2013 FESTIVAL – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp Συλλογικά συγκροτημένη διαδικασία έρευνας και δράσης για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης και της παρακμής του υπάρχοντος μοντέλου εκπαίδευσης· και, ταυτόχρονα, επανασύνδεσης της κριτικής με την (και ενάντια στην) συγκυρία (γνωσιολογική, ιδεολογική, πειθαρχική) της «χρήσιμης καπιταλιστικά γνώσης». Sat, 23 May 2026 12:33:24 +0000 en-US hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://gameover.zp/wp-content/uploads/2012/06/cropped-11954387511887014124johnny_automatic_fly.svg_.med_-32x32.png 2013 FESTIVAL – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp 32 32 Αφίσα https://gameover.zp/2013/10/29/%ce%b1%cf%86%ce%af%cf%83%ce%b1-2013/ Tue, 29 Oct 2013 11:24:11 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1309 ___

]]>
Μπροσούρα https://gameover.zp/2013/10/29/%ce%bc%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%ce%bf%cf%8d%cf%81%ce%b1-2013/ Tue, 29 Oct 2013 11:02:42 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1376 Ένα δείγμα της μπροσούρας με εισηγήσεις, σχόλια και φωτογραφίες από το φεστιβάλ

fest 2 teyxos eksofilo

Ολόκληρο το τεύχος, μαζί με το υπόλοιπο υλικό μας μπορείτε να το βρείτε:

στο περίπτερο της πλατείας Εξαρχείων, Σπύρου Τρικούπη και Στουρνάρη
στο βιβλιοπωλείο “Ναυτίλος”, Χαρ.Τρικούπη 28 και
στο βιβλιοπωλείο “Αλφειός”, Χαρ Τρικούπη 22
στο info της Λέσχης των Κατασκόπων 21ου αιώνα,
Φερών 30 και Φυλής (κοντά στη Βικτώρια), κάθε Πέμπτη 15:30-19:00 και Σάββατο 12:00-16:00
σε στέκια σχολών και τραπεζάκια εξωπανεπιστημιακών στοιχείων

]]>
“Ηλεκτρονικό προλεταριάτο _Η τεχνική σύνθεση της εργασίας” https://gameover.zp/2013/10/29/%ce%b7%ce%bb%ce%b5%ce%ba%cf%84%cf%81%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%bb%ce%b5%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%bf-_%ce%b7-%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%83/ Tue, 29 Oct 2013 10:20:48 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1306  Εισαγωγή

Θέλοντας να μιλήσουμε για το πώς οι κάθε φορά νέες τεχνολογίες οδηγούν τελικά στην εργατική υποτίμηση, θα ξεκινήσουμε την ανάλυση μας από αρκετά παλιά. Ήδη πριν από την είσοδο στη βιομηχανική εποχή, τα αφεντικά αναγνώριζαν πως ένας σίγουρος και εκ πρώτης όψεως ανώδυνος τρόπος* για να αυξάνουν την παραγωγικότητα στα εργαστήρια τους, στη συνέχεια στα εργοστάσια τους και ακόμη πιο μετά στα γραφεία τους, και κατ’ επέκταση την κερδοφορία τους, είναι η ένταξη στην παραγωγική διαδικασία τεχνολογιών και εφευρέσεων, οι οποίες θα έχουν ως σκοπό να αυτοματοποιούν ορισμένους τομείς της. Ιδωμένο από την σκοπιά των αφεντικών, αυτό που πετυχαίνεται από την εφαρμογή και χρήση τέτοιων τεχνολογιών και τον συνδυασμό της δουλειάς των εργατών και των εργατριών είναι ο διπλασιασμός, τριπλασιασμός, τετραπλασιασμός (και πάει λέγοντας) των παραγόμενων προϊόντων ή και υπηρεσιών ανάλογα μέσα στους ίδιους χρόνους.

Η πολύ απλή διαπίστωση των αφεντικών τους οδήγησε από νωρίς να ενδιαφέρονται για την εξέλιξη, επαναστατικοποίηση των τεχνολογιών και των γνώσεων που μπορούν να είναι εκμεταλλεύσιμες από την παραγωγική διαδικασία και για τον λόγο αυτό να την χρηματοδοτούν. Έτσι, η διαδικασία αυτή τροφοδοτεί σε μια διαρκή βάση μέχρι και σήμερα την καπιταλιστική παραγωγή με ολοένα και συνθετότερα εργαλεία. Παρόλα αυτά, μπορούμε να ξεχωρίσουμε τρείς διαφορετικές ιστορικές περιόδους, όπου οι νέες τεχνολογίες και γνώσεις που εφαρμόστηκαν οδήγησαν σε μια ριζική αναδιάρθρωση της καπιταλιστικής παραγωγής. Επιγραμματικά αναφέρουμε πως η πρώτη εντοπίζεται με την είσοδο της ατμομηχανής και των εφαρμογών της στην παραγωγική διαδικασία. Η δεύτερη εντοπίζεται με την γενικευμένη χρήση του ηλεκτρισμού, τη μηχανή εσωτερικής καύσης,  τη διύλιση πετρελαίου και την παραγωγή πετροχημικών και τις τηλεπικοινωνίες. καθώς και με την καθιέρωση της «αλυσίδας μαζικής παραγωγής» στις βιομηχανίες, δηλαδή το μοντέλο οργάνωσης της εργασίας που εφαρμόστηκε στα εργοστάσια του Φόρντ και που επινοήθηκε από τον Ταίηλορ**.

Η τρίτη και τελευταία αναδιάρθρωση που εντοπίζουμε και με αυτήν θα ασχοληθούμε στην συνέχεια είναι αυτή που συνέβη – συμβαίνει με την γενικευμένη εφαρμογή της πληροφορικής, των ρομποτικών τεχνολογιών, των τηλεπικοινωνιακών δικτύων και του ίντερνετ. Η τεχνική αναδιάρθρωση αυτή ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να μετασχηματίζει την οργάνωση της εργασίας. Οι αιτίες που έφεραν στο προσκήνιο τις τεχνολογίες αυτές ήταν, από την μια, η ανάγκη των αφεντικών να τελειοποιούν την οργάνωση της παραγωγής, στα πλαίσια της λογικής που περιγράψαμε. Από την άλλη, όμως, ήρθαν και σαν τους εγγυητές της ‘κοινωνικής ειρήνης’. Σε μια εποχή που οι ταξικοί-κοινωνικοί αγώνες ήταν σε γενικευμένη όξυνση και ένταση παγκόσμια, με περιεχόμενα και απαιτήσεις που ξεκινούσαν από την οργάνωση της εργασίας και άγγιζαν μέχρι ζητήματα σχετικά με την εκπαίδευση, την υγεία, την κοινωνικότητα και το περιβάλλον, οι ειδικοί των αφεντικών άρχισαν να εισάγουν σταδιακά ένα σύνολο τεχνολογιών, το οποίο πέρα από την ανυπολόγιστη αύξηση της παραγωγής που προκάλεσε, ήρθε ταυτόχρονα και σαν απάντηση σε όλα αυτά τα ζητήματα που τέθηκαν τις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Και όλα αυτά, με τα αφεντικά να έχουν επιτύχει όλο αυτό το σύνολο των νέων τεχνολογιών και των επιστημονικών γνώσεων, να θεωρείται από την πλειοψηφία των εργατικών υποκειμένων ως ένας τομέας που μπορεί να συμβάλει στην ευημερία του. Η ίδια παλιά ιστορία δηλαδή, η αστική εξουσία-ιδεολογία, προτάσσοντας το κίνητρο της γνώσης από την ανθρωπιστική του διάσταση, μασκαρεύει το ουσιαστικό της κίνητρο, το οποίο δεν είναι άλλο από την αποτελεσματικότερη εκμετάλλευση των σχέσεων στη παραγωγική διαδικασία, όπως ακριβώς και στην καταναλωτική.

Είναι προφανές πως οι αλλαγές που επιφέρουν οι νέες τεχνολογίες στην οργάνωση της εργασίες είναι πολλές και διαφορετικής φύσεως η κάθε μια. Αφορούν τόσο την παραγωγή αυτή καθ’ εαυτή, όσο και την διαδικασία της κατανάλωσης και την ιδεολογική συγκρότηση των εργατικών υποκειμένων. Είναι ζήτημα για εμάς ως εργάτες και εργάτριες το να διαπιστώσουμε και να αξιολογήσουμε το τι σημαίνουν οι αλλαγές αυτές για τις ζωές μας και αυτό θα προσπαθήσουμε να κάνουμε με τη σημερινή και με την αυριανή εισήγηση.

* Λέμε ‘εκ πρώτης όψεως ανώδυνος’ γιατί το ζήτημα της ενσωμάτωσης στη παραγωγή τεχνολογιών με σκοπό την αύξηση της δεν είναι τόσο απλή υπόθεση, όπως για συντομία την αναφέρουμε παραπάνω. Και αυτό γιατί η αύξηση της παραγωγής από την μια είναι γεγονός, αλλά από την άλλη δε συνεπάγεται υποχρεωτικά την συνεχή αύξηση της κερδοφορίας. Αυτό συμβαίνει γιατί, όσο αυξάνει η μηχανική μεσολάβηση και η ανθρώπινη εργασία κρίνεται ολοένα και περισσότερο περιττή, μπορεί να αυξάνεται η παραγωγή προϊόντων συνολικά, αλλά ταυτόχρονα συμβαίνει να περιορίζεται η δυνατότητα κατανάλωσης αυτών των προϊόντων, μιας και, θεωρητικά, ένα μεγάλο πλήθος εργατών αχρηστεύεται, με αποτέλεσμα η παραγωγή των προϊόντων αυτών να μη μεταφράζεται σε κέρδη, αλλά σε χασούρα. Η αντινομία αυτή οδηγεί σε κρίσεις, άλλοτε μικρότερης και άλλοτε μεγαλύτερης έντασης, έχοντας σαν συνέπεια να μεθοδεύονται από τα αφεντικά διαφόρων ειδών λύσεις. Σε κάθε περίπτωση η κουβέντα αυτή δεν θα απασχολήσει -προς το παρόν- την ανάλυση μας για πρακτικούς και μόνο λόγους.

** Ο φορντισμός – ταιηλορισμός παραπέμπει, κατ’ αρχήν σε ένα υπόδειγμα οργάνωσης της παραγωγής. Αντιπροσωπεύει την εκτεταμένη χρήση μηχανών με την μορφή της αλυσίδας παραγωγής, που μεταφέρει το υπό κατασκευή προϊόν στους εργαζόμενους, οι οποίοι συναρμολογούν με απολύτως και απαρέγκλιτα προγραμματισμένο τρόπο τα επιμέρους τμήματα, μέχρι να λάβει την τελική μορφή του. Σε αυτήν την διαδικασία, χρησιμοποιείται, από την μια, πλήθος μηχανών, που εξασφαλίζει την συνεχή ροή και, από την άλλη, πολύ μεγάλες ομάδες ανειδίκευτων ή ημιειδικευμένων εργαζομένων, που, χωρίς ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις και δεξιότητες, απαιτείται να ανταποκρίνονται με απλές επαναλαμβανόμενες πράξεις, ταχύτατα και δίχως καθυστερήσεις στους ρυθμούς των μηχανικών συνόλων, τα οποία ενοποιούνται στη σειρά παραγωγής. Βασικός στόχος του φορντικού  μοντέλου είναι να επιτύχει την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει ο συνδυασμός του μηχανικού και του ανθρώπινου παράγοντα, ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη παραγωγή προϊόντων στο μικρότερο χρόνο.

Α. Τι είναι η τεχνική σύνθεση της εργασίας και πώς μεταβάλλεται.

Ξεκινώντας την προσπάθεια αυτή, πρέπει να πάρουμε σαν δεδομένο πως οι εργάτες και οι εργάτριες ως συλλογικό υποκείμενο δεν μένουν αμετάβλητοι από τις αλλαγές που επιφέρουν κάθε φορά οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις. Με αυτό εννοούμε πως οι νέες τεχνολογίες είναι υπεύθυνες μεταξύ άλλων για την εξαφάνιση διαφόρων επαγγελμάτων, την δημιουργία νέων ή και την μετατροπή του περιεχομένου ήδη υπαρχουσών. Και είναι προφανές πως η σύνθεση των εργατών αλλάζει, απλά και μόνο αν σκεφτεί κανείς πως, σε προηγούμενα παραδείγματα, δε μπορούσαμε καν να μιλάμε για εργάτες και εργάτριες, αλλά μόνο για τους πρώτους. Λέμε, λοιπόν, πως η τεχνική σύνθεση της εργασίας μεταβάλλεται σταδιακά και όχι προς τυχαίες κατευθύνσεις. Οι αιτίες που οδηγούν στις αλλαγές αυτής της τεχνικής σύνθεσης ποικίλουν. Εδώ θα ασχοληθούμε μόνο με τις αλλαγές που επιφέρει η εκάστοτε καπιταλιστική τεχνική αναδιάρθρωση της παραγωγής.

Πιο αναλυτικά, με τον όρο ‘τεχνική σύνθεση της εργασίας’ αναφερόμαστε στον καταμερισμό των επαγγελμάτων και των ειδικοτήτων, καθώς και στην ιεράρχηση και την διατίμηση διαφόρων μορφών εργασίας σε «ανώτερες» και «κατώτερες», στοιχεία βασικά ώστε να δουλεύει καλά η εκμετάλλευση των πάντων. Η σύνθεση αυτή και τα στοιχεία που την αποτελούν κάθε φορά συνδέονται άμεσα με την διαδικασία παραγωγής των εμπορευμάτων κάθε είδους, αλλά και με την κατανάλωση τους. Όσο καλύτερα την οργανώνουν τα αφεντικά, τόσο πιο αποτελεσματική και δίχως εντάσεις γίνεται η εκμετάλλευση των εργατικών υποκειμένων. Και την λέμε ‘τεχνική’, γιατί, όπως εξηγήσαμε και προηγουμένως, η οργάνωση της παραγωγής εξαρτάται άμεσα από την τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού, δηλαδή την μηχανολογία, την τεχνολογία και τις γνώσεις τις οποίες μπορεί και εκμεταλλεύεται μια δεδομένη ιστορική περίοδο.

Στα στοιχεία που περιγράφουν την σύνθεση της εργασίας, χρήσιμο είναι να συνυπολογίζεται και ο ρόλος που παίζει η ιδεολογική συγκρότηση των εργατικών υποκειμένων, σαν ένα ακόμη απαραίτητο στοιχείο για την ομαλή διεξαγωγή των διαδικασιών παραγωγής και κατανάλωσης. Όταν αναφερόμαστε στην ‘ιδεολογική συγκρότηση’, εννοούμε ένα σύνολο από ψευδαισθήσεις και αυταπάτες που καλλιεργούνται με διάφορους τρόπους από τα αφεντικά και που σα στόχο έχουν να θολώνουν την πραγματικότητα γύρω από την εκμετάλλευση της εργασίας. Αν το τεχνικό περιβάλλον και οι γνώσεις, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται κάθε φορά, διαμορφώνουν την παραγωγική διαδικασία, εξασφαλίζοντας την κερδοφορία των αφεντικών, τότε η ιδεολογία είναι αυτή που την περιφρουρεί.

Άρα η τεχνική σύνθεση της εργασίας και η ιδεολογία σαν ένας πρόσθετος παράγοντας, διαμορφώνονται κάθε φορά από τα αφεντικά βάσει των αναγκών τους και με στόχο πάντα την κερδοφορία τους σε βάρος της εργασίας, καθώς και την εξασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης. Η διαμόρφωση αυτή συντελείται με την εφαρμογή των εκάστοτε νέων τεχνολογιών και επιστημονικών γνώσεων.

Επομένως, είναι σημαντικό, μετά από όλα αυτά,  να περιγράψουμε λίγο αναλυτικότερα το ποια είναι αυτή η σύνθεση της εργασίας σήμερα, έτσι όπως διαμορφώθηκε μετά από την τελευταία τεχνολογική αναδιάρθρωση του καπιταλισμού για την οποία μιλήσαμε καθώς και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της.

Β. Ποια είναι η τεχνική σύνθεση της εργασίας σήμερα

 – οι νέες τεχνολογίες επανακαθορίζουν την τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού

Ας δούμε ποια είναι τα στοιχεία που συνθέτουν σήμερα την πραγματικότητα της εργασίας. Από την μια, συμβαίνει μια αλλαγή παραδείγματος: από το φορντικό μοντέλο, με τη συνδρομή των νέων τεχνολογιών, περνάμε σε ένα νέο ευέλικτο καθεστώς. Ταυτόχρονα, συμβαίνει μια άνθιση του τριτογενούς τομέα των υπηρεσιών. Και όλα αυτά, πάντα σε συνδυασμό με την ολοένα και μεγαλύτερη εφαρμογή των νέων τεχνολογιών στο περιεχόμενο της εργασίας. Αυτά είναι λίγο πολύ τα στοιχεία που συνθέτουν την σημερινή εκδοχή της εκμετάλλευσης. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί πως η μετάβαση αυτή σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρηθεί απόλυτη, μιας και η βιομηχανική παραγωγή και το φορντικό μοντέλο οργάνωσης της δεν εξαφανίστηκε τελείως. Αντίθετα, η βιομηχανική παραγωγή σήμερα είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Το γεγονός που προκαλεί σύγχυση εδώ είναι πως αυτή απομακρύνθηκε από την ‘αναπτυγμένη’ δύση και μεταφέρθηκε σε περιοχές όπου το κόστος εργασίας είναι κατά πολύ φτηνότερο. Αλλά ακόμη και  στον ίδιο τον ‘ανεπτυγμένο’ κόσμο, μπορούμε να πούμε πως περισσότερο διαπιστώνεται συνέχεια και διεύρυνση, παρά ρήξη με το φορντικό μοντέλο οργάνωσης της εργασίας. Αυτή η διάκριση μεταξύ βιομηχανικού και βιο-πληροφορικού παραδείγματος, είναι επομένως συμβατική, απλά και μόνο για να εστιάσουμε στα χαρακτηριστικά που συνθέτουν το δεύτερο.

Σταδιακά, από την δεκαετία το ’60 και μετά, το τεχνικό περιβάλλον που πλαισιώνει την εργασία μετασχηματίζεται ριζικά. Η ανάπτυξη της πληροφορικής, της ρομποτικής, η υπολογιστική δικτύωση, οι τηλεπικοινωνίες και οι βιοτεχνολογίες, αφενός, ήρθαν για να εξελίξουν την οργάνωση της παραγωγής και κατανάλωσης. Αφετέρου, όμως, διαμόρφωσαν ένα πλέγμα σχέσεων, το οποίο επεκτείνεται και έξω από την σφαίρα των υλικών ή άυλων εμπορευμάτων, επηρεάζοντας το σύνολο της κοινωνικής δραστηριότητας.

Η τεχνική σύνθεση της εργασίας, που τα αφεντικά μπορούν να αξιοποιήσουν, προς όφελός τους πάντα, διαμορφώνεται σε μια ρευστή πραγματικότητα, όπου οι νέες τεχνολογίες, ως υπαρκτές ισχυρές τάσεις μέσα στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση, επεμβαίνουν βίαια και αναμορφώνουν ολόκληρους τομείς της παράγωγης. Χωρίς να εξαντλούμε το θέμα, ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τα εξής :

>η ρομποτική και η αντίστοιχη αυτοματοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας στις βιομηχανίες μαζικής παραγωγής αντικαθιστά τους ανθρώπους με εξειδικευμένες μηχανές, που εκτελούν μια προκαθορισμένη σειρά κατεργασιών στα προϊόντα που παράγονται. Έτσι, τα περισσότερα μεγάλα εργοστάσια, στη δύση και όχι μόνο, έχουν αλλάξει σε μεγάλο βαθμό την εσωτερική χωροταξία τους, το τεχνικό καταμερισμό της εργασίας εντός τους, ακόμα και το πλήθος των εργατών τους που απασχολούν,  κάνοντας οποιαδήποτε ομοιότητα με αυτά της δεκαετίας του ‘60 δύσκολη.  Οι εφαρμογές της ρομποτικής επεκτείνονται και σε άλλους τομείς, όπως η ιατρική (κυρίως στη μικροχειρουργική), χωρίς όμως να αγγίζουν την ανάπτυξη εφαρμογής τους στη βιομηχανία.

>οι μικροϋπολογιστές , τα τηλεφωνικά δίκτυα και η υπολογιστική δικτύωση (είτε τοπική είτε παγκόσμια) έχουν συντελέσει σε ορισμένες τεράστιας κλίμακας αλλαγές στο τρόπο που οργανώνονται, διοικούνται και επικοινωνούν επιχειρήσεις, που ανήκουν, όχι μόνο στον στενά εννοημένο τομέα των υπηρεσιών, αλλά και σε όποιες εταιρείες επωφελούνται από το νέο αυτό τεχνικό περιβάλλον στο τομέα της διασκέδασης, της υγείας, ακόμη και της αγροτικής παραγωγής. Όμως, στα γραφεία είναι που δοκιμάζεται συνεχώς η δυνατότητα αξιοποίησης στο μέγιστο βαθμό αυτών των νέων τεχνολογιών από τις επιχειρήσεις, αλλάζοντας σε σημαντικό βαθμό τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας τους σε σχέση με πριν 20 ή 30 χρόνια.

>οι βιοτεχνολογίες, σε συνδυασμό και με τις άλλες τεχνολογίες που αναφέρθηκαν, αλλάζουν εκ βάθρων την αγροτική παραγωγή, μειώνοντας ακόμα περισσότερο τον εργατικό πληθυσμό που απασχολείται σε αυτό τον τομέα. Ταυτόχρονα, με αυτές τις μηχανικές, ηλεκτρονικές και βιοτεχνολογικές εφαρμογές σε τόσες πλευρές του πρωτογενούς τομέα, αναπόφευκτα δημιουργείται ένας συνδυασμός ‘’ανειδίκευτης’’ εργασίας και μηχανικής μεσολάβησης, που αντικαθιστά τον προηγουμένως πιο εξειδικευμένο εργάτη της αγροτικής παραγωγής.

– πως μεταβάλλονται γενικά οι εργασιακές διαδικασίες και οι απαραίτητες γνώσεις

Η εισαγωγή νέων μηχανών και τεχνολογικών καινοτομιών και, φυσικά, η επακόλουθη αναδιοργάνωση των εργασιακών διαδικασιών επανακαθορίζει όχι μόνο το περιεχόμενο των γνώσεων, αλλά αλλάζει και τη διαδικασία μέσω της οποίας αυτές οι γνώσεις εντάσσονται στην παραγωγική διαδικασία.  Οι εργατικές δεξιότητες/γνώσεις είναι κεντρικής σημασίας για την καπιταλιστική αξιοποίησή τους στο καινούργιο αυτό τεχνικό περιβάλλον που, όμως, παραμένει ρευστό και ευμετάβλητο.

Επομένως, σε ό,τι αφορά την παραγωγή, είναι προφανές πως οι γνώσεις και οι ειδικότητες που, μια δεδομένη στιγμή, θεωρούνται απαραίτητες σε αυτές τις συνθήκες αλλάζουν συνεχώς με τον ίδιο ρυθμό που αλλάζει και η συνθετότητα των τεχνολογιών αυτών. Η πολυπλοκότητα των νέων μηχανών παραγωγής,  δηλαδή των υπολογιστών, των ρομπότ και των τηλεφωνικών δικτύων, είτε παράγονται μέσω αυτών πράγματα είτε υπηρεσίες, πράγματι γεννάει την ανάγκη διαφόρων κατηγοριών τεχνικών, επισκευαστών, συντηρητών, εφαρμοστών, οι οποίοι πιθανώς να χρειάζονται κάποια αυξημένη εξειδίκευση. Το πλεονέκτημα τους, όμως, αυτό είναι σχετικό, μιας και ο ρυθμός της τεχνολογικής εξέλιξης στους τομείς αυτούς είναι πολύ γρήγορος και ο χρόνος που τα υποκείμενα αυτά χρειάζονται για να το εκμεταλλευτούν είναι αρκετά περιορισμένος. Ταυτόχρονα, είναι εξίσου πραγματικό πως οι ολοένα και συνθετότερες μηχανές είναι σε θέση να αντικαθιστούν ειδικότητες που, ως πρόσφατα, έμοιαζαν ακλόνητης αξίας, όπως συμβαίνει με το παράδειγμα της ιατρικής. Η ραγδαία εξελισσόμενη μηχανοποίηση διάφορων τομέων της ιατρικής, η χρήση πολύπλοκων ρομπότ και άλλων θαυμάτων των νέων τεχνολογιών ανατρέπουν την τεχνική σύνθεση σε έναν ραγδαία αναπτυσσόμενο και κερδοφόρο τομέα.

Οι αλλαγές αυτές που περιγράφηκαν αφορούν μόνο ένα κομμάτι των εργατικών υποκειμένων και μάλιστα αυτό που, βάσει της ιεράρχησης που καθορίζεται από τα αφεντικά, θεωρείται ‘ανώτερο’ από τα υπόλοιπα. Για το πιο μεγάλο τμήμα των εργατών που βρίσκεται σε δουλειές που εισχώρησαν σταδιακά οι νέες τεχνολογίες, αυτό που συμβαίνει είναι να χάνεται μεγάλο μέρος των γνώσεων που ήταν απαραίτητες, να εξαφανίζεται, δηλαδή, ακόμη περισσότερο ο ήδη περιορισμένος έλεγχος που έχουν τα εργατικά υποκείμενα πάνω στο περιεχόμενο της δουλειάς τους, δίνοντας την θέση του σε ένα συνδυασμό «ανειδίκευτης» εργασίας και εφαρμογής νέων τεχνολογιών. Καταντούν βαθμιαία σε απλούς χειριστές προγραμμάτων, πιο ευέλικτοι, μιας και στους περισσότερους κλάδους μπορούν ανταπεξέρχονται σαν τέτοιο. Καταντούν τελικά φτηνότεροι.

ορισμένες αλλαγές της απασχόλησης στη βιομηχανική παραγωγή και στο γραφείο

Η ωρίμανση της επανάστασης της πληροφοριακής διαδικασίας, στη δεκαετία του ‘90, έχει αλλάξει την εργασιακή διαδικασία, εισάγοντας νέους τύπους κοινωνικού και τεχνικού καταμερισμού της εργασίας. Χρειάστηκε ολόκληρη του ‘80 για να εισχωρήσουν πλήρως οι βασισμένες στη μικρο-ηλεκτρονική μηχανές στη βιομηχανία και, μόλις στη δεκαετία του ‘90, διαδοθήκαν ευρέως σ’ όλες τις δραστηριότητες επεξεργασίας πληροφοριών του αποκαλούμενου τομέα υπηρεσιών. Στη δεκαετία του ’90, διάφοροι παράγοντες επιτάχυναν τον μετασχηματισμό της εργασιακής διαδικασίας: η τεχνολογία των υπολογιστών και των εφαρμογών τους, της οποίας η εξέλιξη γινόταν με διακριτά άλματα, έγινε όλο και πιο φτηνή και βελτιωμένη και γι’ αυτό πιο εύκολο να την αποκτήσει και να τη διαχειριστεί κανείς σε μεγάλη κλίμακα.

Όσο αφορά την αυτοματοποίηση του γραφείου, έχει περάσει από τρεις διαφορετικές φάσεις, καθορισμένες σε μεγάλο βαθμό από την διαθέσιμη τεχνολογία. Στη πρώτη φάση, χαρακτηριστική των δεκαετιών του ‘60 και του ‘70, χρησιμοποιήθηκαν πρώιμοι υπολογιστές για μαζική επεξεργασία πληροφοριών. Η διαχείριση των υπολογιστών από ειδικούς στα κέντρα επεξεργασίας δεδομένων αποτέλεσε την βάση ενός συστήματος που χαρακτηριζόταν από ακαμψία και ιεραρχικό έλεγχο των ροών πληροφοριών. Οι λειτουργίες καταχώρισης δεδομένων απαιτούσαν σημαντικές προσπάθειες, αφού στόχος του συστήματος ήταν η συσσώρευση μεγάλων ποσοτήτων πληροφοριών σε μια κεντρική μνήμη. Η εργασία τυποποιήθηκε, έγινε ρουτίνα και ουσιαστικά αποειδικεύτηκε για την πλειοψηφία των υπαλλήλων γραφείου. Τα επόμενα στάδια αυτοματοποίησης, ωστόσο, ήταν ουσιωδώς διαφορετικά.

Η δεύτερη φάση, στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, χαρακτηρίστηκε από την έμφαση που δόθηκε στη χρήση μικροϋπολογιστών από τους απασχολούμενους στην πραγματική εργασιακή διαδικασία. Παρόλο που οι εργάτες αυτοί υποστηρίζονταν από συγκεντρωτικές βάσεις δεδομένων, εντός της διαδικασίας παραγωγής πληροφοριών αλληλεπιδρούσαν άμεσα, αν και συχνά χρειάζονταν την υποστήριξη ειδικών στους υπολογιστές. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘80, ο συνδυασμός της προόδου στις τηλεπικοινωνίες και τους μικροϋπολογιστές οδήγησε στον σχηματισμό δικτύων και κυριολεκτικά έφερε επανάσταση στις δουλειές γραφείου, μολονότι οι οργανωτικές αλλαγές που απαιτήθηκαν για την πλήρη χρήση των νέων τεχνολογιών καθυστέρησαν την ευρεία διάδοση του νέου μοντέλου αυτοματοποίησης ως την δεκαετία του ‘90.

Σε αυτήν την τρίτη φάση αυτοματοποίησης, τα συστήματα γραφείου ενοποιούνται και δικτυώνονται με πολλαπλούς μικροϋπολογιστές που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και με τον κεντρικό υπολογιστή, σχηματίζοντας έναν ιστό, ο οποίος έχει την δυνατότητα να επεξεργάζεται πληροφορίες, να επικοινωνεί και να παίρνει αποφάσεις σε πραγματικό χρόνο. Τα αλληλεπιδρώντα πληροφοριακά συστήματα, και όχι απλά οι υπολογιστές, αποτελούν την βάση του αυτοματοποιημένου γραφείου και των αποκαλούμενων «εικονικών» ή «εναλλακτικών» γραφείων, καθώς δικτυώνουν όσους εργάζονται σε διαφορετικές τοποθεσίες.

Επομένως, η τρίτη φάση αυτοματοποίησης του γραφείου αντί να εξορθολογίζει απλά την εκτέλεση, όπως συνέβη στην περίπτωση της μαζικής επεξεργασίας δεδομένων, μεταστρέφει ολόκληρη την διαδικασία, καθώς η τεχνολογία επιτρέπει τη σύγκλιση των πληροφοριών από πολλές διαφορετικές πηγές και διαδοχικά την αναδιανομή τους και την επεξεργασία τους σε διαφορετικές αποκεντρωμένες μονάδες εκτέλεσης. Έτσι, αντί να αυτοματοποιεί συγκεκριμένα καθήκοντα, όπως την δακτυλογράφηση, τους υπολογισμούς, το νέο σύστημα εξορθολογίζει μια ολόκληρη διαδικασία (για παράδειγμα, την ασφάλιση επιχειρήσεων, τις πωλήσεις ασφαλιστικών προϊόντων κλπ) και στην συνέχεια ενοποιεί τις διάφορες διαδικασίες που μπορεί να είναι από γραμμές παραγωγής μέχρι έρευνα αγοράς. Οι εργάτες, έτσι, ενοποιούνται λειτουργικά αντί να είναι οργανωτικά διασκορπισμένοι.

 – Η πρόσδεση των τεχνολογικών αλλαγών στο άρμα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης

Η νέα πληροφοριακή τεχνολογία επανακαθορίζει εργασιακές διαδικασίες και περιεχόμενα και κατά συνέπεια την απασχόληση και την επαγγελματική δομή. Ενώ ένας σημαντικός αριθμός εργασιών έχουν αναβαθμιστεί από πλευράς δεξιοτήτων, μερικές φορές και από πλευράς μισθών και εργασιακών συνθηκών, στους δυναμικούς τομείς, ένας μεγάλος αριθμός εργασιών έχουν εξαλειφτεί/τροποποιηθεί λόγω της αυτοματοποίησης και στην βιομηχανία και στις υπηρεσίες. Αυτές είναι γενικά εργασίες που δεν είναι αρκετά ειδικευμένες, ώστε να ξεφύγουν από την αυτοματοποίηση, αλλά είναι αρκετά ακριβές ώστε να αξίζουν να επενδύσει μια επιχείρηση στην τεχνολογία για να τις αντικαταστήσει. Επομένως, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της νέας τεχνικής ταξικής σύνθεσης είναι η ανάδυση ενός μαζικού ‘’ηλεκτρονικού προλεταριάτου’’ στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, μέσα από την πόλωση της εργατικής δύναμης, πλάι σε κάποια πιο ειδικευμένα ‘’πληροφοριακά επαγγέλματα’’ (στελέχη, ειδικευμένους επαγγελματίες και τεχνικούς).

Αν και οι νέες πληροφοριακές τεχνολογίες λαμβάνουν κεντρικό, στρατηγικό ρόλο στην παραγωγική διαδικασία, ένα εύρος αλλαγών που χαρακτηρίζουν αυτό το μεταφορντικό καθεστώς συσσώρευσης απέχει πολύ από τα αναπόφευκτα/μηχανιστικά αποτελέσματα της εφαρμογής των πληροφορικών τεχνολογιών που επικαλούνται τα εκάστοτε αφεντικά. Αυτή η άποψη, φυσικά, έχει αποδειχτεί πολύ χρήσιμη προκειμένου να αντιμετωπίζουν την προλεταριακή δυσαρέσκεια απέναντι στις απολύσεις, την ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας ή την εντατικοποίηση του ρυθμού δουλειάς.

Μελέτες που έγιναν πάνω στη σχέση τεχνολογικής αλλαγής και καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80, έδειξαν ότι, κατά βάση, οι νέες τεχνολογίες εισήχθησαν για να μειωθούν οι θέσεις εργασίας, να καθυποταχτούν τα σωματεία και να μειωθεί το κόστος, παρά για να βελτιωθεί η ποιότητα ή να αυξηθεί η παραγωγικότητα με μέσα διαφορετικά από την μείωση του μεγέθους της επιχείρησης.

Η επακόλουθη διακλάδωση των εργασιακών τύπων και η πόλωση της εργασίας δεν είναι απαραίτητα το αποτέλεσμα της τεχνολογικής προόδου ή αμείλικτων εξελικτικών τάσεων. Είναι κοινωνικά καθορισμένη και διοικητικά προσδεμένη στη διαδικασία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, που λαμβάνει χώρα στις γραμμές παραγωγής, μέσα στο πλαίσιο των νέων τεχνολογιών, στις ρίζες του πληροφοριακού παραδείγματος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η εργασία, η απασχόληση και τα επαγγέλματα μετασχηματίζονται και η ίδια η έννοια της εργασίας και του χρόνου εργασίας νοηματοδοτούνται ξανά σε αυτό το νέο τεχνικό περιβάλλον. 

Γ. Ιδεολογική σύνθεση της εργασίας.

Η πλήρως ελεγχόμενη και προσεκτικά καθορισμένη οργάνωση της παραγωγής είναι ένα βασικό ζήτημα για τα αφεντικά και την εξασφάλιση της κερδοφορίας τους. Δεν είναι, όμως, το μόνο που πρέπει να έχουν υπό έλεγχο. Και αυτό γιατί, για να λειτουργεί στην εντέλεια το μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής που διαμόρφωσαν σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εποχής, πρέπει με κάθε τρόπο να εξασφαλίζεται και η ομαλότητα, η ‘κοινωνική ειρήνη’ όπως αναφέραμε και προηγουμένως.

Αυτό είναι ένα δίδαγμα το οποίο τα αφεντικά έλαβαν πολύ σοβαρά υπόψη τους, ιδιαίτερα μετά και από την κρίση του ’60 – ’70, όποτε και η τελευταία τεχνική αναδιάρθρωση άρχισε να μπαίνει σε εφαρμογή και να μετασχηματίζει την οργάνωση της εργασίας. Το γεγονός, μάλιστα, πως η κρίση αυτή εκφράστηκε, όχι μόνο στους χώρους δουλειάς σαν κρίση των σχέσεων παραγωγής, αλλά επεκτάθηκε και σε ζητήματα τα οποία άπτονται στοιχείων που πηγάζουν από την καθημερινή καταπίεση των παραδοσιακών κοινωνικών σχέσεων και απαγορεύσεων, οδήγησε τα αφεντικά και τους ειδικούς τους να αναζητήσουν εξίσου καθολικές απαντήσεις στις αρνήσεις αυτές.

Η οργάνωση της παραγωγής γινόταν πάντα υπό το πρίσμα του πώς οι αρνήσεις αυτές, οι οποίες οδήγησαν στην κρίση, δεν θα εκδηλώνονται, αλλά θα θάβονται ή θα μεσολαβούνται. Η ιδεολογική συγκρότηση, λοιπόν, των εργατικών υποκειμένων, είτε πατούσε σε παραδοσιακές εκδοχές της, είτε εφεύρισκε και νέες, δεν αποτελεί μια ξεχωριστή διεργασία που συνέβη τα τελευταία χρόνια, αλλά πραγματοποιήθηκε (και συνεχίζει να το κάνει) ταυτόχρονα με την οργάνωση της παραγωγής. Επίσης, αντίστοιχα με τις ανάγκες που έκαναν απαραίτητη την συνεισφορά της, οι ψευδαισθήσεις και οι αυταπάτες αυτές ξεπερνούσαν τους χώρους της στενά εννοούμενης εργασίας και επεκτείνονταν και στο σύνολο της κοινωνικής δραστηριότητας.

Αυτό που πέτυχαν τελικά τα αφεντικά με την διευρυμένη χρήση των νέων τεχνολογιών είναι η καθολική εξατομίκευση των εργατικών υποκειμένων. Αυτό που συμβαίνει είναι πως οι τεχνολογίες που βασίζονται στην πληροφορική και την ψηφιοποίηση, οι οποίες σταδιακά έγιναν κομμάτι της καθημερινότητας από την δεκαετία του ’60 και έπειτα, τα κινητά τηλέφωνα, οι υπολογιστές, το ίντερνετ και όλες οι συναφείς τεχνολογίες, συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας νέας τυποποίηση των κοινωνικών σχέσεων. Ο γενικός τύπος των σχέσεων αυτών, μέσα στο νέο βιο-πληροφορικό παράδειγμα που διαμορφώνεται, είναι η ιδέα του ‘ο καθένας μόνος του και όλοι μαζί χώρια’. Σε συνδυασμό πάντα με την εικονική μεσολάβηση της κοινωνικότητας αυτών των υποκειμένων από τις νέες τεχνολογίες.

Στην εργασία, αυτή η συνθήκη εκφράζεται μέσα από τον ατομισμό, τον ανταγωνισμό και γενικά τις ψευδαισθήσεις του καθενός και της καθεμίας πως, αργά η γρήγορα, σαν επιβράβευση των προσωπικών τους κόπων, θα αγγίξουν την πολυπόθητη ευημερία και καταξίωση. Οι εργάτες και οι εργάτριες, αντιλαμβανόμενοι τους εαυτούς τους σαν μικρούς ιδιοκτήτες, κεφάλαιο των οποίων θεωρούνται οι γνώσεις και η εξειδίκευση που απέκτησαν μέσα από την πολυετή τους εκπαίδευση, επιδιώκουν την ατομική τους διέξοδο από την κόλαση της μισθωτής σχέσης και την κοινωνική τους ανέλιξη, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι δεν τους αξίζει τίποτα λιγότερο.

Ο καθένας είναι ‘επιχειρηματίας του εαυτού του’ και σαν τέτοιος, μέσα στο σύστημα που μοιράζει αφειδώς ατομικές ευκαιρίες, το μόνο που έχει να κάνει είναι να παίξει σωστά τα χαρτιά του για να μην τον ξεπεράσει ο διπλανός του. Το μόνο πρόβλημα σε αυτή τη λογική είναι πως ο καπιταλισμός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ένα τέτοιο σύστημα. Εδώ, ο κεντρικός χαρακτήρας είναι η εκμετάλλευση των εργατών και των εργατριών, μαζί με την παραγωγή κέρδους για τα αφεντικά. Και παρόλο που τα υποκείμενα αυτά αποφεύγουν να αυτοχαρακτηρίζονται ως εργάτες και εργάτριες (άλλο ένα επίτευγμα της ιδεολογίας), η πραγματικότητα δεν αλλάζει, με αποτέλεσμα τα υποκείμενα αυτά να οδηγούνται προς την απογοήτευση και στην εσωτερίκευση μιας υποτίμησης η οποία δεν μπορεί να εκφραστεί παρά μόνο ατομικά. Ή ακόμη και όταν προσπαθεί να εκφραστεί συλλογικά, με δυσκολία μπορεί να ξεφεύγει από εγωκεντρικές λογικές του τύπου, ‘θέλουμε πίσω το μέλλον που μας υποσχέθηκαν’, αφήνοντας εσκεμμένα στην άκρη το γεγονός ότι το μέλλον που θεωρεί ο καθένας ότι του αξίζει σημαίνει ταυτόχρονα την καταστροφή κάποιου άλλου.

Οι απαντήσεις που δόθηκαν σε κοινωνικό  επίπεδο στο πολύμορφο σώμα που αντέδρασε ενάντια στις παραδοσιακές καπιταλιστικές προσταγές, επί της ουσίας ήταν η ενσωμάτωση και η μεσολάβηση του λόγου και της κριτικής που το ίδιο άσκησε τις δεκαετίες του ’60-’70. Το σύνολο των επιθυμιών που, έως τότε, καταπιέζονταν από τις παραδοσιακές σχέσεις του καπιταλιστικού μορφώματος, καθώς και οι απαιτήσεις για ‘απελευθέρωση’ και ‘αυτοκαθορισμό’ των υποκειμένων που δέχονταν αυτήν την καταπίεση, μπήκαν στο επίκεντρο της προσοχής και του σχεδιασμού των αφεντικών. Με την βοήθεια των νέων τεχνολογιών, εφοδιασμένων με μια ρητορική που τις παρουσίασε σαν το κλειδί για την είσοδο στον μαγικό κόσμο των επιθυμιών, τα αφεντικά κατάφεραν να αντιστρέψουν το κλίμα αντίδρασης, εμπορευματοποιώντας και μεσολαβώντας τις καθημερινές τους σχέσεις. Από τις κουλτούρες και τα στυλ των νέων μέχρι τη γυναικεία σεξουαλικότητα, τα πάντα μπήκαν στην τροχιά της μηχανικής και ιδεολογικής μεσολάβησης, δημιουργώντας μάλιστα την ψευδαίσθηση πως βαδίζουμε προς μια πιο ελευθεριακή κατάσταση, την στιγμή που συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο.

 

]]>
“Ηλεκτρονικό προλεταριάτο _Μία εργατική έρευνα” https://gameover.zp/2013/10/29/%ce%b7%ce%bb%ce%b5%ce%ba%cf%84%cf%81%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%bb%ce%b5%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%bf-_%ce%bc%ce%af%ce%b1-%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%84%ce%b9/ Tue, 29 Oct 2013 10:16:54 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1304  

Εισαγωγή

Στη χτεσινή εκδήλωση περιγράψαμε τη διαδικασία αλλαγής του εργασιακού παραδείγματος, μέσα από την ανάπτυξη και εξάπλωση των νέων τεχνολογιών. Περιγράψαμε, πως αυτή η αλλαγή ξεκίνησε από την ανάγκη των αφεντικών για απαντήσεις στις γενικευμένες και επιθετικές αρνήσεις του κινήματος της δεκαετίας 60-70, αναδιοργανώνοντας την πειθαρχική και ιδεολογική διαχείριση της εργατικής τάξης, αφομοιώνοντας εύστοχα στην πορεία την κινηματική κριτική που αφορούσε μεταξύ άλλων την εργασία, την αυστηρότητα του εργοστασίου, την κατοχή της γνώσης αλλά και το ευρύ πεδίο αυτού που ονομάζουμε ελεύθερο χρόνο. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία αφομοίωσης, οι νέες τεχνολογίες, δηλαδή η πληροφορική, η ρομποτική, η υπολογιστική δικτύωση, οι τηλεπικοινωνίες, οι βιοτεχνολογίες, άλλαξαν ριζικά την οργάνωση της εργασίας, της κατανάλωσης, των κοινωνικών σχέσεων και των απαραίτητων γνώσεων. Οι περισσότεροι τομείς της παραγωγής αναδιαρθρώθηκαν, κάποιοι εξαφανίστηκαν, όσες ειδικεύσεις δεν κατάφεραν να ενταχθούν στο ψηφιακό παράδειγμα, καταργήθηκαν, και νέες, εντελώς διαφορετικές δημιουργήθηκαν και συνεχίζουν να δημιουργούνται. Ο μάστορας, ο αγρότης, ο μηχανικός, ακόμα και ο γιατρός, δίνουν σταδιακά την θέση τους σε ένα συνδυασμό “ανειδίκευτης” εργασίας/χειρισμού και μηχανικής μεσολάβησης. Το μεγάλο γνωσιολογικό κεφάλαιο των περασμένων δεκαετιών, στο οποίο αποκτούσε κανείς πρόσβαση μέσα από την επίσημη εκπαίδευση, έχει, για πολλούς και πολλές, καταστεί άχρηστο στην εύρεση εργασίας. Αντί αυτού, αρκεί πλέον μια σύντομη εκπαίδευση στο χειρισμό συγκεκριμένων προγραμμάτων για να πληροί κανείς τις προϋποθέσεις στις περισσότερες δουλειές. Αυτή του είδους την εκπαίδευση οι περισσότεροι την λαμβάνουν στον ελεύθερό τους χρόνο, μέσα από tutorial, από ειδικά σεμινάρια, μέσα από κοινότητες gaming και hacking.

Επιλέγοντας την εργατική έρευνα

Αυτή η αλλαγή στα αντικείμενα και τους τρόπους εργασίας δε θα μπορούσε να αφήσει ανέγγιχτη τη σύνθεση της εργατικής τάξης. Πώς γίνεται αυτή αντιληπτή στο σύνολό της (αν γίνεται); Ποια υποκείμενα την απαρτίζουν; Πώς αλλάζουν οι συνήθειες και οι μεταξύ τους σχέσεις; Προσπαθώντας να καταλάβουμε αυτή τη σύνθεση στο σήμερα, τις γενικότερες αλλά και τις πιο ειδικές, προσωπικές συνθήκες που βιώνουν όσοι δουλεύουν σε αυτήν την γκάμα μεταλλαγμένων αλλά και εντελώς νέων επαγγελμάτων, ξεκινήσαμε κάνοντας λίγο πιο σαφείς τις κατηγορίες για τις οποίες μιλάμε.

  • Μιλάμε λοιπόν για ένα εύρος παραδοσιακών επαγγελμάτων, του τριτογενούς κατά βάση, τα οποία έχουν ενταχθεί στις νέες τεχνολογίες, γεγονός που σε πολλές περιπτώσεις έχει αλλάξει εντελώς τα αντικείμενα και τους τρόπους δουλειάς.
  • Μιλάμε επίσης για ένα εύρος επαγγελμάτων που είναι παιδιά των νέων τεχνολογιών, καθώς σχετίζονται είτε με την παράγωγή/συντήρηση/επισκευή των νέων μηχανών, είτε με την προσφορά υπηρεσιών στους τομείς που αναδύονται από αυτά τα νέα μέσα, από την κοινωνική δικτύωση και τα applications των androids μέχρι τον εξειδικευμένο σχεδιασμό videogames.

Όλα αυτά τα επαγγέλματα, φωτογράφοι, τηλεφωνητές, μηχανικοί, μικροβιολόγοι, προγραμματιστές και σχεδιαστές ιστοσελίδων, μπορεί να μοιάζουν εντελώς διαφορετικά, όμως με μια πιο προσεκτική εξέταση και αναγωγή τους στις σημερινές συνθήκες, βλέπει κανείς πολλά κοινά χαρακτηριστικά, όσον αφορά στις μισθολογικές σχέσεις, το είδος εργασίας και το γνωσιολογικό υπόβαθρο που απαιτείται.

Για να καταλάβουμε λίγο πιο αναλυτικά αυτά τα κοινά στοιχεία, κάναμε μια μικρή εργατική έρευνα, παίρνοντας συνεντεύξεις από εργάτες σε τέτοιες δουλειές, έχοντας στο νου μας να ανήκουν, όσο γίνεται, σε διαφορετικές κατηγορίες επαγγελμάτων. Η πρόθεσή μας δεν ήταν να κάνουμε μια στατιστική τεκμηρίωση, αλλά να δούμε ειδικότερα διάφορα χαρακτηριστικά παραδείγματα και να μπορέσουμε να περιγράψουμε περισσότερο τι είδους είναι τελικά αυτά τα κοινά στοιχεία, παρά να κάνουμε μια ολοκληρωμένη καταγραφή τους. Το ερωτηματολόγιο που χρησιμοποιήθηκε σαν βάση των συνεντεύξεων είναι χωρισμένο σε 4 ενότητες, οι οποίες αποτελούν και το σκελετό αυτής της εισήγησης. Οι ενότητες αυτές είναι:

  • γενικές συνθήκες εργασίας
  • εκπαίδευση
  • σχέσεις με συναδέλφους/αφεντικό, λούφα και διεκδικήσεις
  • σώμα και ελεύθερος χρόνος.

Στην κάθε ενότητα περιγράφουμε τα γενικά συμπεράσματα που βγάλαμε συνδυάζοντας τα υποκειμενικά στοιχεία των συνεντεύξεων με τις γενικές γνώσεις μας πάνω στην οργάνωση της εργασίας και την κοινωνική πραγματικότητα σήμερα. Παραθέτουμε συμπληρωματικά διάφορα αποσπάσματα (γραπτά εδώ και ηχητικά στην προφορική εισήγηση) τα οποία θέλουμε να λειτουργήσουν σαν παραδείγματα, για μια πιο ολοκληρωμένη, πιο βιωματική κατανόηση του θέματος.

Ονομάσαμε με λίγη παραπάνω φαντασία και ίσως καταχρηστικά τη νέα αυτή μορφή εργασίας, ηλεκτρονική εργασία. Και τον εργάτη της, ηλεκτρονικό εργάτη.

Γενικές συνθήκες εργασίας

Κατάτμηση και μαζικοποίηση της εργασίας

(πάνω σε /και με νέες τεχνολογίες)

Ο σύγχρονος τρόπος οργάνωσης και διανομής της εργασίας, αρχικά της χειρωνακτικής, πλέον και της διανοητικής, περνάει μέσα από την μηχανοποίηση. Μέσα από την όλο και πολυπλοκότερη διάρθρωση της “υλικής” και “πνευματικής” παραγωγής. Και καταλήγει σε ένα μοντέλο σταδιακής κατάτμησης και ανασύνθεσης του τελικού αποτελέσματος της εργασίας. Με άλλα λόγια, διαφορετικά αντικείμενα, που πριν αποτελούσαν αδιάσπαστες ενότητες, έχουν γίνει αρκετά πολύπλοκα, ώστε για να φτάσει κανείς στο τελικό αποτέλεσμα, είτε πρόκειται για ένα πρόγραμμα, είτε για το σχεδιασμό ενός κτιρίου, πρέπει να ενώσει ένα δίκτυο από επιμέρους απλούστερες εργασίες. Εργασίες που φαίνονται (και είναι) αυτοτελείς, αλλά στην πραγματικότητα προορίζονται για ένα μεγαλύτερο τελικό αποτέλεσμα, το οποίο μπορεί και να μην είναι καν γνωστό σε αυτόν που τις εκτελεί. Όσο περισσότερο αναπτύσσονται αυτές οι τεχνολογίες, όσο περισσότερο γίνεται δυνατή η εφαρμογή τους, τόσο πιο μεγάλα και πολυπλοκότερα αποτελέσματα μπορούν να παράγονται με τέτοιο τρόπο. Και τόσο πιο περιορισμένη και υποβαθμισμένη γίνεται η αντίστοιχη επιμέρους εργασία.

Ας πάρουμε το παράδειγμα της κατασκευής ενός μικρού κτιρίου. Αρχικά ήταν απλό, ο καθένας έχτιζε το σπίτι του με τη βοήθεια του μάστορα. Αργότερα, στα αρχιτεκτονικά γραφεία, ο αρχιτέκτονας, έχοντας απορροφήσει όλη την κλεμμένη γνώση από τους μάστορες, μέσα από την επίσημη εκπαίδευση, είχε αυτός τη συνολική γνώση της δημιουργίας ενός κτιρίου, με μια διαφορετική βέβαια διαδικασία. Συναντιόταν με τους πελάτες, σχεδίαζε τη διαρρύθμιση, έκανε τα γραφειοκρατικά και επέβλεπε την οικοδομή. Πλέον, είναι μια εξειδικευμένη δουλειά το καθένα από αυτά, ακόμα και σε τέτοιες μικρές κατασκευές. Είναι δύσκολο να ξέρουν όλοι δισδιάστατη και τρισδιάστατη σχεδίαση, να ξέρουν τα κόλπα στις πολεοδομίες, να κάνουν δημόσιες σχέσεις και να επιβλέπουν τα συνεργεία. Και αρκεί να σκεφτεί κανείς πόσα ακόμα μένει να γίνουν για να ολοκληρωθεί το σπίτι, από τη μελέτη στατικής επάρκειας και τα ενεργειακά πιστοποιητικά μέχρι το τελευταίο συνεργείο που θα βάψει τον τοίχο ή θα φτιάξει τα ηλεκτρολογικά. Αλλιώς φτιαχνόταν λοιπόν ένα σπίτι την εποχή των μαστόρων και άλλου είδους σπίτι ήταν. Επιπλέον, άλλη ήταν η κοινωνική θέση του μάστορα, αλλά και του αρχιτέκτονα, από αυτή του ανειδίκευτου εργάτη οικοδομής, ή του σχεδιαστή autocad σε ένα γραφείο. Φυσικά, όσες γνώσεις και να είχε ένας παραδοσιακός μάστορας, δε θα μπορούσε να φτιάξει ένα σύγχρονο σπίτι, με τα πολύπλοκα συστήματα της τελευταίας τεχνολογίας και τη διαδικασία που αναφέραμε.

Η εικόνα είναι λοιπόν ξεκάθαρη. Κατάτμηση, υπέρ – εξειδίκευση (το αδερφάκι της από – ειδίκευσης), μαζικοποίηση, υποτίμηση. Αυτή η δομή αποτελεί κοινή βάση στα περισσότερα από τα επαγγέλματα που εξετάσαμε. Και σχετίζεται άμεσα και έμμεσα με τις γενικές συνθήκες που επικρατούν στη δουλειά, όπως τις περιγράφουμε παρακάτω.

Όσον αφορά στα εργατικά κεκτημένα

Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, οι υπάλληλοι είναι μισθωτοί ή έχουν μια ιδιότυπη σχέση εξαρτημένης εργασίας ακόμα και όσοι από αυτούς κόβουν αποδείξεις από μπλοκάκι, θεωρούνται δηλαδή ελεύθεροι επαγγελματίες[1]. Πρέπει να δουλεύουν συγκεκριμένο ωράριο και σπάνια πληρώνονται τις υπερωρίες, ακόμα και αν όσοι ασφαλίζονται ως υπάλληλοι τις δικαιούνται νόμιμα. Όσον αφορά στα ωράρια, είναι αρκετά ελαστικά, είτε πρόκειται για part time είτε για οχτάωρα που γίνονται δεκάωρα-δωδεκάωρα. Κι αυτό γιατί, μέσα στη λογική των αυτοτελών πρότζεκτ που περιγράψαμε, ο χρόνος δε μετριέται με το μεροκάματο, αλλά με το κομμάτι. Λογική φασόν δηλαδή. Οι συλλογικές συμβάσεις, (και) λόγω της ευρείας κατάτμησης και διαφοροποίησης των ειδικοτήτων, φαίνεται ότι σε πολλές περιπτώσεις έχουν απαξιωθεί, πολύ πριν καταργηθούν από το κράτος, από τα ίδια τα υποκείμενα που βλέπουν τον εαυτό τους εντελώς ξεκομμένο από τους υπόλοιπους του ίδιου κλάδου. Τα επιδόματα – όσα δεν έχουν σταματήσει – είναι σχεδόν αυτονόητο ότι δεν πληρώνονται, εκτός από τις περιπτώσεις μεγάλων εταιριών που είναι κάπως πιο τυπικές με το νόμο. Οι άδειες είναι ένα θολό τοπίο, εξαρτώνται περισσότερο από τις ορέξεις του εκάστοτε αφεντικού παρά από κάποιο θεσπισμένο δικαίωμα. Αν το γραφείο/μαγαζί κλείσει τον Αύγουστο, τότε θα πάρεις άδεια τον Αύγουστο, αν δεν κλείσει, μπορεί και να μην πάρεις καθόλου. Επίσης μπορεί να σου επιβάλουν να κουβαλήσεις μαζί το laptop σου για να δουλεύεις από τις διακοπές σου, ειδικά αν χρησιμοποιείς το ίντερνετ. Γενικά δεν υπάρχει τίποτα σταθερό όσον αφορά στο πότε μπορείς να λείψεις, είτε για άδεια είτε επειδή αρρώστησες. Το μόνο σταθερό είναι το πόσα παίρνεις. Το οποίο δεν ανεβαίνει πλέον με το πέρασμα του χρόνου, άσχετα με το αν έχεις αποκτήσει εμπειρία ή όχι (σε αυτό όμως θα αναφερθούμε πιο αναλυτικά παρακάτω, στην ενότητα που αφορά την εκπαίδευση).

Αυτο-εντατικοποίηση των ρυθμών εργασίας (the Dead Line)

Η εντατικοποίηση δεν είναι παράγωγο μόνο των τελευταίων δεκαετιών. Είναι άμεσα συνυφασμένη με την αποδοτικότητα και το ρυθμό παραγωγής, από τα εργοστάσια ήδη. Στις συνθήκες αυτού που ονομάζουμε “μηχανοποιημένη διανοητική εργασία”, στα επαγγέλματα που περιγράφουμε δηλαδή, η εντατικοποίηση γίνεται με πολλούς -συνήθως έμμεσους- τρόπους. Έχοντας να κάνουμε όπως είπαμε, με μια άτυπη αλυσίδα παραγωγής που αποτελείται από ανόμοια, αυτοτελή κομμάτια, η νόρμα στο ρυθμό εργασίας μπαίνει κατά κύριο λόγο από τα γνωστά σε όλους deadlines[2]. Από τις ημερομηνίες παράδοσης, οι οποίες παραδοσιακά μπορεί να ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας (και διαπραγμάτευσης) ανάμεσα στον ελεύθερο επαγγελματία και στον πελάτη, τώρα όμως καθορίζονται από το αφεντικό και ανακοινώνονται στους εργάτες, χωρίς φυσικά να ρωτηθούν οι δεύτεροι (ή να έχουν τρόπο να διαπραγματευθούν). Αυτό καταλήγει στο εξής παράλογο. Το αφεντικό υποτίθεται ότι συμφωνεί για τα deadlines, κρίνοντας ποια είναι η παραγωγική δυνατότητα των εργατών του στον επίσημο χρόνο απασχόλησής τους, αλλά στην πραγματικότητα απλά λέει “ναι” σε όλες τις απαιτήσεις των πελατών άσχετα με το αν μπορούν να πραγματοποιηθούν ή όχι, μέσα στο συμφωνημένο αυτό χρόνο. Μεταφέρει όμως την ευθύνη της ολοκλήρωσης στους υπαλλήλους, οι οποίοι συνήθως θεωρούν αυτονόητο ότι θα τη σηκώσουν, για καλό δικό τους και του γραφείου πάντα. Αυτό, σε συνδυασμό με το ότι τα νέα μέσα, το ίντερνετ, τα διεθνή δίκτυα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι μη τόποι, με μη χρόνους, έχουν ουσιαστικά συνεχόμενο ωράριο, παράγει μια φοβερά εντατική και εκβιαστική συνθήκη εργασίας, μια ρευστότητα η οποία καθορίζει το ρυθμό απόδοσης αλλά και τον ίδιο τον ελεύθερο χρόνο των εργατών.

Επιτήρηση (από τη μηχανή /κι από τους εργάτες για τους εργάτες)

Ο ανταγωνισμός και η εξατομίκευση είναι βασικοί πυλώνες της επιτήρησης στους χώρους εργασίας, κυρίως από εργάτη σε εργάτη. Το τί ώρα έρχεσαι, πόση δουλειά βγάζεις και σε πόσο χρόνο, το πώς συμπεριφέρεσαι και ποιά είναι τα πιστεύω σου, αποτελούσαν πάντα εργαλεία εκβιασμού, σαμποτάζ και υποτίμησης του ενός υπαλλήλου απέναντι στον άλλο, όταν η προσωπική ανέλιξη με όλους τους τρόπους ήταν της μόδας. Και ήταν, για πολλές δεκαετίες. Από αυτήν την άποψη έχουμε ήδη διαμορφωμένο ένα σύνολο καλά εκπαιδευμένων στην αλληλο-επιτήρηση εργατών. Αυτό που με τα νέα μέσα έχει γίνει εξαιρετικά ευκολότερο και πολλά τέτοια παραδείγματα είδαμε στις συνεντεύξεις, είναι η επιτήρηση από τα πάνω. Η επιτήρηση από τα αφεντικά, μέσα στους νέους χώρους εργασίας, μέσα από την πλήρη μεσολάβηση της μηχανής και τον περιορισμό του φυσικού χώρου και των κινήσεων, είναι πλέον μια διαδικασία αυτόματη. Μπορεί κανείς, χωρίς ιδιαίτερο κόπο, να μετρήσει πόση ώρα κάνουν διάλειμμα, να μάθει τί ιστοσελίδες επισκέπτονται (και να απαγορεύσει την πρόσβαση αν το θεωρεί αντιπαραγωγικό), να έχει διαθέσιμους πίνακες με ποσοτικά (και εν μέρει ποιοτικά) δεδομένα αξιολόγησης ανά μέρα, ανά μήνα, ανά χρόνο, να παρακολουθεί ακόμα και το τί συζητάνε οι υπάλληλοί του μεταξύ τους, αφού κι αυτό γίνεται πλέον σε μεγάλο βαθμό μέσα από τον Η/Υ. Το τί μπορεί να κάνει κανείς σε τέτοιες δουλειές για να λουφάρει, είναι σε μεγάλο βαθμό ζήτημα συλλογικό, ζήτημα σχέσεων με τους υπόλοιπους εργαζόμενους, και σαν τέτοιο θα το αναφέρουμε εκτενέστερα σε παρακάτω ενότητα.

Αποσπάσματα συνεντεύξεων

1.γυναίκα, 26, data center, cloud computing (πτυχίο: Ηλεκτρολόγος μηχανικός υπολογιστών ΑΠΘ)

“Έχει δύο σκέλη αυτή η δουλειά. Αρχικά αυτό το υπόγειο που βλέπεις λειτουργούσε αποκλειστικά σαν data center, δηλαδή εξυπηρετούσε κυρίως το Φυσικό, τη φυσικομαθηματική σχολή εδωπέρα, για διάφορα προγράμματα που θέλανε να τρέχουνε επιστήμονες, για έρευνες και τέτοια. Αποκλειστικά. Είχε κάποια clusters -στήλες υπολογιστών- που τα χρησιμοποιούσανε και για να τρέχουνε προγράμματα και για δεδομένα, ιστοσελίδες καθηγητών κτλ. Είναι 1 από τα 4 κέντρα του Αριστοτελείου.

Δεν έχω ασφάλιση προς το παρόν. Στην αρχή εγώ ζήτησα ΙΚΑ μας είχανε κάνει μια κουβέντα τελοσπάντων εκεί με τα παιδιά, ότι δεν έχει να κάνει με ΙΚΑ αυτό, τίποτα. Δεν παίζουν τέτοια πράγματα, ότι θα πρέπει να βγει μπλοκάκι, ή θα πρέπει να ‘μαι ΤΕΒΕ ή ΤΣΜΕΔΕ. Σε 3 συνεντεύξεις που πήγα πριν από αυτή δουλειά, ζητούσαν όλοι μπλοκάκι. Μου είπαν να ξεχάσω το ενδεχόμενο του ΙΚΑ.

… Οι ώρες δουλειάς τυπικά είναι 9 το πρωί με 5, που είναι το οκτάωρο. Έχει απλήρωτες υπερωρίες και γενικά το πρόβλημα είναι ότι οι συνάδελφοι ας πούμε δεν είναι πολύ διατεθειμένοι να φύγουν από τη δουλειά, κάθονται συνήθως μέχρι τις 8-9, από προσωπικό βίτσιο κυρίως, γιατί την έχουνε δει ότι είμαστε κάποιοι εδωπέρα.

Στον ΟΤΕ είχε ενδιαφέρον το πράγμα γιατί από ένα σημείο και μετά βάλανε στην ουσία μπρος ένα πρόγραμμα που έλεγχε πόση ώρα είσαι μέσα στο σύστημα και δουλεύεις. Δηλαδή από ποιά ώρα έχεις κάνει log in και ποιά ώρα έχεις κάνει log off. Οπότε βγαίνοντας ενημερώνανε για το πόσο χρόνο έκανες. Δούλευες 4 ώρες έτσι; Έπρεπε 3 ώρες και 3 τέταρτα να είναι καθαρή δουλειά. Το τέταρτο στις τέσσερις ώρες είναι το διάλειμμα. Και τσεκάρανε αυτό. Εμείς με τα παιδιά είχαμε υπολογίσει ότι κάπως, ανά βάρδια, γλίτωναν δύο ακόμα παιδιά (2 τετράωρα), που θα ‘πρεπε να δουλεύουνε.”

 2.άντρας, 28, ταμίας σε πολυκατάστημα ηλεκτρονικών (πτυχίο: οικονομικές επιστήμες Παν. Πελοποννήσου)

“Μισθωτός, με ένσημα ήμουνα.

…Διαλλείματα είχαμε, εγώ ας πούμε που ήμουν τετράωρος είχα ένα δεκάλεπτο διάλλειμα και ήτανε χρονομετρημένο, δηλαδή έκανα έξοδο και είσοδο στο ταμείο, βλέπανε ακριβώς πόσο έχω λείψει. Και έπρεπε να είναι δέκα λεπτά, δεν μπορούσε να είναι παραπάνω. Αν ήταν παραπάνω στη λέγανε. “

 3.άντρας, 30, προγραμματιστής (πτυχίο: προγραμματιστής ΑΣΟΕΕ)

“Ήμουνα στην αρχή μισθωτός εδώ, στην Ιντρασόφτ, στον Κόκκαλη, μετά έφυγα, είχα πάει για διδακτορικό, τώρα αυτό θεωρείται και δε θεωρείται δουλειά, αλλά πληρωνόμουνα. Και μετά πάλι μισθωτός σε κανονική εταιρία στην Ιρλανδία.

…Πληρωνόμουν με κανονικό μηνιάτικο. Τώρα είναι με το πρότζεκτ. Λες ρε παιδί μου είναι το τάδε, τόσο το κοστολογώ, τόσο θα μου δώσεις. Τώρα δεν έχω καμία ασφάλιση, είμαι γραμμένος στον ΟΑΕΔ. Θα έπρεπε να κάνω έναρξη επαγγέλματος αν ήθελα να το κάνω αυτό μόνιμα.

…Εκεί δούλευα δωδεκαωράκι. Είχε και το καλό βέβαια ότι εγώ έφευγα με το λεωφορείο, 5 η ώρα έφευγε το λεωφορείο και δεν μπορούσε να μου πει κανείς κάτσε παραπάνω. Οι περισσότεροι καθόντουσαν. Εγώ ήμουν σχεδόν πάντα ο πρώτος που έφευγε.

 4.γυναίκα, 30, αρχιτεκτονικό γραφείο (πτυχίο: αρχιτέκτων μηχανικός ΕΜΠ)

“Έχω σπουδάσει αρχιτεκτονική αλλά δουλεύω σαν σχεδιάστρια. Είμαι ελεύθερος επαγγελματίας, το ωράριό μου είναι μισθωτού αλλά δεν είμαι μισθωτός. Κόβω μπλοκάκι, απόδειξη, υποτίθεται δουλεύω 9-5 αλλά αν χρειαστεί καθόμαστε παραπάνω, δεν το πληρωνόμαστε φυσικά κτλ.

…Τα τελευταία 2 χρόνια καθόμαστε τουλάχιστον μια ώρα παραπάνω. Πέντε νταν δε φεύγεις. Πέντε νταν φεύγεις και είναι προσβλητικό ας πούμε.

…Δε δικαιούμαι άδεια συγκεκριμένη, είναι στην καλή θέληση του εργοδότη μου. Κατά βάση, όσα χρόνια δουλεύω μας δίνει μια βδομάδα τα Χριστούγεννα γιατί μάλλον πάνε να κάνουν τα ψώνια τους στην Ελβετία, δεν ξέρω για ποιο λόγο… και μια βδομάδα το καλοκαίρι έτσι με πίεση και ζόρι. Γενικά αν μια μέρα χρειάζεται να κάνω κάτι και πρέπει να λείψω από τη δουλειά μου είναι πολύ δύσκολο να το ζητήσω.

-Πιστεύεις ότι σας τσεκάρουν/παρακολουθούν το ίντερνετ;

Πολύ πιθανό.”

 5.άντρας, 30, animation, 3d (πτυχίο: 3d designer, ΑΚΤΟ)

“Συστηματικά δούλευα 6 και παραπάνω χρόνια, αλλά καθημερινά πράγματα – υπάλληλος δηλαδή μη φανταστείς, 8ωρα και βάλε – και έκανα animation, 3D. Διαφημίσεις δηλαδή. Τώρα είμαι free lancer, δηλαδή έρχεται κάποιος και μου λέει φτιάξε μου αυτό το βίντεο. Αλλά δεν έχω μπλοκάκι. Η συχνότητα της δουλειάς που έχω δε μου επιτρέπει να ανοίξω βιβλία αυτή τη στιγμή. Είμαι ακόμα σε ταμείο, μάλλον επειδή είχα αρκετά ένσημα αλλά θα λήξει άμεσα το ΙΚΑ μου.

-Τις υπερωρίες τις πληρωνόσασταν ή όχι;

Τις πληρωνόμασταν. Δεν είχα παράπονο από αυτή την άποψη γιατί όταν δουλεύαμε παραπάνω ξηγιόταν το αφεντικό. Δεν τις κρατάγαμε δηλαδή. Άλλοι τις κρατάγανε τις παραπάνω ώρες και διεκδικούσαν τα χρήματα. Εγώ δεν έδινα πολύ σημασία και δεν τις κράταγα, αλλά πάντα πληρωνόμουν παραπάνω”.

6.άντρας, 31, τηλεφωνικό κέντρο (πτυχίο: ψυχολογία, Πάντειος)

“Το αντικείμενο είναι να μαζεύω στοιχεία μέσω τηλεφώνου για ανθρώπους που άλλοι θα τους προωθήσουν προϊόντα. Ο μισθός συνήθως, ανάλογα με τις ώρες βγαίνει γύρω στα 350 – 400, η ώρα είναι 4,5 ευρώ. Αλλά θα πέσει.

…Τις υπερωρίες δεν τις πληρώνομαι σαν τέτοιες. Απλά ό,τι ώρα δουλέψεις παραπάνω πληρώνεσαι την ώρα.

…Όσον αφορά στις άδειες, γενικά είναι λίγο φλου τα πράγματα, τώρα ζορίζουνε. Γενικά ήταν κάπως εύκολο, και λίγο ευέλικτο αυτό και λόγω εξεταστικών, αφού δουλεύουν φοιτητές.”

7.άντρας, 23, esport, ηλεκτρονικός αθλητισμός με live streaming (φοιτητής ψηφιακών σπουδών)

“Εγώ μπήκα στη φάση σχετικά νωρίς, πάνω από ένα χρόνο, πριν ενάμισι χρόνο περίπου. Βασικά έκανα και εγώ validating για pro-evolution για καμιά δεκαριά χρόνια για χαβαλέ. Και αποφάσισα μία μέρα ότι θα ήταν ωραία να το δοκιμάσω και στο League of Legends που έπαιζα τότε μανιακά, σε ημί-επαγγελματικό επίπεδο κιόλας. Το έκανα αυτό, είδα ότι έχει απήχηση, έχει κόσμο, το έκανα ας πούμε με τραγική ποιότητα λόγω internet. Δεν υπήρχαν τότε εγκαταστάσεις που να βρεις εύκολα στην Αθήνα για να κάνεις τέτοιο πράγμα. Και συνειδητοποίησα ότι έχει πολύ απήχηση και πήγα και βρήκα τον C.

Τώρα είμαστε συνεργάτες οι οποίοι δεν έχουν ωράριο ή κάτι τέτοιο, ο καθένας όποτε μπορεί ας πούμε. Καμιά 20αριά άτομα κατά μέσο όρο, είναι σαν να έχεις δηλαδή 3 τη μέρα να δουλεύουν νορμάλ ώρες. Ακριβώς επειδή δεν είμαστε μια έτοιμη στημένη εταιρεία με ωράρια κλπ κλπ, πάνω κάτω ο καθένας δουλεύει όσο θέλει, όσο αντέχει, όσο μπορεί, όσο προλαβαίνει. Προς το παρόν ας πούμε όταν πρόκειται για festival το οποίο είναι συγκεκριμένες ώρες δουλειά, πάνω-κάτω συγκεκριμένες ώρες να το τρέξεις, προς το παρόν εμείς πληρωνόμαστε για αυτό το κομμάτι. Δε πληρωνόμαστε ας πούμε για όλα τα άλλα που είναι η προετοιμασία το promotion, αυτά σιγά-σιγά έρχονται τώρα.”

8.άντρας, 19, βίντεο-μοντάζ για κοινωνικές εκδηλώσεις (φοιτητής web design)

“Κάνω μοντάζ σε γάμους, βαφτίσεις και τέτοια και βγάζω τα DVD τους. Δουλεύω με το κομμάτι. Μαύρα χωρίς ένσημα και τέτοια. Εννοείται. Υπερωρίες δεν πληρώνονται.

Το καλοκαίρι είχες δουλειά ότι στιγμή ήθελες, δηλαδή ήξερες ότι μπορώ να κάτσω όλη τη βδομάδα και να κάνω στάνταρ από ένα γάμο τη μέρα. Τώρα το χειμώνα είναι όποτε κάτσει, όποτε σου δώσει αυτός δουλειά έως καθόλου.

9.άντρας, 27, τηλεφωνητής (φοιτητής ψυχολογίας)

“Ήμαστε μισθωτοί, δεν παίρναμε μεροκάματο, μηνιάτικο παίρναμε. Υπήρχαν κάποια μπόνους και τις 2 φορές, αλλά αυτά ήταν ανεξάρτητα. Δηλαδή ήταν οι 3 πρώτοι στις πωλήσεις, εκεί υπήρχε μπόνους.

Τα χρήματα υποτίθεται ότι ήταν 420 με 430 ευρώ το μήνα, για 4ωρο και ανάλογα αν δούλευες Κυριακές ή κάποιες φορές βραδινές ώρες, αν και ήταν σπάνιο. Εγώ δεν είχα ασφαλιστεί γιατί είχα απ’ τους γονείς μου και δεν το είχα επιλέξει ας πούμε. Και από ότι θυμάμαι στο τμήμα μου δεν το είχε επιλέξει κανένας.”

 

Educational Gap

(εκπαίδευση)

Κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς μας να προσδιορίσουμε τις νέες εργατικές φιγούρες που συναντούσαμε στην έρευνα μας, να τις περιγράψουμε και να τις εντάξουμε κάπου στην ιστορία της εργασίας, υποβάλλαμε στον εαυτό μας πολλές ερωτήσεις. Μία από αυτές ήταν αν αυτός ο εργάτης/ εργάτρια, που πάει να πιάσει τη χιψι δουλειά, στην οποία θα χρησιμοποιεί τις νέες τεχνολογίες από την αρχή μέχρι το τέλος του 8ώρου του (εδώ γελάμε), έχει κάπου κάπως, επίσημα ή μη, δημόσια ή ιδιωτικά έστω, διδαχθεί αυτά που του είναι απαραίτητα για τη δουλειά. Συναντήσαμε αρχιτέκτονες, που όμως ποτέ στο ΑΕΙ τους δε διδάχθηκαν ή εμβάθυναν στη χρήση του AutoCAD (σχεδιαστικό πρόγραμμα), καλοτεχνίτες που διοχετεύουν την δημιουργικότητα τους στο 3ds max (πρόγραμμα 3d), gamers προγραμματιστές και πτυχιούχους ψυχολόγους τηλεφωνητές.

Επίσημη εκπαίδευση στον recycle bin

Αυτά που η επίσημη κρατική εκπαίδευση θεωρεί χρήσιμα και ως εκ τούτου διδάσκει, είναι στο μεγαλύτερο τους κομμάτι άχρηστα για τον ηλεκτρονικό εργάτη. Ήδη από τις προηγούμενες εκδηλώσεις μας ήταν σαφές το εξής: Ο μαθητής δεν χρειάζεται να μάθει να κάνει τη διαίρεση, γιατί έχει το κινητό του. Τίποτα όμως δεν υπάρχει ενταγμένο στο σχολικό πρόγραμμα, (ή αν υπάρχει δεν παίρνει το βάρος που του αντιστοιχεί απέναντι ας πούμε στην αρχαία ελληνική ιστορία) που να προετοιμάζει τους μαθητές για να χειριστούν το κομπιούτερ. Αυτό, θεωρείται δεδομένο πως το ξέρουνε (το μαθαίνουνε) ήδη από τα σπίτια τους και πριν καν ξεκινήσουν το δημοτικό. Το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα, δεν είναι σε θέση ακόμα, και ούτε φαίνεται πως θα είναι στο άμεσο μέλλον, να φτιάξει τις απαραίτητες υποδομές για το νέο παράδειγμα. Σε άλλες χώρες τέτοια βήματα προς το νέο παράδειγμα έχουν γίνει. Έχουμε σε προηγούμενες εκδηλώσεις μας πέσει πάνω σε τέτοια παραδείγματα, που ξεπετάγονται ανά καιρούς και απασχολούν σαν μικρές ειδήσεις τα μίντια. Σχολεία προσανατολισμένα στις νέες τεχνολογίες, τη μεθοδολογία να τις μαθαίνεις, τη γλώσσα τους ή και τη χρησιμότητα τους. Ωστόσο αν και αυτά τα παραδείγματα γίνονται αμέσως αντικείμενο κριτικής είτε ενθουσιασμού, είναι μεμονωμένα και βρίσκονται ακόμα σε πειραματικό στάδιο. Στην ελλάδα οι προσπάθειες να ενταχθούν οι νέες τεχνολογίες στα σχολεία είναι τραγελαφικές. Οι αίθουσες πληροφορικής αν και όταν χρησιμοποιούνται διδάσκουν βασικά και συχνά ξεπερασμένα προγράμματα, ή εξυπηρετούν απλά στο να υπάρχει σε κάποιο χώρο ο πολυπόθητος για τα παιδιά υπολογιστής. Από την άλλη, τα πολυμέσα συμπληρώνουν την διδασκαλία των κλασσικών μαθημάτων με ήχο και εικόνα, π.χ. διδάσκεσαι ιστορία με powerpoint και βιντεάκια, ή κάνεις εργασίες σε ηλεκτρονικές μορφές.

Αν κάτι προσέφερε το σχολείο στον εργάτη για αρκετό καιρό ακόμα αφού το γνωσιολογικό του κομμάτι άρχισε να ‘παλιώνει’ ήταν η από νεαρή ηλικία εξοικείωση του με το πολύωρο κάθισμα σε μια καρέκλα και την ησυχία. Ένας πειθαρχικός ρόλος, ο οποίος είχε παραγκωνιστεί εδώ και πολύ καιρό από την νταντά τηλεόραση, και μάλιστα χωρίς να χρειάζονται οι τιμωρίες και η βία των δασκάλων.

Και εκπαίδευση στον ελεύθερο χρόνο στα favorites

Ο ίδιος ο μαθητής (και μελλοντικός εργάτης) ωστόσο καθόλου δεν περιμένει από το σχολείο να του μάθει τα απαραίτητα. Τα μαθαίνει ήδη από μόνος του εν είδει παιχνιδιού, με πολλή όρεξη, και μάλιστα γίνεται γρήγορα αριστούχος στον τομέα που έχει επιλέξει.

Το εκπαιδευτικό κενό καλύπτεται κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου. Τα video games, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η ατελείωτη βάση δεδομένων – πηγή γνώσης με το όνομα internet, όλα αυτά καλύπτουν τον ελεύθερο χρόνο των μαθητών στο εκατό τοις εκατό, μερικές φορές σε βαθμό εγκλεισμού και απομόνωσης. Τα παιδιά εξοικειώνονται με τη μηχανή και τους τρόπους της, ενώ εκπαιδεύονται παράλληλα σε ένα σωρό διαδικασίες και προγράμματα, έχοντας ή όχι πλήρη επίγνωση αυτού που μαθαίνουν, ενώ η πολύωρη καθήλωση είναι πλέον (το είπαμε, ήδη από την τηλεόραση) εθελοντική.

Video games

Η περίπτωση των video games είναι ενδεικτική. Ένας μαθητής ηλικίας από 5 έως 18, περνούσε ατελείωτες ώρες μπροστά από την κονσόλα. Σήμερα το ίντερνετ στεγάζει έναν τεράστιο αριθμό video, role playing και strategy games. Ο αριθμός των συμμετεχόντων είναι πρωτόγνωρος έως ασύλληπτος. Αυτά τα παιχνίδια δεν τερματίζονται ποτέ, έχουν διαρκή εξέλιξη και διεθνή πρωταθλήματα, όπως αρμόζει στην τεχνολογία τους. Έχουν μπόλικη αίσθηση εξέλιξης. Πίστες, μπόνους, τίτλους και επιβράβευση, περισσότερη απ’ όση μπόρεσε ποτέ να προσφέρει το παιχνίδι στο δρόμο ή οι βαθμοί στο σχολείο, και μάλιστα μπροστά στα μάτια και σε ανταγωνισμό με την αχανή ιντερνετική κοινότητα των gamers. Ένας 12χρονος παίχτης του LoL κινείται και διαχειρίζεται την μηχανή και τα εικονικά περιβάλλοντα που χωράει αυτή μέσα της, για-την- προσωπική-του ψυχαγωγία, ως μέλος μιας κοινότητας που του διαφεύγει αριθμητικά και πολιτισμικά, και γίνεται διαρκώς καλύτερος. Γρηγορότερος, χρησιμότερος, όλο και περισσότερο γνώστης.[3]

Μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Ταυτόχρονα, φυσικά, αυτός ο νεαρός/ νεαρή που το εργασιακό του μέλλον περιγράφουμε στην ερεύνα μας, κοινωνικοποιείται με τους συμμαθητές του ή και με άλλους, πάλι μέσω της μηχανής και συγκεκριμένα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Μαθαίνει να χρησιμοποιεί τα μέηλ του, να διαχειρίζεται πληθώρα προφίλ και βάσεις δεδομένων (πολλές φορές και τα δικά του προσωπικά δεδομένα), να απαντά και να ρωτάει σε φόρουμ και τσατ. Είναι διαρκώς παρών στο κυβερνοχώρο. Και αυτός και οι φίλοι του. Μπορεί μεν να επικοινωνεί κοφτά και σύντομα, με μέηλ, sms και κάθε λογής αρκτικόλεξα, χαμογελαστές φατσούλες και like, αλλά σε αυτού του είδους την επικοινωνία, την οργάνωσή της και την περιήγηση σε face book, twitter και instagram, είναι από πολύ νωρίς βιρτουόζος.

Από τα tutorials στο hacking και πάλι πίσω:

Μαθαίνω παίζοντας – πληροφορία, downloading, sharing

Ο μαθητής που στέκεται ατελείωτες αυτές ώρες μπροστά από το pc του, καθόλου δεν έχει άγνοια του ότι μαθαίνει. Κι αυτό γιατί χρησιμοποιεί τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και σαν εργαλείο γνώσης. Ακόμη κι αν δεν έχει πλήρη επίγνωση του πώς και του γιατί αυτό θα του χρησιμεύσει στην μελλοντική του εργασία. Έχει αναγκαστεί να μάθει εξαρχής, για να χειριστεί τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, έχει βρει τι θέλει να μάθει, βάσει, πρώτα και κύρια, του τι του αρέσει (και να άλλο ένα κενό που είχε το σχολείο). Κατεβάζει αυτά που χρειάζεται, βλέπει tutorials, κουτσομελετάει, μοιράζεται συμβουλεύεται και ανταγωνίζεται στη γνώση του. Χρησιμοποιεί την αχανή πληροφορία, και την ξεσκαρτάρει. Και όταν ο υπολογιστής του κλατάρει, τα χάνει και σπεύδει να μάθει πως θα τον επαναφέρει. Σε κάποιες περιπτώσεις η φιγούρα αυτή γίνεται παραβατική (hackers), και ίσως αυτό να της βρει και ακόμα πιο γρήγορα δουλειά.[4]

Είναι ο ηλεκτρονικός εργάτης ανειδίκευτος;

Ένα παιδί που ασχολείται με το pc από 5 χρονών, όταν φτάσει στα 18 θα ξέρει πολύ περισσότερα για τις νέες τεχνολογίες από όσα θα μάθαινε από το σχολείο ή το πανεπιστήμιο. Ο ηλεκτρονικός εργάτης ήδη από πολύ μικρή ηλικία έχει μάθει το πιο σημαντικό: έχει μάθει (τον τρόπο) να μαθαίνει. Ξέρει ήδη να χειρίζεται τη μηχανή που θα συναντήσει αργότερα μέσα στο «εργοστάσιο».

Το εκπαιδευτικό σύστημα παρέμενε πάντα διαχωρισμένο απ’ το εμπειρικό σκέλος της ζωής και της εργασίας. Το σχολείο ή το πανεπιστήμιο, σου μάθαιναν π.χ. τις αιτίες των φαινομένων, τις οποίες όμως τις συναντούσες και τις εφάρμοζες αφού έβγαινες απ’ αυτά. Σου μάθαινε το νόμο, αλλά δεν σε έβαζε στο δικαστήριο. Η γνώση που αποκτάται τώρα στον ελεύθερο χρόνο είναι γνώση άμεσα εφαρμόσιμη και αξιοποιήσιμη. Η basic επίσημη εκπαίδευση δεν είναι απλά και μόνο άχρηστη στη διαμόρφωση των νέων σχέσεων εργασίας. Έχει επιπλέον κηρυχθεί σε υλικότατο βαθμό άχρηστη σε σχέση με μία πολύ καλύτερη και ανέξοδη για τα αφεντικά μέθοδο να μαθαίνεις, που δεν πλατειάζει, παρά μένει στα απολύτως απαραίτητα. Απορροφάται δηλαδή από την αγορά εργασίας ένα υποκείμενο το οποίο δεν έχει με κανένα τρόπο εκπαιδευτεί και πιστοποιηθεί επίσημα, αλλά έχει όλες τις επαρκείς γνώσεις.  Έχει την εμπειρία της μηχανής και μπορεί να την εξελίξει. Έχει επίσης ένα κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο με τους υπόλοιπους που μοιράζονται τα ενδιαφέροντα του, έχει αγαπήσει και αναγάγει την τεχνολογία σε αναγκαιότητά του, και κάνει φίλους διαδικτυακά.

Και ως τι προσλαμβάνεται τελικά;

Ο ηλεκτρονικός εργάτης λοιπόν σπάνια δείχνει το πτυχίο του. Προσλαμβάνεται βάσει του πόσο καλά μπορεί να ξέρει το πρόγραμμα που χρειάζεται κάθε δουλειά, βάσει των project που έχει στο book του, βάσει του αν μπορεί να χειριστεί ένα ακουστικό συνδεδεμένο πάνω του για να δέχεται την μία κλήση μετά την άλλη. Αν σε αυτά τα βασικά ή πιο εξειδικευμένα ζητούμενα είναι καλός ή τουλάχιστον αντέχει την πολύωρη δουλειά μπροστά από μια οθόνη, προσλαμβάνεται και μένει να εκπαιδευτεί περαιτέρω κατά τη διάρκεια της εργασίας.

Εκπαίδευση κατά τη διάρκεια της εργασίας

Φυσικά επειδή κάθε δουλειά έχει τη νόρμα της και καινούρια δεδομένα, ο ηλεκτρονικός εργάτης θα συνεχίσει να μαθαίνει και μέσα σ’ αυτήν. Έχοντας όμως backup τους τρόπους που εξέλιξε μόνος του για να φτάσει εκεί που έφτασε, μπορεί αυτή η μετεκπαίδευση να μην κοστίσει δεκάρα τσακιστή στο αφεντικό του. Ενώ οι πιο εξειδικευμένες και πρωτοκλασάτες εργασίες έχουν πληρωμένα σεμινάρια ή εκπαίδευση, το σύνηθες είναι είτε ο εργοδότης να υποδεικνύει στον παλιότερο να δείξει στον νεώτερο είτε να βασίζεται στην αλληλοβοήθεια μεταξύ των υπαλλήλων του. Το μοτίβο του αυτοδίδακτου συνεχίζεται όπου κριθεί αναγκαίο ακόμα και στον ελεύθερο χρόνο του εργάτη. Οι γνώσεις που ανταλλάσσονται μεταξύ των εργατών βασίζονται πάνω σε αυτό και την εμπειρία στη δουλειά.

Αποσπάσματα συνεντεύξεων

1.γυναίκα, 26, data center, cloud computing (πτυχίο: Ηλεκτρολόγος μηχανικός υπολογιστών ΑΠΘ)

“Αυτούς τους ενδιέφερε ότι οι συγκεκριμένοι είχαμε δουλέψει σε τέτοια πράγματα. Δηλαδή ο άλλος που έχει πτυχίο είναι από ένα ΤΕΙ αθήνας κάπου, ο τύπος έχει στήσει σπίτι του δύο μικρά clusterάκια, αυτό τους ένοιαζε.

…Για ένα μικρό διάστημα τις πρώτες βδομάδες μας εξηγούσανε κάποια πράγματα και επίσης αυτός ο υπεύθυνος που θέλει να είναι πολύ συμπαθητικός, έρχεται και σου μαθαίνει κανένα κόλπα υπολογιστικό, κάπως έτσι. Γενικά χρειαζόταν αρκετό διάβασμα,. Στην αρχή δηλαδή πιέστηκα πολύ με όλα αυτά που άκουγα 100 ξένες λέξεις άγνωστες τελείως με αυτό που ήξερα κάθε μέρα. Είχα μια πίεση, το τί πρέπει να διαβάσω γιατί εγώ είχα πουλήσει και λίγο φούμαρα στη συνέντευξη, οπότε λέω ωχ τώρα θα αποκαλυφθούμε ότι δεν ξέρουμε και τίποτα ούτε από Linux ούτε από τέτοια. Γιατί Linux βασικά ήθελε πολύ καλά. Αλλά τελικά δε διάβασα σπίτι. Ό,τι έμαθα το έμαθα εκεί. Κάθε μέρα δηλαδή με google έψαχνα και μάθαινα. Και πραγματικά σκέφτομαι ότι αν ερχόσουν εσύ τώρα και ήθελες να το κάνεις, θα σου εξηγούσα 5 ώρες ρε παιδί μου ποιές εντολές μπορείς να χρησιμοποιήσεις και θα μπορούσες να το κάνεις. Σε ένα μήνα θα ήξερες.

…Ναι και παλιότερα, να πω και αυτήν την κακή πτυχή της ζωής μου, έπαιζα πάρα πολλές ώρες games. Τώρα το έχω κόψει τελείως. Ιδίως με τη δουλειά. Δηλαδή το ‘χω σκεφτεί ότι αυτή η πτυχή του gamer τελοσπάντων, έχει πάρα πολύ να κάνει με αυτή τη δουλειά. Ναι. Δηλαδή παίζει με κάποιο τρόπο οι gamers αν κάνουν μια τέτοια δουλειά να καλύπτονται σε επίπεδο gaming ας πούμε, ότι πετυχαίνω αυτόν το στόχο σε τάδε χρόνο, πατώντας πάλι γρήγορα με τα δάχτυλά μου πολλά κουμπιά κτλ.”

2.άντρας, 28, ταμίας σε πολυκατάστημα ηλεκτρονικών (πτυχίο: οικονομικές επιστήμες Παν. Πελοποννήσου)

“Με εκπαιδεύσανε αυτοί. Γύρω στο μήνα, ενάμιση μήνα σχεδόν και γενικά κατά καιρούς μας εκπαιδεύανε, αν γινόταν κάποια αλλαγή. Τον πρώτο καιρό κυρίως που ήτανε πιο χαλαρά, μας κάνανε σεμινάρια και μετά ότι αλλαγές γινόντουσαν μας τις μαθαίνανε εκείνη την ώρα.”

4.γυναίκα, 30, αρχιτεκτονικό γραφείο (πτυχίο: αρχιτέκτων μηχανικός ΕΜΠ)

“Το εξελίσσεις, όλα τα προγράμματα. Βγαίνει η καινούργια βερσιόν, το κατεβάζεις από το ίντερνετ, την εξετάζεις μόνος σου, διαβάζεις στο ίντερνετ τί καινούργιο έχει βγει, βλέπεις tutorials και τέτοια”.

5.άντρας, 30, animation, 3d (πτυχίο: 3d designer, ΑΚΤΟ)

“Το αφεντικό μου έλεγε, μην πας στη σχολή. Για ποιό λόγο; Έλα εδώ να κάτσεις να μάθεις τη δουλειά.” Και είχε δίκιο. Μπορούσα να το είχα κάνει και θα είχα προχωρήσει και πιο γρήγορα έτσι.

…Να ξέρεις τι καινούριο έχει βγει, πως δουλεύει το κάθε γραφείο, τι κάνουν σε άλλες χώρες (Αμερική, Αγγλία, Κίνα), τα καινούρια προγράμματα. Μονίμως πρέπει να είσαι σε αυτή την κατάσταση. Και η αλήθεια είναι ότι όσο πιο πολύ ψάχνεσαι τόσο πιο χρήσιμος είσαι σε τέτοιου τύπου εταιρίες.

…Ναι να φανταστείς εγώ δεν έχω και καθόλου καλή σχέση με τα κουμπάκια. Δεν ήμουν ποτέ υπολογιστάκιας. Δεν έπαιζα καν παιχνίδια. Δε μου αρέσει ο υπολογιστής. Αλλά μου αρέσει αυτό που κάνω. Μου αρέσει να κάνω animation. Αλλά δεν μπορώ να ψάχνομαι για κουμπιά. Την ψιλοπάτησα δηλαδή. “

6.άντρας, 31, τηλεφωνικό κέντρο (πτυχίο: ψυχολογία, Πάντειος)

“Έπρεπε να μάθεις πώς να περνάς στο πρόγραμμα τα στοιχεία, στο εξέλ, χωρίς να το χειρίζεσαι μετά, αυτό το κάνει ο ίδιος για να τα μαζεύει και να τα αθροίζει -ο προϊστάμενος- και πώς να στήνεσαι στο γραφείο για να κάνεις γρήγορα, για να μπορέσεις να πάρεις 500 τηλέφωνα το 4ωρο.”

7.άντρας, 23, esport, ηλεκτρονικός αθλητισμός με live streaming (φοιτητής ψηφιακών σπουδών)

“Αν υπάρχουν πτυχία προφανώς και είναι ευπρόσδεκτο και σιγά-σιγά ίσως να αρχίσουμε και να ζητάμε. Γιατί στην αρχή συνεργαστήκαμε με ανθρώπους τους οποίους ξέραμε. Δεν χρειαζόταν κάποιο πιστοποιητικό για να μας αποδείξει ότι ξέρει. Ήξερα εγώ ότι ξέρει. Αλλά από εκεί και πέρα το πτυχίο είναι πολύ σημαντικό γιατί αλλιώς πρέπει να δω δουλειά σου μπροστά μου για να καταλάβω ότι ξέρεις να κάνεις αυτό που μου λες. Ενώ το πτυχίο ουσιαστικά είναι κάτι το οποίο σε διευκολύνει να πείσεις τον άλλον ότι ξέρεις να κάνεις αυτό που του λες. Δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη σημασία. Κυρίως για τις εταιρείες, για τις μεγάλες εταιρείες έχουν σημασία. Για μας δηλαδή τα άτομα που είμαστε αυτή τη στιγμή μέσα, σημασία δεν έχει.”

 

Team work σε digital περιβάλλοντα

(σχέσεις με συναδέλφους/αφεντικό, λούφα και διεκδικήσεις)

Η οργάνωση της εργασίας των ηλεκτρονικών εργατών «επιβάλλει» τη συνεργασία τους. Η ομαδική εργασία είναι κοινώς αποδεκτή και απαραίτητη ανάμεσα στους ηλεκτρονικούς εργάτες. Πως γίνεται αυτό όταν ο καθένας είναι μπροστά από την οθόνη από την αρχή μέχρι το τέλος του 8ώρου;

Space

Στους εργασιακούς χώρους η χωροταξία οργανώνει ή αποκλείει την ομαδικότητα με όρους επαφής και συνομιλίας. Από τα ξεχωριστά κουβούκλια μέχρι τα ομαδικά, οι ηλεκτρονικοί εργάτες δεν έχουν κανένα περιθώριο βλέμματος ή αγγίγματος, κλειδωμένοι στη γνωστή θέση.

Ο χώρος εργασίας συνήθως αποτελείται από μία μεγάλη αίθουσα. Ακόμη και αν υπάρχουν παράθυρα, συχνά μένουν κλειστά. Το φυσικό φως εκλείπει ή αντικαθίσταται από λάμπες φθορίου. Τα κλιματιστικά και οι εξαερισμοί δουλεύουν στο φουλ. Τα γραφεία τους είναι είτε ατομικά, είτε οργανωμένα σε κάποια γεωμετρική διάταξη, είτε τα γνωστά κουβούκλια. Τα κουβούκλια (στα call center γνωστά και ως μαργαρίτες), γραφεία που διαμορφώνονται από χαμηλά χωρίσματα, εξυπηρετούν στο να καθορίζουν τον «ατομικό» χώρο, να εμποδίζουν την άμεση επαφή με τους κοντινούς συναδέλφους, να εκμηδενίζουν τα γύρω ερεθίσματα και οτιδήποτε μπορεί να αποσπάσει την προσοχή. Τα χαμηλά αυτά χωρίσματα διατηρούν μια επίφαση ελευθερίας, για να μην είναι και καταφανής η ομοιότητα με κελί και μάλιστα ελάχιστων τετραγωνικών. Επίσης, αρκεί να σηκωθεί λίγο το κεφάλι για να ανταλλαχθούν απαραίτητες για τη δουλειά κουβέντες. Ουσιαστικά όμως, ο ευρύτερος χώρος, ο όροφος ας πούμε, δεν έχει καμία σημασία. Ο «πραγματικός» χώρος εργασίας του ηλεκτρονικού εργάτη είναι το Desktop του.

Οι περισσότεροι επικοινωνούν την ώρα του διαλείμματος, στην προσέλευση ή στο σχόλασμα. Η ένταση της εργασίας δεν επιτρέπει να ανταλλάξεις και πολλές κουβέντες ενώ δεν χρειάζεται, νομίζουμε, να περιγράψουμε πόση επαφή επιτρέπεται στο παράδειγμα που είσαι και καλωδιωμένος. Από την άλλη, οι υπολογιστές είναι διαρκώς ανοιχτοί και συνδεδεμένοι μεταξύ τους, η εργασία έχει κατατμηθεί και μοιραστεί. Την επικοινωνία των εργατών μεταξύ τους τη μεσολαβεί η μηχανή, ακριβώς όπως και έξω από τη δουλειά.

Τεχνική επίτευξη του team spirit

Και καθώς αυτή η ιδιαίτερα φωτεινή περιγραφή των χώρων εργασίας δείχνει πως η επικοινωνία μεταξύ εργατών είναι ανέφικτή, η αναγκαία ομαδικότητα πρέπει να επιτευχθεί με τεχνικούς τρόπους:

  1. Όσοι έχουν τις απαραίτητες γνώσεις πρέπει να τις μοιράζονται. Αυτό είναι ένα από τα πιο βασικά στοιχεία αυτής της ομαδικότητας. Οι εργασίες του καθενός αλληλοσυμπληρώνονται, και ότι γνωσιακό κενό έχει ο ένας ζητείται να καλυφθεί από τη γνώση-εμπειρία του άλλου. Οι ομάδες εργασίας είναι αυτές που στη σύνθεση τους βγάζουν τη δουλειά.
  2. Οι γνωστές εργασιακές κουλτούρες ‘όλα είναι ροζ’, ‘πολιτισμένος χώρος εργασίας χωρίς φωνές και εντάσεις’, η κουλτούρα του ‘είμαστε συνεργάτες’, προηγούνται φυσικά των νέων επαγγελμάτων αλλά συνεχίζουν να δουλεύουν ανενόχλητες.
  3. Σε πολλές δουλειές λειτουργούν τα ομαδικά μπόνους και η επιβράβευση, κάνοντας ακόμη και τις πιο υποτιμημένες από αυτές να φαντάζουν εξελίξιμες, ή σε παιχνιδιάρικο κλίμα. Τα κόλπα αυτά μαζί με τα group therapy, τα σεμινάρια, τα γλέντια, τα ομαδικά παιχνίδια, βασανίζουν εδώ και πολύ καιρό όσους αρνούνται να πειστούν πως η δουλειά είναι χαρά.
  4. Το τεχνολογικό hype (gadgetάκηδες), όσο αντέχει ακόμα, βοηθά να αισθάνονται κάποιοι πως βρίσκονται σε χώρους με ανθρώπους που μοιράζονται κοινά ενδιαφέροντα.

Πρόκειται για μία ομαδικότητα η οποία διατηρείται σε μικρή κλίμακα, για να μπορεί να ελέγχεται πιο εύκολα και να επιτηρείται από τα πάνω. Είναι διαχειρίσιμη στο μέγεθος και την ποιότητά της. Τέλος, είναι εύκολα μεταβλητή, οι ομάδες εργασίας αλλάζουν και ανανεώνονται αν δεν είναι παραγωγικές. Στα μάτια του αφεντικού η επιτυχία της ομαδικότητας επιβεβαιώνεται πρώτα και πάντα κάθε φορά που οι εργάτες (αντί να σαμποτάρουνε) συνεργάζονται για να βγει η δουλειά.

Ανταγωνισμός μεταξύ των εργατών

Επειδή το team spirit που περιγράψαμε παραπάνω είναι διεκπεραιωτικό και επιφανειακό, ο ανταγωνισμός μεταξύ των εργατών – επιχειρηματιών-των-εαυτών-τους, συντηρείται αλώβητος στους εργασιακούς χώρους.

Χωρίς να διαρρηγνύεται η πολιτισμένη ατμόσφαιρα, και ξεπερνώντας τις απαραίτητες υποχωρήσεις για τη μοιρασιά της γνώσης και της εμπειρίας, καθένας μπορεί ατομικά να περιφρουρεί την προσωπική του θέση και τα κεκτημένα του. Ο μισθός είναι το απόλυτο προσωπικό δεδομένο. Καθένας μπορεί να συζητά τα γκομενικά του με περισσότερη ευκολία από ότι το βιοπορισμό του, ακόμη κι αν γκρινιάζει ακατάσχετα. Και αφού διαπραγματεύεται προσωπικά τη θέση του, αυτό είναι απόλυτα δικαιολογημένο.

Πάνω στον ανταγωνισμό τελικά βασίζεται το ‘κανείς δεν φεύγει στην ώρα του’. Διότι αν κάνει κάποιος την επιλογή να φύγει, αυτόματα είναι χειρότερος εργάτης από τους άλλους, όχι τόσο στα μάτια του αφεντικού, όσο στα μάτια των συναδέλφων. Όποιος κρεμάει το κομμάτι του σε ένα πρότζεκτ, για να πάει και κάποια στιγμή σπίτι του, δεν κρεμάει το αφεντικό, κρεμάει τους συναδέλφους του που θα βγουν εκτός διορίας’. Με αυτόν τον τρόπο, η επίκληση σε καλύτερες συνθήκες εργασίας, σπάνια κοιτάει τον από πάνω, και συχνότερα το διπλανό.

Μπροστά στον ανταγωνισμό και τα από καιρό ξεχασμένα εργατικά συμφέροντα, όπως και στις περισσότερες δουλειές, έτσι και ο ηλεκτρονικός εργάτης δεν καταφέρνει να δράσει συλλογικά και να παράξει αρνήσεις, σαμποτάζ ή και διεκδικήσεις. Εμείς αφήνουμε εδώ ένα μικρό υπονοούμενο πως αυτό έχει μία από τις βάσεις του και στις διαμεσολαβημένες από τη νέα τεχνολογία σχέσεις, αλλά δεν επεκτεινόμαστε παραπάνω.

Loufa

Μέσα στην ένταση και την πίεση του να βγει η δουλειά, ο ηλεκτρονικός εργάτης σπάνια θα επιλέξει να λουφάρει. Αλλά ακόμη και αν κάτι τέτοιο ήταν διαδεδομένο, θα ήταν δύσκολα εφικτό.

Ο ηλεκτρονικός εργάτης δουλεύει στον υπολογιστή και λουφάρει στον υπολογιστή. Χαζολογά στο ίντερνετ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πάντα ευάλωτος στην επιτήρηση της μηχανής του από προγράμματα που έχει εγκαταστήσει το αφεντικό. Πάντα ευάλωτος στην επιτήρηση από τους συναδέλφους.

Όταν το κεφάλι του δεν αντέχει άλλο, προσπαθεί να ξεκλέψει λίγο χρόνο και λίγη σωματική κίνηση, περιφερόμενος στους χώρους του γραφείου του, όπου αυτοί υπάρχουν, πάει τουαλέτα, κάνει καφέ. Αν καπνίζει είναι τυχερός, γιατί θα βγει έξω για τσιγάρο.

Ακόμη και η πιο διαδεδομένη λούφα, κλέβω χρόνο αργώντας στη δουλειά ή φεύγοντας νωρίτερα, για όλους τους παραπάνω λόγους είναι συνήθως δακτυλοδεικτούμενη. Επίσης, η σταθερή και μόνιμη θέση του είναι τόσο περιοριστική, χέρι στο ποντίκι, μάτια στην οθόνη, πλάτη σε ορθή γωνία στην καρέκλα, που οποιαδήποτε κίνηση πέρα από το «ξεπιάνομαι», είναι τρομερά εμφανής σαν παρέκκλιση στην κανονικότητα της δουλειάς. Και καθώς ποτέ, σε καμία δουλειά, η λούφα δεν μπορούσε να είναι εμφανής, ο ηλεκτρονικός εργάτης κινούμενος στον χώρο που περιγράφεται είναι ολοκληρωτικά παγιδευμένος στο pc του.

Από τη μηχανή εξαρτάται άμεσα ο ρυθμός και η διεκπεραίωση της εργασίας, η αρχειοθέτηση, η επικοινωνία μέσα στο γραφείο αλλά και προς τα έξω, η μηχανή βρίσκεται στο επίκεντρο των διαδικασιών. Και ενώ κανείς θα περίμενε πως η μηχανή θα κολλάει, και η δουλειά θα σταματά αναγκαστικά δίνοντας τη θέση της σε μικρές ανάσες ελευθερίας, στην πραγματικότητα, τέτοιες καταστάσεις αφορούν συνήθως μόνο τα μικρά γραφεία. Γιατί όπως και στην κάθε δουλειά, υπάρχει μέριμνα ώστε η ροή να μη σταματά, ώστε να μη χάνεται στάλα κέρδους. Αν ένας server πέσει, υπάρχει άλλος, αν ένα pc κολλήσει υπάρχει ένα άλλο backup. Το μόνο που λυτρώνει για λίγο τον ηλεκτρονικό εργάτη είναι να κοπεί το ρεύμα και να μην λειτουργεί τίποτα. Αλλά μέχρι και αυτό, σε μεγάλες εταιρείες αντιμετωπίζεται άμεσα.

Αποσπάσματα συνεντεύξεων

1.γυναίκα, 26, data center, cloud computing (πτυχίο: Ηλεκτρολόγος μηχανικός υπολογιστών ΑΠΘ)

“Ένα θέμα που έχει δημιουργηθεί είναι αυτό με το ωράριο που έλεγα προηγουμένως, ότι αυτοί για κάποιο λόγο την έχουνε δει πελάτες εκεί, άμα δεν τους διώξει κάποιος δε φεύγουνε, κάθονται. Και επίσης έχω ακούσει ότι γίνεται αυτό πάρα πολύ σε τέτοιου είδους δουλειές και σε άλλες ας πούμε που είναι κανονικά σε ένα κτίριο εταιρίας, ο άλλος δε φεύγει στο οχτάωρό του, θέλει να κάτσει ας πούμε. Αυτός σου δημιουργεί πρόβλημα εσένα γιατί όσο κι αν σου δίνουν το ελεύθερο “φύγε”, δημιουργείται η εντύπωση, και υπάρχει αυτό το σχόλιο γενικά, ότι κοίταξε να δεις αυτή είναι η μόνη που φεύγει στο οχτάωρο. Το λένε γελώντας ας πούμε, ότι “χαχα αυτή τη φορά έμεινε λίγο περισσότερο από τον τάδε”, “πρώτη φορά έγινε αυτό”, το σχολιάζουνε. Και υπάρχει ένα πράγμα ότι, λες τώρα αυτοί που κάθονται εδώ τους χώνω εγώ σε πιο πολλή δουλειά; Γιατί κι αυτοί κάνουν λίγο helpdesk, άμα φύγω εγώ τους έχω φορτώσει; Τελοσπάντων τους έχω βάλει το θέμα ότι γενικά θα ‘πρεπε να προσπαθούμε να φεύγουμε στο οχτάωρο παιδιά. Αλλά μου ‘χουν πει ότι “α δε με πειράζει”.

Αν χαλάσει ο υπολογιστής σου πρέπει να το λύσεις μόνος σου, να βρεις άκρη. Εμένα μου έχει τύχει να χαλάσει την ώρα που δουλεύω, έχω αλλάξει από windows σε linux και τέτοια πράγματα.”

3.άντρας, 30, προγραμματιστής (πτυχίο: προγραμματιστής ΑΣΟΕΕ)

“Χοντρή φάση ήταν όταν μας είχαν στείλει στην Καλιφόρνια, που υποτίθεται ότι μαζεύεται όλο το προσωπικό της εταιρίας και οι συνεργάτες, για να μάθουν για τα καινούρια προϊόντα, διάφορα τέτοια άχρηστα πραγματάκια. Αλλά αυτοί είχαν την έμπνευση, αυτοί το ‘καναν κάθε χρόνο σα συνέδριο, για μένα ήταν πολιτιστικό σοκ. Είναι ένα συνέδριο που κάνει η εταιρεία σε αυτή τη λογική και το κάνουν κάθε χρόνο και έχουν την έμπνευση να δίνουν κάθε φορά και ένα θέμα. Αυτή τη χρονιά είχαν δώσει θέμα ροκ, συγκεκριμένα ‘you are a rock star’, ε στη λογική που σου στέλνανε κάθε τρεις και λίγο, για ένα μηνά πριν, μέηλ που σου λέγανε ‘Θες να γίνεις ροκ σταρ; Οι ροκ σταρ δεν ακολουθούν τους κανόνες, σπάνε τους κανόνες’ και είχαμε πάει τελοσπάντων στο κεντρικό μίτινγκ που έγινε.

Στο ωραίο το ξενοδοχείο υπήρχε μια τεράστια σάλα που είχαν μαζευτεί χίλια άτομα και ήταν η μέρα που θα μιλούσαν τα μεγάλα κεφάλια. Και να έχουν στήσει σκηνή με τεράστια ηχεία και προβολείς, και να ξεκινάει η ομιλία, στο ρυθμό τα τύμπανα του ‘we will rock you’ και να ανεβαίνουν πάνω οι c.o. και ο vice president με γυαλιά ήλιου και ο υπεύθυνος για το τμήμα πωλήσεων, και να κάνει μια ομιλία και να τελειώνει φωνάζοντας ‘είμαστε οι καλύτεροι;’ Και όλοι μαζί από κάτω από κάτω ‘ΝΑΙΑΙΑ’.

…Καμιά φορά έπεφτε ο server, αλλά τώρα εκεί είχαν 5, έπεφτε ο ένας, σε συνδέουν με άλλον. Αλλά γενικά δεν είχε βλάβες για να μη δουλέψεις ή να λουφάρεις.”

4.γυναίκα, 30, αρχιτεκτονικό γραφείο (πτυχίο: αρχιτέκτων μηχανικός ΕΜΠ)

“Όχι, είναι καλό τυπάκι ρε παιδί μου, αλλά έχει έτσι χαμηλή αυτοεκτίμηση ρε παιδί μου. Άλλα τί γίνεται, όλοι φοβούνται το μεγάλο αφεντικό, κι αυτός μαζί. Που σημαίνει ότι δεν αναλαμβάνει κανείς την ευθύνη, γιατί όποιος την αναλάβει την πούτσισε. Αυτός στην ουσία σχεδιάζει, είναι ο μάστερ σχεδιαστής. Όλα περνάνε από το χέρι του. Αυτός θα μας πει τί να θα κάνουμε κτλ.

…Ε, δεν τον έχω δει αλλά… Τελοσπάντων είχα τόσα νεύρα ήθελα να τον πυροβολήσω. Μετά μου ζήτησε συγνώμη και ότι δεν μπορούν να γίνονται τέτοια λάθη . Και άλλο σκηνικό με το μικρό αφεντικό. Καλοκαίρι τώρα, δουλεύαμε πολύ σκληρά όλη τη μέρα, έχει πάει 6-7, έχουμε τελειώσει ότι είχαμε να κάνουμε, αλλά ο άλλος έχει κολλήσει σε μια λεπτομέρεια άνευ λόγου και αιτίας, με μια γραμμή σε ένα σχέδιο που είχε τυπωθεί ένα τόνο πιο σκούρα. Και είμαστε τώρα δυο ώρες δουλειάς παραπάνω, απλήρωτοι, για να βρούμε για ποιο λόγο η γαμημένη η γραμμή είναι πιο σκούρο γκρι. Μετανιωμένος την επόμενη μέρα ήρθε και μας έδωσε μια μέρα άδεια.

…Άμα παίξει βλάβη με τον Η/Υ γίνεται χαμός! Καταρρέει το σύστημα. Δεν υπάρχει γραφείο. Το ίντερνετ να πέσει δεν υπάρχει γραφείο, όχι οι υπολογιστές. Μια φορά κάτι είχε πάθει ο σέρβερ και καθόμασταν για 2 ώρες.”

5.άντρας, 30, animation, 3d (πτυχίο: 3d designer, ΑΚΤΟ)

“Οι πιο δύσκολες καταστάσεις, αυτές που με είχαν φέρει σε πιο δύσκολη θέση ήταν τις φορές που με είχαν κρεμάσει συνάδελφοι και έπρεπε να δουλέψω παραπάνω και βρισκόμουν υπόλογος στο αφεντικό και σχεδόν πάντα έκανα το μαλάκα και δεν είχα δώσει κανέναν αλλά έπρεπε όμως να δώσω λογαριασμό. Ώσπου στο τέλος το φιλοσοφείς και λες “να πάει να γαμηθεί, αφού με κρεμάει. Εγώ γιατί να μένω εδώ μέχρι τις 10 το βράδυ και ο άλλος να φεύγει κύριος στις 6 κι εγώ να μη λέω τίποτα. Δηλαδή αυτός βγάζει λεφτά στην πλάτη τη δικιά μου”. Αυτό ήταν το πιο δύσκολο πράγμα να διαχειριστείς και να κρατήσεις ταυτόχρονα ένα καλό κλίμα μέσα στο γραφείο.

…Ξεκινάγαμε ξέρω ‘γω και λέγαμε ότι πρέπει να κάνουμε 5 μοντέλα. Πιάνεις ένα μοντέλο εσύ Τάσο, ένα εσύ Σπύρο και ένα ο άλλος. Εσείς παράλληλα οι άλλοι θα φτιάχνετε το περιβάλλον, τον περιβάλλοντα χώρο που θα έχει πχ 50 κτίρια. Μετά ο άλλος θα φτιάχνει τους χαρακτήρες. Με το που τελειώσει αυτός, οι άλλοι ξεχωρίζουμε τις σκηνές. Είναι 50 σκηνές, θα πάρεις εσύ 5 σκηνές να κάνεις animation, ο άλλος άλλες 5 κι ο άλλος άλλες 5. Με το που τελειώσει το animation ξεκινάνε οι άλλοι το rendering.

…Αν πέσει το ρεύμα τελειώνουν όλα. Είχαμε ups αλλά αυτό είναι ίσα ίσα για να σώσεις τη δουλειά και να κλείσεις το σύστημα κανονικά. Δεν είχαμε τέτοια θέματα πάντως. Πολύ σπάνια.”

 

Σώμα

System failure acceleration

_Τα σημάδια της εργασίας στον ηλεκτρονικό εργάτη

Έχοντας περιγράψει παραπάνω τις συνθήκες και το χώρο εργασίας, θεωρήσαμε απαραίτητο να καταλάβουμε τι επιπτώσεις μπορεί να προκαλεί η συστηματική απασχόληση σε τέτοιου τύπου δουλειές. Καθοριστικό ρόλο σε αυτές παίζει ο ατομικός χώρος εργασίας του εργάτη. Το μοτίβο είναι κατά κανόνα το εξής: γραφείο + καρέκλα + οθόνη + πληκτρολόγιο + ποντίκι + κατά περίπτωση ακουστικό τηλεφώνου = συνολικό εμβαδό 3m2. Επειδή ο εργάτης δε χρησιμοποιεί παρά μόνο τα βασικά «εργαλεία» που αναφέρθηκαν, θα λέγαμε ότι ο γενικός χώρος  – ο χώρος δηλαδή που βρίσκονται όλοι οι εργάτες – δεν έχει πλέον σημασία. Ο χώρος εργασίας περιορίζεται έτσι στο σετ καρέκλα-οθόνη-πληκτρολόγιο-ποντίκι, το οποίο θα μπορούσε να αποκοπεί από την αίθουσα χωρίς να υπάρχει κάποια αλλαγή στον τρόπο εργασίας. Το σώμα προσαρμόζεται σε αυτόν τον περιορισμό, μαθαίνει να κινείται  (ή να μην κινείται), να υπάρχει ξεκομμένο από τα υπόλοιπα σώματα. Το μυαλό απομονώνει τις λειτουργίες του, το βλέμμα δεν μπορεί να στραφεί πουθενά πέρα από την οθόνη, μαγνητίζεται. Η οθόνη, αυτό το βασικότερο εργαλείο, λειτουργεί επίσης ως μέσο πειθάρχησης αφού η εργασία στον υπολογιστή απαιτεί την πλήρη προσοχή του εργάτη, υπάρχει μια διαρκής διάδραση η οποία δεν επιτρέπει να εκτελούνται ταυτόχρονα άλλα πράγματα πέραν της εργασίας, το μυαλό αρχίζει να σκέφτεται με ρουτίνες και επαναλήψεις, με τον τρόπο δηλαδή της μηχανής, η εναλλαγή των ψηφιακών παραθύρων γίνεται από κάποιο σημείο και μετά μηχανική. Το μυαλό ανεβάζει ταχύτητες και το βλέμμα εντείνεται. Ακόμα και μετά το πέρασμα κάποιων ωρών μπροστά στην οθόνη, τα μάτια μένουν καθηλωμένα.

Το μυαλό είναι αυτό που καταπονείται πιο έντονα σε αυτές τις δουλειές. Είναι συνέχεια απασχολημένο καθώς ο ηλεκτρονικός εργάτης κάνει κατά βάση διανοητικές εργασίες, κάτι που φαινομενικά δεν θα αποτελούσε πρόβλημα. Ο τρόπος όμως με τον οποίο αυτό γίνεται, με τις επαναλαμβανόμενες λειτουργίες που αναφέραμε παραπάνω και την αποκλειστική απασχόληση του βλέμματος από την οθόνη, προκαλεί μούδιασμα του εγκεφάλου, ολοκληρωτική παράδοση και καθήλωση του μυαλού στην εργασία που επιτελείται. Η πολύωρη απασχόληση σε τέτοιες εργασίες, στις οποίες όπως έχουμε αναφέρει οι υπερωρίες αποτελούν καθεστώς, αφήνει ξεκάθαρα τα σημάδια της και μετά το πέρας του ωραρίου. Το κεφάλι, αν και μπουχτισμένο δεν μπορεί να βρει τρόπο να ξεκουραστεί. Παρόλο που ο εργάτης έχει έντονη την ανάγκη για ύπνο μετά τη δουλειά έτσι ώστε να απεμπλακεί από τις εντατικές εγκεφαλικές διεργασίες, δεν μπορεί να κοιμηθεί, καθώς μετά από 8, 9 ή 10 ώρες κατά τη διάρκεια των οποίων κατακλύζεται από επαναλαμβανόμενες σκέψεις, του είναι αρκετά δύσκολο να «αδειάσει» το κεφάλι του[5]. Η δουλειά ακολουθεί τον εργάτη στο σπίτι, στις ώρες που κανονικά θα έπρεπε να ξεκουράζεται ή να χαλαρώνει. Πέρα όμως από τις διαταραχές στον ύπνο, υπάρχει και μία αδυναμία ή και μία ακούσια άρνηση στο χειρισμό δύσκολων καταστάσεων εκτός εργασίας ή στην απασχόληση με απαιτητικές λειτουργίες όπως το διάβασμα ενός βιβλίου ή η συμμετοχή σε μια διεξοδική συζήτηση.

Όσον αφορά στο σώμα, όπως είπαμε είναι διαρκώς καθηλωμένο στην καρέκλα, σε συγκεκριμένη στάση, τα χέρια ακουμπισμένα στο γραφείο ώστε να χειρίζονται ποντίκι και πληκτρολόγιο και το κεφάλι στραμμένο προς την οθόνη. Θεωρητικά και σύμφωνα με την προκατάληψη που θέλει τη δουλειά γραφείου να είναι μια ξεκούραστη δουλειά, ο ηλεκτρονικός εργάτης υποτίθεται πως αποφεύγει τουλάχιστον τη σωματική κόπωση. Η πραγματικότητα βέβαια είναι άλλη και έχει αλλάξει με την προσθήκη του ηλεκτρονικού υπολογιστή ως βασικό εργαλείο. Το σώμα είναι παρόν, παρόλο που χρησιμοποιείται μόνο με μικρές ελεγχόμενες κινήσεις. Για να επιτευχθεί η ακινησία τα μέλη σφίγγονται, μαζεύουν την υπερένταση της μη εκτόνωσης. Ο αυχένας πρέπει να συγκρατεί το κεφάλι στην ίδια θέση, τα χέρια είναι προτεταμένα στο γραφείο σε μόνιμη βάση, τα δάχτυλα ανασηκωμένα πραγματοποιούν διαδοχικές μικρές κινήσεις, οι τένοντες είναι διαρκώς σε χρήση, η μέση ακίνητη να στηρίζει τον κορμό σε κάμψη, επί πολλές ώρες. Πέρα από την ακινησία, το σώμα επηρεάζεται και από την εντατική λειτουργία του μυαλού. Μετά τη δουλειά έχει ανάγκη να εκτονωθεί, να κινηθεί, να γυμναστεί, να ξεμουδιάσει. Η εγκεφαλική κούραση όμως πολλές φορές δεν επιτρέπει στον εργάτη να κάνει ότι χρειάζεται ώστε να υπάρξει σωματική εκτόνωση. Ο παραδοσιακός λοιπόν διαχωρισμός μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας φαίνεται νε ξεπερνιέται με ένα παράδοξο τρόπο, με τη νέα αυτή εργατική φιγούρα. Στην περίπτωση της χειρωνακτικής, μπορούσες να «διαβάσεις» το επάγγελμα στο σώμα του εργάτη μέσω της κόπωσης λόγω συγκεκριμένων συχνών κινήσεων. Αντίθετα, στα επαγγέλματα που εξετάζουμε η κόπωση οφείλεται στην απουσία κίνησης. Η νέου τύπου διανοητική εργασία αφήνει το σώμα αδύναμο, με όλα τα χρόνια συμπτώματα της πολύωρης στάσης και ακινησίας.  Άρα, είναι σαφές ότι ο ηλεκτρονικός εργάτης καταπονείται και σωματικά, παρόλο που εκτελεί διανοητική εργασία.

“Ηλεκτρονικές ασθένειες”

Έχει διαπιστωθεί ότι η πολύωρη καθημερινή χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, είτε για λόγους δουλειάς είτε για διασκέδαση, συνδέεται με αρκετές ασθένειες και παθήσεις. Θα αναφέρουμε τις πιο συχνές από αυτές, κάποιες από τις οποίες οφείλουν το όνομα τους στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές.

  • Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα είναι μία πάθηση που εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε χειριστές η/υ και χαρακτηρίζεται από αίσθημα μουδιάσματος, καψίματος και τσιμπήματος που εντοπίζεται κυρίως στον αντίχειρα, το δείκτη και το μέσο δάχτυλο. Τα συμπτώματα μπορεί να γίνουν πολύ έντονα και να προκαλέσουν δυσκολία στη γραφή, αδυναμία στο κράτημα αντικειμένων, πόνο και αδυναμία των μυών του αντίχειρα.
  • Το οφθαλμικό σύνδρομο υπολογιστών (computer vision syndrome -CVS) αναφέρεται στην υπερβολική κόπωση των ματιών από τη χρήση η/υ. Κάποια από τα συμπτώματα είναι ο πονοκέφαλος, η θολή όραση, ο πόνος στον αυχένα, η διπλή όραση, η ξηροφθαλμία, το τσούξιμο και το κοκκίνισμα των ματιών.
  • Λιγότερα συχνή πάθηση είναι η θρόμβωση με πνευμονική εμβολή. Έχει μετονομαστεί σε ηλεκτρονική θρόμβωση (e-thrombosis) για τους χρήστες η/υ που προσβάλλονται από τη συγκεκριμένη πάθηση, η οποία προκαλεί ταχύπνοια, ταχυκαρδία και προβλήματα οξυγόνωσης του αίματος και μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στο θάνατο.
  • Η απουσία κίνησης καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασίας και η μη λήψη σωστής διατροφής, το φαγητό μπροστά από την οθόνη το οποίο συνήθως περιορίζεται σε σάντουιτς ή έτοιμα πιάτα, εντείνουν το πρόβλημα της παχυσαρκίας. Η πολύωρη χρήση η/υ είναι μία από τις κύριες αιτίες παχυσαρκίας τις τελευταίες δεκαετίες.
  • Αναφέραμε παραπάνω τις διαταραχές στον ύπνο λόγω της αδυναμίας του νευρικού συστήματος να χαλαρώσει, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε υπερβολική κόπωση.
  • Φυσικά, από τις παθήσεις που σχετίζονται με τον η/υ δε λείπουν οι διάφοροι πόνοι στα οστά, όπως οσφυαλγία (πόνος στη μέση), αυχενικό σύνδρομο, πόνοι στους ώμους, στον αγκώνα και στην σπονδυλική στήλη.

Ελεύθερος χρόνος, κοινωνικές σχέσεις, δημιουργικότητα

Ο ελεύθερος χρόνος του ηλεκτρονικού εργάτη συνήθως αφιερώνεται στην ξεκούραση. Με βάση όλα αυτά που αναφέραμε παραπάνω αυτός ο χρόνος προορίζεται μάλλον για κενός χρόνος. Κενός όσον αφορά στη δημιουργικότητα. Μετά την έντονη διανοητική εργασία, το μυαλό αποφεύγει την πολυπλοκότητα στον ελεύθερο χρόνο και το σώμα έχει ανάγκη να έρθει σε οριζόντια θέση. Στις περισσότερες περιπτώσεις ο χρόνος μετά τη δουλειά γεμίζει με τηλεόραση, ταινίες, ταβανοσκόπηση, διαδικασίες κατά τις οποίες δεν χρειάζεται να σκέφτεσαι. Στην καλή περίπτωση ο εργάτης φροντίζει να εκτονώσει και να γυμνάσει το σώμα του. Οι τρόποι είναι οι συνήθεις: γυμναστήριο, μαθήματα χορού, τρέξιμο και άλλες σωματικές δραστηριότητες.

Συνεχίζοντας τη ρουτίνα της δουλειάς και περιορίζοντας τη δημιουργικότητα και την άμεση επαφή, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι ο classic τρόπος επικοινωνίας και διασκέδασης (facebook, twitter, chat). Οι νέου τύπου κοινωνικές σχέσεις ορίζονται και μεσολαβούνται από τη μηχανή. Τα σύντομα μηνύματα, η φτωχή γλώσσα, το χτίσιμο ενός “στη πένα” ιντερνετικού εαυτού, κάνουν δύσκολη την ουσιαστική επικοινωνία εντός και εκτός δουλειάς. Οι έξοδοι περιορίζονται συνήθως στα σαββατοκύριακα. Ακόμα και σε αυτές τις εξόδους βέβαια, παρατηρείται μια δυσκολία στις κοινωνικές συναναστροφές. Το σώμα, άπειρο και αμήχανο, έχοντας μάθει να μεσολαβείται τις περισσότερες ώρες της ημέρας από τη μηχανή, αποκτά μια δυσκολία ως προς τη σωματική επαφή. Τα μάτια έχουν ξεσυνηθίσει να κοιτάνε μάτια, με αποτέλεσμα ένα βλέμμα πέρα από την οθόνη, να αποκτά τεράστιο βάρος και να γίνεται συχνά μη διαχειρίσιμο. Αντίστοιχα, το μυαλό, αν και θα περίμενε κανείς πως περνώντας τόσες ώρες παρέα με τη μηχανή θα επιζητούσε την άμεση πνευματική σύνδεση με άλλους ανθρώπους, σιγά-σιγά αδρανοποιείται, χάνει τον τρόπο να φλερτάρει, να επικοινωνήσει, να μιλήσει. Την αδυναμία κοινωνικών συναναστροφών ενισχύουν οι σχέσεις μεταξύ των εργατών στους χώρους εργασίας, οι οποίες περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα χωρίς να εμβαθύνουν, με αποτέλεσμα άνθρωποι που περνάνε πολλές ώρες στον ίδιο χώρο να μην γνωρίζουν βασικές λεπτομέρειες για τη ζωή ο ένας του άλλου.

Αποσπάσματα συνεντεύξεων

1.γυναίκα, 26, data center, cloud computing (πτυχίο: Ηλεκτρολόγος μηχανικός υπολογιστών ΑΠΘ)

“Είναι όλα βασικά. Κάθεσαι μπροστά σε μια οθόνη, πονάνε και τα μάτια σου και το κεφάλι σου, και το σώμα σου. Δηλαδή εγώ έχω πιεστεί πάρα πολύ σωματικά, και από άποψη διατροφής, πάρα πολύ, δηλαδή έχω καταπονηθεί τρομερά.

Ξαφνικά πρώτη φορά στη ζωή μου απέκτησα παλινδρόμηση, δεν το ‘χα ξαναπάθει αυτό. Επίσης έχει τύχει να γυρίσω σπίτι και να μην μπορώ να αντέξω την πίεση στο κεφάλι μου, από τα πολλά δεδομένα που περνούσαν μπροστά στα μάτια μου και έπρεπε να επεξεργαστώ νούμερα πολύ γρήγορα. Έχει τύχει πολλές φορές να γυρνάω και να έχω, για μία ώρα τουλάχιστον, τεράστια δυσκολία επικοινωνίας.

…Ναι, το έχω ρωτήσει, γιατί αυτοί κάποιες στιγμές είναι σα ζόμπι, έχουν κόκκινα μάτια, γκρινιάζουν ότι νυστάζουνε, και λέω στον άλλο δίπλα μου, αφού νυστάζεις, πάνε σπίτι βρε αδερφέ. Και μου λέει, έ εντάξει μωρέ, γιατί σπίτι τί καλύτερο θα κάνω, πάλι αυτό θα κάνω. Είναι δηλαδή η ζωή τους. Οι άνθρωποι αυτοί ας πούμε έρχονται εκεί, γυρνάνε σπίτι, βλέπουνε καμιά σειρά, κοιμούνται και την άλλη μέρα κάνουν το ίδιο. Μάλιστα ο ένας είχε ρωτήσει, είχε ζητήσει από τον υπεύθυνο δουλειά για το σαββατοκύριακο. Τού λεγε “Σάββατο δε θα ‘ρθουμε;” Του ‘λεγε ο υπεύθυνος “όχι ρε, δεν ερχόμαστε Σάββατο” και έλεγε “κι εγώ τι να κάνω δηλαδή;”. Και του λέει ο προϊστάμενος “πιες καμιά μπύρα”. Και λέει “ντάξει μωρέ θα πιω και καμιά μπύρα, αλλά να ‘χω και καμιά δουλειά να κάνω, την υπόλοιπη μέρα;”

Πολλούς καφέδες, πάρα πολλούς καφέδες, και έχει και ιδεολογία το θέμα, ότι ο καφές είναι το καύσιμο του προγραμματιστή κτλ. Και κατά τα άλλα δεν κάνουν κάποια ειδική διατροφή, τρώνε μόνο goodys. Μόνο goodys. Κι αυτοί γενικά, έτσι κι αλλιώς είναι τύποι που ποτέ δε μαγείρευαν. Οι γονείς τους, τους φροντίζουνε, η γυναίκα του τον άλλο, η μαμά τους, γενικά οι γυναίκες τους φροντίζουν.

2.άντρας, 28, ταμίας σε πολυκατάστημα ηλεκτρονικών (πτυχίο: οικονομικές επιστήμες Παν. Πελοποννήσου)

“…Σίγουρα να κουνιέσαι ρε παιδί μου, κάτι να κάνεις γιατί ήσουν σκεβρωμένος. Αλλά εγώ όταν δούλευα πρωί, δεν είχα όρεξη μετά. Το μόνο που σκεφτόμουνα ήταν να φύγω, να φάω κάτι στα γρήγορα και να πάω στην άλλη δουλειά. Αλλά γενικά, σου γάμαγε την ψυχή αυτό το πράγμα, ήταν πολύ… Ενώ εκ’ πρώτης όψεως δεν του φαίνεται, το βλέπεις και λες εντάξει σιγά τη μαλακία. Είχε πολύ άγχος ρε παιδί μου, έφευγες και ήσουν συνέχεια στην τσίτα, δεν μπορούσες να ηρεμήσεις.

…Υπολογιστή άνοιγα πολύ λίγο, μπορεί ίσα ίσα κάνα μισάωρο τη μέρα, έτσι ειδήσεις για να δω τι γίνεται, κάνα αθλητικό. Αυτά, πολύ λίγο ας πούμε. Σε πιο εβδομαδιαία βάση. Μπορεί να περάσουν μέρες χωρίς να ανοίξω καν υπολογιστή.”

3.άντρας, 30, προγραμματιστής (πτυχίο: προγραμματιστής ΑΣΟΕΕ)

“Κουβούκλιο, ναι. Οχτώ ώρες μπροστά από τον υπολογιστή, έχεις δεν έχεις να κάνεις τίποτα, σε αυτό το αντικείμενο που είναι και λίγο κάψιμο για τον εγκέφαλο..

Σωματική – σωματική κούραση δεν είχε, αλλά είχε και πνευματική και ψυχική και συναισθηματική. Ουσιαστικά ήσουν κομμάτια μετά. Στην αρχή καθόμουν, και μετά που γύριζα διάβαζα τα δικά μου, με τον καιρό τα παράτησα. Το καλύτερο ήταν να πας να κανείς μια σωματική δραστηριότητα. Να τρέξεις να χορέψεις να πλακωθείς στο ξύλο. Να πας να πιεις καμία Γκίνες. Για πολλά πολλά δεν ήταν δηλαδή, ούτε για σεξ δεν ήτανε.

…Ένας τύπος έλεγε εκεί για τη δορυφορική του τηλεόραση πόσο γαμάτη είναι και πως τα χει συνδέσει όλα πάνω στην τηλεόραση του , και κάποια στιγμή τους είπα ότι δεν είχα τηλεόραση, και με κοιτάγανε όλοι σε φάση ‘και τι κανείς μετά τη δουλειά;”

4.γυναίκα, 30, αρχιτεκτονικό γραφείο (πτυχίο: αρχιτέκτων μηχανικός ΕΜΠ)

“Τα πάντα φίλε. Τον πρώτο χρόνο γυρνούσα ράκος. Γυρνούσα και δε μαγείρευα, απλά έβραζα μια φορά λαχανικά να ‘χω για όλη την εβδομάδα. Κι έβαζα ταινίες να αδειάσει ο εγκέφαλός μου. Δεν είχα όρεξη ούτε φίλους να δω, ούτε την οικογένειά μου ούτε τίποτα. Απλά να έχω αντοχές να αντιμετωπίσω την επόμενη μέρα. Απλά όσο περνάει ο καιρός παθαίνεις σε ένα βαθμό ανοσία, ποτέ δεν το ξεπερνάς τελείως αλλά η κούραση είναι κούραση. Κάποιες μέρες πέφτεις στο κρεβάτι από τις 9-10, λες και δούλευες στη οικοδομή, Και άμα δουλεύεις στο γιαπί το καταλαβαίνω, αυτό δεν το καταλάβαινα στην αρχή. Νομίζω ότι με τον καιρό το συνηθίζεις. Κι αν έχεις όρεξη για ζωή προσπαθείς να πιαστείς από άλλα πραγματάκια. Η κούραση παραμένει όμως.

…Ρε έχω αρχίσει και ξεχνάω. Δε θυμάμαι, ένα πράγμα που θα μου πεις τώρα σε 2 δευτερόλεπτα που θα με ρωτήσεις. Ο εγκέφαλός μου έχει γίνει σουρωτήρι. Δεν το ‘χω να καταναλώσω ενέργεια. Τα μάτια μου πονάνε, το κεφάλι μου…”

5.άντρας, 30, animation, 3d (πτυχίο: 3d designer, ΑΚΤΟ)

“Ήταν η χειρότερη κούραση που υπάρχει στον πλανήτη. Είναι η κούραση που γυρνάς στο σπίτι και δε νιώθεις κουρασμένος σωματικά αλλά νιώθεις ότι το κεφάλι σου πάει να εκραγεί. Νιώθεις μπούχτισμα. Ζαλισμένος και δεν ξέρεις πώς να ξεσπάσεις. Και τι να κάνεις για να ξεσπάσεις; Ας κοιμηθείς…

 Συνηθίζει πάντως ο άνθρωπος και πιστεύω ότι υπάρχουν και άνθρωποι που δεν μπορούν χωρίς αυτό. Χωρίς αυτή τη ρουτίνα. Δηλαδή άμα τους δώσεις ελεύθερο χρόνο δε θα ξέρουν τι να κάνουνε. Και μου το έχουν παραδεχτεί και πολλοί. Έχει γυρίσει παιδί και μου έχει πει αν δεν είχα αυτό δεν ξέρω τι θα έκανα. Ή έχουν ένα μήνα διακοπές το καλοκαίρι και δεν ξέρουν τι να κάνουν.

 …Η πάθηση πιστεύω που σου μένει από το γραφείο είναι ότι η μόνη σου ευχαρίστηση γίνεται το φαγητό και όλοι τρώνε, τρώνε πολύ επειδή το συνδυάζουν και με το διάλειμμα. Εγώ έτρωγα πολύ. Ήταν η ώρα της λύτρωσης.”

6.άντρας, 31, τηλεφωνικό κέντρο (πτυχίο: ψυχολογία, Πάντειος)

“Το μυαλό σου χαζεύει, γίνεσαι πιο χαζός. Παλιά ήθελα κανένα μισάωρο να μη μου μιλάει κανένας μετά τη δουλειά, ούτε μπορούσα να ακούσω τηλέφωνο, καθόλου. Με παίρνανε και δεν το σήκωνα. Σωματικά, αυχένας, πλάτη, αγκώνας μούδιασμα και παλάμη. Συναισθηματικά, νεύρα ας πούμε.” 

8.άντρας, 19, βίντεο-μοντάζ για κοινωνικές εκδηλώσεις (φοιτητής web design)

“Όταν σηκώνεσαι από την καρέκλα κάνεις ένα έτσι και κάνει όλο το σώμα κρακ. Έχει μουδιάσει. Όταν παίζουν προβλήματα στη δουλειά, τα νεύρα σου ειδικά πάνε στο μηχάνημα – δηλαδή αν δεις το πληκτρολόγιο είναι σπασμένο λόγω της δουλειάς. Αυτή είναι δηλαδή η ψυχοσυναισθηματική κούραση. Τα νεύρα που σου προκαλεί το μηχάνημα. Διανοητικά ισχύει ότι μετά από πολλές ώρες μοντάζ, δεν μπορείς, ας πούμε, να κάτσεις να διαβάσεις ένα βιβλίο για κανένα λόγο. Κουράζεσαι να σκέφτεσαι. 

Θες να πας να ξεσκάσεις βασικά. Να βγεις έξω από το σπίτι μετά τη δουλειά, συνήθως. Μια αντιφασιστική δράση ας πούμε θα ήταν πολύ ωραία.

…Τον υπολογιστή της δουλειάς, αφού είναι και στο σπίτι μου, τον χρησιμοποιώ για ίντερνετ, ενημέρωση κλπ, για μουσική που μου τρώει πολλές ώρες, για να γράψεις κάτι ή να διαβάσεις κάτι και τέτοια και για μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία βέβαια συνδυάζονται και με τη δουλειά πάρα πολύ, δηλαδή  χρησιμοποιώ το μέσο κοινωνικής δικτύωσης της εταιρίας και μιλάω με φίλους μου ας πούμε. Τέτοια πράγματα. Σε όλα αυτά αφιερώνω ένα 4ωρο τη μέρα. Υπάρχουν βέβαια και μέρες που δεν αφιερώνω καθόλου.

… Και το ντοκιμαντέρ των ανυπάκουων μαθητών ας πούμε το έκανα με το ίδιο ακριβώς πρόγραμμα που κάνω τα μοντάζ του γάμου και την ίδια μεθοδολογία. Απλώς αυτό το κάνεις με πολύ περισσότερη εφευρετικότητα και δημιουργία και όρεξη. “

9.άντρας, 27, τηλεφωνητής (φοιτητής ψυχολογίας)

“Την καταλάβαινα την κούραση γιατί στην πρώτη δουλειά πήγαινα μετά τη βάρδια στη σχολή να διαβάσω… και κοιμόμουν στη βιβλιοθήκη, με έπαιρνε ο ύπνος. Η μια ήταν αυτή, η άλλη ότι… ντάξει βούιζε το κεφάλι μου πάρα πολύ και η τρίτη ήταν ότι τότε έπαιζε η φάση με την κοπέλα μου, που δούλευε κι αυτή στον ΟΤΕ την ίδια περίοδο, τσακωνόμασταν φουλ, έπαιζε η φάση ότι τα νεύρα απ’ τη δουλειά βγαίνανε μέσα στη σχέση που ήτανε η πιο κοντινή, αυτή που θα έλεγε ο ένας στον άλλο τι τραβάει ξέρω ‘γω. Κι έπαιζε αυτό το πράγμα, έπαιζε ένταση, λόγο της δουλειάς. Δεν είναι ακριβώς κούραση ρε παιδί μου αλλά είναι αυτός ο φόρτος.”

 

Για το τέλος

_Ερωτήματα και εν μέρει απαντήσεις

Αν δούμε συνοπτικά τα χαρακτηριστικά των επαγγελμάτων που περιγράψαμε, μοιάζει ίσως ξεκάθαρο ότι μιλάμε για πλήρως εξαρτημένη εργασία και μάλιστα αρκετά εντατική και υποτιμημένη. Τα ωράρια είναι ελαστικά εις βάρος των υπαλλήλων, το ίδιο και οι άδειες, οι μισθοί χαμηλοί, η δουλειά συνεχής, σε ροή αλυσίδας, η επιτήρηση εύκολη, οριζόντια και από τα πάνω, το σώμα και το μυαλό κουράζονται τόσο που μπορούν να αποκτήσουν χρόνια προβλήματα. Επιπλέον μιλάμε για δουλειές στις οποίες προσλαμβάνεσαι χωρίς να χρειάζεσαι την επίσημη εκπαίδευση, αλλά τη γνώση που πήρες αυτοδίδακτος και μέσα από κοινότητες που δεν είναι κομμάτι κάποιου θεσμικού σχεδιασμού. Τέλος, φαίνεται πως αυτές οι δουλειές, μέσα από το πώς είναι οργανωμένες, έχουν την τάση να απλώνονται και στον υπόλοιπο, ήδη περιορισμένο, ελεύθερο χρόνο των εργατών. Είτε επιβάλλοντας μια κόπωση που δεν τους επιτρέπει να περάσουν όπως θα ήθελαν αυτό το χρόνο, είτε κλέβοντας ολοένα περισσότερα κομμάτια του και συσχετίζοντάς τα με το αντικείμενο και τον τρόπο δουλειάς.

Θα αναρωτιόταν κανείς εύλογα τί είναι αυτό που εμποδίζει όλους όσους εργάζονται σε τέτοιες δουλειές, να συνειδητοποιήσουν όλα αυτά τα κοινά, να αναπτύξουν μια πιο βαθιά κοινωνικότητα  πέρα από την επιφανειακή που επιδιώκουν γι’ αυτούς οι προϊστάμενοί τους, να διεκδικήσουν ίσως καλύτερες συνθήκες και όρους εργασίας ή έστω να μάθουν να στηρίζουν ο ένας τη λούφα του άλλου. Ειδικά σε περιόδους όπως αυτή, που οι καριέρες καταποντίζονται, μαζί με τις σιγουριές οποιασδήποτε καβάτζας, γιατί συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι ο δρόμος είναι ατομικός, ότι είμαστε τόσο διαφορετικοί από τους άλλους, που δουλεύουν γύρω μας, ότι θα πιάσουμε την καλή και θα τα καταφέρουμε μόνοι μας;

Το έχουμε ξαναπεί, ο ατομισμός δεν γεννήθηκε χτες, τράφηκε με τις δεκαετίες ευμάρειας, κατανάλωσης και υποσχέσεις για δουλειά-λεφτά-αναγνώριση, που προηγήθηκαν. Και ήταν ένα χρήσιμο εργαλείο στα χέρια των αφεντικών. Ήταν χρήσιμο γιατί κατάφερε να διαιρέσει την εργατική τάξη σε επιμέρους υποκείμενα, με ένα σύνολο αποπροσανατολιστικά κριτήρια, με ένα σύνολο από καταναλωτικές ιδιότητες και δυνατότητες. Αυτό συνέβη παράλληλα με μία ακόμα αλλαγή που συνέτεινε σε αυτό το διαχωρισμό. Άλλαξε επίσημη θεώρηση για το τί είναι γνώση, άρα και τί σχέση έχει με την εργασία. Ενώ η γνώση μέχρι ένα σημείο ήταν συνυφασμένη με την εργατική δύναμη, μετά τις δεκαετίες 60-70, η φιλελεύθερη ιδεολογία έσπασε αυτή τη σύνδεση και επαναπροσδιόρισε τη γνώση ως κεφάλαιο. Τι σήμαιναν όλα αυτά; Ότι οι εργάτες μετατράπηκαν σταδιακά σε μικρούς επιχειρηματίες. Οι οποίοι εξελίσσονται στην εργασία ατομικά, συσσωρεύουν, επενδύουν και εξαργυρώνουν γνώσεις ανάλογα με το πόσο καλά κινούνται μέσα στην αγορά. Και καλούνται να αναβαθμίζουν το “κεφάλαιό” τους διαρκώς, μαθαίνοντας αυτά που η αγορά ζητάει σε κάθε περίοδο. Αυτή η θεώρηση για την ατομική υπόσταση, για τη γνώση και συνεπώς για την εργασία, αποτέλεσε ένα σταθερό υπόβαθρο πάνω στο οποίο αναπτύχθηκαν οι κάθε λογής ανταγωνισμοί που διαμόρφωσαν το σημερινό πεδίο των σχέσεων γύρω από τη δουλειά.

Μια τέτοιου είδους ιδεολογία φαίνεται πως, πέρα από το πρόσφατο παρελθόν, παίζει ένα πολύ κρίσιμο ρόλο στην παρούσα φάση, στην ψηφιακή εποχή. Γιατί; Για τους εξής δύο (αλλά στην ουσία ένα) λόγους. Πρώτον γιατί οι νέες τεχνολογίες έχουν φέρει μαζί τους μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία μάθησης από αυτή του σχολείου. Η πληροφορία/γνώση πρέπει να είναι δωρεάν, ελεύθερη, να μη συσσωρεύεται, να κυκλοφορεί διαρκώς ανάμεσα στους χρήστες των μέσων. Τίποτα δε σου ανήκει, δε χρειάζεται να σου ανήκει, αφού υπάρχει στο διαδίκτυο και είναι προσβάσιμο ανά πάσα στιγμή. Ο ένας μαθαίνει από τον άλλο, απλά για να διασκεδάσει, για να παίξει, χωρίς να χρειάζεται κάποια επίσημη επικύρωση ή επιβράβευση για τα όσα έμαθε, πέρα από το σεβασμό και την αποδοχή των υπόλοιπων μελών της κοινότητας. Και αυτή η διαδικασία, όχι μόνο είναι αντίθετη με τους αυστηρούς και ανταγωνιστικούς κανόνες της επίσημης εκπαίδευσης αλλά δημιουργεί και ενισχύει μια νέου είδους κοινωνικότητα. Δεύτερον, η ολοένα αυξανόμενη πολυπλοκότητα και κατάτμηση της εργασίας, όπως αναφέραμε και πριν, δημιουργεί την αναγκαιότητα για συνεργασία πολλών εργατών ώστε να συντεθεί το τελικό αποτέλεσμα. Αυτό σημαίνει ότι και στο χώρο εργασίας θα μπορούσαν να δημιουργηθούν εκ νέου σχέσεις κοινωνικές, συλλογικές, σχέσεις στήριξης. Αντίστοιχα με την κοινωνικότητα του εργοστασίου, η νέες αυτές μορφές κοινωνικότητας, στους χώρους μάθησης και δουλειάς θα μπορούσαν να είναι ταυτόχρονα απελευθερωτικές για τους εργάτες και επικίνδυνες για τα αφεντικά. Και εδώ έρχεται η χρήσιμη λειτουργία της ιδεολογίας. Στο να διαχειριστεί αυτήν την κοινωνικότητα, στο να κρατήσει ζωντανούς τους παλιούς γνωστούς διαχωρισμούς και να δημιουργήσει νέους όπου χρειάζεται.

Οι τρόποι με τους οποίους επιτυγχάνεται αυτό είναι πολλοί και αρκετοί από αυτούς γνωστοί από το παρελθόν. Είναι όμως και προσαρμοσμένοι στο σήμερα, στη σύγχρονη ανάγκη όπου η καλλιέργεια του ανταγωνισμού είναι εξίσου σημαντική με τη δημιουργία της επιφανειακής κοινωνικότητας/συνεργασίας που περιγράψαμε στην ενότητα των σχέσεων, και που είναι πραγματικά χρήσιμη για την ομαλή ροή της εργασίας. Κανείς δε θέλει υπαλλήλους που εμποδίζουν την κυκλοφορία της γνώσης που αφορά στο αντικείμενο της δουλειάς, που την κρατάνε για τον εαυτό τους ή σαμποτάρουν τη συνεργασία της ομάδας. Δε θέλει όμως και εργάτες που κάνουν φιλίες, υπερασπίζονται ο ένας τον άλλο ή διεκδικούν συλλογικά, μέσα στο χώρο εργασίας. Το τεχνολογικό hype, η κουλτούρα των gadgetάκηδων, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προσφέρουν αυτήν την ευκολία στις σχέσεις και δημιουργούν την αίσθηση ομάδας, χωρίς περαιτέρω δεσμούς, χωρίς ιδιαίτερες δυναμικές ή ανεπιθύμητες συμμαχίες. Δημιουργούν μια κοινή κουλτούρα με βασικό συστατικό στοιχείο την κατανάλωση της τεχνολογίας. Γύρω από αυτό χτίζονται όλες αυτές οι μικρότερες και μεγαλύτερες ομάδες. Και γύρω από αυτό μένουν.  Επιπλέον, ο οπτικός πλουραλισμός του ψηφιακού περιβάλλοντος, η άνεση και η ευκολία την οποία υποτίθεται ότι απολαμβάνεις με το να δουλεύεις σε γραφείο, αλλά και η ικανοποίηση του να έχεις το δικό σου Η/Υ, ενώ είναι πράγματα πολύ συνηθισμένα πλέον, δεν έχουν ακόμα υποβαθμιστεί στα μάτια των υπαλλήλων. Αν και υπάρχουν όλο και περισσότερες εξαιρέσεις.

Είδαμε στο παράδειγμα των τηλεφωνικών κέντρων, ότι η εργασία είναι τόσο αυτοματοποιημένη και κομματιασμένη που είναι ολοφάνερο σε όσους δουλεύουν ότι πρόκειται για μια ασταμάτητη αλυσίδα παροχής υπηρεσιών. Και αυτό συμβαίνει σε ολοένα περισσότερα επαγγέλματα, καθώς εκτυλίσσεται η πολυπλοκότητα των νέων μέσων. Στα μεγάλα αρχιτεκτονικά γραφεία του εξωτερικού, στις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες και στους κολοσσούς του ιντερνετικού εμπορίου και του προγραμματισμού, ο καταμερισμός της εργασίας είναι αδυσώπητος. Οι συνθήκες δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για ιδεολογίες τύπου “είμαι ελεύθερος επαγγελματίας” είμαι ανεξάρτητος κλπ. Για να το ξεπεράσουν αυτό, εταιρίες όπως π.χ. η Google βλέπουμε ότι αναπτύσσουν μια σειρά από νέα εργαλεία αφομοίωσης. Μεγάλα εργασιακά campus, όπου μένεις, δουλεύεις, σου προσφέρεται μεταφορικό μέσο, φαγητό, πλυντήρια, γυμναστήρια και άλλες δραστηριότητες για τον ελεύθερο χρόνο. Με την εργασία στο επίκεντρο της καθημερινής ζωής, ο ελεύθερος χρόνος δε φαίνεται πια και τόσο ελεύθερος, ούτε διαχωρισμένος, αφού στην ουσία υποβιβάζεται απλά σε διαλείμματα από την κύρια απασχόληση. Βέβαια αυτά για τους πιο “προνομιακούς” υπαλλήλους (αν θεωρείται προνόμιο μια τέτοια ζωή). Για τους υπόλοιπους, ακόμα πιο υποτιμημένους, υπάρχουν οι εστίες διαμονής της εταιρίας στα αχανή προάστια των πόλεων, μεταφορά από και προς τη δουλειά, αυστηρή φύλαξη και εκφοβισμός από σεκιουριτάδες[6]. Όπου δεν πίπτει λόγος (και δε χρειάζεται, γιατί η δουλειά γίνεται κι έτσι) πίπτει ράβδος.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες και την εξέλιξή τους, είναι σημαντικό να ξαναθέσουμε τις βάσεις για το πώς αντιλαμβανόμαστε τη δουλειά, τη γνώση, τις σχέσεις, τον προσωπικό χώρο και χρόνο μας. Εκεί παίζεται το παιχνίδι, έτσι ασκείται ο έλεγχος πάνω μας. Είναι πραγματικά κρίσιμο να ξανασκεφτούμε την ποιότητα με την οποία θέλουμε να χτίζουμε τις σχέσεις μας, να μαθαίνουμε, να εξελισσόμαστε, το πώς θέλουμε να αντιμετωπίζουμε το σώμα και τα συναισθήματά μας. Όταν η εργασία έχει εξαπλωθεί σε όλα αυτά τα πεδία, ψάχνουμε τους τρόπους για να τα προστατέψουμε αλλά και να τα επαναπροσδιορίσουμε. Και το υλικό πεδίο της καθημερινής ζωής είναι ο πιο δυνατός δείκτης. Το βίωμα, όσο μάλιστα από αυτό παραμένει έξω από την ψηφιακή μεσολάβηση, είναι αυτό γύρω από το οποίο δίνονται και θα δοθούν οι μεγαλύτερες μάχες. Θέλουμε να ζούμε για να δουλεύουμε; Θέλουμε μοναξιά, σχέσεις στατικές και προβλεπόμενες, γνώσεις με ημερομηνία λήξης; Δεν είναι εύκολη δουλειά να αποφασίσει κανείς προσωπικά και συλλογικά, το πώς θέλει να ζει τη ζωή του, ούτε υπάρχει ευτυχώς μια παγιωμένη απάντηση. Είναι μια διαρκής διαδικασία στην οποία αγωνίζεσαι, αναθεωρείς και βρίσκεις τα μέσα και τους τρόπους να πλησιάζεις τις επιλογές που έχεις θέσει. Τα εργαλεία είναι πολλά και μπορεί κανείς να τα βρει στο παρόν, στο μέλλον αλλά και στο παρελθόν. Καμία τεχνολογική αναβάθμιση δε θα λύσει τα καθημερινά προβλήματα, γιατί πολύ απλά, δεν είναι τεχνικής φύσης. Είναι προβλήματα ποιοτικά, όσο κι αν η ποσοτική αντίληψη για τις ζωές μας είναι πολύ της μόδας. Και ως τέτοια θα τα αντιμετωπίσουμε.

 

_Game over

Οκτώβρης 2013

*Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όσους μας βοήθησαν μιλώντας για τις συνθήκες που επικρατούν στις δουλειές τους και για όσα σκέφτονται και νιώθουν για αυτές.

[1]Αυτή η αλλαγή είναι σημαντική. Οι άλλοτε ελεύθεροι επαγγελματίες που έχαιραν κάποιας αίγλης, πλέον υποβαθμίζονται με γοργούς ρυθμούς. Αυτό σημαίνει ότι διατηρούν τα μειονεκτήματα του να είσαι με μπλοκάκι (πληρώνεις για την ασφάλισή σου ακόμα κι αν δεν έχεις δουλειά, δε δικαιούσαι αποζημίωση, ταμείο ανεργίας, συγκεκριμένες άδειες και δώρα) ενώ με τον τρόπο που αναγκάζονται να δουλεύουν χάνουν τα πάλαι ποτέ πλεονεκτήματα που είχαν απέναντι στη μισθωτή εργασία (ελεύθερο ωράριο, ποσοστά επί των έργων, δυνατότητα διεκπεραίωσης πολλαπλών δουλειών, συνεχής και ποιοτικότερη ασφάλιση, υψηλές συντάξεις). Συνθήκη που βολεύει σε τέτοιο βαθμό τα αφεντικά, ώστε να εξαναγκάζουν πλέον τους υπαλλήλους τους, νέους αλλά και χρόνια εργαζόμενους, να ανοίξουν μπλοκάκι αντί να συνεχίσουν να τους ασφαλίζουν στο ΙΚΑ.

[2] Ο όρος deadline πρωτοεμφανίστηκε στα μέσα του 1800, στα αμερικανικά στρατόπεδα-φυλακές του εμφυλίου. Ήταν η έκφραση που χρησιμοποιούσαν οι φρουροί για τη γραμμή περιμετρικά των φυλακών, καθώς είχαν άδεια να πυροβολούν όποιον από τους κρατούμενους τη διέσχιζε. Αργότερα πέρασε στην τυπογραφία, ως η γραμμή πέρα από την οποία δεν τύπωναν οι μηχανές. Απέκτησε τη χρονική της διάσταση, με την εξάπλωση των εφημερίδων και του δημοσιογραφικού ρεπορτάζ, όπου έπρεπε να τηρούνται αυστηρά χρονοδιαγράμματα για να μπορέσει να βγει το πρωινό φύλλο στην ώρα του. Εκεί ο όρος σήμαινε τη χρονική στιγμή (και όχι πια γραμμή) πέρα από την οποία δεν τυπωνόταν κανένα άλλο κείμενο. Σε κάθε περίπτωση, το deadline δήλωνε ένα απόλυτα κρίσιμο και αδιαπραγμάτευτο όριο, είτε χρονικό είτε χωρικό.

[3] Το League of Legends (γνωστό και με την συντομογραφία LoL) είναι ένα βιντεοπαιχνίδι για τα Windows. Το παιχνίδι είναι Free to Play, που σημαίνει ότι είναι ελεύθερο και μπορεί κάποιος να παίξει αρκεί να έχει το παιχνίδι αυτό εγκατεστημένο στον υπολογιστή του. Ωστόσο, υπάρχουν οι ανάλογες επιλογές στον παίκτη να αγοράσει κάποιους ήρωες ή κάποια “Skins” για διάφορους ήρωες που δίνουν μια διαφορετική όψη στον χαρακτήρα. Στο παιχνίδι τον Νοέμβριο του 2011 ήταν εγγεγραμμένοι περισσότεροι από 32 εκατομμύρια παίκτες σε όλο τον κόσμο. Το Tutorial είναι ο τρόπος παιχνιδιού, όπου οι νέοι παίκτες κατευθύνονται προς το πρώτο ξεκίνημα του παιχνιδιού. Είναι μια ιδιωτική συνδεδεμένη συνεδρία παιχνιδιού όπου οι παίκτες διδάσκονται τους βασικούς ελέγχους και στόχους του παιχνιδιού. Το Custom mode επιτρέπει στους παίκτες να δημιουργήσουν ένα δικό τους παιχνίδι που άλλοι παίκτες μπορούν να βρουν σε μια λίστα για να συμμετάσχουν. Οι παίκτες μπορούν να προσθέσουν πρωταθλητές με έλεγχο από υπολογιστή (bots), να ορίσουν τον κωδικό πρόσβασης και το μέγιστο αριθμό παικτών στο παιχνίδι. To CO – OP Vs All mode είναι ένα game το οποίο παίζουν κανονικοί παίκτες εναντίον bots! Υπάρχει επιλογή για εύκολα ή για δύσκολα bots, η εμπειρία (experience) και το IP (Influence Points) είναι μειωμένα σε σχέση με κανονικά ή παιχνίδια βαθμολογίας. Στο Normal mode οι ίδιοι οι παίκτες περιμένουν την αυτόματη αναζήτηση να τους ταιριάξει είτε με άλλους παίκτες (Solo) ή ως μέρος μιας ομάδας. Ο διακομιστής δημιουργεί αυτόματα ένα παιχνίδι και προσπαθεί να το συμπληρώσει με τους παίκτες με τέτοιο τρόπο ώστε και οι δύο πλευρές να έχουν από 50% πιθανότητες να κερδίσουν. Οι νίκες του παίκτη σε κανονική λειτουργία όπως και οι ήττες εμφανίζονται δημόσια. Το Ranked mode είναι ο τρόπος παιχνιδιού όπου μάχονται παίχτες μέγιστου επιπέδου 30lv και θα πρέπει να έχουν τουλάχιστον 15 champions, αλλά πριν ξεκινήσουν πρέπει να επιλεγεί ο αρχηγός από τον διακομιστή και αυτός πρέπει να κάνει bans δηλαδή να απαγορεύσει την επιλογή κάποιων ηρώων από το παιχνίδι. Στη συνέχεια δίνεται η δυνατότητα, ύστερα από συνεννόηση να ανταλλάξεις ήρωα με έναν άλλο ήρωα. Μετά από αυτά μπαίνεις στο παιχνίδι. (από τη βικιπαιδεία, σχετικά με το αν και μπορεί κανείς να μάθει στο ίντερνετ)

[4] Είναι γνωστό και κατά καιρούς έχει συμβεί και στα μέρη μας. Πιτσιρικάδες χακεράδες που συλλαμβάνονται για μικρό παραβάσεις, κλοπές, κολλήματα site ή άλλου είδους παραβιάσεις, βρίσκονται αντιμέτωποι με την ιδιαίτερα δελεαστική πρόταση να δουλέψουν για την ηλεκτρονική ασφάλεια ή να εκτίσουν  την ποινή τους. Από τη μία ξεχρεώνουν το ποινικό της υπόθεσης και από την άλλη οπλίζουν τους μηχανισμούς ασφαλείας με natural ταλέντα που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν πολύ δύσκολο να εκπαιδευτούν ή ακόμη και να εντοπιστούν.

[5] Στο campus της Google στη silicon valley της Β. Καλιφόρνια, το νέο τρεντ είναι ο διαλογισμός. Στα διαλείμματα μέσα στη μέρα και σε ειδικά σεμινάρια, οι ειδικοί της εταιρίας δανείζονται παραδοσιακές τεχνικές, αποκομμένες από τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και έθιμα των ανατολικών θρησκειών, προσπαθώντας να εκπαιδεύσουν τους σκληρά εργαζόμενους προγραμματιστές στο πώς να “αδειάζουν” το μυαλό τους. Έχουν καταλάβει κι αυτοί, ότι κάτι δεν πάει καλά φαίνεται.

[6] Τον περασμένο Φλεβάρη, έγινε γνωστή η ιστορία των εποχιακών εργατών της Amazon, στο τμήμα πακεταρίσματος και διανομής, σύμφωνα με την οποία η Amazon είχε προσλάβει για τη φύλαξη μια εταιρία σεκιούριτι στη οποία δούλευαν κατά κύριο λόγο νεοναζί. Οι σεκιουριτάδες, κατά παραγγελία προφανώς, παρακολουθούσαν όλους τους χώρους δουλειάς και διαμονής των εργατών, έκαναν εφόδους στα δωμάτιά τους, ψάχνοντας και καταστρέφοντας, εκφόβιζαν με απόλυση ή και βία όσους έκαναν παράπονα για τις άθλιες συνθήκες εργασίας, έκαναν μέχρι και σωματικούς ελέγχους από όσους έβγαιναν από την τραπεζαρία, για να μην κλέβουν τα περισσευούμενα σάντουιτς του πρωινού. Τέτοια ξεφτίλα.

]]>
“για ένα γνωσιολογικό κίνημα” https://gameover.zp/2013/10/29/%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b3%ce%bd%cf%89%cf%83%ce%b9%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%ce%ba%ce%af%ce%bd%ce%b7%ce%bc%ce%b1/ Tue, 29 Oct 2013 09:59:32 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1299 Εισαγωγή

 Το σημερινό θέμα είναι η διερεύνηση του ερωτήματος για το κατά πόσον οι μεγάλες γνωσιολογικές αλλαγές που γίνονται στον καπιταλιστικό κόσμο εδώ και πολλά χρόνια είναι, πρέπει να είναι, ζήτημα πρώτης γραμμής για την κριτική και για ένα ανταγωνιστικό κίνημα.

Πριν προχωρήσουμε στην κατάθεση κάποιων απόψεων, πρέπει να σημειώσουμε ότι η σημερινή συζήτηση (όπως και όλο το 3ήμερο του game over) γίνεται στη συγκυρία μιας ακόμα αναστάτωσης σε ορισμένα απ’ τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια. Το θέμα των απολύσεων πάνω από 1.500 διοικητικών υπαλλήλων, που σύμφωνα με τις συγκλήτους θα έχει σοβαρές συνέπειες στη λειτουργία των ιδρυμάτων, έχει προκαλέσει παρατεταμένες απεργίες των διοικητικών υπαλλήλων, αλλά και αντιδράσεις των πανεπιστημιακών διοικήσεων και των καθηγητών. Είναι ένας ακόμα κρίκος σ’ αυτό που θεωρείται σαν επίθεση στο δημόσιο πανεπιστήμιο.

Δεν θα ασχοληθούμε με αυτό το θέμα παρότι έχουμε τη γνώμη ότι οι εισηγήσεις του 3ημέρου και οι επεξεργασίες του game over έχουν μια (όχι συνηθισμένη) σχέση και μ’ αυτό το θέμα. Απλά θα παρατηρήσουμε ότι το άλλοτε θρυλικό “φοιτητικό κίνημα” λείπει απ’ τη συγκεκριμένη ιστορία. Ωστόσο αυτή η απουσία θα μπορούσε να θεωρηθεί δευτερεύουσα ή και τριτεύουσα μπροστά στις ευρύτερες και πολύ βαθύτερες αδυναμίες των φοιτητών και των φοιτητριών, σαν “υποκειμένων αγώνα”, να αναλύσουν και να καταλάβουν τις σοβαρές διακυβεύσεις και μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Για να γίνουν ακόμα χειρότερα τα πράγματα, αυτές οι διακυβεύσεις δεν εξαφανίζονται μόλις κάποιος, βιαστικά βιαστικά, πάρει το πτυχίο του. Θα τις ξαναβρεί μπροστά του, και θα τις βρίσκει συνέχεια μπροστά του, στη λεγόμενη “αγορά εργασίας” – όταν δηλαδή θα προσπαθήσει να εξαργυρώσει την αξία των πτυχίων και των μεταπτυχίων δουλεύοντας. Τα θέματα της χθεσινής και της προχθεσινής ημέρας ελπίζουμε να φώτισαν κάπως αυτή την πλευρά των σύγχρονων δεδομένων.

Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες λοιπόν, και όχι μόνο στην ελλάδα, απ’ τη μια είναι υποκείμενα εκπαίδευσης και απόκτησης γνώσεων που οι τεχνολογικές εξελίξεις αχρηστεύουν σε μεγάλο βαθμό. Απ’ την άλλη μεριά δεν φαίνεται να απασχολούνται με δραματικές αλλαγές που γίνονται στον καπιταλιστικό κόσμο γύρω απ’ το ζήτημα “γνώση”, “μάθηση”, “εκπαίδευση” κλπ. Δεν υπάρχει, δεν ξέρουμε να υπάρχει, μέσα στους φοιτητικούς κύκλους κάποιο συλλογικό υποκείμενο, κάποια πολιτική ομάδα ή τάση που σταθερά, επίμονα, μεθοδικά, να ασχολείται κριτικά με τις γνωσιολογικές αλλαγές, αλλαγές που όμως επηρεάζουν τα πάντα. Κι αυτή μας φαίνεται μια τεράστια αδυναμία, αφού οι ισχύουσες παραστάσεις και οι αναπαραστάσεις περί του τι είναι “κίνημα” και ποιοί είναι οι στόχοι του, ανήκουν στο παρελθόν.

Για να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα. Δεν έχουν γίνει, εδώ και πολλά χρόνια, και φυσικά δεν έχουν ερευνηθεί ή απαντηθεί, ερωτήματα σαν αυτά:

– Η πληροφορική και οι υπολογιστές μηχανοποιούν όλο και περισσότερες περιοχές εκείνου που στο παρελθόν ονομαζόταν “γνώση”; Κι αν ναι, ποιές είναι οι συνέπειες τόσο για τα εκπαιδευτικά συστήματα και τα εκπαιδευόμενα υποκείμενα (άρα και τους φοιτητές) όσο και για το σύνολο των καπιταλιστικών κοινωνιών;

– Οι υπολογιστές, η πληροφορική και ο κυβερνοχώρος τροποποιούν αυτό που λέγεται “εκπαίδευση”; Κι αν ναι, ποιές είναι οι συνέπειες;

– Οι υπολογιστές, η πληροφορική και ο κυβερνοχώρος μηχανοποιούν οριστικά αυτό που κάποτε λεγόταν “μνήμη” και “απομνημόνευση”; Αν ναι, και λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι η “μνήμη / απομνημόνευση” είναι ο σκελετός του παραδοσιακού εκπαιδευτικού συστήματος, ποιές είναι οι συνέπειες;

– Είναι δυνατόν κάποιος που διαχειρίζεται τέτοιες και τόσο εκτεταμένες αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις (σε σχέση με την γνώση, την μάθηση, την εκπαίδευση, κλπ) να εμφανιστεί λέγοντας ρητά και κατηγορηματικά “αυτά που ξέρατε να τα ξεχάσετε”; Αν όχι, τι είναι αναμενόμενο να κάνει;

– Η άμεση, σφικτή σύνδεση της εκπαίδευσης και της γνώσης με την αγορά (εργασίας) είναι σωστό και δίκαιο ζητούμενο, ειδικά μετά την είσοδο στην εποχή της πληροφορικής και της ρομποτικής; Αν όχι, ποια είναι η (επεξεργασμένη και θεμελιωμένη) αντιπρόταση, και από ποιους;

– Η μηχανοποίηση της διανοητικής παραγωγής (της σκέψης) μέσω των αλγορίθμων τι παράγει σαν κοινωνικά πρότυπα, σχέσεις, συμπεριφορές;

Ίσως προκαλεί αμηχανία ή και εκνευρισμό το να υποστηρίζουμε ότι ΤΕΤΟΙΑ (και παρόμοια) είναι τα ερωτήματα που βάζει η εποχή. Επιμένουμε ωστόσο. Και μάλιστα μπορούμε να αποδείξουμε (το έχουμε ήδη κάνει σαν συνέλευση του game over, αλλά δεν είναι στο σημερινό θέμα) ότι οι απαντήσεις σε τέτοιου είδους ερωτήματα έχουν συνέπειες που φτάνουν μακριά. Μπορεί να φτάσουν ακόμα και στις απολύσεις σήμερα διοικητικών υπαλλήλων και καθηγητών της δευτεροβάθμιας, αύριο και πανεπιστημιακών… Φτάνουν σίγουρα στη ριζική τροποποίηση των εργασιακών σχέσεων μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα συνολικά.

Η αμηχανία και ο εκνευρισμός οφείλονται, κατά τη γνώμη μας, στη γενική συντηρικοποίηση της σκέψης – και όχι μόνο των σημερινών φοιτητών και φοιτητριών. Όταν σημαντικές “σταθερές” αλλάζουν, ανατρέπονται, η αντανακλαστική στάση είναι να μένει κανείς προσκολλημένος στις βεβαιότητες του παρελθόντος. Στις “παλιές καλές μέρες”. Όμως αυτές οι “παλιές καλές μέρες” έχουν ξεπεραστεί· με λίγο θάρρος είναι εύκολο στον καθένα να το καταλάβει εμπειρικά.

Αυτό το “ξεπέρασμα” δεν είναι καθόλου αναίμακτο. Κι όποιος / όποια συνειδητοποιεί ότι πρέπει να πολεμήσει, σ’ ένα πεδίο μάχης που είναι σε πολλές πλευρές του (σχετικά) καινούργιο, πρέπει να ξέρει όσο το δυνατόν περισσότερα γι’ αυτό. Για τους σκοπούς και τις μεθόδους του αντιπάλου. Για τις δικές του δυνατότητες, ανάγκες, επιθυμίες.

Ελπίζουμε ότι η παρουσίαση που θα γίνει στη συνέχεια θα βοηθήσει σ’ αυτό.

Δια βίου μάθηση

Τον Ιούνιο του 1999 οι υπουργοί παιδείας και ακαδημαϊκοί από 29 ευρωπαϊκά κράτη έδωσαν στη δημοσιότητα ένα είδος μανιφέστου για την οργάνωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην ευρώπη. Πρόκειται για την “διακήρυξη της Μπολόνια”.

Η διακήρυξη της Μπολόνια περιλαμβάνει διάφορα επιμέρους ζητήματα, με τα οποία δεν θα ασχοληθούμε εδώ. Ένα από εκείνα που κρίνουμε ιδιαίτερης σημασίας (και για το σημερινό μας θέμα) είναι αυτό της δια βίου μάθησης (long life learning). Αυτός ο όρος “δια βίου μάθηση” έγινε στα μέρη μας μάλλον ένα σλόγκαν / απόδειξη της μοχθηρότητας της ε.ε. παρά αντικείμενο ανάλυσης. Τι σήμαινε και τι σημαίνει αυτό το “δια βίου μάθηση”; Όχι, μάλλον, το Σωκρατικό “γηράσκω αεί διδασκόμενος”! Όπως επίμονα τονίζουν τα πορίσματα της διαδικασίας της Μπολόνιας (εδώ: Prague Communiqué το 2001):

“Η δια βίου μάθηση είναι κρίσιμο στοιχείο για την περιοχή της ευρωπαϊκής ανώτατης εκπαίδευσης. Στην μελλοντική Ευρώπη, που θα στηρίζεται στην κοινωνία και την οικονομία της γνώσης, οι στρατηγικές της δια βίου μάθησης είναι αναγκαίες για να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις της ανταγωνιστικότητας και της χρήσης νέων τεχνολογιών, για να βελτιωθεί η κοινωνική συνοχή, για να υπάρχουν ίσες ευκαιρίες για όλους, και για να βελτιωθεί η ποιότητα της ζωής.”

 

Σε έναν τυπικό ορισμό (εδώ παρμένο απ’ την wikipedia):

“Ο όρος “δια βίου μάθηση” αναγνωρίζει ότι η μάθηση δεν περιορίζεται στην παιδική ηλικία ή στην σχολική αίθουσα, αλλά συμβαίνει σ’ όλη τη ζωή και σε μια γκάμα καταστάσεων. Τα τελευταία 50 χρόνια, η διαρκής επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη και οι συνακόλουθες αλλαγές έχουν προφανή αποτελέσματα στις ανάγκες και στους τρόπους μάθησης. Η μάθηση δεν μπορεί πλέον να χωρίζεται σε χώρους και χρόνους απόκτησης γνώσεων (σχολείο) και χώρους και χρόνους εφαρμογής των γνώσεων που αποκτήθηκαν (ο τόπος εργασίας). Αντίθετα, η μάθηση μπορεί να ειδωθεί σαν κάτι που συμβαίνει σε διαρκή βάση, απ’ τις καθημερινές μας σχέσεις με τους άλλους και τον κόσμο γύρω μας.”

 

Πρέπει να τονίζουμε εδώ, κατ’ αρχήν, ότι στον όρο δεν περιλαμβάνεται η λέξη “εκπαίδευση” (education) αλλά “μάθηση” (learning). Θα δούμε αμέσως μετά μια εξήγηση γι’ αυτό, αφού δεν πρόκειται για παιχνίδι – με – τις – λέξεις. Σε κάθε περίπτωση πάντως η δια βίου μάθηση συναρτάται άμεσα με την τεχνο-επιστημονική στοιβάδα του σύγχρονου καπιταλισμού, και ειδικά με την τεχνο-επιστημονική στοιβάδα της οργάνωσης της (αγοράς) εργασίας.

Ενώ, λοιπόν, θα μπορούσε να είναι κοινότοπο συμπέρασμα και εμπειρία σε κάθε πολιτισμό ότι “μαθαίνει κανείς μεγαλώνοντας” ή ότι “η γνώση δεν τελειώνει ποτέ”, για ποιό λόγο η δια βίου μάθηση προτάθηκε, και αποτελεί, ένα είδος τομής στον ύστερο καπιταλιστικό κόσμο; Με άλλα λόγια, τι εννοείται πίσω απ’ αυτές τις τρεις λέξεις;

Πρώτο, ότι η ένταση της συσσώρευσης γνώσεων αλλά και των αλλαγών σ’ αυτές, εξαιτίας των τεχνολογικών εξελίξεων ειδικά απ’ τις τελευταίες δεκαετίες, είναι τέτοια ώστε δεν υπάρχει πια “σώμα γνώσης” που να έχει εγγυημένη αξία (στην αγορά εργασίας) για πολλά χρόνια. Αυτό, πρακτικά, σημαίνει ότι εκείνα που έχει μάθει κάποιος στα 25 ή στα 28 του, είναι πιθανό να είναι ξεπερασμένα, ακόμα και άχρηστα, 10 ή 20 χρόνια μετά.

Δεύτερο, ότι η ακόμα και οι μέθοδοι απόκτησης γνώσεων αλλάζουν, ίσως δραματικά.

Τρίτο (σα συνέπεια των προηγούμενων δύο) ότι δεν μπορεί πλέον να υπάρξει “εκπαιδευτικό σύστημα”, δηλαδή μια κρατική δέσμευση απέναντι στους υπηκόους, που να εγγυάται διαρκή, σταθερή και υψηλή αξία στις παρεχόμενες γνώσεις. Αυτός είναι ο λόγος, κατά τη γνώμη μας, που η λέξη “εκπαίδευση” απουσιάζει απ’ το “δια βίου”, και έχει αντικατασταθεί απ’ την λέξη “μάθηση”. Η εκπαίδευση παραπέμπει σε οργανωμένα συστήματα με γενική απεύθυνση, που ιστορικά (στον 20ο αιώνα) χρηματοδοτούνταν απ’ το κράτος. Οπότε, εάν ο όρος ήταν δια βίου εκπαίδευση, θα σήμαινε ότι το κράτος δεσμεύεται να εκπαιδεύει τους υπηκόους του όσο ζουν. Η μάθηση, αντίθετα, παραπέμπει σε υποκειμενικούς προσανατολισμούς, σε προσωπικές / ατομικές προσπάθειες. Δηλαδή στην ατομική ευθύνη τους καθενός.

Με την προώθηση και καθιέρωση του όρου “δια βίου μάθηση”, οι υπεύθυνοι των εκπαιδευτικών συστημάτων στην ευρώπη, έλεγαν ορισμένα πράγματα που, στο σύνολό τους, αφορούν τις μεγάλες αλλαγές που δεν έχουν γίνει ακόμα αντικείμενο συστηματικής κριτικής.

Κατ’ αρχήν η ιδέα ότι εκατοντάδες χιλιάδες νεαροί και νεαρές μπορούν να εκπαιδευτούν επί 20 χρόνια, απ’ τα 6 ως τα 26, μέσα σε συγκεκριμένους χώρους, με συγκεκριμένα προγράμματα και με συγκεκριμένους ελέγχους, και ύστερα, με αυτό το φορτίο γνώσεων, (ότι) μπορούν να δουλεύουν σε σχετικά καλοπληρωμένες θέσεις ώσπου να βγουν στη σύνταξη, αυτή η ιδέα που είναι η επιτομή του παλιού εκπαιδευτικού συστήματος, κηρύχτηκε ξεπερασμένη. Θα πρέπει ο καθένας “να μαθαίνει” διαρκώς, και με δική του ευθύνη.

Μαζί, όμως, κηρύχτηκε ξεπερασμένη και μια ακόμα ιδέα, σύμφυτη με την καθιέρωση, την ανάπτυξη και την επέκταση των ιστορικών εκπαιδευτικών συστημάτων: η ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει κάποιου είδους συλλογικό θεσμικό υποκείμενο (ας πούμε ένα υπουργείο ή ένα ινστιτούτο στην υπηρεσία του υπουργείου) που να μπορεί να προδιαγράψει με ακρίβεια, και κατά συνέπεια να εγγυηθεί την “αξία των γνώσεων” (που παρέχει το εκπαιδευτικό σύστημα) για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει (υπονοείται πίσω απ’ το “δια βίου μάθηση”) αφού κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τη γνωσιακή εξέλιξη για τα επόμενα 30 ή 50 χρόνια. Τα παραδοσιακά εκπαιδευτικά συστήματα, με τον ισχυρό προ-σχεδιασμό των περιεχομένων τους και τους θεσμούς που απ’ την μια μεριά ήταν υπεύθυνοι γι’ αυτόν τον προ-σχεδιασμό της “διδακτέας ύλης” (υπουργεία, εκπαιδευτικά ινστιτούτα) ενώ, απ’ την άλλη, εγγυούνταν εκ των προτέρων για την (αγοραία) ορθότητα και αξία αυτής της “ύλης”, αποτραβιούνται διακριτικά απ’ την σκηνή,  μεταφέροντας μεγάλο μέρος των μαθησιακών (και όχι σκέτα εκπαιδευτικών) ευθυνών σ’ αυτούς κι αυτές που μαθαίνουν “δια βίου”.

Λογικά λοιπόν ο όρος “δια βίου μάθηση” καθόλου δεν σήμαινε την “ισόβια εγγύηση” ενός ανώτατου θεσμού (του κράτους) για παροχή εκπαίδευσης, αλλά το αντίθετο: την “ισόβια αναζήτηση” γνώσεων που έχουν αξία στην αγορά εργασίας, απ’ τον καθένα και την καθεμιά.  Ισόβια αναζήτηση – όχι, αναγκαστικά, πετυχημένη…

Ούτε, επίσης, η “δια βίου μάθηση” είχε ή έχει κάποιο υπονοούμενο κατάκτησης – της – σοφίας (και αναγνώρισής της). Ή, έστω, μια παρότρυνση “ισόβιας ειδίκευσης”. Το αντίθετο. Δια βίου αβεβαιότητα (στην αγορά εργασίας) ή ισόβια άγνοια (του ποιές γνώσεις θα είναι σταθερά ακριβές στην “οικονομία της γνώσης”)· αυτό ήταν και είναι το νόημα.

Δεν θα πρέπει, όμως, να καταραστούμε κάποιους μοχθηρούς που δήθεν συνωμοτούν πίσω απ’ τις πλάτες μας για να αχρηστεύουν γνώσεις (αποκτημένες συχνά με μεγάλο κόπο) και να ρίχνουν όσους τις έχουν στον πάτο της κοινωνικής ιεραρχίας ενώ τους είχαν υποσχεθεί την κορυφή! Δεν πρόκειται για συνωμοσία! Οι τεχνολογικές εξελίξεις (άλλες όψεις των οποίων απολαμβάνουμε καθημερινά) παράγουν διαρκώς επαναπροσδιορισμούς του “ποιά γνώση έχει εμπορική αξία” (και πόση). Η πιο κεντρική, κοινότοπη, ευρύτατα διαδεδομένη και κοινωνικά αποδεκτή διαδικασία αυτού του διαρκούς επαναπροσδιορισμού, είναι η πληροφορική και η πληροφοριοποίηση. Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Αυτό το είδος μηχανών δουλεύουν και εξελίσσονται μέσω της διαρκούς μηχανοποίησης των (ανθρώπινων) διανοητικών λειτουργιών, μέσω της διαρκούς μηχανοποίησης των γνώσεων. Αυτό που ως χτες βρισκόταν στα κεφάλια και στα μυαλά, ονομαζόταν ειδική γνώση, και είχε υψηλή τιμή στην αγορά εργασίας, σήμερα είναι ένα σετ αλγορίθμων, ένα υπολογιστικό πρόγραμμα, που μπορεί κανείς να το χρησιμοποιήσει ακόμα και τσάμπα. Αυτό που ως χτες βρισκόταν στα κεφάλια και στα μυαλά, ονομαζόταν μνήμη, και αποτελούσε το υπέδαφος όχι μόνο των γνώσεων ή των εμπειριών αλλά και της ίδιας της καθημερινής ζωής και των καθημερινών σχέσεων, σήμερα είναι μια τόση δα συσκευή, ένας σκληρός δίσκος, ένας δίσκος ψηφιακής εγγραφής, ή ένα στικάκι.

Συνεπώς δεν ήταν αυτή καθ’ εαυτή η διακήρυξη της Μπολόνια που άλλαξε τα δεδομένα ή υπέδειξε καινούργιες κατευθύνσεις του καπιταλισμού. Το ανάποδο έχει συμβεί και συμβαίνει. Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση, η Αλλαγή (και) γνωσιολογικού Παραδείγματος, οι νέες τεχνολογίες, είναι που επαναπροσδιορίζουν το ποιές γνώσεις έχουν αξία, ποιές όχι· ακόμα και τους τρόπους μάθησης. Αλλά αυτός ο επαναπροσδιορισμός δεν είναι οριστικός, ούτε σταθερός στο χρόνο. Είναι διαρκής και συνεχόμενος. Έτσι ώστε εάν η έγνοια μας είναι η πώληση των γνώσεών μας στην αγορά εργασίας, μοιάζουμε πια παγιδευμένοι, καταδικασμένοι να τρέχουμε πίσω απ’ τις εξελίξεις, να λαχανιάζουμε προσπαθώντας να ανέβουμε σ’ ένα βαγόνι τραίνων που αλλάζουν συνέχεια μορφή, ταχύτητα και δρομολόγια.

Η γνώση είναι κεφάλαιο;

Επαναλάβαμε ήδη ως τώρα, κάμποσες φορές, τις λέξεις “έχει αξία”. Ποιές γνώσεις έχουν αξία (στην αγορά εργασίας) και ποιές όχι. Θα συμφωνούσαμε εύκολα όλοι και όλες ότι ένα εκπαιδευτικό σύστημα, οποιουδήποτε είδους, παρέχει στους μαθητευόμενους γνώσεις που θα έχουν αξία όταν αυτοί, εκπαιδευμένοι, θα ψάξουν για δουλειά· και όχι οποιαδήποτε γνώση. Για παράδειγμα, το να προβλέπει κανείς τον καιρό της επόμενης ημέρας απ’ το πέταγμα των πουλιών στην εξοχή, ή το να αναγνωρίζει το είδος και το μέγεθος ενός ζώου απ’ τις πατημασιές του στο λασπωμένο χώμα, είναι βέβαια γνώσεις. Όμως εάν έχουν κάποια αξία αυτή είναι πολύ ειδική, υπό πολύ συγκεκριμένες συνθήκες, και δεν θα περίμενε κανείς από ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα να διδάσκει τέτοιου είδους πράγματα.

Προκύπτει λοιπόν σαν εύλογο συμπέρασμα ότι εκείνο που δίνει αξία σε κάποιες γνώσεις και απαξιώνει άλλες δεν είναι η αυτοτελής σημασία τους για την ανθρωπότητα, αλλά το πόσο (και αν) μπορούν να πουληθούν στην αγορά εργασίας, μέσα στις κάθε φορά ιστορικά προσδιορισμένες συνθήκες. Είναι ίσως δυσάρεστο, αλλά είναι αλήθεια: η τρέχουσα φιλοσοφία της εκπαίδευσης και της μάθησης, κι αυτή που υπονοείται κάτω απ’ το δόγμα της “δια βίου μάθησης”, είναι ότι μαθαίνουμε αυτά που μαθαίνουμε για να τα πουλήσουμε. Η ιδέα ότι η γνώση έχει μια βαθύτερη ανθρωπιστική αξία, ότι “όσο μαθαίνουμε τόσο γινόμαστε καλύτεροι σαν άνθρωποι”, έχει πεθάνει προ πολλού. Η εκμάθηση, για παράδειγμα, της κινέζικης γλώσσας μπορεί να θεωρηθεί σαν μια γνώση με υψηλή αξία σε ορισμένους καλά αμειβόμενους τομείς της αγοράς εργασίας στην ευρώπη ή τη βόρεια αμερική. Αντίθετα η εκμάθηση της γλώσσας των Ινουίτ είναι μια γνώση με χαμηλότατη αξία, που θα μπορούσε να θεωρηθεί μόνο χόμπυ.

Η παραδοχή, λοιπόν, της προτεραιότητας της αγοράς εργασίας πάνω στην αξία των γνώσεων, είναι κοινότοπη. Ωστόσο έχει διάφορες συνέπειες, μερικές απ’ αυτές ιδιαίτερα δυσάρεστες.

Ύστερα απ’ αυτά, οι ριζικές αλλαγές που έχουν προκληθεί στο γνωσιολογικό υπόστρωμα των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών απ’ την πληροφορική, την ρομποτική, τις βιο-τεχνολογίες, μπορεί να θεωρηθούν “τεχνικό” ζήτημα; Δεν είναι! Και δεν είναι καθόλου “τεχνική” μια άλλη αλλαγή, ιδεολογική αυτή, που όχι μόνο έχει γίνει τις 3 – 4 τελευταίες δεκαετίες, αλλά είναι δεκτή με μεγάλη ευμένεια. Η γνώση είναι κεφάλαιο λέει το καινούργιο δόγμα, και έτσι οι γνώσεις που έχει ο καθένας είναι το “κεφάλαιό” του· η ζωή είναι ένας επιχειρηματικός στίβος, και ο καθένας πολεμάει εκεί με το γνωσιακό του κεφάλαιο, σαν ένας μικρός επιχειρηματίας. Φυσικά, αφού είμαστε ο καθένας “επιχειρηματίας”, είναι δική μας ευθύνη να φροντίζουμε το γνωσιακό μας κεφάλαιο: να το συντηρούμε, να το βελτιώνουμε, να το “επενδύουμε” σωστά… Δική μας και η ζημιά, τα λάθη, οι αποτυχίες, οι συνέπειές τους.

Η ιδέα αυτή είναι σχετικά καινούργια, και προέρχεται κατευθείαν απ’ την ιδεολογική ατζέντα του νεοφιλελευθερισμού. Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη θεολογία, που έχει διατυπωθεί γραπτά ήδη απ’ τις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60, όχι μόνο οι γνώσεις που έχουμε ο καθένας και η καθεμιά (αδιάφορο πως τις έχουμε αποκτήσει) αποτελούν το “Ατομικό Κεφάλαιο” μας, αλλά στην ίδια κατηγορία είναι η υγεία μας, οι κοινωνικές μας σχέσεις, τα γούστα μας. Κι αφού δεν είμαστε παρά “επιχειρηματίες του εαυτού μας”, δεν μπορούμε παρά να φροντίζουμε οι ίδιοι για την “ποιότητα” και την “απόδοση” της υγείας μας, των κοινωνικών μας σχέσεων, των γούστων μας – και, φυσικά, των γνώσεών μας. Όπως κάνει κάθε καπιταλιστικής με το κεφάλαιό του. Επίσης, όπως συμβαίνει γενικά στον καπιταλιστικό κόσμο, το “Ατομικό Κεφάλαιό” μας μπορεί να απαξιωθεί ή/και να καταστραφεί: η αρρώστια ή η μοναξιά είναι μερικές μορφές τέτοιας ατομικής – καπιταλιστικής – απαξίωσης. Αλλά (λέει η νεοφιλελεύθερη θεολογία) αυτά συμβαίνουν και δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Ας βρίσκει ο καθένας μας το κουράγιο ή/και την υποστήριξη για να κάνει – μια – καινούργια – προσπάθεια, μια καινούργια – αρχή.

Έτσι, λοιπόν, η δια βίου μάθηση, που βρίσκει την πλήρη ιδεολογική της στήριξη σ’ αυτά τα νεοφιλελεύθερα δόγματα, δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ’ την εποποιία των μικρών ατομικών γνωσιολογικών κεφαλαίων μας μέσα στην αγορά. Και η δια βίου μάθηση δεν είναι μόνη της. Πάει πακέτο με την δια βίου αγωνία για την καλή μας υγεία (τον δια βίου υγιεινισμό), τις δια βίου δημόσιες σχέσεις (που ονομάζονται “κοινωνικότητα”), την δια βίου fitness στις νόρμες της αγοράς και του ανταγωνισμού του καθενός με όλους τους άλλους. Τελικά, μέσα σ’ αυτόν τον ισόβιο πόλεμο, υπάρχουν και απώλειες, πτώσεις, μικρές καθημερινές ήττες και καταστροφές· αλλά αυτό είναι φυσιολογικό και αναπόφευκτο…

Είναι ενδιαφέρον ότι όλο αυτό το σετ των νεοφιλελεύθερων ιδεών περί “ατομικού κεφαλαίου” (γνωσιολογικού, κοινωνικών σχέσεων, υγείας, ενδιαφερόντων) έχει γίνει πλήρως αποδεκτό από όλες τις γενιές των φοιτητών, των γονέων τους, αλλά και των περισσότερων διδασκόντων τα τελευταία 40 χρόνια, και μάλιστα όχι μόνο απ’ τους “δεξιούς” αλλά και από τους “αριστερούς”. Η βάση πολλών κινητοποιήσεων που έχουν καταγραφεί σαν ηρωικές εκδηλώσεις του φοιτητικού κινήματος (μεταξύ των οποίων και οι κινητοποιήσεις κατά της αλλαγής του άρθρου 16 του συντάγματος) είναι η περιβόητη “αξία των πτυχίων μας”. Μόνο που δεν πρόκειται για αγωνία περί της κοινωνικής αξίας των μέσω των πτυχίων επικυρωμένων γνώσεων. Δεν πρόκειται για την αγωνία αν ο γιατρός, ο δικηγόρος, ο μηχανικός, ο ναυπηγός, προσφέρουν πράγματι χρήσιμο έργο προς όφελος του κοινωνικού συνόλου και ειδικά των πιο αδύναμων! Δεν πρόκειται για εκδήλωση αλτρουισμού, ούτε για ανησυχία μήπως υπάρχει κάποια κατάχρηση (γνωσιολογικής) ανωτερότητας. Και δεν πρόκειται φυσικά, ούτε λόγος, για αμφισβήτηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η “αξία των πτυχίων” που τόσες ανησυχίες προκαλεί είναι μόνο η αγοραία, η εμπορική αξία τους. Το σε χρήμα, κύρος, κοινωνική αναγνώριση αντάλλαγμά τους. Και η ανησυχία για την “πτώση” αυτής της αξίας είναι συνώνυμη της ανησυχίας περί απαξίωσης του ατομικού γνωσιολογικού κεφαλαίου του καθενός· της ανησυχίας για “μειωμένη απόδοση” της οικογενειακής επένδυσης που έγινε για την εκπαίδευσή του / της· της ανησυχίας για μειωμένη ή και καθόλου “κερδοφορία” απ’ αυτές τις γνώσεις / πτυχία.

Η ιδέα, λοιπόν, ότι η εκπαίδευση, οι επιδόσεις, τα πτυχία, τα κόντρα πτυχία, οι δημοσιεύσεις, η “δικτύωση” στους ακαδημαϊκούς στάβλους, κλπ, αποτελούν προσωπική περιουσία του καθενός, άρα τον ατομικό πλούτο του, άρα το κεφάλαιό του, είναι τόσο κοινότυπη ώστε μόνο ιερόσυλοι θα τολμούσαν να την αμφισβητήσουν. Το ανιστόρητο στοιχείο αυτών των βεβαιοτήτων βρίσκεται στη πεποίθηση ότι ενόσω ο καθένας “κτίζει το γνωσιολογικό κεφάλαιό” του μέσα στα παραδοσιακά συστήματα εκπαίδευσης προετοιμαζόμενος να το αξιοποιήσει ιδιωτικά, αυτά τα συστήματα (και οι χρηματοδότες τους, δηλαδή τα κράτη) πρέπει να μένουν αφηρημένα αλλά φανατικά προσηλωμένοι στην ιδέα του “γενικού καλού”. Σα να λέμε ότι η συντήρηση του ατομικού (γνωσιολογικού) επιχειρείν πρέπει να τελεί υπό την εγγύηση ενός γενικού (κρατικού) σοσιαλισμού. Και ότι σε κάθε περίπτωση, δεκάδες χιλιάδες ατομικές προσδοκίες και επενδύσεις δεν πρέπει να ταράξουν την ολύμπια αταραξία του κράτους πρόνοιας και των αφεντικών του. Γίνεται αυτό; Δεν γίνεται!!!

 

Η ιδέα περί ατομικού κεφαλαίου, και της προσωπικής επιχείρησης Εγώ, είτε αφορά τις γνώσεις, είτε τις κοινωνικές σχέσεις, είτε την υγεία, είτε τα ενδιαφέροντα, είτε οτιδήποτε άλλο, “μπάζει” από κάθε λογική μεριά που θα την έλεγχε κάποιος. Για παράδειγμα, εάν οι (ανθρώπινες) γνώσεις αποτελούν “κεφάλαιο”, τότε και οι σκυλίσιες γνώσεις αποτελούν επίσης “κεφάλαιο” – και μπορούμε να ονομάσουμε κάθε σκύλο “επιχειρηματία του εαυτού του”. Σύμφωνα μ’ αυτή την ιδέα ακόμα και τα δάση θα αποτελούνταν απ’ τα ατομικά κεφάλαια κάθε δέντρου χωριστά· αλλά θα συνιστούσαν επίσης το “κεφάλαιο” κάθε βουνοπλαγιάς. Εν τέλει, στον έμβιο και μη κόσμο, δεν θα έπρεπε να υπάρχει τίποτα άλλο από “κεφάλαια”: των ψαριών, των εντόμων, των βακτηριδίων, που έχοντας (κάθε είδος και άτομο είδους) μια ορισμένη γνώση, συναγωνίζονται στην “αγορά της ζωής”.

Υπάρχει όμως μια λιγότερο χαριτωμένη και πιο πολιτική υπόδειξη για την αθλιότητα της ιδέας περί “ατομικού κεφαλαίου”, γνωσιολογικού ή άλλου. Ως την δεκαετία του 1970, επί δύο τουλάχιστον αιώνες, στην καπιταλιστική πολιτική οικονομία ακόμα και στις πλέον φιλελεύθερες εκδοχές της, το κεφάλαιο και ο κεφαλαιούχος ήταν απόλυτα διακριτές μεταξύ τους οντότητες. Ο επιχειρηματίας και η επιχείρησή του δεν ταυτίζονταν οντολογικά· κι αυτό είχε σημασία. Γιατί ακόμα κι αν επρόκειτο για την καταστροφή της επιχείρησης (των μηχανών, των κτιρίων, των επενδύσεων, της κερδοφορίας) η αστική ιδεολογία όφειλε να διαφυλάξει τον “άνθρωπο”, ακόμα κι αν ήταν επιχειρηματίας. Φυσικά η φράση καταστράφηκα σαν υποκειμενική έκπτωση δεν ήταν άγνωστη μεταξύ επιχειρηματιών, εμπόρων ή τραπεζιτών. Αλλά η δυνατότητα ανάκαμψης ή, έστω, η δυνατότητα απλής επιβίωσης, ήταν ηθικά και ιδεολογικά σημαντικότερη απ’ την κεφαλαιακή καταστροφή σαν τέτοια.

Η νεοφιλελεύθερη καινοτομία έγκειται ότι το κεφάλαιο και ο κεφαλαιούχος ταυτίζονται, όταν ο λόγος έρχεται στη γνώση σαν κεφάλαιο (ή στην υγεία σαν κεφάλαιο, κλπ). Ο κεφαλαιούχος ΕΙΝΑΙ κεφάλαιο, και το κεφάλαιο ΕΙΝΑΙ κεφαλαιούχος. Πρόκειται για μια καταπληκτική αντιστροφή, αφού μέχρι την επικράτηση των νεοφιλελεύθερων δογμάτων δεν ήταν το “κεφάλαιο” αλλά η εργατική δύναμη που ταυτιζόταν με τον εργάτη· ατομικά και συλλογικά.

Η ταύτιση “γνωσιολογικού κεφαλαίου” και “κεφαλαιούχου” δεν αφήνει κανένα περιθώριο, εκτός απ’ τις παρανοϊκές περιπτώσεις όπου κάποιος νοιώθει ξένος απέναντι στον ίδιο του εαυτό (καταστάσεις που αυτή η ταύτιση προωθεί και αυξάνει): η υποτίμηση του γνωσιολογικού κεφαλαίου (επειδή αυτό επιβάλλει, για παράδειγμα, η τεχνολογική εξέλιξη) είναι υποχρεωτικά υποτίμηση του εαυτού. Η απαξίωση των γνώσεων που έχω (στην αγορά) σημαίνει ταυτόχρονα απαξίωσή μου. Και αντίστροφα.

Η πιο πάνω ταύτιση παράγει λοιπόν μια καινούργια οντολογία της αποτυχίας: η χρεωκοπία είναι “χρεωκοπία του εαυτού”, δηλαδή αυτοενοχοποίηση και κατάθλιψη. Η αποτυχημένη επένδυση, είναι “αποτυχία του εαυτού” έναντι των πετυχημένων, δηλαδή ζηλοφθονία. Το “χωρίς αξία πτυχίο” είναι ο “χωρίς αξία εαυτός”.

Η γενική ιδεολογική εκστρατεία του νεοφιλελευθερισμού να ονομάσει / χαρακτηρίσει τα πάντα που σχετίζονται με την εργασία και την εργατική δύναμη κεφάλαιο, δεν ήταν μια απλή επιχείρηση πλαστογραφίας. Ήταν μια έξυπνη αντιστροφή της καπιταλιστικής πραγματικότητας, έτσι ώστε αυτή να (θεωρείται ότι) απαρτίζεται μόνο από “κεφάλαια” και “επιχειρηματίες”, που αναμετριούνται μεταξύ τους σύμφωνα με τους κανόνες του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού.

Ειδικά στην περίπτωση του “γνωσιακού κεφάλαιου”, η νεοφιλελεύθερη αντιστροφή έχει προφανείς συνέπειες. Ας συνοψίσουμε:

α) Το πεδίο εντός του οποίου οι γνώσεις έχουν μεγαλύτερη ή μικρότερη αξία είναι ένα: η αγορά. Η γνώση δεν είναι ούτε χαρά, ούτε απόλαυση, αλλά (μόνο, ή κυρίως) μια διαρκής επενδυτική διαδικασία.

β) Μέσα στην αγορά γνώσεις υποτιμώνται ή και “εξαφανίζονται” (με την έννοια ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται να τις αγοράσει) και άλλες δημιουργούνται, με την φυσικότητα της δημιουργίας και της καταστροφής κεφαλαίων. Οι αλλαγές στο γνωσιολογικό Παράδειγμα των κοινωνιών πρέπει να εννοούνται μόνο σαν “η φυσική κίνηση του κεφαλαίου” – δεν υπάρχουν άλλα αξιολογικά κριτήρια σε σχέση με τις γνώσεις εκτός απ’ το κέρδος που αποφέρουν.

γ) Η “κυκλοφορία των γνώσεων” στην αγορά μοιάζει με την κυκλοφορία του χρήματος. Η μάθηση (και η εκπαίδευση) είναι απλά μία συναλλαγή (και να γιατί πρέπει να πληρώνει κανείς για να μάθει…). Έννοιες όπως η αλληλεγγύη ή η αλληλοβοήθεια δεν έχουν σχέση με την κυκλοφορία των γνώσεων, ούτε με τη σκοπιμότητα της μάθησης. Η παλιά ιδέα ότι σε κάθε διαδικασία εκπαίδευσης δε μαθαίνει μόνο ο εκπαιδευόμενος αλλά και ο εκπαιδευτής δεν μπορεί να σταθεί, αφού αυτός ο τελευταίος (ο εκπαιδευτής) δεν πληρώνει, κι ούτε πρέπει…

δ) Η διανοητική εργασία, μια έννοια αρκετά παλιά και αποδεκτή ως και την δεκαετία του 1960, είναι ξεπερασμένη και πρέπει να αντικατασταθεί. Του λοιπού, εάν και εφόσον επιτρέπεται να μιλάει κανείς για “εργασία” και “εργάτες”, αυτά θα αφορούν τους ανειδίκευτους χειρώνακτες.

Έχει ενδιαφέρον ωστόσο ότι η έννοια του γνωσιακού εργάτη (knowledge worker) γεννήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με την νεοφιλελεύθερη αλήθεια “όλα – είναι – κεφάλαιο”, στα τέλη της δεκαετίας του ‘50. Το 1959 ο αυστρο-αμερικανός σύμβουλος επιχειρήσεων Peter Drucker εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο Τhe Landmarks of Tomorrow (τα ορόσημα του μέλλοντος) όπου ανάμεσα σε άλλες πρωτοποριακές για την εποχή του ιδέες (όπως το outsourcing) εισήγαγε και την έννοια του γνωσιακού εργάτη. Που, κατά την γνώμη του, θα αντικαθιστούσε τον βιομηχανικό εργάτη σε ότι αφορά την κεντρικότητά του(ς) στην οργάνωση της εργασίας και της παραγωγής.

Αλλά ο Drucker ήταν πραγματιστής: μιλούσε για το (καπιταλιστικό) μέλλον μέσα απ’ τις σχέσεις του τότε (καπιταλιστικού) παρόντος. Το γνωσιακό εργάτη τον έβλεπε μέσα απ’ την εξαρτημένη μισθωτή σχέση που ήταν ο κανόνας, και κατά συνέπεια δεν μπορούσε να τον προβάλλει σαν “κεφαλαιούχο”, όσο σημαντικό κι αν τον θεωρούσε. Συνεπώς, για τον Drucker, ο γνωσιακός εργάτης παρέμενε πάντα διανοητικός εργάτης.

Τις επόμενες δεκαετίες, όπου η ανάπτυξη του τριτογενούς προχώρησε με άλματα χέρι χέρι με την πληροφοριοποίηση (μέσα στο ροζ σύννεφο του νεοφιλελευθερισμού) οι έννοιες πήραν άλλον δρόμο. Η “οικονομία της γνώσης”, η “πνευματική ιδιοκτησία” και το “γνωσιακό κεφάλαιο” άρχισαν να στήνουν αναπαραστάσεις ενός υποτιθέμενα “άυλου” καπιταλισμού, στον οποίο οι ιστορικές σχέσεις εκμετάλλευσης της εργασίας και εργατικού ανταγωνισμού θεωρήθηκαν ξεπερασμένες. Σ’ αυτήν την σκηνή, του “άυλου”, η αναγνώριση της σημασίας της διανοητικής εργασίας έγινε μέσω της μετατροπής της σε (ατομικό) κεφάλαιο – συνεταίρο και όχι ανταγωνιστή του εκάστοτε εργοδότη.

Για ένα γνωσιολογικό κίνημα

Υποθέτουμε πως έχει γίνει κατανοητό ότι μια αλληλουχία κοινότυπων παραδοχών οδηγεί με ακρίβεια στην ασφυξία που πολλοί ζουν σήμερα, μέσα και έξω απ’ το ξεπερασμένο (όπως υποστηρίζουμε) εκπαιδευτικό σύστημα. Εάν η εκπαίδευση έχει αξία μόνο σε σχέση με την ανταλλαγή των γνώσεων στην αγορά εργασίας· εάν η αγορά εργασίας και οι “ανάγκες της” προσδιορίζονται απ’ τις τεχνολογικές εξελίξεις και τις διαρκείς αλλαγές στον καταμερισμό της παραγωγής και της κατανάλωσης· εάν, τέλος, δεν έχει διαμορφωθεί ένα οριστικό και πλήρες μοντέλο “χρήσιμων και άχρηστων γνώσεων”, καθώς οι εξελίξεις και οι αλλαγές είναι διαρκείς, τότε τι άλλο απομένει για όλους εμάς απ’ το τριβόμαστε στις μυλόπετρες αυτών των αλλαγών; Τι άλλο απομένει απ’ τη μοιρολατρεία και την ηττοπάθεια;

Είναι, ακριβώς, ενώπιον τέτοιου είδους κρίσιμων ερωτημάτων που χρειαζόμαστε ένα ριζοσπαστικό γνωσιολογικό κίνημα! Θα προσθέταμε: ένα γνωσιολογικό κίνημα ανταγωνιστικό σ’ όλες αυτές τις παραδοχές που “δουλεύουν” μέσα και πίσω απ’ την αγορά εργασίας.

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι πρέπει να αποσπάσουμε τις γνώσεις – και την μάθηση! – απ’ τη μέγγενη της αγοράς και του κεφαλαίου. Σημαίνει ότι πρέπει να θεμελιώσουμε μια εντελώς διαφορετική “αξία”, σαν οδηγό των γνωσιολογικών ενδιαφερόντων και επιλογών μας, μακριά κι αντίθετα απ’ τις αξιολογήσεις που παράγει το σύστημα. Σημαίνει ότι πάνω σ’ αυτήν την εντελώς διαφορετική αξία του να μαθαίνεις, πάνω σε αξίες κοινωνικής υφής και καθόλου αγοραίες, μπορούμε να ξαναστηρίξουμε την απαίτηση δημόσιων, κοινωνικών, δωρεάν εκπαιδευτικών διαδικασιών – για τον 21ο αιώνα.

Θα πει σ’ αυτό το σημείο κάποιος: Μα αυτό δεν είναι καινούργιο! Δεν έχει, μήπως, δηλωθεί ξανά και ξανά η εναντίωση στην “εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης”; Πράγματι. Μόνο που το “όχι στην εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης” είναι λειψό (έως και ύποπτο) εάν δεν στηρίζεται στο “όχι στην εμπορευματοποίηση της γνώσης”!!! Κι αυτό το τελευταίο “όχι” σημαίνει ότι ΔΕΝ μετράμε την αξία όσων ξέρουμε και όσων θέλουμε να μάθουμε με βάση το εμπόριο και τους κανόνες της αγοράς.

Ας τα δούμε αυτά κάπως πιο αναλυτικά.

Μας λένε (και ως τώρα το αποδεχόμαστε) ότι η γνώση είναι κεφάλαιο. Μπορούμε και πρέπει να διαγράψουμε αυτό το δόγμα υποστηρίζοντας ότι η γνώση είναι εργασία, είναι δημιουργία, είναι χαρά – και πάντα προς όφελος των κοινωνικών σχέσεων και του κοινωνικού πλούτου, και όχι των αφεντικών μας! Όμως αυτό δεν είναι μια εύκολη κουβέντα. Το να τραβήξουμε την γνώση, την εκπαίδευση, την μάθηση έξω απ’ τις νόρμες της αγοράς χρειάζεται έναν γενικό και ριζοσπαστικό επανακαθορισμό τόσο στα περιεχόμενα όσο και στις μεθόδους. Χρειάζεται να διαγράψουμε απ’ τα μυαλά μας τη διάκριση και την ιεράρχηση ανάμεσα σε “γνώσεις χρήσιμες για να πουληθούν” και γνώσεις που χαρίζονται, γνώσεις που αποτελούν το υφάδι των καθημερινών μας σχέσεων.

Κι ούτε αυτά είναι αρκετά. Χρειάζεται να αποβάλουμε απ’ την ηθική μας το στενό, χρηματικό ωφελιμισμό των “χαρτιών”, των “πτυχίων”, των πιστοποιήσεων. Χρειάζεται επίσης να αποβάλουμε απ’ τον ορίζοντά μας τον ατομισμό και τον ανταγωνισμό του “γνωρίζω”, σύμφωνα με τον οποίο μπορεί κανείς να εξασφαλίσει καλύτερη αμοιβή για τις γνώσεις τους εάν είναι λίγοι εκείνοι που έχουν ίδιες ή παρόμοιες. Πρέπει, αντίθετα, να αποκαταστήσουμε στη θέση της την κοινωνικότητα του γνωρίζειν· την αλήθεια ότι όλη η ανθρωπότητα είναι ένα συλλογικό σώμα, ένα συλλογικό υποκείμενο γνώσεων, που προχωράει ακριβώς μέσω αυτής της ευρύτατης γνωσιολογικής συλλογικότητας και των ελεύθερων ανταλλαγών στο εσωτερικό της.

Χρειάζεται τέλος να μελετηθούν με κριτικό τρόπο οι βασικές αρχές των νέων τεχνολογιών, να ξεπεραστεί τόσο ο τεχνολογικός φετιχισμός όσο και οι τεχνολογικές φοβίες, και να διαλεχτούν εκείνα που είναι πραγματικά μέσα, εργαλεία, μιας κοινωνικής γνώσης της ζωής.

Θα πει κάποιος: ωραία, αυτά ακούγονται πολύ όμορφα και πολύ ιδεαλιστικά… Αλλά πως θα δουλεύουμε εάν δεν έχουμε (ο καθένας) έναν φάκελο γεμάτο χαρτιά, πτυχία, πιστοποιητικά γνώσεων; Ευτυχώς τέτοιου είδους αυταπάτες τις διαλύει το ίδιο το σύστημα, κρατώντας όμως ζωντανή την ιδεολογία τους, για να πολεμάμε ο καθένας όλους τους υπόλοιπους στην αγορά εργασίας. Στην πράξη μπορεί ο καθένας να δουλεύει οπουδήποτε γνωρίζοντας (απολαμβάνοντας γνώσεις) πολύ περισσότερα απ’ αυτά που χρειάζεται να πουλήσει στην αγορά! Ένα ανάμεσα στα πολλά που μπορεί να κάνει ένα ριζοσπαστικό, ανταγωνιστικό, γνωσιολογικό κίνημα είναι, τελικά, να επιβάλει στην περιβόητη “αγορά” κανόνες διαφορετικούς ή και αντίθετους από εκείνους που συμφέρουν τα αφεντικά.

Θα πει κάποιος άλλος: καλά, όμως πως είναι δυνατόν να δημιουργηθεί ένα γνωσιολογικό κίνημα; Δεν έχει υπάρξει ποτέ πριν κάτι τέτοιο· πώς λοιπόν θα το φτιάξουμε; Εδώ υπάρχουν σκέψεις και βήματα που έχουν γίνει· όμως αυτά μπορούν να αξιολογηθούν μόνο από εκείνους κι εκείνες που καταλαβαίνουν και την συγκεκριμένη πρόκληση των καιρών όχι σαν συντεχνιακό πρόβλημα ή σαν ζήτημα ατομικής κοινωνικής ανόδου, αλλά σαν κεντρικό θέμα της κοινωνικής ζωής.

Απ’ την άλλη μεριά πρέπει να θυμίσουμε ότι πριν 3 ή 4 δεκαετίες απετέλεσε βάση και αντικείμενο ενός ριζοσπαστικού και (αρχικά τουλάχιστον) ανταγωνιστικού κινήματος “κάτι” που ως τότε δεν είχε γίνει θέμα κοινωνικών ή και ταξικών συγκρούσεων. Και δημιουργήθηκε εκείνο το κίνημα επειδή αυτό το “κάτι” έγινε επίσης κεφάλαιο, και μάλιστα κρίσιμο για την σταθερότητα του συστήματος. Αναφερόμαστε σ’ αυτό που λέγεται “φύση” και στα ριζοσπαστικά οικολογικά κινήματα.

Εδώ και καιρό η γνώση – δηλαδή οι σκέψεις μας, τα ενδιαφέροντά μας, οι τρόποι να μαθαίνουμε κι αυτά που ξέρουμε ή αγνοούμε – έχει γίνει πράγματι καπιταλιστική πρώτη ύλη στρατηγικής σημασίας. Υπάρχουν πολλά που το δείχνουν και το φωνάζουν.

Αυτό που χρειάζεται είναι, επιτέλους, να πάψουμε να κρύβουμε τα κεφάλια μας στην άμμο της καπιταλιστικής Αλλαγής Παραδείγματος, στις αναμνήσεις, στις παλιές βεβαιότητες που είναι ξεπερασμένες. Αυτό που χρειάζεται είναι να ζήσουμε και να πολεμήσουμε στην πραγματική εποχή μας.  Αυτό που χρειάζεται είναι να ανακαλύψουμε τους καινούργιους ορίζοντες των πραγματικών κοινωνικών αναγκών.

 

_Game over

Οκτώβρης 2013

 

]]>
Φωτογραφίες https://gameover.zp/2013/10/29/%cf%86%cf%89%cf%84%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b5%cf%82-%cf%86%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b2%ce%ac%ce%bb-2013-3/ Tue, 29 Oct 2013 09:10:26 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1275 See image gallery at gameover.zp] ]]>