεί να κρίνονταν σαν εξειδικευμένο προσόν, μετά από μικρό χρονικό διάστημα μπορεί να θεωρούνται ξεπερασμένες. Η πραγματικότητα αυτή ρίχνει ένα μεγάλο βάρος στις πλάτες των σύγχρονων εργατών καθώς τα αφεντικά φροντίζουν πάντα να τους υπενθυμίζουν πως είναι αναλώσιμοι. Πρέπει λοιπόν να βρίσκουν τρόπους να μένουν όσο γίνεται ενήμεροι σχετικά με το αντικείμενό τους, διαδικασία η οποία συντηρεί μεταξύ άλλων και το ‘ο καθένας είναι επιχειρηματίας του εαυτού του’ και σαν τέτοιος λοιπόν πρέπει να φροντίσει για το γνωσιολογικό του κεφάλαιο. Συμβαίνει επίσης και το εξής. Από τη μια, εξαιτίας των παραπάνω, η εργασία των σύγχρονων προλετάριων υποτιμάται ακόμη πιο βίαια, αντιστοιχώντας σε εξευτελιστικούς μισθούς και ωράρια (ειδικά αν είσαι ανειδίκευτος) και από την άλλη, λόγω των αυτοματισμών που προσφέρουν τα νέα συστήματα το κέρδος των αφεντικών να αυξάνεται ακόμη περισσότερο.

Συνοψίζοντας, αν η μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ήταν ένας σταθμός για την οργάνωση των εργασιακών σχέσεων, η απομαζικοποίηση που θα φέρει η ιδιωτικοποίησή της, μαζί με τους λόγους που οδηγούν σε αυτή, αντιστοιχεί στο τέλος μιας εποχής. Είναι καίριο λοιπόν να εξετάσουμε τι θα φέρει αυτή η νέα συνθήκη στον εργασιακό τομέα. Ποιές σχέσεις αλλάζουν, ποιές αντικαθιστώνται και ποιές παραμένουν ακλόνητες. Έτσι ώστε να μη βρεθούμε προ εκπλήξεων όπως συνήθως γίνεται.

]]>
Μαστορική https://gameover.zp/2012/04/05/%ce%bc%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae/ Thu, 05 Apr 2012 18:34:39 +0000 http://gameoversite.gr/?p=420

μαστο χερι

Κόβει πολύ προσεκτικά στην πριονοκορδέλα. Προωθεί το ξύλο πιέζοντας όσο χρειάζεται για να μην καταστρέψει το μηχάνημα ή τα χέρια της. Το μέταλλο δεν αστειεύεται με τα δάχτυλα. Από τη μυρωδιά της κοπής επαληθεύει αυτό που ήδη ξέρει, ότι το ξύλο είναι καστανιά. Και επιπλέον ότι είναι αρκετά ξερό κομμάτι, έχει μείνει καιρό στο εργαστήριο. Αφού δώσει το γενικό σχήμα με το μηχάνημα μεταφέρει τα κομμάτια στον πάγκο. Με τα χειροκίνητα εργαλεία τα σμιλεύει μέχρι να διαμορφωθούν σωστά οι σύνδεσμοι. Θέλει ακρίβεια και συγκέντρωση αυτή η δουλειά, δεν πρέπει να κάνει λάθος γιατί μετά θα παιδευτεί να το διορθώσει. Χρησιμοποιεί και τα δύο χέρια πιέζοντας διαφορετικά με το καθένα, κόβοντας, τρυπώντας, ξύνοντας και πλανίζοντας αργά, αφαιρώντας με υπομονή δέκατα του χιλιοστού από την επιφάνεια. Δοκιμάζει τα κομμάτια αν ταιριάζουν, σφίγγει τη μέγγενη, τα ξανακόβει λίγο. Μόλις μοντάρει το σκελετό ελέγχει με τα ακροδάχτυλά της αν εξέχει κάποια ακμή. Με το μάτι δε φαίνεται, μόνο αν το ακουμπήσεις το καταλαβαίνεις. Ο σκελετός κολλιέται, αναμονή μία μέρα μέχρι να στεγνώσει και ξεκινάει το τρίψιμο. Το μυαλό ξεκουράζεται με την επαναλαμβανόμενη κίνηση, ξεφεύγει. Με υπομονή και διαλείμματα όταν τα χέρια και η αναπνοή κουράζονται, χαϊδεύει την επιφάνεια αναγνωρίζοντας και το παραμικρό σημάδι, ώσπου να νιώσει με την αφή της ότι είναι έτοιμο, χωρίς εγκοπές και αγριάδες. Ετοιμάζει τη βαφή. Από τη μυρωδιά ξέρει αν έχει πέσει περισσότερο πράσινο ή μπλε, ξέρει αν έχει τη σωστή πυκνότητα σε διαλυτικό. Με ρυθμό και συγκεκριμένο τρόπο για να μη λεκιάσει, απλώνει το χρώμα ενώ το βλέμμα επιθεωρεί τις κινήσεις της. Διάλειμμα για τσιγάρο και ξεκούραση από το μούδιασμα των χεριών. Μόλις στεγνώσει συνεχίζει. Δεύτερο χέρι, διάλειμμα, τρίψιμο, αστάρωμα, διάλειμμα, τρίψιμο ξανά, αστάρωμα ξανά, διάλειμμα, άλλο ένα τρίψιμο. Στο τελευταίο φινίρισμα σχεδόν κρατάει την ανάσα της. Οι αναθυμιάσεις ζαλίζουν και δεν πρέπει να κάνει λάθος τώρα, θα χαλάσει τόση δουλειά που έχει κάνει. Βερνίκι και τέλος. Πλένει τα εργαλεία και φεύγει. Ακόμα μία μέρα μέχρι να στεγνώσει. Μπαίνει στο εργαστήριο και το κοιτάει ανιχνευτικά, με τα ρουθούνια της πιάνει ακόμα τη μυρωδιά του βερνικιού. Απλώνει το χέρι με μιά μικρή αγωνία, σέρνει απαλά την παλάμη της πάνω στην επιφάνεια του ξύλου και τότε ξέρει πως είναι έτοιμο. Ανάσα και ανακούφιση. Άλλος ένας αποχωρισμός.

Σταθερή θερμοκρασία, φωτεινή οθόνη, καρέκλα γραφείου και το σώμα μου διπλωμένο στις 90 μοίρες. Ακίνητη σε αυτή τη στάση, με τα μάτια μου να διατρέχουν σπασμωδικά την οθόνη και άλλη μια ορθή γωνία ανάμεσα στο μπράτσο και τον πήχη. Καρπός σταθερά οριζόντιος και τα δάχτυλα νευρικά πάνω στο ποντίκι εκτελούν τις εντολές. Εντολές από τον εγκέφαλο στο χέρι, από το χέρι στο πρόγραμμα -καμιά φορά νιώθω σαν να συμβαίνει το αντίστροφο. Τα κομμάτια του επίπλου πρέπει να σχεδιαστούν με ακρίβεια και λεπτομέρεια χιλιοστού. Προσπαθώ να το φανταστώ ολόκληρο με το μυαλό μου αλλά μοιάζει αδύνατο, ευτυχώς υπάρχει το 3d. Οι διατομές δίνονται από τον κατάλογο της εταιρίας, που τα παρέχει στο εργοστάσιο σε ποσότητα και φτιαγμένα με τη γνωστή ακρίβεια της μηχανής. Οι σύνδεσμοι είναι στάνταρ, αποφασίζω ποιός μου αρέσει, τα ξύλα είναι συγκεκριμένα, αυτά που στέλνει το πριστήριο στην εταιρεία. Διαβάζω τις ιδιότητες και επιλέγω το προτεινόμενο για το έπιπλο που φτιάχνω. Περνάω τα δεδομένα στο πρόγραμμα και βλέπω το σκελετό έτοιμο. Σκέφτομαι πώς θα είναι στην πραγματικότητα, τί χρώμα θα του ταίριαζε, ποιοί θα το αγόραζαν, σε τί σπίτια θα έμπαινε. Μετά προσπαθώ να φανταστώ το εργοστάσιο, τη ροή παραγωγής, πόσο υπολογισμένα είναι όλα, πόσο κοστίζουν τα λάθη σε υλικά και χρόνο, πόσο μικρό φαίνεται το ένα έπιπλο μπροστά στα χιλιάδες που θα βγούν μαζί με αυτό. Επιστρέφω τη σκέψη μου στην επιφάνεια εργασίας αναλογιζόμενη το βάρος των ψηφιακών μου κινήσεων μέσα σε αυτή την αλυσίδα, αλλάζω βαριεστημένα μερικές γραμμές και παίζω λίγο ακόμα με τη μορφή για να φαίνεται πιασάρικο. Ποιός χέστηκε στην τελική. Παράγονται τόσα διαφορετικά πράγματα που θα το βαρεθούν κι αυτό όπως και τόσα άλλα. Βάζω το πρόγραμμα να υπολογίσει την αντοχή στις καταπονήσεις και φτιάχνω τη λίστα με τα τελικά κομμάτια. Τα ελέγχω ξανά και ξανά, δεν πρέπει να γίνει λάθος, μπορεί να πεταχτεί έτσι ολόκληρη παρτίδα. Κλικάρω, κλικάρω και στέλνω το αρχείο για μια πρώτη αξιολόγηση. Γέρνω προς τα πίσω, να ξεκουράσω την πλάτη μου στην καρέκλα, ρουφάω μια γουλιά από το χλιαρό καφέ και ανοίγω το επόμενο αρχείο. Θα βγω έξω για τσιγάρο μόλις τελειώσω ακόμα ένα.

]]>
Και φοιτητής και εργάτης! https://gameover.zp/2012/04/05/%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%86%ce%bf%ce%b9%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%ae%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%ac%cf%84%ce%b7%cf%82/ Thu, 05 Apr 2012 11:00:20 +0000 http://gameoversite.gr/?p=385

Εξηγήσαμε στο προηγούμενο τεύχος (“γιατί ο φοιτητής ΔΕΝ είναι εργάτης”) γιατί κάποιος / κάποια που σπουδάζει δεν πρέπει να θεωρείται σαν “εργάτης” εξαιτίας αυτής καθ’ εαυτής της κατάστασης του εκπαιδευόμενου. Όμως υπάρχει εργασία μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα (και δεν αναφερόμαστε ούτε σ’ αυτούς κι αυτές που αναγνωρίζεται επίσημα ότι δουλεύουν μέσα σ’ αυτό, δηλαδή καθηγητές, δασκάλους, διοικητικούς υπαλλήλους, εργάτες / εργάτριες καθαρισμού, κλπ· ούτε στους φοιτητές και τις φοιτήτριες που δουλεύουν εκτός εκπαίδευσης), και μάλιστα άμισθη εργασία! Εργασία που είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης, εργασία που δεν πληρώνεται ούτε αναγνωρίζεται σαν τέτοια, εργασία που αποσπάται είτε εκβιαστικά είτε παραπλανητικά. Το ζήτημα αυτό έχει το ενδιαφέρον του επειδή δείχνει το πως οι γενικές σχέσεις εξουσίας μεταξύ εκπαιδευτών και εκπαιδευόμενων μπορούν να φτάσουν ως το σημείο της στενά εννοημένης εργασιακής (ή σεξουαλικής) εκμετάλλευσης.

Η πιο συνηθισμένη και καθαρή εκδοχή τέτοιου είδους άμισθης εργασίας μέσα (κυρίως) στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, είναι η γκάμα των διάφορων ενασχολήσεων φοιτητών και φοιτητριών, που εμφανίζονται μεν τυπικά σαν μέρος της εκπαίδευσής τους, ουσιαστικά όμως αξιοποιούνται από καθηγητές για το δικό τους (και οικονομικό) όφελος. Μπορεί να πρόκειται για διάφορα μικρά ερευνητικά θέματα / μαθήματα, τα οποία οι εκπαιδευόμενοι (συνήθως…) δεν ξέρουν ότι αποτελούν το υλικό μιας δουλειάς που έχει αναλάβει (ή πρόκειται να αναλάβει) επι πληρωμή, έναντι τρίτων, ο καθηγητής τους. Μπορεί να πρόκειται για διάφορες περιπτώσεις εργασίας – με – τον – καθηγητή (στο γραφείο του, ας πούμε) που γίνονται, υποτίθεται, για την εξοικείωση του εκπαιδευόμενου με τα πρακτικά καθήκοντα της δουλειάς που θα κάνει μελλοντικά, σαν πτυχιούχος, αλλά στην πράξη αποτελούν παροχή υπηρεσιών που κανονικά θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται σαν έμμισθη εργασία. Μπορεί να πρόκειται για το γενικευμένο σε διάφορες ειδικότητες και υποειδικότητες κόλπο της “άσκησης” ή της “μαθητείας”, που θεωρείται απαραίτητο “μάθημα” προκειμένου οι εκπαιδευόμενοι να πάρουν τον πτυχίο τους, αλλά ουσιαστικά πρόκειται για (εξάμηνης διάρκειας συχνά) δωρεάν ή ελάχιστα πληρωμένη εργασία. Η οποία, μάλιστα, χρησιμοποιείται από τους τυχερούς εργοδότες στη θέση “κανονικών” εργατών. Μπορεί να πρόκειται για πρωτότυπες ιδέες και απόψεις φοιτητών και φοιτητριών, που δημιουργούνται στη σκέψη τους στη διάρκεια της εκπαίδευσής τους, αλλά αξιοποιούνται εμπορικά ή διανοητικά απ’ τους καθηγητές τους – μια μορφή απλήρωτης πνευματικής παραγωγής των εκπαιδευόμενων, που – φυσικά – δεν αναγνωρίζεται σαν τέτοια. Μπορεί, τέλος, να πρόκειται για κάτι άτυπα θεσμισμένο σε επίπεδο ιδρύματος. Απλούστατα, αντί να γίνονται προσλήψεις σε διάφορα πόστα, να ανατίθεται η δουλειά (χωρίς πληρωμή, εννοείται) σε φοιτητές.

Το κοινό έδαφος σ’ όλες αυτές τις εκδοχές είναι ένα σετ αξιωμάτων, που αφορούν ταυτόχρονα την εργασία σαν τέτοια και, απ’ την άλλη, την εκπαίδευση και τους εκπαιδευόμενους. Το πρώτο αξίωμα υποστηρίζει ότι “δουλειά” με την έννοια της αμοιβόμενης δημιουργίας πλούτου, παραγωγής “αξιών”, είναι μόνο ό,τι αναγνωρίζεται επίσημα σαν τέτοιο – απ’ τα αφεντικά και τη νομοθεσία τους ή/και απ’ τα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα. Και ξέρουμε βέβαια πως όχι μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα αλλά στο σύνολο των καπιταλιστικών κυκλωμάτων όλο και λιγότερα “αναγνωρίζονται σαν δουλειά”, κι όλο και περισσότερα βαφτίζονται “απασχόληση”, που σαν τέτοια μπορεί να αμοίβεται ελάχιστα ή και καθόλου… Το δεύτερο αξίωμα υποστηρίζει ότι η “εκπαίδευση” είναι μια διαδικασία στην οποία ο εκπαιδευόμενος δεν – μπορεί – να – κάνει (με τα χέρια ή το μυαλό) – οτιδήποτε – που – να – έχει – αξία, ακριβώς επειδή “ακόμα μαθαίνει”. Σ’ αυτή τη βάση ακόμα και καθήκοντα που (εκτός εκπαίδευσης) συνιστούν αναγνωρισμένες εκδοχές εργασίας, μέσα στην εκπαίδευση ενσωματώνονται σαν μέρος της. Για παράδειγμα: εκτελεί μια φοιτήτρια καθήκοντα τηλεφωνήτριας, ή γραμματέα, ή καθαρίστριας, στο γραφείο ενός καθηγητή που της δείχνει κάποια εύνοια; Μα αυτό είναι μέρος της εκπαίδευσής της – θα υποστήριζε, σαν αυτονόητο, η γενική ιδέα περί “εκπαίδευσης”. Ακόμα περισσότερο – ποιοί δεν το ξέρουν; – σε ότι αφορά τους μεταπτυχιακούς…

Το ίδιο αυτό αξίωμα, ότι δηλαδή οι εκπαιδευόμενοι είναι, σαν τέτοιοι, αμαθείς και άρα “όχι δημιουργικοί”, αφορά τη διανοητική τους παραγωγή. Είναι ένα πράγμα το να “λύνεις προβλήματα” ή να “μαθαίνεις κανόνες” στα μαθηματικά, στη φυσική, στην ιατρική, στη στατική ή στη λογιστική, και είναι εντελώς διαφορετικό το να διατυπώνεις ενστάσεις, κριτική, εναλλακτικές προσεγγίσεις, πρωτότυπες παρατηρήσεις ή και εντελώς καινούργιες ιδέες στη λογοτεχνία, στην ιστορία, στην αρχιτεκτονική, στην κοινωνιολογία ή στην πληροφορική – όλα αυτά απ’ την σκοπιά του εκπαιδευόμενου. Το πρώτο θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν εκπαίδευση με την κυριολεκτική έννοια του πράγματος: εκμάθηση ήδη υπαρχουσών γνώσεων. Το δεύτερο όμως είναι παραγωγικό, δημιουργικό ακόμα κι όταν πρόκειται για πρωτόλειες ιδέες. Ο αληθινός κατάλογος εκείνων των καθηγητών της τριτοβάθμιας που επωφελήθηκαν και επωφελούνται οι ίδιοι (και οικονομικά, και σαν status) από τη διανοητική παραγωγή των φοιτητών τους (χωρίς, εννοείται, να κάνουν τον κόπο καν να τους μνημονεύσουν – πολύ λιγότερο να τους πληρώσουν!) θα πρέπει να είναι τεράστιος.

Πολύ περισσότερο όταν αυτού του είδους η εκμετάλλευση της διανοητικής εργασίας των εκπαιδευόμενων γίνεται σχεδιασμένα και συστηματικά. Σε διάφορους γνωστικούς τομείς του καπιταλιστικού καταμερισμού οι προφέσορες λειτουργούν συνειδητά σαν μασκαρεμένα αφεντικά / εργοδότες – των φοιτητών και των φοιτητριών τους. Παίρνουν (επ’ αμοιβή) “δουλειές” από τρίτους, ή σχεδιάζουν οι ίδιοι να πουλήσουν το Χ ή το Ψ· κομματιάζουν τη “δουλειά” κατάλληλα ώστε να μπορεί να γίνει από επιμέρους άτομα· και ύστερα σερβίρουν τα κομμάτια, αθώα αθώα, σαν μέρος της “εκπαιδευτικής διαδικασίας”. Οι εκπαιδευόμενοι μπορεί να αγνοούν όλο αυτό το background της “εκπαίδευσής” τους· ή, ακόμα χειρότερα, να το υποψιάζονται και να κολακεύονται. Ενώ, όμως, πρόκειται για εργασία απ’ την μεριά τους, με την κλασσική έννοια της δουλειάς στον καπιταλισμό, τα πάντα πρέπει να την κουκουλώσουν. Το κύρος του καθηγητή· το φιλότιμο ή η σπασικλιά του φοιτητή· η “αμοιβή” ενός “καλού βαθμού” ή της μελλοντικής εύνοιας· κ.ο.κ.

Θα λέγαμε ότι αυτή η πραγματική και καθόλου ασήμαντη (σε έκταση και σε ένταση) παρουσία και εκμετάλλευση άμισθης εργασίας μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα, ειδικά απ’ την τρίτη βαθμίδα και μετά, προσθέτει μια γερή διάσταση φεουδαρχίας μέσα σ’ έναν κατά τα άλλα καπιταλιστικό θεσμό, όπως είναι τα πανεπιστήμια. Κι αυτή η υλική πλευρά της εκπαιδευτικής φεουδαρχίας, πλεγμένη καλά με οικονομικά συμφέροντα, επικοινωνεί τέλεια με όλες τις υπόλοιπες πλευρές, ιδεολογικές και σχεσιακές, της εκπαίδευσης.

Το παράδοξο – θεωρητικά μιλώντας – είναι το γιατί είναι πολύ περισσότεροι εκείνοι που, γενικά, αόριστα και φουλ ιδεολογικά, τρώνε κατά καιρούς τα νύχια τους για καυγά μέσα στα ιδρύματα, σε σχέση μ’ εκείνους που έχουν την παρατηρητικότητα και την ευθυκρισία να κτυπήσουν εμπόλεμα και κινηματικά σε αληθινούς στόχους. Ίσως να φταίει η παρακμή και η θολούρα της εποχής. Ή, ίσως να φταίει, η (ολέθρια) διάθεση “συνεργασίας” που αναπτύσσεται μερικές φορές ανάμεσα στον αφέντη και το δούλο… Τα έχει τέτοια χαρακτηριστικά η φεουδαρχία, ακόμα και στην καπιταλιστική της έκφανση.

Εν τέλει, πέρα απ’ αυτήν καθ’ εαυτή την οποιαδήποτε αξία παράγεται από άμισθους εργαζόμενους φοιτητές και φοιτήτριες όπως περιγράψαμε την κατάσταση, η εθελοντική συμμετοχή των εκπαιδευόμενων σ’ όλα αυτά τα κόλπα έχει και μεσομακροπρόθεσμες συνέπειες. Τους μαθαίνει να δουλεύουν τζάμπα, ακόμα κι όταν βγουν στην αγορά εργασίας, έναντι μελλοντικών απολαβών (ανέλιξης, καριέρας, γνωριμιών, κλπ). Τους μαθαίνει επίσης, όσους τελικά πετυχαίνουν και γίνονται αφεντικά, να αντιμετωπίζουν τους δικούς τους εργαζόμενους με τις ίδιες απαιτήσεις. Τσάμπα δουλειά “για το καλό σου”.

Ίσως, απ’ αυτήν την άποψη, η άμισθη εργασία των εκπαιδευόμενων μέσα στα πανεπιστήμια, να είναι πράγματι “εκπαιδευτική”! Διδάσκει την ηττοπάθεια έως εγωκεντρική δουλικότητα όταν γίνονται μισθωτοί, το “να κάνουν θυσίες” αν βλέπουν μπροστά τους προοπτικές ανόδου. Και διδάσκει την εργοδοτική σκληρότητα και βία, για όσους τα καταφέρουν να ανέβουν σε τέτοια θέση.

]]>