2014 FESTIVAL – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp Συλλογικά συγκροτημένη διαδικασία έρευνας και δράσης για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης και της παρακμής του υπάρχοντος μοντέλου εκπαίδευσης· και, ταυτόχρονα, επανασύνδεσης της κριτικής με την (και ενάντια στην) συγκυρία (γνωσιολογική, ιδεολογική, πειθαρχική) της «χρήσιμης καπιταλιστικά γνώσης». Sat, 23 May 2026 12:42:47 +0000 en-US hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://gameover.zp/wp-content/uploads/2012/06/cropped-11954387511887014124johnny_automatic_fly.svg_.med_-32x32.png 2014 FESTIVAL – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp 32 32 Αφίσα https://gameover.zp/2014/10/25/%ce%b1%cf%86%ce%af%cf%83%ce%b1-2014/ Sat, 25 Oct 2014 13:17:35 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1323 ___
fest 3 afisa small

]]>
Μπροσούρα https://gameover.zp/2014/10/25/%ce%bc%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%ce%bf%cf%8d%cf%81%ce%b1-2/ Sat, 25 Oct 2014 13:00:06 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1398 Ένα δείγμα της μπροσούρας με εισηγήσεις, σχόλια και φωτογραφίες από το φεστιβάλ

3

Ολόκληρο το τεύχος, μαζί με το υπόλοιπο υλικό μας μπορείτε να το βρείτε:

στο περίπτερο της πλατείας Εξαρχείων, Σπύρου Τρικούπη και Στουρνάρη
στο βιβλιοπωλείο “Ναυτίλος”, Χαρ.Τρικούπη 28 και
στο βιβλιοπωλείο “Αλφειός”, Χαρ Τρικούπη 22
στο info της Λέσχης των Κατασκόπων 21ου αιώνα,
Φερών 30 και Φυλής (κοντά στη Βικτώρια), κάθε Πέμπτη 15:30-19:00 και Σάββατο 12:00-16:00
σε στέκια σχολών και τραπεζάκια εξωπανεπιστημιακών στοιχείων

]]>
Εισήγηση: Γλώσσα και νέες μηχανές _μηχανοποίηση της γλώσσας https://gameover.zp/2014/10/25/%ce%b3%ce%bb%cf%8e%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bd%ce%ad%ce%b5%cf%82-%ce%bc%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%ad%cf%82_%ce%bc%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%cf%83%ce%b7/ Sat, 25 Oct 2014 15:03:30 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1316 Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μια γυναίκα μου χαμογέλασε
ένα κορίτσι μου χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μου χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασαν
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δύο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει, την καρδιά μας καρφώνει;
ναι, την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής

Μίλτος Σαχτούρης, Τα δώρα

 

Περιγράφοντας ένα πέρασμα

Εισαγωγή

«Τη ‘γλώσσα’ μπορούμε να την προσεγγίσουμε μόνο μέσω του ‘λόγου’, ξεπερνώντας με ένα βήμα αφαίρεσης την ατομική ποικιλία, θα μας πει ο Saussure. […] Σκοπός της θεωρητικής γλωσσολογίας είναι να διατυπώσει μια θεωρία της δομής και των λειτουργιών της γλώσσας. Αντίθετα, η εφαρμοσμένη ενδιαφερόταν πάντοτε για τις πρακτικές εφαρμογές που θα μπορούσε να έχει η θεωρητική έρευνα της γλώσσας και των γλωσσών – μέχρι να αρχίσει να αναπτύσσει και αυτή τη δική της θεωρία.»

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Γενική Γλωσσολογία

Με την εμφάνιση των υπολογιστών δημιουργείται ήδη από πολύ νωρίς η ανάγκη για μία computer compatible γλώσσα, δηλαδή για μία εφαρμόσιμη στη νέα μηχανή γλωσσολογική θεωρία. Πρέπει άμεσα ο ίδιος ο ανθρώπινος λόγος να χωρέσει στη μηχανή, να διαμεσολαβείται από αυτήν ο διάλογος, να αναπαράγεται από την μηχανή, διαδικασίες που σήμερα ως χρήστες βιώνουμε ως αυτόματες και μαγικές. Τέτοια παραδείγματα ξεκινούν από το word και τα chat και φτάνουν μέχρι τους αυτόματους πωλητές. Για τις ανάγκες αυτές αρχίζει να γεννάται περίπου τη δεκαετία του ’50 ένας καινούριος επιστημονικός κλάδος για τη γλώσσα, η υπολογιστική γλωσσολογία, για να φέρει εις πέρας όλα τα παραπάνω και πολλά ακόμα. Αυτός ο κλάδος δεν εμφανίστηκε από το πουθενά, παρά βασίστηκε στις ήδη θεμελιωμένες θεωρίες για τη γλώσσα, αρχίζοντας σιγά-σιγά να χτίζει κι αυτός τη δική του θεωρία.

Με την εισήγηση αυτή θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε πως η θεωρητική γλωσσολογία έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη αυτού του σύγχρονου κλάδου, της εφαρμοσμένης υπολογιστικής γλωσσολογίας. Αυτό το πέρασμα θα το δούμε μέσα από το παράδειγμα δύο γλωσσολόγων που καλύψανε ο καθένας με τον τρόπο του βασική απόσταση για να χωρέσει η γλώσσα στη μηχανή, με χρονολογική απόκλιση έξι δεκαετιών ο ένας από τον άλλο. Τέλος, θα μιλήσουμε για την υπολογιστική γλωσσολογία αυτή καθαυτή, μέσα από τους ήδη εκπληρωμένους και μη στόχους της απέναντι στη γλώσσα.

Το θέμα που πιάνουμε σήμερα είναι μόνο ένα μικρό ερέθισμα για το ζήτημα της γλώσσας στις νέες μηχανές μέσα από δύο κεντρικές θεωρίες που προηγούνται της μηχανοποίησης της. Ως game over επιφυλασσόμαστε να κοιτάξουμε πολλές ακόμα από τις πτυχές και τις κλοπές στη γλώσσα στο μέλλον. Για τη διάσωση και του α-μήχανου λόγου λοιπόν, λίγα και ενδιαφέροντα και μόνο για αρχή.

Μηχανοποίηση της γλώσσας

Λίγα πρώτα λόγια

Ο κλάδος της υπολογιστικής γλωσσολογίας είναι που καθιστά εφικτή την μηχανοποίηση της γλώσσας. Όπου μηχανοποίηση της γλώσσας, ονομάζουμε το σύνολο της επεξεργασίας της ανθρώπινης γλώσσας με σκοπό αυτή να χωρέσει στις νέες μηχανές.

Οι υπολογιστικοί γλωσσολόγοι, οι ειδικοί που έχουν επωμιστεί το ανωτέρω έργο έπρεπε, και πρέπει ακόμα πιο εξονυχιστικά, να επιτύχουν συνοπτικά τρεις σκοπούς απέναντι στην ανθρώπινη γλώσσα.

Έπρεπε να την περιγράψουν, να την τεχνολογήσουν και τέλος, έπρεπε να δώσουν στην ίδια τη μηχανή τη δυνατότητα να «παράγει» λόγο. Για τα πρώτα δύο η υπολογιστική γλωσσολογία είχε ήδη μπροστά της μεγάλο κομμάτι έτοιμης δουλειάς από την ίδια την κλασική γλωσσολογία.

Συνοπτικά για αυτά τα τρία και για το πώς θα τα δούμε εδώ:

Η περιγραφή της γλώσσας έγινε πάνω σε ένα κλασσικό μοτίβο, που στο game over έχουμε συναντήσει παραπάνω από συχνά στις συζητήσεις μας. Την κατάτμηση της σε κομμάτια που μπορείς να κοιτάξεις έξω από τα συμφραζόμενα τους, με μία ταιηλορική διαδικασία. Αυτή η διαδικασία ξεκινά από πολύ νωρίς, από τα πρώτα ιερά τέρατα της θεωρητικής γλωσσολογίας. Εδώ θα στηρίξουμε πως η πιο βασική τομή για να γίνουν εφικτές περαιτέρω κατατμήσεις συντελείται με κεντρική τη θεωρία του Ferdinand de Saussure.

Η τεχνολόγηση της, δεν είναι παρά η προσπάθεια να ξαναγραφτεί αυτή με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούν να την κατανοήσουν και να την μιμηθούν οι υπολογιστές. Σα μαθηματικά δηλαδή. Αργότερα αυτό έγινε εφικτό με το φιλτράρισμα της γλώσσας από αλγορίθμους που εφαρμόζονται τελικά στο σήμερα για ένα εύρος πολύ ειδικών σκοπών. Ξεκινά και αυτό από την θεωρητική γλωσσολογία. Ο πρώτος γλωσσολόγος που καταφέρνει να αντιμετωπίσει την γλώσσα κατά τέτοιο τρόπο, δηλαδή σαν καθαρά θετική επιστήμη είναι ο Noam Chomsky.

Τέλος, η παραγωγή της ήταν ένα άμεσο ζητούμενο εξαρχής, η δυνατότητα δηλαδή του ίδιου του υπολογιστή να παράγει λόγο κατανοητό σε τέτοιο βαθμό που ο άνθρωπος να μην μπορεί να καταλάβει τη διαφορά ανάμεσα στον ανθρώπινο λόγο και το λόγο της μηχανής. Σε αυτό δε θα σταθούμε καθόλου εδώ – και οι υπολογιστικοί γλωσσολόγοι έχουν ακόμα πολύ δρόμο να κάνουνε.

Καμμία από τις τρείς αυτές βασικές διαδικασίες δεν μπορεί να ειδωθεί ξεχωριστά όσον αφορά την εφαρμογή στις νέες μηχανές. Αντίθετα, τελούν και οι τρεις σε άμεση και ταυτόχρονη σχέση εξάρτησης αναμεταξύ τους, δεν εξελίσσονται πλέον γραμμικά, πρώτη δεύτερη και τρίτη, αλλά παράλληλα, μέσω του κλάδου της υπολογιστικής γλωσσολογίας , ή πιο ενδιαφέρον στα αγγλικά, του Natural Language Processing (Επεξεργασία Φυσικής Γλώσσας), γνωστού και ως NLP, για τον οποίο θα μιλήσουμε αναλυτικά στο τέλος.

Κατάτμηση της γλώσσας

Τι εννοούμε με την έννοια της κατάτμησης

Οι γλωσσολόγοι είχαν ήδη από πολύ νωρίς αντιληφθεί την περιγραφή της γλώσσας σαν μία διαδικασία κατάτμησης. Ένα κοίταγμα από το μικρότερο στο μεγαλύτερο, από το ειδικό στο γενικό. Για να γίνει πιο σαφές, μία απλή κατάτμηση είναι ο τρόπος που επικρατεί μέχρι σήμερα στο πως μαθαίνουμε γλώσσες, από την μητρική μας μέχρι τις παθητικές ξένες, όταν περνάμε την πόρτα του σχολείου. Η αντίληψη αυτή λέει πως μέσα από την κατανόηση (και την ορθότητα) των μικρότερων μονάδων που αποτελούν ένα σύνολο, μία πρόταση ένα κείμενο κλπ, μπορεί κανείς να συνθέσει ήδη από την πρώτη παιδική ηλικία ένα όλον, που να βγάζει νόημα και να μην είναι λάθος, γραμματικά ή συντακτικά.

Για να το καταφέρουν αυτό οι γλωσσολόγοι, και αργότερα να περάσει και στη σχολική παιδεία, εντοπίσανε και ορίσανε με φαινομενικά λογικές διαδικασίες τέτοια μικρότερα κομμάτια, τους φθόγγους και τα φωνήεντα, τις συλλαβές και τη στίξη, που κάποια συναντάμε αυτούσια στην γραμματική και τη σύνταξη. Μέσα στην ανάλυση τους ωστόσο, είχανε ήδη ξεκινήσει την κατάτμηση πολύ πριν φτάσουν σε ένα φωνήεν α, με συγκεκριμένες ιδιότητες και χρήση, ανακαλύπτοντας ένα τεράστιο εύρος διακρίσεων και διαφορών τμημάτων της γλώσσας. Οι διαχωρισμοί αυτοί τους χρησίμευαν  στην πιο αναλυτική μελέτη της γλώσσας από μέσα προς τα έξω και δεν τους συναντά κανένας από εμάς, σε κανένα σημείο της σχολικής του ζωής, και της ζωής του γενικότερα, εκτός αν επιλέξει να ασχοληθεί με το αντικείμενο. Πχ Οι γλωσσολόγοι είχαν χωρίσει το επικοινωνιακό σύστημα γλώσσα σε γλώσσα, λόγο και ομιλία, βγάζοντας ένα εύρος θεωρίες για αυτήν τους την κατάτμηση, είχανε διακρίνει τη γλώσσα σε μορφή και ουσία κλπ. Αργότερα χωρίσανε σε μέρη του λόγου, υποκείμενα, ρήματα αντικείμενα και μελετήσανε αντίστοιχα τις ιδιότητες τους. Με αυτό τον τρόπο καταφέρανε να αποκαλύψουν τους μηχανισμούς βάσει των οποίων λειτουργεί και σχηματίζεται πχ μία πρόταση.

Ο βασικότερος ωστόσο διαχωρισμός, πάνω στον οποίο και βασίστηκαν και έγιναν επιτρεπτά όλα τα παραπάνω ανήκει στον Ferdinand de Saussure. Αν και πλέον αυτονόητος στη γλωσσολογία, ο διαχωρισμός του Saussure είναι, όπως τα μεγαλύτερα των θεωρητικών ευρημάτων, καλά κρυμμένος από την σχολική καθημερινότητα μέχρι την υπολογιστική χρήση της γλώσσας. Πρόκειται για τον διαχωρισμό σημαίνον – σημαινόμενο.

Γλώσσα Σύστημα – Διαχωρισμός Σημαίνον Σημαινόμενο

Γλώσσα Σύστημα

Ή πώς για πρώτη φορά η γλώσσα αποκολλάται από τον ομιλητή

Ο Ferdinand de Saussure παρουσιάζει ως κύκλο μαθημάτων στη Γενεύη, τα έτη 1906-1907, 1908-1909, 1910-11, τα Μαθήματα Γενικής Γλωσσολογίας. Σε αυτά τα μαθήματα διατυπώνει τις βασικές του θεωρίες για πρώτη φορά ολοκληρωμένες σε μια προσπάθεια να χτίσει μία γενική θεωρία για τη γλώσσα. Τα μαθήματα αυτά διασώθηκαν μέσω των σημειώσεων των φοιτητών του.

Ο Saussure περιγράφει για πρώτη φορά σε αυτά τα μαθήματα τη γλώσσα ως σύστημα, δηλαδή σαν ένα οργανωμένο σύνολο σχέσεων. Αυτό όχι μόνο θα του επιτρέψει να προχωρήσει παρακάτω, αλλά θα σπρώξει μαζί του ολόκληρη τη γλωσσολογία μέχρι σήμερα και θα θέσει τον πυρήνα του στρουκτουραλισμού του 20ου αιώνα.

Τι σημασία έχει για αυτήν την εισήγηση αυτή η αντίληψη;

«Μία γλώσσα αποτελεί ένα σύστημα […] Το σύστημα αυτό είναι ένας περίπλοκος μηχανισμός. Δεν μπορεί κανείς να την δαμάσει παρά μόνο με τη σκέψη. Κι αυτοί οι ίδιοι που κάνουν χρήση αυτού του μηχανισμού, τον αγνοούν βαθύτατα. […]»

Σύμφωνα με τον Saussure η γλώσσα είναι ένα σύστημα, δηλαδή ένα οργανωμένο πλέγμα σχέσεων στοιχείων αναμεταξύ τους. Για να μπορέσει κανείς να την αναλύσει πρέπει να σταθεί στις σχέσεις των στοιχείων μεταξύ τους και να τα ορίσει ανάλογα με αυτές τις σχέσεις. Τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να ειδωθούν και να κατανοηθούν ξεχωριστά. Αυτά συνοπτικά για το πώς εννοούσε το σύστημα. Βάσει αυτής του της θέσης ο Saussure ξεκινά να επιδίδεται σε ένα εύρος διαχωρισμών και κατατμήσεων, να βάζει δηλαδή σε τάξη και να ορίζει τα στοιχεία αυτά και τις σχέσεις μεταξύ τους.

Δεν θα σταθούμε στο πως περιέγραψε ο Saussure αυτό το σύστημα, πρώτον γιατί θα άνοιγε ζητήματα καθαρά του αντικειμένου της γλωσσολογίας και δεύτερον γιατί δεν είναι αυτό που αφορά την εισήγηση, όσο το δεύτερο σημείο που ακολουθεί τη θέση αυτή: Η γλώσσα είναι σύστημα – που αγνοείται από τον ομιλητή της. Ο ομιλητής μπορεί να χρησιμοποιεί τη γλώσσα, αγνοεί ωστόσο το περίπλοκο σύστημα που κρύβεται πίσω από αυτήν του τη χρήση, τη λειτουργία του. Το πρώτο και άμεσο αποτέλεσμα αυτής της σκέψης του Saussure είναι η απομάκρυνση του υποκειμένου, (για τον γλωσσολόγο πρόκειται για το άτομο – ομιλητή, που μονολογεί τη γλώσσα του) άλλα και για ολόκληρα κοινωνικά σώματα που μοιράζονται το λόγο, από την γνώση της γλώσσας του/τους. Το δεύτερο αποτέλεσμα κοιτάει προς τον νέο ειδικό – αυθεντία που δημιουργείται. Ο γλωσσολόγος, ο καθ’ ύλην αρμόδιος επιστήμονας επί της γλώσσας, αναλαμβάνει διπλό ρόλο. Ένα να περιγράψει αυτό το σύστημα και δύο να μπορέσει να το διδάξει στον αδαή ομιλητή1. Για πρώτη φορά η γλώσσα νοείται σαν κάτι που ξεπερνά το υποκείμενο που την μιλάει, και χωράει επιστημονικής διερεύνησης, τοποθετείται έτσι στο μικροσκόπιο της επιστήμης. Η ανατομία, και σε δεύτερο χρόνο οι χειρουργικές τομές στα όργανα της γλώσσας και τις χρήσεις τους, πατάει πρώτα πάνω στην αντίληψη του συστήματος.

Για εμάς είναι προφανές πως οι ομιλητές, από την παιδική ηλικία μέχρι το τραγούδι την ποίηση τον διάλογο, έχουν πλήρη την επίγνωση της γλώσσας τους, όχι σαν ένα σύστημα που επιλέγουν κάθε φορά να συνθέσουν και να χρησιμοποιήσουν, αλλά μέσα από το κοινωνικό βίωμα της χρήσης της γλώσσας. Όπως δηλαδή είχαν και του σώματος τους, των ασθενειών και των χαρών του, χωρίς να γνωρίζουν τις βασικές θέσεις της ιατρικής για αυτό, το πώς πχ συνδέεται το μυαλό με το στομάχι. Την επίγνωση αυτή τη χάσανε (και την εγκαταλείψανε) αφού οι διάφορες επιστήμες μονοπώλησαν την αλήθεια της.

Με την απομάκρυνση του υποκειμένου από τη γνώση της γλώσσας συντελείται η πρώτη κλοπή εις βάρος τόσο του ίδιου όσο και της γλώσσας του. Η γλώσσα κλέβεται από τον ομιλητή, την μιλάει «τυχαία» (αυτή η τυχαιότητα έχει ήδη πάρει τις βάσεις της από την ψυχολογία και δεν αναφέρεται φυσικά ως τέτοια), αν όχι «αυτόματα». Ο κοινωνικός πλούτος που συνοδεύει την ομιλία μπαίνει στην άκρη σαν δευτερεύουσας σημασίας, οι ιστορικοί κοινωνικοί λόγοι αποκρύβονται, μπορούν και να μην ενδιαφέρουν.

Μικρή Παρένθεση

«Πριν τη γλωσσοποίηση δεν υπάρχουν προπαρασκευασμένες ιδέες. Πριν τη γλωσσοποίηση στο μυαλό είναι όλα σαν ένα νέφος και τίποτα δεν είναι υποστασιοποιημένο.»

Ένα δεύτερο υπό-σημείο, στο οποίο όμως δεν θα σταθούμε αλλά το αναφέρουμε ως τροφή για σκέψη, είναι ένα βήμα παραπάνω στην θεωρία του Saussure και αυτό που νομιμοποιεί το βάρος της θέσης του για το σύστημα. Ο Saussure έχει ανεβάσει τη γλώσσα σε ένα βάθρο και αυτή κοιτάζει τις σκέψεις και τις ιδέες από ψηλά. Όχι απλά αγνοεί κανείς την γλώσσα που μιλάει, αλλά πριν αντιληφθεί το λόγο σαν τρόπο να εκφράζεται δεν έχει καθαρές ιδέες. Πριν το λόγο, λέει ο Saussure, στα κεφάλια μας επικρατεί αταξία.

Σημαίνον και σημαινόμενο

Ή πως για πρώτη φορά η γλώσσα αποκολλάται από τη σημασία της

Ο Saussure παρουσιάζει σε αυτά τα μαθήματα για πρώτη φορά το γλωσσικό σημείο. Γλωσσικό σημείο είναι η λέξη σαν ακουστική εικόνα, η εκφορά της στον προφορικό λόγο και η σημασία της. Αυτό το παρουσιάζει ως έναν συνδυασμό δύο ψυχολογικών στοιχείων. Μίας έννοιας – αυτό που ονομάζει σημαινόμενο και μίας ακουστικής εικόνας – που ονομάζει σημαίνον.

Ο συνδυασμός αυτός, λέει ο Saussure, είναι αυθαίρετος. Δεν υπάρχει τίποτα που να συνδέει φυσικά ή λογικά αναγκαία αυτά τα δύο. Δεν υπάρχει καμμία σχέση ανάμεσα στην έννοια του βιβλίου με το πώς παρουσιάζονται οι ήχοι /vivlio/ για να δικαιολογεί την σύνδεση των δύο στο γλωσσικό σημείο βιβλίο. Το ίδιο εκτύπωμα (έτσι το ονομάζουνε) του ήχου /vivlio/ θα μπορούσε εξίσου να αντιστοιχεί στην έννοια τραπέζι. Αντίστοιχα το /trapezi/ θα μπορούσε να αντιστοιχεί στο βιβλίο και πάει λέγοντας.

Σε αυτό το σημείο ο Saussure κάνει ένα βασικό σχόλιο. Μπορεί το σημαίνον (η ακουστική εικόνα) να επιλέγεται ελεύθερα και να μην επιβάλλεται από καμμία φυσική ή λογική αναγκαιότητα είναι όμως δεδομένο για την γλωσσική κοινότητα, αποτελεί δηλαδή την κεντρική σύμβαση της γλώσσας2.

Για πρώτη φορά η λέξη αποκολλάται από την σημασία της, και μπορεί κανείς να την κοιτάξει κανείς έξω από αυτήν, επιβάλλεται, λέει ο Saussure, να την κοιτάξει κανείς έτσι, καθώς αυτή είναι αυθαίρετη. Έτσι συντελείται η πρώτη βασική τομή πάνω στο σώμα της γλώσσας. Η τομή είναι βαθιά και πλήρως διαχωριστική. Την γλώσσα θα την μελετήσουμε σαν σύστημα και γυμνή από τις σημασίες.

Universal Grammar_Το όνειρο του γλωσσολόγου και μια ατυχής εκπλήρωση

Η έννοια της καθολικής γραμματικής

«Με τον όρο καθολική γραμματική (universal grammar) γίνεται ακριβώς λόγος για τον απώτερο στόχο της γλωσσολογίας: να προσδιορίσει την πιθανή μορφή ενός γενικευμένου προτύπου γραμματικής, που να προσφέρεται για την ανάλυση της δομής οποιασδήποτε ‘ανθρώπινης γλώσσας’ – ανάμεσα σε όσες υπάρχουν από την μία μέχρι την άλλη άκρη του πλανήτη μας, αλλά και σε όσες θα μπορούσαν, με την ιδιότητα της ‘ανθρώπινης γλώσσας’, να έχουν επίσης υπάρξει ή να υπάρξουν.»

Ο Saussure περιέγραφε μόνο μία πτυχή αυτού του ονείρου. Το κομμάτι πριν το όνειρο. Αφού η γλώσσα είναι σύστημα, αφού οι κατά τόπους και χρόνους σημασίες μπορούν να μπουν στην άκρη, μένει ο επιστήμονας να φτιάξει ένα σύστημα που να μπορεί να φιλτράρει και να χωρέσει όλες τις δομές της ανθρώπινης γλώσσας. Αυτό το όνειρο του γλωσσολόγου θα ονομαστεί Καθολική Γραμματική. Και προς έκπληξη των θεωρητικών θα μπορέσει πρώτη φορά να πάρει μορφή ως τέκνο των θετικών επιστημών και να γίνει εφικτό μόνο όταν εφαρμοστεί στις νέες μηχανές.

«[…] Μία γραμματική της γλώσσας Γ είναι στην ουσία μία θεωρία της Γ […]»

Όταν ο Noam Chomsky παίρνει την σκυτάλη της γλωσσολογίας από τον Saussure, έξι δεκαετίες αργότερα, συντελείται η πιο χρήσιμη τομή για τους υπολογιστικούς γλωσσολόγους. Φτιάχνεται ό,τι πιο κοντινό υπάρχει μέχρι σήμερα στην καθολική γραμματική που φαντασιώνονταν οι γλωσσολόγοι, ξεπερνώντας την θεωρία και μιλώντας πλέον μαθηματικά. Ο Chomsky φτιάχνει την πρώτη ολοκληρωμένη αναπαράσταση ενός συστήματος φυσικής γλώσσας, όπως αργότερα θα το ονομάσουν οι υπολογιστικοί γλωσσολόγοι. Αυτό το κάνει στο βιβλίο του Συντακτικές Δομές, μόλις το 1957.

Αφήνοντας τη θεωρητική προσέγγιση της γλώσσας…

Δεν αρκούσε η θεωρία του Saussure για το σημαίνον και το σημαινόμενο για να αποβάλλουν οι μετέπειτα γλωσσολόγοι το άγχος της σημασίας, του νοήματος. Ξεκινώντας από το τέλος του βιβλίου του, η σημασιολογική προσέγγιση της γλώσσας στη δόμηση μίας τέτοιας καθολικής γραμματικής ήταν κάτι με το οποίο ο Chomsky ήρθε αντιμέτωπος και χρειάστηκε να απαντήσει καθαρά στο βιβλίο του. Το κατά πόσο δηλαδή είναι εφικτό να φτιάξει κανείς ένα σύστημα που να χωρά το μεγαλύτερο κομμάτι της γραμματικής της γλώσσας λαμβάνοντας υπόψη του τη σημασία, τα νοήματα των λέξεων, των προτάσεων κλπ. Ο Chomsky θεωρεί κάτι τέτοιο ανέφικτο. Παραδέχεται λοιπόν πως η γραμματική του είναι εντελώς τυπική και μη σημασιολογική και πως η χρήση της είναι καθαρά εργαλειακή. Για όσους δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο λοιπόν, να πως ένας γλωσσολόγος κάνει τη γλώσσα εξίσωση.

 …για μία μαθηματική

Οι Συντακτικές Δομές δεν είναι ένα θεωρητικό, τυπικό γλωσσολογικό κείμενο. Παρουσιάζει όπως και πολλά πριν από αυτό, το βήμα προς βήμα στήσιμο μιας γραμματικής, της Γενετικής Μετασχηματιστικής όπως την ονομάζει ο Chomsky, μίας συντακτικής δομής για την αγγλική. Αυτό το κάνει με όρους μαθηματικών, βάζοντας σταθερές και δεδομένα.

Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του, ο Chomsky παίρνει ως δεδομένο πως η συντακτική του δομή θα αποτελείται από ένα πεπερασμένο σύνολο μονάδων. Παραθέτουμε από το δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο Ανεξαρτησία της Γραμματικής, για να μπορέσετε να φανταστείτε την μαθηματική γραφή του στην αρχή της:

«Από εδώ και στο εξής, θα θεωρήσω ότι μία γλώσσα είναι ένα σύνολο (πεπερασμένο ή άπειρο) προτάσεων κάθε μία από τις οποίες έχει πεπερασμένο μήκος και κατασκευάζεται από ένα πεπερασμένο σύνολο μονάδων […] Παρόμοια, το σύνολο των «προτάσεων» κάποιου τυποποιημένου μαθηματικού συστήματος μπορεί να θεωρηθεί ως γλώσσα.»

Πριν ξεκινήσει να στήνει την γραμματική του ο Chomsky εξηγεί πως φτιάχνει έναν μηχανισμό, ο οποίος έχει πολύ σαφείς προδιαγραφές και στόχους. Αφού εξηγήσει το γιατί και το πώς του μηχανισμού αυτού ο Chomsky ξεκινά να φτιάχνει εξισώσεις, πρώτη εκ των οποίων είναι η γνωστή σε όλους μας (από το σχολείο):

Πρόταση = Ονοματική Φράση + Ρηματική Φράση

Με την αντίστοιχη μαθηματική αναπαράσταση

Π = ΟΦ + ΡΦ

Όπου ΟΦ = Ονοματική Φράση, ΡΦ = Ρηματική Φράση και Π = Πρόταση

Κατ’ αυτόν τον τρόπο συνεχίζει όλο το βιβλίο. Ο Chomsky ξεκινώντας από συμβολισμούς, φτιάχνει εξισώσεις με τις οποίες φιλτράρει προτάσεις για να αποδείξει την ορθότητα τους. Αφού τελειώσει με αυτό το κομμάτι, αρχίζει και εξετάζει μία λύση για τις διάφορες μη συμβατές σε αυτήν την μαθηματική αναπαράσταση προτάσεις.

Για να χωρέσει τις ασύμβατες στην βασική συντακτική δομή του προτάσεις ο Chomsky εισάγει την τομή του βιβλίου του, από την οποία και ονομάζει την Γραμματική του, τους μετασχηματισμούς. Οι μετασχηματισμοί εισάγονται στις βασικές εξισώσεις και αλλάζουν την πρόταση, πχ κάνουν την ενεργητική πρόταση το αντίστοιχο της παθητικής της. Μέχρι και το τέλος του βιβλίου του, ο μαθηματικός – γλωσσολόγος θα έχει ξετυλίξει μία μαθηματική θεωρία που θα παρουσιάσει ως Γραμματική. Ο Chomsky ξεπερνά τη γλώσσα σύστημα του Saussure, και προχωρά σε ένα σύστημα επεξεργασίας της γλώσσας. Αλλιώς, λέμε εμείς, ο Chomsky αναπαριστά πρώτη φορά νοερά, χωρίς τα τεχνικά και μεταλλικά της μέρη, μία μηχανή επεξεργασίας της ανθρώπινης (φυσικής όπως λένε) γλώσσας.

 Γλώσσα Μηχανή

Μία αναπαράσταση της γλώσσας

Στις Συντακτικές του Δομές, στο 6ο κεφάλαιο, με τίτλο, Στόχοι της Γλωσσολογικής Θεωρίας, ο Chomsky παριστάνει την γραμματική του θεωρία να λειτουργεί ως εξής:

universal

Δεν θέλουμε καθόλου να σταθούμε στο τι ακριβώς κάνει η μηχανή που παρουσιάζει ο Chomsky. Θέλοντας να αναιρέσει τις θεωρίες που μπορούν να φτιάξουν αυτήν την καθολική γραμματική ο Chomsky παρουσιάζει τρείς εκδοχές για να καταλήξει στην δικιά του. Επιλέγει να το κάνει αυτό αναπαριστώντας τις θεωρίες αυτές σαν της τρεις εκδοχές μίας μηχανής. Η δική του εκδοχή είναι η παραπάνω.

Σημασία για μας έχει πως ο Chomsky «φαντάστηκε» αυτήν την μηχανή. Σημασία έχει πως ο Chomsky ξεπερνά την έννοια του συστήματος, ξεπερνά και την έννοια του μηχανισμού και με ένα φαινομενικό άλμα πρώτη φορά ρητά παρουσιάζει μία μηχανή, μέσω της οποίας θα είναι εφικτό να λειτουργήσει η συντακτική του δομή. Η μηχανή αυτή έχει ως είσοδο της δύο γραμματικές (ΓΡ1 – ΓΡ2) και ένα σώμα κειμένου. Ως έξοδο έχει την πρώτη και τη δεύτερη γραμματική, αφού αυτές έχουν επεξεργαστεί το κείμενο, το έχουν δηλαδή αναλύσει. Με απλά λόγια: Μπορείς να εισάγεις στην μηχανή ένα σώμα κειμένου και δύο γραμματικές που θα έχουν ως σκοπό να το ελέγξουν. Που είναι το υποκείμενο, το αντικείμενο, το ρήμα, αν είναι ενεργητική ή παθητική η φωνή κλπ. Βλέποντας τα αποτελέσματα που θα έχουν παράγει οι γραμματικές, ο γλωσσολόγος θα μπορέσει να αποφασίσει ανάλογα, ποια εκ των δύο είναι προτιμητέα. Η μηχανή που φαντάζεται ο Chomsky, έχει δηλαδή input και output. Αυτό το κομβικό σημείο για την γλωσσολογία τότε, είναι η πρώτη ολοκληρωμένη φαντασίωση ενός αλγορίθμου για τη γλώσσα, που θα γίνεται εφικτός μέσα από μία μηχανή.

Ο Τσόμσκι έχει φτιάξει, μάλλον όχι εν αγνοία του, το πρώτο ολοκληρωμένο σύστημα επεξεργασίας φυσικής γλώσσας, που αργότερα θα δώσει το όνομα του στο Natural Language Processing και θα γίνει τεχνολογικά εφαρμόσιμο μέσω αυτής.

Μία παρένθεση

«Η εργασία αυτή χρηματοδοτήθηκε κατά ένα μέρος της από τον στρατό (Signal Corps), την αεροπορία (Office of Scientific Research, Air Research and Development Command) και το ναυτικό (Office of Naval Research) των ΗΠΑ, και κατά ένα άλλο μέρος από το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών (National Science Foundation) και την εταιρία Eastman Kodak»

Με λίγα λόγια, όταν ένας γλωσσολόγος εκδίδει μία εργασία που θέτει το ζήτημα της γλώσσας με τόσο πρακτικό τρόπο, και τα λίγα που παραθέσαμε από το βιβλίο του Chomsky νομίζουμε ότι κάνουν εμφανές πως δεν πρόκειται για μία κατεξοχήν θεωρητική ανάλυση, δεν μπορεί παρά να έχει λόγους να φτάσει τόσο κοντά στην εφαρμογή – της – θεωρίας σε κάτι άλλο, πιο πρακτικό, πιο της τεχνολογίας, του στρατού παραδείγματος χάρη. Η γενναία χρηματοδότηση που εξασφάλισε ο Chomsky από δω κι από κει για το έργο του δεν πήγε σίγουρα χαμένη. Και πολύ καιρό πριν εξασφαλίσει στην Υπολογιστική Γλωσσολογία τη δυνατότητα να τα εφαρμόσει όλα αυτά στους προσωπικούς μας ηλεκτρονικούς υπολογιστές, είχε σίγουρα βοηθήσει σε κάτι που χρειαζόταν ο στρατός, η αεροπορία και το ναυτικό ταυτόχρονα. Τελικά, ήταν ένας γλωσσολόγος με όραμα και ένα μάτσο φράγκα από καραβανάδες που καταφέρανε να φτιάξουν την πρώτη ολοκληρωμένη απεικόνιση ενός αυτόματου συστήματος της γλώσσας.

Natural Language Processing

Υπολογιστική Γλωσσολογία

Και εδώ είναι το σημείο που οφείλουμε να εξηγήσουμε κάποια λίγα σχετικά με την υπολογιστική γλωσσολογία, για να γίνει μόλις λίγο πιο χειροπιαστή σαν κλάδος. Όπως είπαμε η περιγραφή, η τεχνολόγηση και η παραγωγή γλώσσας συνέβαιναν και συμβαίνουν παράλληλα. Η υπολογιστική γλωσσολογία δεν ξεκινά βγάζοντας τόμους θεωρίας για τη γλώσσα, ξεκινά κατευθείαν την προσπάθεια να φτιάξει γλώσσες μηχανής, αλγορίθμους για την κατανόηση και το φιλτράρισμα της γλώσσας, με σκοπό να εξυπηρετήσει σκοπούς της αγοράς (και του στρατού πρώτα και κύρια, βλ. Chomsky). Η υπολογιστική γλωσσολογία, δεν δούλεψε ποτέ της για φλύαρους ακαδημαϊσμούς και φιλοσοφικές αναλύσεις. Είχε πάντα δίπλα της την Εφαρμοσμένη Υπολογιστική Γλωσσολογία,  Practical Natural Language Processing, την ίδια την μηχανή, να την οριοθετεί. Πρόκειται για μία επιστήμη που ήταν ανά πάσα στιγμή εφαρμόσιμη ή μη, και ως τέτοια αληθής ή ψευδής. Συνεχείς δοκιμές και πειραματισμοί πάνω στους υπολογιστές ήταν που επαληθεύανε, ή όχι, όσα λεγόντουσαν για τη γλώσσα.

Η υπολογιστική γλωσσολογία, στην πιο εύκολη εικονοποίηση της, είναι ένας γλωσσολόγος μαζί με έναν προγραμματιστή, που τους ενώνει ο ίδιος σκοπός. Η αποτελεσματικότητα της μηχανής.

Όσα κατάφερε και όσα όχι η μηχανή

Η υπολογιστική γλωσσολογία σήμερα

Ο τομέας της υπολογιστικής γλωσσολογίας θεωρεί αυτή τη στιγμή άλυτα, σχεδόν λυμένα και εντελώς λυμένα τα παρακάτω προβλήματα. Τα παραθέτουμε ενδεικτικά:

Λυμένα

-Την αναγνώριση των spam

-Την αναγνώριση μερών του λόγου

-Το Name Entity Recognition, το αν δηλαδή μια πληροφορία είναι τόπος, πχ χώρα, χρόνος, πχ μήνας, άνθρωπος, οργανισμός, ζώο, αντικείμενο κλπ. Κάτι σαν το Όνομα Ζώο Φυτό με όρους κυρίως ταξινόμησης

Μερικώς λυμένα – Εν εξελίξει

-Την ανάλυση συναισθημάτων (την εξηγούμε παρακάτω)

-Την σύνταξη

-Την αμφισημία (mouse: ποντίκι ή ποντίκι υπολογιστή)

-Το parsing, αυτό που στα ελληνικά (λανθασμένα) μεταφράζουνε ως συντακτική ανάλυση

Άλυτα – Ιδιαίτερης δυσκολίας

-Την διαδικασία που προσπαθούν από νωρίς, την ερώτηση και την απάντηση.

-Την παράφραση

-Την σύνοψη, περίληψη

-Και τον διάλογο ανθρώπου μηχανής

Αν ρίξει κανείς μία γρήγορη ματιά στα παραπάνω χωρίς να αφήσει το μυαλό του να τρέξει άμεσα σε δυστοπίες και ρομπότ που κλαίνε από συγκίνηση, καταλαβαίνει πως οι άμεσες λύσεις ζητήθηκαν κυρίως για την αναγνώριση της πληροφορίας από τον υπολογιστή. Αυτό είχε σχέση με την ανάγκη να ταξινομηθεί, επομένως και να αναγνωριστεί ένας τεράστιος όγκος δεδομένων. Από τις μηχανές αναζήτησης μέχρι τα προσωπικά mail, ο υπολογιστής πρέπει να είναι σε θέση να κατατάξει και να οργανώσει τον τεράστιο διαδικτυακό όγκο πληροφορίας, και να τον αναγνωρίσει σωστά, βάσει των αναγκών του χρήστη – καταναλωτή. Προς αυτόν τον τομέα κινούνται και οι προσπάθειες αναγνώρισης συναισθήματος μέσω της γλώσσας, κοιτώντας την στιγμή αυτή στην αξιολόγηση προϊόντων που ο καταναλωτής έχει αξιολογήσει σε διάφορα site και φτιάχνοντας στατιστικές. Προς το παρόν ευτυχώς, όσον αφορά το input πιο περίπλοκων συναισθημάτων σε μορφή λόγου, όπως αυτό ξεδιπλώνεται στις σχέσεις που μεσολαβούν τα social media, αυτό έχει εν πολλοίς αφεθεί στους χρήστες.

Επίλογος

Η μηχανοποίηση της γλώσσας σκόνταφτε και σκοντάφτει ακόμα στην σημασία, το νόημα. Οι προγραμματιστές και οι υπολογιστικοί γλωσσολόγοι, οι ειδικοί των αφεντικών που έχουν επωμιστεί το έργο της ανάλυσης της γλώσσας στην computer compatible εκδοχή της, στέκονται απέναντι στη Βαβέλ και τη βοή των νοημάτων της. Οι γλώσσες πρέπει να περιοριστούν και να οργανωθούν, να τις καταπιούν και να τις ξεράσουν οι μηχανές σε κάτι καινούριο, μετρήσιμο και πεπερασμένο. Η μηχανοποίηση της γλώσσας δημιουργεί μια «γλώσσα» καινούρια, ζωντανή και νεκρή ταυτόχρονα, με την απόλυτα αλαζονική αξίωση αυτή να είναι καθολική και για κάθε χρήση. Αυτή η καθολική γλώσσα έχει, κατά την τεχνολογία της, φαινομενικό σκοπό να χωρέσει όλες τις σημασίες. Εμείς θα στηρίξουμε πως στην πραγματικότητα η μηχανοποίηση της γλώσσας θέλει να ξεμπερδεύει με το μεγαλύτερο κομμάτι τους. Αυτό δεν το καταφέρνει μόνο παγιώνοντας το φετίχ των νέων τεχνολογιών (στις γλωσσικές τους μορφές κειμένου και προφορικότητας) και την αξιοπιστία των επιστημονικών της ευρημάτων. Δεν το κάνει με τρόπο άκομψο και βίαιο. Δεν έχει την ελάχιστη μετριοφροσύνη πως μπορεί και να μην τα καταφέρει. Αντίθετα, επιβεβαιώνεται κάθε φορά, όσο δουλεύει για αυτήν η εθελοντική και καθολική χρήση της γλώσσας μέσα από τους υπολογιστές. Και περιμένει στωικά τα νέα τεχνολογικά παραδείγματα να πετύχουν όσο ακόμα εκείνη δεν έχει καταφέρει.

Το μοντέλο είναι κοινό, παντού στο νέο παράδειγμα. Όσα χάθηκαν δεν χάθηκαν μόνο επειδή επιβλήθηκαν και μονοπώλησαν την καθημερινότητα. Αφέθηκαν και αφήνονται να ξεχαστούν από τον χρήστη. Οι κλοπές και οι αφαιρέσεις για τις οποίες μιλάμε στο game over παγιώνονται πρώτα και πάντα σαν φθορές στη συλλογική μνήμη.

Ο ανειδίκευτος χρήστης της γλώσσας ξεκινά με την επιθυμία της μεσολάβησης της μηχανής. Η μετεξέλιξη αυτής της επιθυμίας σε ανάγκη δεν επιβάλλεται από κανένα σκοτεινό χέρι από τα πάνω. Έχει δουλευτεί από καιρό με το hype του εμπορεύματος στις κοινωνικές σχέσεις που το έχουν ήδη ενσωματώσει, με την εργασία στη μηχανή, με την υπόσχεση για ευκολία, ταχύτητα και μπόλικα gigabyte «μνήμης».

Αυτή η εκστρατεία, καθώς θα ερχόταν σε πέρας από ειδικούς, δημιουργούσε την σκοτεινή της μεριά. Δημιουργούσε [ακριβώς για να μπορούν οι ειδικοί – και μόνο – να έχουν γνώση του «μηχανισμού» (συστήματος) πρώτα σαν θεωρία και ύστερα σαν κατάσταση «εκείνους που παρότι χρήστες είναι ανήξεροι των μυστικών». Με άλλα λόγια δεν ήταν μόνο στην εργασία αλλά ευρύτερα στην κοινωνία που η εισαγωγή μιας τεχνικής (πραγματικότητας και ιδεολογίας) δημιουργούσε τους δικούς της ανειδίκευτους3.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εμείς μιλάμε μόνο για κάποια από τα θεωρητικά θεμέλια, ήδη αρκετά χρόνια πίσω από τις εφαρμοσμένες νέες τεχνολογίες. Να κοιτάζει κανείς την πολύτιμη φαντασία των ακαδημαϊκών (και τις χρηματοδοτήσεις τους, στο παράδειγμα του Chomsky), είναι χρήσιμο στη γνώση αυτών που ήρθανε και θα ‘ρθουν στο μέλλον, όσον αφορά τα αυτόματα των κοινωνικών σχέσεων. Αυτά.

 

ΚΑΙ ΤΑ ΩΡΑΙΑ

Και τα ωραία που τράβηξες, και τα μαλλιά

που τραβάς:

ποιο χτένι

θα τα καλοχτενίσει πάλι, τα ωραία μαλλιά;

Ποιο χτένι

σε τίνος το χέρι;

Και οι πέτρες που σώριασες,

αυτές που σωριάζεις:

τις σκιές πού θα ρίξουν,

και πόσο μακριά;

Κι ο αέρας που από πάνω περνά,

κι ο αέρας:

θα αρπάξει μια πέτρα απ΄ αυτές,

να την αποδώσει σε σένα;

 

Paul Celan

Αστερίσκοι

1 Ο Saussure στεκόταν στον προφορικό λόγο επειδή είχε ήδη διατυπωθεί η θεωρία ότι προϋπάρχει του γραπτού.

2 Πάνω σε αυτήν ακριβώς την κεντρική σύμβαση είναι που χωλαίνει τελικά και η θεωρία του όταν εμφανίζεται η πολύτιμη μεταφορά. «Η μεταφορά μας επιτρέπει να αντιλαμβανόμαστε το αφηρημένο. Είναι ένας τρόπος επιστροφής στη χαμένη, προ-γλωσσική, αμεσότητα της επαφής με τα πράγματα – όταν ακόμη δεν μας είχε αποκόψει από αυτά, διαμεσολαβώντας, η συμβολική ανθρώπινη γλώσσα με το γενικευτικό όσο και αφαιρετικό της χαρακτήρα.», Τάσος Χριστίδης, 2001. Η μεταφορά δεν περιορίζεται σε παγιωμένα μοτίβα και φράσεις, παρά παράγεται διαρκώς από τους ομιλητές. Γεννιέται, μαζί με τους ποιητές και τα πολιτικά συνθήματα, πάνω στο σπάσιμο της κεντρικής σύμβασης της γλώσσας, κοινωνικής και πολιτικής.

3 Σημειώσεις πάνω σε έναν αιώνα, Zipo _ βιβλιοθήκη Sarajevo

 

 

 

]]>
Εισήγηση: Αλγόριθμος _η μηχανοποίηση της σκέψης https://gameover.zp/2014/10/25/%ce%b1%ce%bb%ce%b3%cf%8c%cf%81%ce%b9%ce%b8%ce%bc%ce%bf%cf%82-_%ce%b7-%ce%bc%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%83%ce%ba%ce%ad%cf%88%ce%b7%cf%82/ Sat, 25 Oct 2014 14:53:31 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1314

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Τι είναι ένας αλγόριθμος; Αυτό που γνωρίζουμε, ακόμα κι αν δεν έχουμε σχέση με σπουδές μαθηματικών ή την επιστήμη των υπολογιστών, είναι ότι μοιάζει με μια συνταγή. Έτσι μας λένε δηλαδή. Μια συνταγή με συγκεκριμένα βήματα τα οποία αν ακολουθήσουμε, θα έχουμε ένα συγκεκριμένο, προκαθορισμένο αποτέλεσμα. Οι αλγόριθμοι ως βάση των ηλεκτρονικών υπολογιστών έχουν επεκταθεί σε πάρα πολλούς τομείς της καθημερινότητάς μας. Από τη δουλειά μέχρι τις πολύ προσωπικές, καθημερινές μας επαφές. Μάλιστα, οι επιστήμονες λένε ότι τα πάντα μπορούν να αλγοριθμοποιηθούν και να μηχανοποιηθούν. Άσχετα με το αν το καταφέρνουν, με ποιο τρόπο και με ποιες απώλειες, το σημαντικό είναι ότι αυτή η πεποίθηση υπάρχει στα μυαλά και στις σκέψεις όλο και περισσότερων ανθρώπων. Χωρίς μάλιστα να γίνεται κατανοητό ή χωρίς να ενοχλεί, το τι τεμαχίζεται, τι πετιέται και τι αποκόπτεται από την πραγματικότητα στη διαδικασία αλγοριθμοποίησης της.

O επίσημος ορισμός του αλγορίθμου σύμφωνα με τα σχολικά βιβλία είναι αυτός:

Ως αλγόριθμος ορίζεται μια πεπερασμένη σειρά ενεργειών, αυστηρά καθορισμένων και εκτελέσιμων σε πεπερασμένο χρόνο, που στοχεύουν στην επίλυση ενός προβλήματος. Πιο απλά, αλγόριθμο ονομάζουμε μία σειρά από εντολές που έχουν αρχή και τέλος, είναι σαφείς και εκτελέσιμες και σκοπό έχουν την επίλυση κάποιου προβλήματος.

Όπως είπαμε, οι αλγόριθμοι αποτελούν, σε μεγάλο βαθμό, τη βάση για τον προγραμματισμό και την λειτουργία των υπολογιστών. Ο υπολογιστής όμως, όπως τον ξέρουμε σήμερα, είναι αποτέλεσμα διαφορετικών μεταξύ τους διεργασιών που ξεκινάνε από αρκετά παλιά και δεν προκύπτουν μόνο από την επιθυμία των ανθρώπων να φτιάξουν μηχανές που να τους εξυπηρετούν.

Η ανάγκη που είχαν τα κράτη του 18ου αιώνα για μηχανοργάνωση των υπηρεσιών τους καθώς και η ανάγκη για οργάνωση των δουλειών γραφείου προς τα τέλη του 19ου αιώνα, έβαλαν στο κέντρο έννοιες που δεν ήταν τόσο κεντρικές πριν. Έννοιες όπως η αρχειοθέτηση και η αποθήκευση εγγράφων καθώς και οι πολύ σημαντικές και χρονοβόρες πράξεις από ανθρώπους-υπολογιστές για τα στατιστικά, την εφορία και τις απογραφές.

Κι από την άλλη, σαν ένας κόσμος παράλληλος κι όχι απαραίτητα ξεκομμένος, υπήρχαν οι διάφοροι επιστήμονες οι οποίοι, στην προσπάθεια τους να εξελίξουν ορισμένους κλάδους των μαθηματικών, έκαναν διάφορες ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις που εν τέλει κάποια στιγμή βρήκαν τον δρόμο τους κι ενσωματώθηκαν στις μηχανές που σήμερα έχουμε μπροστά μας όταν πχ. πληκτρολογούμε ένα κείμενο. Στο τέλος αυτού του ιστορικού νήματος σκέψης εμφανίζονται οι αλγόριθμοι σαν εργαλείο-λύση σε κάποια από τα τότε βασικά μαθηματικά προβλήματα της εποχής.

Χωρίς να θέλουμε να κάνουμε εδώ ένα πλήρες ιστορικό για την έννοια του αλγορίθμου, για το πώς εξελίχθηκε μέσα στους κύκλους των επιστημόνων ή για το πώς γεννήθηκαν οι υπολογιστές και για το τι ακριβώς συνέβη πριν δημιουργηθούν, θα παραθέσουμε κάποια σημεία που μας φαίνονται σημαντικά.

Όταν ο Babbage συνάντησε τον αργαλειό του Jacquard

Στις αρχές του 19ου αιώνα οι πρώτες «μηχανές» επεξεργασίας πληροφοριών σε μαζική κλίμακα αποτελούνταν από ανθρώπους-υπολογιστές και σκόπευαν στην παραγωγή μαθηματικών πινάκων. Είναι ενδεικτικό ότι τότε ο όρος «computer» παρέπεμπε σε επάγγελμα. Το κοινό τους στοιχείο ήταν ο τρόπος οργάνωσης της παραγωγής αυτών των πινάκων, ο οποίος γινόταν στη βάση των τότε εργοστασιακών προτύπων. Για παράδειγμα, στη Γαλλία τέτοιοι πίνακες αφορούσαν στην αναμόρφωση του κρατικού συστήματος για την εγκαθίδρυση ενός πιο αποδοτικού φορολογικού συστήματος ενώ στην Αγγλία στην παραγωγή Πινάκων Ναυσιπλοΐας (το λεγόμενο Nautical Almanac). Η οργάνωση αυτών των πινάκων είχε απλοποιηθεί και στηθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε η πλειοψηφία των ανθρώπινων computer που εκτελούσαν τους υπολογισμούς να μη χρειάζονται τελικά παρά μόνο τις πράξεις της πρόσθεσης και της αφαίρεσης.

Ο Charles Babbage, καταξιωμένος Βρετανός μαθηματικός, γνώριζε ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα για το γαλλικό πρόγραμμα κατασκευής πινάκων και αποφάσισε να το μιμηθεί. Με μία σημαντική διαφορά. Ενώ θα κρατούσε τις ίδιες αρχές καταμερισμού εργασίας, θα αντικαθιστούσε τους ανθρώπους-υπολογιστές με μηχανικά μέρη. Έχοντας δει τον αργαλειό του Jacquard[ref]

Η μηχανή αυτή πρωτοπαρουσιάστηκε το 1801 από τον έμπορο και υφαντή, Joseph Marie Jacquard. Ήταν ένας μεγάλος αργαλειός ο οποίος με τη χρήση ποικίλων διάτρητων καρτών μπορούσε κάθε φορά να φτιάξει ένα διαφορετικό σχέδιο ύφανσης, βασισμένο σε συγκεκριμένο μοτίβο.

[/ref], δανείστηκε από εκεί την ιδέα του προγραμματισμού της μηχανής μέσω διάτρητων καρτών. Η πρώτη τέτοια μηχανή που σχεδίασε — και σχεδόν κατάφερε να κατασκευάσει – ήταν η λεγόμενη Διαφορική Μηχανή (Difference Engine). Το «πρόβλημα» με τη Διαφορική Μηχανή ήταν ότι είχε ανάγκη ανθρώπινης παρέμβασης για να παράγει μια συνεχή ροή αποτελεσμάτων. Για να απαλείψει τελείως αυτή την ανάγκη, σχεδίασε στη συνέχεια την Αναλυτική Μηχανή (Analytical Engine) που θα μπορούσε να χρησιμοποιεί τα ίδια της τα αποτελέσματα σε νέους υπολογισμούς και θα είχε την ικανότητα να εκτελεί οποιονδήποτε υπολογισμό. Διαχώρισε το τμήμα που ήταν υπεύθυνο για την αποθήκευση των αριθμών (το ονόμασε «store», δηλαδή αποθήκη) από εκείνο που εκτελούσε τις πράξεις (mill: μύλος), με ορολογία δανεισμένη από την κλωστοϋφαντουργία. Η Αναλυτική Μηχανή δεν κατασκευάστηκε ποτέ λόγω έλλειψης εξαρτημάτων ακριβείας και κόστους — παρέμενε φτηνότερο για την κυβέρνηση της Αγγλίας να αναθέτει την εργασία σε ανθρώπινους υπολογιστές.

Τέλη 19ου αιώνα – 2ος παγκόσμιος

Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα οι κύριες λειτουργίες του τότε γραφείου οδήγησαν και στην εμφάνιση των αντίστοιχων μηχανών. Τέτοιες ήταν οι γραφομηχανές για επεξεργασία κειμένων, τα διάφορα συστήματα αρχειοθέτησης της εταιρείας Rand με δείκτες και κάρτες για αποθήκευση και αρχειοθέτηση πληροφοριών, αριθμομηχανές για την ανάλυση οικονομικών δεδομένων και οι ταμειακές μηχανές.

Την ίδια εποχή, ο Hollerith (ιδρυτής της εταιρείας – προπομπού της μετέπειτα γνωστής IBM) ανέλαβε για λογαριασμό της κυβέρνησης των Η.Π.Α. τη στατιστική επεξεργασία των δεδομένων που θα προκύπταν από την απογραφή του 1890. Για τον σκοπό αυτό, κατασκεύασε ογκώδεις ηλεκτρομηχανικές συσκευές με την ικανότητα να διαβάζουν τα αποτελέσματα της απογραφής σε διάτρητες κάρτες και να εκτελούν αυτόματα την καταμέτρηση και την κατηγοριοποίηση. Μετά την απογραφή, προσάρμοσε τις μηχανές του ώστε να είναι προσιτές σε επιχειρήσεις και εισήγαγε την τεχνολογία διάτρητων καρτών στα μηχανήματα γραφείου. Κάποιες από τις κύριες χρήσεις αυτών των μηχανών αναφέρονται παρακάτω και δεν μας φαίνονται καθόλου διαφορετικές από τις σημερινές χρήσεις των αντίστοιχων ηλεκτρονικών μηχανών: καταχώρηση στοιχείων αποδοτικότητας, υπολογισμός εργατικού κόστους, πωλήσεων, απαιτήσεων σε προμήθειες και πρώτες ύλες και στατιστικών στοιχείων παραγωγικότητας, ανάλυση ρίσκου για λογαριασμό ασφαλιστικών εταιρειών, διαχείριση πωλήσεων και κόστους ανά πωλητή, τμήμα της εταιρείας, πελάτη, γεωγραφική τοποθεσία κ.τ.λ.

Λίγο αργότερα και από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού αυτή τη φορά (Αγγλία), ο Comrie αναδιοργάνωσε στα 1920 τη Μετεωρολογική Υπηρεσία. Για τους υπολογισμούς της υπηρεσίας, αντικατέστησε τους πιο «εξειδικευμένους» computer με νεαρές, ανύπαντρες γυναίκες, εξοπλισμένες με συσκευές γραφείου καθώς και με συσκευές διάτρητων καρτών της IBM. Κατάφερε έτσι να μειώσει δραματικά το κόστος παραγωγής πινάκων και ίδρυσε την πρώτη ιδιωτική επιχείρηση παροχής υπολογιστικών υπηρεσιών.

Μία κάπως διαφορετική κατηγορία υπολογιστικών συσκευών, που άρχισαν να εμφανίζονται πιο συστηματικά κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου, ήταν οι αναλογικές συσκευές μοντελοποίησης (π.χ. η μοντελοποίηση του συστήματος διανομής ηλεκτρικής ενέργειας διαμέσου μικρότερων ηλεκτρικών κυκλωμάτων).  Οι συσκευές αυτές ήταν κατάλληλες κυρίως για την επίλυση εκείνων των διαφορικών εξισώσεων που διέπουν τα φυσικά φαινόμενα που μελετούσαν. Με άλλα λόγια, ήταν αρκετά εξειδικευμένες στο εκάστοτε πρόβλημα. Τότε βλέπουμε την εμφάνιση μηχανών που μπορούσαν να χειρίζονται απευθείας αριθμούς, κάτι που τους έδινε τη δυνατότητα να εφαρμόζονται σε ένα ευρύτερο πλήθος μαθηματικών προβλημάτων. Αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο για την κατασκευή πινάκων, όπως παλαιότερα, άλλα και για στρατιωτικούς λόγους, όπως ο υπολογισμός των τροχιών βλημάτων και το σπάσιμο κωδικών για αποκρυπτογράφηση απόρρητων μηνυμάτων. Αυτή η ανάγκη για όλο και περισσότερους στρατιωτικούς υπολογισμούς κορυφώνεται κατά την διάρκεια του Β παγκοσμίου πολέμου. Μπορούμε να κρατήσουμε εδώ το όνομα του Άγγλου μαθηματικού Alan Turing, ο οποίος είχε καταλυτικό ρόλο στην πραγματοποίηση των απαραίτητων υπολογισμών που χρειάζονταν για το σπάσιμο στρατιωτικών κωδικών. Θα μιλήσουμε όμως αναλυτικά γι’ αυτόν, πιο κάτω.

Σημαντικά σημεία που μπορούμε να κρατήσουμε μέχρι εδώ.

Η μηχανοποίηση της σκέψης εντασσόταν σε ένα ευρύτερο μηχανοκρατικό φαντασιακό, που είχε να κάνει καθαρά με την «πεζή» καθημερινότητα και τις ανάγκες της εποχής. Η τεχνική οργάνωση του υπολογιστή πριν εφαρμοστεί (με την βοήθεια των αλγόριθμων, όπως θα δούμε στην συνέχεια) στη συσκευή την ίδια που ξέρουμε σήμερα, εφαρμοζόταν ήδη ως κοινωνική οργάνωση ορισμένων τύπων εργασίας. Τα «γρανάζια» ήταν άνθρωποι-υπολογιστές, «περιορισμένων» δεξιοτήτων. Και οι βασικές ανάγκες που κάλυπταν ήταν αυτές της γραφειοκρατικής οργάνωσης του κράτους και της μηχανοργάνωσης των δουλειών του γραφείου.

Ωστόσο υπάρχουν και  οι επιστήμονες.

Οι επιστήμονες αυτοί είχαν σκέψεις και όνειρα (με εισαγωγικά ή χωρίς) που παρότι δεν είχαν να κάνουν με τον υπολογιστή όπως τον ξέρουμε σήμερα, έστρωσαν σε μεγάλο βαθμό το δρόμο για την δημιουργία του και πιο συγκεκριμένα, για την χρησιμοποίηση των αλγόριθμων σαν βασικό εργαλείο.

Κατά τα τέλη του 17ου αιώνα, ο Gottfried Wilhelm Leibniz, μαθηματικός και φιλόσοφος της εποχής είχε μια σκέψη που ήταν καινοφανής για την εποχή.

«Ονειρευόταν μια εγκυκλοπαιδική συλλογή και μια παγκόσμια τεχνητή μαθηματική γλώσσα με την οποία θα μπορούσε να εκφραστεί κάθε είδους γνώση, καθώς και υπολογιστικούς κανόνες που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν κάθε λογική αλληλεξάρτηση ανάμεσα σ’ αυτές τις μαθηματικές προτάσεις. Τέλος, ονειρεύτηκε μηχανές που θα μπορούν να πραγματοποιούν υπολογισμούς αφήνοντας ελεύθερο το μυαλό για δημιουργική σκέψη.» (Martin Davis, «Οι μηχανές της λογικής». Εκδόσεις Εκκρεμές)

Ο Leibniz συνέλαβε αυτό που θα ονόμαζε «υπέροχη ιδέα» του: θα έψαχνε να βρει ένα ειδικό αλφάβητο του οποίου τα σύμβολα δε θα αναπαριστούσαν ήχους αλλά έννοιες. Πίστευε πως μια γλώσσα βασισμένη σ’ ένα τέτοιο αλφάβητο θα καθιστούσε δυνατό το να αποφασίσει κανείς, με καθαρούς υπολογισμούς, ποιες προτάσεις, γραμμένες σ’ αυτή τη γλώσσα, είναι αληθείς, καθώς και ποιοι λογικοί συσχετισμοί υπάρχουν ανάμεσά τους. Το 1675, σ’ ένα γραπτό του, συνέκρινε την λογική σκέψη με μηχανισμό.  Ήθελε να αναγάγει τη λογική σε κάποιο είδος υπολογισμών και τελικά να κατασκευάσει μια μηχανή που να πραγματοποιεί τέτοιους υπολογισμούς.

Αυτό που χρειαζόταν ήταν μια καθολική χαρακτηριστική, ένα σύστημα συμβόλων που δεν θα ήταν μόνο πραγματικό, αλλά και που θα κάλυπτε και όλη την εμβέλεια της ανθρώπινης σκέψης. Αυτή η φροντίδα για την σωστή χρήση των συμβόλων έμελλε να γίνει ο «μίτος της Αριάδνης» που θα τον οδηγούσε στη δημιουργία της δικής του χαρακτηριστικής. (Martin Davis, «Οι μηχανές της λογικής». Εκδόσεις Εκκρεμές)

Οι σκέψεις αυτές του Leibniz επηρέασαν τις επόμενες γενιές των μαθηματικών και των φιλοσόφων. Μπορούμε να πούμε ότι λειτούργησαν σαν άξονες, πάνω στους οποίους κινήθηκαν αρκετοί από τους μεταγενέστερούς του. Ένας από αυτούς, ο Gottlob Frege, προς τα τέλη του 19ου αιώνα, επεδίωξε να κατασκευάσει ένα λογικό σύστημα που θα περιείχε όλη τη συμπερασματική επιχειρηματολογία που χρησιμοποιείται στα πλαίσια της μαθηματικής πρακτικής. Σκοπός του ήταν να θεμελιώσει τα μαθηματικά (ξεκινώντας με την αριθμητική) με αυστηρό τρόπο, κωδικοποιώντας τους κανόνες της λογικής μέσω ενός φορμαλισμού, έτσι ώστε ο οποιοσδήποτε συλλογισμός να μπορεί να υπαχθεί σε αυτόν τον φορμαλισμό και να ελέγχεται ως προς την ορθότητά του. Το σύστημα αυτό το ονόμασε Begriffsschrift (εννοιολογική γραφή). Στην εννοιολογική γραφή, ο Frege δεν ανέπτυσσε απλώς μια μαθηματική αντιμετώπιση της λογικής, αλλά συγχρόνως δημιουργούσε μια καινούργια γλώσσα. Σ’ αυτό είχε σαν οδηγό την ιδέα του Leibniz για μια παγκόσμια γλώσσα που θα αντλούσε την ισχύ της από μια καλοζυγισμένη επιλογή συμβόλων και ανέπτυξε την Begriffsschrift ως μια τεχνητή γλώσσα με απόλυτα συγκεκριμένους κανόνες γραμματικής και συντακτικού. Η εννοιολογική γραφή ήταν το πρώτο παράδειγμα τυπικής γλώσσας κατασκευασμένης βάσει αυστηρού συντακτικού. Από αυτή την άποψη η Begriffsschrift ήταν ο πρόγονος όλων των γλωσσών προγραμματισμού που χρησιμοποιούνται ευρέως σήμερα.

Άλυτα μαθηματικά προβλήματα

Αρκετοί από τους μαθηματικούς εκείνης της εποχής (τέλη 19ου – αρχές 20ου αιώνα), βασανίζονταν με διάφορα άλυτα προβλήματα και προβληματίζονταν πάνω στις αρχές των μαθηματικών. Σε ένα από αυτά ο David Hilbert, διακεκριμένος μαθηματικός της εποχής, αναζητούσε έναν αλγόριθμο με πρωτοφανή εμβέλεια. Αναζητούσε έναν αλγόριθμο που θα μπορούσε να ανάγει όλους τους παραγωγικούς ανθρώπινους συλλογισμούς σε σκέτους υπολογισμούς και θα μπορούσε να απαντήσει καταφατικά ή αρνητικά σε οποιοδήποτε ερώτημα διατυπωμένο με βάση μια φορμαλιστική γλώσσα της λογικής (πράγμα που σε σημαντικό βαθμό, θα ήταν η εκπλήρωση του οράματος του Leibniz). Ο Alan Turing, που αναφέραμε προηγουμένως, μαθαίνοντας για το πρόβλημα αυτό του Hilbert (το λεγόμενο Entscheidungsproblem ή «πρόβλημα απόφασης»), άρχισε να σκέφτεται για τον τρόπο με τον οποίο θα ήταν δυνατό να αποδείξει ότι δεν υπάρχει τέτοιος αλγόριθμος.

Αυτό που έκανε ο Turing, ήταν ότι μετακίνησε το βάρος της προσοχής του από τους κανόνες ενός αλγόριθμου, σε αυτό που στην πραγματικότητα κάνει το άτομο που τους εκτελεί. Κατάφερε να δείξει ότι ένα τέτοιο άτομο θα μπορούσε να περιοριστεί σε μερικές υπερβολικά απλές βασικές ενέργειες, χωρίς αυτό να αλλάζει το τελικό αποτέλεσμα του υπολογισμού. Το επόμενο ήταν να δει ότι το άτομο θα μπορούσε να αντικατασταθεί από μια μηχανή ικανή να εκτελέσει τις ίδιες απλές βασικές ενέργειες. Τελικά κατάφερε να αποδείξει ότι δεν υπάρχει ο αλγόριθμος που αναζητούσε ο Hilbert. Έδειξε πως δεν υπάρχει αλγόριθμος που να μπορεί να επιλύει όλο το εύρος των προβλημάτων των μαθηματικών. Κάποια από αυτά όμως ήταν δυνατό να λυθούν και μάλιστα ήταν αρκετά. Το σημαντικό λοιπόν, της έρευνας του Turing, ήταν ότι ως παράπλευρο αποτέλεσμα βρήκε ένα μαθηματικό μοντέλο για μια υπολογιστική μηχανή ευρείας χρήσης.

Οι πρώτοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές

(γιατί εκτός από τα γραφεία και τα εργοστάσια, υπάρχουν και τα πεδία μάχης).

Κατά τη διάρκεια του Β παγκοσμίου πολέμου, απόπειρες κατασκευής ηλεκτρονικών υπολογιστών έγιναν σχεδόν ταυτόχρονα από διαφορετικά στρατόπεδα, αλλά με παρεμφερείς ανάγκες. Στη Γερμανία ο Konrad Zuse κατασκεύασε τον πρώτο ηλεκτρονικό υπολογιστή αριθμολογαριαστή (τον Ζ3) το 1941 και τον Ζ4 το 1944. Στην Αγγλία, στο Bletchley Park, στην προσπάθεια να σπάσουν τους Γερμανικούς κωδικούς, χρειάζονταν μεγάλη υπολογιστική δύναμη, την οποία βρήκαν στον «Κολοσσό», μια υπολογιστική μηχανή με 1500 λυχνίες κενού που κατασκευάστηκε με βάση τις αρχές του Turing.

Στην Αμερική, τα προβλήματα που οδήγησαν στην ανάπτυξη του ηλεκτρονικού υπολογιστή ήταν δύο: Ο υπολογισμός τροχιών για βλήματα και η επίλυση των εξισώσεων που διέπουν μια πυρηνική έκρηξη. Ο υπολογισμός των τροχιών για ένα όπλο απαιτούσε εργασία μηνών από εκατοντάδες ανθρώπινους υπολογιστές, ακόμα και με χρήση των νέων συσκευών. Οι Eckert/Mauchly αρχικά αντικατέστησαν μερικά από τα μηχανικά μέρη των προηγούμενων συσκευών με ηλεκτρονικά, επιτυγχάνοντας πολλαπλασιασμό της ταχύτητας και της ακρίβειάς τους. Τελικά υπέβαλαν πρόταση για έναν εξ ολοκλήρου ηλεκτρονικό υπολογιστή, τον ENIAC (1943), ο οποίος τίθεται τελικά σε λειτουργία το 1945.

Από αυτό το σημείο κι έπειτα  εμπλέκεται και ο Von Neumann, ο οποίος δούλευε ήδη πάνω στο πρόγραμμα της ατομικής βόμβας. Έχοντας αντιληφθεί τα μειονεκτήματα του ENIAC όσον αφορά στην εσωτερική του οργάνωση και όντας επηρεασμένος από την προηγούμενη εμπλοκή του με τα μαθηματικά της λογικής, πρότεινε έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο οργάνωσης των εσωτερικών τμημάτων ενός υπολογιστή που στην ουσία ήταν παρόμοιος με αυτόν που είχε προτείνει ο Babbage σχεδόν 150 χρόνια νωρίτερα. Αυτή η αρχιτεκτονική πήρε το όνομά του και αποτελεί πλέον τη βάση ακόμα και των σύγχρονων υπολογιστών. Πρότεινε τον χωρισμό του υπολογιστή σε μία μονάδα ελέγχου που θα διαβάζει εντολές, μια αριθμητική μονάδα που θα εκτελεί μαθηματικές πράξεις και μια μονάδα μνήμης που θα αποθηκεύει τόσο εντολές όσο και δεδομένα (stored-program computer) σε δυαδική μορφή. Από εδώ ξεκινάει η χρήση της λέξης μνήμη (memory) αντί για αποθήκευση (storage), και η μετέπειτα αντιστοιχία της στον τρόπο λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου. Πάνω σε αυτή την αρχιτεκτονική βασίστηκαν ο EDVAC (ΗΠΑ) και ο EDSAC (Βρετανία), οι πρώτοι σύγχρονοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές.

Αυτές οι μεταπολεμικές μηχανές σχεδιάστηκαν έτσι ώστε να είναι γενικής χρήσης καθολικές συσκευές, ικανές να εκτελούν κάθε συμβολική διεργασία, με την προϋπόθεση ότι το κάθε βήμα θα είναι επακριβώς προδιαγεγραμμένο. Αυτή η ρευστή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο τι συνιστούσε εντολή και τι δεδομένο σήμαινε ότι η δυνατότητα διάκρισης σε μηχανή, πρόγραμμα και δεδομένα, είναι μια ψευδαίσθηση. Χαρακτηριστικό που βλέπουμε μέχρι σήμερα στους υπολογιστές είναι το ότι έχει κανείς τη δυνατότητα ν’ αποθηκεύσει ένα πρόγραμμα στη μνήμη και να το μεταχειριστεί σαν δεδομένα.

Τα τριάντα χρόνια που ακολούθησαν, οι δυνάμεις πίσω από την εξέλιξη του υπολογιστή δεν ήταν και τόσο διαφορετικές από αυτές που οδήγησαν αρχικά στη γέννησή του. Από τους διακρατικούς και στρατιωτικούς ανταγωνισμούς, μέχρι το κομμάτι που αφορούσε εμπορικούς και επιχειρηματικούς σκοπούς, καθώς και τις πανεπιστημιακές του χρήσεις, έφτασε μέχρι το σημείο να είναι ένα προσωπικό «αντικείμενο», ένας υπολογιστής προσωπικής χρήσης. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, χωρίς να έχει πολλές διαφορές σαν λογική, αρχιτεκτονική και λειτουργία με αυτό που έκαναν οι πρώτοι υπολογιστές, εξελίσσεται με ραγδαίους ρυθμούς και καθορίζει όλο και περισσότερο το κοινωνικό κομμάτι των ανθρωπίνων σχέσεων.

Το περιοδικό Times έγραφε το 1999 για τον Alan Turing.

«Τόσες ιδέες και τόσα τεχνολογικά επιτεύγματα συνέκλιναν ώστε να δημιουργηθεί ο σύγχρονος υπολογιστής, που θα ήταν παράλογο να αποδώσει κανείς τα εύσημα για την εφεύρεσή του σε ένα μόνο πρόσωπο. Ωστόσο, είναι γεγονός πως όταν κάποιος γράφει σε πληκτρολόγιο ή χρησιμοποιεί ένα ηλεκτρονικό λογιστικό πρόγραμμα ή ένα πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου, στην ουσία χρησιμοποιεί μια υλοποίηση της μηχανής του Turing.»

Για τον von Neumann.

«Ουσιαστικά όλοι οι σύγχρονοι υπολογιστές, από τους υπερυπολογιστές των δέκα εκατομμυρίων δολαρίων ως τα μικροσκοπικά τσιπ που παρέχουν την ενέργεια για την λειτουργία των κινητών τηλεφώνων και των παιχνιδιών, έχουν κάτι κοινό. Όλα τους είναι “μηχανές von Neumann”, παραλλαγές της βασικής αρχιτεκτονικής του υπολογιστή, που ο John von Neumann συνέταξε στη δεκαετία του 1940, χτίζοντας πάνω στα θεμέλια του έργου του Alan Turing.»
(Martin Davis, «Οι μηχανές της λογικής». Εκδόσεις Εκκρεμές)

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Σε αυτό το σημείο της εκδήλωσης, αφού είχαμε θέσει τις βάσεις για το πώς προέκυψαν η έννοια και οι εφαρμογές του αλγόριθμου, προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε τη δομή του αλγόριθμου με παραδείγματα. Για να γίνει αυτό, δοκιμάσαμε να αναπαραστήσουμε με ανθρώπους τη διαδικασία με την οποία πραγματοποιεί ο αλγόριθμος μια σειρά από πράξεις για να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Σαν τέτοιο ορίσαμε την ταξινόμηση μιας σειράς τραπουλόχαρτων. Ένα μέλος της ομάδας έκανε τον εντολέα και ένας άλλος τον εκτελεστή των εντολών. Ο τρόπος ταξινόμησης που παρουσιάστηκε είχε τις ακόλουθες εντολές.

_πήγαινε στην πρώτη θέση

_πάρε το πρώτο χαρτί (είναι το 6)

_σύγκρινέ το με την επόμενη θέση

_είναι μικρότερο το 6 από το 10;

_είναι

_πήγαινε στην επόμενη θέση

_είναι το 6 μικρότερο από το 9;

_είναι

_πήγαινε στην επόμενη θέση

_είναι το 6 μικρότερο από το 2;

_δεν είναι

_άλλαξε τα χαρτιά μεταξύ τους

_πήγαινε στην επόμενη θέση

_είναι το 2 μικρότερο από το J;

_είναι

_πήγαινε στην επόμενη θέση.

Συνεχίζοντας αυτή τη διαδικασία βρίσκουμε ποιο είναι το μικρότερο χαρτί (στη συγκεκριμένη περίπτωση ο άσσος) και το βάζουμε στην πρώτη θέση. Ξεκινάμε την ίδια διαδικασία από τη δεύτερη θέση, τα περνάμε όλα, βρίσκουμε το αμέσως μικρότερο (το 2) και το βάζουμε στη δεύτερη θέση. Μετά συνεχίζουμε από την τρίτη θέση κ.ο.κ. μέχρι να ταξινομηθούν όλα τα χαρτιά από τον άσσο μέχρι τον ρήγα. Βλέπουμε με αυτόν τον τρόπο πώς γίνεται αλγοριθμικά μια τέτοια διαδικασία ταξινόμησης, χρησιμοποιώντας συγκεκριμένες επαναλαμβανόμενες εντολές, όπως η σύγκριση μεταξύ δύο για το μικρότερο/μεγαλύτερο.

Αφού παρουσιάστηκε ακόμα ένας τρόπος αλγοριθμικής ταξινόμησης, σηκώσαμε κάποιον να ταξινομήσει τα χαρτιά χωρίς μια συγκεκριμένη ακολουθία σκέψης, απλά με τον τρόπο του. Λίγο πριν το τέλος, έκανε κάτι πολύ “ανθρώπινο”.

Έκανε λάθος.

Με αφορμή τους τρόπους ταξινόμησης στην περίπτωση του αλγόριθμου και στην περίπτωση του ανθρώπου, αλλά και με αφορμή το λάθος, μπορούμε να κάνουμε μερικές πρώτες παρατηρήσεις. Όπως είδαμε, ο αλγόριθμος-υπολογιστής δεν μπορεί να δει την γενική εικόνα, αλλά αυτό που κάνει είναι σύγκριση, μία κάθε φορά, μεταξύ δύο πραγμάτων. Σε αντίθεση με αυτό, ο άνθρωπος δε σκέφτεται με διαδοχικά βήματα. Μπορεί να έχει μια γενική επισκόπηση, μπορεί να κάνει λάθος και μπορεί να είναι και αβέβαιος. Ο τρόπος του δεν τυποποιείται εύκολα και συνήθως δεν μπορεί να επαναληφθεί επ’ ακριβώς. Φυσικά, η αποτελεσματικότητα του αλγόριθμου σε σχέση με τον άνθρωπο φαίνεται στις περιπτώσεις που χρειάζεται μεγάλη ποσότητα, ταχύτητα και πολυπλοκότητα πράξεων. Αυτό συμβαίνει κυρίως στα προβλήματα που μπορούν να «αλγοριθμοποιηθούν» εύκολα, που μπορούν να «μεταφραστούν» και να ταιριάξουν στους κανόνες της μηχανής. Η αναγνώριση ενός προσώπου, για παράδειγμα, δεν μπορεί να αλγοριθμοποιηθεί με ευκολία. Αυτό έχει σαν συνέπεια (τουλάχιστον προς το παρόν) η αναγνώριση από έναν άνθρωπο να είναι πιο γρήγορη από αυτή μέσω του αλγόριθμου.

Η βιβλιοθήκη σαν παράδειγμα ταξινόμησης.

Ας δούμε τώρα την περίπτωση που, αντί για αριθμούς, έχουμε να ταξινομήσουμε αντικείμενα, για παράδειγμα βιβλία. Μία μεγάλη βιβλιοθήκη οργανωμένη με αλγόριθμο έχει κάποια πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που όπως αναφέραμε στο πρώτο μέρος, ήδη υπήρχαν στις δημόσιες βιβλιοθήκες, όπως και στην μηχανοργάνωση των δουλειών γραφείου πολύ πριν τους πρώτους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Στη βιβλιοθήκη λοιπόν, που είναι ταξινομημένη με αλγοριθμικό τρόπο, υπάρχει μια συγκεκριμένη ανάγκη για οργάνωση, που μπορεί να ρυθμίζεται ανάλογα με τις θεματικές ή αλφαβητικά ή με διάφορα άλλα προκαθορισμένα κριτήρια. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται η αποτελεσματικότητα που χρειάζεται, ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με τόσο μεγάλα μεγέθη στα οποία οποιοσδήποτε πρέπει να βρει αυτό που ψάχνει χρησιμοποιώντας ένα κοινό για όλους σύστημα ταξινόμησης. Αυτό λοιπόν το σύστημα πρέπει να είναι τυποποιημένο με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να είναι διαχειρίσιμο και προσβάσιμο απ’ όλους και με ευκολία. Σκοπός είναι να μπορεί κανείς να βρει σε πολύ μικρό χρόνο το βιβλίο που αναζητά, πιθανόν κι άλλα που έχουν κοντινό ή ίδιο περιεχόμενο. Βέβαια αυτός ο τύπος μαζικής οργάνωσης παρουσιάζει το εξής πρόβλημα: το λάθος κοστίζει ακριβά. Εάν δηλαδή ένα βιβλίο μπει κάπου αλλού, πέρα από τη θέση του, πιθανότατα θα χαθεί για πάντα.

Αυτά δεν ισχύουν στην περίπτωση της προσωπικής βιβλιοθήκης, αφού η οργάνωσή της είναι ένα καθαρά προσωπικό ζήτημα. Τα βιβλία μπορεί να οργανώνονται ανά χρώμα, μέγεθος, εποχή που διαβάστηκαν, σε δώρα, σε λογοτεχνικά είδη, ακόμα και σε αγορασμένα ή δανεικά που πρέπει να επιστραφούν (ή και σε δανεικά κι αγύριστα). Μπορεί να είναι σε ράφια, μπορεί και σε στοίβες. Το βασικό με αυτού του είδους την οργάνωση είναι ότι συνήθως έχει προκύψει με συμπτωματικό, σε γενικές γραμμές, τρόπο και όχι βάσει κάποιου αυστηρού σχεδίου. Αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει σωστή και λάθος διάταξη και σίγουρα κάτι δεν μπορεί να χαθεί με τον τρόπο που αναφέραμε στην αλγοριθμοποιημένη βιβλιοθήκη. Το ψάξιμο στην προσωπική βιβλιοθήκη έχει συχνά μέσα του το τυχαίο. Μπορεί να ψάχνουμε να βρούμε κάτι και να πέσει το μάτι μας πάνω σε κάτι άλλο που μας τραβάει την προσοχή και τελικά στρεφόμαστε σ’ αυτό. Δημιουργείται έτσι μια διαφορετική έννοια της αποτελεσματικότητας, πιο ελαστική, που πηγάζει από το τυχαίο και δημιουργεί δυνατότητες εκμετάλλευσής του. Το λάθος, δεν είναι πια λάθος, αλλά μια ευκαιρία για παράπλευρη μάθηση, μια ευκαιρία να θυμηθώ κάτι που μπορεί να μου φανεί χρήσιμο αλλά δεν το είχα σχεδιάσει, μια ευκαιρία να διαβάσω κάτι, άσχετο με αυτό που έψαχνα, ακόμα και να σκεφτώ τον τάδε φίλο που πρέπει να του επιστρέψω ένα βιβλίο.

GPS: Από το «γνωρίζω να κινούμαι» στο «κινούμαι χωρίς να γνωρίζω»

Με παρόμοιο τρόπο που βρίσκουμε ένα προσωπικό βιβλίο, ας θεωρήσουμε τώρα ότι μπορούμε να βρούμε το σπίτι ενός φίλου. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να το γνωρίζουμε αρκετά καλά για να κινηθούμε χωρίς οδηγίες, όπως ακριβώς στην προσωπική μας βιβλιοθήκη.

Δεν είναι απαραίτητο να θυμόμαστε το νούμερο του σπιτιού, πολλές φορές ούτε καν το όνομα του δρόμου. Μπορεί να βάζουμε τα δικά μας σημάδια στη διαδρομή, σημάδια εντελώς διαφορετικά από εκείνα που θα βάλει κάποιος άλλος. Μπορεί μάλιστα να μη θυμόμαστε καν το κουδούνι, αλλά το πώς είναι η εξώπορτα ή το χρώμα του κτιρίου. Αυτό που θυμόμαστε τις περισσότερες φορές είναι μια ακολουθία κινήσεων καθαρά προσωπική και μάλιστα όχι πάντα την ίδια. Μπορεί συχνά να αλλάζουμε ακολουθία επειδή υπάρχει μια πιο ωραία διαδρομή, όχι απαραίτητα και η πιο σύντομη. Μπορεί να καθυστερήσουμε, ανάλογα με το από πού περάσαμε, τι παρατηρήσαμε στον δρόμο, ανάλογα με τις στάσεις που κάναμε ή που λοξοδρομήσαμε.

Όλα αυτά σημαίνουν επίσης ότι, κατά την περιήγησή μας, μπορεί να συμβεί κάτι απρόοπτο, μπορεί να χαθούμε ή να ανακαλύψουμε κάτι καινούργιο. Η διαδικασία του «κάνω-κύκλους-χάνομαι- ξαναβρίσκω το δρόμο μου» συνιστά μια εμπειρία βιωματική και προσωπική, η οποία, όπως είδαμε και στην περίπτωση της προσωπικής βιβλιοθήκης, καθιστά το ίδιο το λάθος ως κάτι αξιοποιήσιμο, ως μια παρεμφερή γνώση, αφού μπορούμε να αναπτύξουμε την ικανότητα να αντιμετωπίζουμε τα λάθη, να μαθαίνουμε από αυτά και τελικά να τα φοβόμαστε πολύ λιγότερο. Επίσης, δημιουργεί μια αίσθηση οικειότητας με το περιβάλλον, ένα είδος προσωπικής εδαφοκυριαρχίας και βοηθάει στο να μπορεί κανείς να βάζει τις δικές του προτεραιότητες στο πώς κινείται αλλά και να εστιάζει όσο μπορεί στον προσωπικό του χρόνο και ρυθμό.

Αυτά δεν συμβαίνουν όταν επιλέξουμε να μετακινηθούμε μέσω του GPS. Η μηχανή μάς λέει: «Βγείτε από το κτίριο. Προχωρήστε 300 μέτρα δεξιά. Κατεβείτε τις σκάλες για τα επόμενα δέκα μέτρα. Στρίψτε αριστερά. Προχωρήστε 50 μέτρα. Φτάσατε στον προορισμό σας». Κάτι τέτοιο είναι μακριά από τη «μετακίνηση», με το περιεχόμενο που της δώσαμε πριν. Είναι μια εντελώς διαφορετική διαδικασία. Μπορεί κανείς να θεωρεί πως με το GPS μετακινείται όπως ακριβώς και χωρίς αυτό ή και ευκολότερα. Αν δεχτούμε έστω το δεύτερο μισό αυτής της πεποίθησης, πρέπει να σημειώσουμε ότι η ευκολία αυτή έχει και μία άλλη όψη. Ας φανταστούμε μια σχεδόν καθολική εφαρμογή αυτού του μοντέλου μετακίνησης. Είναι κοινή εμπειρία το γεγονός ότι στις περιπτώσεις που κάποιος μάς δείχνει το δρόμο για κάπου, δυσκολευόμαστε να τον ξαναβρούμε μόνοι μας. Έχουμε παραλείψει να βάλουμε σημάδια, να υπολογίσουμε χοντρικά τις αποστάσεις, να προσέξουμε τον προσανατολισμό, έχουμε αρκεστεί στις εντολές αυτού που ξέρει, κι έτσι δεν έχουμε μάθει τον τρόπο να το κάνουμε μόνοι μας. Με την εκτεταμένη χρήση μηχανών, όπως το GPS, ίσως και την ίδια την οργάνωση των πόλεων με τους αντίστοιχα συμβατούς τρόπους, στο μέλλον, μπορεί κανείς να καταλάβει ότι το να βρει το μέρος που ψάχνει μπορεί να είναι μια εντελώς διαφορετική διαδικασία. Μια διαδικασία εξαιρετικά δύσκολή να ακολουθηθεί χωρίς τη μεσολάβηση της μηχανής. Κι αυτό γιατί όχι μόνο αδρανοποιείται το βλέμμα αλλά τυποποιείται παράλληλα και το περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σταδιακή μετάλλαξη του «μετακινούμενου» σε ένα απλό ανειδίκευτο χρήστη του GPS.

Αλγοριθμοποιώντας τις κοινωνικές σχέσεις

Το GPS μπορεί να έχει κι άλλες προεκτάσεις, ιδιαίτερα όταν συνδυαστεί με εφαρμογές κινητών τηλεφώνων που αφορούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι το Nearby Friends, μια εφαρμογή που μπορεί να εντοπίζει ποιοι από τους «φίλους» που έχει κανείς στο facebook, βρίσκονται σε κοντινή απόσταση, ούτως ώστε να μπορεί να έχει ο χρήστης την επιλογή «πήγαινέ με στον Γιάννη» ή «απόφυγε συνάντηση με τον Γιάννη».

Το facebook, όπως γνωρίζουμε, είναι ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης που έχει ιδιαίτερη επιτυχία, όσον αφορά στη μεσολάβηση των κοινωνικών σχέσεων. Μπορούμε να κάνουμε «φίλους» πολύ εύκολα και να κοινωνικοποιούμαστε με βάση κοινά ενδιαφέροντα που εντοπίζονται στα προφίλ που φτιάχνουμε, με λογική παρόμοια με αυτή του marketing εταιρίας.

Η καταγραφή και οργάνωση των προσωπικών δεδομένων βρίσκεται στη βάση αυτής της διαδικασίας, καθώς επιτρέπει τις αναγκαίες συγκρίσεις και τους συσχετισμούς μεταξύ των χρηστών. Η ταξινόμηση σε κατηγορίες και οι διαφόρων ειδών πολύπλοκες ή απλούστερες ομαδοποιήσεις δομούν τον ψηφιακό χώρο και χρόνο έτσι ώστε να πραγματοποιούνται και οι επιθυμητές ψηφιακές συναντήσεις. Ο ψηφιακός αυτός χρόνος, μέσα στον οποία γίνεται επεξεργασία τεράστιου όγκου δεδομένων, έχει σαν βασικό χαρακτηριστικό τη σχέση ταχύτητας/ αποτελεσματικότητας. Μία σχέση που, εκτός από τον ψηφιακό, καθορίζει εν τέλει και τον πραγματικό-καθημερινό χρόνο.

Υπάρχουν κι άλλα ενδιαφέροντα σημεία, για το πώς διαμορφώνουν οι αλγόριθμοι τους νέους τρόπους του σχετίζεσθαι. Ένα από αυτά είναι η έλλειψη της αβεβαιότητας. Η έλλειψη της δυνατότητας για ενδιάμεσες ζώνες, για διαδικασίες που ωριμάζουν στο χρόνο. Ή είσαι «φίλος» ή δεν είσαι. Ή κάνεις like ή δεν κάνεις. Εγκρίνεις ή απορρίπτεις και μάλιστα στιγμιαία. Αυτή η απαίτηση για παρόντα χρόνο, για άμεσες, καθαρές απαντήσεις και διαρκή τροφοδότηση δημιουργεί ακόμα μία νέα συνθήκη. Την απουσία της δυνατότητας απουσίας.  Το να μη συμμετέχεις σε αυτήν τη διαδικασία, να μην είσαι δηλαδή παραγωγικός στο περιβάλλον των κοινωνικών δικτύων, ισούται με σιωπή, με απουσία, ακόμα και με ανυπαρξία. Τέλος, για την εθελοντική επιτήρηση και παραχώρηση προς καταγραφή των προσωπικών δεδομένων, έχει γίνει ευρύτερα πολύς λόγος και συνεχίζει να γίνεται, οπότε ας μην επεκταθούμε εδώ.

Εάν ήθελε κανείς να κάνει μια στοιχειώδη σύγκριση ανάμεσα στα παραπάνω και στο πώς γίνονταν οι φιλίες και γενικότερα οι κοινωνικές σχέσεις στο προηγούμενο παράδειγμα, θα έπρεπε να γράψει πολλές σελίδες. Επειδή δεν είναι επί του παρόντος, θα αναφέρουμε μόνο ότι, η διαφωνία, ο τσακωμός, η σιωπή, η απώλεια και το κόστος αυτής, οι συναισθηματικές αποχρώσεις, η σημασία του χρόνου στην εξέλιξη μιας σχέσης, είναι έννοιες που μένουν έξω από τη μηχανή και δίνουν τροφή για σκέψη προς αυτήν την κατεύθυνση.

Επίλογος

Μπορούμε να δούμε κάποιο κοινό μεταξύ του GPS, του facebook και της οργάνωσης μιας βιβλιοθήκης; Υποστηρίζουμε πως το κοινό τους είναι ότι ο αλγόριθμος αντιμετωπίζει και τα τρία αυτά παραδείγματα, όπως ακριβώς και τα τραπουλόχαρτα που είδαμε στην αρχή, δηλαδή συγκρίνοντας μεταξύ δύο και ταξινομώντας. Όταν λοιπόν αυτή η διαδικασία του αλγόριθμου, δεν εξαντλείται σε τεχνικά ή επιστημονικά ζητήματα κι ενδιαφέροντα, αλλά επεκτείνεται σε ευρύτερες κοινωνικές διεργασίες και διαδικασίες, υπάρχουν αρκετά που μπορούν να μπουν προς συζήτηση.

Θεωρούμε ότι το δόγμα που υποστηρίζει πως «σκεφτόμαστε όπως οι αλγόριθμοι και οι υπολογιστές» είναι αγνή ιδεολογία κι ότι ένα από τα βασικά κριτήρια στο οποίο στηρίζονται οι υπέρμαχοί του, είναι η αποτελεσματικότητα. Το ότι ο αλγόριθμος «λειτουργεί» δηλαδή[ref]

Σαν game over έχουμε επιμείνει στο παρελθόν, πως η «εξέλιξη» (με ό,τι μπορεί να εννοεί κανείς με τον όρο αυτό) για την επιστημονική και την ακαδημαϊκή κοινότητα, εξαρτάται και έχει να κάνει με το τι φέρνει αποτέλεσμα. Αυτό δηλαδή που συναντήσαμε πριν, όσον αφορά στην οργάνωση της παραγωγής και στην μηχανοργάνωση των κρατικών δομών, ισχύει και στην επιστήμη. Το αν κάτι μπορεί να φέρει αποτέλεσμα (όπως η σκέψη του Turing για τον αλγόριθμο) κρίνει το τι είναι χρήσιμο και τι όχι. Και σαν συνέπεια, το τι αξίζει να ακολουθηθεί σαν επιστημονική αλήθεια, άρα και τι αποδεικνύεται (με εισαγωγικά ή χωρίς) ή τι απορρίπτεται δεν ερευνάται καθόλου, καθώς και τι διαψεύδεται. Δεν θεωρούμε πως υπάρχει μία καθαρή επιστημονική αλήθεια, αντίθετα απ’ ότι προωθούν με σιγουριά οι επιστήμονες, αλλά ανάγκες, όπως αυτές του στρατού και των διακρατικών ανταγωνισμών που περιγράψαμε πριν, που καθορίζουν αυτές τις κατευθύνσεις.

[/ref]. Γνώμη μας είναι, πως αυτοί που έχουν τη δυνατότητα να προωθούν και να χρησιμοποιούν την αποτελεσματικότητα σαν κεντρικό επιχείρημα, είναι οι ίδιοι που θέλουν να ορίζουν ποιο είναι, και πώς είναι το πρόβλημα, καθώς και το γιατί κάτι αποτελεί πρόβλημα εξ αρχής. Για να το πούμε πιο απλά, προβληματοποιούν την επιθυμία/ανάγκη του να πας από ένα μέρος σε ένα άλλο, ή του να κάνεις φίλους κι έρχονται έπειτα (μέσω των αλγορίθμων πλέον) και το επιλύουν, διακηρύττοντας και επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα την καθολικότητα και την κυριαρχία τους.

Θεωρούμε, καθόλου αβάσιμα, πως αυτό έχει βαθιά κοινωνικές συνέπειες. Όσο ο αλγόριθμος εξαπλώνεται στο κοινωνικό πεδίο, τόσο μπορεί να συναντάμε αρκετά παραδείγματα ορισμών για σχέσεις και νοήματα (όπως για παράδειγμα η λέξη «φίλος») που μπορεί να τα γνωρίζουμε με το ίδιο όνομα, αλλά στην πραγματικότητα έχουν αποκτήσει τελείως διαφορετικά νοήματα από αυτά που είχαν πριν μεσολαβηθούν από τη μηχανή. Αυτό συμβαίνει σταδιακά, όσο ο χρήστης εκπαιδεύεται στο να σκέφτεται και να δρα με βάση την ακολουθία της μηχανής, μιας μηχανής που εξισώνει τα πάντα σε πληροφορίες, σε δεδομένα, απογυμνώνοντάς τα από τη μέχρι τότε υλικότητα, τα περιεχόμενα αλλά και τα συμφραζόμενά τους. Γίνεται έτσι εύκολο να διαχειρίζεται αυτά τα δεδομένα, των οποίων δεν είναι απαραίτητο να καταλαβαίνει ούτε το νόημα αλλά ούτε και την αξία ή το σκοπό χρήσης. Η ίδια η σκέψη αυτοματοποιείται για να μπορέσει να χωρέσει στην κωδικοποίηση του αλγόριθμου, για να μπορέσει να αλληλεπιδράσει, να ταξινομηθεί. Το αόριστο, το άγνωστο και το λάθος δε χωράνε σε αυτήν την κωδικοποίηση κι έτσι μένουν απ’ έξω, μαζί με την αμφιβολία και την επιθυμία[ref]

Θα πείτε τώρα, γιατί την αναφέρουν την επιθυμία; Την αναφέρουμε επειδή μπορεί κανείς, με βάση τα όσα είπαμε προηγουμένως, εύκολα να πει ότι «μα είναι ξεκάθαρο, ο υπολογιστής σκέφτεται, αφού κάνει αυτό κι αυτό, επιτυχημένα μάλιστα», αλλά δεν γνωρίζουμε κάποιον που, από όπου και να πιαστεί, να μπορέσει να πει ότι ο υπολογιστής-αλγόριθμος επιθυμεί. Είναι δηλαδή κάτι το καθαρά ανθρώπινο. Ακόμα.

[/ref]. Παράλληλα με όλα αυτά, αποβάλλεται και χάνεται η όποια κοινωνική εμπειρία τα συνόδευε, όπως η κοινωνική εμπειρία που περιείχε το να κάνεις φίλους, ή να μπορείς να κυκλοφορήσεις μέσα σε μια πόλη (πόσο μάλλον μέσα σ’ ένα δάσος). Μπορεί αυτά να φαντάζουν μακρινά, λίγο επιστημονικής φαντασίας ή ακόμη και τεχνοφοβικά. Αυτές οι συνέπειες πιθανόν να μην είναι εντελώς ξεκάθαρες σε όλους και όλες κι αυτό ίσως να οφείλεται, όχι μόνο σε εθελοτυφλία, αλλά και στο ότι το νέο αυτό παράδειγμα δεν έχει εδραιωθεί ολοκληρωτικά ακόμα. Θεωρούμε βέβαια πως είναι σε πολύ «καλό δρόμο» προς αυτήν την κατεύθυνση.

Η κριτική αυτή πάνω στις σύγχρονες μηχανές δεν είναι ακαδημαϊκή. Έχει σκοπό να μπορέσει να ανοίξει περάσματα και να συναντήσει κι άλλες αμφιβολίες. Αμφιβολίες, αοριστίες κι επιθυμίες που θεωρούν πως η από τα κάτω κριτική στις μηχανές και τους κυρίους τους (τα αφεντικά, μην το ξεχνάμε αυτό) είναι από εκείνα που μπορούμε να κάνουμε για να κερδίσουμε πίσω ελάχιστα από όσα έχουν κλαπεί, κλέβονται και αφήνουμε να κλέβονται καθημερινά, όσο σταματάμε να αμφιβάλουμε, να απορούμε και να επιθυμούμε. Και σε παρένθεση εδώ το …συλλογικά.

]]>
Εισήγηση: Μemory plugged in _η μνήμη ως μέσο παραγωγής της λήθης https://gameover.zp/2014/10/25/%ce%bcemory-plugged-in-_%ce%b7-%ce%bc%ce%bd%ce%ae%ce%bc%ce%b7-%cf%89%cf%82-%ce%bc%ce%ad%cf%83%ce%bf-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bb%ce%ae%ce%b8%ce%b7/ Sat, 25 Oct 2014 13:35:43 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1312

Σκεφτήκαμε να αρχίσουμε αυτήν την εισήγηση απ’ το τέλος. Να πάμε κατευθείαν στο τέλος, ή τέλος πάντων κοντά στο τέλος, ώστε να διευκολύνουμε την κατανόηση του θέματος. Για να μην μπερδευτούμε, επειδή η λέξη ή η έννοια μνήμη μπορεί να φέρνει διάφορα στο μυαλό. Είναι πολύ πιθανό, ότι οι 8 στους 10 που θα ρωτηθούν τι σκέφτονται με τη λέξη «μνήμη» θα απαντήσουν τον υπολογιστή τους. Η «μνήμη» πλέον έχει μονάδες μέτρησης, έχει «όγκο», έχει «χωρητικότητα»… έτσι πάει.

Θα αρχίσουμε λοιπόν απ’ το τέλος. Και, ενδεχομένως, κάποιοι να μη θέλουν να  διαβάσουν ολόκληρη την εισήγηση, αφού θα μάθουν από τώρα τον δολοφόνο…

Αυτό εδώ είναι ένα δισέλιδο απ’ την «εφημερίδα των συντακτών», στις 11 Οκτώβρη 2015, δηλαδή πριν λίγες ημέρες από τη συγκεκριμένη εκδήλωση. Είναι ένα δισέλιδο που έχει η εφημερίδα στην Σαββατιάτικη έκδοσή της, αφιερωμένο σε επιστημονικά και τεχνολογικά θέματα. Ο τίτλος εκείνης της ημέρας ήταν: «Η μηχανή της μνήμης και της λήθης». Και είχε αυτό το μικρό χωριστό κείμενο

«Από την τέχνη της μνήμης στην τεχνολογική αμνησία.»

”Στο προηγούμενο άρθρο μας για τις “μνημοτεχνικές”, χμμμ… στοιχεία κλπ, διαπιστώσαμε ότι μέχρι πολύ πρόσφατα η συστηματική καλλιέργεια και η επίπονη εξάσκηση της μνήμης αποτελούσε για τους ανθρώπους ζωτική αναγκαιότητα, ατομική και κοινωνική.

Στις μέρες μας, αντίθετα, το να αποθηκεύει κανείς στη μνήμη του πληροφορίες και γνώσεις όχι μόνο δεν θεωρείται απαραίτητο, αλλά είναι και περιττό αφού μπορεί να έχει κάθε στιγμή πρόσβαση στις πιο ετερογενείς πληροφορίες. Αρκεί να ανοίξει το κινητό ή τον υπολογιστή του και να μπει στο Διαδίκτυο.”

Υποθέτουμε ότι δεν υπάρχει αντίρρηση ως εδώ. Περιγράφονται πολύ γνωστές και καθημερινές καταστάσεις. Συνεχίζουμε:

«Παρά τις ασύλληπτες, μέχρι χθες, τεχνολογικές διευκολύνσεις, όλο και μεγαλύτερος αριθμός σχετικά νέων ανθρώπων στις ανεπτυγμένες κοινωνίες διαμαρτύρεται σήμερα ότι έχει ανεξήγητα κενά μνήμης και ότι, εκτός από τα σοβαρά αμνησιακά προβλήματα, αντιμετωπίζει επίσης μεγάλη δυσκολία συγκέντρωσης της προσοχής και αφομοίωσης νέων πληροφοριών. Οι σημερινοί τριαντάχρονοι φαίνεται να έχουν μικρότερες μνημονικές ικανότητες από τους γονείς τους. Υποφέρουν από … «τεχνολογική αμνησία»! Γιατί συμβαίνει αυτό;

Σύμφωνα με τη γνώμη αρκετών τολμηρών ειδικών, τα αίτια θα πρέπει να αναζητηθούν στη συστηματική χρήση των ψηφιακών συσκευών οι οποίες δημιουργήθηκαν για να διευρύνουν τις μνημονικές μας ικανότητες και για να απαλλάξουν το μυαλό μας από τα «περιττά» μνημονικά βάρη. Και το κάνουν τόσο καλά, ώστε κάποιες ζωτικές λειτουργίες του μυαλού των χρηστών – όπως η μνήμη και η αφομοίωση νέων πληροφοριών – έχουν αρχίσει να ατροφούν.

Το νέο φαινόμενο της «τεχνολογικής «αμνησίας», δηλαδή της κατάπτωσης ή του εκφυλισμού της ανθρώπινης μνήμης λόγω της χρήσης «έξυπνων» τεχνημάτων, διαπιστώθηκε και επιβεβαιώθηκε χάρη στις συστηματικές έρευνες του Ιαν Ρόμπερτσον, καθηγητή Νευροεπιστημών στο Trinity College του Δουβλίνου.

Ανάλογες έρευνες έχουν πραγματοποιηθεί στις πιο αναπτυγμένες χώρες. Και, δυστυχώς, όλες καταγράφουν μια δραματική πτώση των μνημονικών ικανοτήτων στις νεότερες γενιές.»

Αυτό είναι λοιπόν, σε γενικές γραμμές, το θέμα αυτής της εισήγησης. Με μια διαφορά που τη θεωρούμε ουσιαστική και όχι ορολογίας. Ο συντάκτης του πιο πάνω σχολίου μιλάει για «κενά μνήμης», για «αμνησιακά προβλήματα», για «τεχνολογική αμνησία». Εμείς θα μιλήσουμε για λήθη, και για την παραγωγή της λήθης σαν σκόπιμη, εμπρόθετη διαδικασία. Ελπίζουμε να δείξουμε τη σημασία αυτής της προσέγγισης.

Ας πιάσουμε τώρα το θέμα απ’ την αρχή.

Η κοινότυπη παρατήρηση με την οποία θα ξεκινήσουμε είναι ότι η μνήμη είναι ικανότητα των ζωντανών οργανισμών, όλων των ζωντανών οργανισμών, ακόμα  κι αν δεν ξέρουμε ακριβώς πως θυμούνται αυτοί που θεωρούνται κατώτεροι.

Μια δεύτερη παρατήρηση: ενώ η μνήμη συμβαίνει σίγουρα και ατομικά, δηλαδή κάθε άτομο οποιουδήποτε ζωντανού είδους θυμάται, σίγουρα συμβαίνει και συλλογικά. Δεν ξέρουμε (και δεν είναι κάτι που πρέπει να επιμείνουμε) αν υπάρχει γενική «μνήμη είδους» ή υπάρχουν μνήμες των κοινοτήτων κάθε είδους. Δηλαδή η μνήμη παλιότερων κοινών εμπειριών, κοινών κινδύνων, κοινών επιτυχιών, κοινών αποτυχιών, κοινών κατορθωμάτων. Πάντως για τις ανάγκες του συγκεκριμένου θέματος είναι αρκετό να πούμε ότι σίγουρα υπάρχει συλλογική μνήμη, και ότι αυτές οι δύο εκφάνσεις, η ατομική μνήμη και η συλλογική μνήμη, έστω για το είδος μας, βρίσκονται σε διαρκή, αλληλένδετη και δυναμική σχέση.

Τρίτη παρατήρηση, ή ίσως και θέση. Αυτή η μνήμη για την οποία μιλάμε, η ζωϊκή μνήμη, η μνήμη των ζωντανών, είναι μνήμη σωματική / διανοητική, δηλαδή πάλι σωματική. Δεν είναι μόνο μνήμη «εικόνων», αν αυτό σκεφτόμαστε σήμερα, αλλά μνήμη πόνων και χαράς, δηλαδή συναισθημάτων, είναι μνήμη αισθήσεων, είναι μνήμη κινήσεων και πράξεων, είναι μνήμη συμπάθειας ή μνήμη εχθρότητας… Νομίζουμε ότι γενικά δεν μπορεί να χωριστεί αυτή η μνήμη από μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων.  Σ’ αυτήν την μνήμη λοιπόν, και στη διάρκειά της στο χρόνο, πρέπει να περιλάβουμε διάφορα ήθη και έθιμα, όπως τον χορό και το τραγούδι, τετριμμένες καθημερινές ασχολίες όπως το μαγείρεμα, το κυνήγι ή η φροντίδα των μωρών, πιο ιδιαίτερες γνώσεις όπως η αναγνώριση των εχθρών, των φίλων ή των επικίνδυνων φυτών, ζώων ή περιστάσεων, και εμπειρίες «τοπολογικές» όπως μέρη ορεινά ή θαλάσσια, διαδρομές, δυσκολίες και ευκολίες σ’ αυτές, κλπ.

Τέταρτη παρατήρηση, εγκυκλοπαιδική αυτή, είναι ότι σε διάφορες κοινωνίες, σε διάφορες μορφές ιεραρχικής κοινωνικής οργάνωσης, αναπτύχθηκαν τεχνικές ενίσχυσης, βελτίωσης της μνήμης. «Μνημονικές τεχνικές». Ξέρουμε για παράδειγμα, από αρχαιολογικά ευρήματα, ότι στην αρχαία Αίγυπτο, στη Μεσοποταμία ή στη Φοινίκη, η κατά το δυνατόν ακριβέστερη μνήμη ήταν σημαντικό στοιχείο της άσκησης της εξουσίας.  Υπήρχε μια συγκεκριμένη ειδικότητα υπαλλήλων στις αυλές των παλατιών, που η δουλειά τους ήταν να «θυμούνται» συζητήσεις, απόψεις, διαφωνίες και συμπεράσματα. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε βάσιμα ότι η γραφή και η καταγραφή τέτοιων στοιχείων γεννήθηκε σε τέτοια περιβάλλοντα, περιβάλλοντα άσκησης κοσμικής ή/και ιερατικής εξουσίας, προκειμένου να βελτιωθεί η μνήμη. Για λογαριασμό της εξουσίας.  Αυτή η δουλειά του να «θυμάσαι», είτε με τις δικές σου δυνάμεις είτε μέσω καταγραφών (και των σχετικών γνώσεων), θα πρέπει να ήταν τότε αυτό που σήμερα λέμε γραμματέας. Αν το καλοσκεφτούμε μεγάλο μέρος της δουλειάς της σύγχρονης γραμματείας είναι αυτό. Το να «θυμάται» για λογαριασμό του εργοδότη.

Στις πόλεις – κράτη της αρχαίας Ελλάδας υπήρχε ο θεσμός / επάγγελμα του «μνήμονα». Αυτός ήταν άμεσα σχετισμένος με τη λειτουργία των δικαστηρίων. Κατέγραφε τις αποφάσεις, αλλά έπρεπε και να θυμάται την ταξινόμησή τους και να μπορεί εύκολα να ανασύρει κάποια. Αργότερα, οι ρωμαίοι πολιτικοί και δικαστικοί είχαν δούλους εκπαιδευμένους στο να θυμούνται, έτσι ώστε να διευκολύνουν τους κυρίους τους είτε στα δικαστήρια είτε στις πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις. Αυτοί οι ειδικής απασχόλησης δούλοι ονομάζονταν γραικύλοι, «μικροί έλληνες».

Οπότε θα κάνουμε τώρα μια βασική διάκριση. Υπάρχει, έχει υπάρξει ιστορικά, η μνήμη η νοερή / σωματική. Και η μνήμη η καταγραμμένη, πάνω σε διάφορα μέσα. Πέτρα, πάπυρο, χαρτί, και πολύ αργότερα άλλα. Ονομάζουμε την πρώτη ζωντανή μνήμη. Και τη δεύτερη νεκρή μνήμη. Αυτοί οι προσδιορισμοί δεν είναι αξιολογικοί. Δε θέλω να πω ότι η «νεκρή μνήμη» είναι κατώτερης αξίας, για πέταμα. Είναι μια διάκριση ανάλογη με εκείνη του Μαρξ ανάμεσα σε ζωντανή εργασία (την ανθρώπινη δυνατότητα εργασίας) και νεκρή εργασία, τις μηχανές δηλαδή, τις οποίες βάζει να δουλέψουν η ζωντανή εργασία. Νομίζω πως το ίδιο συμβαίνει και με τη νεκρή μνήμη, δηλαδή τις εγγραφές / καταγραφές οποιουδήποτε είδους. Χρειάζονται τη ζωντανή μνήμη να τις αξιοποιήσει.

Ζωντανή μνήμη – νεκρή μνήμη, λοιπόν. Με τη δεύτερη να αναπτύσσεται και να μένει για πολλούς αιώνες στο λογαριασμό της άσκησης των όποιων εξουσιών. Αυτές οι δύο εκφάνσεις, αυτές οι δύο μορφές μνήμης αν μπορούμε να τις πούμε έτσι, έχουν αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά και διαφορές. Είπαμε ήδη ότι η ζωντανή μνήμη αναβλύζει μέσα σε συναισθήματα: χαράς, λύπης, φόβου, νοσταλγίας, τρυφερότητας, μίσους… Επιπλέον η ζωντανή μνήμη είναι ασταθής μέσα στη ζωή (άλλοτε θυμάται κανείς εύκολα και ακαριαία κι άλλοτε “σπάει το κεφάλι του” να θυμηθεί, άλλοτε θέλει να ξεχάσει και δεν μπορεί, άλλοτε ξεχνάει ενώ δεν θα το ήθελε) και είναι επίσης συχνά αιφνιδιαστική, όχι εμπρόθετη: θυμάσαι κάτι, μπορεί και δυσάρεστο, στα ξαφνικά, χωρίς να το έχεις επιδιώξει, μ’ όλη τη στεναχώρια που προκαλεί αυτή η αναθύμηση.

Απ’ την άλλη μεριά η νεκρή μνήμη, των καταγραφών, δεν κινδυνεύει από αμνησία, είναι «αντικειμενική» ή έστω «υπερυποκειμενική», δηλαδή γενικά απρόσωπη, μπορεί να συσσωρευτεί χωρίς περιορισμούς, τα σημάδια της μένουν σταθερά ίδια στο χρόνο.

Αυτά είναι οπωσδήποτε περιληπτικά, αλλά δε θα επιμείνουμε. Ελπίζουμε ότι έχουμε περιγράψει κάπως αυτό το δίπολο ζωντανή μνήμη – νεκρή μνήμη, με κάποιους υπαινιγμούς για την καταγωγή και τη σκοπιμότητα της δεύτερης.

Τώρα, μ’ αυτά δεδομένα, ποιος θα αναρωτιόταν, με μια ιστορική έννοια, «τι είναι η μνήμη»; Μια τέτοια ερώτηση δύσκολα θα προερχόταν απ’ την μεριά της ζωντανής μνήμης, γιατί θα ήταν το ίδιο παράξενη με την ερώτηση «τι είναι η αναπνοή». Προέκυψε μια τέτοια ερώτηση απ’ την μεριά φιλοσόφων, διανοούμενων επαγγελματιών, μπορεί και ιερέων, που είχαν κάποια εξοικείωση με τις εγγραφές, με τη νεκρή μνήμη. Συνήθως όταν δημιουργούνται τέτοιες ερωτήσεις κουβαλάνε εξ αρχής και τις απαντήσεις τους. Το ότι η απάντηση στην ερώτηση «τι είναι η μνήμη» ήταν αποθήκη μπορεί να φαίνεται μια χαρά με τα σημερινά ψηφιακά δεδομένα, αλλά δεν είναι τωρινή!

Για παράδειγμα, και δεν είναι καμιά συνεπής ιστοριογραφία εκ μέρους μας, αλλά το αναφέρουμε ενδεικτικά, στα τέλη του 17ου αιώνα, ο Τζων Λοκ, που θεωρείται πατέρας του σύγχρονου εμπειρισμού, αναφερόταν στη μνήμη σαν «την αποθήκη των ιδεών μας». Δεν ήταν εντελώς δική του η ιδέα. Χίλια χρόνια νωρίτερα, τον 7ο αιώνα, ο «άγιος» Αυγουστίνος, σημαντικότατος διανοούμενος του χριστιανισμού, έγραφε για τα «πολύτιμα παλάτια της μνήμης» και για τα «τεράστια σπήλαια της μνήμης με τις κρυφές και μυστηριώδεις γωνιές και ρωγμές». Σπήλαια, και μετά παλάτια. Σπουδαίες παρομοιώσεις! Η πρωτόγονη εικόνα και η βασιλική εικόνα.

Μπορούμε να σκεφτούμε ότι τέτοιες παρομοιώσεις ήταν εύλογες μεταξύ διανοούμενων που ασχολούνταν και με τη νεκρή μνήμη, με τις καταγραφές, με τις βιβλιοθήκες δηλαδή. Οπότε μετέφεραν την χωρική ιδέα της βιβλιοθήκης, την αποθήκευση και την ταξινόμηση, στη μνήμη συνολικά. Στη ζωντανή μνήμη, που δεν έχει σχέση με βιβλιοθήκες κλπ. Αντιλαμβάνονταν την ζωντανή μνήμη μέσω της νεκρής, όπως θα περίμενε κανείς από ειδικευμένους της εξουσίας.

Τώρα δεν είναι τολμηρό να αναρωτηθούμε: αυτή η παρομοίωση της μνήμης σαν αποθήκης δεν είχε άραγε ένα, έστω υπονοούμενο, περί ιδιοκτησίας; Αποθήκη σημαίνει πόρτα, σημαίνει κλειδαριά και κλειδιά. Κάποιοι έχουν τα κλειδιά της νεκρής μνήμης, των εγγραφών. Και αν δεν είναι κυριολεκτικά ιδιοκτήτες, είναι σίγουρα διαχειριστές στο όνομα των ιδιοκτητών.  Δεν είναι παράξενο αν θυμηθούμε την καταγωγή των καταγραφών, της νεκρής μνήμης. Οι πληβείοι δεν είχαν τέτοια. Οι άρχοντες είχαν όσο περισσότερη μπορούσαν.

Υποθέτουμε ότι για τους χριστιανούς, ο τελικός ιδιοκτήτης ήταν ο θεός.  Για τους αστούς -ο Τζων Λοκ ήταν ένας απ’ τους πρόγονους της αστικής κοσμοθεωρίας- το πράγμα εξελίχθηκε.

Κάνουμε εδώ την ανακεφαλαίωση. Νεκρή μνήμη – ζωντανή μνήμη. Ζωντανή μνήμη είναι ο τρόπος που θυμόμαστε ακόμα, νεκρή μνήμη είναι οι καταγραφές. Κρατείστε το αυτό το δίπολο, θα το χρειαστούμε στη συνέχεια.

Θα κάνουμε εδώ κάτι σαν παρένθεση, που θα μας πάει στο επόμενο κεφάλαιο. Είτε μιλάμε για τη ζωντανή μνήμη είτε μιλάμε για τη νεκρή μνήμη, είναι σαφές ότι μιλάμε για το παρελθόν. Δεν χωράει καμία αμφιβολία σ’ αυτό. «Μνήμη του μέλλοντος» είναι μια ποιητική, λογοτεχνική έκφραση.

Η μνήμη αφορά λοιπόν το παρελθόν. Κι αν έχει αξία η μνήμη, οποιαδήποτε αξία, συναισθηματική, οικονομική, κοινωνική, πολιτική, οτιδήποτε, αν έχει λοιπόν αξία η μνήμη, αυτό οφείλεται ότι τα άτομα και οι κοινωνίες αξιολογούν το παρελθόν σαν κάτι σημαντικό. Το παρελθόν δίνει εμπνεύσεις. Το παρελθόν δίνει ιδέες. Το παρελθόν δίνει κανόνες ηθικής. Το παρελθόν δίνει κατευθύνσεις. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η σχέση με το παρελθόν λειτουργεί δημιουργικά για το σήμερα: αυτό είναι που δίνει αξία στη μνήμη.

Θα μπορούσε, λοιπόν, υπό κάποιες συνθήκες, το παρελθόν να μην έχει αξία, και κατά συνέπεια να μην έχει αξία ούτε η μνήμη; Όσο κι αν σας φαίνεται παράξενο μια τέτοια συνθήκη έχει υπάρξει, και έχει υπάρξει για συγκεκριμένους λόγους. Τον ίδιο αιώνα που ο Λοκ έλεγε ότι «η μνήμη είναι η αποθήκη των ιδεών μας» ένας άλλος μεγάλος διανοούμενος της ανερχόμενης αστικής τάξης, ο Ντεκάρτ, έλεγε ρητά ότι: «όταν πρόκειται για την κατάκτηση της γνώσης δε χρειαζόμαστε την μνήμη.» Και σε άλλο σημείο έλεγε «πρέπει να αποφεύγεται η μνήμη, προς όφελος της συστηματικής αναζήτησης της αιτιότητας, που είναι πάντα πρωτεύουσας σημασίας.» Η αναζήτηση της αιτιότητας ήταν πρωτεύουσας σημασίας για τον Ντεκάρτ, κι όχι η μνήμη.

Ο Ντεκάρτ λοιπόν, και άλλοι διανοούμενοι της ανερχόμενης αστικής τάξης, υποστηρίζουν ότι δεν είναι το παρελθόν το οποίο μπορεί να προσφέρει ιδέες, σκέψεις, κατευθύνσεις για το παρόν, για το τότε παρόν. Αντίθετα λένε, το παρελθόν είναι βάρος. Το παρελθόν είναι συντήρηση, το παρελθόν είναι φρένο, και γι’ αυτό το λόγο δεν χρειάζεται η μνήμη. Μπορεί να παραμείνει σαν ιδιωτική υπόθεση.  Να θυμάται ο καθένας τη ζωή του. Αλλά στην κοινωνική οργάνωση κοιτάμε μπροστά. Και κοιτώντας μπροστά ξεφορτωνόμαστε, περιορίζουμε αν θέλετε, την μνήμη.

Αυτό, το να αξιολογείται δηλαδή το παρελθόν σε σχέση με το παρόν και το μέλλον, όχι με έναν τρόπο αλλά με διαφορετικούς, ακόμα και αντίθετους τρόπους, που έχει σαν συνέπεια την αντίστοιχη αξιολόγηση της μνήμης, το εγκαινιάζει η επαναστατική αστική τάξη. Η αστική τάξη που πρόκειται να γκρεμίσει εξουσίες και παραδόσεις πολλών αιώνων, και να αλλάξει τις κοινωνίες, κατ’ αρχήν τις ευρωπαϊκές. Η αξιολόγηση του χρόνου, του παρελθόντος, αρχίζει να μπαίνει υπό ιδεολογική αίρεση.  Ως τότε το παρελθόν είχε πάντα αξία. Η αστική τάξη θα το αλλάξει κι αυτό.

Όμως για δυο λεπτά! Περί τίνος πρόκειται; Πρόκειται για μια τάξη ανθρώπων που πρόκειται να ζήσουν πράγματι χωρίς μνήμη; Πρόκειται για μια τάξη ανθρώπων που είναι αποφασισμένοι να μην έχουν παρελθόν; Όχι! Άλλο θα κάνουν. Και θα το κάνουν καθώς μεγαλώνει ο δυναμισμός της αστικής τάξης. Θα φτιάξουν τη δική τους μνήμη. Θα φτιάξουν τη δική τους νεκρή μνήμη, τη δική τους καταγεγραμμένη μνήμη. Θα φτιάξουν επίσης τη δική τους ζωντανή μνήμη. Μνημονικές μεθόδους δηλαδή, τρόπους να ασκείς τη ζωντανή μνήμη, για τους ίδιους και τα παιδιά τους, για τις επόμενες γενιές. Για το αστικό εκπαιδευτικό σύστημα που έχει αρχίσει να δημιουργείται.

Θα φτιάξουν λοιπόν τη δική τους αφήγηση για το παρελθόν, τη δική τους μνήμη, γυρίζοντας την πλάτη, όχι στη μνήμη γενικά, όχι στο παρελθόν γενικά, αλλά σε όλα όσα ως τον 18ο και τον 19ο αιώνα δεν τους έκαναν. Δεν τους ήταν χρήσιμα. Σαν παρελθόν, σαν μνήμη. Επειδή ήταν άλλων.

Συνεπώς, οι απόψεις του Ντεκάρτ και άλλων, πρακτικά δεν έδειχναν τον δρόμο για κοινωνίες χωρίς μνήμη, αλλά για κοινωνίες στις οποίες η μνήμη μπορεί να είναι επίδικο ζήτημα: αυτή η μνήμη να είναι χρήσιμη, η άλλη μνήμη να είναι άχρηστη· αυτή η μνήμη να είναι δημιουργική, η άλλη μνήμη να είναι βάρος.

Αυτή η διαχείριση είναι πολύ σημαντική καινοτομία. Διότι, τελικά, ήδη από τότε, απ’ τον 18ο και τον 19ο αιώνα, αυτή η εφευρετικότητα, αυτός ο νεωτερισμός πάνω στο πως διαχειριζόμαστε το παρελθόν και τη μνήμη, υποστηρίζει μια ειδική παραγωγικότητα της μνήμης, που είναι «η μνήμη μας να εξαφανίζει τις μνήμες των άλλων», «η μνήμη μας να γίνεται κυρίαρχη, να γίνεται ηγεμονική, έτσι ώστε άλλοι, με τις δικές τους μνήμες, είτε να υποτιμώνται, είτε να περιθωριοποιούνται είτε και να εξαφανίζονται». Είναι σαν, η μνήμη, ήδη απ’ τον 19ο αιώνα, να γίνεται πεδίο πολιτικής και ιδεολογικής αναμέτρησης… ακόμα και σύγκρουσης. Κατ’ αρχήν, σίγουρα, γίνεται πεδίο ιδεολογικής ηγεμονίας της αστικής τάξης, με την δική της άποψη για την μνήμη.

Αλλά τον 19ο αιώνα εμφανίζεται ένα καινούργιο πρόβλημα για την αστική τάξη. Μια άλλη τάξη, ανταγωνιστική, η εργατική τάξη, αρχίζει να αποκτάει τη δική της μνήμη. Την δική της ζωντανή μνήμη, και την δική της νεκρή / γραπτή μνήμη. Και η σύγκρουση δεν είναι μόνο για το παρόν και το μέλλον, αλλά ήδη απ’ τα μέσα του 19ου αιώνα η σύγκρουση τροφοδοτείται και απ’ το παρελθόν. Και της αστικής τάξης, και της εργατικής τάξης.

Οπότε, φαίνεται ότι απ’ τα τέλη του 19ου ή τις αρχές του 20ου αιώνα, εκτός απ’ το δίπολο ζωντανή – νεκρή μνήμη, έχει διαμορφωθεί άλλο ένα, που τέμνει κάθετα το προηγούμενο, το δίπολο αστική μνήμη – εργατική μνήμη. Δεν είναι το σχήμα «η μνήμη της εξουσίας, του άρχοντα» απ’ τη μια μεριά και «η μνήμη των υποτελών» απ’ την άλλη, σαν δύο διακριτοί, χωριστοί κόσμοι, που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Είναι οι διαφορετικές (αντίπαλες) μνήμες δύο δηλωμένα αντίπαλων τάξεων, που δρουν στα ίδια πεδία των κοινωνικών σχέσεων.

Μήπως αυτά που λέμε είναι αυθαιρεσίες; Όχι. Υπάρχει κάποιος που μπορεί αρκετοί ξέρετε, λέγεται Βάλτερ Μπένγιαμιν, κι αυτός το 1940, στις «θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας» λέει κάτι που δεν ξέρω αν το είχε πει άλλος πριν, αλλά είναι πάρα πολύ σημαντικό.  Ο Μπένγιαμιν κατηγορεί τους σοσιαλδημοκράτες της εποχής του ότι αυτοί φταίνε για την άνοδο του φασισμού. Και πως λοιπόν φταίνε; Μεταφέρουμε ένα σχετικό απόσπασμα:

«Υποκείμενο της ιστορικής γνώσης είναι η ίδια η μαχόμενη καταπιεσμένη τάξη. Στον Μαρξ εμφανίζεται σαν η τελευταία υποδουλωμένη, σαν η εκδικήτρια τάξη, που ολοκληρώνει το έργο της απελευθέρωσης…» προσέξτε «… στο όνομα γενεών ηττημένων. Αυτή η συνείδηση, που είχε μια σύντομη αναβίωση στον Σπάρτακο…» (αναφερόμενος στους Σπαρτακιστές, τους κομμουνιστές στη Γερμανία, στη Λούξεμπουργκ…) «…ήταν ανέκαθεν απορριπτέα από τους σοσιαλδημοκράτες. Κατόρθωσαν αυτοί, μέσα σε τρεις δεκαετίες, να εξαλείψουν σχεδόν το όνομα ενός Μπλανκί…» (πρόκειται για την Παρισινή Κομμούνα) «…που είχε συγκλονίσει με τον μεταλλικό ήχο του τον περασμένο αιώνα. Κολάκευαν τον εαυτό τους αποδίδοντας στην εργατική τάξη τον ρόλο ενός λυτρωτή των μελλουσών γενεών, ακρωτηριάζοντας έτσι τα νεύρα της πιο πολύτιμης δύναμής της. Γιατί μ’ αυτή τη διδασκαλία…» (ότι δηλαδή η εργατική τάξη αγωνίζεται για το μέλλον, για τις επόμενες γενιές,) «… η τάξη ξέχασε τόσο το μίσος όσο και το πνεύμα θυσίας…» Ξέχασε η εργατική τάξη, στη γερμανία, τη δεκαετία του ’30, τονίζουμε το ρήμα: «ξέχασε» τόσο το μίσος όσο και το πνεύμα θυσίας. «… Γιατί τρέφονται και τα δύο απ’ την εικόνα των υπόδουλων προγόνων και όχι απ’ το ιδανικό των απελευθερωμένων εγγονών».

Εμφανίζεται λοιπόν αυτός ο άνθρωπος και λέει, το 1940, ότι η μνήμη είναι ουσιαστική για τη συνείδηση. Και πως εάν στρέψεις, πολιτικά, την εργατική τάξη προς το μέλλον, φροντίζοντας να ξεχάσει τους προγόνους που πέθαναν υπόδουλοι, της στερείς το μίσος απέναντι στ’ αφεντικά. Το 1940 λοιπόν ο Μπένγιαμιν έχει συλλάβει την ταξική πόλωση της μνήμης, την ταξική πόλωση που έχει προηγηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες, και το τι σημαίνει η απαλλοτρίωση της εργατικής μνήμης.

Δεν το έχει συλλάβει όμως μόνον αυτός. Και οι ναζί και οι σταλινικοί, οργανώνουν διαδικασίες καταστροφής της μνήμης των άλλων. Οι διαδικασίες αυτές θα φαίνονταν χοντροκομμένες σήμερα: οι ναζί καίνε τα βιβλία, τη νεκρή / γραπτή μνήμη της εργατικής τάξης, οι δε σταλινικοί σβήνουν και διορθώνουν τις φωτογραφίες, εξαφανίζοντας διάφορους που συμμετείχαν στην επανάσταση σαν μπολσεβίκοι, αλλά μετά… Να, λοιπόν, γεγονότα, της δεκαετίας του 1930, γεγονότα όχι ανταγωνισμού ανάμεσα σε ζωντανή και νεκρή μνήμη, αλλά μάλλον ταξικού ανταγωνισμού μέσα στη μνήμη.

Έχουμε κι ένα τρίτο στοιχείο, ενισχυτικό του ότι δεν υποστηρίζουμε κάτι αυθαίρετα. Πρόκειται για το μυθιστόρημα «1984», το οποίο έγραψε ο Όργουελ και πρωτοκυκλοφόρησε το 1949. Μέσα εκεί ο Όργουελ περιγράφει σαν κρίσιμο μηχανισμό του καθεστώτος για να ελέγχει τους υποτελείς, αυτό που ονομάζει «τρύπα μνήμης». Memory hole. Τι κάνει το καθεστώς; Το καθεστώς επεμβαίνει στη νεκρή μνήμη και τη γράφει, την ξαναγράφει, τη διορθώνει, τη συμπληρώνει, την εξαφανίζει εδώ κι εκεί, για να ελέγχει μέσω της νεκρής μνήμης τη ζωντανή μνήμη των υπηκόων. Έτσι ώστε οι υπήκοοι να χάνουν τη δική τους μνήμη, και να ακολουθούν την αφήγηση του καθεστώτος.

Για τον Όργουελ το ξέρετε υποθέτουμε, είχε πολεμήσει στον Ισπανικό Εμφύλιο, ήταν με τους δικούς μας. Δεν ήταν κάποιος άκαπνος.

Έχουμε, λοιπόν, από διαφορετικές μεριές, και από την λογοτεχνία, και από την φιλοσοφία, και από την ιστορία, μαρτυρίες ότι ήδη στις αρχές του 20ου αιώνα η μνήμη είναι πεδίο συγκρούσεων. Ταξικών συγκρούσεων.

Το 1949, που ο Όργουελ έβγαλε το «1984»,  ο αμερικάνος Νόρμπερτ Βίνερ έβγαλε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο, το οποίο λέγεται Κυβερνητική και Κοινωνία. Λέει πάρα πολλά πράγματα εκεί, προβλέπει πάρα πολλά, φαντάζεται πάρα πολλά, και μιλάει και για τη μνήμη. Αλλά τη μηχανική μνήμη πια.

Μεταφέρουμε ενδεικτικά μια μόνο φράση:

«… Η ιδιότητα της δυνατότητας να προσαρμόσουμε τη μελλοντική συμπεριφορά σε παρελθούσα… δηλαδή να σχετίσουμε το μέλλον μας με το παρελθόν μας,  δεν λέγεται μνήμη αλλά …λέγεται ανάδραση».

Κατά τον Βίνερ. Αυτό το 1949.

Για να μην σας κουράζουμε: στο διάστημα ‘40s – ’50s, δηλαδή ουσιαστικά στη διάρκεια του πολέμου, με το τέλος του, και ύστερα με την ανοικοδόμηση (της ευρώπης), υπάρχουν τα εξής ζητήματα, σε σχέση με τη μνήμη:

Κατ’ αρχήν υπάρχει η ταξική πόλωση της μνήμης.

Κατά δεύτερον έχει αποκτήσει ήδη μια ορισμένη κρίσιμη μάζα μια συγκεκριμένη μορφή ιδιωτικοποίησης της μνήμης, που τα επόμενα χρόνια, τις επόμενες δεκαετίες και ως τις μέρες μας θα γνωρίσει μεγάλη δόξα, που είναι η ψυχανάλυση. Και η ψυχολογία. Η ατομική αναδρομή, σα να λέμε, στο παρελθόν.  Αυτό έχει ωριμάσει στα μέσα του 20ου αιώνα.

Τρίτον, ξεκινάει η τεχνολογική αλλαγή στις μορφές της νεκρής μνήμης. Υπάρχει κι εκεί λοιπόν ένα ζήτημα, μια τεχνολογική αναδιάρθρωση που θα έλεγε κανείς ότι κατ’ αρχήν αφορά τη νεκρή μνήμη, όμως θα δούμε ότι δεν αφορούσε μόνον αυτήν. Και ακόμα υπάρχει εκεί, στα μέσα του 20ου αιώνα, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, ένας μόνιμος προσανατολισμός προς το μέλλον. Το μέλλον–το μέλλον–το μέλλον, που είναι λαμπρό… Που σημαίνει αξιολόγηση του χρόνου. Που σημαίνει για τη μνήμη ότι «εντάξει, δεν πολυχρειάζεται γενικά». Μόνο επιλεγμένα και κατάλληλα διαμορφωμένα κομμάτια της.

Θα περάσουμε πολύ γρήγορα αυτές τις δεκαετίες του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, όπου, απλά να υπενθυμίσουμε πως όλες οι μορφές καταγραφών, όλες οι μορφές νεκρής μνήμης, δηλαδή το βιβλίο, η φωτογραφία, ο κινηματογράφος, η ηχογράφηση σε διάφορες μορφές, επεκτείνονται πάρα πολύ, οπότε φτάνουμε στα τέλη του 20ου και στις αρχές του 21ου όπου χάρη στην ψηφιακή τεχνολογία όλες οι μορφές της νεκρής μνήμης γίνονται μία, η ψηφιακή μνήμη, η οποία μορφή έχει απεριόριστη χωρητικότητα, είναι μια αποθήκη που χωράει τα πάντα, και τα πάντα των πάντων, και τα πάντα των πάντων των πάντων, δεν υπάρχει κανένας περιορισμός. Και απ’ την άλλη μεριά, όσο γεμίζει η αποθήκη, φαίνεται ότι αδειάζει η ζωντανή μνήμη· είναι το απόσπασμα που βάλαμε στην αρχή. Σα να μετατρέπεται η ζωντανή μνήμη στο ελάχιστο, σ’ έναν χειριστή (μπορεί και ανειδίκευτο χειριστή) της νεκρής μνήμης. Είναι σαν να άλλαξαν οι συσχετισμοί  ανάμεσα στη ζωντανή και τη νεκρή μνήμη. Δηλαδή σαν να έρχεται η νεκρή μνήμη και να κάθεται πάνω στη ζωντανή πολύ περισσότερο απ’ ότι είχε συμβεί κάτι τέτοιο στο παρελθόν. Και με καινούργια ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Αλλάζει όμως, απ’ τον Β παγκόσμιο και μετά, όχι μόνο αυτό το δίπολο νεκρή – ζωντανή μνήμη, αλλά και το ταξικό δίπολο μέσα στη μνήμη. Φεύγει ο πόλεμος κατά της εργατικής μνήμης απ’ τις άγριες μορφές του ναζισμού, και πάει σε πιο ήπιες μορφές. Ορίστε ένα μικρό απόσπασμα που αφορά το θέμα μας -για να μην κρύβουμε το από που επηρεαζόμαστε!… Είναι κάτι που γράφτηκε το 1982, από τους Ρενάτο Κούρτσιο και Αλμπέρντο Φραντσεσκίνι, οι οποίοι, για όσους δεν τους ξέρουν ήταν αντάρτες πόλης στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, και ήταν φυλακή το 1982.

“Η ιμπεριαλιστική αστική τάξη…” (είναι μια ορολογία που σε κάποιους μπορεί να φανεί ξένη) “…εκδηλώνει την επιδρομή της με στρατηγικές ενεργητικής λογοκρισίας και παραποίησης, με σκοπό, μέσα από τη δηλητηρίαση και τη γενοκτονία της προλεταριακής μνήμης να πετύχει τον προληπτικό έλεγχο των εν δυνάμει ανταγωνιστικών συμπεριφορών.

Μνήμη είναι η συσσώρευση προγραμματικών συμπεριφορών, ένα σύνολο απαγορεύσεων και οδηγιών που εκπαιδεύει τα μέλη του καπιταλιστικού σχηματισμού στην αναπαραγωγή ή τον μετασχηματισμό του. Εφόσον λοιπόν η περασμένη εμπειρία επηρεάζει τη μελλοντική, κι επομένως λειτουργεί σαν κώδικας αναπαραγωγής των δραστηριοτήτων που γεννούν οι υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις, είναι εύκολα αντιληπτό γιατί η διαδικασία μετατροπής της σε “συλλογική μνήμη” έχει τόσο μεγάλη σημασία για την άρχουσα τάξη. Φυσικά αυτή η τελευταία προσπαθεί να αναπαράγει μόνον εκείνες τις συμπεριφορές που, όντας προσανατολισμένες στο παρελθόν δεν έρχονται σε αντίθεση με την επιδίωξή της να συντηρεί τις υπάρχουσες καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις.

Η συλλογική μνήμη που η ιμπεριαλιστική αστική τάξη επιδιώκει να δημιουργήσει είναι τραγικά κενή μέλλοντος, υπάρχει μέσα στο χρόνο, αλλά οι μελλοντικές προγραμματικές συμπεριφορές που προβλέπει είναι καθηλωμένες στην ατέρμονη επανάληψη του παρόντος, της αμετάβλητης και αέναης ποιότητάς του.

Είναι μνήμη…”(η μνήμη της εξουσίας για το πούμε αλλιώς) “…του υπάρχοντος τρόπου παραγωγής κι όχι της επαναστατικής υπέρβασής του, η οποία έχει σημαία της το σύνθημα ‘το αδύνατο γι’ αυτό το σύστημα είναι η δική μας δυνατότητα΄”

Το επαναλαμβάνουμε ότι αυτά γράφονται το ’82, και έχουν σχέση με την ταξική αντίθεση και τη διαχείριση της προλεταριακής μνήμης απ’ τα αφεντικά. Το 1982 δεν υπάρχουν ηλεκτρονικοί υπολογιστές σε ευρεία καθημερινή χρήση…

Τώρα, αν συνδυάσουμε αυτό που έλεγε ο Μπένγιαμιν, κι αυτό που είπαν οι Κούρτσιο και Φραντσεσκίνι  απ’ τη μια μεριά, βάζοντας στο λογαριασμό και τις “τρύπες μνήμης” στις οποίες αναφέρεται ο Όργουελ, κι απ’ την άλλη μεριά βάλουμε την καταιγιστική μηχανοποίηση της μνήμης, την ψηφιακή μνήμη, και την τεράστια συσσώρευση μέσα την ψηφιακή μνήμη, με παράλληλη μείωση των δυνατοτήτων μνήμης χωρίς την ψηφιοποίησή της, τότε μπορούμε να καταλήξουμε, αυτό τουλάχιστον είναι το δικό μας συμπέρασμα, ότι η μεγαλύτερη παραγωγικότητα της σύγχρονης νεκρής (δηλαδή: ψηφιακής) μνήμης, είναι η παραγωγή της λήθης. Η αποθήκη, η ψηφιακή αποθήκη, η διαρκώς επεκτεινόμενη ψηφιακή αποθήκη, που θέλει εμένα (κι εγώ το κάνω εθελοντικά) να είμαι χειριστής της,  αυτή η διαδικασία παράγει την δική μου λησμονιά.

Πρέπει να είναι, έτσι το καταλαβαίνουμε, αυτό που έλεγε ο Ντεμπόρ στην «Κοινωνία του Θεάματος», ότι φτάνουν οι κοινωνίες οι καπιταλιστικές σε μια κατάσταση όπου το «τώρα», το παρόν, εμφανίζεται να είναι αιώνιο. Δεν μπορεί πια κανείς να θυμηθεί άμεσα, σωματικά και νοερά, ότι κάποτε ήταν αλλιώς. Άρα δεν μπορεί να μισήσει το παρόν ενθυμούμενος τους υπόδουλους προγόνους.

Δυο τελευταίες κουβέντες.

Το πρώτο είναι ότι αυτή η τεράστια, καθολική, απέραντη, αχόρταγη αποθήκη, η ψηφιακή μνήμη,  έχει ιδιοκτήτες. Το είπαμε απ’ την αρχή, ότι ο παραλληλισμός της ζωντανής μνήμης με την αποθήκη έχει να κάνει με την ιδιοκτησία. Λοιπόν, η ψηφιακή μνήμη έχει ιδιοκτήτες, κι αυτοί δεν είναι οι χειριστές. Εμείς. Ιδιοκτήτες είναι είτε ιδιωτικές εταιρείες τύπου google, είτε κρατικές υπηρεσίες, του είδους nsa. Αυτοί είναι οι ιδιοκτήτες της ψηφιακής νεκρης μνήμης, ό,τι κι αν νομίζουμε εμείς.

Το δεύτερο, είναι μια κουβέντα που είπε κάποιος τσέχος συγγραφέας, ονόματι Μίλαν Κούντερα. Αυτός λοιπόν έγραψε κάποια στιγμή ότι:

“ο αγώνας ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη”

Αυτά.

]]>
Φωτογραφίες https://gameover.zp/2014/10/22/%cf%86%cf%89%cf%84%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b5%cf%82-%cf%86%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b2%ce%ac%ce%bb-2014/ Wed, 22 Oct 2014 09:33:06 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1211  

***οι έγχρωμες φωτογραφίες είναι του Μανώλη Τσάφου, http://manolistsafos.blogspot.gr  και οι φωτογραφίες του χοροθεάτρου είναι του Σωτήρη.

Τους ευχαριστούμε πολύ.

[See image gallery at gameover.zp] ]]>