Επιστήμη – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp Συλλογικά συγκροτημένη διαδικασία έρευνας και δράσης για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης και της παρακμής του υπάρχοντος μοντέλου εκπαίδευσης· και, ταυτόχρονα, επανασύνδεσης της κριτικής με την (και ενάντια στην) συγκυρία (γνωσιολογική, ιδεολογική, πειθαρχική) της «χρήσιμης καπιταλιστικά γνώσης». Sat, 23 May 2026 13:41:12 +0000 en-US hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://gameover.zp/wp-content/uploads/2012/06/cropped-11954387511887014124johnny_automatic_fly.svg_.med_-32x32.png Επιστήμη – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp 32 32 Επιστήμη και Μεταφυσική: όταν η τεχνολογία ανασταίνει την θεολογία https://gameover.zp/2014/07/07/%ce%b5%cf%80%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%ae%ce%bc%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1%cf%86%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%8c%cf%84%ce%b1%ce%bd-%ce%b7-%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%bf%ce%bb/ Mon, 07 Jul 2014 08:17:41 +0000 http://gameoversite.gr/?p=75

metafysiki.cdr

Εισαγωγικά

Τα βιολογικά μας σώματα, στην έκδοση 1.0 που βρίσκονται τώρα (…) είναι γεμάτα ευπάθειες και εμφανίζουν ένα σωρό αστοχίες, για να μην αναφερθούμε στα κουραστικά τελετουργικά συντήρησης που απαιτούν (…) μεγάλο κομμάτι της ανθρώπινης σκέψης είναι δευτερογενές, επουσιώδες και περιορισμένης εμβέλειας. (…) Η Μοναδικότητα[ref]

Αναφορά στο λεγόμενο Technological Singularity, την υποτιθέμενη εκείνη μελλοντική χρονική στιγμή κατά την οποία η τεχνητή νοημοσύνη θα υπερβεί την ανθρώπινη, δημιουργώντας έτσι μια ασυνέχεια στην ανθρώπινη ιστορία καθώς κι ένα σημείο υπέρβασης προς νέες μορφές ζωής.

[/ref] θα σηματοδοτήσει την αποκορύφωση της διαδικασίας σύμφυσης της βιολογικής μας σκέψης και ύπαρξης με την τεχνολογία μας. (…) Η Μοναδικότητα θα μας επιτρέψει να υπερβούμε αυτούς τους περιορισμούς των βιολογικών μας σωμάτων κι εγκεφάλων. (…) Αυτή η Μοναδικότητα θα μας οδηγήσει σε ένα υπερβατικό επίπεδο πραγματικότητας (…) και θα εμποτίσει το σύμπαν με Πνευματικότητα.
Ray Kurzweil, Επικεφαλής μηχανικός της Google

Η κουρδιστή Αφροδίτη, 18ος αιώνας
Metropolis (Fritz Lang), αρχές 20ου αιώνα
Biomechanic figure (H. R. Giger), τέλη 20ου αιώνα

Η θεολογία του ψηφιακού

Η πόλη της Σιών, η (Αγία) Τριάδα, το προπατορικό αμάρτημα που εισάγει το κακό στον κόσμο, το κακό που διαδίδεται σαν ιός και εισβάλλει μέχρι τα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης, ο εκλεκτός που θα προσφέρει τη σωτηρία, οι προφητείες που εξαγγέλλουν την έλευσή του. Πριν το 1999, το παραπάνω θεματικό σύμπλεγμα θα παρέπεμπε κάποιον αυτόματα στην Αγία Γραφή και δύσκολα θα συγκινούσε ακόμα και βαριεστημένους φοιτητές θεολογίας. Όχι πλέον όμως. Εκείνη τη χρονιά, μια ταινία θα επανεισαγάγει όλη αυτή την προβληματική, όχι μόνο σε θεματικό επίπεδο, αλλά ακόμα και σε λεξιλογικό. Zion, Trinity, The Chosen One (Neo), The Oracle… Αναφερόμαστε φυσικά στην ταινία The Matrix. Μια δεκαπενταετία περίπου αργότερα, μια άλλη ταινία (Her), πολύ πιο χαμηλών τόνων και χωρίς τόσο εμφανή μεσσιανικά στοιχεία αυτή τη φορά, θα πιάσει το νήμα των σχέσεων μεταξύ (ψηφιακής) μηχανής κι ανθρώπου. Παρά την (όχι μόνο χρονική) απόσταση που χωρίζει αυτά τα δύο προϊόντα της μαζικής κουλτούρας, στο κέντρο τους βρίσκεται ένας κοινός πυρήνας. Η μηχανή (το λογισμικό της, για την ακρίβεια) φτάνει σ’ ένα τέτοιο σημείο αυτοσυνειδησίας ώστε να αυτονομηθεί από τον δημιουργό της και να δημιουργήσει ένα ψηφιακό υπερπέραν[ref]

Αξίζει να σημειωθεί εδώ η διαφορά ανάμεσα στο αμερικανικό και θεολογικά προσανατολισμένο The Matrix και στο ιαπωνικό και σαφώς πιο υπαρξιακό Ghost in the Shell, τον πνευματικό πρόγονο του πρώτου. Δεν πρέπει να είναι τυχαία αυτή η διαφορά.

[/ref]

Δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά ούτε απλώς για μια συμπτωματική θεματική κοινότητα. Η απαρχή του νήματος που συνδέει αυτά τα δύο έργα θα μπορούσε να εντοπιστεί τουλάχιστον στη δεκαετία του 70. Από τότε κι έπειτα, όταν η ιδέα των προσωπικών υπολογιστών αρχίζει να γίνεται όχι μόνο μια εφικτή πιθανότητα αλλά κι αίτημα, στη λογική του «computing power to the people», η ρητορική που περιβάλλει την ψηφιακή τεχνολογία ενσωματώνει όλο και περισσότερο μεταφυσικά ή και θεολογικά μοτίβα. Θα μπορούσε κανείς να απορρίψει τα δύο παραπάνω παραδείγματα ως μυθολογικές φαντασιοκοπίες αφελών δημιουργών, άσχετων ως προς τις πραγματικές εξελίξεις της τεχνοεπιστήμης. Ωστόσο μια τέτοια συγκαταβατικά απορριπτική στάση γίνεται όλο και πιο δύσκολα υποστηρίξιμη όταν εξεταστούν οι τρόποι με τους οποίους οι ίδιοι οι μηχανικοί και οι επιστήμονες κατανοούν τη δραστηριότητά τους και αυτοπαρουσιάζονται, επιστρατεύοντας σχήματα λόγου που λίγο απέχουν από το να χαρακτηριστούν «μαγικο-θρησκευτικά». Και κάπου ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πυλώνες της βιομηχανίας, αυτόν του θεάματος κι αυτόν των τεχνολογικών προϊόντων, βρίσκεται το αδαές κοινό κι ο περιδεής, «απλός» χρήστης, με ό,τι φαντασιακές επενδύσεις μπορεί να κάνει πάνω στις συσκευές που κρατάει στα χέρια του.

Διευκρινιστικά περί μεταφυσικής

Μέσα στους κύκλους των θετικιστών στοχαστών των αρχών του 20ου αιώνα, η πίστη ότι η πρόοδος της επιστήμης θα συνεπιφέρει αυτόματα, έστω και σταδιακά, τον πλήρη μαρασμό της μεταφυσικής, αποτελούσε κάτι σαν αυταπόδεικτη αλήθεια. Ακόμα και πιο υποψιασμένοι στοχαστές, όπως ο Weber, είχαν προεξοφλήσει την προέλαση και οριστική επικράτηση της ορθολογικότητας μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες. Ωστόσο ο δυτικός κόσμος, λίγο μετά τον πόλεμο, ανακάλυψε εκ νέου διάφορα είδη θρησκευτικότητας και πνευματικότητας που έχουν επιδείξει αξιοθαύμαστη αντοχή μέχρι σήμερα. Αυτό που είναι πραγματικά νέο, τουλάχιστον αν μιλάει κανείς έχοντας υπόψιν του έναν κάπως βραχύ ιστορικό ορίζοντα, είναι ότι τα φαινόμενα της νεόκοπης αυτής θρησκευτικότητας, από ένα σημείο κι έπειτα, άρχισαν να βρίσκουν προνομιακό πεδίο άρθρωσης μέσα σε ένα ιδιαζόντως τεχνολογικό (είτε τεχνοφιλικό είτε τεχνοφοβικό) ιδίωμα. Σε ένα θετικιστικά προσανατολισμένο μυαλό, η αναβίωση μεταφυσικών προτύπων σκέψης μέσα σε ένα τεχνολογικό συμφραζόμενο φαντάζει σίγουρα ως τερατούργημα κι εξάμβλωμα ή στην καλύτερη περίπτωση ως ένα απομεινάρι παλαιότερων εποχών. Σε αυτή την εισήγηση θα επιχειρήσουμε μια πιο κριτική επαναξιολόγηση των σχέσεων μεταξύ μεταφυσικής και τεχνολογίας.

Τόσο η μεταφυσική όσο και οι πολεμικές εναντίον της έχουν μια πλούσια ιστορία μέσα στη δυτική σκέψη. Φυσικά, δεν είναι μέσα στους σκοπούς και τις δυνατότητες της παρούσας εισήγησης μια συνολική επισκόπηση του συγκεκριμένου τομέα. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων όμως, μερικές διευκρινίσεις κρίνονται απαραίτητες εδώ. Είναι μάλλον γνωστό ότι μέσα στην ιστορία των ιδεών η έννοια της μεταφυσικής έχει γνωρίσει διάφορες παραλλαγές και μετατοπίσεις, με πιο σημαντική να θεωρείται αυτή που αποκόλλησε τη μεταφυσική από το πρόβλημα της οντολογίας και το εστίασε σε αυτό της γνωσιοθεωρίας. Με πιο απλά λόγια, αν στον Μεσαίωνα και σε ένα βαθμό ακόμα και στην πρώιμη νεωτερικότητα, το ζητούμενο της μεταφυσικής ήταν η γνώση της ουσίας του Θεού και των κατηγορημάτων του, η μεταγενέστερη μεταφυσική, πατέρας της οποίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ο Kant, αν όχι ο ίδιος ο Locke, είχε ως σκοπό της να ανακαλύψει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα ανθρώπινο υποκείμενο μπορεί να προσποριστεί μια έγκυρη γνώση του κόσμου. Υπό αυτή την έννοια, ακόμα και η επιστημολογία ή εν γένει η οποιαδήποτε θεωρητική απόφανση θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως μεταφυσική. Από την άλλη, το λεγόμενο θρησκευτικό φαινόμενο διαθέτει ένα τεράστιο ανθρωπολογικό εύρος που μια ανάγνωσή του θα μπορούσε να το εντάξει ως υποπερίπτωση της μεταφυσικής ενώ μια άλλη να το διαβάσει ακόμα και ως υπέρβασή της.

Για να αποφύγουμε «άσκοπες» περιπλανήσεις μέσα στον λαβύρινθο της μεταφυσικής, εδώ θα επιμείνουμε σε έναν ορισμό της που ταιριάζει περισσότερο στα φαινόμενα που αναφέραμε παραπάνω και που θα περιγράψουμε πιο αναλυτικά στη συνέχεια (ένας ορισμός που εξάλλου δεν απέχει πολύ από μεγάλο μέρος της δυτικής μεταφυσικής σκέψης). Στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, θα αποφύγουμε να μιλήσουμε τόσο για τη μεταφυσική ως εν γένει γνωσιοθεωρία όσο και για εκείνες τις εκδηλώσεις του θρησκευτικού που παραπέμπουν σε μη δυτικές παραδόσεις. Επίσης, η χρήση των όρων μεταφυσική και θρησκεία θα γίνεται κάπως ελεύθερα, χωρίς ιδιαίτερους διαχωρισμούς ανάμεσά τους, παρότι αυτοί υφίστανται κι έχουν τη σημασία τους σε μια ευρύτερη προοπτική. Έχοντας υπόψιν μας αυτούς τους περιορισμούς, θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε κάποια πολύ βασικά χαρακτηριστικά της μεταφυσικής. Ένα από αυτά και πιθανώς το κεντρικότερο είναι φυσικά η διάκριση της πραγματικότητας σε δύο επίπεδα, ένα της άμεσης εμπειρίας καθώς κι ένα υπερβατικό. Η διάκριση αυτή ωστόσο δεν έχει μόνο οντολογικό χαρακτήρα. Το ένα από τα δύο επίπεδα, το υπερβατικό, πέρα από την οντολογική απόσταση που το χωρίζει από το εμπειρικό, φορτίζεται ταυτόχρονα και με μια δεοντολογική υπεροχή, σε βαθμό που συχνότατα να θεωρείται και ως πιο «πραγματικό» από την άμεση πραγματικότητα. Τέλος, η συγκεκριμένη νομο–κανονιστική διάσταση του υπερβατικού αποκρυσταλλώνεται σε μια παγιωμένη δομή κι επιστρέφει πίσω στο εμπειρικό ως ο κανόνας εκείνος που θα ρυθμίσει τη συμπεριφορά αυτού του τελευταίου. Μιλώντας πολύ σχηματικά, ένας υπερβολικά συμπυκνωμένος ορισμός της μεταφυσικής θα ήταν αυτός ενός κλειστού, νομο-κανονιστικού και δυϊστικού σχήματος σκέψης.

Τεχνοεπιστήμη και μεταφυσική: Μια σχέση μίσους και… αγάπης

Φανερά χάσματα και κρυφές γέφυρες

Σύμφωνα με μία απλοϊκή αντίληψη, οι σχέσεις μεταξύ τεχνοεπιστήμης και μεταφυσικής διακρίνονται από μια ασυμφιλίωτη αντιπαράθεση καθώς και από μία αγεφύρωτη διαφορά τόσο περιεχομένου όσο και δομής. Με βάση αυτό το σχήμα σκέψης, αν η επιστήμη κατάφερε να επικρατήσει και να διαλύσει τα σκοτάδια της μεσαιωνικής θεολογίας, ο λόγος έγκειται στο ότι μπόρεσε σταδιακά να εκδιπλώσει την εσωτερική δυναμική της, αποδεικνύοντας έτσι στο εμπειρικό και πρακτικό επίπεδό την ανωτερότητά της σε σχέση με τον μεγάλο της αντίπαλο. Αναμφίβολα, η ανάπτυξη της μαθηματικής-μηχανιστικής φυσικής, όπως αυτή εγκαινιάστηκε τον 17ο αιώνα, αποτέλεσε έναν από τους κεντρικότερους παράγοντες που συνέβαλλαν στην πτώση του παραδοσιακού, θεολογικού κοσμοειδώλου. Μόνο που αυτή η αλήθεια, στο βαθμό που υπονοεί ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ επιστήμης και μεταφυσικής, παραμένει μισή αλήθεια. Και ως μισή αλήθεια, μετατρέπεται σε ένα πολύ αποτελεσματικό και καθόλου λειψό ιδεολογικό ψεύδος.

Όπως είναι γνωστό, η πρώτη βιομηχανική επανάσταση έλαβε χώρα από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 19ου, ακολουθούμενη από μία δεύτερη μερικές δεκαετίες αργότερα. Για πολλούς αιώνες πριν από αυτήν την εξέλιξη, η μεγάλη πλειοψηφία των ευρωπαϊκών πληθυσμών είχε από μικρή έως μηδαμινή επαφή με ό,τι σήμερα θα ονομάζαμε μηχανές και τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν στις εργασίες τους ελάχιστα διέφεραν από αυτά που είχε στη διάθεσή του ένας μεσαιωνικός αγρότης. Για την ακρίβεια, η (βίαιη) μετάβαση αυτών των κατά βάση αγροτικών πληθυσμών σε έναν τεχνολογικοποιημένο και βιομηχανικό κόσμο δεν συντελέστηκε πλήρως παρά μόνο με την εφαρμογή στα εργοστάσια μεθόδων μαζικής παραγωγής στις αρχές του 20ου αιώνα (μάλιστα, σε ορισμένες λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, αυτή η αλλαγή συνέβη ακόμα αργότερα, κατά τα μέσα του αιώνα). Όχι τυχαία, η ελληνογενής λέξη «τεχνολογία» (technology) και η λατινογενής «επιστήμονας» (scientist), εισήχθησαν στις ευρωπαϊκές γλώσσες, με την έννοια που τους αποδίδουμε σήμερα, τον 19ο αιώνα.

Αν λοιπόν η τεχνοεπιστήμη κατάφερε να επιβληθεί λόγω της γνωσιοθεωρητικής ανωτερότητάς της, όπως αυτή αποδεικνύεται από την υπεροχή της και την αποτελεσματικότητά της στο εμπειρικό και πρακτικό επίπεδο, τότε το ερώτημα που γεννιέται είναι το εξής. Πώς κατέστη δυνατό αυτό το σύμπλεγμα θεωριών και μεθόδων που σηματοδοτείται με τον όρο τεχνοεπιστήμη να φτάσει στο τελικό της επί της ουσίας στάδιο ωριμότητας, ακριβώς τη στιγμή που εκκινούσε η εποποιία της και η ευρύτερη διάχυσή της στο κοινωνικό επίπεδο; Δεν είναι δυνατό να δώσουμε εδώ μια συνολική και διεξοδική απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Ένα μέρος αυτής της απάντησης όμως άπτεται του θέματος που πραγματευόμαστε σε αυτή την εισήγηση. Αν κατάφερε να επιβληθεί το νέο επιστημονικό κοσμοείδωλο, αυτό έγινε με τη βοήθεια της μεταφυσικής, σε διάφορες παραλλαγές και μεταμφιέσεις της και σε πολλαπλά επίπεδα.

Το μηχανοκρατικό φαντασιακό του 17ου αιώνα

Πολύ πριν τα τεχνολογικά επιτεύγματα της βιομηχανικής κοινωνίας βρούνε τη θέση τους στην καθημερινότητα των δυτικών κοινωνιών, είχε προηγηθεί μία μακρά διαδικασία κατασκευής ενός μηχανοκρατικού κοινωνικού φαντασιακού που δεν θα ήταν εξαιρετικά άστοχο αν του αποδιδόταν ο όρος προσηλυτισμός. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, ο 17ος αιώνας είχε να επιδείξει έναν πολύ πενιχρό βαθμό τεχνολογικής προόδου, κάτι που διόλου δεν εμπόδισε τη συστηματική εμφάνιση «λογοτεχνικών» έργων που προέβαλλαν στο μέλλον την εικόνα μιας τεχνολογικής ουτοπίας.

Για τα μυστήρια και τις τελετές μας διαθέτουμε δύο πολύ μακριές και πλήρεις εκθέσεις. Στη μία από αυτή τοποθετούμε προσχέδια και δείγματα από όλα τα είδη των πιο σπάνιων κι εξαιρετικών εφευρέσεών μας και στην άλλη τοποθετούμε τα αγάλματα των κυριότερων Εφευρετών μας. Εκεί πέρα έχουμε το άγαλμα του Κολόμβου, που ανακάλυψε τις Δυτικές Ινδίες, επίσης τον εφευρέτη του πλοίου, τον μοναχό που υπήρξε ο εφευρέτης των πυρομαχικών και της πυρίτιδας,(…) Γιατί για κάθε εφεύρεση που έχει αξία, ανεγείρουμε ένα άγαλμα προς τιμή του εφευρέτη και του παρέχουμε μια πλούσια και τιμητική ανταμοιβή. (…) Έχουμε ορισμένες καθημερινές λειτουργίες και ύμνους προς τον Κύριο μας με τις οποίες του αποδίδουμε ευχαριστίες για τα θαυμαστά του έργα.

Το παραπάνω απόσπασμα δεν προέρχεται από κάποιον θρησκόληπτο αδαή περί των επιστημονικών εξελίξεων, αλλά αποτελεί την κατακλείδα του ανολοκλήρωτου έργου «Η Νέα Ατλαντίδα»[ref]

Η παλιά Ατλαντίδα παραπέμπει φυσικά στον Τίμαιο και στην Πολιτεία του Πλάτωνα, σύνδεση που έχει τη σημασία της, αν λάβει κανείς υπόψιν του ότι το πλατωνικό έργο αποτέλεσε το θεμέλιο της δυτικής μεταφυσικής, με τις ισχυρές νομο-κανονιστικές συνδηλώσεις της.

[/ref]. Συγγραφέας του υπήρξε ο θεωρούμενος και ως πατέρας της επιστημονικής μεθόδου, Francis Bacon. Ημερομηνία έκδοσης: 1627. Τέσσερα χρόνια νωρίτερα, ο Ιταλός φιλόσοφος και θεολόγος Tommaso Campanella θα χρησιμοποιήσει κι αυτός την Ατλαντίδα του Πλάτωνα ως έμπνευση για να περιγράψει τη δική του εκδοχή της Ουτοπίας, δημοσιεύοντας το «Η Πόλη του Ήλιου» (Civitas Solis). Σε αυτή την ουτοπική πόλη, η ευσέβεια των κατοίκων της όχι απλά δεν τους αποτρέπει από το να ασχολούνται με την επιστήμη, αλλά αντιθέτως επιστήμη και θρησκεία συμφύονται για να σχηματίσουν ένα είδος φυσικής θρησκείας. Στους τοίχους της πόλης απεικονίζονται οι προφήτες διαφόρων θρησκειών, μαζί με μια σειρά από ευφάνταστες (αλλά ανύπαρκτες τότε) μηχανικές εφευρέσεις. Λίγα χρόνια νωρίτερα, ένας άλλος θεολόγος, ο Γερμανός Valentinus Andreae, θα πατήσει πάνω στο ίδιο θέμα της «από μηχανής λύτρωσης» στην περιγραφή της δικής του ιδεώδους πολιτείας (Reipublicae Christianopolitanae descriptio). Σε μια εποχή όπου η Εκκλησία παρέμενε ακόμα αρκετά ισχυρή, φαίνεται πως το νεοαναδυόμενο επιστημονικό κοσμοείδωλο δεν μπορούσε παρά να δανειστεί τη νομιμοποιητική σκευή της θρησκείας για να παρουσιαστεί όχι απλώς ως αντίμαχος αυτής της τελευταίας αλλά ακόμα και ως θετικός καταλύτης ευσέβειας. Εξίσου σημαντικό όμως είναι και το εξής. Ένα σημαντικό τμήμα των τότε πρωτοπόρων και υπερμάχων της επιστήμης δεν βίωναν καμμία εσωτερική αντίφαση ανάμεσα στη θρησκευτική τους πίστη και στα πορίσματα των επιστημών.

Ο συγγραφέας. Ένα από τα πιο διάσημα αυτόματα του Ελβετού ωρολογοποιού, Pierre Jaquet–Droz. Ημερομηνία κατασκευής: δεκαετία του 1770.
Το μηχανικό θέατρο στο παλάτι Hellbrunn της Αυστρίας. Ημερομηνία κατασκευής: 1748–1752.

Πέρα από αυτά τα ουτοπικά έργα όμως και σ’ ένα πιο προσγειωμένο επίπεδο, μία διαφορετική αλλά παράλληλη σειρά βιβλίων έκανε την ίδια εποχή την εμφάνισή της. Με τίτλους όπως Mathematical Magick (John Wilkins, 1648), Technica curiosa (Caspar Schott, 1664), Magisterium naturae et artis (Francesco Lana–Terzi, 1684), Theatrum machinarum generale (Jakob Leupold, 1724), τα βιβλία αυτά αναλάμβαναν να καταδείξουν, υπο τη μορφή σχεδίων, τις δυνατότητες (όχι ικανότητες) των μηχανικών κατασκευών, με τη συζήτηση περί της δυνατότητας κατασκευής μιας μηχανής αέναης κίνησης να κατέχει κεντρική θέση. Το 1775, η Ακαδημία Επιστημών του Παρισιού αποφάσισε να σταματήσει να δέχεται προτάσεις για τέτοιου είδους μηχανές αέναης κίνησης και σήμερα οι τότε διαμάχες γύρω από τη δυνατότητα ύπαρξης τους μπορεί να φαίνεται απλά ως ένα νόστιμο ανέκδοτο από την ανώριμη φάση της επιστημονικής εξέλιξης. Ωστόσο είναι ενδεικτικές ενός διάχυτου τότε – κυρίως στους κύκλους των ανώτερων τάξεων – κλίματος ελπίδας που έβλεπε στα θαύματα της μηχανικής το μέσο προς μια νέα, ουτοπική κοινωνία αρετής, αν όχι κι αθανασίας. Για την πολιτική θεολογία της εποχής, οι επιδείξεις των λεγόμενων μηχανικών θεάτρων, δηλαδή εκείνων των κατασκευών με πολλαπλές ανθρώπινες και ζωικές φιγούρες που είχαν τη δυνατότητα να κινούνται αυτόματα, αποτελούσαν «αποδείξεις» τόσο της θείας δύναμης του Κυρίου όσο και της επίγειας των ηγεμόνων. Όπως ο Θεός, ως ένας σοφός ωρολογοποιός, είχε στήσει τον κόσμο στη βάση των αρχών της μηχανικής, έτσι και οι επίγειοι άρχοντες μπορούσαν να τον μιμηθούν στα ηγεμονικά τους καθήκοντα επί των ανθρώπινων κοινωνιών. Από αυτό το σημείο μέχρι την αντίληψη ότι και τα ανθρώπινα πλάσματα συνιστούν επί της ουσίας πολύπλοκες μηχανές, το βήμα ήταν μικρό. Μια αντίληψη που έτεμνε εγκάρσια την φιλοσοφική γραμματεία της εποχής και που την ασπάζονταν τόσο κλασσικοί ορθολογιστές, σαν τον Καρτέσιο, όσο και αμετανόητοι υλιστές, όπως ο Hobbes και ο La Mettrie.

Θα μπορούσε κανείς να αποδώσει την τότε σύμπλευση τεχνοεπιστήμης και θρησκείας σε ένα είδος πανουργίας του επιστημονικού πνεύματος. Ναι μεν μπορεί η επιστήμη να ανέβηκε πρόσκαιρα στο όχημα της μεταφυσικής ώστε να καταφέρει να επιβιώσει, όμως το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει τον πυρήνα της ο οποίος μπορεί να παραμένει ανεπηρέαστος και καθαρός[ref]

Επιχείρημα που φυσικά θυμίζει την επιστημολογική διάκριση ανάμεσα σε «πλαίσιο ανακάλυψης» και «πλαίσιο δικαιολόγησης».

[/ref]. Πρόκειται για ένα επιχείρημα που έχει μία βάση, μόνο που σε αυτή την περίπτωση αποτελεί κάτι λιγότερο από μισή αλήθεια. Η μάχη μεταξύ του κοσμοειδώλου της παραδοσιακής μεταφυσικής και αυτού της μαθηματικής φυσικής αποτελούσε ακριβώς αυτό. Μία μάχη μεταξύ δύο κοσμοειδώλων των οποίων οι προκείμενες ήταν εξίσου υπερεμπειρικές και μη αποδείξιμες. Η κατάρρευση της αριστοτελικής οντολογικής ιεραρχίας του κόσμου, του συμβολικού χώρου και του κυκλικού χρόνου του Μεσαίωνα και η αντικατάστασή τους από μια νομοτελειακή Φύση εντός ενός ομοιογενούς, διαιρέσιμου και ποσοτικοποιήσιμου χωροχρόνου συνιστούσε μια πραγματική επανάσταση που όχι απλώς δεν ήταν αυτονόητη αλλά σε πολλά της σημεία αντέβαινε προς τα άμεσα αισθητηριακά δεδομένα. Ένα παράδειγμα σε αυτό το σημείο είναι άκρως διδακτικό. Όταν ο Κοπέρνικος πρότεινε το ηλιοκεντρικό του σύστημα, λόγω της αδυναμίας του να το υποστηρίξει ως ανώτερο του γεωκεντρικού (το οποίο εξηγούσε αποτελεσματικά τις κινήσεις των πλανητών και είχε το πλεονέκτημα να ανταποκρίνεται καλύτερη στην διαίσθηση της άμεσης εμπειρίας) στη βάση «αυστηρών» επιστημονικών κριτηρίων, επιστράτευσε θεολογικού τύπου επιχειρήματα. Εφόσον ο Θεός συνιστά ένα απόλυτο και συνεχές αίτιο του κόσμου, στη θέλησή του πρέπει να ταιριάζουν καλύτερα οι απλές και αρμονικές κινήσεις, δηλαδή αυτές που προκύπτουν από την υπόθεση του ηλιοκεντρικού συστήματος. Φυσικά, το αν η Φύση, και μάλιστα στο σύνολό της, αποτελεί το πεδίο της τυχαιότητας και της δυσαρμονίας, σύμφωνα με την πλατωνική αντίληψη, ή αν συνιστά ένα εύτακτα δομημένο όλο, προσβάσιμο στη μαθηματική διάνοια, είναι μια πεποίθηση μάλλον… «μεταφυσικού» τύπου. Μια πληρέστερη εξήγηση περί των αιτιών της επικράτησης του νέου επιστημονικού κοσμοειδώλου θα έπρεπε να λάβει υπόψιν της κι ευρύτερους κοινωνιολογικούς και πολιτικούς παράγοντες, αλλά δεν μπορούμε να επεκταθούμε εδώ[ref]

Δεν μπορούμε όμως να αποφύγουμε τον πειρασμό για μια νύξη έστω. Μία προκλητική ερμηνεία πάνω σε αυτό το θέμα έχει δώσει ο Lewis Mumford. Ως πρωτοπόρους της νέας κοσμοαντίληψης θεωρεί τους Βενεδικτίνους μοναχούς, με την ανάγκη τους για τη μοναστηριακή ευταξία που γέννησε το σύγχρονο ρολόι και την αντίστοιχη έννοια περί μετρήσιμου χρόνου, τους πρώιμους χρηματιστές, για τους οποίους η ποσοτικοποίηση συνιστούσε όρο «επιβίωσης» και τους στρατιώτες, με την ακόρεστη ανάγκη για νέα μηχανήματα καταστροφής (όσοι θυμούνται τις ασκήσεις μηχανικής φυσικής του λυκείου, ας αναρωτηθούν από πού προέρχεται η τέτοια επιμονή για θέματα με τροχιές βλημάτων).

[/ref].

Εκκοσμικεύοντας κι εσωτερικεύοντας την μεταφυσική

Οι παραπάνω παρατηρήσεις σκοπό είχαν να αναδείξουν την περιπλοκότητα των σχέσεων της μεταφυσικής και της τεχνοεπιστήμης κατά την χρονική περίοδο ανάδυσης της τελευταίας, καθώς και το γεγονός ότι αυτή δεν έκανε την εμφάνιση της σε καθαρή μορφή, μέσα σε ένα πολιτικό και πολιτισμικό κενό, αλλά ότι αναδέχτηκε βασικά μοτίβα της μεταφυσικής. Θα κλείσουμε αυτή τη σύντομη ιστορική αναδρομή με κάποιες επιπλέον επισημάνσεις που θεωρούμε σημαντικές. Στη συνέχεια της πορείας της η τεχνοεπιστήμη κατάφερε να αποξύσει από πάνω της τα όποια υπολείμματα της παραδοσιακής, θεολογικά προσανατολισμένης μεταφυσικής, κάτι που όμως κατέστη δυνατό μόνο στο βαθμό που μπόρεσε να οικειοποιηθεί τη μεταφυσική σε μεταμφιεσμένη μορφή. Πρώτον, εκκοσμικεύοντάς την και, δεύτερον, εξανθρωπίζοντας κι εσωτερικεύοντάς την εντός του ανθρώπινου υποκειμένου. Ο Ορθός Λόγος του νεώτερου κοσμοειδώλου εκπαραθύρωσε τον Θεό για να εισαγάγει από την διπλανή είσοδο έννοιες όπως Φύση και Ιστορία οι οποίες επενδύθηκαν με ένα εξίσου υπερβατικό νόημα, εντός ενός σχήματος εξελικτικής και φυσικά προοδευτικής πορείας του ανθρώπινου γένους. Το γεγονός ότι η ιστορική πορεία εννοήθηκε υπό αυτούς τους όρους, που ενίοτε υπονοούσαν ένα είδος ιστορικού πεπρωμένου για τους λαούς, δεν ήταν φυσικά άσχετο με την ταυτόχρονη αποκρυστάλλωση των εθνών–κρατών. Αυτός ο εξωτερικός δυϊσμός συνοδεύτηκε όμως κι από έναν εσωτερικό. Το πρότυπο για το Εγώ του αστού πολίτη διαμορφώθηκε πάνω στη βάση ενός εσωτερικού χάσματος ανάμεσα σε ανώτερες πνευματικές (διάβαζε μαθηματικές) και νομο-κανονιστικές λειτουργίες και σε κατώτερες σωματικές. Είναι αυτός ο διανοητικά υπερτροφικός κι εσώτερος «Θεός» που καλείται τώρα να καθυποτάξει τόσο τη Φύση (να την ανακρίνει, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Kant) όσο και την Ιστορία σε μια πορεία εξορθολογισμού-τελείωσης του ανθρώπου. Με όχημα τη μηχανή.

Ο νέος άμβωνας

Η μεταφυσική στη μαζική κουλτούρα

Σε σχέση με τον 17ο αιώνα, με τα σχετικά περιορισμένα μέσα διάχυσης του τότε μηχανοκρατικού φαντασιακού που διέθετε, η νεώτερη εποχή έχει ένα τεράστιο συγκριτικό πλεονέκτημα. Αυτό του θεάματος. Πάνω στα «ερείπια» των παλιών εκκλησιών ανεγέρθηκε ο «άυλος» άμβωνας της μαζικής κουλτούρας ως ένας προνομιακός χώρος έκφρασης κηρυγματικού λόγου σχετικά με τα επιτεύγματα της τεχνολογίας ή με τα δεινά που η εξέλιξή της μπορεί να επιφέρει. Αν κανείς πρέπει να αναζητήσει ένα ειδικότερο πεδίο το οποίο εξέφρασε με τον πιο εμφατικό τρόπο τέτοιους προβληματισμούς, αυτό δεν είναι άλλο απ’ ό,τι έχει καθιερωθεί να αναφέρεται ως επιστημονική φαντασία. Ένας πιο ακριβής όρος ωστόσο θα ήταν αυτός της «τεχνολογικής φαντασίας», εφόσον η θεματική των εν λόγω έργων δεν καταπιάνεται τόσο με επιστημονικές θεωρίες σε ένα αφηρημένο επίπεδο όσο με τα «θαυμαστά» κατορθώματα της τεχνολογίας που ενίοτε μπορεί να αποδεικνύονται και κατάρες για την ανθρωπότητα. Σε κάθε περίπτωση, ο κοινός άξονας γύρω από τον οποίο δομούν την αφήγησή τους είναι αυτός ενός τεχνολογικού επιτεύγματος με σαρωτικές συνέπειες (είτε θετικές είτε αρνητικές) για το ανθρώπινο είδος, τέτοιες που να εγείρουν πλέον υπαρξιακά ή και μεταφυσικά ερωτήματα. Αφήνοντας για λίγο στην άκρη την σχέση της σύγχρονης επιστημονικής κοινότητας με την μεταφυσική, θα κατευθυνθούμε στο χώρο του θεάματος, για να εξετάσουμε πως η σχέση τεχνολογίας και μεταφυσικής παρουσιάζεται στο είδος της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου που καθιερώθηκε ως επιστημονική/τεχνολογική φαντασία.

Αναλογιζόμενοι διάφορα έργα επιστημονικής φαντασίας και την μεταφυσική προσέγγιση που κάνουν σε διάφορα θέματα της τεχνοεπιστήμης, μας προκύπτει σε πρώτη ανάγνωση μια αντίφαση: πώς σε μια εποχή όπως η δική μας, όπου η τεχνοεπιστήμη φαίνεται να κυριαρχεί απόλυτα, η ζήτηση και η παραγωγή τέτοιων έργων παραμένει τόσο μεγάλη? Η επιστήμη σαν κοσμοείδωλο μπόρεσε μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, σχεδόν ολοκληρωτικά να εκτοπίσει τον προκάτοχο της, την παραδοσιακή θεολογία. Καυχήθηκε και σε έναν βαθμό το πέτυχε, ότι μπορεί να δώσει τις δικές της απαντήσεις σε παραδοσιακά μεταφυσικά ερωτήματα. Παρ’ όλα αυτά και ενώ κανείς θα περίμενε ότι μέσα σε ένα περιβάλλον τόσο μεγάλης εξέλιξης σε επίπεδο κατανόησης του κόσμου, η μεταφυσική δεν θα είχε καμία θέση, αυτό που συμβαίνει τελικά είναι ακριβώς το αντίθετο. Και το τραγελαφικό είναι πως ο φορέας της σύγχρονής μεταφυσικής έτσι όπως εκφράζεται μέσα από τα έργα επιστημονικής φαντασίας, είναι τις περισσότερες φορές η ίδια η τεχνολογία, η οποία ταυτόχρονα αποτελεί για πολλούς το μέτρο εγκυρότητας της επιστημονικής θεωρίας: αφού η επιστήμη είναι αποτελεσματική μέσω της τεχνολογικής της έκφρασης, λογικά θα πρέπει να είναι και έγκυρη.

Οι απαρχές

Τι είναι όμως η επιστημονική φαντασία; Σε αντίθεση με τις μετέπειτα προθέσεις της επιστημονικής κοινότητας, η επιστημονική φαντασία σαν υποκατηγορία της μυθιστοριογραφίας του φανταστικού (και του κινηματογράφου κάπως αργότερα) δεν διστάζει να ασχολείται τόσο με θέματα καθαρά επιστημονικά όσο και με ερωτήματα τα οποία άπτονται της παραδοσιακής μεταφυσικής. Μέσω φαντασιακά επιμελημένων νοητικών πειραμάτων, άλλοτε περισσότερο τετριμμένων και άλλοτε το αντίθετο, μπορεί να ξεπερνά τα εμπειρικά δεδομένα, με τα οποία η επιστημονική κοινότητα ασχολείται και να προχωρά στην επεξεργασία θεμάτων τα οποία η επιστήμη μετά την καθιέρωση της αποφεύγει ως ανάξια σημασίας.

The man in the moon

Η επιστημονική φαντασία γεννήθηκε πριν εμφανιστούν οι όροι επιστήμη και τεχνολογία όχι βέβαια σαν μια αυτοτελή κατηγορία της λογοτεχνίας. Τα πρώτα έργα που εκ των υστέρων θα μπορούσαμε να τα κατατάξουμε σε αυτόν τον κλάδο τοποθετούνται πριν τα μέσα του 17ου αιώνα. Ήταν η «θρησκευτική φαντασία» ανθρώπων όπως Giordano Bruno (1548–1600) που οραματίστηκε για πρώτη φορά ένα άπειρο σύμπαν γεμάτο με κατοικήσιμους κόσμους, και ήταν οραματιστές όπως ο Athanasius Kircher και Emanuel Swedenborg, που ταξίδεψαν για πρώτη φορά στα όρια του ηλιακού συστήματος, και πέρα από αυτό. Ο John Wilkins, ήταν ο πρώτος που υποστήριξε ότι ο άνθρωπος ίσως θα μπορούσε να πάει στο φεγγάρι σε μια πτητική μηχανή και ήταν επίσκοπος. Το ίδιο και ο Francis Godwin, ο συγγραφέας του σατιρικού κοσμικού ταξιδιού The Man in the Moon (1638).

Πολλά από αυτά τα πρώιμα έργα επιστημονικής φαντασίας, αν τα παρακολουθήσουμε μέσα στην ιστορική συγκυρία όπου παρήχθησαν, θα μπορούσαμε να τα δούμε κατά έναν τρόπο έως και προσηλυτιστικά προς το αναδυόμενο κοσμοείδωλο της μαθηματικής φυσικής. Σαν ένα είδος προετοιμασίας των μαζών να δεχθούν τόσο τις αιρετικές επιστημονικές αντιλήψεις, όσο και τις μεγάλες αλλαγές που θα έβλεπαν σε πρακτικό επίπεδο κυρίως στο εργασιακό τους περιβάλλον, σταδιακά και σε επίπεδο καθημερινότητας. Παρ’ όλα αυτά η γέννηση της επιστημονικής φαντασίας σε μεγάλο βαθμό, όπως και ο λόγος της ταχείας ανάπτυξης του είδους την περίοδο του 18ου αιώνα, μπορεί να αποδοθεί από μια άλλη οπτική στα κενά που η αναδυόμενη επιστήμη δημιουργούσε στη παραδοσιακή μεταφυσική, η οποία ταυτόχρονα αποτελούσε και βασική πηγή έμπνευσης της μυθιστοριογραφίας του φανταστικού. Τα πνεύματα που κατοικούσαν στη φύση εκδιώχθηκαν βίαια από τους νόμους της φυσικής. Οι παλιές κατάρες εξατμίστηκαν κάτω από φως που έριξαν πάνω τους οι αρχαιολογικοί φακοί και τα τελευταία φαντάσματα έμειναν άστεγα κι ανυπόληπτα μετά την κατεδάφιση των σπιτιών της βικτοριανής περιόδου. Έτσι σιγά σιγά η μυθιστοριογραφία του φανταστικό μετατοπίζεται προς την τεχνοεπιστήμη για να διαμορφώσει σταδιακά τα δικά της χαρακτηριστικά, τα οποία επιγραμματικά θα δούμε παρακάτω.

Από την πρώτη στιγμή μέχρι και σήμερα η επιστημονική φαντασία μπορεί να διαχωριστεί σε δυο στρατόπεδα. Το ένα δρα με προσανατολισμό την συμφιλίωση θρησκείας και επιστήμης, ενώ το άλλο δρα περισσότερο υπέρ του ενός ή του άλλου πόλου. Σχεδόν όλη η θεωρητική μυθιστοριογραφία στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αποτυπώνει αυτόν τον ανταγωνισμό επιστήμης και θρησκείας, με αιχμές που ποικίλουν ανάλογα με το ποιοι είναι οι προβληματισμοί της εποχής. Άλλοτε εκκινούν από τον δαρβινισμός, άλλοτε από τον σοσιαλισμό και τον ανθρωπισμό… Σε κάθε περίπτωση όμως γίνεται εμφανές αν η αφήγηση τείνει προς την συμφιλίωση ή προς την σύγκρουση των δυο αντιμαχόμενων κοσμοειδώλων.

 

Frankenstein

Για παράδειγμα έργα όπως το Frankenstein της Mary Shelley (1818) αντλούν την έμπνευση τους από την εικόνα του επιστήμονα ο οποίος σφετερίζεται προνόμια που μέχρι τότε θα ήταν αδιανόητο να αποδίδονται σε άλλον πέρα από τον ίδιο τον Θεό. Η ιδέα αυτή από μόνη της είναι αιρετική για την εποχή και δρα επιθετικά προς την παραδοσιακή θεολογία ακόμη και αν συνυπολογίσουμε την τελική έκβαση της ιστορίας που θέτει το ερώτημα κατά πόσο είναι έτοιμος ο άνθρωπος να παίξει τον ρόλο του δημιουργού. Έργα επιστημονικής φαντασίας όπως το Lumen του Camille Flammarion (1887), ήταν αποτέλεσμα της ανάγκης πολλών αστρονόμων της εποχής να συμφιλιώσουν και να συνδυάσουν την επιστημονική τους γνώση με τη θρησκευτική τους πίστη. Ο J.-H. Rosny, πολυγραφότατος συγγραφέας των εξελικτικών φαντασιώσεων, είδε επίσης το αντικείμενο της εργασίας του ως μια ευφάνταστη αποκάλυψη του θεϊκά προγραμματισμένου εξελικτικού σχεδίου, και ήθελε με τη σειρά του να αναπροσαρμοστεί η παραδοσιακή θεολογία, έτσι ώστε να μπορεί να συμβιβαστεί με τη σύγχρονη επιστημονική γνώση. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως το A Journey in Other Worlds του John Jacob Astor (1894) ή το Around a Distant Star (1904) του Jean Delaire και το Through the Sun in an Airship του John Mastin (1909), οι συγγραφείς ξεκινούν μέσα από τα μυθιστορήματα τους για κοσμικά ταξίδια των οποίων ο πραγματικός σκοπός ήταν να «δικαιολογήσουν» διάφορα θεολογικά δόγματα.

Μετά τον 2ο παγκόσμιο

Ενώ η ενασχόληση με θεολογικά ζητήματα είναι εμφανής καθ’ όλη την διάρκεια εξέλιξης του είδους, τομή θεωρείται ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Έκτοτε υπάρχει μια μεγάλη έκρηξη στην παραγωγή έργων επιστημονικής φαντασίας, τα οποία διεγείρουν προβληματισμούς γύρω από μια μεγάλη γκάμα θεολογικών ζητημάτων, τα οποία προηγούμενα παρέμεναν άθικτα. Αυτό το αυξημένο ενδιαφέρον μπορεί να εξηγηθεί από την οξεία αίσθηση υπαρξιακής ανασφάλειας που προκλήθηκε από την ολοένα και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση της δυνατότητας των ανθρώπων να εξαλείψουν το ίδιο τους το είδος. Για παράδειγμα μια αγαπημένη θεματική της επιστημονικής φαντασίας είναι η επαφή με εξωγήινους πολιτισμούς, οι οποίοι σε διάφορες περιπτώσεις παρουσιάζονται να έχουν δικά τους εναλλακτικά θρησκευτικά συστήματα. Πριν λοιπόν τον δεύτερο παγκόσμιο οι συγγραφείς αντιμετώπιζαν τέτοιες θρησκείες ως εσφαλμένες, άξιες χλευασμού και κοροϊδίας. Έπειτα εντοπίζεται μια μεταστροφή, καθώς πλέον συνηθίζουν να αντιμετωπίζουν τις εξωγήινες θρησκείες με πολύ μεγαλύτερη ευλάβεια, πολλές φορές και ως ανώτερες των γήινων, καθώς αποτελούνταν από στοιχεία τα οποία έκριναν πως εξέλιπαν από την γη.

Θεολογικά μοτίβα εντός της επιστημονικής – τεχνολογικής φαντασίας

Πέρα από τον αρχικό διαχωρισμό που περιγράψαμε και τα διάφορα ιστορικά γεγονότα τα οποία επηρέασαν περισσότερο ή λιγότερο την επιστημονική φαντασία, παρατηρούμε πως η θεματολογία του είδους στο μεγαλύτερο εύρος της άπτεται τόσο της μεταφυσικής όσο και της φυσικής επιστήμης. Μπορούμε μάλιστα να εντοπίσουμε μοτίβα τα οποία επαναλαμβάνονται και τα οποία έχουν στη βάση τους μεταφυσικούς προβληματισμούς οι οποίοι προέρχονται από την παραδοσιακή θεολογία.

Φόβος και δέος

Ο φόβος και το δέος μπροστά στην παντοδυναμία της μηχανής είναι ένα τέτοιο κλασικό μοτίβο, ειδικά αν ιδωθεί μέσα από την σχέση του δημιουργού και του δημιουργήματος. Όπως στην περίπτωση του Frankenstein, το σύνηθες σενάριο θέλει έναν μεμονωμένο επιστήμονα να κατασκευάζει ένα «δημιούργημα» το οποίο ανάλογα τον χαρακτήρα του σεναρίου, πρόκειται να αλλάξει τα δεδομένα του κόσμου όπως τον έχουμε συνηθίσει προς το καλύτερο ή το χειρότερο. Μπορούμε να εντοπίσουμε το ίδιο μοτίβο και στο παράδειγμα που προαναφέραμε κατά την επαφή του ανθρώπινου είδους με κάποιο άλλο εξωγήινο. Σ’ αυτό το παράδειγμα στις περισσότερες περιπτώσεις το εξωγήινο γένος παρουσιάζεται ως το τεχνολογικά ανώτερο. Εκεί λοιπόν ο φόβος και το δέος προς τις πιο εξελιγμένες μηχανές είναι ξεκάθαρος καθώς παρουσιάζεται σε αντιδιαστολή με το δικό μας υπολειπόμενο τεχνικό περιβάλλον, απειλώντας την επιβίωση του ανθρώπινου είδους.

Υπέρβαση του θανάτου

Η ιδέα του θανάτου αποτελούσε σημείο προβληματισμού και αφετηρία μεταφυσικών ιδεών πιθανώς καθ όλη την πορεία του ανθρώπινου είδους. Θα ήταν λοιπόν πραγματικά μεγάλη έλλειψη να μην περιλαμβάνεται σαν μοτίβο και στην επιστημονική φαντασία. Ο τρόπος που παρουσιάζεται αυτό το σχήμα είναι συνήθως μέσα από την επιδίωξη του ανθρώπου να ξεπεράσει τον θάνατο μέσω της τεχνοεπιστήμης. Είτε μέσω κάποιας σκόπιμης μετάλλαξης είτε μέσω κάποιου θαυματουργού φαρμάκου και πάει λέγοντας. Άλλοτε, ο άνθρωπος επιτυγχάνει τον στόχο του, όπως στο The Gentle Seduction του Marc Stiegler (1989), όπου με την βοήθεια της νανοτεχνολογίας αρχικά ξεπερνάμε τον θάνατο για να φτάσουμε σε ακόμη μεγαλύτερες κατακτήσεις. Άλλοτε πάλι το σενάριο δεν εξελίσσεται τόσο ειδυλλιακά. Πρόκειται και για την επικρατούσα εκδοχή σε αυτό το θέμα. Τις περισσότερες φορές η ανάγκη του ανθρώπου να ξεπεράσει τον θάνατο αντιμετωπίζεται ως λανθασμένος στόχος ή και βλασφημία, η οποία μονό περισσότερα προβλήματα δημιουργεί. Φυσικά ο προβληματισμός γύρω από το θέμα ιδιαίτερα στα έργα μαζικής κουλτούρας των τελευταίων δεκαετιών μπορεί να είναι από επιφανειακός ως και ουσιαστικά ανύπαρκτος. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις όπου οι προβληματισμοί γύρω από την αθανασία και γενικά το τεχνικό περιβάλλον που την κατέστησε εφικτή αντιμετωπίζεται με πιο κριτικό χαρακτήρα σε μια περισσότερο ρομαντική ατμόσφαιρα, όπως το The Inner House του Walter Besant (1888), όπου τίθενται διάφοροι προβληματισμοί, όπως για παράδειγμα αυτός της στειρότητας που μπορεί να συνοδεύει μια τέτοια κατάσταση.

Μεσσιανισμός

Ένα άλλο μοτίβο είναι αυτό της λύτρωσης του ανθρώπου από την εργασία. Η πεποίθηση αυτή έχει τις ρίζες της αρκετά παλιά, από όταν άρχισαν να εισέρχονται νέες μηχανές στα εργοστάσια μετασχηματίζοντας τις σχέσεις παραγωγής. Από εκείνη την εποχή πολλοί μιλούσαν για το τέλος της εργασίας και την αντικατάσταση της από τεχνολογικά προηγμένες αυτοματοποιημένες μηχανές. Αυτή η φαντασίωση, πέρα από την ιδεολογική της σημασία, στην οποία έχουμε αναφερθεί αλλού, έδωσε τροφή και στο χώρο του θεάματος και πάλι σε ποικίλες εκδοχές. Άλλοτε παρουσιάζεται σαν ένα ευτυχές σενάριο, όπου η ζωή των ανθρώπων απλοποιείται σημαντικά και άλλοτε, τα ρομπότ που ο άνθρωπος δημιούργησε για να τον διευκολύνουν, τον ξεπερνούν και σε πρακτικό επίπεδο και σε επίπεδο αυτοσυνειδησίας εκτοπίζοντας τον σταδιακά. Έχουμε ήδη αναφέρει το The Matrix των αδερφών Wachowski (1999) σαν ένα παράδειγμα που εντάσσεται σε αυτήν την κατηγορία.

Το καλό και το κακό

Ένα ακόμη θεολογικά προσανατολισμένο μοτίβο που συνδυάστηκε με τα επιτεύγματα της τεχνοεπιστήμης είναι αυτό του καλού και του κακού, το οποίο στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας πολλές φορές συνεπάγεται προβληματισμό γύρω από την ανθρώπινη εξέλιξη. Σε ποιο βαθμό κουβαλάμε πάνω μας μέσω των γονιδίων μας ή χαραγμένο στις πιο πρωτόγονες εκφάνσεις του ανθρώπινου μυαλού μας, τον ανήθικο πιθηκόμορφο-πρόγονο μας. Παράδειγμα τέτοιας μεταφυσικής αποτύπωσης είναι το Altered States του Paddy Chayefsky (1978-80). Ο Chayefsky προτείνει πως η συνείδηση είναι πιθανό να εγγράφεται πάνω στο DNA μας έχοντας σαν αποτέλεσμα μεταβολές σε επίπεδο συνείδησης να μεταβάλλουν τον γενετικό μας κώδικα. Έτσι ο ήρωας του έργου μετά από μια σειρά πειραμάτων μετατρέπεται πρώτα σε πίθηκο και στην συνέχεια φτάνει τόσο πίσω μέχρι την αρχή της δημιουργίας του κόσμου.

Altered states

Αλαζονεία και ύβρις

Ένα τελευταίο μοτίβο που συναντάμε συχνά είναι ο προβληματισμός γύρω από την εξέλιξη και τα όρια της τεχνοεπιστήμης. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Solaris του Stanisław Lem (1961), το οποίο θέτει το ερώτημα, μέχρι ποιο σημείο μπορούν οι επιστήμονες να μελετήσουν έναν εντελώς ξένο πλανήτη, κατανοώντας τον ουσιαστικά, όταν η ίδια η ανθρώπινη φύση τους περιορίζει από υπερβατικές σκέψεις οι οποίες απαιτούνται για μια τέτοια κατανόηση. Το ερώτημα μπορεί και τίθεται ακόμη και σε πιο ελαφριές εκδοχές της μαζικής κουλτούρας όπως στη σειρά με αφετηρία το Alien των Dan O’Bannon και Ronald Shusett (1979) μέχρι το σύγχρονο του Prometheus (2012). Σε αυτά τα παραδείγματα η αλαζονεία του ανθρώπου να κατανοήσει κάτι που τον υπερβαίνει τον οδηγεί στην καταστροφή του. Προφανώς σε τέτοιου είδους σενάρια το βάρος δεν τίθεται τόσο στο ερώτημα αυτό καθεαυτό, αλλά ακόμη και έτσι είναι υπαρκτό σαν προβληματισμός.

Επιμένοντας… μεταφυσικά

Όλα αυτά τα αναφέρουμε από την μια για να αποδείξουμε πως σε κανένα σημείο της πρόσφατης ιστορίας η μεταφυσική δεν εξαφανίστηκε. Και όχι απλά δεν εξαφανίστηκε αλλά συνέχισε να υπάρχει συνδυάζοντας παλιότερα μεταφυσικά σχήματα με εντελώς καινούρια ή σε άλλες περιπτώσεις αναδιατυπώνοντας τα παλιότερα σχήματα προσαρμόζοντας τα στις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά μια σαφώς πιο τεχνολογικά αναπτυγμένης κοινωνίας. Η τεχνοεπιστήμη δεν πέτυχε τον στόχο της, η μεταφυσική δεν εξαφανίστηκε αλλά διατηρήθηκε τόσο εντός της επιστημονικής κοινότητας, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Μέχρι τώρα είδαμε μόνο ένα μικρό φάσμα το οποίο συνδέεται κάπως πιο άμεσα με το κοινωνικό και αυτό ήταν η αποτύπωση μεταφυσικών ανησυχιών στο επίπεδο της τέχνης και του θεάματος. Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με το αν αυτή η έκφραση αποτελεί πραγματική αποτύπωση κοινωνικού προβληματισμού ή αν έχειτις ρίζες της κάπου αλλού. Θα αρκεστούμε στο ότι η αποδοχή και η ζήτηση που χαίρει το συγκεκριμένο είδος ακόμα και στις πιο επιφανειακές και τετριμμένες μορφές του, ή καλύτερα κατά κύριο λόγο σε αυτές, αποτυπώνει μεταξύ άλλων και την αδυναμία των ανθρώπων να παρακολουθήσουν την εξέλιξη της τεχνοεπιστήμης, απαλλαγμένη από μεταφυσικές φαντασιώσεις.

Τα άστρα κάτω στη συσκευή

Η Τεχνολογία κάνει θαύματα

Μέχρι τώρα, θίξαμε το θέμα της μεταφυσικής και ορίσαμε τι θα εννοούμε όταν αναφερόμαστε σε αυτή. Στη συνέχεια επιχειρήσαμε μέσα από μια ιστορική αναδρομή να δείξουμε πως η τεχνοεπιστήμη δεν ήταν ποτέ τόσο ασυμβίβαστη με τη μεταφυσική όσο ήθελε να διακηρύττει. Στην ουσία, και προκειμένου να γίνουν δεκτές οι τεχνολογικές εφαρμογές από το ευρύ κοινό, είχε προηγηθεί από τους υποστηρικτές της η υιοθέτηση και ο δανεισμός μεταφυσικών στοιχείων από τη θρησκεία. Στη συνέχεια αναδείξαμε το πώς αυτό που ονομάζεται «επιστημονική φαντασία», από το ξεκίνημά της κιόλας, είναι στην ουσία οράματα για μελλοντικές τεχνολογικές εφαρμογές και δεν έχει σχέση με την ιστορία και την εξέλιξη των επιστημονικών θεωριών. Στην ουσία οι επιστήμες ακολουθούσαν, δίνοντας μια πιο έγκυρη και αντικειμενική διάσταση στις επιλογές αυτών των εφαρμογών. Και στον τομέα της «τεχνολογικής φαντασίας όμως, τα μεταφυσικά μοτίβα είναι κυρίαρχα.

Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε πως εκδηλώνεται η μεταφυσική στον πρωτοκοσμικό καπιταλισμό μέσα από την αντιμετώπιση διαφόρων τεχνολογικών εφαρμογών. Κομβικό σαν αφετηρία θεωρούμε το φετιχισμό του εμπορεύματος, ο οποίος όμως με την εξέλιξη της τεχνολογίας και την απόκρυψη της λειτουργίας της από τους ίδιους της τους χρήστες πήρε άλλες διαστάσεις. Τα παραδείγματα όμως που θα φέρουμε θα είναι από τον ύστερο καπιταλισμό. Αυτό, όχι γιατί πιο πριν δεν υπήρχαν τεχνολογικές εφαρμογές, ούτε γιατί ήταν ανύπαρκτο, τόσο προκαπιταλιστικά όσο και την πρώτη καπιταλιστική περίοδο, ένα είδος μεταφυσικής σε αυτές. Μπορεί για παράδειγμα πολλοί να τρόμαζαν στην ιδέα των πρώτων ατμομηχανών, βλέποντάς τις σαν σιδερένια θηρία, εκείνοι όμως που τις «τάιζαν» με κάρβουνο, ήξεραν πως αν σταματούσαν αυτοί θα σταματούσαν και οι μηχανές. Οι εργάτες στο εργοστάσιο έβλεπαν τα γρανάζια των μηχανών και καταλάβαιναν αρκετά καλά και πως δούλευαν και πως μπορούσαν να σαμποταριστούν. Σίγουρα ήταν περισσότεροι αυτοί καταλάβαιναν καλύτερα σε σχέση με τις μέρες μας που η λειτουργία, οι δυνατότητες και η χρησιμότητα τις μηχανής έχουν επενδυθεί με ένα πέπλο μυστικισμού.

Φετιχισμός

Το φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο ο άνθρωπος αποξενώνεται από τα δικά του δημιουργήματα και τα αντιμετωπίζει σαν αυθύπαρκτες οντότητες που τον υπερβαίνουν, τον καθορίζουν και δυναστεύουν τη ζωή του έχει παρατηρηθεί, απασχολήσει και αναλυθεί από παλιά. Αυτή η αντιστροφή, η πεποίθηση δηλαδή του δημιουργού ότι τα δημιουργήματά του έχουν αυθύπαρκτες, μαγικές ιδιότητες υποκειμένου, έχει σαν αποτέλεσμα την αυτοϋποτίμηση του ίδιου του υποκειμένου σε αντικείμενο του οποίου η ύπαρξη εξαρτάται και οφείλεται στα δημιουργήματά του. Το φαινόμενο αυτό πρωτοαναλύθηκε στη θρησκεία όπου ο άνθρωπος ενώ ο ίδιος κατασκεύασε τους θεούς του, τελικά τους έχρισε κατασκευαστές του και αφέντες της ζωής του.

Το φαινόμενο αυτό όμως, του φετιχισμού, δεν υπάρχει μόνο στη θρησκεία όπου αρχικά έγινε αντικείμενο παρατήρησης. Ούτε και αυτό όμως είναι καινούργια ανακάλυψη, ούτε αποτελεί κάποια δική μας σοφία. Από εκεί, όπως πάνω από ενάμιση αιώνα έχει γραφτεί, αυτή η συμπεριφορά μεταφέρθηκε στον καπιταλισμό και σε αυτό που ονομάστηκε φετιχισμός του εμπορεύματος. Κατά την παραγωγική διαδικασία, οι παραγωγοί αποξενώθηκαν από το προϊόν της εργασίας τους τόσο πολύ που δεν αντιλαμβάνονταν το αποτέλεσμα της δουλειάς τους σαν δικό τους. Αυτό είχε σαν συνέπεια οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των παραγωγών να γίνονται αντιληπτές σαν σχέσεις μεταξύ των αντικειμένων. Αυτήν την αντιστροφή όπου τα συγκεκριμένα προϊόντα της ανθρώπινης εργασίας, αλλά και τα αφηρημένα (χρήμα) μετατρέπονται σε ρυθμιστές όλων των πτυχών του ανθρώπινου σχετίζεσθαι και πράττειν, η εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων.

Τεχνολογία και φετιχισμός

Επικεντρώνοντας όμως στο θέμα της τεχνολογίας, θα δούμε πως και εκεί παρουσιάζονται τα φαινόμενα της αλλοτρίωσης και του φετιχισμού. Ενώ λοιπόν οι σύγχρονες τεχνολογίες κάθε φορά εισάγονται στην παραγωγή με στόχο να ελέγξουν την εργασία του εργάτη, να υπεξαιρέσουν και να ενσωματώσουν κάποια στοιχεία και γνώσης της εργασίας του και να τις ενσωματώσουν στη μηχανή, αυξάνοντας έτσι την κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην εργασία, οι ίδιοι οι εργάτες συχνά δεν το αντιλαμβάνονται αυτό. Επίσης, αντιλαμβάνονται τα νέα τεχνολογικά προϊόντα (τόσο σαν εργάτες, όσο και σαν καταναλωτές) είτε σαν το απόλυτο κακό που θα τους καταστρέψει, είτε σαν το απόλυτο καλό που θα τους απαλλάξει από κάθε πόνο, ακόμα και από την ίδια την εργασία. Σαν κάτι το ουδέτερο που η χρήση του εξαρτάται προπάντων από την ηθική όσων το κατέχουν και όχι από την συγκεκριμένη, ιστορικά και κοινωνικά δοσμένη, κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην εργασία και τη ζωή μας.

Η τεχνολογία υποτίθεται ότι είναι πρακτική εφαρμογή της επιστήμης, η οποία σαν εκφραστής του ορθού λόγου θα εξαφάνιζε το σκοταδισμό της θρησκευτικής μεταφυσικής. Όπως έχουμε δείξει και παλαιότερα (βλέπε εκδήλωση «η φυσική ως ιδεολογία», 29 Γενάρη 2014 στο Φυσικό), κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Η επιστήμη ενώ χρησιμοποιήθηκε από την αστική τάξη για την εκθρόνιση της φεουδαρχίας και της θρησκείας που τη στήριζε, όταν ανέβηκε στη θέση της μετατράπηκε η ίδια σε θρησκεία και ιδεολογία (ψευδή συνείδηση) της αστικής τάξης. Η τεχνολογία από την άλλη, υποταγμένη στις επιταγές του θετικισμού και της καπιταλιστικής λογικής της «απόδοσης» και της «αποτελεσματικότητας», δε θα μπορούσε παρά να αντανακλά αυτή την ιδεολογία.

Όπως στην επιστήμη (πχ έρευνα για το σωματίδιο Higgs, ονομαζόμενο και «σωματίδιο του θεού») έτσι και στην τεχνολογία, η υλιστική προσπάθεια ξεπεράσματος της θρησκευτικής – πνευματικής μεταφυσικής, οδήγησε σε μια νέα μεταφυσική, υλιστική αυτή τη φορά, που προσπαθούσε να αντικαταστήσει τη θρησκευτική εξήγηση για την ύπαρξη και την τάξη του κόσμου. Αρκετές σύγχρονες τάσεις της τεχνολογίας κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση. Το singularity αποτελεί προσπάθεια να κατασκευαστεί το ανάλογο αυτού που ονομάζεται «συνείδηση» ή «ψυχή» σαν να είναι ένα πλήθος – άθροισμα πληροφοριών που θα αποθηκεύεται σε ένα διαδικτυακό περιβάλλον «μέσα» στο οποίο θα συνεχίζεται η μετά θάνατον ζωή με μορφή bytes. Το human plus, πρόκειται για προσπάθεια υποκατάστασης – επιτάχυνσης της διαδικασίας της «φυσικής επιλογής» με την εισαγωγή στον ανθρώπινο οργανισμό μηχανικών εμφυτευμάτων – πρόσθετων που θα οδηγήσουν το είδος σε ένα εξελικτικό άλμα – ξεπέρασμα. Μπορεί αυτά για κάποιους να φαίνονται σενάρια επιστημονικής φαντασίας ή παραληρήματα «τρελών» επιστημόνων, όπως εξάλλου πίστευαν πολλοί για τις διακηρύξεις των πρωτοπόρων τις εποχής τους άσχετα αν τελικά διαψεύστηκαν ή όχι. Δε χρειάζεται όμως να πάμε τόσο μακριά για να αποδείξουμε τη σύνδεση της μεταφυσικής με την τεχνολογία. Ας σταθούμε σε παραδείγματα τεχνολογικών εφαρμογών που ήδη χρησιμοποιούμε καθημερινά και ας προσέξουμε τον τρόπο με τον οποίο είναι μεταφυσικά επενδυμένα από τους χρήστες τους.

Θεωρούμε λοιπόν πως οι τεχνολογικές καινοτομίες που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας είναι επενδυμένες με μεταφυσική την οποία και αναπαράγουν. Εμπνέουν λοιπόν φόβο και δέος σε πολλούς, ιδίως στην αρχή της εμφάνισής τους, σαν το σημάδι του κακού, το προπατορικό αμάρτημα, το κουτί της Πανδώρας, το σημείο μηδέν πέρα από το οποίο δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή. Αυτή η αντίληψη συνυπάρχει με μια αίσθηση παντοδυναμίας της τεχνοεπιστήμης «που στις μέρες μας κάνει θαύματα» η οποία θα μας απαλλάξει από τις περισσότερες δυστυχίες των καιρών μας, από τις διάφορες επιδημίες και τις φυσικές καταστροφές, μέχρι και τα προβλήματα που η ίδια η συγκεκριμένη κοινωνική οργάνωση και ο ίδιος ο τεχνοπολιτισμός δημιούργησαν.

Το άβατο

Επειδή όπως είπαμε η εισαγωγή των μηχανών στον καπιταλισμό συνιστούν ένα είδος κλοπής, υπεξαίρεσης, δεν πρέπει τα υποκείμενα από τα οποία στερείται κάτι να αντιληφθούν αυτό που τους κλάπηκε. Συνεπώς οι μηχανές, τόσο στην παραγωγή όσο όμως και στην κατανάλωση, όσο ενσωματώνουν κάποιες γνώσεις οι οποίες αφαιρούνται από τους εργάτες, τόσο πρέπει αυτές οι γνώσεις να τοποθετούνται έτσι ώστε ο προλετάριος – χρήστης να μην μπορεί να τις ανακτήσει και να τις ελέγξει. Γι αυτό πολλές από τις συσκευές είναι πολύ πολύπλοκες και ερμητικά κλειστές σαν ιερό – άβατο όπου απαγορεύεται η είσοδος σε μη μυημένους, αλλιώς η τιμωρία θα είναι βαριά. Αυτή η πολυπλοκότητα η οποία εξασφαλίζει την αδυναμία ελέγχου πάνω όχι μόνο στην εργασία αλλά και τη διασκέδαση, την κοινωνικοποίηση, αλλά και τη ζωή γενικότερα, επισφραγίζεται επιπλέον με την αποξένωση και την απόκρυψη της λειτουργίας από το χρήστη. Πρέπει λοιπόν για παράδειγμα να απωθούνται, ακόμα και αν δεν ήταν ποτέ η πλειοψηφία, όσοι από περιέργεια άνοιγαν και «έλυναν» τις διάφορες συσκευές (π.χ. παπιά, αυτοκίνητα, ηλεκτρονικές συσκευές) και με τον τρόπο αυτό αποκτούσαν μια νέα, εμπειρική γνώση πειραματιζόμενοι. Το εσωτερικό μιας συσκευής πρέπει να είναι απομονωμένο, να κρατάει ερμητικά κλειστό το μυστικό της λειτουργίας της συσκευής, με προειδοποιήσεις για όποιον πρόκειται να προβεί στην ιεροσυλία να το ανοίξει και να «εισέλθει» στο εσωτερικό του, κάτι που μόνο ο ειδικός σαν άλλος μάγος – ιερέας μπορεί να κάνει.

Βέβαια η εξέλιξη της τεχνολογίας, οι λυχνίες και τα μικροτσίπ των ηλεκτρονικών συσκευών, απέχουν πλέον από τις πρώτες ηλεκτρικές συσκευές, κάνοντας πιο δύσκολο για κάποιον μη σχετικό να καταλάβει εμπειρικά τον τρόπο λειτουργίας τους. Ίσως αυτή η απόκρυψη του ακατανόητου εσωτερικού των συσκευών αυτών να οφείλεται και στο φόβο και το δέος που αισθάνονται οι χρήστες απέναντι στην πολυπλοκότητα τους κάνοντάς τις απρόσιτες. Σίγουρα πάντως δε βοήθησαν στην εξήγηση της λειτουργίας τους, ούτε απέτρεψαν τις μεταφυσικές αποδόσεις. Ένα παράδειγμα είναι η εξέλιξη των μέσων χειρισμού του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Παλαιότερα ο χειρισμός του γινόταν μέσω πληκτρολόγησης εντολών. Αυτό μπορεί να έκανε πιο δύσκολη την εξάπλωση της χρήσης του στο ευρύ κοινό. Η αντικατάσταση όμως των εντολών με τη χρήση της οθόνης και του ποντικιού, μαζί με την ευκολία στη χρήση έκρυψε βασικά στοιχεία της λειτουργίας του υπολογιστή, φέρνοντας παράλληλα και μια αίσθηση παντοδυναμίας του τελευταίου.

Αυτή η άγνοια του τρόπου λειτουργίας μιας τεχνολογικής εφαρμογής γίνεται εύκολα κατανοητή αν συνυπολογίσουμε και την εξειδίκευση και τον καταμερισμό της εργασίας που απαιτείται για την κατασκευή της. Η διαδικασία της παραγωγής ενός τεχνοπροϊόντος είναι κατακερματισμένη. Απαιτούνται πολλά στάδια και διαφορετικές εργασίες που πραγματοποιούνται από διαφορετικούς εργάτες σε διαφορετικά γεωγραφικά μήκη και πλάτη. Σαν αποτέλεσμα, ο κάθε μεμονωμένος παραγωγός να μην μπορεί να αναπαράγει συνολικά το προϊόν στην παραγωγή του οποίου εργάστηκε. Αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο, εξηγεί όμως μια υπαρκτή μεταφυσική αντίληψη και για τις νέες τεχνολογίες. Στη διαδικασία της παραγωγής ενός ψηφιακού προγράμματος για παράδειγμα, ο καταμερισμός της εργασίας είναι τόσο μεγάλος και τα στάδια της επεξεργασίας τόσα πολλά, ώστε σε κάθε στάδιο της παραγωγής η κάθε ομάδα προγραμματιστών προσθέτει στο υλικό που φτάνει στα χέρια της και που αγνοεί πως κατασκευάστηκε, ένα καινούργιο κομμάτι. Με τον τρόπο αυτό η κάθε ομάδα γνωρίζει τον τρόπο να συνδέσει το δικό της παραγόμενο τμήμα με τα υπόλοιπα, κανένας όμως δεν έχει την πλήρη γνώση της κατασκευής. Έτσι λοιπόν, σαν συνέπεια της αλλοτρίωσης από την εργασία τους, οι διαχωρισμένοι παραγωγοί ενός προϊόντος, συναντιούνται μόνο ως χρήστες, ως καταναλωτές που μεταλαμβάνουν την ουσία του ιερού αντικειμένου. Ας περάσουμε όμως σε μια πιο προσεκτική παρατήρηση των κοινών τρόπων πρόσληψης της τεχνολογίας που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μεταφυσικές.

Φόβος και δέος… ξανά

Κάθε τι το θεωρούμενο «ιερό» έχει μια διπλή, φαινομενικά αντικρουόμενη, πριν όμως αλληλοσυμπληρούμενη ιδιότητα. Κάτι το πολύ ευεργετικό, το θαυματουργό, το «καλό» και συνάμα κάτι το εξαιρετικά τρομερό, το φοβερό, το επικίνδυνο, το απαγορευμένο. Κάτι το οποίο δεν μπορείς να αντικρίσεις ή να έρθεις σε επαφή μαζί του εάν δεν πάρεις τις απαραίτητες προφυλάξεις. Βέβαια κάποια στιγμή αυτό το ένα αντικείμενο με τη διπλή υπόσταση διαχωρίστηκε, στη Δύση τουλάχιστον, σε ένα καλό και ένα κακό. Και πάλι όμως τι είναι ο «θεός» χωρίς το «διάβολο» ή ο «παράδεισος» χωρίς την «κόλαση» και αντίστροφα; Απέναντι λοιπόν σε αυτή τη διπλή υπόσταση του αντικειμένου, είναι «λογικό(;)» να παρατηρείται ένα ανάμεικτο συναίσθημα δέους και φόβου.

Από εδώ φαίνεται να πηγάζει το δέος απέναντι στην «τεχνολογία που κάνει θαύματα» και ο φόβος στην απεριόριστη δύναμή της που μπορεί να μας καταστρέψει. Το αυτοκίνητο και η μηχανή ή το αεροπλάνο πέρα από άνεση, ασφάλεια και δύναμη, εμπνέουν και φόβο. Η ακτινοβολία μπορεί να μας φαίνεται ωφέλιμη (π.χ. κινητό, φούρνος μικροκυμάτων) αλλά και μας τρομάζει με την επικινδυνότητά της. Τέλος, τη δεκαετία του 50 η ατομική ενέργεια έγινε δεκτή με ενθουσιασμό σαν τη «μαγική» ενέργεια – δύναμη που θα έλυνε το ενεργειακό ζήτημα του πλανήτη. Πλέον, όχι μόνο λόγω της πολεμικής χρήσης της αλλά και εξαιτίας των ατυχημάτων στους πυρηνικούς αντιδραστήρες, ξυπνάει τους χειρότερους εφιάλτες μιας ολοκληρωτικής καταστροφής της ανθρωπότητας.

Οι άνθρωποι θεωρούν λοιπόν ότι τα θεμέλια του πολιτισμού τους βασίζονται στην τεχνοεπιστήμη, με έναν τρόπο που όμως οι ίδιοι τον αγνοούν και πρέπει να τον επικαλεστούν και να τον εξευμενίσουν. Μόνο μέσα από τελετουργίες μπορούν να προφυλαχθούν από την επικίνδυνη επαφή με το ιερό αντικείμενο – ταμπού.

Φετίχ – Μύηση

Το «ιερό» όμως αντικείμενο έχει μια ακόμα διπλή υπόσταση. Από τη μια έχει μια πραγματική χρηστική διάσταση (ένα κομμάτι ξύλο, ένα πρόσωπο, μια ζωγραφιά), από την άλλη μια μαγική. Στη μαγική σκέψη το αντικείμενο αυτό έχει μια παντοδυναμία. Έτσι και σήμερα τα σύγχρονα τεχνολογικά αντικείμενα έχουν μια χρηστική και μια μαγική διάσταση. Ένα αυτοκίνητο είναι ένα μεταφορικό μέσο, ένα κινητό είναι ένα μέσο επικοινωνίας, μια τεχνική λιποαναρρόφησης ή ένα φαρμακευτικό σκεύασμα έχουν μια αξία χρήσης, μια επέμβαση στον ανθρώπινο οργανισμό με σκοπό τη βελτίωσή του.

Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι. Πέρα από ένα μεταφορικό μέσο, το αυτοκίνητο είναι μια συλλογική φαντασίωση. Είναι ένα αντικείμενο που προκαλεί θαυμασμό και δέος. Αποτελεί γενικευμένο σημαίνον της υποτιθέμενης προόδου του δυτικού πολιτισμού. Είναι γυαλιστερό, δυναμικό, γρήγορο. Άσχετα που στην πόλη δε θα χρησιμοποιήσεις συνήθως πάνω από την τέταρτη ταχύτητα αν έχει κίνηση (δηλαδή τέτοια κίνηση που δεν κινείται κανείς), πιο γρήγορα πας με τα πόδια ή αν κάνεις ένα τέταρτο να βρεις να παρκάρεις. Ακόμα, το αυτοκίνητο μπορεί να έχει ανέσεις, ηλεκτρικά παράθυρα να μην πιάνεται το χέρι σου, δερμάτινα ανατομικά καθίσματα για να μην πιάνεται ο κώλος σου όσο ψάχνεις να παρκάρεις, γυαλιστερό καντράν. Το αυτοκίνητο λοιπόν πολύ περισσότερο από ένα μέσο μετακίνησης πουλάει ένα στυλ μετακίνησης και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που η μετακίνηση περνάει σε δεύτερη αξία δίνοντας ολοκληρωτικά τα ινία στο στυλ. Γιατί αυτή την κοινωνική ανάγκη για στυλ έρχεται να εκπληρώσει η συνεχής κατασκευή νέων μοντέλων που έρχονται να αντικαταστήσουν τα παλιά. Διαφορετικά, αν η ανάγκη της μετακίνησης ήταν πρωταρχική, οι αυτοκινητοβιομηχανίες θα είχαν πέσει έξω. Ο Roland Barthes όχι τυχαία είχε γράψει «νομίζω ότι το αυτοκίνητο είναι σήμερα το αρκούντως ακριβές ισοδύναμο των μεγάλων γοτθικών καθεδρικών ναών: δηλαδή ένα μεγάλο δημιούργημα εποχής που με πάθος συνέλαβαν άγνωστοι καλλιτέχνες και το οποίο καταναλώνεται στην εικόνα του, αν όχι στη χρήση του, από έναν ολόκληρο λαό που σε αυτό ιδιοποιείται ένα τελείως μαγικό αντικείμενο» [ref]

Roland Barthes, Mythologies. Paris, Seuil, 1957.

[/ref].

Το κινητό πάλι δεν είναι απλά ένα μέσο να επικοινωνείς. Έχει έγχρωμη οθόνη, παιχνίδια και εφαρμογές, σύνδεση στο internet, κάμερα υψηλής ανάλυσης, οθόνη αφής, είναι μοντέρνο και γυαλιστερό, είναι ένας mini κινητός υπολογιστής τσέπης. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που είναι περισσότερο κινητό παρά τηλέφωνο. Δημιουργεί την ψευδαίσθηση της ασφάλειας. Ότι και να σου τύχει μπορείς να ενημερώσεις κάποιον και ας είναι χιλιόμετρα μακριά. Αν για παράδειγμα τρακάρεις μπορεί να πάρεις τηλέφωνο, άσχετα αν τράκαρες επειδή μιλούσες στο κινητό. Όταν περπατάς αργά στην ερημιά το κραδαίνεις γερά στη χούφτα σου ή ακόμα προσποιείσαι ότι μιλάς. Αποτελεί ένα σύγχρονο φυλαχτό σε τέτοιο σημείο που στο θυμίζει η μάνα σου: «το κινητό σου μην ξεχάσεις». Για να μη σχολιάσουμε το γεγονός πως εξαιτίας αυτής της συσκευής «επικοινωνίας» δεν επικοινωνείς με τους άμεσα διπλανούς σου στο λεωφορείο. Παράλληλα, γλιτώνεις από ένα βασικό μαρτύριο της εποχής μας. Δεν είσαι μόνος. Πάντα μπορείς να τηλεφωνήσεις σε κάποιον ή να μπεις στο facebook και να ησυχάσεις που έχεις τόσους φίλους. Παράλληλα γλιτώνεις από όλα αυτά που θα πάθαινες εάν ήσουν μόνος όπως: να σκεφτείς, να μείνεις με τον εαυτό σου για λίγο σε κατάσταση περισυλλογής, να ονειροπολήσεις, να μιλήσεις σε κάποιον/α άγνωστο/η, να παρατηρήσεις, να εκφραστείς καλλιτεχνικά.

Με την τεχνοϊατρική δε βελτιώνεις το σώμα σου ή την υγεία σου γενικά. Στην τεχνολογική του προσέγγιση το σώμα δεν αποτελεί ένα πεδίο έκφρασης των κοινωνικών σχέσεων αλλά ένα πεδίο πειραματισμού και παρέμβασης όπου ο πόνος, ο χρόνος, τα συναισθήματα, αντιμετωπίζονται σαν ανεπιθύμητα στοιχεία που δρουν σε βάρος του επιθυμητού προτύπου. Η τεχνοϊατρική δρα με τη σιγουριά του αντικειμενικού, της απόλυτης γνώσης, μην υπολογίζοντας πως κάθε κοινωνία κατασκευάζει το σώμα και την «υγεία» που της αντιστοιχεί. Όλα τα βάσανα της αισθητικής, της διατροφολογίας, της συνεχούς μέτρησης και των εξετάσεων δικαιολογούνται μπροστά στην συμμόρφωση με το ιδανικό. Σαν νέα κλίνη του Προκρούστη, ότι περισσεύει από το πρότυπο πετιέται. Αυτή η εικόνα σώματος λοιπόν είναι που καταναλώνεται και θαυμάζεται και όποιος δεν τη θαυμάζει και δεν τη διεκδικεί είναι «άπιστος», «ξένος», «περίεργος».

Μέσω λοιπόν των τεχνολογιών γίνεται πράγματι κάτι μαγικό. Μπορεί κάποιος να ενταχθεί συμβολικά σε ένα ανώτερο κοινωνικά στάτους ή όπως λέει και ένα σύνθημα από μηδενικό να γίνει νούμερο.

Τελετουργικά

Οι τελετές μύησης από μια κατάσταση σε μια άλλη, για παράδειγμα από την εφηβεία στην ενήλικη ζωή ή από την αμαρτία στην κάθαρση ήταν ένα είδος τελετουργικών. Όπως είπαμε, ένα τέτοιο πέρασμα – διαδικασία μύησης, μια μετάβαση σε ένα ανώτερο status, συμβαίνει στο μυαλό πολλών χρηστών των νέων τεχνολογιών όταν αποκτούν τα τελευταία gadget. Τα τελετουργικά έχουν μια λειτουργία ελέγχου της επαφής με την επικίνδυνη αυτή ιερή δύναμη. Είναι ένας τρόπος δοκιμής και πρόκλησής της, ένας εξευμενισμός της με μια τελετουργική θυσία που θα θέσει τα όρια της πιθανής συμφοράς από την επαφή με τη δύναμη αυτή και θα αποτρέψει κάποια μεγαλύτερη. Ακόμα έχουν ένα ρόλο μείωσης του άγχους απέναντι στις ανεξέλεγκτες δυνάμεις, οι οποίες την περίοδο του τελετουργικού δαμάζονται.

Σαν τέτοια σύγχρονα τελετουργικά μπορούν να χαρακτηριστούν οι διάφορες εκθέσεις νέων εφαρμογών (αυτοκινήτων, video game, ηλεκτρονικών συσκευών) ή οι αγώνες ταχύτητας, όπου δοκιμάζονται τα όρια των νέων μοντέλων και όπου ακόμα και τα ατυχήματα έχουν το ρόλο που είχε κάποτε η θυσία. Εκεί οι θεατές μετέχουν σε μια μυστηριακή μέθεξη με κάποια ασφάλεια απέναντι στη μαγική αυτή δύναμης. Άλλο ένα τελετουργικό τέτοιο θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την κατανάλωση όπου μπορεί ο καταναλωτής να έρθει σε επαφή με τη δαμασμένη μορφή του ηλεκτρισμού ή της ακτινοβολίας (πχ με την αγορά ενός φούρνου μικροκυμάτων) και όχι με την ανεξέλεγκτη και αδάμαστη ουσία της.

Χρόνος – χώρος

Το μαγικό – θρησκευτικό αντικείμενο είναι εκτός του βιωμένου τόπου και χρόνου. Μάλιστα, αυτή η χρονικότητα ενώ στην ουσία αποτελεί μυθικό συμβολισμό, αντανάκλαση και αναπαράσταση της χρονικότητας που ορίζει η κάθε μορφή κοινωνίας για τον εαυτό της, στην ουσία παρουσιάζεται σαν η χρονικότητα να επιβάλλεται από το ιερό αντικείμενο. Έτσι λοιπόν, από τον κυκλικό χρόνο των αρχαίων ετών που εξυμνούσαν τη μητρότητα, την αδιάκοπη εναλλαγή των εποχών, τη γέννηση και το θάνατο της φύσης, τη λατρεία των θεοτήτων της γονιμότητας και της γεωργίας που πεθαίνουν και ανασταίνονται, περάσαμε στις χριστιανικές κοινωνίες του γραμμικού χρόνου. Παίρνοντας το θάνατο και την ανάσταση από τις προηγούμενες, δεν ένωσαν κυκλικά αρχή και τέλος σε ένα σημείο. Αντίθετα αντικατόπτριζαν μια γραμμική οργάνωση του χρόνου. Από τη γέννηση του κόσμου προχωράμε προς την ημέρα τις κρίσης που θα έρθει κάποτε, από το α στο ω, από ένα σημείο προς ένα άλλο. Στις ημέρες μας αν και οι νέες τεχνολογίες εξακολουθούν (πως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς άλλωστε, να αποτελούνται από υλικά στοιχεία, ευαγγελίζονται μια υπέρβαση της ύλης, του χρόνου και του χώρου. Είναι εκτός χρόνου, εκτός ιστορίας. Αυτό που προαναγγέλλουν είναι η νίκη της φθοράς, η στιγμή, το αιώνιο τώρα. Τα σημεία δεν ενώνονται πλέον ούτε κυκλικά, ούτε προς μια προοπτική. Κάθε σημείο είναι αυτοτελές. Στέκεται μόνο του χωρίς να συνδέεται απαραίτητα με ένα προηγούμενο ή ένα επόμενο.

Αν, για παράδειγμα, αναλογιστεί κανείς τις επεμβάσεις στο ανθρώπινο σώμα μέσω της αισθητικής χειρουργικής, θα διακρίνει τις φαντασιώσεις της αιώνιας νεότητας, το σύγχρονο ελιξίριο της αιώνιας ζωής που για να το αποκτήσει κάποιος πρέπει να περάσει από πολλές επίπονες δοκιμασίες. Πρόκειται για μια ακόμα τελετή μύησης. Μόνο που στην περίπτωση αυτή η μύηση, το πέρασμα δηλαδή, δεν γίνεται από την εφηβική, στην ενήλικη ζωή. Το πέρασμα αφορά όλες τις ηλικίες και είναι από το παλιό θνητό σώμα προς το ιδανικό πρότυπο, σε μια κατάσταση «αιώνιας» δύναμης και ομορφιάς. Μια μετάβαση που δεν κρατά όμως μια στιγμή αλλά πρέπει να γίνεται διαρκώς με τη βοήθεια γυμναστηρίων, χημικών σκευασμάτων, επεμβάσεων. Για πάντα νέος – έφηβος.

Τόσο το αυτοκίνητο όσο και το κινητό μέσω της στιλπνής εμφάνισης και του σχήματός τους μοιάζουν να αιωρούνται, να διασχίζουν το χρόνο και το χώρο. Το αυτοκίνητο υπόσχεται ότι μπορείς να πας παντού, ακόμα και αν είσαι καθηλωμένος στην κίνηση, μοιάζει να αιωρείται. Με το κινητό μπορείς να επικοινωνήσεις με όποιον θέλεις (ακόμα και αν στην ουσία δεν λες τίποτα), αρκεί να μη μιλήσεις με το διπλανό σου. Πάντα κάποιος είναι παρόν. Το διαδίκτυο όμως αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μέσω της συνεχούς αναζήτησης της πληροφορίας, η οποία στην ψηφιακή κατάσταση έχει αναχθεί σε ύψιστο αγαθό, ο χρήστης βιώνει το διαρκές παρόν. Κάθε πληροφορία ζει μια στιγμή, ίσα για να τη διαδεχτεί η επόμενη. Μάλιστα δε χρειάζεται να έχει σχέση με την επόμενη ή την προηγούμενη. Μπορεί ακόμα και να αλληλοαναιρούνται. Η εναλλαγή των πληροφοριών στα δελτία ειδήσεων, ή στις διάφορες ιστοσελίδες, ο βομβαρδισμός από πληροφορίες – σημεία που δε σχετίζονται μεταξύ τους με τη λογική αιτίου – αποτελέσματος, αποτελούν απόδειξη του παραπάνω.

Τέλος, ο ψηφιακός κόσμος αν και είναι απόλυτα υλικός, αποτελούμενος από πρώτες ύλες, αξιώνει ότι είναι άυλος και ότι αποτελείται όχι από άτομα και μόρια αλλά από byte πληροφορίας. Έτσι, γίνεται αντιληπτός σαν μια πύλη προς ένα κόσμο ξεχωριστό από τον άμεσα αντιληπτό μα και εξίσου αληθινό, με ένα δικό του χώρο με διαφορετικές διαστάσεις και ένα δικό του χρόνο με διαφορετική ροή που όμως είναι πραγματικοί. Μια υλική κατασκευή λοιπόν που γίνεται αντιληπτή σαν ένας άυλος κόσμος. Μια εικονική πραγματικότητα. Σε μια κοινωνία που κυριαρχεί η εικόνα, όπου όλα (σχέσεις, συναισθήματα, επικοινωνία) γίνονται με εικόνες, μεσολαβούνται από αυτές, η διάκριση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την απομίμηση χάνει έδαφος. Κάθε εικόνα εναλλάσσεται με μια άλλη ίσης αξίας, το αιώνιο τώρα, το αιώνιο εδώ όπου όσο και αν αλλάζουν οι εικόνες μένει ίδιο. Και όσο πιο μουντή είναι η καθημερινότητα, τόσο πιο φανταχτερή γίνεται η εικονικότητα, ένας παράδεισος όπου όλα είναι εφικτά, χωρίς τους κινδύνους της καθημερινότητας.

Από το New Age στο New Edge

Δεν είναι τέλος τυχαίο που στη δεκαετία του 60 διάφοροι γκουρού του New Age είδαν στην ενασχόληση με τις ανατολικές εσωτερικές φιλοσοφίες και στη χρήση παραισθησιογόνων, την αμφισβήτηση της υπάρχουσας κοινωνικής πραγματικότητας. Μιας αμφισβήτησης όμως ατομικής και άνευρης. Αρκετοί θεωρούσαν ότι με τη λήψη χημικών ουσιών μπορούσαν να προγραμματίσουν τη συμπεριφορά τους. Όταν λίγα χρόνια αργότερα άρχισαν οι πρώτες εφαρμογές του ψηφιακού κόσμου, είδαν εκεί την πραγμάτωση του οράματός τους, του «χασίματος» σε έναν άλλο κόσμο και έγιναν ένθερμοι υποστηρικτές της εικονικής πραγματικότητας και του διαδικτύου. Άρχισαν να οραματίζονται τον προγραμματισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς, πλέον μέσω της αλλαγής ψηφιακών προγραμμάτων. Ονόμασαν αυτό το νέο «κύμα» διεύρυνσης μιας νέας (σύμφωνα με αυτούς) συνειδητότητας και επαφής με τον κόσμο, New Edge. Ο Timothy Leary για παράδειγμα, ψυχολόγος, ένθερμος υποστηρικτής της χρήσης LSD και θεωρητικός – γκουρού του New Age, θεωρούσε πάντα την πραγματικότητα εικονική, και δεν ήταν ο μόνος. Συνεπώς, δεν πρέπει να μας φαίνεται περίεργη αυτή η ένθερμη υποστήριξη των νέων τεχνολογικών μέσων, ούτε που στα τελευταία βιβλία του οραματίζεται την πιθανότητα download του μυαλού μας σε ένα ψηφιακό δίσκο ή την άνοδο της νανοτεχνολογίας. Είναι η φυσική συνέπεια μιας μεταφυσικής αντίληψης.

Επίλογος

Σε αυτή την εισήγηση επιλέξαμε να επικεντρωθούμε σε δύο κυρίως πλευρές αυτής της εξέλιξης που θα ονομάζαμε ως αναβίωση της μεταφυσικής εντός της τεχνολογίας (που όπως είδαμε δεν συνιστά ένα φαινόμενο τόσο καινοφανές), αυτή της μαζικής κουλτούρας και αυτή του τρόπου πρόσληψης των νέων τεχνολογιών από τους χρήστες τους. Πρόκειται για εκείνες τις πλευρές που είναι από τις πλέον εμφανείς σε ένα πιο καθημερινό κι εμπειρικό επίπεδο και με τις οποίες όλοι, είτε έχουν άμεση επαφή με τις εξελίξεις της τεχνολογίας είτε όχι, διαθέτουν έναν βαθμό εξοικείωσης. Κι αυτός ακριβώς πιστεύουμε ότι είναι ένας από τους κεντρικότερους ρόλους τους. Η εξοικείωση τόσο των θεατών όσο και των χρηστών με ένα νέο φαντασιακό, που αυτή τη φορά μπορεί να μην αποδίδεται με τους όρους των υλικών μηχανών του 17ου αιώνα, αλλά πλέον με τους όρους των «άυλων» πληροφοριακών μηχανών του 21ου. Με ό,τι πολιτικές συνέπειες μπορεί ένας τέτοιος φετιχισμός της πληροφορίας να έχει.

Φυσικά, υπάρχουν πολλά ακόμα που θα μπορούσαν να ειπωθούν σε αυτό το σημείο. Άραγε εκείνη η αντίληψη στους κύκλους των επιστημόνων που θεωρεί το DNA ως ένα φορέα πληροφοριών ή ακόμα και τον εγκέφαλο ως μια μηχανή επεξεργασίας τέτοιων πληροφοριών – για κάποιους ακόμα και το σύμπαν ολόκληρο δεν συνίσταται σε τίποτα άλλο πέρα από bit και byte – από πού προέρχεται; Αντίστοιχα στον χώρο της φιλοσοφίας, πόσο «αθώες» μπορούν να θεωρηθούν οι διάφορες θεωρίες της επικοινωνίας που εμφανίστηκαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο; Δεν έχουμε τον χώρο για να επεκταθούμε εδώ. Δεν χρειάζεται όμως να πάει κανείς τόσο μακριά για να δει αντανακλάσεις αυτού του πληροφοριακού φετιχισμού. Η «δημοκρατία του διαδικτύου» αγανακτεί κι εξεγείρεται οποτεδήποτε ένας δικτατορίσκος του τρίτου κόσμου ή ένας «δημοκράτης» ομόλογός του του πρώτου κόσμου κατεβάζει τους διακόπτες των τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή σπέρνει εντός τους μερικά κρυφά διακοπτάκια. Την ίδια στιγμή που σε μερικά (υλικότατα) ορυχεία μερικοί ακόμα εργάτες θάβονται και σε κάποιους (επίσης υλικότατους) βυθούς θαλασσών μερικοί ακόμα μετανάστες πνίγονται. Αρκεί όμως που η είδηση υπάρχει ελεύθερη κάπου στο διαδίκτυο! Εκεί όπου η πληροφοριακή θάλασσα των bit θα τους θάψει και θα τους πνίξει για δεύτερη φορά. Μαζί με τα μυαλά των εργαζομένων στη βιομηχανία της πληροφορικής, καθώς κάνουν το διάλειμμά τους μπροστά από μια οθόνη, επισκεπτόμενοι έναν κάποιο ειδησεογραφικό ιστότοπο.

]]>
Η φυσική σαν ιδεολογία https://gameover.zp/2014/01/29/%ce%b7-%cf%86%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%83%ce%b1%ce%bd-%ce%b9%ce%b4%ce%b5%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%af%ce%b1-2/ Wed, 29 Jan 2014 07:35:16 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1028

Untitled-1

Η γέννηση της επιστημονικής αλήθειας

Η φυσική θεωρείται, και όχι άδικα, σαν η Πρότυπη, η Ιδέωδης επιστήμη. Η λέξη «επιστήμη» προέρχεται απ’ το «επιστητό», άρα σχετίζεται άμεσα με ό,τι γίνεται αντιληπτό απ’ τις αισθήσεις. Το λατινικό scientia, απ’ όπου κατάγεται η science, σημαίνει «γνώση». Η συνύπαρξη των όρων «επιστήμη» και «φιλοσοφία της φύσης» (ως τον 19ο αιώνα) σηματοδοτεί την άμεση συσχέτιση της φυσικής και της επιστήμης (γενικά), πάνω στον ίδιο στόχο. Τη γνώση και, τελικά, την κυριαρχία πάνω σ’ αυτό που κατά καιρούς και ανά πολιτισμούς ονομάστηκε «φύση». Η φυσική είναι η επιστήμη της φύσης, η επιστήμη που μελετάει τη φύση, η επιστήμη που αποκαλύπτει τα «μυστικά» της φύσης…

Γρήγορα να υπενθυμίσουμε κι αυτό: μεταξύ θεολογίας και επιστήμης υπάρχει ένα τουλάχιστον κοινό, και πολλές διαφορές. Το κοινό είναι η αναζήτηση και η αποκάλυψη της Αλήθειας, ό,τι κι αν σημαίνει αυτή η λέξη. Οι διαφορές – έως και αντιπαλότητες, τουλάχιστον κατ’ αρχήν – έχουν να κάνουν με τη μέθοδο της αναζήτησης, της αποκάλυψης και της εγκυρότητας της Αλήθειας. Αυτοί που έχουν ονομαστεί σε διάφορους πολιτισμούς και σε διάφορες περιόδους «επιστήμονες» (γεωμέτρες, μαθηματικοί, φυσικοί, γιατροί, αστρονόμοι) δε δέχονταν την «εξ αποκαλύψεως» προέλευση της Αλήθειας· αντίθετα θεωρούσαν ότι αυτή πρέπει να προκύπτει με (δια)νοητικούς ή/και εμπειρικούς τρόπους. Η έννοια της απόδειξης μπορεί, λοιπόν, να θεωρηθεί (σε σχέση με την εγκυρότητα της Αλήθειας) το αντίθετο της αποκάλυψης, ή και της έμπνευσης, της ενόρασης, κλπ.

Δε θα πάμε πολύ πίσω στην ιστορία. Σύμφωνα με την πλειοψηφία των ιστορικών η έκδοση των βιβλίων De humani corporos fabrica του Andreas Vesalius (και αφορά την ανατομία του ανθρώπινου σώματος) και De Revolutionibus του Nicolaus Copernicus (για την κίνηση των πλανητών και, το σημαντικότερο, την κίνηση της Γης γύρω απ’ τον Ήλιο), το 1543, σηματοδοτεί την αφετηρία της επιστημονικής επανάστασης σ’ αυτό που αργότερα ονομάστηκε «δυτικός κόσμος». Θα ακολουθήσουν ονόματα που θα αποδειχθούν οι, κατά κάποιον τρόπο, γεννήτορες της επιστήμης, φιλόσοφοι σαν τον Bacon, τον Descartes ή τον Hobbes, και επιστήμονες σαν τον Leibniz, τον Kepler, τον Newton, τον Pascal και τον Galilei.

Θα διαμορφωθεί έτσι, σταδιακά, μια ορισμένη συσσώρευση θεωριών Αλήθειας – για – τη – Φύση (είτε γενικών είτε ειδικών Αληθειών), η οποία, πολύ αργότερα, στα τέλη του 19ου αιώνα και στον 20ο, μέσα απ’ τα εκπαιδευτικά συστήματα, θα παρουσιαστεί (και έτσι συμβαίνει ακόμα) σαν μια «γραμμική εξέλιξη» προοδευτικής προσέγγισης και μεγαλύτερης διαύγασης της (επιστημονικής) Αλήθειας. Πρόκειται για έναν μύθο, τον οποίο ευχαρίστως υιοθετούν και οι ίδιοι οι επιστήμονες (ακόμα κι όταν ξέρουν πως δεν είναι έτσι τα πράγματα) επειδή κρατάει άθικτο τον γενικό προσδιορισμό και τις «συντεταγμένες ύπαρξης» της Αλήθειας την οποία αναζητά και βρίσκει (υποτίθεται) η επιστήμη και οι διάφοροι κλάδοι της.

Υπάρχει, λοιπόν, ένα ιστορικό γεγονός που είναι κόντρα σ’ αυτήν τη γραμμική και προοδευτική αναπαράσταση της εξέλιξης των επιστημών. Μέσα στις κατά καιρούς θεωρίες υπάρχουν διάφορες αφαιρέσεις, παραδοχές, ή ακόμα και αποκρύψεις. Το άγιο δισκοπότηρο της φυσικής (σαν μήτρας όλων των επιστημών) που είναι το πείραμα / η απόδειξη / η διάψευση δεν ισχύει και δεν εφαρμόζεται παντού. Θα ξανάρθουμε μετά σ’ αυτό.

Μεταξύ των θεωριών πάλι, έχουν υπάρξει, και υπάρχουν, αντιπαλότητες, συχνά εξαιρετικά ισχυρές. Διαφορές και αντιπαλότητες στις ερμηνείες (των φυσικών καταστάσεων), στην πληρότητα και την επάρκεια των πειραματικών μεθόδων (όπου υπάρχουν τέτοιες), ακόμα και στην εκτίμηση των παραδοχών.

Συνοπτικά μιλώντας, οι διαδοχικά επικρατούσες θεωρίες δεν είναι η κάθε μια καλύτερη, τελειότερη, πληρέστερη απ’ την προηγούμενη. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια ηρωϊκή εκστρατεία όπου κάθε επιστημονικό βήμα είναι ένα βήμα κοντύτερα στην Αλήθεια. Πρόκειται, αντίθετα, για αντικρουόμενα σετ υποθέσεων, όπου η επικράτηση του ενός μπορεί και να σημαίνει την εν μέρει ή και συνολική αναίρεση του προηγούμενου· όπου τα πειραματικά πεδία διαφοροποιούνται· και όπου τα ανθρώπινα πάθη και συμφέροντα μπορεί να παίζουν πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ τον υποτιθέμενα ιδεώδη ασκητισμό της προσήλωσης στην Αλήθεια. Αυτά, λαμβανομένου φυσικά υπ’ όψη του απόλυτα καθοριστικού γεγονότος ότι μιλάμε για επιστήμη στον αστικό, καπιταλιστικό κόσμο.

Δύο ή τρία παραδείγματα. Η πρωταρχική ιδέα της αστικής τάξης για την (κοσμική) γνώση της φύσης είναι αυτή σύμφωνα με την οποία η Αλήθεια ανακαλύπτεται όταν «αποσυναρμολογείται» κάτι, όταν χωρίζεται στα όσο το δυνατόν μικρότερα συστατικά του, κι όταν αποκαλύπτεται πως «λειτουργεί» κάθε ένα απ’ αυτά. Αυτή η ιδέα διαπερνά τόσο την ιατρική (τα επιμέρους όργανα) όσο και τη χημεία· τόσο τη μηχανική όσο και τη βιολογία.

Ωστόσο αυτό είναι ένα γενέθλιο επιστημονικό / ιδεολογικό αξίωμα του οποίου η εγκυρότητα δεν μπορεί να αποδειχθεί. Βρίσκεται, άραγε, η αλήθεια των έμβιων όντων στη λεπτομερή «ανάλυση» των οργάνων, ή μήπως των κυττάρων, ή μήπως του dna τους; Οι γενετιστές είναι φανατικά έτοιμοι να «αποδείξουν» ότι αυτό είναι μια ατράνταχτη αλήθεια. Οι οπαδοί της επίδρασης του περιβάλλοντος εξίσου φανατικά μπορούν να «αποδείξουν» ότι πρόκειται για μια επαγγελματική αυθαιρεσία. Η συμπεριφορά της αδρανούς ύλης υποτίθεται ότι εξηγείται με βάση μια σειρά αντικειμενικών παραμέτρων συμπεριλαμβανόμενης οπωσδήποτε της μοριακής και ατομικής δομής της. Ωστόσο η (Νευτώνια) βαρύτητα παραμένει ακόμα ανεξήγητη, παρά το γεγονός ότι χιλιάδες μυαλά φυσικών προσπαθούν να λύσουν το «μυστήριό» της εδώ και δεκαετίες. Και εν τω μεταξύ προστέθηκαν κι άλλα μυστήρια, όπως η κβαντική σύζευξη.

Ο «νόμος της φύσης»

Εκτός απ’ την ιδέα της αναζήτησης και ανακάλυψης της Αλήθειας μέσω τεμαχισμού, υπάρχει άλλη μια που βρίσκεται στην αφετηρία των επιστημών και της εξέλιξής τους, και τις διατρέχει. Είναι η ιδέα του «νόμου». Η φυσική είναι γεμάτη «νόμους». Θα έλεγε κανείς ότι η Αλήθεια – της – φύσης είναι συνταγματικού είδους.

Από μόνη της αυτή η ιδέα, που μοιάζει κοινότοπη, δείχνει την καταγωγή του βασικού εννοιακού υποστρώματος των επιστημών απ’ τον μεγάλο αντίπαλό τους, την θεολογία. Για την τελευταία η τάξη του κόσμου ήταν προϊόν της θεϊκής σοφίας, προϊόν κατά κάποιον τρόπο των θεϊκών «διαταγών». Η ιδέα του «θείου νόμου» (που ρύθμιζε την τάξη του κόσμου αλλά και, ακόμα πιο έντονα, την τάξη των ανθρώπινων σχέσεων) ήταν συνεπής, καθώς πλαισιωνόταν απ’ την ιδέα της «θείας δίκης», της «τιμωρίας» (των παραβατών) κλπ. Νόμος χωρίς δικαστήριο και τιμωρία δεν μπορεί να εννοηθεί.

Οι επιστήμονες μετακίνησαν μεν την ιδέα του «νόμου» απ’ τον ουρανό στο παρατηρησιακό τους πεδίο· ωστόσο την επανεπένδυσαν με την υποτιθέμενη εγκυρότητα του ακλόνητου. Μάλιστα οι «νόμοι της φύσης» υποτίθεται ότι είναι ακόμα πιο απαράβατοι απ’ τους ανθρώπινους, εφόσον δεν εμπίπτουν στην δυνατότητα αναθεωρήσεων. Και συγκροτούνται σαν τέτοιοι απ’ την επαναληψιμότητα ενός ορισμένου αποτελέσματος, σε μια συγκεκριμένη διαδικασία, εάν ισχύουν πάντα οι ίδιες βασικές συνθήκες. Αλλά αυτοί οι «νόμοι» δεν αποτελούν ένα είδος απολογίας του κάθε φαινομένου. Είναι μόνο το στατιστικά επιβεβαιωμένο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν οι ίδιοι οι επιστήμονες.

Τι συμβαίνει, όμως, εάν η διαδικασία επαναλαμβάνεται αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα το ίδιο; Οι νόμοι της κίνησης και οι νόμοι της βαρύτητας του Νεύτωνα κράτησαν την ακλόνητη αλήθεια τους για κάτι παραπάνω από 200 χρόνια, αφήνοντας στην άκρη τα «ανώμαλα αποτελέσματα» διάφορων πειραμάτων, στα οποία θα έπρεπε όμως να ισχύουν. Υπήρξαν, δηλαδή, το πρότυπο των «νόμων της φύσης». Όταν ο Plank, ο Bohr και ο Einstein, στις αρχές του 20ου αιώνα, άρχισαν να διατυπώνουν την κβαντική θεωρία (και τους δικούς της νόμους…) εστίασαν στην αναζήτηση μιας νέας Αλήθειας γι’ αυτές τις ανωμαλίες. Για να καταλήξουν ότι οι «νόμοι του Νεύτωνα» είχαν μόνο σχετική αξία. Η καινούργια νομοθεσία περιλαμβάνει και έναν «ακλόνητο νόμο» για το όριο που συνιστά η ταχύτητα του φωτός. Ωστόσο υπάρχουν ενδείξεις ότι κι αυτού του νόμου η αξία είναι, ίσως, σχετική.

Τα ίδια, σε γενικές γραμμές, αφορούν και τις «ιδιότητες της ύλης» σε διάφορα χημικά στοιχεία. Κι εκεί η νομοθεσία έμοιαζε οριστική. Ώσπου οι νανοτεχνολογίες ήρθαν να αλλάξουν τα δεδομένα.

Υπάρχει ένα τουλάχιστον ένοχο μυστικό για πολλούς απ’ αυτούς τους νόμους, ένα μυστικό που προδίδει τον βαθμό στον οποίο οι Αλήθειες της φυσικής είναι, τελικά, διανοητικές κατασκευές. Είναι οι γνωστές όσο και μυστηριώδεις, «σταθερές». Απ’ το g (επιτάχυνση της βαρύτητας) ως το h (σταθερά του Πλανκ), απ’ το k (σταθερά του Μπόλτζμαν) ως τη σταθερά του Αβογκάντρο, ακόμα κι αυτό το ατελείωτο π της σχέσης ανάμεσα στις ακτίνες και στις περιφέρειες των κύκλων, κάθε φορά που ξεφυτρώνει μια “σταθερά” είναι για να καλύψει μια τρύπα εξηγήσεων. Κάποια θεωρία (στη μαθηματική της διατύπωση) πρέπει να διασωθεί αφού φαίνεται να επαναλαμβάνονται τα αποτελέσματα που προέβλεπε στις πειραματικές διαδικασίες· ωστόσο δεν έχει εξηγηθεί ακόμα πλήρως κι ούτε είναι δυνατόν. Ας “φυτέψουμε” λοιπόν έναν συγκεκριμένο αριθμό (τη “σταθερά”) για να σώσουμε τα προσχήματα και την αξιοπιστία της θεωρίας έναντι της απαίτησης για κύρος της επιστημονικής Αλήθειας.

Η επιστημονική επανάσταση – κάθε τόσο…

Το 1962 ο αμερικάνος φυσικός και ιστορικός Thomas Kuhn κυκλοφόρησε ένα ιστορικο-αναλυτικό βιβλίο με τίτλο Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων. Χρησιμοποιώντας κάμποσα ντοκουμέντα απ’ την ιστορία των επιστημών (της χημείας, της φυσικής, της αστρονομίας) ο Kuhn τεκμηρίωσε την άποψη ότι η επιστήμη δεν εξελίσσεται γραμμικά αλλά μέσα από διαδοχές συχνά ανταγωνιστικών μεταξύ τους μοντέλων – εξήγησης – των – φυσικών – φαινομένων. Το ενδιαφέρον της άποψης του Kuhn και η επιρροή που άσκησε στη συνέχεια δεν περιορίζονται σε μια στείρα «ιστορία των ιδεών». Εισάγει στην ανάλυσή του, σαν παράγοντες σταθερότητας ή/και ανατροπής μιας θεωρίας που έχει υπάρξει ηγεμονική για ένα διάστημα, την καθημερινή πραγματικότητα των ίδιων των επιστημόνων. Απ’ τον καριερισμό που υπόσχεται η πρόσδεση σε μια δεδομένη επιστημονική Αλήθεια και η διαρκής επιβεβαίωσή της, ως τον συντηρητισμό και την έχθρα απέναντι σε αμφισβητήσεις. Απ’ τις σκόπιμες «αβλεψίες» και τα κατά συνθήκην ψεύδη (όταν τα δεδομένα δε συμφωνούν με την επικρατούσα προσέγγιση), ως την τολμηρή επιμονή εκείνων που, όντας «περιθωριακοί» σε σχέση με το θεωρητικό «κέντρο», προσπαθούν να τεκμηριώσουν όσο το δυνατόν πληρέστερα τις απόψεις τους σημαδεύοντας στα αδύνατα σημεία των αντιπάλων τους, στις «ανεξήγητες εξαιρέσεις». Απ’ τον ρόλο των χρηματοδοτήσεων των πανεπιστημίων και των ερευνητικών ινστιτούτων μέχρι τον ρόλο της τύχης.

Το σκάνδαλο της ιστορικής ανάλυσης του Kuhn είναι πως έδειξε ότι η επιστήμη δεν είναι και τόσο επιστημονική όσο θέλει να δείχνει κι όσο οι ειδικοί της θέλουν να πιστεύουμε. Από κοινωνική ή/και πολιτική άποψη αυτό είναι μια εύκολα αναγνωρίσιμη πραγματικότητα, μόλις ξε-μαγευτεί κάποιος απ’ την (μάλλον πατερναλιστική) αίγλη της επιστήμης. Πώς μπορεί άραγε να χωριστεί εντελώς η αναγνώριση εκείνου ή του άλλου «νόμου της φύσης» απ’ την προσωπικότητα, τα κίνητρα, την ιστορική περίοδο, τις σχέσεις, τα συμφέροντα, ακόμα και τους πόρους (δηλαδή την χρηματοδότηση) εκείνων που τον διατυπώνουν;

Η κριτική του Kuhn καθώς και άλλων που ακολούθησαν (δημιουργώντας έναν καινούργιο επιστημονικό κλάδο, αυτόν της ιστορίας της επιστήμης ή/και της επιστημολογίας) καθώς και ορισμένες σχετικά σύγχρονες ιδέες για την υποχρεωτική συσχέτιση του παρατηρούμενου με τον παρατηρητή, όπως και μερικές καθ’ όλα σεβαστές από επιστημονική άποψη θεωρίες (όπως η «αρχή της αβεβαιότητας» του Χάιζενμπεργκ) συγκλίνουν, σε ότι αφορά το θέμα μας, σ’ αυτό το συμπέρασμα: παρά το γεγονός ότι οι γενέθλιες πράξεις των επιστημών (και της φυσικής σαν του «καθαρού» υποδείγματός τους) περιλάμβαναν τον διαχωρισμό και την καταγγελία της θρησκευτικής μεταφυσικής, καμία επιστήμη, όσο συμπαγής κι αν εμφανίζεται, όσο φορτωμένη με πειράματα, αποδείξεις (ή/και διαψεύσεις) κι αν είναι, δεν βρίσκεται (και δεν μπορεί να βρίσκεται) έξω απ’ αυτό που λέμε ιδεο-λογία με την ευρεία έννοια της λέξης. Με την έννοια, δηλαδή, ότι αυτές οι Αλήθειες (οι επιστημονικές) είναι de facto ατελείς θεωρητικές κατασκευές που για να επιβληθούν παριστάνουν τους τέλειους κοσμικούς αντικαταστάτες του
“θεϊκού μεγαλείου”.

Η αμφισβήτηση ενώπιον της επιστήμης

Από την σκοπιά ενός εργατικού ανταγωνιστικού γνωσιολογικού κινήματος τίθενται κατά συνέπεια δύο τουλάχιστον ζητήματα.

Το πρώτο αφορά αυτό καθ’ εαυτό το κύρος των επιστημών και των Αληθειών τους. Ό,τι και αν αφορούν, είπαμε ήδη συνοπτικά, πως πρόκειται για «λάμψεις» που πρέπει (μεσοπρόθεσμα ή/και μακροπρόθεσμα) να τις θεωρούμε προσωρινές. Σημαίνει αυτό ότι θα πρέπει να κατρακυλίσουμε σε έναν σχετικισμό άνευ όρων ή ακόμα και στην αναβίωση δεισιδαιμονιών και προκαταλήψεων; Όχι, καθόλου! Σημαίνει όμως ότι δεν έχουμε κανένα λόγο να θυσιάζουμε την αξία γνώσεων (και τρόπων μάθησης) που θεωρούνται «εκτός επιστήμης» ή να τις/τους θεωρούμε υποχρεωτικά δευτερεύουσες / δευτερεύοντες. Μάλλον έχουμε πολλούς λόγους να ξανακρίνουμε αυτές τις γνώσεις κι αυτούς τους τρόπους, και μάλιστα να δημιουργήσουμε εκείνες τις γνωσιακές απαιτήσεις και τους μαθησιακούς προσανατολισμούς που θα αφήνουν ανοικτά περισσότερα ενδεχόμενα απ’ αυτήν την τόσο επιβλητική αλλά και τόσο αυτοαναφορική επιστήμη.

Το δεύτερο ζήτημα αφορά το κόστος της επιστήμης, των ερευνών της, των συμπερασμάτων και των εφαρμογών της. Βρισκόμαστε μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο, και ξέρουμε ότι τίποτα «επιστημονικό» δεν παράγεται έξω απ’ τα μεγάλα πορτοφόλια, είτε των κρατικών προϋπολογισμών είτε των επιχειρηματικών σχεδιασμών. Αλλά, σε τελευταία ανάλυση, αυτές οι τεράστιες ποσότητες χρήματος που πηγαίνουν στην όποια «επιστημονική έρευνα» έχουν υπεξαιρεθεί απ’ την εργασία, απ’ τη διάχυτη κοινωνική εργασία και δημιουργικότητα. Κι ωστόσο, σαν εργάτες, δεν έχουμε όχι τον πρώτο και τον τελευταίο (όπως θα έπρεπε) αλλά κανένα λόγο για την χρηματοδότηση των τεχνοεπιστημόνων.

Προφανώς υπάρχει ένα πολύ σοβαρό ζήτημα εδώ, που μπορεί να ονομαστεί ταξικό. Στην καθαρά θεωρητική περίπτωση που οι επιστήμες θα ανακάλυπταν και δε θα κατασκεύαζαν Αλήθειες, και στον βαθμό που αυτές οι Αλήθειες θα ήταν κοινωνικά χρήσιμες, θα μπορούσαμε να παραιτηθούμε απ’ τον έλεγχο του «τι κοστίζει τι», δείχνοντας εμπιστοσύνη στους επιστήμονες… Αλλά δε συμβαίνει τίποτα απ’ τα δύο, και δεν υπάρχει κανένα περιθώριο είτε στους επιστήμονες είτε στους άμεσους χρηματοδότες τους για να μας πείσουν ότι συμβαίνει. Οι επιστήμονες κατασκευάζουν Αλήθειες, και μάλιστα με άγνωστα κίνητρα· και αυτές οι κατασκευές είναι ανεξέλεγκτες (και, σε πολλές περιπτώσεις, γνωστά όπλα στα χέρια των σφετεριστών του κόσμου).

Συνεπώς, ένα ανταγωνιστικό γνωσιολογικό κίνημα, θα πρέπει στην εξέλιξή του να δημιουργήσει τις δικές του σταθερές μορφές αντι-έρευνας. Και θα πρέπει να εργαστεί, μαζί με τα υπόλοιπα, για τον διαρκή έλεγχο των επιστημών και των επιστημόνων. «Τι», για «ποιο σκοπό», και με «ποιο τίμημα»: το να απομυθοποιήσουμε τις επιστήμες σημαίνει να πάρουμε τον κόσμο απ’ το σκόπευτρό τους, και να τον ξαναβάλουμε εκεί που πραγματικά είναι. Στην αιτία τους, στην αφετηρία τους.

]]>
Προσομοίωση μιας εξέγερσης https://gameover.zp/2013/12/01/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%ce%bf%ce%bc%ce%bf%ce%af%cf%89%cf%83%ce%b7-%ce%bc%ce%b9%ce%b1%cf%82-%ce%b5%ce%be%ce%ad%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%83%ce%b7%cf%82/ Sun, 01 Dec 2013 16:05:46 +0000 http://gameoversite.gr/?p=547

Στο προηγούμενο τεύχος, κάναμε μια σύντομη αναφορά στην θεωρία συστημάτων, στην καταγωγή της μέσα από τα ερευνητικά εργαστήρια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, στην συμβολή της στην γενικότερη αλλαγή των αντιλήψεων των ειδικών των αφεντικών από το ’70 και μετά. Καταλήγαμε σε ένα όχι και τόσο επεξηγηματικό σχόλιο όσον αφορά την τάση της μηχανοποίησης σε επιστημονικό και όχι μόνο επίπεδο. Σε αυτό το τεύχος, θα κάνουμε ένα άλμα στο χρόνο και θα έρθουμε στο σήμερα για να δείξουμε ένα παράδειγμα που φωτίζει λίγο παραπάνω το σχόλιο της μηχανοποίησης του προηγούμενου τεύχους και δείχνει προς τα πού κοιτούν οι ειδικοί των αφεντικών. Βλέψεις οι οποίες μπορεί κανείς να τις διακρίνει από τα χρόνια της Κυβερνητικής της δεκαετίας του ’40.

Ο λόγος για την ανάπτυξη ενός μαθηματικού μοντέλου προσομοίωσης των εξεγέρσεων του Λονδίνου. Το εν λόγω μοντέλο παρουσιάστηκε από το τμήμα “επιστημών ασφάλειας και εγκλήματος” του University College London και αποτελεί ένα ακόμα απόκτημα της συλλογής του ερευνητικού κέντρου CASA (Center of Advanced Spatial Analysis) του UCL, ανάμεσα σε άλλα μαθηματικά μοντέλα που προβλέπουν το ένα ή το άλλο μέσα σε μια αστική περιοχή. Στόχος και σε αυτό το μοντέλο είναι η ανάπτυξη μιας μαθηματικής φόρμουλας κατάλληλα αλγοριθμοποιημένης, που θα είναι σε θέση να προβλέπει την όξυνση μιας αντίστοιχης εξέγερσης και θα δίνει την δυνατότητα στην αστυνομία να αντιδράει γρήγορα και αποτελεσματικά, πριν ξεφύγει η κατάσταση όπως συνέβη τον Αύγουστο του ’11.

Ένα ιδεατό σχήμα της μοντελοποίησης πραγματικών καταστάσεων έχει ως εξής: πρώτα συλλέγονται όλες οι πληροφορίες, τα στατιστικά δεδομένα και ό,τι άλλο μπορεί να φανεί χρήσιμο όσον αφορά το φαινόμενο που μελετάται. Στη συνέχεια, επιλέγεται το σύστημα αναφοράς (πχ. εξεγερμένοι – αστυνομικοί) και τα υπόλοιπα συστήματα που επιδρούν σε αυτό με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία και τις επιλογές των ερευνητών (πχ. χωροταξία της πόλης, προσβασιμότητα κλπ). Διατυπώνονται οι βασικές συναρτήσεις με βάση τις οποίες μοντελοποιούνται οι σχέσεις μεταξύ των μερών του συστήματος (πχ. οι κινήσεις των μεμονωμένων διαδηλωτών με βάση την κατεύθυνση του πλήθους, οι αλληλεπιδράσεις με την αστυνομία κλπ). Και τέλος, όλο αυτό παίρνει μια αλγοριθμική μορφή, ώστε να γίνει δυνατή η εκτέλεση της εφαρμογής στον υπολογιστή, να εκτιμηθούν τα αποτελέσματα του μοντέλου και να φανεί αν τελικά προσομοιάζει όντως την πραγματικότητα ή βρίσκεται εντελώς αλλού σε σχέση με το τί συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις.

3008621-inline-riot-simulation
Ο αριστερός χάρτης αναπαριστά τα “επίπεδα” της εξέγερσης με βάση τα πραγματικά στοιχεία, ενώ ο δεξιός αποτυπώνει τις προβλέψεις του μοντέλου για τις ίδιες περιοχές. Δεν υπάρχει και ιδιαίτερη ταύτιση των αποτελεσμάτων, αλλά και αυτή που υπάρχει θεωρείται αρκετή για την αξιοπιστία του μοντέλου.

 

Ο Toby Davies, ένας εκ των ερευνητών που ανέπτυξαν το συγκεκριμένο μοντέλο, δήλωσε ότι οι εξεγέρσεις είναι σπάνια γεγονότα και είναι πολύ δύσκολο να προβλεφτεί η εξέλιξή τους. Κατά συνέπεια, ένα από τα κύρια στρατηγικά θέματα που προέκυψαν ως βασικό μέλημα για την αστυνομία, κατά την διάρκεια των ταραχών του 2011 στο Λονδίνο, ήταν το πότε και το πού έπρεπε να αναπτύξει τους πόρους της και πόσοι αστυνομικοί χρειάζονταν για να ελέγξουν την κατάσταση. Η δήλωση αυτή μας οδηγεί αναπόφευκτα στο να πούμε τρία πράγματα πάνω σε αυτό. Πρώτον η αλλοτρίωση του επαγγέλματος μπορεί να οδηγήσει κάποιον στο σημείο να αντιμετωπίζει την κοινωνική υποδομή μιας χώρας, τα τάγματα ασφαλείας της δημόσιας τάξης και τις πηγές εσόδων μιας επιχειρήσεις με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: σαν “πόρους” [resources]. Άλλωστε, μετά από χρόνια τριβής μπροστά από αλληλουχίες μαθηματικών συμβόλων και χορούς ψηφιακών εικονοστοιχείων τί διαφορά έχει αν αυτά προσομοιάζουν το ένα ή το άλλο πράγμα (λες και διαφέρουν οι συνταγές των συναρτήσεων…). Δεύτερο αξιοσημείωτο γεγονός: ούτε λόγος για τα κοινωνικά προβλήματα που ενδέχεται να οδήγησαν στην εξέγερση του 2011. Αλλά απ’ την άλλη τί θα είχαν να πουλήσουν στους μπάτσους αν περιορίζονταν στο απλό και κατανοητό: σταματάτε να πυροβολείτε υπόπτους στον δρόμο άμα δεν θέλετε εξεγέρσεις! Αλλού όμως είναι τα λεφτά και ένα ερευνητικό κέντρο με την σφραγίδα του UCL και με γενναίες κρατικές χρηματοδοτήσεις πρέπει να έχει να επιδείξει έργο. Τρίτο και τελευταίο: είναι καθαρά και ξάστερα μπάτσοι! Και το χειρότερο, δεν φαίνεται να ενοχλεί κανέναν.

]]>
System Theory https://gameover.zp/2013/06/30/system-theory-%ce%b8%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%83%cf%85%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%89%ce%bd/ Sun, 30 Jun 2013 17:30:41 +0000 http://gameoversite.gr/?p=572
Από τα ερευνητικά του Β’ παγκοσμίου στην κυβερνητική

Λέγεται ότι όλες οι σύγχρονες ηλεκτρονικές τεχνολογίες και οι θεωρίες που τις συνοδεύουν γεννήθηκαν μέσα από τα ερευνητικά προγράμματα του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Το πολεμικό κλίμα της εποχής εντατικοποίησε την έρευνα και έφερε σε συνεργασία επιστήμονες από τελείως διαφορετικούς κλάδους για την αντιμετώπιση σύνθετων προβλημάτων. Συγκεκριμένα δύο είναι οι άνθρωποι που έχουν μείνει στην ιστορία περισσότερο από κάθε άλλον μέσα από αυτά τα ερευνητικά, ο Claude Shannon, ο οποίος θεωρείται πατ­έρας της θεωρίας της πληροφορίας και ο Norbert Wiener, ο οποίος διατύπωσε την «κυβερνητική».

Ο Wiener ήταν ήδη γνωστός μαθηματικός (δίδασκε στο ΜΙΤ) και είχε εμπειρία από τα ερευνητικά εργαστήρια του στρατού στο Aberdeen κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, ο Wiener συνεργάστηκε με τον νευροφυσιολόγο Arturo Rosenblueth της Ιατρικής Σχολής του Harvard σε μια ερευνητική προσπάθεια, που με την βοήθεια του νεαρού μηχανικού Julian Bigelow, οδήγησε στην ανάπτυξη κάποιων αυτοματισμών για αντι-αεροπορικά οπλικά συστήματα. Μέσα από τη δουλειά τους αυτή άρχισε να αναπτύσσεται μια καινούργια επιστημονική περιοχή, στην οποία ζητούμενο ήταν να διατυπωθεί ένα κοινό μεθοδολογικό πλαίσιο ανάλυσης διαφορετικών “συστημάτων συμπεριφοράς”: των ανθρώπων, των ζώων και των μηχανών.

Ο Wiener στο βιβλίο που θα εκδώσει το 1948 με τίτλο «κυβερνητική: έλεγχος και επικοινωνία στα ζώα και τις μηχανές» και στο πιο εκλαϊκευμένο «κυβερνητική και κοινωνία» δύο χρόνια αργότερα, θα διατυπώσει τις βασικές αρχές της νέας αυτής επιστημονικής περιοχής. Κεντρική ιδέα πίσω από την κυβερνητική υπήρξε η ομοιότητα μεταξύ ζωντανών οργανισμών και τεχνολογικών μηχανισμών, μία ομοιότητα που μοντελοποιήθηκε με τις έννοιες του συστήματος, της ομοιόστασης [ref]Η ομοιόσταση στη βιολογία ορίζεται ως η ικανότητα του ζωντανού οργανισμού να διατηρεί σταθερές τις συνθήκες του εσωτερικού του περιβάλλοντος (θερμοκρασία, συγκεντρώσεις διάφορων συστατικών κτλ.).[/ref] και της ανάδρασης (ή ανατροφοδότησης). Ένα κλασσικό παράδειγμα αναλογίας ζωντανού οργανισμού και μηχανής είναι το εξής: o θερμοστάτης για το “σύστημα θέρμανσης” του δωματίου είναι ένας “μηχανισμός ανάδρασης”, που παίρνει τιμές από ένα θερμόμετρο και αντίστοιχα ρυθμίζει την θερμοκρασία. Με τον ίδιο τρόπο στο “σύστημα θέρμανσης” του σώματος ο εγκέφαλος παίρνει σήμα από τους “θερμοϋποδοχείς” του δέρματος και ανατροφοδοτεί το σύστημα μέσω των ιδρωτοποιών αδένων και των αιμοφόρων αγγείων.

 

Από την κυβερνητική στη θεωρία συστημάτων

Πολλοί επιστήμονες θα συνδράμουν στην εξέλιξη αυτών των αντιλήψεων, μέχρις ότου να διευρυνθεί αυτός ο τομέας και να αποκτήσει το όνομα «επιστήμη των συστημάτων», με την κυβερνητική να παραμένει ένα υποσύνολό της το οποίο επικεντρώνεται στη μελέτη κυβερνητικών συστημάτων. Αυτή η εδραίωση θα σημαδευτεί από το βιβλίο «γενική θεωρία των συστημάτων: βάσεις, εξέλιξη, εφαρμογές»[ref]Ο τίτλος στα αγγλικά είναι «General System Theory» και παρόλο που στην ελληνική βιβλιογραφία συναντάται συνήθως ως «Γενική Θεωρία των Συστημάτων», μπορεί να μεταφραστεί και «Θεωρία των Γενικών Συστημάτων». Το παιχνίδι με τις λέξεις εδώ δεν είναι τυχαίο καθώς οι δύο αυτές μεταφράσεις αντικατοπτρίζουν συχνά τον διαφορετικό τρόπο που προσεγγιζόταν το ζήτημα από τους εκάστοτε ερευνητές. Εμείς θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πρώτη εκδοχή αντιστοιχεί περισσότερο στην ιδεολογία του πράγματος, ενώ η δεύτερη ενδεχομένως σε πιο πρακτικές εφαρμογές.[/ref] του βιολόγου Ludwig von Bertalanffy που θα εκδοθεί το 1968 και θα αποτελέσει σημείο αναφοράς από εκεί και πέρα. Δεν είναι εδώ ο χώρος για να εξιστορήσουμε όλη αυτήν την πορεία, άλλωστε ένα καλό googlάρισμα είναι αρκετό για να κατατοπιστεί κανείς. Αξίζει όμως να σημειώσουμε κάποια βασικά στοιχεία της θεωρίας συστημάτων για να μπορέσουμε να κάνουμε και δυο σχόλια πάνω σε αυτά.

Η βασική λογική που διέπει όλες αυτές τις αντιλήψεις ξεκινάει από το εξής αξίωμα: όλα είναι σύστημα. Από τη μεγακλίμακα των πλανητών και των γαλαξιών μέχρι την μικροκλίμακα των κβάντων και από την άβυσσο της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, μέχρι τη μελέτη της οικονομίας, όλα μπορούν να περιγραφούν και να αναλυθούν με όρους συστήματος. Το σύστημα ορίζεται σαν ένα πλέγμα στοιχείων μαζί με τις σταθερές αλλά και τις απροσδόκητες σχέσεις μεταξύ αυτών των στοιχείων, οι οποίες αναδύονται κατά τη λειτουργία του συστήματος.

Υπάρχουν τρία πράγματα να σημειώσουμε εδώ. Πρώτον, κάθε σύστημα έχει κάποιου είδους συνάφεια ή ενότητα που επιτρέπει τη διάκρισή του από άλλα συστήματα και την αντιμετώπισή του ως οντότητα. Έτσι ένα σύστημα είναι ένα “σύνολο” κατ’ αντιστοιχία με τον τρόπο που αυτός ο όρος χρησιμοποιείται στα μαθηματικά, στα οποία ό,τι είναι κοινό σε ένα σύνολο είναι που το διαχωρίζει από όλα τα άλλα. Δεύτερον, αυτό που συνιστά ένα σύστημα δεν είναι απλά ένα σύνολο από διακριτά μέρη αλλά το γεγονός ότι αυτά τα μέρη είναι αλληλοσυνδεόμενα και αλληλοεξαρτώμενα. Έτσι έμφαση δίνεται όχι στις απλές σχέσεις αιτίου – αιτιατού μεταξύ των στοιχείων, αλλά στην όλη οργάνωση του συστήματος ως συνόλου και όχι κατακερματισμένου. Τρίτον ένα σύστημα μπορεί να αποτελείται από άλλα υπο-συστήματα όπως επίσης και το να είναι μέρος ενός υπερ-συστήματος. Έτσι η λειτουργία κάθε συστήματος (ή υποσυστήματος) πρέπει να κατανοηθεί όχι μόνο σε σχέση με τον τρόπο που τα μέρη του συνδέονται “εσωτερικά” μεταξύ τους, αλλά και “εξωτερικά” με τα μέρη άλλων συστημάτων.

Ας δούμε ένα παράδειγμα για να καταλάβουμε τι είναι όλα αυτά τα θεωρητικά. Έστω ότι ο ανθρώπινος οργανισμός είναι ένα σύστημα που αποτελείται από διακριτά μέρη όπως τα όργανα. Η υγιής λειτουργία του συστήματος ανθρώπινος οργανισμός, προϋποθέτει τη δραστήρια διασύνδεση των οργάνων, μέσω του κυκλοφοριακού συστήματος, το οποίο μεταφέρει το αίμα από την καρδιά στον εγκέφαλο, το συκώτι, τα νεφρά κλπ. Στην τεχνική γλώσσα της θεωρίας συστημάτων, θα έλεγε κανείς ότι το νεκρό σώμα είναι αυτό που στις διασυνδέσεις μεταξύ των μερών του παρατηρείται “διακοπή λειτουργίας”. Επίσης, η υγιής λειτουργία των πνευμόνων του ανθρώπινου συστήματος εξαρτώνται από τον αέρα που εισέρχεται από το εξωτερικό περιβάλλον ή αλλιώς “οικοσύστημα”. Με τη σειρά του το οικοσύστημα μιας περιοχής μπορεί να εξαρτάται από άλλα συστήματα, όπως το κυκλοφοριακό και την εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα από τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων κ.ο.κ.

 

Το ξεπέρασμα της μηχανιστικής αντίληψης

Όλα αυτά μπορεί να πει κανείς ότι είναι εντελώς αυθαίρετα και θα έχει δίκιο. Αλλά πότε η επιστήμη δεν ήταν αυθαίρετη; Από την άλλη όμως, οι ιδέες και οι θεωρίες που παράγονται ανά εποχή είναι άμεσα συνυφασμένες με τις ιστορικές συνθήκες που κυριαρχούν. Η μηχανιστική λογική εδραιωμένη κυρίως μέσα από την δουλειά του Καρτέσιου και του Νεύτωνα αρχίζει από το 1920 και μετά να δέχεται αμφισβητήσεις σε επιστημολογικό επίπεδο με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την θεωρία του χάους την δεκαετία του ’60. Ειδικά μέσα στη δεκαετία του ’60 και ακόμα πιο έντονα το ’70 οι αιτιοκρατικές, μηχανιστικές αντιλήψεις που βλέπουν αίτια και αποτελέσματα να διαδέχονται το ένα το άλλο με έναν γραμμικό τρόπο θα περιοριστούν και θα μετατοπιστούν απ’ το προσκήνιο ως κομμάτια του οικοδομήματος της βιομηχανικής φάσης του καπιταλισμού που πλησιάζει στο τέλος του.

Η θεωρία συστημάτων αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτήν την αλλαγή. Η βασική θεώρηση των επιστημόνων ότι το σύμπαν αποτελείται από κομμάτια, τακτοποιημένα ιεραρχικά, καθένα από τα οποία μπορούν να μελετηθούν ανεξάρτητα, τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η αναγωγή, η ανάλυση δηλαδή του κάθε προβλήματος σε επιμέρους, έως ένα επίπεδο αρκετά “απλό” για να απαντηθεί και ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία να έρθει και η απάντηση στο αρχικό “σύνθετο” ζήτημα, χάνει τo κύρος της σαν πανάκεια σε κάθε πρόβλημα. Από την άλλη μια πιο ολιστική, “οργανική” προσέγγιση που βάζει στο κέντρο της προσοχής της την αλληλεπίδραση θα εγκαθιδρυθεί και θα διαμορφώνει έως ένα βαθμό την επιστημονική έρευνα από εκεί και πέρα.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που οι δεκαετίες του 1960 και 1970, δεκαετίες κοινωνικής αναταραχής και εξεγέρσεων, συνέπεσαν με αυτές τις αλλαγές στην επιστημονική σκέψη. Γιατί οι κοινωνικές εκρήξεις της εποχής με τη δυναμική και την ποιότητά τους απέδειξαν ότι ο κόσμος δε χαρακτηρίζεται σε καμία περίπτωση από “ομοιομορφία”, “τάξη”, “ισορροπία” και “σταθερότητα” (έννοιες τόσο κεντρικές στην μηχανιστική αντίληψη) και ότι χρειάζονται πολλά παραπάνω από μεριάς αφεντικών για να κατανοήσουν την πραγματικότητα των κοινωνικών σχέσεων. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό των ψυχολόγων και των κοινωνιολόγων που βρίσκονταν με κατεβασμένα τα παντελόνια μπροστά σε εκρήξεις που αδυνατούσαν να κατανοήσουν, πόσο μάλλον να προβλέψουν. Κάπως έτσι προέκυψε ότι από το να ψάχνεις τα τραύματα των παιδικών χρόνων ίσως είναι καλύτερο να ψυχολογείς μαζί με τον “ασθενή” τους συγγενείς και τους φίλους του (οι αλληλεπιδράσεις του “ασθενή” με τα μέλη του κοινωνικού συστήματος που ανήκει είναι εξίσου -αν όχι περισσότερο- σημαντικές από τη δράση του ίδιου από μόνου του). Ειδικά η διατύπωση των αναδυόμενων (emergent) ιδιοτήτων ως δομικό στοιχείο των συστημάτων παρουσιάστηκε ως ο πλέον ρεαλιστικός τρόπος για την ανάγνωση των ποιοτικών αλλαγών τόσο σε βιολογικά, όσο και σε κοινωνικά φαινόμενα.

 

Η θεωρία συστημάτων σαν τον κοινό έδαφος της μηχανοποίησης

Ένα βασικό χαρακτηριστικό της θεωρίας συστημάτων είναι ότι από την εποχή του Wiener κιόλας απαιτεί αξιώσεις για τον εαυτόν της ως καθολικού επιστημονικού εργαλείου που δεν περιορίζεται από τους επιμέρους τομείς της επιστήμης. Μπορεί οι οικονομολόγοι να μελετούν οικονομικά συστήματα, οι κοινωνιολόγοι κοινωνικά, οι βιολόγοι βιολογικά, οι φυσικοί φυσικά κ.ο.κ. αλλά όλοι μελετούν συστήματα. Και όλα τα συστήματα (λένε οι συστημικοί θεωρητικοί) έχουν κοινά πρότυπα, κοινές συμπεριφορές και ιδιότητες, οπότε αντίστοιχα πρέπει να δημιουργηθούν και κάποια κοινά εργαλεία στην μελέτη όλων αυτών των διαφορετικών συστημάτων.
Στην ουσία η καινοτομία της θεωρίας συστημάτων ήταν ότι έστρωσε το έδαφος για μια διευρυμένη ποσοτικοποίηση/μαθηματικοποίηση της επιστήμης, που με τα τότε πρότυπα (της φυσικής και κυρίως της θερμοδυναμικής) δεν μπορούσε να επιτευχθεί. Και ήταν τόσο επίκαιρες για την εποχή και τις ανάγκες του υπό αναδιάρθρωση καπιταλισμού αυτές οι ιδέες, που όλοι (ή σχεδόν όλοι) οι επιστήμονες περπάτησαν και περπατούν πάνω σε αυτό το έδαφος, είτε το κάνουν συνειδητά είτε όχι.

]]>
η φυσική ως ιδεολογία https://gameover.zp/2013/04/10/%ce%b7-%cf%86%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%83%ce%b1%ce%bd-%ce%b9%ce%b4%ce%b5%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%af%ce%b1/ Wed, 10 Apr 2013 14:34:13 +0000 http://gameoversite.gr/?p=805

Η φυσική δεν είναι απλά επιστήμη. Είναι η επιστήμη των επιστημών, η Πρότυπη Επιστήμη, πάνω στα μοτίβα της οποίας έχουν στηθεί (ή προσπαθούν να στηθούν) όλες οι υπόλοιπες γνωσιολογίες, για να θεωρούνται κι αυτές “επιστήμες”. Το μοντέλο “παρατήρηση” και “πείραμα – απόδειξη ή διάψευση” έχει προωθηθεί σαν το πιο ακλόνητο τεκμήριο του ότι η φυσική επιστήμη είναι ξένη προς ιδέες και απόψεις που λειτουργούν σαν προκαταλήψεις, και ότι (αντίθετα) είναι αυστηρά προσηλωμένη στο αντικείμενό της (τον υλικό κόσμο), ο οποίος, μέσω της σιωπηλής συμμετοχής του στα όποια πειράματα, καθοδηγεί με ασφάλεια την γνώση.

Φυσικά, τα πιο πάνω, λειτουργούν στις πρώτες (εκπαιδευτικές) φάσεις που κάποιος / κάποια μαθαίνει τους “νόμους” της φυσικής. Η ίδια η έννοια του “νόμου” είναι επιλεγμένη έτσι ώστε να παραπέμπει σε ακλόνητη αλήθεια. Δεν πρόκειται για ανθρώπινους νόμους, για νόμους που ψηφίζονται από κοινοβούλια ή θεσπίζονται αυθαίρετα από βασιλιάδες ή δικτάτορες. Πρόκειται για “νόμους της φύσης”, δηλαδή για κάτι ενδογενές στον φυσικό κόσμο, στην ύλη ή στους γαλαξίες, κάτι πέρα απ’ τις ανθρώπινες προθέσεις. Όμως, στα μεσαία και ακόμα πιο έντονα στα ανώτερα κλιμάκια της φυσικής, εκεί που η λέξη (και ρευστή έννοια) φιλοσοφία δεν θεωρείται καθόλου ξένη ή ασύμβατη με την φυσική, οι ειδικοί γνωρίζουν ότι η επιστήμη των επιστημών κάθε άλλο από απαλλαγμένη είναι από ιδεολογίες, προκαταλήψεις, ιστορικά προσδιορισμένες πεποιθήσεις, ταπεινά συμφέροντα και όλα τα άλλα που κάνουν τις συνηθισμένες “αλήθειες” να μοιάζουν αφόρητα σχετικές. Εξάλλου, υπάρχει ένας άλλος επιστημονικός κλάδος, η επιστημολογία, που εξετάζει ακριβώς αυτό: την κάθε άλλο παρά αυστηρή και “υπερανθρώπινη” συγκρότηση των αληθειών και των μεθοδολογιών της φυσικής. Παρότι στον μέσο πιστό του θετικισμού μοιάζει ενοχλητικό, η φυσική είναι γεμάτη ιδεολογία – αν και όχι υποχρεωτικά τις τρέχουσες ιδεολογίες καθημερινής χρήσης.

Αξίζει να γυρίσουμε πολύ πίσω, στα βασικά. Κάποιος φιλόσοφος (ας τονιστεί η λέξη “φιλόσοφος») απ’ τα Άβδηρα της θράκης, ονόματι Δημόκριτος, διατυπώνει κάπου 4 αιώνες π.Χ., μια καινοφανή θεωρία. “Η ύλη”, λέει ο Δημόκριτος, “απαρτίζεται από ελάχιστες αδιάσπαστες ποσότητες” – κι αυτές τις “ελάχιστες αδιάσπαστες ποσότητες” ο Δημόκριτος τις ονόμασε άτομα. Αιώνες μετά, η επιστήμη των επιστημών, αποτίοντας φόρο τιμής στον Δημόκριτο (απ’ τις ιδέες του οποίου κατάγεται ιστορικά, αν και με τεράστια χρονικά κενά), εξακολουθεί να ονομάζει “άτομα” κάποιες ελάχιστες ποσότητες ύλης• αν και έχει καταφέρει να τις διασπάσει σε ακόμα μικρότερες, και ακόμα μικρότερες….

Όμως υπάρχει ένα βασικό ερώτημα. Πώς ήταν δυνατόν ο Δημόκριτος να διατυπώνει, το 400 π.Χ., μια ατομική θεωρία για την ύλη; Αν αυτή τη θεωρία τη συνδυάσει κανείς με κάποια εποπτικά όργανα (ας πούμε μικροσκόπια) ώστε να της προσδώσει το κύρος της “παρατήρησης” και, άρα, της “αντικειμενικής αλήθειας”, θα κάνει τραγικό λάθος. Ο Δημόκριτος, βέβαια, δεν είχε παρατηρήσει τα άτομα• όμως, εάν θέλουμε να είμαστε ακριβείς κανένας δεν τα έχει παρατηρήσει, ποτέ! Τα άτομα “δεν φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού”, πράγμα που σημαίνει ότι βρίσκονται εκτός του παρατηρησιακού φάσματος.
Όμως, αφού ο Δημόκριτος δεν είδε ποτέ άτομα σαν ελάχιστες αδιάσπαστες ποσότητες ύλης, γιατί μίλησε με τέτοια σιγουριά για την ύπαρξή τους; Μήπως ήταν ένας τρελός, γοητευτικός ίσως στην εποχή του, αλλά σίγουρα αλλοπαρμένος; Και τέτοιος θα μπορούσε να θεωρηθεί… Το σίγουρο είναι ότι ο Δημόκριτος (ένας άνθρωπος πολυταξιδεμένος στην εποχή του, μια εποχή κάθε άλλο παρά εύκολη για ταξίδια μεγάλων αποστάσεων: αίγυπτο, περσία, βαβυλώντα, αιθιοπία, ινδία… • ένας άνθρωπος επίσης με πολύπλευρα ενδιαφέροντα: μαθηματικά, γεωμετρία, μουσική, γλωσσολογία, τέχνη του πολέμου, κοσμολογία, βιολογία, γεωλογία, γεωγραφία, ηθική, λογική, αισθητική, ιστορία, αστρονομία…) μετέφερε στην συγκρότηση της ύλης αυτό που του φαινόταν το ιδανικότερο πολίτευμα: την δημοκρατία της πόλης / κράτος, την οποία εξάλλου έζησε. Όπως η πόλις είναι ένα όλο με ξεχωριστές μορφολογικές ή άλλες ιδιότητες, που όμως έχει σαν έσχατο και αδιαίρετο συστατικό τον πολίτη / άτομο (: ά-τομο: δεν τέμνεται…), έτσι και η ύλη (σκέφτηκε ο Δημόκριτος) μπορεί να έχει διάφορες μορφές, όμως τελικά συνίσταται από ένα σύνολο έσχατων σε μέγεθος και αδιαίρετων συστατικών, που είναι τα άτομα.

Ασφαλώς, στην καθημερινή γλώσσα, ξέρουμε καλά αυτήν την διπλή έννοια της λέξης “άτομο”, ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιείται. “Άτομο” είναι ο καθένας μας (αν και όχι μη τεμνόμενο…)• “άτομο” είναι επίσης ένα βασικό στοιχείο της ύλης, αν και όχι το έσχατο. Για τον Δημόκριτο, στην διατύπωση μιας θεωρίας για την φύση, η οποία δεν μπορούσε μεν να αποδειχθεί, αλλά δεν χρειαζόταν κιόλας, μιας και ήταν φιλοσοφική, δεν υπήρχε καμία αντίφαση μεταξύ του ατόμου – πολίτη / βασικού συστατικού της πόλεως και του ατόμου – ελάχιστης ύλης / βασικού συστατικού του κόσμου.

Ωστόσο, η μεταφορά της πολιτικής πραγματικότητας μιας ορισμένης εποχής σε μια θεωρία για την φύση, παρά την τόλμη του Δημόκριτου, δεν συνιστά καθόλου αυτό που θα ονόμαζε κανείς “ακλόνητη αλήθεια”. Είναι μια γοητευτική περιπέτεια της σκέψης – αυτό είναι βέβαιο. Αλλά σαν τέτοια, δεν θα έπρεπε να “ζυγίζει” περισσότερο από άλλες γοητευτικές περιπέτειες της σκέψης, που δεν διεκδικούν την αλήθεια της “επιστήμης”.

Ο Δημόκριτος, παρότι μνημονεύεται σαν πηγή έμπνευσης και πατέρας της σύγχρονης φυσικής, είναι πολύ παλιός – έτσι ώστε η ουσιαστικά ιδεο-λογική σκέψη του να μπορεί να θεωρηθεί σαν “παιδική αρρώστια” της επιστήμης των επιστημών. Ο Ισαάκ Νεύτων είναι επίσης παλιός, αλλά όχι τόσο. O Νεύτωνας, με το Philosophia Naturalis Principia Mathematica που δημοσίευσε το 1687, καθόρισε την φυσική των επόμενων τριών αιώνων. Δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ένας “αρχετυπικός φυσικός”, ένας “αρχετυπικός επιστήμονας”. Ο Νεύτωνας υποστήριξε πολλά, όμως δεν είχαν όλα λογική συνοχή, και αρκετά ήταν αδύνατο ακόμα και να αποδειχθούν – εάν υποθέτουμε ότι πράγματι η απόδειξη είναι ο φύλακας της φυσικής σαν επιστήμης. Για παράδειγμα, διατύπωσε μια θεωρία για τα χρώματα. Σύμφωνα μ’ αυτήν, το φως αποτελείται από ακτίνες μικρής διατομής και διαφορετικού συντελεστή διάθλασης, που μπορούν να διαχωριστούν, να ξαναενωθούν, να διαθλαστούν, χωρίς όμως να αλλάζει η εσωτερική τους συγκρότηση. Αλλά αυτή η “φυσική ερμηνεία” ήταν προβληματική στον λογικό έλεγχο, όπως παρατηρεί ο Paul Feyerabend στο “Ενάντια στην Μέθοδο”:

… Αν σκεφτούμε όμως ότι η επιφάνεια ενός κατόπτρου είναι πολύ ανώμαλη σε σχέση με την διατομή των ακτίνων [του φωτός], η θεωρία φαίνεται ασυνεπής προς το γεγονός της ύπαρξης κατοπτρικών ειδώλων (που τη δεχόταν κι ο Newton). Πράγματι, αν το φως αποτελείται από ακτίνες, το κάτοπτρο πρέπει να συμπεριφέρεται σαν μια ανώμαλη επιφάνεια, δηλαδή θα ‘πρεπε να φαίνεται σε μας σαν ένας τοίχος. Ο Newton διατήρησε τη θεωρία του εξαφανίζοντας τη δυσκολία με μια ad hoc υπόθεση: “η ανάκλαση της ακτίνας δεν οφείλεται σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο του κατόπτρου, αλλά σε κάποια δύναμη που είναι απλωμένη ομοιόμορφα σ’ ολόκληρη την επιφάνεια”…

Πρόκειται για αυθαιρεσία, για λαθροχειρία, ή – για να είμαστε αυστηροί – “ατιμία”, εάν κριθεί με την αυστηρότητα των επιστημονικών κριτηρίων. Και δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό, στον Νεύτωνα ή στους επόμενους (διάσημους) φυσικούς.

Εν πάσει περιπτώσει – και επειδή το θέμα δεν είναι η θεωρία των χρωμάτων του Νεύτωνα – ο συγκεκριμένος πατέρας της φυσικής έμεινε περισσότερο διάσημος στο ευρύτερο κοινό για την θεωρία της βαρύτητας. Από ιστορική άποψη, θα μπορούσε να θεωρηθεί σκάνδαλο το γεγονός ότι, ενώ τα πράγματα πέφτουν “ανέκαθεν” (και συχνά με επώδυνο τρόπο για τους ανθρώπους…), κανείς ποτέ πριν δεν σκέφτηκε ότι υπάρχει κάποια “δύναμη” που τα “τραβάει προς τα κάτω”. Είναι προφανές ότι, προκειμένου να το σκεφτεί ο Νεύτωνας, έπρεπε να έχει ωριμάσει μια γενική και αφηρημένη έννοια της “δύναμης”, χωρίς άμεση επαφή (έλξη ή απώθηση). Και το πρόβλημα – που ποτέ δεν διδάσκεται στα σχολεία και στις προπτυχιακές σπουδές των πανεπιστημίων – είναι πολύ σοβαρό: 4,5 αιώνες μετά, και παρά τις υποτιθέμενες προόδους της επιστήμης / φυσικής, κανείς δεν ξέρει τι είναι αυτή η “δύναμη” που λέγεται “βαρυτική έλξη”!!!

Η έμπνευση του Νεύτωνα περί βαρυτικής έλξης και βαρύτητας μπορεί μεν να θεωρείται (επιστημονικά) κοινότοπη, όμως το να υποστηρίζει κάποιος κάτι για το οποίο δεν ξέρει τίποτα (ή τα παρατηρησιακά δεδομένα του δεν είναι επαρκή), το 1687 ή το 1987, δεν είναι πολύ καλύτερο απ’ την θέση του Δημόκριτου περί ατόμων. Το γιατί προέκυψε στο μυαλό του Νεύτωνα μια τέτοια ιδέα που, παρά την πτώση των πραγμάτων, δεν είχε γεννηθεί στο μυαλό κανενός προηγούμενου παρατηρητή της φύσης, μπορεί να έχει πολλές εξηγήσεις. Αυθαιρεσία, γοητευτική οπωσδήποτε. Ή χριστιανισμός. Αν και ο Νεύτωνας δεν ήταν συνεπής με τις τυπικές υποχρεώσεις των χριστιανών της εποχής του, ήταν βαθιά θρήσκος, και η ύπαρξη (και η παντο-δυναμία του θεού) διατρέχει όλο του το έργο. Η έννοια της βαρυτικής έλξης / δύναμης που εισηγήθηκε είναι μια αλληγορία της ελκτικής δύναμης του (“μεγάλου”) θεού σε σχέση με τους (“μικρούς”) ανθρώπους και τα πράγματα, όλα έργα της δημιουργίας του. Αυτό δεν βγάζει τον Νεύτωνα “σκάρτο”. Απλά υπενθυμίζει το αθόρυβο έργο της ιδεολογίας, εκεί που (υποτίθεται) δεν θα έπρεπε να έχει ούτε ελάχιστη θέση.

Θα μπορούσε κανείς να έρθει στο σήμερα και να μιλήσει για το “μποζόνιο του Χίγκς” (χαϊδευτικά “σωματίδιο του θεού”…) ή για την “θεωρία των υπερχορδών”. Αξίζει όμως να ψάξει κανείς το πώς η γενική θεωρία της σχετικότητας δημιουργήθηκε σαν τέτοια από τον Αϊνστάιν• γιατί προωθήθηκε απ’ τα τότε ιερά τέρατα της γερμανικής φυσικής φιλοσοφίας, και γιατί ταυτόχρονα απορρίφθηκε χωρίς δεύτερη κουβέντα απ’ τα αντίστοιχα ιερά τέρατα της γαλλικής και της αγγλικής φυσικής. Το γεγονός ότι, λίγα χρόνια αργότερα, άρχισε να υιοθετείται σαν επανάσταση στην φυσική καθόλου δεν σήμαινε πως είχε εν τω μεταξύ αποδειχθεί πέραν κάθε αμφιβολίας• αυτό είναι ακόμα ζητούμενο και πάντα είναι πιθανό να συμβεί το αντίθετο. Τόσο η απόρριψη, όσο και η υιοθέτηση της θεωρίας της σχετικότητας είχε ταπεινά κίνητρα. Και οι ιδεολογικές σταθερές (ή, αντίθετα, η ιδεολογική τόλμη) δεν ήταν τα πιο άγνωστα ανάμεσά τους.

Εν τω μεταξύ, στα υψηλά κλιμάκια των φυσικών, σήμερα, δεν είναι καθόλου σπάνιο οπαδοί αντιτιθέμενων θεωριών να αλληλοκατηγορούνται για μεταφυσική – ακόμα και για θεολογία! Το ενδιαφέρον είναι πως η μεταφυσική ποτέ δεν υπήρξε ξένη (ή αυστηρά “εξωτερική”) με την φυσική• είτε λόγω των λαθροχειριών όσων διατύπωναν θεωρίες, είτε εξαιτίας του ίδιου των “υπερ-παρατηρησιακού” χαρακτήρα των περισσότερων θεωριών• είτε λόγω των σκόπιμων ή δόλιων αβλεψιών στα παρατηρησιακά δεδομένα που δεν ταιριάζουν, είτε λόγω των “αξιωματικών παραδοχών” κάθε φορά που μια θεωρία δεν μπορεί να εξηγήσει κάτι στο πεδίο της. Αν υπάρχει ένα γνωστό σε όλους μνημείο των “ατελειών” της πιο τέλειας επιστήμης (και άρα των μπαλωμάτων που μόνο πάνω σε ευρύτερο ιδεολογικό πάπλωμα μπορούν να γίνουν), αυτό είναι οι μυστηριώδεις αμετάβλητες de facto σταθερές – που μαθαίνουμε σαν ποίημα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Από το g (επιτάχυνση της βαρύτητας) ως το h (σταθερά του Πλανκ), το k (σταθερά του Μπόλτζμαν), την σταθερά του Αβογκάρντο, κλπ κλπ. Όπου υπάρχουν τέτοιες “σταθερές”, αποτελούν μια μαθηματική / αριθμητική κατασκευή για να διασωθεί κάποια θεωρία… Πίσω τους κρύβονται ανομολόγητη αμηχανία έως άγνοια. Και πίσω από κάθε ανομολόγητη αμηχανία ή άγνοια, υπάρχει μια γοητευτική περιπέτεια της ανθρώπινης σκέψης – που γίνεται δεκτή σαν δόγμα. Δόγμα “αλήθειας”…

]]>
Όταν ο υπολογιστής κοντράρει την θεά τύχη… https://gameover.zp/2012/04/05/%cf%8c%cf%84%ce%b1%ce%bd-%ce%bf-%cf%85%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%ae%cf%82-%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%ac%cf%81%ce%b5%ce%b9-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b8%ce%b5%ce%ac-%cf%84/ Thu, 05 Apr 2012 21:49:16 +0000 http://gameoversite.gr/?p=426

Η πρώτη εικόνα που έρχεται στο μυαλό των περισσοτέρων, όταν τίθεται η γενική ερώτηση «σκέφτονται οι υπολογιστές;», είναι ένας εγκέφαλος μέσα στο κουτί του υπολογιστή (ίσως και με μανιβέλα για όσους έχουν πιο ζωηρή φαντασία). Αν, όμως, κάποιος ρωτούσε, κάπως προβοκατόρικα, «μπορεί ο υπολογιστής να διαλέξει έναν τυχαίο αριθμό και πώς;», θα μπορούσε να είναι η πρώτη εικόνα ένας κρουπιέρης που τραβάει χαρτιά από τράπουλα; Ή μήπως, ακόμα καλύτερα, κάποια ζάρια που ρίχνονται μέσα στο κουτί;

Η ερώτηση δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Πάντως, έχει ενδιαφέρον να καταλάβουμε πώς οι ειδικοί του συστήματος άρχισαν (και συνεχίζουν) να την απαντούν για λογαριασμό τους και τις ιδεολογικές προεκτάσεις που έχει η απάντηση αυτή. Μια σύντομη ιστορική ανάδρομη θα βοηθήσει.

Με το τέλος του Β’ ΠΠ, τα υπέρλαμπρα αστέρια της πολεμικής έρευνας και τεχνολογίας για λογαριασμό των ΗΠΑ, που έθεσαν τις βάσεις και έφτιαξαν τον πρώτο (ψηφιακό) υπολογιστή, όπως ο von Neumann, βρεθήκαν στην ανάγκη χρήσης τυχαίων αριθμών στα πρώτα προγράμματα τους. Η πρώτη λύση ήταν αυτή της χρήσης καταγεγραμμένων τυχαίων αριθμών από οποιαδήποτε πηγή, βασισμένη σε αυτό που κοινωνικά ήταν κατανοητό σαν «τυχαιότητα». Έτσι, κάποιος από τους φοιτητές-βοηθούς, όταν ο υπολογιστής ήθελε έναν τυχαίο αριθμό για να συνεχίσει την επεξεργασία του προγράμματος, έβαζε μια τρυπητή κάρτα (σαν να λέμε πληκτρολογούσε) με έναν αριθμό που θεωρούσε αυτός τυχαίο. Απλό, αλλά ανάμεσα σε αλλά είχε ένα βασικό πρόβλημα. Μέχρι να γίνει αυτή η διαδικασία της επιλογής του αριθμού και της εισαγωγής του, περνούσε πολύς χρήσιμος χρόνος, κάνοντας τον υπολογιστή να περιμένει. Η επομένη λύση, που ταίριαζε με την φύση και το είδος της μηχανής, ήταν να υπολογίζεται γρήγορα ένας «τυχαίος» αριθμός μέσα στο ίδιο το μηχάνημα, χωρίς κάποια ανθρωπινή παρέμβαση, με τους ψηφιακούς όρους που λειτούργει η ιδία η μηχανή.

Μια αρχική μαθηματική – υπολογιστική μέθοδος που προέκρινε ο von Neumann ήταν αυτή: παίρνεις έναν αριθμό, είτε αποθηκευμένο από πριν είτε που έχει προκύψει την ώρα που τρέχει το πρόγραμμα, και τον τετραγωνίζεις. Από το αποτέλεσμα που προκύπτει από αυτή την πράξη επιλέγεις τόσα ψηφία, όσα είχε ο πρώτος αριθμός από την μέση του αριθμού που υπολογίστηκε. Π.χ. ο αριθμός 6349 έχει τετράγωνο το 40309801 και άρα ο «τυχαίος» αριθμός που επιστρέφεται είναι το 3098. Έπειτα, αν ζητηθεί και άλλος, παίρνουμε τον αριθμό που επιστρέψαμε και επαναλαμβάνουμε την διαδικασία όπως και πριν. Όλη αυτή η υπολογιστική διαδικασία στόχο έχει να παράγει αριθμούς που φαίνονται τυχαίοι. Έτσι, ονομάζονται ψευδοτυχαίοι και ο αλγόριθμος που τους παράγει γεννήτρια ψευδοτυχαίων αριθμών. Ούτε ζάρια, λοιπόν, ούτε κρουπιέρης μέσα στο «μαγικό κουτί». Απλοί μαθηματικοί υπολογισμοί με φοβερή ταχύτητα. Η μαθηματική/στατιστική μελέτη αυτού του απλού αλγορίθμου του von Neumann έδειξε, σχετικά γρήγορα, ότι η ακολουθία των αριθμών που παράγονται επαναλαμβάνονται με ένα μοτίβο από αρκετά νωρίς, και ότι, αν βρεθεί ένα μηδέν στον «τυχαίο» αριθμό που θα χρησιμοποιηθεί για να παραχθεί ο επόμενος, τότε αρχίζει και παράγει μόνο μηδενικά. Αυτό όμως είναι σοβαρό πρόβλημα και τον λόγο έχουν πια οι ειδικοί.

Ας κρατήσουμε αυτό, όμως, από πολιτική σκοπιά. Ότι, δηλαδή, διάφοροι προτεινόμενοι αλγόριθμοι που σήμερα μπορεί να κάνουν, πρέπει να πεταχτούν στα σκουπίδια αύριο, και κάποιος να κλείσει και το καπάκι φυσικά γρήγορα-γρήγορα, έτσι ώστε οι καινούργιοι να υποσχεθούν «περισσότερη και καλύτερη τυχαιότητα».

Αν τώρα αυτό που περιγράφουμε σας φαίνεται μάλλον περιθωριακό, και ίσως ένα ζήτημα που αγγίζει τους ειδικούς του συστήματος και όχι τις ταπεινές ζωές μας, ίσως να το ξανασκεφτόσασταν. Αυτοί οι «ψευδο»-τυχαίοι αλγόριθμοι είναι κοινή μήτρα για πλήθος εφαρμογών του ψηφιακού κόσμου για την ικανή παράγωγη «τύχης». Φυσικά έχουν διαπρέψει στα παιχνίδια, όμως είναι απαραίτητα και στα λογισμικά χρηματικών συναλλαγών, είναι ο πυρήνας στις κληρώσεις τυχερών (κρατικών) παιχνιδιών, συστατικό στοιχείο στην κρυπτογράφηση δεδομένων, κι όλοι το έχουν χρησιμοποιήσει στην τυχαία επιλογή τραγουδιών από το winamp κ.α.

Εδώ έχουμε, λοιπόν, έναν αλγόριθμο/μεθοδολογία που αξιώνει για τον εαυτό του να τον αποκαλούν αξιόπιστα «γεννήτρια παραγωγής ψευδοτυχαίων αριθμών». Αυτό το πρόγραμμα έχει κατασκευαστεί καλούμενο να αναπαραστήσει πειστικά αυτό που έχει ιστορικά προσδιοριστεί ως σήμερα τύχη, με αποδεκτούς κοινωνικά τρόπους ελέγχου. Καθώς καθιερώνεται το «πληροφοριακό οικοσύστημα» σαν ένα καθολικό πρότυπο ζωής, κάθε σχέση και έννοια μετασχηματίζεται, όχι απλά με την πρόσθεση κάποιων ψηφιακών χαρακτηριστικών του, αλλά κυρίως με την ριζική ανακατασκευή/επαναπροσδιορισμό των κοινωνικών σχέσεων στο σύνολο τους.

Έτσι, έπρεπε να μπορεί η «τυχαιότητα» που παράγει η μηχανή να είναι μετρήσιμη υπολογιστικά για να ελέγχεται αν ισχύει η μη-προβλεψιμότητά της, πάλι όμως με υπολογιστικό τρόπο, και που, φυσικά, η (κάθε φορά) χρεωκοπία της δεν θα σημαίνει καθόλου την απεμπόληση των υπέρ-υπολογιστικών φαντασιώσεων της πειστικής αναπαράστασης της. Η πόρτα προς την γενική πορεία του βιο-πληροφοριακού παραδείγματος καθόλου δεν πρόκειται να σταματήσει να ανοίγει, παρά ίσως μόνο τα τριξίματα που και που να είναι πιο δυνατά. Όχι τυχαία, οι υπολογισμοί μέσω της μηχανής έχουν την κεντρικότητα τους σε αυτή την αναδιάρθρωση. Η ακρίβεια των υπολογισμών, η ‘ορθότητα’ τους, η ταχύτητα εκτέλεσης τους και η συνθετότητα τους μέσω του λογισμικού και των ψηφιακών κυκλωμάτων του Η/Υ είναι οι νέοι φετιχισμοί. Θεωρείται, πλέον, «αυτο-νόητο» ότι τα κυκλώματα και οι οδηγίες διέλευσης των ηλεκτρονίων μπορούν να ενσωματώσουν στη μηχανή, με την υπολογιστική ακρίβεια και πολυπλοκότητα που αυτή προσφέρει απλόχερα, την παραγωγή «τύχης» με το τσουβάλι.

Κάτι τέτοιο, όμως, είναι σημαντικό να πούμε, δεν μπορεί να ελεγχθεί κοινωνικά με κάποιους από τους ήδη διαμορφωμένους απτούς τρόπους. Να ελεγχθεί, με την έννοια του να νοηθεί ο τρόπος του μη-προβλέψιμου, μιας και τυχαίο είναι σε αυτή την περίπτωση το να μην μπορεί να επαληθευτεί. Μοιραία, λοιπόν, εδώ, πατάει πάνω στον τεχνολογικό φετιχισμό των δυτικών κοινωνιών όπου ο υπολογιστής είναι ένα μαγικό κουτί με εξωτικές ιδιότητες/ικανότητες. Ε, μια από αυτές είναι ότι μπορεί να παίξει και τον ρόλο της θεάς τύχης. Η ιδεολογία εδώ κατασκευάζει την πειστική αναπαράσταση που δεν αμφισβητείται, τροφοδοτώντας και τροφοδοτούμενη από την γενική κοινωνική διαμόρφωση αυτού του τεχνολογικού φετιχισμού.

]]>