FESTIVAL – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp Συλλογικά συγκροτημένη διαδικασία έρευνας και δράσης για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης και της παρακμής του υπάρχοντος μοντέλου εκπαίδευσης· και, ταυτόχρονα, επανασύνδεσης της κριτικής με την (και ενάντια στην) συγκυρία (γνωσιολογική, ιδεολογική, πειθαρχική) της «χρήσιμης καπιταλιστικά γνώσης». Sat, 23 May 2026 12:50:50 +0000 en-US hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://gameover.zp/wp-content/uploads/2012/06/cropped-11954387511887014124johnny_automatic_fly.svg_.med_-32x32.png FESTIVAL – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp 32 32 2017 GAME OVER FESTIVAL | ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ https://gameover.zp/2017/10/01/%cf%86%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b2%ce%b1%ce%bb-2017-%cf%80%cf%81%cf%8c%ce%b3%cf%81%ce%b1%ce%bc%ce%bc%ce%b1-2/ Sun, 01 Oct 2017 19:00:08 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2494  

 

2017 fest afisa

ΦΕΣΤΙΒΑΛ 2017
6-7-8 Οκτώβρη
Αρχιτεκτονική, Κάτω Πολυτεχνείο, Αίθριο Αβέρωφ

Παρασκευή, 6 Οκτώβρη

19.00 εκδήλωση-συζήτηση
Become a cyborg, stay relevant.
Τεχνικές και οδηγίες χρήσης

22.30 Θεατρική παράσταση
“Η ριμάδα του άγιου Ευάγγελου, του επονομαζόμενου και καταληψία”
της Λουίζας Λαζάρου
από τη θεατρική ομάδα “Τσιριτσάντσουλες”

Σάββατο, 7 Οκτώβρη

19.00 εκδήλωση-συζήτηση
Who wants to live forever?
Ο λόγος για την επαύξηση του ανθρώπου

22.30 συναυλία
Κροταλίας
Cold i
Living Under Drones
Ghostland

Κυριακή, 8 Οκτώβρη

19.00 εκδήλωση-συζήτηση
Ακρίβεια/ Απόδοση/ Ταχύτητα
Επιστήμη, επαύξηση, Internet of Things και ο ρόλος τους στην καπιταλιστική συσσώρευση

22.30 Χορός, Ακροβασία
από τους “Κι όμως κινείται”

*Οι πόρτες ανοίγουν στις 18.00

]]>
ΦΕΣΤΙΒΑΛ 2016 – Φωτογραφίες https://gameover.zp/2017/08/08/%cf%86%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b2%ce%b1%ce%bb-2016-%cf%86%cf%89%cf%84%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b5%cf%82/ Tue, 08 Aug 2017 13:51:10 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2472 See image gallery at gameover.zp] ]]> Εισήγηση: Το γονίδιο της κριτικής. https://gameover.zp/2017/08/08/%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%ae%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%bf-%ce%b3%ce%bf%ce%bd%ce%af%ce%b4%ce%b9%ce%bf-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82/ Tue, 08 Aug 2017 13:39:55 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2402

Είμαστε γενετικά προγραμματισμένοι να μην είμαστε γενετικά προγραμματισμένοι[ref]«… το άτομο φαίνεται να είναι έτσι γενετικά προκαθορισμένο ώστε να μην είναι γενετικά προκαθορισμένο!» Η φράση αυτή ανήκει στον νευροβιολόγο Pierre Magistretti και προέρχεται από το βιβλίο Τα ίχνη της εμπειρίας, πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης 2015,2016[/ref]

Εισαγωγή

«Η έρευνα για το Ιερό Δισκοπότηρο του ποιοι είμαστε, είναι πλέον σε στάδιο εξέλιξης»

Η φράση αυτή ανήκει στον βιοχημικό Walter Gilbert και μετράει ήδη 26 χρόνια από τότε που ειπώθηκε. Ήταν τότε που ξεκινούσε το πρόγραμμα για την αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιόματος, με τον τίτλο «Human Genome Project» (HGP), το οποίο θα ολοκληρωνόταν το 2003. Ήταν τότε που λέξεις όπως “DNA” και “γενετικός προκαθορισμός” θα έμπαιναν για τα καλά όχι μόνο στην ημερήσια διάταξη της επιστημονικής έρευνας αλλά και στο καθημερινό λεξιλόγιο του καθενός και της καθεμιάς. Ήταν ένας σταθμός, ο οποίος σηματοδότησε μια γενικότερη αλλαγή σκέψεων και πεποιθήσεων για το “ποιοι είμαστε” και το σημαντικότερο από όλα: για το “γιατί είμαστε αυτοί που είμαστε”.

Πριν μόλις τέσσερεις μήνες (Ιούνιος ’16) έγινε μια καινούργια ανακοίνωση. Ανακοινώθηκε η έναρξη του προγράμματος «Human Genome Project – Write» (HGP-Write), ενός 10ετούς ερευνητικού προγράμματος, το οποίο αποτελεί κάτι σαν επέκταση του HGP και έχει σαν διακηρυγμένο στόχο την χημική ανασύνθεση του ανθρώπινου γονιδιώματος. Η ιστορία λοιπόν πάει κάπως έτσι: “διαβάσαμε” το ανθρώπινο γονιδίωμα (το διαβάσαμε σε πολλά εισαγωγικά[ref]Κάτι που δεν λέγεται συχνά είναι ότι η αποκωδικοποίηση του DNA αφορά μόλις το 3% του συνολικού DNA του ανθρώπου. Υποτίθεται ότι αυτό το 3% είναι που μεταφράζεται σε γονίδια, ενώ το υπόλοιπο 97% θεωρείται junk  (άχρηστο), αλλά και αυτό αμφισβητείται επιστημονικά.[/ref]), τώρα ήρθε η ώρα να αρχίσουμε και να το “γράφουμε” (να το ανασκευάζουμε).

Ένα ερώτημα της κριτικής που προκύπτει κατευθείαν μπροστά στην αναζήτηση τέτοιων “Ιερών Δισκοπότηρων” είναι το κατά πόσο έρευνες σαν και αυτές αποτελούν καθαρά προϊόν της “αχόρταγης περιέργειας” της επιστημονικής σκέψης ή αν υπάρχουν συγκεκριμένα συμφέροντα τα οποία δρομολογούν τέτοιες εξελίξεις. Αν το γενετικό υλικό παρέχει όλα τα μυστικά του σώματός μας (και όχι μόνο), πως αυτό επιδρά στις ζωές μας υλικά, μέσω της διαχείρισης της υγείας για παράδειγμα, αλλά και (εξίσου σημαντικό) ιδεολογικά, σε σχέση με τις κοινωνικές πεποιθήσεις ως προς την εννόηση του εαυτού; Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα πάνω στα οποία θα κινηθεί αυτή η εισήγηση, ξεκινώντας από μια σύντομη αναφορά πάνω στο πρόγραμμα του ανθρώπινου γονιδιώματος.

«Human Genome Project»

Από την ανακάλυψη της διπλής έλικας το 1953 και μετά, η γενετική επιστήμη, αλλά και γενικότερα οι επιστήμες ζωής, άρχισαν σιγά-σιγά (χάρη και στην σύμφυσή τους με την πληροφορική) να αποκτούν μεγάλο κύρος και να εξασφαλίζουν τεράστιες χρηματοδοτήσεις. Και επιπλέον υπήρχε η ηθική νομιμοποίηση (την οποία οι γενετιστές εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο για να προωθήσουν το έργο τους), ότι τιμή δεν είναι αρκετά υψηλή για να θεραπεύσουμε τις κληρονομικές ασθένειες, απέναντι στις οποίες η ιατρική επιστήμη μοιάζει σχεδόν αβοήθητη. Ή ακόμα καλύτερα (και αυτό αφορούσε ειδικά τις φαρμακοβιομηχανίες που επένδυσαν αρκετά) θα άνοιγε ο δρόμος για την εξατομικευμένη ιατρική. Ένα γενικό refresh για το εμπόριο των φαρμάκων κάθε είδους. Μέσα σε αυτό λοιπόν το κλίμα ήταν που ξεκίνησε και το HGP και θεωρήθηκε ακόμα μεγαλύτερο “βήμα για την ανθρωπότητα” από αυτό του Armstrong στο φεγγάρι.

Ενώ το μεγαλύτερο μέρος της επιστημονικής κοινότητας ανυπομονούσε να βάλει τέλος στους περιορισμούς της ιατρικής επιστήμης, υπήρχαν και άλλοι που ήταν πιο επιφυλακτικοί όσον αφορά το HGP και τις υποσχέσεις που δίνονταν. Ένας από αυτούς, ο Eric Lander[ref]O Eric Lander είναι μαθηματικός και γενετιστής και έχει διατελέσει ερευνητής στο HGP.[/ref], είχε πει σε μία ομιλία του στο Λευκό Οίκο: «Έχουμε αποκαλέσει το ανθρώπινο γονιδίωμα αποτύπωμα, Ιερό Δισκοπότηρο, του έχουμε δώσει κάθε είδους όνομα. Είναι μια λίστα εξαρτημάτων. Αν σας έδινα την λίστα των εξαρτημάτων ενός Boeing 777, και αποτελείται από 100,000 κομμάτια, δεν νομίζω να μπορούσατε να τα βιδώσετε το ένα με το άλλο, και σίγουρα δεν θα μπορούσατε να καταλάβετε γιατί πέταξε».

Η επιφυλακτικότητα αυτή αποδείχθηκε κάτι παραπάνω από βάσιμη. Ενόσω τα αποτελέσματα του HGP ξεκίνησαν να βλέπουν το φως της δημοσιότητας η ολοκλήρωση του προγράμματος είχε ήδη χαρακτηριστεί πιο σημαντική από τον πρώτο άνθρωπο στο φεγγάρι, ή την ανακάλυψη του τροχού. Στην πραγματικότητα όμως, τα αποτελέσματα ήταν ντροπιαστικά για το γενετικό ντετερμινισμό. Οι άνθρωποι, το υποτιθέμενο ζενίθ του πολιτισμού, με τα περιπλοκότερα των μυαλών, αποκαλύφθηκε πως είχαν περίπου καμιά 20.000 γονίδια, περίπου όσα και μια μύγα. Οι αντιδράσεις από την υπόλοιπη κοινότητα των φυσικών επιστημών ήταν ποικίλες. Οι αναφορές στα μεγάλα περιοδικά είχαν ύφος αδιάφορο, έως ελαφρά έκπληκτο και ξεπερνάγανε το πρόβλημα με ένα αστειάκι. Ήταν όντως “διασκεδαστικό” το ότι μοιραζόμαστε τα μισά μας γονίδια με μια μπανάνα.

Το πιο σημαντικό βέβαια αφορά τη διάψευση της βεβαιότητας που κυριαρχούσε κατά τη διάρκεια του προγράμματος, ότι δηλαδή η αποκωδικοποίηση της ακολουθίας των βάσεων θα οδηγούσε κατευθείαν στην αποκάλυψη του τρόπου με τα οποία τα γονίδια που εμπεριέχονται είναι σε θέση να παράγουν 100 τρισεκατομμύρια κύτταρα σε κάθε ανθρώπινο σώμα (με τον καθένα από τα 7 δισεκατομμύρια ανθρώπους του πλανήτη να αποκτά το δικό του, μοναδικό, αναλογικό ανάγνωσμα από την ψηφιακή αλυσίδα του DNA). Και όσον αφορά τη φαρμακοβιομηχανία και τους χρηματοδότες του προγράμματος, το σημαντικότερο ζητούμενο αφορούσε τους λόγους για τους οποίους εμφανίζονται η δεν εμφανίζονται οι εκάστοτε ασθένειες και εκεί έγκειται κυρίως η αποτυχία. Δεν ήταν μόνο το γεγονός πως υπήρχαν ελάχιστα γονίδια, αλλά και πως εντέλει, μόνο μερικά από αυτά είχαν σχέσεις με ασθένειες. Τα περισσότερα περίσσευαν.

Στη συνέχεια οι μελέτες των GWAS[ref]Genome-Wide Association Study. Ερευνητικό πρόγραμμα βασισμένο στη στατιστική σύγκριση τμημάτων του DNA μεταξύ ατόμων που εμφανίζουν κάποια ασθένεια και “υγιών”. Βασική Ιδέα: εάν ένα επαρκές ποσοστό ασθενών εμφανίζει μία κοινή διαφορά στο DNA του από τους “υγιείς”, αυτή η διαφορά στο DNA συσχετίζεται με τη συγκεκριμένη ασθένεια.[/ref] άρχισαν να δείχνουν πως οι συσχετισμοί με ασθένειες ήταν πολύ πιο περίπλοκοι απ’ όσο θα μπορούσαν να είχαν προβλέψει οι γενετιστές, ακυρώνοντας έτσι στην πράξη την υπόσχεση της επιστήμης για εξατομικευμένη ιατρική. Εν τέλει, τα γονίδια δεν θα μπορούσαν να είναι το “Ιερό Δισκοπότηρο του ποιοι είμαστε”, καθώς ούτε το ΗGP, ούτε κανείς δεν ξέρει πόσα γονίδια είναι ενσωματωμένα μέσα στα τρισεκατομμύρια Α, C, G και Τ[ref]Συμβολισμός των αζωτούχων βάσεων Αδενίνη, Κυτοσίνη, Γουανίνη και Θυμίνη που συνθέτουν το μόριο του DNA.[/ref] του ανθρώπινου γονιδιώματος[ref]Η προτιμώμενη εικασία ήταν περίπου εκατό χιλιάδες.[/ref]. Καλή η γενετική (αν εξαιρέσεις πως το περιβάλλον δεν είχε ληφθεί καν υπόψη), αλλά με όρους απόδοσης της έρευνας σε σχέση με την εξατομικευμένη θεραπεία, τα αποτελέσματα ήταν οικτρά. Αυτό που το HGP είχε αποκαλύψει ήταν απλά ένας βαθμός βιολογικής πολυπλοκότητας, κάτι που ήταν αναμενόμενο έτσι και αλλιώς. Ο Lander τελικά είχε δίκιο: η ολοκλήρωση της ακολουθίας του ανθρώπινου γονιδιώματος έχει παράγει μια λίστα μερών, χωρίς εγχειρίδιο συναρμολόγησης.

Παρόλα αυτά, η καταφανής αποτυχία του προγράμματος από αυτή την άποψη, δεν θα έπρεπε να σταθεί εμπόδιο για μια επιχείρηση τέτοιας κλίμακας. Η φαρμακευτική βιομηχανία (και όχι μόνο αυτή) είχε ήδη επενδύσει πολλά σε αυτή την διαδικασία, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τα αποτελέσματα του προγράμματος και τώρα έπρεπε να βρει έναν τρόπο για να το κάνει.

Biobanks: Μια καινούργια αγορά γεννιέται

Ένα από τα πιο σημαντικά ίσως στοιχεία του προγράμματος ήταν, πέρα από το ζητούμενο της κατανόησης του DNA και των γονιδίων που εκφράζονται μέσα από αυτό, η καταγραφή και η ψηφιοποίηση τους. Τα προσωπικό γονιδίωμα του ασθενή θα καταγραφόταν σε CD (αυτούς τους αστραφτερούς δίσκους που κρατούσαν ψηλά οι μοριακοί επιστήμονες για να μαγέψουν το κοινό, ενόσω αναζητούσαν τρόπους να διασφαλίσουν τη στήριξη για το πρώτο ευρείας κλίμακας σχέδιο των επιστημών της ζωής) το οποίο με τη σειρά του θα ανέλυε ο γιατρός, για να προσφέρει την εξατομικευμένη θεραπεία που ανταποκρίνεται στον κάθε άνθρωπο. Παρότι το HGP απέτυχε να αλλάξει την κλινική φροντίδα όπως ήλπιζαν οι επιστήμονες, η γενετική τεχνολογία είχε προχωρήσει τόσο πολύ που η δραματική μείωση στο κόστος καταγραφής της ακολουθίας του γονιδιώματος, σήμαινε πως σύντομα θα ήταν εφικτό, για τον καθένα και την καθεμία με το πενιχρό ποσό για ξόδεμα, να έχει ολόκληρο το προσωπικό του γονιδίωμα εγγεγραμμένο σε ένα СD.

Τα CD όμως, πέρα από το marketing της όλης διαδικασίας δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν το βασικό μέσο αποθήκευσης όλης αυτής της βιοπληροφορίας. Για να υπάρχει μια αποτελεσματική και προσοδοφόρα διαχείριση όλου αυτού του όγκου πληροφορίας (τα καταγεγραμμένα προσωπικά γονίδια του καθενός), δημιουργήθηκαν οι βιοτράπεζες (biobanks). Μάλιστα πολύ πριν βγει στη δημοσιότητα το πρώτο προσχέδιο του γονιδιώματος το 2001, τα σχέδια για τις βιοτράπεζες είχαν ήδη δρομολογηθεί, με επικεφαλής την ισλανδική «deCode». Αυτό ήταν σαφές: οι βιοτράπεζες θα έπρεπε να παίζουν καθοριστικό ρόλο είτε στην εξατομικευμένη θεραπεία (αν αυτό μπορούσε τελικά να επιτευχθεί) είτε σε όποια άλλη διαχείριση θα μπορούσε να γίνει ενόψει της αποτυχίας της.

Σε αυτή την στρατηγική έπαιξαν (και παίζουν) σημαντικό ρολό οι λεγόμενες εταιρίες γενετικού ελέγχου όπως η «23andMe», «BritainsDNA» και άλλες πολλές, οι οποίες με ένα μικρό αντίτιμο των 100$ είναι σε θέση να αναλύσουν το DNA του καθενός από εμάς (υποσχόμενες πάντα την προστασία των προσωπικών μας γονιδακών δεδομένων).

Ένα σημαντικό στοιχείο που αξίζει να σημειώσουμε εδώ είναι ότι αυτή η διαδικασία της ανάλυσης του DNA, της καταγραφής και της αποθήκευσης αυτών των αναλύσεων, αποτελεί μια νέου τύπου καπιταλιστική συσσώρευση. Στην οποία αυτά που συσσωρεύονται δεν είναι μόνο μηχανές (είναι και τέτοιες), αλλά κυρίως είναι η πληροφορία της γενετικής ταυτότητας του καθενός. Βέβαια είναι εντελώς αμφίβολο το κατά πόσο θα είμαστε σε θέση να διατηρούμε τον έλεγχο των γονιδιακών μας ταυτοτήτων και να μην τις διαχειρίζονται οι βιοτράπεζες κατά πως τους συμφέρει. Και επειδή μάλιστα αυτή η τάση έχει εμφανιστεί ήδη με αρκετά σημαντικές συνέπειες[ref]Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση των απολυμένων εργατών της εταιρείας σιδηροδρόμων Burlington Northern Santa Fe το 2001. Η αμερικάνικη εταιρεία υπέβαλε σε ιατρικό έλεγχο τους εργαζομένους της. Αυτό όμως που δεν ήξεραν οι εργάτες είναι ότι επρόκειτο να εξεταστούν γονιδιακά για διάφορες παθήσεις, από αλκοολισμό μέχρι διαβήτη και στη συνέχεια κάποιοι από αυτούς να απολυθούν με βάση τα αποτελέσματα από αυτές τις εξετάσεις. Μετά από καταγγελίες των απολυμένων, η εταιρεία, για να δικαιολογηθεί, ισχυρίστηκε ότι έψαχνε να δει αν τα εργατικά ατυχήματα οφείλονταν σε μια σπάνια γονιδιακή ασθένεια ή στις συνθήκες εργασίας (μαντέψτε που)![/ref], έχουν γίνει και τα πρώτα βήματα για την προστασία τέτοιων δεδομένων, όπως η νομοθεσία περί «Μη Εφαρμογής Διακρίσεων με βάση Γενετικές Πληροφορίες» του 2008, αλλά αυτό δεν θα έπρεπε να καθησυχάζει κανέναν.

Για να ολοκληρωθεί λοιπόν ένα προσοδοφόρο σχήμα διαχείρισης της υγείας με βάση το νέο πεδίο που άνοιγαν τα γονίδια, έπρεπε να μπουν στο παιχνίδι και οι φαρμακευτικές. Άλλωστε εξαρχής αυτός ήταν ο στόχος. Με το κόστος της διαδικασίας εύρεσης της ακολουθίας του γονιδιώματος να φτάνει τα δισεκατομμύρια δολάρια, οι βιοτράπεζες πρότειναν λοιπόν να αναζητηθούν πιο σεμνά SNP (Single Νucleotide Polymorphisms), δηλαδή εκδοχές στη γενετική ακολουθία, με βάση το χαρακτηριστικό ότι θα τις διέθεταν άνθρωποι οι οποίοι διέθεταν και μια συγκεκριμένη κοινή ασθένεια. Το κόλπο ήταν απλό: έπρεπε να ανοίξει η πόρτα τόσο στην διαγνωστική όσο και στην ιατρική και αν δεν μπορούσε αυτό να γίνει με άλλο τρόπο, θα γινόταν μέσω της φαρμακο-γονιδιωματικής. Γιατί όλος αυτός ο χείμαρρος βιοπληροφορίας, λίγο χρήσιμος είναι στον ασθενή ή τον γιατρό του, εκτός αν η «Pharma» μπορέσει να σχεδιάσει ένα φάρμακο κομμένο και ραμμένο για να θεραπεύσει τη συγκεκριμένη εκδοχή του προσωπικού γονιδιώματος του ασθενή[ref]Όπως, όμως, αποδεικνύουν τα αποτελέσματα των GWAS για τις πολύπλοκες ασθένειες, αυτό είναι μάλλον απίθανο. Παρόλα αυτά τα παιχνίδια των πιθανοτήτων κινδύνου εμφάνισης της μιας ή της άλλης ασθένειας αποδεικνύονται αρκετά αποτελεσματικά. Ποιός “παίζει” με την υγεία του άλλωστε;[/ref].

Αν μάλιστα συνυπολογίσει κανείς τα προβλήματα που είχαν οι φαρμακευτικές ούτως ή άλλως, το ότι δηλαδή οι πατέντες των φαρμάκων έληγαν η μια μετά την άλλη, ενώ παράλληλα τα περισσότερα από τα 2/3 των νέων φαρμάκων δεν κατάφερναν να εγκριθούν για την αγορά μετά από χρόνια κλινικών δοκιμών, έπρεπε οπωσδήποτε όλα αυτά τα χρήματα που είχαν επενδυθεί στο HGP με κάποιο τρόπο να αποδώσουν. Έτσι ξεκίνησε η αναζήτηση για καινούργια target groups που θα κατανάλωναν ήδη υπάρχοντα φάρμακα. Κυρίως έτσι ξεκίνησε η μπίζνα με τα DNA tests. Καθώς, ανάμεσα σε άλλες, τα τεστ αυτά προσφέρουν στον καταναλωτή την δυνατότητα να μάθει ποια από τα γονίδια που έχει συνδέονται με πoιες ασθένειες σύμφωνα με τις GWAS (εδώ το HGP προσέφερε ένα πολύ σημαντικό υπόβαθρο), έτσι ώστε να μπορεί αργότερα να επισκεφτεί τον αντίστοιχο ιατρό που θα του προτείνει μια “προληπτική θεραπεία”, για “την πιθανότητα” να έχει “μεγάλο κίνδυνο” “εμφάνισης” της τάδε ασθένειας. Όλα καλά λοιπόν για τις φαρμακοβιομηχανίες…

Κλείνοντας αυτό το κομμάτι αξίζει να σημειώσουμε συμπερασματικά ότι η επιστημονική έρευνα (και εν προκειμένω το HGP), κάθε άλλο παρά “ανεξάρτητη” και “αντικειμενική” είναι. Η αποκωδικοποίηση του DNA και η ανακάλυψη των γονιδίων αποτελούν μια (βιοτεχνολογική) έκφανση της καπιταλιστικής εξέλιξης. Μάλιστα δεν θα μπορούσε να μην είναι έτσι από την στιγμή που στην ουσία πρόκειται για μια “αγορά”. Μια “αγορά υγείας” ή στην πραγματικότητα μια “αγορά γονιδιακών ταυτοτήτων” για κάθε χρήση. Μια αγορά η οποία βασίζεται στους γενετικούς ελέγχους και στήνεται πάνω στο τρίπτυχο βιοτράπεζα-ιατρός-φαρμακευτική.

Αυτό είναι το πρώτο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθούμε σε σχέση με τις έρευνες για τα γονίδια και τη σύνδεσή τους με διάφορες ασθένειες. Το επόμενο, το οποίο θα αναλύσουμε στη συνέχεια, αφορά τις αλλαγές που φέρνει αυτή η εξέλιξη σε σχέση με τις κοινωνικές πεποιθήσεις περί γονιδίων. Αλλαγές οι οποίες δεν αφορούν μόνο το πεδίο της υγείας, αλλά διευρύνονται σε όλους τους τρόπους με τους οποίους ο καθένας αντιλαμβάνεται τον εαυτόν του κοινωνικά αλλά και ατομικά.

 

Η έννοια της «βιουπηκοότητας»

Ο όρος της βιολογικής υπηκοότητας[ref]Τον όρο βιολογική υπηκοότητα τον εισήγαγαν οι  Nikolas Rose and Carlos Novas (κοινωνιολόγοι και θεωρητικοί των κοινωνικών συστημάτων) στην έκθεσή τους με τίτλο «Biological Citizenship»[/ref] χρησιμοποιείται στη βιβλιογραφία για να συμπεριλάβει όλες εκείνες τις εννοιολογικές κατασκευές που συνδέουν την υπηκοότητα με αντιλήψεις γύρω από τη βιολογική ύπαρξη των ανθρώπων, ως άτομα και φύλα, ως γενεές και κοινότητες, ως είδος. Η σύγχρονη ιδέα της βιουπηκοότητας, που επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο στις δυτικές κοινωνίες, ξεφεύγει από τις παλαιότερες μορφές της για το έθνος και τη φυλή, που αναπτύχθηκαν τον περασμένο αιώνα. Στην περίοδο της βιοιατρικής και της βιοτεχνολογίας σχηματίζεται ένα νέο είδος υπηκόων, αυτό των βιουπηκόων ή πιο συγκεκριμένα των γενετικών υπηκόων.

Στην πραγματικότητα, όμως, η έννοια του υπηκόου είναι μια πολιτική έννοια. Δηλώνει τη σχέση του ατόμου με το κράτος, τα δικαιώματα του κλπ. Όταν μπαίνει μπροστά το πρόθεμα «βιο», η πολιτική διάσταση της υπηκοότητας αναπροσαρμόζεται υπαγόμενη στον βιολογικό παράγοντα. Οι βιουπήκοοι προσδιορίζονται ως το αποτέλεσμα που προκύπτει από το μοναδικό για τον καθένα συνδυασμό των γονιδίων τους. Τα άτομα αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους με ιατρικούς όρους καθώς η αντίληψη του σώματος και της υγείας περνά μέσα από τις εξηγήσεις της ιατρικής επιστημονικής κοινότητας για τη λειτουργία του. Μια νέα ιατρική γλώσσα χρησιμοποιείται για την περιγραφή της ταυτότητας, της εμπειρίας και των συναισθημάτων, αλλά και των δικαιωμάτων θα μπορούσε να πει κανείς από τη στιγμή που μιλάμε για υπηκοότητα, της σχέσεις με την κρατική εξουσία κ.ο.κ.

Αυτή η αντίληψη του εαυτού, ως γονιδιακό αποτέλεσμα, δεν μπορεί παρά να είναι στην ουσία της ατομική. Ο καθένας είναι υπεύθυνος να γνωρίζει τα γονίδια που φέρει, τις σωματικές ή ψυχικές νόσους που πιθανολογείται να αναπτύξει στο μέλλον και να ακολουθήσει την αντίστοιχη προτεινόμενη θεραπεία. Η ατομική θεώρηση του εαυτού μετουσιώνεται σε κάτι κοινωνικό μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις που κάποιοι από τους βιουπηκόους αναπτύσσουν μια κοινή ταυτότητα σχετικά με τη βιολογική τους υπόσταση, όταν δηλαδή πάσχουν από την ίδια πάθηση.

Αυτή η εννοιολογική κατασκευή χτίστηκε τα τελευταία χρόνια πάνω σε διάφορες έρευνες που είχαν ως αντικείμενο την αναζήτηση συσχετίσεων ανάμεσα σε συγκεκριμένα γονίδια με ασθένειες, συμπεριφορές και χαρακτηριστικά. Όμως, παρά την ελπίδα πως αρκετή πληροφορία θα μπορούσε να συλλεχθεί σχετικά με το περιβάλλον των ατόμων (των οποίων το προσωπικό γονιδίωμα είναι ήδη γνωστό), αυτό δεν έγινε. Η “ορθή” επιστημονική διαδικασία συλλογής στοιχείων θα έδινε έμφαση, τόσο στην αποκωδικοποίηση του DNA και των γονιδίων που εκφράζονται στον καθένα, όσο και στα στοιχεία του φυσικού, κοινωνικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος το οποίο επιδράει (έλεγε η θεωρία) στην έκφραση αυτών των γονιδίων. Βέβαια η έννοια της βιουπηκοότητας βασίστηκε πολύ περισσότερο στην αποκωδικοποίηση των γονιδίων – στο hard data της ανάλυσης του DNA, καθώς το soft data των στοιχείων του περιβάλλοντος υποβαθμίστηκε και εν τέλει υποτιμήθηκε.

Επιπλέον, οι βιοτραπεζίτες μέχρι σήμερα δεν έχουν καταφέρει να πάρουν δείγμα παρά μόνο από ένα συγκεκριμένο υποσύνολο του πλούτου της ανθρώπινης γενετικής ποικιλομορφίας, στη συντριπτική πλειοψηφία έχουν μελετηθεί κυρίως γονίδια με ευρωπαϊκή καταγωγή. Για την ακρίβεια, το γεγονός πως οι βιοτράπεζες (και κατά συνέπεια το HGP) δεν είχαν λάβει υπόψη τις εθνικές μειονότητες (πόσο μάλλον τις ταξικές διαφορές), σημαίνει πως η πολυπολιτισμικότητα, δεν εκπροσωπείται επαρκώς.

Σαν τελευταίο στοιχείο κριτικής ως προς την έννοια της βιουπηκοότητας και της επιστημονικής μεθοδολογίας στην οποία θεμελιώνεται, θα αναφέρουμε τους «επιγενετικούς παράγοντες». Όσο και αν αυτό δεν διαφημίζεται, ο γενετικός ντετερμινισμός είναι (ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι) επιστημονικά νεκρός. Υπάρχουν περιβαλλοντικοί παράγοντες, οι λεγόμενοι «επιγενετικοί», οι οποίοι δεν επηρεάζουν απλώς το αν το τάδε ή το δείνα γονίδιο θα εκφραστεί (εκτελώντας τις προγραμματισμένες λειτουργίες του), αλλά και το αν θα μεταλλαχθεί. Με λίγα λόγια δηλαδή, ο τρόπος που ζούμε, ο τρόπος που δουλεύουμε, ο τρόπος που τρεφόμαστε, ακόμα και ο τρόπος που σκεφτόμαστε, θα μπορούσε να είναι σε θέση να τροποποιήσει το DNA μας. Αυτά όλα είναι ψιλά γράμματα βέβαια, μπροστά στη μπίζνα της υγείας, μπροστά στην επένδυση της ανθρώπινης γενετικής καταγραφής (και φυσικά της αξιοποίησής της).

Σε μια εποχή που “ανακαλύπτονται” γονίδια όπως αυτά της εξυπνάδας ή της δυσλεξίας, κατασκευάζονται ταυτόχρονα και κοινωνικά σαν πεποιθήσεις. Σε μια συνθήκη όπως εκείνη που τα γονίδια ευθύνονται για το δείκτη νοημοσύνης[ref]Άλλη μια χαρακτηριστική επιστημονική κατασκευή που παραμένει ως τέτοια ακριβώς επειδή κοινωνικά είναι αποδεκτή. Αξίζει βέβαια να αναρωτηθεί κανείς, ποια ακριβώς «ευφυΐα» είναι αυτή που εξετάζουν αυτού του είδους τα τεστ;[/ref] ή τη δυσλεξία, αξίζει να αναρωτηθούμε τι χώρος μένει αλήθεια για άλλες εξηγήσεις (και δράσεις), όπως για παράδειγμα οι μέθοδοι του εκπαιδευτικού συστήματος ή το μορφωτικό περιβάλλον απ’ το οποίο προέρχεται ο μαθητής. Σε τελική ανάλυση, σε ποιο βαθμό το παράδειγμα του γενετικού προκαθορισμού βασίζεται σε ατράνταχτα επιστημονικά τεκμήρια και σε ποιο γιατί απλώς “πουλάει”;

Είμαστε της άποψης ότι το βάρος πέφτει προς την δεύτερη μεριά. Αυτός ίσως είναι και ένας λόγος για τον οποίο παρότι η γενετική πολλές φορές δεν εκπλήρωσε τις υποσχέσεις της, δεν έχει δεχθεί την κριτική που της αρμόζει. Ούτε μετά τα αποτελέσματα του HGP το 2003, ούτε μετά την αναγνώριση των επιγενετικών παραγόντων[ref]Για περισσότερα σχετικά με την επιγενετική μπορεί κανείς να διαβάσει το κείμενο γενετικός προκαθορισμός; όχι ευχαριστώ! από το περιοδικό cyborg, τεύχος 7. Στην παρούσα εισήγηση αποφύγαμε να μπούμε (και) σε αυτά τα νερά.[/ref], ούτε στις μικρές ή μεγάλες αποτυχίες της. Αντίθετα, ο γενετικός προκαθορισμός γίνεται όλο και πιο καθολικός στις συνειδήσεις, τα κονδύλια για έρευνες πολλαπλασιάζονται ανά τα χρόνια και όποιες ερμηνείες δεν συμβαδίζουν μεταξύ τους, αναπτύσσονται σαν διακριτοί επιστημονικοί τομείς, χωρίς να διασαλεύουν τη γενική εικόνα.

Αυτό συμβαίνει, ακριβώς γιατί το μεγαλύτερο κατόρθωμα της γενετικής βρίσκεται σε ιδεολογικό επίπεδο. Μια ιδεολογία του γενετικού προκαθορισμού, η οποία εκτός από κονδύλια έρευνας στους γενετιστές φέρνει μαζί της πολλαπλές συνέπειες στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε (μεταξύ άλλων) τους εαυτούς μας, την έκφραση του σώματός μας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να διαχειριστούμε την υγεία μας.

Γενετικός προκαθορισμός και υγεία

Η υγεία βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης που αφορά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τη γενετική. Άλλωστε η υγεία αποτελεί πάντα τον ακρογωνιαίο λίθο στα επιχειρήματα των ερευνητών για να δικαιολογήσουν το μερίδιο του κοινωνικού πλούτου που καρπώνονται για τις έρευνές τους. Στην προκειμένη περίπτωση ίσως δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, καθώς εννιά στις δέκα φορές η συζήτηση περί γονιδίων αφορά τη σύνδεσή τους (ή μη) με γνωστές ασθένειες. Η υγεία όμως είναι ένα ζήτημα πολιτικό. Και ως τέτοιο θα την εξετάσουμε υπό των πρίσμα της ιδεολογίας του γενετικού προκαθορισμού και της καινούργιας αγοράς που διευρύνεται μέσα από τις προληπτικές θεραπείες.

Σημείο πρώτο: ο έλεγχος πάνω στην υγεία

Υπάρχει μια κοινή αφετηρία στην οποία συγκλίνουν ιστορικά όλες οι καινούργιες “αλήθειες” για το σώμα και αυτή δεν είναι άλλη από την υπόσχεση για απόλυτη ίαση. Ειδικότερα σήμερα δεν θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρη μια τέτοια υπόσχεση, αν συνυπολογίσει κανείς τον τρόπο με τον οποία προβάλλονται τα σώματα από το θέαμα ούτως ή άλλως. Γυμνασμένα, όμορφα, πειθαρχημένα και αποδοτικά, πάντα νεανικά, χωρίς ιδιαιτερότητες ή βιολογικές “αστοχίες” και φυσικά: απόλυτα υγιή. Αυτή την εικόνα για το σώμα έρχεται να ενισχύσει η γονιδιακή αποκωδικοποίηση και οι προληπτικές θεραπείες με βάση αυτήν. Φυσικά όπως κανένα σώμα δεν μπορεί να μείνει για πάντα νέο και όμορφο, έτσι και η ίαση δεν μπορεί να είναι ποτέ απόλυτη και ολοκληρωτική. Η νόρμα όμως της ιατρικής διαχείρισης των σωμάτων παραμένει, όπως παραμένει και η νόρμα των υγειών σωμάτων των διαφημίσεων, με όλη την καταπίεση που συνεπάγεται αυτό.

Πώς όμως επιδρά αυτή η ιατρική νόρμα της γενετικής; Μπορεί κανείς να φανταστεί ένα ραντεβού του στο γιατρό για να συνειδητοποιήσει τον βαθμό ελέγχου που έχει πάνω στη διαχείριση της υγείας του. Ο γιατρός σε γενικές γραμμές παραμένει ο “ειδικός”, αλλά η εκτίμηση της σοβαρότητας της πάθησης σε σχέση με τα συμπτώματα, η απόφαση για το πόσο “βαριά” θα είναι η θεραπεία σε σχέση με τις παρενέργειες των φαρμάκων, ακόμα και για το αν χρειάζεται να ληφθεί ιατρική θεραπεία ή όχι (σε περιπτώσεις light ασθενειών), αποτελούν εν μέρει αποφάσεις και του ίδιου του ασθενούς. Όλα αυτά δεν υπάρχουν στην περίπτωση συνταγογράφισης μιας προληπτικής θεραπείας για την μείωση της πιθανότητας εμφάνισης μιας ασθένειας στο μέλλον (η οποία είναι πιθανό να εμφανιστεί λόγω γονιδίων). Εδώ δεν υπάρχουν συμπτώματα, δεν υπάρχει καμία γνώση και καμία σωματική αίσθηση που αφορά την ασθένεια από την πλευρά του ασθενούς.

Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει αυτή τη διαδικασία σαν ένα περεταίρω βήμα στο πέρασμα από το παράδειγμα της κλινικής ιατρικής σε αυτό της εργαστηριακής. Η εργαστηριακή, σε αντίθεση με την πρώτη, αποκρύπτει τον ανθρώπινο παράγοντα (τον γιατρό) και την (όποια) αμφισβήτηση απέναντι στην κρίση του και παρουσιάζεται περισσότερο αντικειμενική, μέσα από τους δείκτες και τις μετρήσεις της. Δηλαδή υπάρχει ένα είδος αλλοτρίωσης του ασθενούς από το σώμα του, η οποίο επιτυγχάνεται με την μηχανική μεσολάβιση και την γενικότερη αναδιάρθρωση της ιατρικής διαδικασίας. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι και αυτό μια διαδικασία αποειδίκευσης που έχει σαν άμεση συνέπεια την απώλεια ελέγχου. Το πρώτο σημείο λοιπόν αφορά την ολοκληρωτική εκχώρηση στους ειδικούς του ελέγχου πάνω στα σώματά μας.

Σημείο δεύτερο: η υγεία ως ατομική υπόθεση

Το δεύτερο σημείο αφορά τη μετατροπή της υγείας σε ατομική υπόθεση. O υγιεινισμός είναι μια μέθοδος συγκρότησης και κατανομής “σωστών” και “λάθος” προτύπων-ζωής-στο-όνομα-της-υγιείας, είναι άρα μια μηχανή κατανομής ευθυνών και ενοχών σε μοριακή κοινωνική κλίμακα. Όταν στο παιχνίδι μπαίνει και ο γονιδιακός έλεγχος, το μέγεθος της ατομικής ευθύνης πολλαπλασιάζεται. Είναι ένα ζήτημα, να ξεπεράσει κανείς την ενοχή του “κάνω κακή διατροφή”, αλλά την ευθύνη ενός ενδεχόμενου καρκίνου δεν είναι κάτι το οποίο ξεπερνιέται τόσο εύκολα. Ακόμα και αν τα ποσοστά του κινδύνου εμφάνισης είναι μικρά, το διακύβευμα για την υγεία παραμένει τεράστιο.

Οι πολιτικές συνέπειες σε αυτό το σημείο είναι υλικές με τον ποιο οδυνηρό τρόπο. Αρκεί μόνο να παρατηρήσει κανείς ορισμένες δικαιολογίες οι οποίες χρησιμοποιούνται για να μεταφερθεί το βάρος της υγειονομικής περίθαλψης από το κράτος στον καθένα ξεχωριστά. Ο φόρος παχυσαρκίας είναι ένα τέτοιο παράδειγμα, που αφορά αναψυκτικά με πολύ ζάχαρη και φαγητά με πολλές θερμίδες. Ο αυξημένος φόρος στα τσιγάρα είναι ένα άλλο. Και τα δύο έχουν τη λογική ότι οι παχύσαρκοι και οι καπνιστές επιβαρύνουν την υγεία τους με δική τους ευθύνη, οπότε πρέπει να συμβάλουν περισσότερο από τους υπόλοιπους στο σύστημα υγείας. Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς το πάρτυ που γίνεται με τις ασφαλιστικές εταιρείες, ειδικά σε χώρες όπου η δημόσια ασφάλεια υγείας είναι υποβαθμισμένη, θα δει τον τρόπο με τον οποίο η μετάθεση της ευθύνης στον καθένα ξεχωριστά αφορά μια ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση για κάποιους, ενώ μπορεί να είναι καταστρεπτική (μιλάμε πάντα για την υγεία) για κάποιους άλλους.

Με βάση αυτή τη λογική, της ατομικής ευθύνης, είναι που έχουν αναπτυχθεί επίσης διάφορες εφαρμογές και εξίσου πολλά ιατρικά gadgets υπό τη γενική ονομασία «κινητή ιατρική» (mHealth). Πρόκειται για μια αγορά η οποία αφορά όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία για την συνεχή παρακολούθηση και τον έλεγχο της υγείας από τον καθένα και την καθεμιά ξεχωριστά και αφορά από μετρητές θερμίδων μέχρι εφαρμογές παρακολούθησης νόσου και τηλεϊατρικής. Ειδικά σε περιπτώσεις ατόμων που χρήζουν αυξημένη βοήθεια (μωρά, ηλικιωμένοι), το σετ μπορεί να περιλαμβάνει πολύ εξεζητημένες ιατρικές συσκευές, οι οποίες βέβαια είναι σε θέση να δίνουν αναφορά απευθείας στον γιατρό ή τον συγγενή.

Σημείο τρίτο: η σχετικοποίηση της υγείας

Το τρίτο σημείο αφορά μια αναθεώρηση της έννοιας της υγείας. Η προσέγγιση της γενετικής επιστήμης και γενικότερα της δυτικής ιατρικής, αντιμετωπίζει το σώμα όχι σαν κάτι ιερό ή τυχαίο αλλά σαν ένα γρίφο που πρέπει να λυθεί, σαν ένα πρόβλημα που πρέπει να βρεθεί η λύση του. Αρκεί φυσικά αυτή η λύση (ή οι λύσεις) να είναι εμπορεύσιμες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Η καινούργια αγορά που δημιουργήθηκε με βάση το τρίπτυχο βιοτράπεζα – γιατρός – φαρμακευτική εταιρεία, δεν είναι απλώς ένας τρόπος να φθάνουν στους ασθενείς τα κατάλληλα φάρμακα. Κάθε αγορά δεν φτιάχνεται μόνο για να καλύψει μια δεδομένη ζήτηση. Η προσφορά η ίδια συχνά δημιουργεί τη ζήτηση. Αυτό είναι ένας γενικός κανόνας, ο οποίος σχετίζεται με το marketing, την προώθηση προϊόντων κλπ. Τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει αυτό όσον αφορά την αγορά της υγείας;

Στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά απλό. Όσο περισσότερες ασθένειες ψάχνει κανείς να ανακαλύψει κρυμμένες στα γονίδιά του, τόσες περισσότερες θα βρίσκει. Όσες περισσότερες προληπτικές θεραπείες κάνει και όσες περισσότερες αγωγές παίρνει, τόσο περισσότερο ευάλωτος θα νοιώθει απέναντι στους κινδύνους που βρίσκονται ανάμεσα στα ποσοστά εμφάνισης της μιας ή της άλλης πάθησης. Με λίγα λόγια εδώ έχουμε την κατασκευή μιας σπανιότητας (ή καλύτερα ενός αισθήματος σπανιότητας) που αφορά όμως την υγεία. Δεν είναι κάποια νομοτέλεια ψυχολογικής φύσης. Είναι η ουσία του καπιταλισμού. Είναι αυτό που έψαχναν απεγνωσμένα να καταλήξουν οι φαρμακοβιομηχανίες όταν επένδυαν στις αποκωδικοποίηση των ανθρώπινου γονιδιώματος.

Η υγεία όμως δεν πρόκειται για μια οποιανδήποτε αγορά. Εδώ έχουμε μια κατάσταση κατά την οποία το δίπολο “φυσιολογία – παθολογία”, πάει περίπατο. Δεν υπάρχει κάποια ορισμένη “κανονική” λειτουργία (με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό το “κανονική”) απ’ την οποία όποιος ή όποια παρεκκλίνει από αυτήν, έχει “πρόβλημα υγείας”. Σε αυτή την κατάσταση της αέναης φροντίδας και του διαρκούς αγώνα για πρόληψη, όλοι είναι εν δυνάμει ασθενείς. Η αλλιώς: κανένας δεν είναι πραγματικά υγιής. Παρόλα αυτά θα μπορούσε ενδεχομένως να μιλήσει κανείς για διαβάθμιση της υγείας. Μια διαβάθμιση η οποία αφορά ταυτόχρονα με την τωρινή υγεία και την μελλοντική υγεία[ref]Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε και την προοπτική της ενίσχυσης της  λειτουργίας του οργανισμού (για παράδειγμα της μνήμης), πλέον η υγεία δεν υφίσταται καν σαν έννοια, παρά μόνο η “απόδοση”. Βέβαια αυτό τοποθετεί το θέμα σε άλλη βάση, αν και τουλάχιστον σε ιδεολογικό επίπεδο το εν λόγω ζήτημα δεν είναι καθόλου μακρινό.[/ref]. Επομένως μια εξίσου σημαντική αλλαγή, η οποία επιδράει στην καθημερινότητα των ανθρώπων ποικιλοτρόπως, είναι η σχετικοποίηση της έννοιας της υγείας.

Σημείο τέταρτο: η υγεία ως κεφάλαιο

Τελευταίο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθούμε αποτελεί η ιδέα της υγείας σαν ένα είδος “ατομικού κεφαλαίου”. Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη θεολογία, που έχει διατυπωθεί γραπτά ήδη απ’ τις δεκαετίες του ‘50 και του ’60, όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που μας απαρτίζουν σαν άτομα, όπως οι γνώσεις, οι κοινωνικές μας σχέσεις, τα ενδιαφέροντα και φυσικά η υγεία, αποτελούν την προσωπική μας περιουσία, το προσωπικό μας κεφάλαιο. Όσον αφορά γενικά την ιδεολογική εκστρατεία του φιλελευθερισμού να ονομάσει τα πάντα που σχετίζονται με την εργασία και την εργατική δύναμη κεφάλαιο, έχουμε αναφερθεί στο παρελθόν με αφορμή τη γνώση ως κεφάλαιο[ref]«Η ιδέα περί ατομικού κεφαλαίου, και της προσωπικής επιχείρησης Εγώ, είτε αφορά τις γνώσεις, είτε τις κοινωνικές σχέσεις, είτε την υγεία, είτε τα ενδιαφέροντα, είτε οτιδήποτε άλλο, “μπάζει” από κάθε λογική μεριά που θα την έλεγχε κάποιος. Για παράδειγμα, εάν οι (ανθρώπινες) γνώσεις αποτελούν “κεφάλαιο”, τότε και οι σκυλίσιες γνώσεις αποτελούν επίσης “κεφάλαιο” – και μπορούμε να ονομάσουμε κάθε σκύλο “επιχειρηματία του εαυτού του”. Σύμφωνα μ’ αυτή την ιδέα ακόμα και τα δάση θα αποτελούνταν απ’ τα ατομικά κεφάλαια κάθε δέντρου χωριστά· αλλά θα συνιστούσαν επίσης το “κεφάλαιο” κάθε βουνοπλαγιάς. Εν τέλει, στον έμβιο και μη κόσμο, δεν θα έπρεπε να υπάρχει τίποτα άλλο από “κεφάλαια”: των ψαριών, των εντόμων, των βακτηριδίων, που έχοντας (κάθε είδος και άτομο είδους) μια ορισμένη γνώση, συναγωνίζονται στην “αγορά της ζωής”.
Υπάρχει όμως μια λιγότερο χαριτωμένη και πιο πολιτική υπόδειξη για την αθλιότητα της ιδέας περί “ατομικού κεφαλαίου”, γνωσιολογικού ή άλλου. Ως την δεκαετία του 1970, επί δύο τουλάχιστον αιώνες, στην καπιταλιστική πολιτική οικονομία ακόμα και στις πλέον φιλελεύθερες εκδοχές της, το κεφάλαιο και ο κεφαλαιούχος ήταν απόλυτα διακριτές μεταξύ τους οντότητες. Ο επιχειρηματίας και η επιχείρησή του δεν ταυτίζονταν οντολογικά· κι αυτό είχε σημασία. Γιατί ακόμα κι αν επρόκειτο για την καταστροφή της επιχείρησης (των μηχανών, των κτιρίων, των επενδύσεων, της κερδοφορίας) η αστική ιδεολογία όφειλε να διαφυλάξει τον “άνθρωπο”, ακόμα κι αν ήταν επιχειρηματίας. Φυσικά η φράση καταστράφηκα σαν υποκειμενική έκπτωση δεν ήταν άγνωστη μεταξύ επιχειρηματιών, εμπόρων ή τραπεζιτών. Αλλά η δυνατότητα ανάκαμψης ή, έστω, η δυνατότητα απλής επιβίωσης, ήταν ηθικά και ιδεολογικά σημαντικότερη απ’ την κεφαλαιακή καταστροφή σαν τέτοια.
Η νεοφιλελεύθερη καινοτομία έγκειται ότι το κεφάλαιο και ο κεφαλαιούχος ταυτίζονται, όταν ο λόγος έρχεται στη γνώση σαν κεφάλαιο (ή στην υγεία σαν κεφάλαιο, κλπ). Ο κεφαλαιούχος ΕΙΝΑΙ κεφάλαιο, και το κεφάλαιο ΕΙΝΑΙ κεφαλαιούχος. Πρόκειται για μια καταπληκτική αντιστροφή, αφού μέχρι την επικράτηση των νεοφιλελεύθερων δογμάτων δεν ήταν το “κεφάλαιο” αλλά η εργατική δύναμη που ταυτιζόταν με τον εργάτη· ατομικά και συλλογικά.»

Από την εκδήλωση με τίτλο: για ένα γνωσιολογικό κίνημα, φεστιβάλ game over 2013[/ref].Αυτό που αξίζει να σημειώσουμε εδώ, είναι ότι οι νέες πεποιθήσεις περί υγείας και της διαχείρισης της έτσι όπως αναδύθηκαν μέσα από τις εξελίξεις στη γενετική, έρχονται σε άμεση συμφωνία με τις φιλελεύθερες πεποιθήσεις περί της υγείας ως κεφάλαιο.

Εάν δεν είμαστε παρά “επιχειρηματίες του εαυτού μας”, δεν μπορούμε παρά να φροντίζουμε οι ίδιοι για την “ποιότητα” και την “απόδοση” της υγείας μας – εδώ έγκειται η ατομική ευθύνη – όπως κάνει κάθε καπιταλιστής με το κεφάλαιό του. Προσπαθούμε να κρατήσουμε το σώμα μας όσο πιο αναβαθμισμένο γίνεται και επειδή δεν υπάρχει κάποιο “μέτρο της υγείας” – εδώ έγκειται η σχετικοποίηση της υγείας – δε μπορεί παρά το μέτρο σύγκρισης να βρίσκεται στα σώματα των άλλων. Εδώ η ουσία της φιλελεύθερης ρητορικής βρίσκεται στο αποκορύφωμα της: μήπως τελικά η υγεία δεν είναι τίποτε άλλο παρά άλλο ένα πεδίο ανταγωνισμού;

Φυσικά μέσα στο πλαίσιο του ανταγωνισμού όπως είπαμε πρέπει συνεχώς να βελτιώνουμε την υγεία μας και μάλιστα μια επένδυση που αφορά τα γονίδια τα ίδια θα μπορούσε κανείς να την δει να αποδίδει όχι μόνο στον ενδιαφερόμενο αλλά ακόμα και στους απογόνους. Να μια επαναφορά της (γενετικής εν προκειμένω) προίκας, με όρους, όμως, συσσώρευσης “καλών” γονιδίων. Μπορεί όλα αυτά να φαντάζουν αστεία, αλλά στον καπιταλισμό υπάρχει και η απαξίωση κεφαλαίου. Η αρρώστια θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι μια μορφή τέτοιας ατομικής (καπιταλιστικής) απαξίωσης. Υπάρχει τέλος και η καταστροφή κεφαλαίου, αλλά καλύτερα ας μην επεκταθούμε άλλο.

Επίλογος

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να κάνει κανείς κριτική απέναντι σε τέτοια ζητήματα. Ένα πολύ εύκολο σενάριο θα ήταν να χωρίσουμε τις εφαρμογές που προκύπτουν από την εξέλιξη της γενετικής σε “χρήσιμες” ή “άχρηστες”, σε “καλές” ή “κακές”. Για παράδειγμα η ταυτοποίηση υπόπτων μέσω DNA θα μπορούσε να είναι μια “κακή” εφαρμογή, ενώ η εφαρμογές στην ιατρική “καλές”. Αυτή η λογική όμως δεν θα οδηγούσε πουθενά και είναι ξεκάθαρο από μεριά μας ότι αφήνουμε συνειδητά στην άκρη οποιουδήποτε είδους ηθικολογική κριτική. Άλλωστε ό,τι πρόσημο κι αν δώσει κανείς σε τέτοιες εφαρμογές, η λογική την οποία εμπεριέχουν παραμένει κοινή. Ένας άλλος τρόπος θα ήταν μια κριτική στην επιστημονική μεθοδολογία. Η αλήθεια είναι ότι μια τέτοιου είδους κριτική έχει πραγματικά το ενδιαφέρον της (πχ στον γενετικό ντετερμινισμό) και πολλές φορές μπορεί να οδηγήσει σε χρήσιμα συμπεράσματα.

Ο τρόπος όμως με τον οποίο η πολιτική κριτική μπορεί να είναι πραγματικά διεισδυτική και αποκαλυπτική, είναι η κριτική που ξεπερνάει ηθικολογικές κρίσεις, ξεπερνάει ακόμα και κρίσεις επί της επιστημονικής μεθοδολογίας και επικεντρώνεται καθαρά στις αλλαγές των κοινωνικών σχέσεων. Έτσι λοιπόν και τα επιχειρήματα ενάντια στον γενετικό ντετερμινισμό δεν μπορούν παρά να περνούν μέσα από τις επιπτώσεις στην καθημερινότητα, εν προκειμένω στην διαχείριση της υγείας. Τόσο σαν μεμονωμένες πεποιθήσεις, όσο και σαν κρατική πολιτική. Από την στιγμή που τα άτομα καλούνται να αντιλαμβάνονται τα σώμα τους αλλά και την ταυτότητα τους συμφωνά με τις ανάγκες των εκάστοτε εταιριών, από την στιγμή που το DNA έχει φέρει τόσες αλλαγές στην έννοια της υγειάς αλλά κυρίως στο ίδιο το σύστημα της, η γενετική του 2016, αποτελεί ένα σημαντικό πολιτικό ζήτημα.

Όταν υπάρχουν εταιρείες όπως η «23andme» που με ένα απλό τεστ μπορεί κανείς να μάθει ποιοι είναι οι πρόγονοί του, πόσο υγιής είναι ή ποια δουλειά θα ήταν κατάλληλη για αυτόν, αξίζει να αναρωτηθούμε τι χώρος μένει αλήθεια για άλλες εξηγήσεις, τι λόγο έχουν οι άνθρωποι για τη γνωμάτευση που καθορίζει πιθανότατα τη ζωή τους και την αντίληψη τους ως υποκείμενα, τι λόγο έχουν για την επιλογή ή μη της θεραπείας τους και τι λόγο έχουμε όλοι για κοινωνικές διεκδικήσεις και δράσεις. Στην πραγματικότητα όσο περισσότερο χώρο καταλαμβάνει στις πεποιθήσεις ο γενετικός προκαθορισμός, τόσο λιγότερος χώρος μένει για όλα τα υπόλοιπα.

Ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία του HGP, ήταν η εδραίωση της ιδέας πως είμαστε τα γονίδια μας. Όμως οι λέξεις, γονίδια ή DNA, διέπονται από μια αυθεντία και βεβαιότητα που σε καμία περίπτωση δεν τους αναλογεί. Εκτός από το επιστημονικό κομμάτι δεν τους αντιστοιχεί πολιτικά, διότι τα επιχειρήματα αντιπαράθεσης στον γενετικό ντετερμινισμό μπορεί να είναι και επιστημονικά, αλλά πρέπει κυρίως να είναι πολιτικά. Εμείς πιστεύουμε πως αν η γενετική έχει περάσει ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή αποτελεί ιδεολογία. Στην τελική, αξίζει να αναρωτηθούμε: υπάρχουν άραγε νέες προτάσεις για την υγεία που να ξεπερνούν την υιοθέτηση της ρουτίνας των συμβουλών promotion της υγείας στον 21ο αιώνα ;

]]>
Εισήγηση: Ο θαυμαστός κόσμος των νέων υλικών https://gameover.zp/2017/08/08/%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%ae%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%bf-%ce%b8%ce%b1%cf%85%ce%bc%ce%b1%cf%83%cf%84%cf%8c%cf%82-%ce%ba%cf%8c%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%82-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%bd%ce%ad%cf%89%ce%bd-%cf%85/ Tue, 08 Aug 2017 13:07:49 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2392 Η εφεύρεση του μικροσκοπίου το 1590 και η μετέπειτα χρήση του στην βιολογία, άλλαξε όχι μόνο την επιστήμη αλλά και την γενικότερη ιδέα για την προέλευση των έμβιων όντων, για τη ζωή, την ασθένεια και τον θάνατο. Για πρώτη φορά μπόρεσαν να γίνουν ορατά τα βακτήρια, οι μονοκύτταροι οργανισμοί, η δομή των φυτών σε κλίμακα κυττάρου και η σύσταση του αίματος. Η κυτταρική θεωρία[ref]Η κυτταρική θεωρία διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1838-1839 από τους Γερμανούς ανατόμους μελετητές Μ. Σλάιντεν (M. Schleiden), και Θεόδωρο Σβαν και σύμφωνα με αυτήν: «Θεμελιώδης μονάδα δομική και λειτουργική όλων των έμβιων οργανισμών είναι το κύτταρο».[/ref] για την αναπαραγωγή των ζωντανών οργανισμών δημιουργήθηκε και εξελίχθηκε πάνω στη δυνατότητα των επιστημόνων να “βλέπουν” σε όλο και μικρότερη κλίμακα.

Η κατάτμηση αποτελούσε και αποτελεί ένα από τα θεμέλια της θεωρίας της επιστήμης. Η διαρκής κίνηση προς το μικρότερο, προς το αναλυτικότερο, μαρτυρά μια προσπάθεια για ανακάλυψη της αλήθειας που κρύβεται κατά κάποιο τρόπο “μέσα” στα πράγματα και αντικατοπτρίζεται στη μακροκλίμακα. Την κριτική μας πάνω σε αυτή τη μέθοδο την έχουμε εκφράσει σε διάφορα κείμενα σχετικά με την επιστήμη, τη μεταφυσική και τη θρησκεία, αλλά δεν είναι του παρόντος. Αυτό που πρέπει να ξανά-σημειώσουμε εδώ είναι ότι στον καπιταλιστικό κόσμο, η έρευνα και οι ανακαλύψεις που τη συνοδεύουν δεν γίνονται ούτε για τη χαρά της επιστήμης, ούτε για φιλοσοφικούς προβληματισμούς γύρω από τη ζωή, αλλά έχουν σχεδόν πάντα στον ορίζοντα την παρεμβατικότητα, τη βούληση για έλεγχο και εκμετάλλευση.

Η επιστήμη των υλικών, που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι ο τομέας κατεξοχήν συνδεδεμένος και καθοριζόμενος από αυτήν την αποτελεσματικότητα. Είναι ο τομέας που απαντάει στα ερωτήματα των άλλων επιστημονικών πεδίων με έρευνα και εφαρμογή, που δίνει στοιχεία για το αν μία θεωρία έχει πρακτικό έρεισμα και πού αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Διαβάζοντας για τα σύγχρονα υλικά αντιληφθήκαμε ότι τις τελευταίες δεκαετίες, της αλλαγής παραδείγματος όπως λέμε, συντελείται μια μεγάλη αλλαγή και στον τομέα αυτόν, η οποία έχει στενή σχέση με την κατάτμηση που περιγράψαμε παραπάνω. Για να το πούμε απλά και κατανοητά, η δυνατότητα παρέμβασης σε ακόμα μικρότερο επίπεδο από αυτό της μικροκλίμακας, στη λεγόμενη νανοκλίμακα, έχει ανοίξει ένα τεράστιο πεδίο δυνατοτήτων για την παραγωγή νέων υλικών, με ιδιότητες εν μέρει γνωστές ή/και εντελώς καινούργιες.

Εδώ θα εστιάσουμε σε αυτήν την εισήγηση. Θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε αυτά τα νέα υλικά, και τις αλλαγές που φέρνουν με τη γενικευμένη εφαρμογή τους. Αυτό δε σημαίνει ότι θα καλύψουμε όλο το εύρος αυτού του τεράστιου επιστημονικού πεδίου. Αυτό που θέλουμε να κάνουμε είναι να δώσουμε μια ιδέα για την ποιοτική μετατόπιση που φέρνει αυτό το νέο παράδειγμα και να δείξουμε εν τέλει το πόσο λίγα ξέρουμε για τα υλικά αυτά που χρησιμοποιούμε ήδη και θα χρησιμοποιούμε ακόμα περισσότερο στο μέλλον.

Νανοκλίμακα χωρίς νάνους και πρίγκιπες.

 

Για να απομυθοποιήσουμε τους περίεργους επιστημονικούς όρους, ας καταλάβουμε πρώτα τα μεγέθη για τα οποία μιλάμε. Στο παρακάτω σχήμα φαίνεται ξεκάθαρα η διαφορά ανάμεσα στη μακρο-κλίμακα, τη μικρο-κλίμακα και τη νανο-κλίμακα. Με το οπτικό μικροσκόπιο, το οποίο αναφέραμε, μπορούσε κανείς να παρατηρήσει μεγέθη μέχρι 200 νανόμετρα (nm), ενώ με την εξέλιξη του ηλεκτρονικού μικροσκοπίου, μετά το 1926, μπορούμε να εστιάσουμε μέχρι μεγέθη μικρότερα του 1 nm. Αυτά είναι και τα μεγέθη στα οποία μπορεί να επέμβει η σύγχρονη επιστήμη των υλικών, να διασπάσει, να ενώσει και να παραλλάξει τα υπάρχοντα υλικά, φτιάχνοντας τα νανοϋλικά.

scales

Τι είναι τα νανοϋλικά; Ας δώσουμε έναν επίσημο ορισμό ως είθισται. Το νανοϋλικό λοιπόν ορίζεται ως «το φυσικό, περιστασιακό ή μεταποιημένο υλικό που περιέχει σωματίδια, σε μη δεσμευμένη μορφή ή ως σύμπτυγμα ή ως συσσωμάτωμα και του οποίου το 50% των σωματιδίων στην αριθμητική κατανομή μεγέθους έχει μία ή περισσότερες εξωτερικές διαστάσεις σε κλίμακα μεγέθους 1-100 nm.» Για να το καταλάβουμε καλύτερα, νανοϋλικό μπορεί να είναι μία τελεία μεγέθους από 1-100 nm ή μια επιφάνεια ενός ολόκληρου μέτρου αν το πάχος της είναι από 1-100 nm, ή ένας σωλήνας διαμέτρου 1-100 nm.

Τα νανοϋλικά κατασκευάζονται αλλά συναντώνται και στη φύση, σε οργανική και ανόργανη μορφή, σε ζώα, φυτά και σχηματισμούς ορυκτών. Για να καταλάβουμε τι μπορεί να αποτελεί φυσικό νανοϋλικό, θα χρησιμοποιήσουμε ένα κλασικό παράδειγμα, αυτό του νούφαρου. Το νούφαρο, έχει την ιδιαιτερότητα να διώχνει το νερό και ταυτόχρονα να το χρησιμοποιεί για να απομακρύνει τη σκόνη από τα φύλλα του. Αυτό συμβαίνει λόγω μιας συγκεκριμένης διάταξης των κυττάρων του σε συνδυασμό με ορισμένους νανο-κρυστάλλους κεριού στην επιφάνειά τους, οι οποίοι δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες ώστε το νερό να απομακρύνεται και, με τον τρόπο που γίνεται αυτή η κίνηση, να εγκλωβίζει μέσα του τα ανεπιθύμητα σωματίδια. Αυτή η διαδικασία δεν είναι ορατή σε καμία περίπτωση με γυμνό μάτι, αλλά χρειάζεται η μεγέθυνση ενός προηγμένου ηλεκτρονικού μικροσκοπίου. Ξεκινώντας από μια τόσο συγκεκριμένη παρατήρηση του φυσικού κόσμου, οι επιστήμονες πειραματίζονται με μια ολόκληρη σειρά υδρόφοβων και αυτοκαθαριζόμενων -τεχνητών- υλικών, τα οποία μπορεί να χρησιμοποιηθούν σε ένα μεγάλο εύρος εφαρμογών, από την προστασία εκτεθειμένων κεραιών κινητής τηλεφωνίας μέχρι τις βαφές των τοίχων στα σπίτια μας.

Ανεξάρτητα από τέτοιες δομές που υπήρχαν ανέκαθεν στη φύση, ορισμένα νανοϋλικά κατασκευάζονταν από τον άνθρωπο πολύ πριν μπορέσουμε να δούμε τα νανομεγέθη. Αυτό γινόταν με τη χρήση πολύπλοκων τεχνικών που είχαν ανακαλυφθεί μέσα από την εμπειρία και τα αλλεπάλληλα πειράματα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα μελανόμορφα αγγεία (7οσ-4ος αι π.χ.), οι κόκκινες πορσελάνες της Κίνας (10ος – 11ος αι μ.χ.) και τα ιριδίζοντα ιταλικά κεραμικά της Ούμπρια, κοντά στην Αναγέννηση, των οποίων οι βαφές σχημάτιζαν ιδιαίτερα συσσωματώματα υλικών στη νανοκλίμακα, μέσα από πολύ συγκεκριμένες θερμικές επεξεργασίες. Το δαμασκηνό ατσάλι, το οποίο φημιζόταν για την ελαστικότητα παράλληλα με την εξαιρετική αντοχή του, ήταν επίσης αποτέλεσμα μιας πολύ συγκεκριμένης τεχνικής κατεργασίας του μετάλλου, η οποία δημιουργούσε νανοσωλήνες άνθρακα στο εσωτερικό του υλικού. Οι έμπειροι τεχνίτες της κάθε εποχής δεν μπορούσαν να εξηγήσουν γιατί τα αντικείμενα αποκτούσαν αυτές τις ιδιότητες, ήξεραν όμως καλά πώς να τα κατασκευάσουν, έχοντας κληρονομήσει τη συσσωρευμένη τεχνική γνώση από τους προκατόχους της.

Τι είναι αυτό που κάνει τα νανοϋλικά τόσο ιδιαίτερα;

Η κατάδυση στα βάθη της νανοκλίμακας, εκτός από την αίσθηση εγγύτητας με τη μία και μοναδική αλήθεια, με τον μυστήριο πυρήνα των πραγμάτων, έχει και κάποιες πιο υλικές ιδιαιτερότητες. Τα διάφορα σωματίδια, όταν τέμνονται σε τόσο μικρές διαστάσεις εμφανίζουν παράξενες συμπεριφορές. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι ότι ορισμένα αρχίζουν να φωσφορίζουν. Ο φθορισμός είναι ένα φαινόμενο καθόλου μεταφυσικό, που δημιουργείται λόγω της μικρής διαμέτρου των νανο-σωματιδίων και διαφόρων τεχνικών λεπτομερειών με τις οποίες δε θα σας μπερδέψουμε. Το ίδιο υλικό που φωσφορίζει στη νανοκλίμακα, “σβήνει” αν το κόψουμε μεγαλύτερα κομμάτια, αν περάσουμε στην μικροκλίμακα. Γενικά μιλώντας, στη νανοκλίμακα συχνά τα υλικά υπακούν στους νόμους της κβαντομηχανικής και αυτό τους δίνει ιδιότητες πολύ ενδιαφέρουσες και απρόσμενες. Τα ίδια υλικά λοιπόν συμπεριφέρονται αλλιώς ανάλογα με τη διάσταση στην οποία γίνεται η επεξεργασία τους και αυτό είναι που κάνει τις νανοτεχνολογίες ένα τόσο ενδιαφέρον πεδίο πειραματισμού.

Πού χρησιμοποιούνται τα νανοϋλικά;

Η νανοεπιστήμη, ο τομέας της επιστήμης των υλικών που ασχολείται με τη μελέτη και κατασκευή των νανοϋλικών, είναι ένας κλάδος ραγδαία εξελισσόμενος και οριζόντιος, δηλαδή ένας κλάδος που εισχωρεί σε όλα τα πεδία της σύγχρονης επιστήμης και της τεχνολογίας. Η νανοτεχνολογία έχει εφαρμογές στη βιομηχανία, στην ιατρική, στα καλλυντικά, στην παραγωγή ενέργειας, στην ψηφιακή τεχνολογία, στην τεχνολογία τροφίμων και σε πολλούς ακόμα τομείς.

Για να τα καταλάβουμε κάπως καλύτερα, τα χωρίσαμε σε 3 κατηγορίες, πολύ γενικά.

Α. Τα “ηλεκτρομαγνητικά”

Είναι τα υλικά που χρησιμοποιούνται στη νανοηλεκτρονική, τη συνέχεια της επιστήμης της μικροηλεκτρονικής. Αυτά τα νανοϋλικά χρησιμοποιούν μαγνητικά και ηλεκτρικά πεδία, ή φορτίζονται απευθείας με ηλεκτρική ενέργεια για να εκτελέσουν διάφορες λειτουργίες. Οι εφαρμογές τους συγκεντρώνονται γύρω από την ψηφιακή τεχνολογία, (τσιπάκια, κινητά τηλέφωνα, οθόνες νέας γενιάς, κβαντικοί Η/Υ), την τεχνολογία που σχετίζεται με τον φωτισμό, αλλά επεκτείνεται και σε πολλούς άλλους τομείς, όπως αυτός της υφαντουργίας ή της αρχιτεκτονικής. Ρούχα που παράγουν φως, χρώμα, ενέργεια, ανάλογα με τον καιρό ή την κίνηση, κτίρια που αλλάζουν όψη, μικροσκοπικά τσιπάκια, μαγνήτες, κάμερες, αισθητήρες που ενεργοποιούν χιλιάδες διαφορετικούς αυτοματισμούς, είναι μερικά από τα μαγικά επιτεύγματα που έρχονται διευκολύνουν την καθημερινή μας ζωή ή απλά να μας διασκεδάσουν.

Β. Τα “βιο-μεταβαλλόμενα”

Ονομάσαμε τα νανουλικά που χρησιμοποιούνται στην νανο-βιοτεχνολογία (βιοϋλικά) και τα υλικά που μεταβάλλονται, είτε μέσω χημικών διαδικασιών, είτε λόγω του ότι είναι «ζωντανά». Πολλά από αυτά έχουν σαν πρώτη ύλη ζωντανούς οργανισμούς ή σωματίδια, τα οποία αναπτύσσονται και επιτελούν μια λειτουργία χωρίς την τροφοδότηση ηλεκτρικής ή μαγνητικής ενέργειας. Αυτά μπορεί να είναι πρωτεϊνες και λιπίδια τα οποία δεν αποτελούν σταθερές ενώσεις αλλά μεταφέρουν νανοσωματίδια ή ενώνονται με άλλα και φτιάχνουν νέα υλικά. Μπορεί να είναι μύκητες που παράγουν φως όταν έρχονται σε επαφή με συγκεκριμένα βακτήρια ή με τον αέρα, μπορεί να είναι ουσίες που αλλάζουν τη γεύση ενός φαγητού (διαδραστικά τρόφιμα), ή σωματίδια που μεταφέρουν συστατικά μέσα στο ανθρώπινο αίμα. Βασικό χαρακτηριστικό τους είναι ότι αλληλεπιδρούν με τους ζωντανούς οργανισμούς και συνήθως δεν αποτελούν στατικά υλικά αλλά ζωντανές/χημικές διαδικασίες. Επίσης, στην υποκατηγορία των βιοϋλικών κυρίως, μπορεί να ανήκουν και σταθερά υλικά, όπως διάφορα πολυμερή και μεταλλικά κράματα, τα οποία θεωρούνται φιλικά ως προς τους ζωντανούς ιστούς και ενσωματώνονται χωρίς να γίνονται τοξικά. Χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο στη βιολογία, στην ιατρική, τη φαρμακευτική αλλά και στη βιομηχανία τροφίμων.

Γ. Τα “δομικά”

Ονομάσαμε έτσι τη μεγαλύτερη κατηγορία νανοϋλικών, τις σταθερές ενώσεις, που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή αντικειμένων όλων των ειδών. Μέταλλα που λιώνουν και ξανασυντίθενται, που δεν σκουριάζουν, γυαλιά που λυγίζουν και δεν σπάνε, πλαστικά που ξαναπλάθονται, υδρόφοβες βαφές και βαφές που απορροφούν το ηλιακό φως, βαμβάκι που δεν βρέχεται και χιλιάδες συνδυασμοί υλικών που επαναδομούνται στη νανοκλίμακα ή παντρεύονται με άλλα για να βελτιώσουν τις ιδιότητές τους. Τα νέα υλικά-μιγάδες δεν είναι απλά μια βελτιωμένη έκδοση των γνωστών τους ιδιοτήτων, αλλά είναι υλικά που συνδυάζουν απροσδόκητα χαρακτηριστικά που μέχρι τώρα φαίνονταν αντιθετικά. Πολλά από αυτά τα υλικά μελετώνται και για χρήση στις μεθόδους παραγωγής ενέργειας, σε μεγάλη κλίμακα, σαν βελτιωτικά απόδοσης ή σαν εντελώς νέοι τρόποι παραγωγής ενέργειας, κάτι που μπορεί να φέρει πολύ μεγάλες αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της παραγωγής στο μέλλον.

Όπως συμβαίνει με τις σύγχρονες εφαρμογές που απαιτούν μεγάλη συγκέντρωση γνώσης και κεφαλαίου και είναι αποτελέσματα διεπιστημονικής έρευνας, τα όρια ανάμεσα στις διαφορετικές κατηγοριοποιήσεις τους είναι αρκετά θολά. Ένα βιο-μεταβαλλόμενο υλικό μπορεί να έχει στοιχεία σταθερά, στοιχεία που τροφοδοτούνται με ενέργεια και χημικά στοιχεία που πυροδοτούν συγκεκριμένες αντιδράσεις. Μία νανοσυσκευή παρακολούθησης των ουσιών μέσα στο αίμα, μπορεί να είναι τηλεκατευθυνόμενη, δηλαδή να ανήκει στην κατηγορία των ηλεκρομαγνητικών, και να είναι φτιαγμένη από ένα πολυμερές φιλικό στο σώμα, το οποίο μάλιστα να βιοδιασπάται μόλις ολοκληρώσει την αποστολή του. Το αυτό-ιάσιμο σκυρόδεμα, το οποίο κλείνει μόνο του τις ρωγμές χάριν στην ανάπτυξη ορισμένων βακτηρίων και τον εμπλουτισμό του με νανοσωματίδια σιλικόνης, είναι ένα δομικό υλικό το οποίο ενώ χρησιμοποιείται σε σταθερές κατασκευές και διαρκεί χρόνια, παρουσιάζει συμπεριφορά βιομεταβαλλόμενου, αφού αλληλεπιδρά με τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Επομένως η παραπάνω κατηγοριοποίηση είναι χρήσιμη στο να καταλάβουμε σε γενικές γραμμές τις ποιότητες των νανοϋλικών και τη συμπεριφορά τους.

Αυτό που δεν αναφέραμε και που πάντα πρέπει να έχουμε κατά νου είναι ότι τα νανοϋλικά, όπως και όλες οι τεχνολογίες αιχμής χρησιμοποιούνται πρώτα και κύρια στην πολεμική μηχανή. Υλικά όλων των κατηγοριών επιστρατεύονται για να κάνουν τις πλευρές του σύγχρονου πολέμου, από την επιτήρηση και τον βιομετρικό έλεγχο μέχρι τα drones και τα θανατηφόρα βακτήρια, πιο αποτελεσματικές, πιο ενσωματωμένες και πιο αόρατες εκεί που πρέπει κάθε φορά. Τα σύγχρονα οπλικά συστήματα είναι από τους κλάδους που παίζουν σημαντικό ρόλο στην χρηματοδότηση της έρευνας γύρω από τα νανοϋλικά αλλά και την έντονη ζήτηση ειδικών μεταλλευμάτων όπως οι σπάνιες γαίες που θα αναφέρουμε παρακάτω, εντατικοποιώντας τον ρυθμό παραγωγής έρευνας και τεχνογνωσίας.

Προσομοίωση, computational materials

Πριν περάσουμε στις αλλαγές που συνδέονται με τα νέα υλικά, θα πούμε λίγα πράγματα για την ιδιαίτερη περίπτωση των επονομαζόμενων υπολογιστικών υλικών (computational materials). Στην περίπτωση αυτή δε μιλάμε για πραγματικά υλικά, αλλά για μοντέλα υλικών που κατασκευάζονται υπολογιστικά, μέσα από μια σύγχρονη διαδικασία “ψηφιακού πειραματισμού”, με στόχο την οικονομία πόρων και δυναμικού και την αύξηση της παραγωγικότητας στην έρευνα των νέων υλικών. Για να καταλάβουμε λίγο καλύτερα αυτήν τη διαδικασία ας δούμε εν συντομία πως προέκυψε και γιατί εν τέλει είναι ζωτικά συνδεδεμένη με την πληροφορική επιστήμη.

Η ιδέα έχει τις ρίζες της στην υπολογιστική προσομοίωση. Η μέθοδος αυτή αρχικά χρησιμοποιήθηκε από τον ENIAC έχοντας σαν στόχο τον σχεδιασμό της θερμοπυρηνικής βόμβας. Η μέθοδος που τελικά ακολουθήθηκε έγινε γνωστή ως μέθοδος Monte Carlo και η βάση της είναι ότι με τη χρήση τυχαία παραγόμενων αριθμών (από τη μηχανή) και με τη βοήθεια της στατιστικής προσπαθούμε να λύσουμε σύνθετα προβλήματα, όπως είναι για παράδειγμα μια παρτίδα σκάκι.

Ενδεικτικά αντιγράφουμε τον ορισμό του όρου προσομοίωση “simulate”: «Η μίμηση των προϋποθέσεων ή της συμπεριφοράς μιας κατάστασης ή διεργασίας με τη βοήθεια ενός μοντέλου, ειδικά για το σκοπό της μελέτης ή της εκπαίδευσης, ειδικότερα, για την παραγωγή ενός υπολογιστικού μοντέλου μιας διαδικασίας». Πρέπει να γίνει μία περαιτέρω διάκριση, μεταξύ μοντελοποίησης και προσομοίωσης. Μια αρκετά κοινή χρήση του όρου “μοντελοποίηση” είναι η εξής: «Περιγράφει την κλασσική επιστημονική μέθοδο παρασκευής μιας απλοποιημένης απομίμησης μιας πραγματικής κατάστασης με διατήρηση των βασικών χαρακτηριστικών της». Με άλλα λόγια, ένα μοντέλο περιγράφει ένα μέρος του πραγματικού συστήματος, χρησιμοποιώντας μια παρόμοια, αλλά πιο απλή δομή.” Η προσομοίωση ουσιαστικά είναι η τοποθέτηση αριθμών στο μοντέλο και την εξαγωγή των τελικών αριθμητικών αποτελεσμάτων, έχοντας αφήσει το μοντέλο να τρέξει σε έναν υπολογιστή. Συνεπώς, μια προσομοίωση δεν μπορεί πότε να είναι καλύτερη από ό,τι το μοντέλο στο οποίο βασίστηκε.

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι η διαδικασία της υπολογιστικής προσομοίωσης μέχρι και σήμερα προβληματίζει έντονα τους μαθηματικούς. Λέει για παράδειγμα ο Langer, διεπιστημονικός καθηγητής του ΜΙΤ:

«o όρος “αριθμητική προσομοίωση” κάνει πολλούς από εμάς να αισθανόμαστε άβολα. Είναι εύκολο να χτίσει κανείς μοντέλα σε υπολογιστές και να παρακολουθεί ό,τι αυτοί κάνουν, αλλά είναι συχνά αδικαιολόγητο να ισχυριζόμαστε ότι μαθαίνουμε τίποτα από τέτοιες ασκήσεις».

Και συνεχίζει

«μπορούμε να ελέγξουμε τις θεωρίες προσομοιώνοντας εξιδανικευμένα συστήματα για τα οποία γνωρίζουμε ότι κάθε στοιχείο έχει ακριβώς τις ιδιότητες που εμείς πιστεύουμε ότι είναι σχετικές».

Μπορούμε να αναδιατυπώσουμε τον προβληματισμό του ως εξής: Πόσο αξιόπιστα είναι τα αποτελέσματα που προκύπτουν από διαδικασίες προσομοίωσης όταν τα μοντέλα πάνω στα οποία στηρίζονται αποτυπώνουν απλά την (συχνά περιορισμένη) αντίληψη που έχει ο άνθρωπος για το εκάστοτε πρόβλημα;

Τα υπολογιστικά υλικά είναι κάτι παρόμοιο σαν διαδικασία. Μοντέλα των υλικών στο επίπεδο της νανοκλίμακας σχεδιάζονται ψηφιακά στους υπολογιστές βάση των όσων ήδη γνωρίζουμε σχετικά με την φυσικοχημεία των υλικών. Με τη βοήθεια βάσεων δεδομένων που περιλαμβάνουν καταγεγραμμένες τιμές και γνωστές ιδιότητες των διαφόρων υλικών, η μηχανή επιλέγει τα κάθε φορά καταλληλότερα υλικά, τις επιθυμητές δομές για τον εκάστοτε σκοπό για τον οποίο χρειάζονται. Είναι επίσης δυνατός ο υπολογισμός και σχεδιασμός νέων νανοδομών, οι οποίες να αποδίδουν στα θεωρητικά υλικά καινούριες ιδιότητες οι οποίες είναι απαραίτητες.

Το βασικό πρόβλημα της υπολογιστικής μοντελοποίησης-προσομοίωσης είναι ο περιορισμός, που προκύπτει από την πεπερασμένη ικανότητα ακόμα και των ταχύτερων (σύγχρονων) υπολογιστών, ως προς τον αριθμό των ατόμων (ή μορίων) και τον αριθμό των χρονικών βημάτων τα οποία μπορούν να επεξεργαστούν. Έτσι, στην καλύτερη περίπτωση, το μέγεθος του χώρου που είναι δυνατό να προσομοιωθεί είναι της τάξης του 1 κυβικού nm ενώ ο χρόνος είναι μικρότερος της τάξης του ενός nanosecond. Ο περιορισμός αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο οι προσομοιώσεις σε ηλεκτρονικό υπολογιστή χρειάζονται συνεχώς να αποκτούν πρόσβαση σε μεγαλύτερους και ταχύτερους υπολογιστές. Συνέπεια αυτού του περιορισμού, θεωρητικά, είναι πως τα αποτελέσματα που εξάγονται δεν φτάνουν να συντεθούν στη μεγακλίμακα, στην οποία τις περισσότερες φορές τα υλικά αυτά αλληλεπιδρούν, με αποτέλεσμα να αγνοείται τις περισσότερες φορές η συμπεριφορά τους σε πραγματικό χώρο και χρόνο, όπως θα δούμε και παρακάτω. Ενδεικτικά να πούμε ότι από τα 1000 υλικά που προσομοιάζονται υπολογιστικά, γύρω στα 10  είναι αυτά που περνούν στο στάδιο της κλασικής πειραματικής εφαρμογής για να ερευνηθούν περαιτέρω.

Ξεπερνώντας την απλή περιγραφή

Η παραγωγή και χρήση των νανοϋλικών αυξάνεται και αναμένεται ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται στο μέλλον. Η έρευνα σε αυτόν τον τομέα βρίσκεται στην κορυφή των χρηματοδοτήσεων, ανάμεσα στις τεχνολογίες αιχμής. Πέρα από τα οπλικά συστήματα και την παραγωγή ενέργειας, τα νανοϋλικά χρησιμοποιούνται και θα χρησιμοποιούνται ακόμα περισσότερο στην καθημερινή ζωή, και αυτή είναι μια συνθήκη με πολλές συνέπειες οι οποίες είναι ορατές και ταυτόχρονα κρυμμένες λόγω της άγνοιάς μας πάνω στο θέμα. Όπως έχει γίνει πολλές φορές στο παρελθόν, χρειάζεται μια μεγάλη περίοδος προσαρμογής και επιμόρφωσης για να γίνουν τα καινούργια υλικά κτήμα των χρηστών, μια διαδικασία που μπορεί να πάρει δεκαετίες, που μπορεί και να μην ολοκληρωθεί ποτέ. Το πλαστικό το οποίο καταναλώνεται μαζικά και πετιέται χωρίς να μπορεί να ανακυκλωθεί, η καρκινογόνα σύνθετη ξυλεία που χρησιμοποιείται λανθασμένα στα έπιπλα, οι μυστήριες ηλεκτρονικές συσκευές που όταν χαλάνε προκαλούν άγχος και απόγνωση και πολύ περισσότερο ακόμα ο μαγικός Η/Υ, είναι αντιπροσωπευτικά παραδείγματα αυτής της άγνοιας και συχνά της φετιχοποίησης των καινοτομιών της τεχνολογίας. Ας σκεφτούμε πόσο έντονο είναι αυτό το φαινόμενο όταν οι καινοτομίες διαδέχονται η μία την άλλη με τους γρήγορους ρυθμούς που αυτό γίνεται σήμερα.

Παρακάτω λοιπόν θα δούμε ορισμένες αλλαγές που θεωρούμε ότι έρχονται μαζί με την καθιέρωση της νανοτεχνολογίας και των εφαρμογών της, όπως τις καταλάβαμε και τις κατηγοριοποιήσαμε ενδεικτικά.

Περιβάλλον και ζωντανοί οργανισμοί.
Από την ελεγχόμενη νανοκλίμακα στην ανεξέλεγκτη διάχυση.

Η τοξικότητα των ναοϋλικών είναι κάτι που μελετάται γενικά, αλλά με αρκετά αργούς ρυθμούς σε σύγκριση με την ολοένα αυξανόμενη χρήση τους. Λόγω της μικρής τους διάστασης τα υλικά αυτά διασπείρονται πολύ εύκολα μέσω του αέρα, της σκόνης, του νερού και επίσης απορροφώνται πολύ εύκολα από τους ζωντανούς οργανισμούς, μέσω του αναπνευστικού συστήματος αλλά και μέσα από το δέρμα. Επίσης, λόγω του απειροελάχιστου μεγέθους τους, έχουν αυξημένη δραστικότητα σε σύγκριση με όμοια υλικά μεγαλύτερης κλίμακας. Γενικά οι παρενέργειες είναι δύσκολο να ερευνηθούν διότι, ενώ στη νανοκλίμακα εμφανίζουν μια Α συμπεριφορά, όπως αναφέραμε και στην εισαγωγή, αλλάζοντας κλίμακα και έχοντας την ικανότητα να διαχέονται τόσο γρήγορα και να σχηματίζουν συσσωματώματα με άλλα νανοσωματίδια, αυτή η συμπεριφορά αλλάζει με τόσο πολύπλοκο τρόπο που, σύμφωνα με τους επιστήμονες είναι σχεδόν αδύνατο να μελετηθεί πόσο μάλλον να προβλεφθεί.

Η  παραγωγή, η κατανάλωση και η ανακύκλωσή τους φέρουν αρκετές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Τα υλικά που βελτιώνουν τα συστήματα παραγωγής ενέργειας και αυτά που χρησιμοποιούνται στη νανοηλεκτρονική, κατασκευάζονται συχνά από ορυκτά των οποίων η εξόρυξη είναι εξαιρετικά επιβαρυντική για το περιβάλλον. Τέτοια παραδείγματα υλικών είναι οι σπάνιες γαίες, διάφορα ραδιενεργά ορυκτά κτλ. Σε δεύτερο στάδιο, σε αυτό της επεξεργασίας τους είτε στα εργοστάσια παραγωγής είτε στα ερευνητικά κέντρα, δημιουργούνται απόβλητα ελεύθερα σωματίδια που διαπερνούν τα φίλτρα που προβλέπει η έως τώρα νομοθεσία, η οποία αγνοεί τα νέα δεδομένα. Η προστασία των εργαζόμενων σε αυτά τα μέρη είναι μια μαύρη τρύπα στην έρευνα μέχρι στιγμής, για τους λόγους που αναφέραμε στην πρώτη παράγραφο.

Παράλληλα, τα νανοσωματίδια συναντώνται σε στέρεη μορφή σαν μέρη ενός βιομηχανικού προϊόντος, και στη συνέχεια καταλήγουν αυτούσια με την τοξική τους ιδιότητα στις χωματερές. Η ανακύκλωσή τους είναι εξαιρετικά δύσκολη, καθώς τα νανοϋλικά χρησιμοποιούνται σε πολύ μικρές ποσότητες που είναι δύσκολο να συγκεντρωθούν και να ξαναχρησιμοποιηθούν, αλλά και δύσκολο να διαχωριστούν από το υπόλοιπο προϊόν λόγω της σύστασης/δομής τους. Ας φανταστούμε εκατομμύρια μικροσκοπικά τσιπάκια τα οποία θα πρέπει να διαχωριστούν από τα ψηφιακά γκάτζετς -όσα φτάνουν σε οργανωμένες δομές ανακύκλωσης, γιατί το μεγάλο μέρος απλά καταλήγει στις χωματερές- και στη συνέχεια να διαχωριστούν σε επίπεδο νανοκλίμακας τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένα. Είναι μια διαδικασία σχεδόν αδύνατη για ένα τεράστιο όγκο προϊόντων.

Όσον αφορά στις παρενέργειες στους έμβυους οργανισμούς, αυτές είναι επίσης άγνωστες καθώς αφού διεισδύσουν μέσα τους τα ελεύθερα νανοσωματίδια, δημιουργούνται ενώσεις με όμοια σωματίδια σε μεγαλύτερης κλίμακας σωματίδια ή αλυσίδες ινών οι οποίες όπως είπαμε μπορεί να αλλάξουν τις ιδιότητες τους . Αντίστοιχα, ούτε η αλληλεπίδραση με τα υπόλοιπα στοιχεία/όργανα του οργανισμού μπορεί να προβλεφθεί. Το αντιφατικό σε όλο αυτό είναι ότι η τεχνολογία των νανοϋλικών χρησιμοποιείται κατά κόρον σε προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης κυρίως σε καλλυντικά (πχ. τα περισσότερα αντηλιακά περιέχουν διοξείδιο του Τιτανίου-Τi02) στη συντήρηση και τη συσκευασία τροφίμων.

Όσον αφορά λοιπόν στη σχέση της νανοτεχνολογίας με το περιβάλλον και τους ζωντανούς οργανισμούς, δημιουργούνται τα εξής ζητήματα: ανεξέλεγκτη διάχυση και αυξημένη δραστικότητα λόγω του μικρού τους μεγέθους, εύκολη απορρόφηση μέσω του αναπνευστικού και του δέρματος, ανεξέλεγκτες παρενέργειες λόγω των ενώσεων με άλλα σωματίδια και της αλλαγής των ιδιοτήτων τους, δυσκολία προστασίας των εργαζόμενων στην εξόρυξη και την μεταποίηση και σχεδόν αδύνατη ανακύκλωση.

Νέα υλικά και εργασία. Μια αναδιαρθρωμένη σχέση.

Στον τεχνολογικά αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό, τα υλικά, δηλαδή η πρώτη ύλη για την παγκόσμια παραγωγή, έχουν δει σημαντικές αλλαγές στον κύκλο ζωής τους. Από την παραγωγή-εξόρυξη μέχρι την ανακύκλωση οι στόχοι και τα μέσα (green marketing-τεχνολογία-επιστήμη) έχουν παρέμβει δραστικά στην εργασία που απαιτείται για τη διαχείριση τους. Όμως, ακόμα και όταν μιλάμε για την επιστήμη των σύγχρονων υλικών, το τρίπτυχο της παραγωγής τους έχει μείνει ουσιαστικά ανέπαφο, ισορροπώντας ίσως λίγο διαφορετικά.

Πέρα από τα απαραίτητα εδώ και δεκαετίες ορυκτά για την παραγωγή, έχουν εμφανιστεί καινούργια που έχουν γίνει απαραίτητα για κλάδους όπως η ενέργεια, η βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας και η ιατρική. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι σπάνιες γαίες[ref]«Σπάνιες γαίες» ονομάζεται μια ομάδα από 17 χημικά στοιχεία, με παράξενα ονόματα, πχ. Λανθάνιο, Δημήτριο, Πρασεοδύμιο, Νεοδύμιο, Προμήθειο, Σαμάριο κτλ.[/ref]. Με τον όρο σπάνιες γαίες αναφερόμαστε σε υλικά τα οποία αν και δεν σπανίζουν στο έδαφος της γης, βρίσκονται συχνά ενωμένα με άλλα στοιχεία τα οποία απαιτούν προηγμένες -και συνήθως πολυέξοδες- μεθόδους διαχωρισμού, βρίσκονται σε σημεία δύσκολα προσβάσιμα από τα σύγχρονα μέσα και γενικά είναι δύσκολη η απομόνωσή τους από τις προσμίξεις και η εκμετάλλευσή τους. Έτσι ενώ τα μισά περίπου κοιτάσματα σπάνιων γαιών βρίσκονται στην Κίνα[ref]Το Bayan-Obo, το μεγαλύτερο «κοίτασμα» σπάνιων γαιών του κόσμου που βρίσκεται στην Εσωτερική Μογγολία της Κίνας (διαθέτει περισσότερα από 40 εκατ. τόνους REE ορυκτών και μετά από 40 και πλέον χρόνια εξόρυξης έχει αποληφθεί μόλις το 35%). Περιέχει και θόριο (Th) το οποίο ανιχνεύεται στα απορρίμματα της εκμετάλλευσης, δημιουργώντας εστίες μόλυνσης του εδάφους και των νερών στην ευρύτερη περιοχή Baotou.[/ref], σχεδόν όλη η παγκόσμια παραγωγή τροφοδοτείται από αυτά, κυρίως, λόγω του οικονομικού κόστους εξόρυξης αλλά και της περιβαλλοντικής καταστροφής που συνεπάγεται αυτή.

Οι συνθήκες εξόρυξής των σπάνιων γαιών στα ορυχεία είναι οι τυπικές, επικίνδυνες συνθήκες που επικρατούν σε όλα τα ορυχεία ανά τον κόσμο, με τη διαφορά ότι τα επίπεδα ρύπανσης του περιβάλλοντος είναι πολύ μεγαλύτερα[ref]Ενδεικτικά, για την κατεργασία ενός τόνου σπάνιων γαιών παράγονται 2.000 τόνοι τοξικών αποβλήτων τα οποία συνήθως καταλήγουν στον υδροφόρο ορίζοντα.[/ref]. Το κόστος της προμήθειας της παγκόσμιας βιομηχανίας με σπάνιες γαίες πληρώνουν ως συνήθως οι κάτοικοι των γύρω περιοχών, που βλέπουν την καθημερινότητα τους να αλλάζει δραστικά, με απαλλοτριώσεις γης και επανατοποθετήσεις ολόκληρων χωριών με σκοπό την εξάπλωση των ορυχείων, και ταυτόχρονα υφίστανται τις βλαβερές συνέπειες της μόλυνσης στην υγεία τους.

Φυσικά, όταν αλλάζει το είδος των ορυκτών που χρειάζεται η παγκόσμια παραγωγή, αλλάζουν και οι αξίες των οικοπέδων των κρατών. Αυτό σημαίνει ότι η αλλαγή στις τεχνολογίες και τα υλικά που χρησιμοποιούν έχει και γεωπολιτικές προεκτάσεις, στις οποίες δε θα επεκταθούμε εδώ για να μην ξεφύγουμε[ref]Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί η πρωτοκαθεδρία της Κίνας στη εξόρυξη των σπάνιων γαιών, η οποία αλλάζει και τις διεθνείς ισορροπίες δύναμης, δίνοντας στο Πεκίνο την δυνατότητα χρησιμοποιεί το μονοπώλιο εκβιαστικά έναντι άλλων χωρών (π.χ μπλοκάρισμα εξαγωγών σπάνιων γαιών στην Ιαπωνία μετά από διαμάχες ναυτικού δικαίου) μιας και όλες οι τεχνολογίες αιχμής, βασίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό σ’ αυτές τις εξορύξεις. Δεν είναι τυχαίο ότι οι σπάνιες γαίες αναφέρονται από πολλούς ως το κινεζικό πετρέλαιο.[/ref].

Όσον αφορά στα νανοϋλικά, τα οποία είναι και το κέντρο βάρους αυτής της εκδήλωσης, το σημαντικό σημείο έγκειται στην αλλαγή του χάρτη της εργασίας, θέτοντας το βάρος της παραγωγής τους όχι στη χειρωνακτική εργασία αλλά στη θεωρητική έρευνα στα εργαστήρια. Όπως είπαμε, η χρήση των νανοσωματιδίων καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα τομέων, από τη χημεία και την πληροφορική μέχρι την παραγωγή ενέργειας και την ιατρική και η ζήτηση για αυτά αυξάνεται συνεχώς.

Λόγω της φύσης τους, τα νανοσωματίδια παράγονται σε σχετικά μικρές ποσότητες αν τα συγκρίνουμε με άλλα υλικά, όμως ακόμα και αυτός ο όγκος είναι δύσκολο να παραχθεί μιας και η δημιουργία τους απαιτεί ένα συνδυασμό κλάδων όπως επιστήμη υλικών, χημεία, πληροφορική (βλ. computational materials) και κυρίως, κρατικά χρηματοδοτούμενη έρευνα. Η έρευνα λοιπόν είναι αδιαχώριστο κομμάτι της παραγωγής, με το μεγαλύτερο μέρος της να γίνεται σε πανεπιστημιακά εργαστήρια. Ένα καλό παράδειγμα αυτού είναι η ώθηση του κλάδου στις ΗΠΑ από το 2001 και μετά με την NNI (National Nanotechnology Initiative) του Bill Clinton, η οποία δίνει μέχρι και σήμερα ένα στρατηγικό προβάδισμα στη χώρα στον τομέα της νανοτεχνολογίας. Ακόμα κι έτσι βέβαια, με τη μετατόπιση ενός κομματιού της παραγωγής από τα ορυχεία στα εργαστήρια, η εργασία που απαιτείται δεν εξαφανίζεται, απλά γίνεται αόρατη κάτω από το μανδύα της επιστήμης και της προόδου, παραμένοντας εκεί με τη μορφή έρευνας, πειραμάτων, παραγωγής και συσσώρευσης γνώσης.

Τέλος, μια άλλη πτυχή της αλλαγής που επιφέρουν τα νέα υλικά σχετικά με την εργασία, η οποία αξίζει να αναφερθεί, είναι η γνωστική αλλαγή στους τομείς της εργασίας που εφαρμόζονται αυτά τα υλικά, η καταστροφή δηλαδή ενός μέρους τεχνικής γνώσης ή/και ο μετασχηματισμός ενός άλλου, ώστε να συμβαδίζει με το νέο παράδειγμα. Η χρήση όλο και πιο πρωτοποριακών τεχνικών και υλικών σε κάθε πτυχή της ζωής αλλάζει την αντίληψη μας γύρω από τα γνωστικά αντικείμενα, και την εργασία που συνδέεται με αυτά, απαρχαιώνοντας και απαξιώνοντας την προγενέστερη γνώση, αναγκάζοντας τους κατόχους της είτε να συμβαδίσουν με το καινούριο είτε να πέσουν σε αχρηστία μαζί με αυτή.

Σχέση του ανθρώπου με το ζωντανό σώμα.
Η λατρεία της κατάτμησης.

Διαβάζοντας για τα νανοϋλικά  και κυρίως στην περίπτωση των βιοϋλικών που χρησιμοποιούνται πάρα πολύ σε ιατρικά προϊόντα, στα καλλυντικά και στα τρόφιμα, δεν μπορούσαμε παρά να παρατηρήσουμε τον ιδιαίτερο αντίκτυπό τους στο πώς αντιλαμβανόμαστε τα σώματά μας. Με την είσοδό τους στην ιατρική επιστήμη τα νανοβιοϋλικά έφεραν μεγάλη αλλαγή στο πως τόσο ο ειδικός όσο και ο ασθενής αντιμετωπίζει τον οργανισμό. Έχουμε πει ξανά πως ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος, από την γενίκευση και την καθιέρωση του επίσημου ιατρικού συστήματος και της δυτικής επιστήμης πάνω από την θρησκεία, όσον αφορά τον έλεγχο του φυσικού σώματος, αντιμετωπίζει αυτό το σώμα ως κομμάτια που το καθένα απ’ αυτά το εξετάζει, το διορθώνει, το ομορφαίνει, ως ανεξάρτητο απ’ όλα τα άλλα. Το νέο παράδειγμα πάει αυτή τη διαδικασία ένα βήμα παραπέρα. Πλέον, στην επίβλεψη της ιατρικής δεν υπάρχει ένα σώμα κομμένο σε κεφάλι, χέρι, πόδι, καρδιά, αλλά ένα σώμα κατακερματισμένο στη νανοκλίμακα. Όσο μικρότερα είναι τα κομμάτια τόσο περισσότερο το άτομο απομακρύνεται απ’ την επίγνωση ότι το σώμα του είναι ένας ολοκληρωμένος οργανισμός που λειτουργεί ενιαία και όχι αποσπασματικά και τόσο περισσότερο παύει να κατανοεί την πολυπλοκότητα της λειτουργίας του.

Άμεσος κίνδυνος αυτού είναι η απλουστευτική ερμηνεία του οργανισμού. Η δυτική ιατρική έχει την παράδοση που είπαμε και παραπάνω, να προσπαθεί να διορθώσει το προβληματικό μέρος αδιαφορώντας για το πώς επηρεάζει το σύνολο. Όταν λοιπόν βλέπεις και καταλαβαίνεις το ειδικό συχνά χάνεις την πλήρη εποπτεία του γενικού. Όπως είπαμε ήδη στον τομέα των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, όταν καταπιάνεται κανείς πολύ διεξοδικά με την νανοκλίμακα, είναι πολύ δύσκολο να ελέγξει τις επιπτώσεις των παρεμβάσεών του σε μεγαλύτερες κλίμακες, είναι σχεδόν αδύνατο να έχει αντίληψη της πιο ολοκληρωμένης εικόνας, λόγω της τρομακτικής πολυπλοκότητας.

Ένα ακόμη σημείο που πρέπει να εστιάσουμε είναι η ψευδαίσθηση του άτρωτου. Ο γιατρός πλέον μπορεί να επεμβαίνει στο πρόβλημα με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια και να “διορθώνει” την όποια δυσλειτουργία με τεχνητά μέσα. Έτσι το άτομο έχει την αίσθηση μιας τελειωμένης επέμβασης. Δημιουργείται ταυτόχρονα μια ψευδής αίσθηση πως ό,τι και να συμβεί, ό,τι και να θέλει να αλλάξει, μπορεί να το κάνει πολύ εύκολα και απλά. Έτσι το ατελές σώμα του, με τις αντίστοιχες προσπάθειες τελειοποίησής του στο προηγούμενο παράδειγμα, μπορεί πλέον να διορθωθεί και συνεχώς να γίνεται καλύτερο.

Σχέση του ανθρώπου με τη μηχανή.
Τα θολά όρια ανάμεσα στο φυσικό και το τεχνητό.

Νανομηχανές και εμφυτεύματα

Από το 1950, που εμφυτεύτηκε ο πρώτος ηλεκτρονικός βηματοδότης, μέχρι σήμερα, η αλλαγή στην κλίμακα επέμβασης και εμφύτευσης ηλεκτρονικών μηχανών στο σώμα έχει αλλάξει δραματικά, αλλάζοντας και τις ισορροπίες ανάμεσα στο διαχωρισμό ανθρώπου και μηχανής. Η, αυτονόητη πλέον, μηχανική υποβοήθηση συγκεκριμένων οργάνων σε περιπτώσεις ασταθούς λειτουργίας, όπως ο κλασικός βηματοδότης, θεωρείται ξεπερασμένη ως ιατρικό επίτευγμα. Οι αλλαγές και εξελίξεις φαίνονται ήδη στις διαδεδομένες εμφυτευμένες μηχανές, π.χ. χρήση τηλεϊατρικής και ασύρματης τεχνολογίας για έλεγχο των συσκευών και των αποτελεσμάτων από απόσταση. Αλλαγές που μοιάζουν να μην εντυπωσιάζουν (ή να τρομάζουν) κανέναν, σε ένα κόσμο στον οποίο τα πιο ιδιαίτερα προσωπικά δεδομένα βγαίνουν στη φόρα του διαδικτύου και μάλιστα εθελούσια.

Η έρευνα, λοιπόν, που αφορά την τοποθέτηση συσκευών στο ανθρώπινο σώμα έχει αρχίσει να μετατοπίζεται χάρη στην ευρεία ανάπτυξη της νανοτεχνολογίας και των νέων υλικών. Η μέχρι τώρα υποστήριξη βασικών οργάνων και μελών, δίνει τη θέση της σε παρεμβατικές νανο-μηχανές οι οποίες, ανάλογα με την περίσταση, μπορούν να αλλάζουν ή να αναστέλλουν τη λειτουργία αγγείων, κυττάρων και μελών, πάντα με στόχο την υγεία και τη θεραπεία σοβαρών ασθενειών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα διάφορα νανοτσιπ τα οποία εμφυτεύονται και σκανάρουν κομμάτια του οργανισμού καθώς και το καινοτόμο μικροτσίπ υπερήχων που εμφυτεύεται στον εγκέφαλο ασθενών με γλοιοβλάστωμα (επιθετικός καρκίνος του εγκεφάλου) και αναστέλλει τη λειτουργία του αιματοεγκεφαλικού φραγμού[ref]Ο αιματοεγκεφαλικός φραγμός αποτελεί άμυνα του εγκεφάλου ενάντια στις τοξίνες. Διακόπτοντάς τον, τα αιμοφόρα αγγεία γίνονται διαπερατά και διευκολύνονται τα μόρια των φαρμάκων της χημειοθεραπείας να διεισδύσουν στον εγκέφαλο.[/ref]. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο επικεφαλής καθηγητής της έρευνας Αλεξάντρ Καρπιεντέ: «Ο αιματοεγκεφαλικός φραγμός είναι ένα από τα τελευταία μεγάλα όρια της νευροεπιστήμης». Και φυσικά, τα όρια του ανθρώπινου σώματος αποτελούσαν ανέκαθεν μεγάλο πειρασμό για την επιστήμη. Ζητούμενο πλέον είναι η υπερπήδηση όλων των εμποδίων, όλων των μυστικών του σώματος, όλων των ανεξερεύνητων πτυχών και φυσικά η επίτευξη ελέγχου και καθοδήγησης αυτών. Και ποιος καλύτερος τρόπος για επιτήρηση και διαχείριση υπάρχει από αυτόν της χρήσης μηχανών; Όσο δυστοπικό κι αν αυτό ακούγεται, όσον αφορά στο ανθρώπινο σώμα, συμβαίνει ήδη και το γεγονός ότι μέχρι στιγμής οι εφαρμογές περιορίζονται σε περιπτώσεις “ίασης”, δεν μειώνει τη σημασία και τις επιπτώσεις της αλλαγής αυτής.

Η μηχανή ως αδιαμφισβήτητο κομμάτι του σώματος

Έχει αποδειχτεί ανά τα χρόνια ότι είναι πολύ λεπτή η γραμμή ανάμεσα στην επιφυλακτικότητα και στην αποδοχή. Κάποια χρόνια πριν, η μεσολάβηση των κοινωνικών σχέσεων από τη μηχανή μπορεί να τρόμαζε. Πλέον είναι σαν να μην υπάρχει άλλη επιλογή. Οι έρευνες για την βελτίωση ανθρώπινων χαρακτηριστικών, όπως ο δείκτης νοημοσύνης και η μνήμη, ήδη υφίστανται. Αυτό που λείπει για να εφαρμοστούν αυτές οι εμφυτεύσεις παρεμβατικών ηλεκτρονικών μικροσυσκευών σε υγιή σώματα είναι η κοινωνική αποδοχή. Βάζοντας λοιπόν ως μπροστάρη αυτών των εμφυτεύσεων την ανάγκη θεραπείας σοβαρών ασθενειών, το υποκείμενο αρχίζει να μην νιώθει τόσο άβολα και επιφυλακτικά απέναντι σε ένα μηχάνημα που θα λειτουργεί εντός του σώματός του και θα διορθώνει διάφορες δυσλειτουργίες, με τον έλεγχο πάντα του επιβλέποντα γιατρού και της ομάδας του οι οποίοι καταλήγουν να έχουν την πλήρη εξουσία πάνω σε αυτό το μηχάνημα. Και μετά σειρά έχουν οι δυνατότητες και οι ικανότητες. Γιατί να μην βελτιώσει κάποιος τα αδύνατα στοιχεία της προσωπικότητας του, αφού του δίνεται η δυνατότητα με τη βοήθεια της νανοτεχνολογίας και των νέων υλικών; Δεν θέλουμε να μελλοντολογούμε, αλλά αυτές οι εμφυτεύσεις φαίνεται ότι θα γίνουν μια υπόθεση ρουτίνας, με τον ίδιο τρόπο που είναι τώρα οι πλαστικές επεμβάσεις.

Όπως με την πλαστική χειρουργική αρχίζει και χάνεται το όριο μεταξύ του φυσικού και τεχνητού σώματος, έτσι με τα μηχανικά εμφυτεύματα χάνεται σιγά σιγά το όριο μεταξύ ανθρώπου και μηχανής. Είναι τελικά το ίδιο το σώμα που καθορίζει τις λειτουργίες του ή ένα τηλεχειριστήριο με ενδείξεις στο γραφείο του γιατρού; Οι σκέψεις που θα περνούν από το μυαλό ενός ανθρώπου που θα έχει κάνει εμφύτευση βελτιωτή ευφυίας θα είναι δικές του ή θα του τις έχουν φορέσει και θα τις αλλάζουν ανάλογα με τις ανάγκες; Και τι θα γίνει στην περίπτωση που η έξυπνη εκείνη μηχανή υποστεί κάποια βλάβη που δεν είχε προβλεφθεί στο εργαστήριο; Πώς και με ποια εμπειρία θα αλληλεπιδράσει με το υπόλοιπο σώμα; Φυσικά υπάρχει πάντα και ο κίνδυνος των υποκλοπών και των διαδικτυακών επιθέσεων, με μεγάλη μερίδα επιστημόνων να καταγγέλλει ότι οι μηχανές αυτές μπορούν να δεχτούν εύκολα επίθεση από χάκερς καθώς τα πρωτόκολλα ασφαλείας είναι ιδιαίτερα ευπαθή. Και αν ένα κακόβουλο λογισμικό μπορεί να προκαλέσει τόσο μεγάλη ζημιά σε ένα μηχάνημα και τα δεδομένα του, ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε τη ζημιά που θα προκαλούσε αν το μηχάνημα αυτό βρισκόταν μέσα στο σώμα μας.

Ένα ακόμα σημαντικό ζήτημα που προκύπτει είναι αυτό της ιδιοκτησίας. Στο πεδίο της επιστήμης, το μήλο της έριδος ήταν ανέκαθεν αυτό της πατέντας και της πνευματικής ιδιοκτησίας, με τους επιστήμονες να κονταροχτυπιούνται για το ποιος θα δημοσιεύσει πρώτος τις ανακαλύψεις του ώστε να πάρει και τα εύσημα πακέτο με την καταξίωση. Στον τομέα της ιατρικής ισχύει προφανώς το ίδιο, χωρίς βέβαια ο ασθενής να έχει υπόψιν του ποιος ήταν ο τάδε ερευνητής που πατένταρε την επέμβαση που αυτός μόλις έκανε. Νομίζουμε ότι τα πράγματα θα αλλάξουν λίγο και ως προς αυτήν την κατεύθυνση, λαμβάνοντας υπόψη μας την αλλαγή των συσχετισμών και την εξουσία που ασκείται από τον επιστήμονα προς τον ασθενή. Αυτό ενισχύεται από μία νέα συνθήκη που αναφέραμε και παραπάνω και είναι αυτή του χειρισμού της μηχανής από τον ειδικό κατά βούληση, ενώ αυτή είναι τοποθετημένη μέσα στο σώμα. Και η εταιρία της οποίας το λογότυπο είναι τυπωμένο πάνω στην εμφυτευμένη μηχανή; Ίσως στο μέλλον θα γίνει κάπως ασαφές το σε ποιον ανήκει αυτό το ξένο σώμα με το οποίο συμβιώνουμε στο ίδιο σκάφος, ποιος είναι αυτός που το ορίζει και ποια είναι τα δικαιώματα του υποκειμένου στο ίδιο του το σώμα.

Η μαγική σχέση του ανθρώπου με τα τεχνολογικά εμπορεύματα.

Το σύνολο των τεχνολογικών εφαρμογών που μας περιβάλλουν, είτε μιλάμε για υλικά αντικείμενα όπως ένα smartphone, είτε μιλάμε για μια εξειδικευμένη υπηρεσία όπως ο προγεννητικός έλεγχος μας παρουσιάζονται σαν μια μεγάλη γκάμα φαντασμαγορικών εμπορευμάτων ή και μη εμπορευμάτων όπως είναι τα social media. Σαν τέτοια δεν έχουν τίποτα το ξεχωριστό. Για να υπάρξουν απαιτούνται πρώτες ύλες, εργασία και μια διαδικασία διάθεσής τους στο κοινωνικό σύνολο μέχρι την κατανάλωση τους.

Η μυστικοποίση των τεχνολογικών εφαρμογών-εμπορευμάτων μοιάζει να ακολουθεί την παραδοσιακή οδό. Από τη μία η άγνοια των κοινωνικών υποκειμένων όσον αφορά τις διαδικασίες παραγωγής τους είναι τέτοια ώστε να μπορεί να τα καθιστά υπερβατικά, αυθύπαρκτα αντικείμενα με δικές τους ιδιότητες. Σε δεύτερο χρόνο, η εγγενής λειτουργία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής φροντίζει να αποκρύπτει τον εκμεταλλευτικό και εξουσιαστικό χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων που χρειάστηκαν για την παραγωγή τους. Έτσι λοιπόν οι σύγχρονες τεχνολογικές εφαρμογές μοιάζει να μη διαφέρουν εκ πρώτης όψεως από τα κοινά εμπορεύματα. Ο φετιχισμός του εμπορεύματος όπως τον διατύπωσε ο Μάρξ δυο αιώνες πριν, φαίνεται να περιγράφει αρκετά καλά το σύγχρονο μαγικό πέπλο που περιβάλει αυτά τα νέου τύπου εμπορεύματα και υπηρεσίες. Αν μαζί με αυτά συνυπολογίσουμε και τον παράγοντα της διαφήμισης και τη διαδικασία παραγωγής αναγκών, έχουμε μια καλή ιδέα για το πώς λειτουργούσε αυτή η μυστικοποίηση μέχρι και σήμερα.

Και όμως, αν κάποιος θελήσει να συγκρίνει εμπορεύματα παλιότερων τεχνολογικών παραδειγμάτων με τα σύγχρονα ανάλογα τους, όσον αφορά τη θέση που έχουν στα μυαλά των τυχαίων καταναλωτών, δεν θα μείνει πλήρως ικανοποιημένος με την παραπάνω ερμηνεία. Γιατί είναι ένα πράγμα το να περπατάς σε έναν ασφαλτοστρωμένο δρόμο ενώ παράλληλα σου διαφεύγει πλήρως ποιες διαδικασίες χρειάστηκαν για να κατασκευαστεί ή τι υλικό χρησιμοποιήθηκε. Και είναι άλλο να βλέπεις με τα μάτια σου ένα ράγισμα που προέκυψε σε αυτόν να αρχίζει να επουλώνεται μόνο του, σαν ζωντανός οργανισμός. Είναι, όπως και να το δει κανείς, μια ποιοτική αλλαγή σε μια ήδη υπάρχουσα κατάσταση.

Ποια είναι όμως τα χαρακτηριστικά αυτού του σύγχρονου φετιχισμού; Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ζήτημα είναι εξαιρετικά απλό αρκεί να σκεφτεί την πολυπλοκότητα των εν λόγω αντικειμένων. Πράγματι μπορούμε με ασφάλεια να υποθέσουμε ότι η κατασκευή ενός αυτο-επιδιορθώμενου υλικού είναι σε τέτοιο βαθμό πολύπλοκη που ίσως ακόμα και οι ίδιοι οι παραγωγοί του να αδυνατούν να κατανοήσουν το σύνολο της εργασίας που χρειάστηκε πέρα από το δικό τους εξειδικευμένο κομμάτι. Πόσο μάλλον ένα τυχαίο υποκείμενο. Είναι λογικό επόμενο τέτοιου είδους ακατανόητες εφαρμογές να φαντάζουν μαγικές στα μάτια των απλών θνητών. Άλλοι μπορεί να πανηγυρίζουν, άλλοι μπορεί να τρομάζουν. Το σίγουρο είναι πως κανείς δε καταλαβαίνει τίποτα όσο αναφορά την διαδικασία παραγωγή τους.

Η περαιτέρω μυστικοποίηση των σύγχρονων τεχνολογικών εφαρμογών εξαιτίας της αύξησης της πολυπλοκότητας τους ξεκαθαρίζει λίγο το τοπίο. Αν όμως μείνει κανείς  σε αυτό, είναι σαν να υποστηρίζει πως θα αρκούσε κάποιου είδους διαφωτισμός των μαζών όσο αναφορά τις τελευταίες τάσεις των αντίστοιχων κάθε φορά επιστημονικών πεδίων για να εξαλειφθεί το «πρόβλημα». Θεωρητικά μια καλύτερη γνώση όλων αυτών θα μπορούσε να απομυθοποιήσει σε κάποιο βαθμό αυτά τα θαυμαστά προϊόντα, αλλά αυτό δε θα διέλυε τον φετιχισμό. Και αυτό γιατί ο σύγχρονος φετιχισμός έχει περισσότερες διαστάσεις. Ας μη ξεχνάμε πως ζούμε στην εποχή της πληροφορίας! Αν η εξαφάνιση του φετιχισμού ήταν τόσο απλή διαδικασία όσο το να διαδόσεις μερικές σελίδες του Wikipedia σε κάμποσα mail ανά τον κόσμο, όλο και κάποιος θα το είχε σκεφτεί μέχρι σήμερα…. ωστόσο βρισκόμαστε ακόμη εδώ που βρισκόμαστε.

Φετιχισμός revisited.

Ο σύγχρονος φετιχισμός που περιβάλει τα τεχνολογικά εμπορεύματα δεν μπορεί πλέον να αναλύεται σαν κάποιο φυσικό φαινόμενο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο σύγχρονος φετιχισμός είναι ένα πλέγμα σχέσεων και ιδεολογιών που στοχευμένα τα αφεντικά έχουν χτίσει με αυτό το τρόπο.

Για παράδειγμα η σχέση των ανθρώπων με αυτό που γενικότερα θα λέγαμε τεχνο-επιστήμη. Έχουμε και στο παρελθόν ασχοληθεί με το πως η επιστήμη και η τεχνολογία σαν κοινωνικές κατασκευές στο καπιταλισμό έχουν δομηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να παρουσιάζονται σαν αυτόνομες δομές οι οποίες, εξαιτίας «κάποιου αφηρημένου πνεύματος προόδου», συνδυασμένου με την «ακόρεστη επιθυμία του ανθρώπου να εξηγεί τον κόσμο γύρω του», λειτουργούν ανεπηρέαστες από το κοινωνικό σύνολο και πάντα για το καλό του. Ό,τι και αν έχουμε γράψει (εμείς όπως και πολλοί άλλοι) αντίθετο προς αυτά, έρχεται σχεδόν πάντα αντιμέτωπο με τον τοίχο της “αποτελεσματικότητας”: «Αφού το αεροπλάνο πετάει η φυσική από πίσω του λέει την αλήθεια». Κανένα ενδιαφέρον για το αν υπήρχαν ή υπάρχουν άλλα θεωρητικά μοντέλα για τον ίδιο σκοπό που απορρίφθηκαν ως προβληματικά απλά και μόνο επειδή δεν συνέφεραν για οποιαδήποτε λόγο όσους χρηματοδότησαν την συγκεκριμένη έρευνα. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, και την έχουμε ξαναπεί, οπότε δε θα επεκταθούμε εδώ. Αρκεί να θυμίσουμε ότι για εμάς η τεχνο-επιστήμη δεν είναι σε καμία περίπτωση ουδέτερη. Εξελίσσεται και αναπτύσσεται μέσα στον καπιταλισμό, χρηματοδοτείται από αυτόν και δουλεύει για αυτόν. Και η παρατήρηση αυτή είναι προς χρήση όποιου θέλει να σταθεί ανταγωνιστικά προς τα αφεντικά, δεν είναι κάποια αφηρημένη συζήτηση για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε το facebook για τις κοινωνικές μας σχέσεις.

Πέρα από τον γενικότερο φετιχισμό που συνοδεύει έννοιες όπως η επιστήμη και η τεχνολογία, σημαντικό ρόλο στην μυστικοποίηση των νέων τεχνολογικών εφαρμογών παίζει και η διαχωρισμένη θέση που κατέχουν οι ειδικοί των αντίστοιχων κλάδων. Αντιγράφουμε από το περιοδικό cyborg, από το κείμενο «Ιστορία επιστημονικού μυστικισμού: τάο και φυσική»:

«Ο φετιχισμός των τεχνοεπιστημόνων, τα θεωρήματα της γνωσιακής υπεροχής τους επειδή είναι πολύ κοντύτερα στην Αλήθεια του Κόσμου σε σχέση με τον κάθε μη ειδικό, ο γνωσιακός φετιχισμός των πρώτων κρίκων της αλυσίδας, των κορυφών της όποιας γνωσιακής πυραμίδας, αυτός λοιπόν ο ειδικός φετιχισμός είναι που διατρέχει όλη την αλυσίδα νοηματοδοτήσεων και αξιολογήσεων όταν πρόκειται για αντικείμενα ή/και διαδικασίες των τεχνοεπιστημών. Ο καταναλωτής υπο-δέχεται όχι μόνο την υποτιθέμενη αυταξία της χ ή ψ εφαρμογής, αλλά κι όλη την ιεραρχία της γνωσιακής διαστρωμάτωσης, που παράγουν και αναπαράγουν υπέρ τους οι ειδικοί τεχνο-επιστήμονες. Πλάι σε αυτόν τον διαχωρισμό γνώσης και μη-γνώσης είναι σημαντικό να επισημάνουμε ξανά, ότι η εξειδίκευση των τεχνο-επιστημόνων, όπως και οι διαδικασίες στο εσωτερικό των τεχνο-επιστημών, έχει εξελιχθεί και ταηλοροποιηθεί σε τέτοιο βαθμό όπου στις περισσότερες περιπτώσεις ούτε οι ίδιοι οι ειδικοί δεν «γνωρίζουν» το σύνολο των χαρακτηριστικών των εφαρμογών που παράγουν.»

Αναφερθήκαμε είδη σε προηγούμενο κομμάτι της εισήγησης στην εργασία η οποία είναι απαραίτητη για την παραγωγή τέτοιων εφαρμογών. Εργασία η οποία διατρέχει όλες της βαθμίδες της παραγωγής. Από τον υπολογιστικό προγραμματισμό, την εξόρυξη, την επεξεργασία και τη μεταποίηση μέχρι την κατανάλωση και την ανακύκλωση το μόνο που έχει αλλάξει σε σχέση με τα παραδοσιακά υλικά είναι ότι η εργασία που εμπλέκει απλώνεται σε όλο και περισσότερα πεδία. Πέρα λοιπόν από τις διάφορες παρανοήσεις που μπορεί να προκύπτουν από την ηθελημένη η μη παράκαμψη του παράγοντα εργασία, το γεγονός ότι το σύνολο αυτών των τεχνολογικών εφαρμογών είναι στη διάθεση των δυτικών κοινωνιών απλά ως κάτι προς κατανάλωση αποκομμένο από τις διαδικασίες που το παρήγαγαν, συμβάλει αναπόφευκτα στη περαιτέρω μυστικοποίηση του. Και αν είναι δύσκολο για κάποιον να σκεφτεί την εργασία που χρειάστηκε για ένα απλό drone καθαρισμού που αγόρασε, φανταστείτε πόσο ποιο δύσκολη θα γίνει αυτή η συνειδητοποίηση όταν το μόνο που θα αγοράζουμε θα είναι καρούλια διαφορετικών υλικών που θα ταΐζουμε στον προσωπικό μας 3d εκτυπωτή.

Ένας ακόμη παράγοντας που πιστεύουμε ότι συμβάλει στον σύγχρονο φετιχισμό των προηγμένων εμπορευμάτων είναι η ίδια η δυνατότητα αυτών των αντικειμένων να μεταβάλλουν τις κοινωνικές σχέσεις γύρω τους. Έχουμε μιλήσει πολλές φορές και με διάφορες αφορμές για το πως απλές εφαρμογές όπως το κινητό τηλέφωνο, ή το ίντερνετ, ή και πιο απλά πράγματα όπως ένα πλυντήριο πιάτων επηρέασαν την κοινωνική πραγματικότητα. Γενικά όταν μια τεχνο-επιστημονική εφαρμογή παίρνει μαζικό χαρακτήρα και το κοινωνικό σώμα δένεται μαζί της με μια σχέση εξάρτησης, είναι λογικό επόμενο ο όποιος προβληματισμός θα μπορούσε να προκύψει γύρω από τη χρήση της να μειώνεται δραστικά. Η διαδικασία αυτή είναι ακόμη πιο έντονη για τις γενιές που μεγαλώνουν μέσα σε ένα ήδη διαμορφωμένο παράδειγμα. Ο προβληματισμός και η ενδεχόμενη αμφισβήτηση μιας χ τεχνολογικής εφαρμογής είναι πολύ πιο αναμενόμενος από ένα υποκείμενο το οποίο έχει γνωρίσει και ζήσει ένα κοινωνικό παράδειγμα χωρίς αυτή, παρά από κάποιον ο οποίος δεν γνώρισε τίποτα άλλο πέρα από αυτό. Φυσικά κανένα κοινωνικό παράδειγμα δεν μπορεί να είναι εντελώς συνεκτικό και αντιφάσεις πάντα μπορούν να παρουσιαστούν προκαλώντας νέους προβληματισμούς και αμφισβητήσεις.

Όλα αυτά, ο φετιχισμός της τεχνο-επιστήμης, η διαχωρισμένη γνώση των τεχνο-επιστημόνων, η βολική απουσία του παράγοντα της εργασίας, η δύναμη των τεχνολογικών εφαρμογών να μορφοποιούν τις κοινωνικές σχέσεις και η διαδικασία παραγωγής αναγκών, είναι μόνο μερικοί παράγοντες που μαζί με αυτό που ονομάστηκε φετιχισμός του εμπορεύματος συνθέτουν το πλέγμα των ιδεολογιών που ντύνουν κάθε νέου τύπου εμπόρευμα υλικό ή «άυλο». Αυτοί οι παράγοντες θεωρούμε ότι εντείνονται με την ευρεία αλλαγή στην υλικότητα των εμπορευμάτων, μέσα από τη νανοτεχνολογία και δημιουργούν ένα ακόμα πυκνότερο πέπλο μυστηρίου γύρω τους.

Επίλογος

Είναι γεγονός πως η επιστήμη και η τεχνολογία των υλικών, μπορεί να ξένισε σε πρώτο χρόνο αρκετούς από τους φίλους και τις φίλες του game over. Ίσως ακόμη και μετά από όλα αυτά πολλοί να μην έχουν πειστεί για την επιλογή και τη σημασία του συγκεκριμένου θέματος. Είναι επίσης αλήθεια ότι και για εμάς ήταν αρκετά δύσκολο να συλλέξουμε πληροφορίες για το συγκεκριμένο πεδίο, μιας και η σχετική βιβλιογραφία είναι αρκετά περιορισμένη και αποτελείται κατά κύριο λόγο από επιστημονικά άρθρα και βιβλία τα οποία απαιτούσαν τις περισσότερες φορές κάποια εξοικείωση με το αντικείμενο.

Παρόλα αυτά, το θέμα των υλικών για εμάς προέκυψε κάπως φυσικά σαν πεδίο μελέτης, όταν ξεκινήσαμε να συζητάμε για αυτό που ονομάσαμε νέο βιο-πληροφορικό παράδειγμα και τις αλλαγές που κουβαλάει μαζί του. Αυτό συνέβη γιατί γρήγορα διαπιστώσαμε ότι για τη γενετική, την επικοινωνία μεσώ υπολογιστών, το internet of things, αλλά και πολλά άλλα (πιο φανταχτερά) σημεία αυτού του νέου παραδείγματος, η επιστήμη και τεχνολογία των υλικών αποτελεί με έναν τρόπο προϋπόθεση για να μπορούν να υπάρχουν και να εξελίσσονται σαν ξεχωριστά πεδία, έτσι όπως τα γνωρίζουμε σήμερα.

Μετά από τη σύντομη έρευνα που προηγήθηκε βγάλαμε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα τα οποία ενισχύουν την κατανόηση της συνολικότερης cyberpunk εποχής στην οποία οδεύουμε. Συνοψίζοντας θα θέλαμε να κρατήσουμε τα εξής.

Καταρχήν, πώς όλες οι φαντασμαγορικές υπηρεσίες και τα κάθε λογής «έξυπνα» αντικείμενα που μπορούμε να έχουμε στη διάθεση μας, αποτελούν, όπως πάντα, προϊόντα της δουλειάς κάποιων ανθρώπων. Η μνήμη, το internet, οι υπηρεσίες των smartphones, το γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα, το βιολογικά ενισχυμένο σώμα, όλα αποτελούνται από υλικά πράγματα, όπως πάντα. Το μόνο που έχει αλλάξει είναι η τάξη μεγέθους των υλικών που χρειάζονται για να υπάρχουν όλα αυτά. Έχει περάσει ήδη αρκετός καιρός από όταν ο καπιταλισμός μπόρεσε να επεξεργαστεί για πρώτη φορά την ύλη σε επίπεδο μη ορατό από το ανθρώπινο μάτι και όσο περνάει ο καιρός η “αποικιοποίησή” του αυτή προχωράει όλο και πιο βαθιά. Όπως εξηγήσαμε και προηγούμενα, η συνολική εργασία που είναι απαραίτητη για όλα αυτά δεν είναι λίγη και αν εξαιρέσει κανείς την επιστημονική έρευνα, η εξόρυξη και η επεξεργασία των υλικών αυτών αποτελούν ένα από τα πιο μεγάλα σύγχρονα κάτεργα, τα οποία βρίσκονται φυσικά μακριά από τα μάτια της δύσης.

Αν το να μιλάει κανείς για την εργασία που είναι απαραίτητη για τις νέες τεχνολογίες και την υλικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού, φαντάζει σαν κεραυνός εν αιθρία, τι να πει κανείς για τα περιβαλλοντικά προβλήματα που παρουσιάζονται; Όπως εξηγήσαμε η εξόρυξη και η μεταποίηση των σπάνιων υλικών είναι μια άκρως επιβλαβής διαδικασία για το περιβάλλον, η οποία προκαλεί μη αναστρέψιμες ζημιές σε αυτό και σε όλα στα έμβια όντα, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου. Και ενώ αυτό είναι γνωστό, όπως είδαμε, η αναγκαιότητα των υλικών αυτών σε παγκόσμιο επίπεδο σε ένα μεγάλο φάσμα τεχνολογικών πεδίων έχει οδηγήσει χώρες όπως η Κίνα, στην συνειδητή επιλογή της καταστροφής του υπεδάφους της και του υδροφόρου ορίζοντα, με σκοπό το κέρδος αλλά και τη γεωπολιτική αναβάθμιση του οικοπέδου της.

Τέλος, θεωρήσαμε τη φαινομενικά «άυλη ουσία» που συνθέτει όλες αυτές τις τεχνολογίες, ως ένα βασικό συστατικό του σύγχρονου φετιχισμού αυτών των αντικειμένων και υπηρεσιών. Οι υπερεξειδικευμένες λειτουργίες τους, η σύνθετη-ακατανόητη κατασκευή τους, η αφηρημένη αίσθηση ότι υπάρχει κάπου ένα δέντρο που αντί για καρπούς παράγει smartphones και άλλα σχετικά, η ανιστόρητη βεβαιότητα ότι η επιστήμη και η τεχνολογία είναι ουδέτερες των οικονομικο-πολιτικών συμφερόντων των αφεντικών… Όλα αυτά μαζί καταφέρνουν να μυστικοποιούν ακόμη περισσότερο κάθε λογής σύγχρονη τεχνολογία με αποτέλεσμα οποιαδήποτε κριτική απέναντι τους να χαρακτηρίζεται ως οπισθοδρομική, τεχνοφοβική και άλλα σχετικά.

Παράλληλα οι αλλαγές που φέρουν οι τεχνολογίες αυτές στη καθημερινότητα των κοινωνιών εμφανίζονται στη χειρότερη περίπτωση ως ανύπαρκτες και στη καλύτερη ως δυνητικά καλές ή κακές, όπως το μαχαίρι που μπορεί να αλείφει το ψωμί αλλά μπορεί και να σκοτώσει. Όπως πολλάκις έχουμε πει, αυτή η άποψη μας φαίνεται αρκετά επιφανειακή, καθώς τίποτα δεν πέφτει από τον ουρανό, όπως οι καρύδες στους πιθήκους ή το μήλο στο κεφάλι του Νεύτωνα. Τα τεχνολογικά παράγωγα ανέκαθεν καθορίζονταν και συνεχίζουν να καθορίζονται από την ιστορία, τους λόγους για τους οποίους παράχθηκαν, την ιδεολογία που τα συνοδεύει αλλά και τους τρόπους με τους οποίους εν τέλει χρησιμοποιούνται.

]]>
Εισήγηση: Μπορούν οι μηχανές να παραγάγουν επικοινωνία; https://gameover.zp/2017/08/08/%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%ae%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%bf%cf%8d%ce%bd-%ce%bf%ce%b9-%ce%bc%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%ad%cf%82-%ce%bd%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ac/ Tue, 08 Aug 2017 12:42:13 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2385 Επικοινωνιακά αυτόματα στα ψηφιακά δίκτυα, και ηλεκτρονική μεσολάβηση του κοινωνικού εργοστασίου.

Σε αυτήν την εισήγηση, χρησιμοποιούμε το παράδειγμα των Chat-bots (σύνθετη λέξη βγαλμένη από το γνωστό σε όλους/ες μας chat στο internet και την συντομογραφία της λέξης robot). Παρότι δεν είναι ένα μέσο τόσο μαζικό ακόμα, όσο τα social media, το χρησιμοποιούμε Αναγνωρίζοντάς το σαν μια γενική τάση στον κόσμο του διαδικτύου και της ψηφιακής επικοινωνίας. Προσεγγίζουμε το συγκεκριμένο παράδειγμα με σκοπό να φωτίσουμε εκείνες τις σχέσεις και τις πρακτικές της καθημερινότητας που ανασυντίθενται καθώς και το πώς και το γιατί, οδήγησαν στην τάση αυτή.

Πριν τα chat-bot, τα web-bot. Τι είναι όμως τα web-bot; Είναι προγράμματα που δεν θα υπήρχαν αν δεν υπήρχε πιο πριν το δίκτυο (world wide web) και οι εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης. Τα web-bot είναι παιδί τους, είναι κάτι που γεννήθηκε μέσα σ’ αυτά και παράλληλα με αυτά. Εκεί ακριβώς έγκειται και η αποτελεσματικότητά τους. Στο ότι είναι φτιαγμένα από το ίδιο “υλικό” που αποτελείται και ο κυβερνοχώρος. Είναι δηλαδή αλγόριθμοι-εφαρμογές, που χρησιμοποιούν βάσεις δεδομένων. Ο ρόλος τους μέσα στο δίκτυο είναι αρκετά διευρυμένος και σημαντικός. Τόσο σημαντικός που, χωρίς αυτές τις εφαρμογές το ίδιο το δίκτυο θα ήταν πολύ διαφορετικό, ίσως πιο “χαοτικό” και “αφιλόξενο”.

Τα web-bot στην ουσία, εκτελούν εργασίες που βασίζονται σε πληροφορίες και σε βάσεις δεδομένων και παρέχουν, έτσι, διάφορες χρήσιμες (ή και όχι χρήσιμες) υπηρεσίες για τη χρήση του διαδικτύου. Είναι αυτά που αποτρέπουν χρήστες από το να υιοθετούν τα ίδια ονόματα όταν εγγράφονται σ’ ένα e-mail ή μας στέλνουν διαφημίσεις με συγκεκριμένα ή παρεμφερή προϊόντα με αυτά που μπορεί να έχουμε αγοράσει στο παρελθόν.

Τώρα, πιο συγκεκριμένα, τα chat-bot (ή chatterbot, για την ακρίβεια) είναι προγράμματα που αναφέρονται προσωπικά σε έναν χρήστη -είτε σε κάποιο άτομο είτε σε κάποια ομάδα ατόμων, πχ μια επιχείρηση-, και στα οποία υπάρχει διεπαφή με τη μορφή φυσικής γλώσσας. Οι χρήστες χρησιμοποιούν δηλαδή γραπτό κείμενο ή ομιλία για να επικοινωνήσουν μαζί τους.

Για να λειτουργήσουν όμως αποτελεσματικά τα chat-bot, χρειάζονται όσο το δυνατόν περισσότερη πρόσβαση σε πληροφορίες και σε βάσεις δεδομένων του χρήστη. Τις ατομικές και τις “κοινωνικές” πληροφορίες. Όσο περισσότερες αρμοδιότητες θέλει να δώσει ο χρήστης στο chat-bot του, τόσο, σε πρώτο χρόνο, πρέπει να διοχετεύει τη ζωή, την καθημερινότητα, τις σχέσεις και την εργασία του/της, αλγοριθμοποιημένες, σε βάσεις δεδομένων. Και τόσο περισσότερο, σε δεύτερο χρόνο, πρέπει το chat-bot να έχει πρόσβαση σ’ αυτές τις βάσεις δεδομένων.

Οι εφαρμογές αυτές χρειάζεται, δηλαδή, να έχουν πλήρη πρόσβαση στα δεδομένα του χρήστη. Χρειάζονται να καταγράφουν το πλήρες ιστορικό του/της, ώστε καθώς περνάει ο καιρός, να μπορούν να είναι πιο αποτελεσματικές στο να προσομοιώνουν τις κινήσεις του στο διαδίκτυο. Αυτή την -πίσω από άπειρες σειρές προγραμματισμού- διαδικασία που βλέπουμε σαν αποτέλεσμα, συχνά οι οπαδοί της τεχνητής νοημοσύνης, τη βάφτίζουν “να μπορεί το chat-bot να μαθαίνει”. Λίγο επικίνδυνος σαν ορισμός, λέμε εμείς, γι’ αυτό και τα εισαγωγικά.

Όσο πιο συμβατό λοιπόν, καθίσταται το περιβάλλον, με τους όρους που δουλεύει η εφαρμογή, τόσο πιο αποτελεσματικά μπορεί αυτή να εκτελέσει τις λειτουργίες της. Για παράδειγμα, ο τροχός είναι μια πολύ καλή λύση για το πρόβλημα της μετακίνησης, για να έχει εφαρμογή όμως, χρειάζεται ένα περιβάλλον που περιλαμβάνει δρόμους. Χρειάζεται λοιπόν μια διαδικασία “παροχής περιβλήματος”, όπως ονομάζεται στους κύκλους των ειδικών της τεχνητής νοημοσύνης… Στην περίπτωση των chat-bot, το άμεσο περιβάλλον των εφαρμογών, μπορεί να είναι το διαδίκτυο. Εκεί όπως είπαμε δεν υπάρχει πρόβλημα, αφού το περιβάλλον και τα προγράμματα-εφαρμογές αποτελούνται από τα ίδια συστατικά. Όσον αφορά όμως (ας το ονομάσουμε έτσι) “το περιβάλλον της διεπαφής” των εφαρμογών, που είναι ο άνθρωπος και σαν συνέπεια η φυσική γλώσσα, εκεί υπάρχει το αρχικό και βασικό πάντα ζήτημα, της επικοινωνίας του ανθρώπου με την μηχανή.

Στην περίπτωση λοιπόν της επικοινωνίας ανθρώπου-μηχανής (που απ’ ότι φαίνεται έχει συνέπειες και στην επικοινωνία ανθρώπου με άνθρωπο), αυτό που συνέβη είναι το εξής. Για να μπορέσει να επικοινωνεί αποτελεσματικά με τη μηχανή, έπρεπε ο χρήστης να προσαρμοστεί στους κανόνες αυτής, και όχι το ανάποδο. Ακόμα κι αν αυτό σήμαινε και σημαίνει πως έπρεπε να πετάξει και να πετάει κάθε μέρα, οτιδήποτε δεν χωράει στους κανόνες της. Δηλαδή πράγματα όπως η αμφισημία, η αμφιβολία, το διφορούμενο και το λάθος. Σημαντικά; Τα έχουμε ξαναπεί, για κάποιους ναι για κάποιους όχι [ref](βλ. εισηγήσεις Γλώσσα και νέες μηχανές και Αλγόριθμος. Η μηχανοποίηση της σκέψης, φεστιβάλ Game Over Οκτώβρης 2014)[/ref].

Η ψηφιακή επικοινωνία που περιγράφουμε, δεν είναι κάτι που πρόκειται να προκύψει στο μέλλον. Δεν είναι κάτι φανταστικό που σύμφωνα με τους ακριβείς υπολογισμούς μας θα γίνει πραγματικότητα. Η εξέλιξη που έχει επέλθει στην ψηφιακή επικοινωνία, για να φτάσει αυτή να περιλαμβάνει και τα chat-bot, συνέβη πρώτα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα chat-bot είναι λοιπόν η εξέλιξη των τελευταίων και φαίνεται ότι μπορούν να αντικαταστήσουν τον άνθρωπο στην άλλη μεριά της οθόνης. Αν δεν υπήρχαν όμως ήδη περίπου 25 περίπου χρόνια ψηφιακής επικοινωνίας μέσω internet, των chat και των πιο σύγχρονων, facebook, twitter και λοιπά γνωστά, δεν θα μπορούσαμε καν να φανταστούμε, αυτές τις δομικές αλλαγές στην επικοινωνία ανθρώπου-μηχανής, αλλά εν τέλει αλλαγές στην επικοινωνία ανθρώπου με άνθρωπο.

Το δίκτυο

Για να μιλήσουμε για τη δικτυωμένη ψηφιακή επικοινωνία και τη μετέπειτα αυτοματοποίησή της οφείλουμε να αναφερθούμε στα δίκτυα. Οι λόγοι που το κάνουμε αυτό δεν είναι μόνο ιστορικοί. Κυρίως θέλουμε να δείξουμε τη συνεισφορά τους στο μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων υπό το πρίσμα της αλλαγής παραδείγματος από τα 70’s και μετά. Ο κρίσιμος ρόλος που απέκτησαν τα δίκτυα για τα αφεντικά και τα κράτη, των δυτικών πρωτίστως κοινωνιών, αναδεικνύεται από τα τεράστια ποσά που έχουν δαπανηθεί για να καταστεί βασική δημόσια υποδομή, η δικτύωση χιλιάδων υπολογιστών. Σε τέτοιο βαθμό έχει κοινωνικοποιηθεί αυτή η βασική επένδυση των αφεντικών, που είναι εμφανές στην εργασία, στη διασκέδαση, στην επικοινωνία, στο στρατό κλπ. κάθε δυτικού κράτους. Το να θεωρείσαι δικτυωμένος/διαδικτυωμένος αποτελεί εκπλήρωση του εαυτού σου, στα πλαίσια του νέου καπιταλιστικού μοντέλου.

Ένα μικρό ιστορικό

Τον Μάρτιο του 1970 ήταν πλέον λειτουργικό στις ΗΠΑ το πρώτο διαδίκτυο του αμερικάνικου στρατού και κάποιων εργαστηρίων των πανεπιστημίων. Το 1973 έγινε η σύνδεση μέσω ενός εργαστηρίου στη Νορβηγία και αργότερα με το Λονδίνο. Το 1975 η υπηρεσία άμυνας πληροφοριακών συστημάτων πήρε τον έλεγχο του Arpanet, του πρώιμου διαδικτύου και αυτό ανακηρύχθηκε λειτουργικό. Το 1983 χωρίστηκε το στρατιωτικό, από το πολιτικό δίκτυο.

Από τα μέσα των 80s, η χρηματοδότηση του NSFN (National Science Foundation Network), σαν κύρια σπονδυλική στήλη του διαδικτύου, οδήγησε στην παγκόσμια συμμετοχή, στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών δικτύου και στη συγχώνευση πολλών μικρότερων υποδικτύων. Έτσι, η σύνδεση των εμπορικών δικτύων κι επιχειρήσεων στις αρχές του 1990 σηματοδοτεί τη μετάβαση στο σύγχρονο internet. Εκεί λοιπόν, που το internet χρησιμοποιούνταν κυρίως από ακαδημαϊκούς το 1980, με την εμπορευματοποίηση, κατάφερε να εισχωρήσει με τη μορφή υπηρεσιών και τεχνολογιών σε κάθε πτυχή της σύγχρονης ζωής.

Από τα μέσα του 1990 σχεδόν σε όλο τον ανεπτυγμένο και αναπτυσσόμενο κόσμο, το Internet έχει μεγαλώσει 100 φορές περιλαμβάνοντας το 1/3 του παγκόσμιου πληθυσμού. Έτσι, όλα τα τηλεπικοινωνιακά μήντια (τηλεόραση, ράδιο, εφημερίδες κλπ) αναδιαμορφώθηκαν κι ενσωματώθηκαν σε αυτό.

Ο ρόλος που έπαιξε το στρατιωτικοαστυνομικό σύμπλεγμα στις ΗΠΑ, ταυτόχρονα με τα πανεπιστήμια, είναι κομβικός στην αρχική ανάπτυξη του δικτύου. Αποτελούσε βασική υποδομή για το στρατό και για τον τρόπο με τον οποίο θεωρούσε ότι θα διεξήγαγε πολέμους από την αρχή κιόλας της ανάπτυξης του. Παράλληλα, αποτελούσε βασική υποδομή για την ανταλλαγή γνώσεων και ερευνών στα πλαίσια του στρατιωτικοαστυνομικού συμπλέγματος ανάμεσα στη πανεπιστημιακά ινστιτούτα, τις κυβερνητικές υπηρεσίες και τις στρατιωτικές ερευνητικές δομές. Όλα αυτά τα δίκτυα μπορούσαν πια να συνενωθούν μεταξύ τους, διευρύνοντας τις δυνατότητες για περεταίρω ανάπτυξη.

Η ανάπτυξη του διαδικτύου, όταν άρχισε να περιλαμβάνει και δίκτυα εταιρειών, άρχισε να ενσωματώνει απομακρυσμένες εταιρείες κι εμπορικούς κόμβους ανά τον κόσμο και έτσι αποτέλεσε βασικό πυλώνα της ανάπτυξης του παγκοσμιοποιημένου εμπορίου, από τα 90’s και μετά. Οπότε, οι επενδύσεις και οι τεχνολογίες πάνω σε αυτό, άρχισαν ν’ αναπτύσσονται ραγδαία, κυρίως με το www, από το 1995.

Κάποια βασικά χαρακτηριστικά των δικτύων και της συνδεσιμότητας σε αυτά

Η κατάσταση εντός του δικτύου είναι δυαδική. Είτε είσαι εντός, είτε είσαι εκτός του δικτύου. Όταν είσαι εντός, είσαι προσβάσιμος από όλους τους υπόλοιπους κόμβους του δικτύου, κι ενώ μπορεί να έχει ένα μέγιστο όριο η δυνατότητα να λαμβάνεις και να στέλνεις πληροφορίες (λόγω των υλικών περιορισμών του εύρους της διασύνδεσης), το κατώτατο όριο δεν ταυτίζεται με το εκτός δικτύου σαν κατάσταση. Ουσιαστικά αυτή είναι μια μη αποδεκτή κατάσταση, γιατί δε χρησιμοποιείς ένα επενδεδυμένο κεφάλαιο, δε χρησιμοποιείς τις λεωφόρους των πληροφοριών.

Ενώ ο κόμβος ενός διαδικτύου θεωρείται σαν η προσωπική σου πύλη προς τους υπόλοιπους χρήστες, διασαλεύεται ένα όριο ανάμεσα στο τι είναι δημόσιο και τι ιδιωτικό. Έτσι, ενώ μπορεί να στέλνεις κάτι ιδιωτικό, επειδή χρησιμοποιούνται δημόσια μέσα για να φτάσει αυτό στον τελικό παραλήπτη, δεν είναι στην ουσία ιδιωτικό. Όποιες πληροφορίες κατέχεις, εφόσον είναι δικτυωμένες, είναι προσπελάσιμες από όλους (ακόμη κι αν τις θεωρείς «ιδιωτικές»), από τη στιγμή που κι εσύ ο ίδιος, ως κόμβος, είσαι προσπελάσιμος από όλους.

Η έννοια της «συνδεσιμότητας» αποτελεί κεντρικό χαρακτηριστικό του “ατομικού είναι” στον σύγχρονο καπιταλισμό. Δηλαδή, το να είσαι συνδεδεμένος σε ένα δίκτυο με πολλούς άλλους ανθρώπους και να δέχεσαι/αποστέλλεις μεγάλο όγκο πληροφοριών αποτελεί ισχυρό χαρακτηριστικό ατομικής ευτυχίας, κοινωνικότητας κι ένα ισχυρό στοιχείο μη περιθωριοποίησής σου στη δικτυωμένη κοινωνία.

Η τεχνητή νοημοσύνη

Από την εμφάνιση των σύγχρονων υπολογιστών με το τέλος του ΒΠΠ δεν έχει υπάρξει πιο πολυσυζητημένο θέμα από την τεχνητή νοημοσύνη, είτε ως τέτοια είτε με άλλους παρεμφερείς τρόπους, όπως πχ. «είναι πιο έξυπνες από εμάς οι μηχανές», «μπορούν να σκεφτούν οι υπολογιστές;». Θα λέγαμε, χωρίς να επεκταθούμε, ότι ο τρόπος που τέθηκε αυτό το ερώτημα και αντίστοιχα ο τρόπος που δόθηκε μια απάντηση, διαμόρφωσε και την ίδια την αρχιτεκτονική, τη σχεδίαση, τη χρήση των υπολογιστών και ουσιαστικά έπλασε την ιστορία της πληροφορικής. Οι αντιλήψεις που διαμόρφωναν οι άνθρωποι που απασχολούνταν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με τις υπολογιστικές μηχανές και τις δυνητικές δυνατότητες τους, συναντούσαν τις εκτεταμένες κοινωνικές αντιλήψεις που άρχισε να διαμορφώνει η έλευση μιας «νέας» εποχής, του βιοπληροφορικού παραδείγματος. Οι ιδεολογικές συζητήσεις και αναζητήσεις περί του τι μπορούν να κάνουν οι νέες «σκεπτόμενες» μηχανές και αν θα μας ξεπεράσουν, διαμόρφωσαν ένα πλέγμα απόψεων/στάσεων, που αφενός εξυπηρετούσαν τις εμπορικές δραστηριότητες διαφόρων εταιρειών ως προς τα προϊόντα τους και τη κατοχή τους, και αφετέρου απομάκρυναν διάφορα ζητήματα που προέκυπταν από τη χρήση των υπολογιστών, από την υλική/ εργαλειακή βάση περί του τι είναι η αλγοριθμοποίηση/ μηχανοποίηση της ανθρώπινης σκέψης. Έτσι, δε θα υπάρξει χρονική στιγμή μετά τα 80’s που να μη γίνεται επίδειξη κάποιας νέας έξυπνης μηχανής και των «έξυπνων» ικανοτήτων της, σε σχέση με τους ανθρώπους ή απλά σε σύγκριση με τις προηγούμενες λειτουργίες της.

Iστορικά στοιχεία

Αρχικές καταβολές της Τεχνητής Νοημοσύνης και Turing Test.

Όταν ο Von Neumann σχεδίασε τη βασική δομή του υπολογιστή, σκοπός του ήταν να προσομοιώσει τον ανθρώπινο εγκέφαλο και τη φυσικότητα των λειτουργιών του, τη μνήμη και τη κεντρική μονάδα επεξεργασίας. Την ίδια εποχή ο Turing διατυπώνει το τεστ του σύμφωνα με το οποίο ορίζει τις προϋποθέσεις για το πότε μια μηχανή μπορεί να θεωρηθεί σκεπτόμενη. Έτσι, ένα πρόγραμμα που υλοποιείται σ’ έναν υπολογιστή μπορεί να προσομοιάσει μια ανθρώπινη συνομιλία και να οδηγήσει τον χρήστη να συμπεράνει ότι είναι αδύνατη η διάκριση από μέρους του, για το αν απέναντι του έχει έναν άνθρωπο ή μια μηχανή. Το ερώτημα, λοιπόν, για το αν είναι έξυπνη μια μηχανή, δεν έχει τόσο να κάνει με τις δυνατότητές της, όσο με το περιβάλλον που διεξάγεται μια συνομιλία και με το αν γίνεται ή όχι αντιληπτό από τον χρήστη ότι συνομιλεί με έναν άνθρωπο ή μια μηχανή.

Η συνέχεια, 1960-80

Η ΤΝ αναπτύχθηκε ως το εμπειρικό ερευνητικό πρόγραμμα, που αποσκοπούσε στο να κάνει πραγματικότητα τους ισχυρισμούς του Turing. Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί λοιπόν ένα παλιό όνειρο, αλλά μια αρκετά νεαρή επιστήμη, η οποία, από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, αναπτύχθηκε ως διεπιστημονικός κλάδος της γνωσιακής επιστήμης και της επιστήμης των υπολογιστών, με στόχο την ανάπτυξη υπολογιστικών μοντέλων ανθρώπινης γνώσης. Στην πιο αυστηρή εκδοχή της, αυτή που κυριάρχησε κατά τις δυο πρώτες τουλάχιστον δεκαετίες της ιστορίας της (μεταξύ των μεσών των 60’s και των μέσων των 80’s), η ΤΝ εργάστηκε πάνω στη θεωρητική βάση κατασκευής λογισμικού και υλικού, κι επομένως υπολογιστών και ρομπότ, των οποίων η συμπεριφορά θα ήταν τελικά τουλάχιστον συγκρίσιμη, αν όχι ανώτερη, της συμπεριφοράς που χαρακτηρίζει νοήμονα ανθρώπινα όντα σε παρόμοιες συνθήκες. Η έρευνα γύρω από την ΤΝ αναπτύχτηκε ως εάν η νοήμων σκέψη και συμπεριφορά να ήταν απλώς συνώνυμα αλγοριθμικών υπολογισμών και ως εάν, την ιδία στιγμή, οι συνθήκες υπόβαθρου, οι εμπειρίες, η έμπνευση, τα πάθη, η διαίσθηση, η διορατικότητα, η φαντασία κλπ. και οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις να μην συνιστούσαν ουσιώδη συστατικά της ζωής ενός ατόμου. Η ανθρώπινη ικανότητα πραγμάτευσης του κόσμου κατά νοήμονα τρόπο θεωρήθηκε ότι εξαρτιόταν αποκλειστικά από την ανθρώπινη ικανότητα έλλογης σκέψης περί του κόσμου και η έλλογη σκέψη θεωρήθηκε ταυτόσημη με την αυτάρκη, συμβολική επεξεργασία και, συνεπώς, με τον πραγματικό υπολογισμό. Η ΤΝ μέχρι τότε κατόρθωσε ελάχιστα περά από χονδροειδείς καρικατούρες νοήμονος ανθρώπινης συμπεριφοράς και μπορεί να αναρωτηθεί κάνεις τι θα είχε συμβεί με το ερευνητικό πρόγραμμά της, χωρίς την τεράστια χρηματοδότηση από τον στρατό, η οποία ήταν επί δεκαετίες διαθέσιμη για προγράμματα ΤΝ. Μερικά από αυτά, είτε είχαν ως στόχο την κατασκευή οπλών, είτε σχετίζονταν άμεσα με όπλα. Επειδή όμως βασίστηκε σε αμφίβολες υποθέσεις -τη λογική δυνατότητα μη βιολογικής νοημοσύνης- και μη ρεαλιστικές προσδοκίες, δεν κατάφερε να πετύχει στα πιο φιλόδοξα σχέδιά της, παρά το τεράστιο ποσό ανθρωπίνων και οικονομικών πόρων που είχε στη διάθεσή της. Στην πορεία των προσπαθειών της να κατασκευάσει έναν υπολογιστή επαρκή για το ΤΤ (Test Turing), ο οποίος θα μπορούσε να εκτελέσει εργασίες που συνήθως υποτίθεται ότι απαιτούσαν κάποια μορφή ανθρώπινης νοημοσύνης, η ερευνά πάνω στην τεχνητή νοημοσύνη κατέληξε να οργανωθεί γύρω από τις ακόλουθες περιοχές: απόδειξη θεωρημάτων, παίξιμο παιχνιδιών, επεξεργασία πληροφοριών, σχεδιασμός συμπεριφοράς ρομπότ μέσων-σκοπών, έμπειρη ανάλυση και παροχή συμβουλών σε εφαρμοσμένα πεδία, όπως η ιατρική διάγνωση, η ευχέρεια σε μια φυσική γλώσσα, η άτυπη και μη απαγωγική συλλογιστική και καθολική επίλυση προβλημάτων, η οπτική και ακουστική αντίληψη και αναγνώριση προτύπων κ.α.

Μέχρι τα 70’s, η κυρίαρχη τάση στην τεχνητή νοημοσύνη (σκληρή ΤΝ) ήταν να προσομοιωθεί ολοκληρωτικά (με τη βοήθεια και άλλων επιστημονικών τομέων, όπως η νευροεπιστήμη) ο ανθρώπινος εγκέφαλος, μέσω διαφόρων τεχνικών και αλγορίθμων. Αυτό απέτυχε, με αποτέλεσμα να κλείσουν διάφορα ερευνητικά ινστιτούτα και να επανασχεδιαστεί ο τομέας της έρευνας, μετά το 80. Έτσι έγινε μια προσπάθεια επικέντρωσης σε πιο επιμέρους προβλήματα, χρησιμοποιώντας αλγορίθμους που θα αξιοποιούν την υπολογιστική ισχύ των σύγχρονων υπολογιστών και της αυξημένης δυνατότητας αποθήκευσης δεδομένων και της δικτύωσης τους.

Βασικά χαρακτηριστικά όλων των προγραμμάτων-αλγορίθμων τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία θα μας χρειαστούν για να κατανοήσουμε τα chat-bot που αναφέραμε νωρίτερα.

1. Είτε επιδεικνύουν μιμητική συμπεριφορά σε σχέση με την ανθρώπινη, είτε όχι, αυτά τα προγράμματα χρειάζονται ένα σταθερό περιβάλλον, όπου θα μπορούν να μεταβαίνουν σε μια κατάσταση από μια άλλη με βάση κάποιους συγκεκριμένους κανόνες. Αυτές οι καταστάσεις και οι κανόνες μεταβάσεις είναι πλήρως κωδικοποιημένοι από τους προγραμματιστές και σε πρώτο βαθμό δεν αναγνωρίζονται από τους χρήστες που τους χρησιμοποιούν.

2. Συνήθως χρειάζονται ένα τεράστιο όγκο δεδομένων, καλά δομημένων, είτε ένα καλό μηχανισμό συλλογής τέτοιων δεδομένων, για να καταλήξουν σε ένα συμπέρασμα ή μια απόφαση. Έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος που συλλέγονται και ο τρόπος που αποθηκεύονται τα δεδομένα αυτά.

Ένα πρόγραμμα έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας αν το πρόβλημα που πραγματεύεται είναι προσεκτικά προσδιορισμένο, αν οι εργασίες που εκτελεί ανάγονται σε σειρές διαδικασιών εύρεσης για ειδικούς σκοπούς και σε επαναλαμβανόμενες εντολές και αν το πλαίσιο εφαρμογής περιορίζεται αυστηρά σε ένα επαρκώς μικρό δυνατό κόσμο, που αποτελείται από στερεότυπες καταστάσεις και συνηθισμένες περιπτώσεις. Δηλαδή, σε ένα μικρόκοσμο, οπού η συνάφεια, η σημασία και το απολύτως καινοφανές είτε απουσιάζουν, είτε περιορίζονται επιτυχώς, είτε προκαθορίζονται πλήρως από τον προγραμματιστή. Η ΤΝ προσεγγίζει το πρόβλημα της επινόησης νοήμονων μηχανών επιχειρώντας την επέκταση του πεδίου και της πολυπλοκότητας των εργασιών, που μπορούν να υπαχθούν σε υπολογισμό, μέσω των συστημάτων ασαφούς λογικής, των τεχνητών νευρικών δικτύων, της παράλληλης και κβαντικής πληροφορικής.

Όπως και την επέκταση του αριθμού, των ευαίσθητων, σε γνώσεις και πρακτική εμπειρία, εργασιών που μπορούν να εκτελεστούν από έναν υπολογιστή, μέσω της γνωσιακής μηχανίκευσης και των έμπειρων συστημάτων και την επέκταση του αριθμού των ευαίσθητων σε σωματική ανάμειξη εργασιών, μέσω της ρομποτικής. Τέτοιες λύσεις μπορούν να συνδυαστούν μεταξύ τους, καθώς και με την ανάπτυξη και βελτίωση νέων αλγορίθμων και την επεξεργασία ολοένα μεγαλυτέρων βάσεων δεδομένων, οι οποίες παρέχουν σε ένα υπολογιστή αρκετές πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον εργασίας, έτσι ώστε η ίδια η εκτέλεση της εργασίας να είναι όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητη από το πλαίσιο. Ο υπολογιστής είναι δηλαδή σε θέση να κατασκευάσει ένα μοντέλο για οτιδήποτε είναι σχετικό. Μπορούν έτσι να βοηθήσουν στην επινόηση adhoc μηχανών ή προγραμμάτων, που μπορούν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία μια αυξανόμενη ποικιλία καλά προσδιορισμένων, ευαίσθητων στο πλαίσιο εργασιών.

Περιγράψαμε προηγουμένως τον τρόπο με τον οποίο δομούνται τα δίκτυα, τα χαρακτηριστικά λειτουργίας τους, τι σημαίνει και τι πετυχαίνει η μηχανική νοημοσύνη και, εν τέλει, πως η χρήση των ψηφιακών μέσων έχει διαμορφώσει τα νέα χαρακτηριστικά της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Βασικό δεδομένο είναι ότι η επικοινωνία μέσω των μηχανών μετασχηματίζεται ώστε να προσαρμοστεί στους κανόνες λειτουργίας των μέσων και των δικτύων.

Γλώσσα

Τα δίκτυα επικοινωνίας εντός δικτύου ορίζουν και τη γλώσσα, η μορφή της οποίας ποικίλλει ανάλογα με το μέσο σε χρήση. Συνεπώς, αν το περιβάλλον είναι ένα chatroom του Facebook, του Viber ή η συνομιλία με SMS, η γλώσσα σε χρήση είναι σε πιο απλή φόρμα, σύντομη, περιεκτική. Σε μορφολογικό επίπεδο, άρθρα, προθέσεις και επιρρήματα συνήθως, αλλά και τα ουσιαστικά και τα ρήματα στο βαθμό που βολεύει, αντικαθίστανται από συντομογραφίες που κατοχυρώνονται με βάση τη χρήση και είναι αναγνωρίσιμες από τους χρήστες ανάλογα με την εξοικείωση που έχουν με το μέσο. Το αντίστοιχο συμβαίνει με φράσεις που τυποποιούνται συντομογραφικά, συχνά με δανεισμό από τις αντίστοιχες αγγλικές, μιλώντας για τα ελληνικά. Όσον αφορά την ορθογραφία, με βάση το γεγονός ότι η ψηφιακή επικοινωνία έρχεται να προσομοιάσει την προφορική ομιλία, υπάρχει η τάση μεταφοράς της φωνητικής απόδοσης των λέξεων, κυρίως με απλοποίηση των φωνηέντων. Η χρήση των greeklish δε, που οφείλεται κυρίως είτε σε βαρεμάρα ως προς την αλλαγή γλώσσας πληκτρολόγησης, είτε στη χρήση των μέσων από ομιλητές που έχουν τα ελληνικά ως δεύτερη γλώσσα, προκαλεί πέραν από τη δυσχέρεια στην ανάγνωση, τον πανικό στους οπαδούς της αγνής γλώσσας.

Στο επίπεδο των νοημάτων, η πολυσημία και η αμφισημία των λέξεων και των προτάσεων, η μεταφορική χρήση του λόγου, δηλαδή, αποφεύγεται, ώστε να είναι πιο λειτουργική η επικοινωνία, που βασίζεται στην ταχύτητα. Όσον αφορά την παραγλώσσα της φυσικής ομιλίας, αυτή χάνεται εξ’ ολοκλήρου, καθώς τα ψηφιακά μέσα δεν μπορούν [ακόμη;] να την χωρέσουν σε επαρκή βαθμό. Η γλώσσα του σώματος και η κινησιολογία, ο επιτονισμός της φωνής και η φόρτιση από το συναίσθημα εξαλείφονται πλήρως. Αυτό το γεγονός έρχεται σε πλήρη συμφωνία με την απλοποίηση των νοημάτων, καθώς στη φυσική επικοινωνία, η παραγλώσσα συμβάλλει σημαντικά στην κατανόηση μεταξύ των ομιλητών και στην από κοινού σύλληψη του νοήματος. Η συναισθηματική φόρτιση και οι μορφασμοί μόνο βρίσκουν μικρό χώρο στο ψηφιακό περιβάλλον, αντικαθιστάμενοι από τα emoticons που στιγμιαία μπορούν να αποδώσουν αντίστοιχα νοήματα. Η γλώσσα και αντίστοιχα η επικοινωνία προσαρμόζεται, σε ό,τι χωράει στον τρόπο της μηχανής. Σε ό,τι μπορεί να χωρέσει σ’ένα πρόγραμμα, πλέον στην γλώσσα των αλγορίθμων.

Η γλώσσα σε πιο αναλυτική εκδοχή απαντάται στα εξειδικευμένα περιβάλλοντα που δίνουν τη δυνατότητα πιο μακρού λόγου και πιο περιγραφικού. Η επικοινωνία μέσω mail, forum και blog συγκεκριμένου περιεχομένου επιτρέπει στο χρήστη, καθώς η ταχύτητα δεν είναι εδώ το βασικό χαρακτηριστικό, να χρησιμοποιεί πιο περιεκτικά τη γλώσσα.

Αν πιο πάνω αναφέραμε την επανοηματοδότηση της απουσίας, οφείλουμε να μιλήσουμε εδώ για τη σιωπή. Λειτουργικό μέρος μιας συζήτησης σε φυσικό χώρο και χρόνο, καθώς συνιστά παύση για σκέψη, αλλαγή θέματος ή αμηχανία, με φόρτιση που μεταμορφώνεται ανάλογα με τις συνθήκες, στην ψηφιακή της εκδοχή αλλάζει. Η σιωπή σε ένα chat μπορεί να σημαίνει ό,τι και η απουσία, ό,τι και η διακοπή της συζήτησης, σε πιο ουδέτερη εκδοχή. Μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή, σχεδόν χωρίς κόστος εκεί που, στη φυσική εκδοχή, η διακοπή με τέτοιο τρόπο, το «σηκώνομαι και φεύγω» δηλαδή, έχει μάλλον ξεκάθαρο νόημα.

Χώρος και χρόνος

Βασικό στοιχείο των δικτύων που περιγράψαμε προηγουμένως είναι πως υπάρχουν δύο μόνο καταστάσεις: χρήση ή μη χρήση. Αυτό σημαίνει, συνεπώς, πως ο χρήστης πρέπει να είναι μέσα ή έξω από τον δίαυλο, χωρίς κάποια ενδιάμεση κατάσταση. Ο χώρος της επικοινωνίας ορίζεται εκ νέου από αυτή τη συνθήκη. Χώρος είναι η κατάσταση online, με τον συνεπάγοντα χρόνο παρουσίας. Το περιβάλλον της συνομιλίας γίνεται καθολικά συγκεκριμένο από τα γραφικά της εφαρμογής σε χρήση. Δεν υπάρχει τοπικότητα με τη φυσική έννοια, δεν έχει πια καμία σημασία το περιβάλλον του χρήστη, παρά μόνο ως το σημείο που βρίσκεται το τερματικό εισόδου στο διαδίκτυο. Με δεδομένη τη μαζική χρήση των smartphone ή ανάλογων φορητών συσκευών και την ευρεία κάλυψη των τηλεπικοινωνιακών δικτύων, ο φυσικός χώρος χάνει όλο και περισσότερο τη σημασία του.

Ο χρόνος της επικοινωνίας, κατ’ αντιστοιχία, ορίζεται και αυτός από την online κατάσταση. Ο χρήστης έχει τη δυνατότητα, αλλά ταυτόχρονα απαιτείται από αυτόν να είναι πανταχού και πάντα παρών, ώστε να είναι ενεργός δίαυλος επικοινωνίας. Η έννοια του προσωπικού, του ιδιωτικού και του ελεύθερου χρόνου χάνεται, καθώς αυτή η μόνιμη δυνατότητα/απαίτηση της online κατάστασης που επιβάλλεται από τη μηχανή υποχρεώνει το χρήστη να μπορεί να συμμετέχει στην εκάστοτε συζήτηση όπου και να βρίσκεται, ό,τι και να κάνει.

Κατά συνέπεια, η απουσία επανοηματοδοτείται. Το να μην απαντάει κανείς σημαίνει ανυπαρξία, πρόβλημα ή συνθήκη πανικού. Αρκεί κανείς να σκεφτεί τις αντιδράσεις μετά την αποστολή ενός «κρίσιμου» μηνύματος ή ενός αναπάντητου τηλεφώνου, που πολύ συχνά είναι εκνευρισμός, ανησυχία. Η περίπτωση που κάποιος δεν είναι γενικά ενεργός σε κοινωνικά δίκτυα συχνά αντιμετωπίζεται ως περίεργη, προβληματική ή ως γενική απουσία. Η περιγραφή αυτής της κατάστασης βασίζεται στην παρατήρηση της συμπεριφοράς με επίκεντρο τα social media, χωρίς απαραίτητα να έχει συναισθηματική ή ηθική φόρτιση.

Αποτελεσματικότητα και παραγωγικότητα

Κάνοντας έναν συνδυασμό των παραγόντων του χρόνου, του χώρου και της γλώσσας, συμπεραίνουμε ότι η μαζική επικοινωνία βασίζεται σε ένα βασικό κριτήριο. Την αποτελεσματικότητα. Αν στη φυσική ομιλία, η λειτουργικότητα αυτή αφορά την επαρκή μετάδοση του νοήματος και μόνο, στην ψηφιακή εκδοχή, η αποτελεσματικότητα υπολογίζεται με βάση τον αριθμό των ατόμων που ένας χρήστης μπορεί να επικοινωνήσει ταυτόχρονα και πόσες δραστηριότητες παράλληλες μπορεί να κάνει online. Στη φυσική συνομιλία, δε μπορεί κανείς να μιλά με πολλά άτομα μαζί για διαφορετικά θέματα και, όταν αυτό συμβαίνει, τα αποτελέσματα είναι τα αντίθετα από τα απαιτούμενα. Στο ψηφιακό περιβάλλον, η διακοπτόμενη συζήτηση και τα ξεχωριστά παράθυρα chat επιτρέπουν αυτό ακριβώς.

Η ύπαρξη του χρήστη ως κόμβος ενός δικτύου απαιτεί τη διαρκή χρήση, να είναι συνεχόμενα πομπός και δέκτης πληροφοριών, να επικοινωνεί με τον τρόπο που περιγράψαμε. Πρέπει να είναι παραγωγικός μέσα στον δεδομένο χρόνο που απαιτεί το μέσο. Σε συμφωνία με αυτό λειτουργεί ένας ακόμη παράγοντας: το πόσο σημαντικός είναι ένας χρήστης, πράγμα που υπολογίζεται με βάση τη δραστηριότητά του. Όσο πιο πολύ χρησιμοποιεί κανείς το μέσο και παράγει πληροφορία, ασχέτως ποιότητας και περιεχομένου, όσο το online στίγμα ανανεώνεται συνεχώς, τόσο πιο σημαντικός γίνεται. Και αν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι -μέχρι στιγμής- χρειάζεται να αφιερώνουμε μέρος του χρόνου μας σε δραστηριότητες που αφορούν την επιβίωση του υλικού σώματος, η συμπύκνωση της online δραστηριότητας σε λιγότερο χρόνο και η συνεχής ανανέωση και επέκταση των μέσων και των δυνατοτήτων τους γίνεται όλο και περισσότερο απαιτητική.

Πολλαπλές ταυτότητες και σχέσεις

Οι δυνατότητες που προσφέρουν τα ψηφιακά μέσα είναι φαινομενικά άπειρες. Οι πλατφόρμες επικοινωνίας που υπάρχουν καλύπτουν κάθε πτυχή του χαρακτήρα και, με βάση αυτό, οι χρήστες δημιουργούν πολλές ταυτότητες. Πέραν από τις online υπηρεσίες, που είναι το στίγμα του κάθε πολίτη διαδικτυακά, οι λογαριασμοί στις δημόσιες υπηρεσίες, τις τράπεζες και αντίστοιχα, που αποτελούν το πιο νομικό κομμάτι της online υπογραφής, ένας χρήστης μπορεί να δημιουργήσει profiles ξεχωριστά για κάθε ενδιαφέρον του. Μπορεί να συμμετέχει σε blog για μουσική, σε τεχνικά forum, σε συζητήσεις για ταινίες και ούτω καθεξής, να φτιάξει βιογραφικά και portfolios για εργασία, συνθέτοντάς τα, εν τέλει, συνολικά στα social media. Και με βάση τη σχετική ανωνυμία, μπορεί να παρουσιάσει τον εαυτό του στην ιδεατή και επιθυμητή μορφή, να φτιάξει μια προβολή του εαυτού του. Τα ενδιαφέροντα και οι ασχολίες έτσι απαριθμούνται, φτιάχνουν λίστες από like (ο όρος χρησιμοποιείται σχηματικά) που ταξινομούνται αντίστοιχα ως δεδομένα.

Με βάση τα παραπάνω, μπορεί κανείς να συνάψει νέες σχέσεις ή να επιβεβαιώσει ήδη υπάρχουσες. Συγκρίνοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές στα like, ένας χρήστης μπορεί να φτιάξει κοινότητες με άλλους χρήστες, χωρίς εμβάθυνση απαραίτητα, και να επικοινωνήσει, με βάση το σύνολο των κοινών όμοιων δεδομένων. Οι σχέσεις ταξινομούνται αντίστοιχα στα διάφορα μέσα. Δεν έχει σημασία ποιος μπορεί να είναι πραγματικά ο άνθρωπος στον άλλο δίαυλο, αρκεί το ψηφιακό στίγμα να έχει αρκετές ταυτίσεις ενδιαφέροντος, πράγμα που επανακαθορίζει την έννοια της εμπιστοσύνης. Με βάση το γεγονός ότι ο καθένας μπορεί να είναι και να λέει ότι θέλει, κρυμμένος πίσω από τις πολλαπλές του ταυτότητες, δε μπορεί να θεωρηθεί έμπιστος, πράγμα όμως που τείνει να μην έχει σημασία, παρά μόνο όταν βρεθεί κανείς αντιμέτωπος με προβληματικές καταστάσεις.

Τα άτομα στην ψηφιακή εποχή

Με βάση τα παραπάνω, θα προχωρήσουμε στη σκιαγράφηση των εννοιών του ανθρώπου και του ατόμου στην ψηφιακή τους εκδοχή. Με βάση τη φυσική ύπαρξη, το ανθρώπινο σώμα είναι το πρώτο σημείο αναφοράς, η φυσιολογία, η μορφή, η κινησιολογία. Στην ψηφιακή εκδοχή, αυτά χάνουν τη σημασία τους και ο άνθρωπος γίνεται ο χρήστης του μέσου.

Αν πάρουμε τον άνθρωπο στην κοινωνική του διάσταση, η ελάχιστη μονάδα ορίζεται ως το άτομο που, με βάση τα ενδιαφέροντά του, την ιδιοσυγκρασία και το θυμικό του, τα συναισθήματά του, αλληλεπιδρά και συνάπτει σχέσεις με το περιβάλλον του. Στη διαδικτυακή προβολή, κατά συνέπεια της μεταβολής σε χρήστη, το άτομο, έχοντας δημιουργήσει τις online περσόνες του και αφού τις ταξινομήσει στα αντίστοιχα μέσα που περιγράψαμε, γίνεται ο διαχειριστής του ψηφιακού του εαυτού, επιλέγοντας τον τρόπο, τη συχνότητα και την ποιότητα λειτουργίας του κόμβου.

Οι αλλαγές στην επικοινωνία και η παροχή περιβλήματος

Για τους αλγορίθμους, τα botακια που διατρέχουν το διαδίκτυο, αυτό το τελευταίο ήδη λειτουργεί με τους απαραίτητους όρους. Με τις προηγούμενες αλλαγές φτιάχνεται ένα αυστηρά δομημένο, κλειστό περιβάλλον-μικρόκοσμος, όπου είναι ήδη ορισμένες οι σχέσεις, η γλώσσα και η αλληλεπίδραση με βάση την επικοινωνία με τη μηχανή. Κατά συνέπεια, η μηχανή που εισάγεται στην επικοινωνία μπορεί να επεξεργαστεί επαρκώς τα παραπάνω. Η ανθρώπινη επικοινωνία, μέσα στις 2 δεκαετίες χρήσης των ηλεκτρονικών μέσων, έχει και αυτή προσαρμοστεί στο αλγοριθμικό περιβάλλον και ολοκληρώνεται έτσι η διαδικασία που αναφέραμε στην αρχή ως διαδικασία παροχής περιβλήματος.

Ο διαχειριστής υπό διαχείριση

Με οδηγό την αποτελεσματικότητα, έχουμε θέσει, άθελά μας και μη, τους εαυτούς μας υπό την καθοδήγηση των πρακτόρων λογισμικού. Τα διάφορα μέσα που χρησιμοποιούμε, με βάση το ψηφιακό στίγμα μας, διαχειρίζονται τις ψηφιακές μας σχέσεις, έτσι ώστε να μπορούμε να αποδώσουμε ως άτομα στην ψηφιακή εποχή. Αυτό συμβαίνει με τη μορφή υπενθυμίσεων για τις κοινωνικές μας “υποχρεώσεις”, με τη συνεχή ενημέρωση για τις δραστηριότητες των φίλων μας, για τα δρώμενα που συμβαίνουν στην πόλη, για την πρόσφατη φωτογραφία που δεν ανεβάσαμε ακόμα. Το μόνο που καλείται ο χρήστης να κάνει είναι να απαντήσει με μερικά κλικ και κάποιες λέξεις την κάθε φορά. Τα μέσα αναλαμβάνουν το ρόλο ενός ψηφιακού γραμματέα.

Το πώς είναι διαμορφωμένα τα δίκτυα ή οι ψηφιακοί βοηθοί, καθώς είναι φτιαγμένα για να προσομοιώνουν αυτή την ήδη μεταλλαγμένη επικοινωνία, είναι κάτι που αγνοούμε. Το τι εντολές εκτελούν, πως επεξεργάζονται τα δεδομένα, τι κανόνες ακολουθούν, πώς δηλαδή τα σχημάτισαν οι προγραμματιστές τους και με ποια σκοπιμότητα δεν μπορούμε να το ξέρουμε ακριβώς ή δε μας ενδιαφέρει. Με βάση αυτό, λειτουργούμε μηχανικά και αυτόματα, ακολουθώντας την καθοδήγηση εντός δικτύου. Την προσπάθεια, δηλαδή, να ανατροφοδοτείται η ανάγκη και η επιθυμία μέσω νέων πραγμάτων που μας παρουσιάζονται ως ενδιαφέροντα συνεχώς.

Αν τα άτομα, στην ψηφιακή εποχή, ορίζονται όπως είπαμε παραπάνω, ως διαχειριστές της online δραστηριότητάς τους, τότε με την εισαγωγή του ψηφιακού γραμματέα μπαίνει πιο ξεκάθαρα μια επιπλέον διάσταση. Ο διαχειριστής, δίνοντας την δυνατότητα στα ψηφιακά μέσα να διαχειρίζονται από μόνα τους το ψηφιακό του στίγμα, μπαίνει με τη σειρά του και αυτός υπό διαχείριση. Κι αν σκεφτούμε το ερώτημα ότι, αφού εμείς οι ίδιοι και οι ίδιες είναι που επιλέγουμε τι εν τέλει θα κάνουμε ή σε τι θα επιλέξουμε να πατήσουμε κλικ από τα όσα μας δείχνει ο αλγόριθμος, τότε πως ακριβώς μας διαχειρίζεται;

Η μια απάντηση μπορεί να βρεθεί στα γνωστά σε όλους και όλες μας videogames, όπου κι εκεί η διαδικασία είναι πολύ παρεμφερής με αυτήν που περιγράφουμε. Ο αλγόριθμος του παιχνιδιού, μας φέρνει συνεχώς μπροστά σε διαφορετικές επιλογές που πρέπει να πάρουμε αν θέλουμε να κερδίσουμε. Εμείς παίρνουμε τις επιλογές, αλλά αυτές πρέπει να είναι στα πλαίσια του αλγόριθμου. Πρέπει στην ουσία να καταλάβουμε πώς πρέπει να κινηθούμε σ’ ένα περιβάλλον, το περιβάλλον του αλγόριθμου του παιχνιδιού και στον τρόπο του συγκεκριμένου -κάθε φορά- αλγόριθμου (που τρέχει πίσω από το παιχνίδι που παίζουμε). Με τη διαφορά στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι το videogame είναι η ίδια η ζωή μας, όπου επίσης, πρέπει καθημερινά να κάνουμε τις σωστές επιλογές και τα σωστά κλικ «αν θέλουμε να κερδίσουμε».

Η άλλη απάντηση είναι μια ερώτηση. Ποιές από τις καθημερινές ή πιο συνολικές επιθυμίες που έχουμε είναι ξεκάθαρα δικές μας, είναι ειλικρινά δική μας επιλογή; Αν σκεφτούμε ότι από τη στιγμή που γεννιόμαστε η διαφήμιση, οι κοινωνικά προσδιορισμένες συμπεριφορές και ο κοινωνικός κομφορμισμός καθορίζουν, ακόμα κι αν αυτό γίνεται με τρόπο που μας διαφεύγει, το τι συνολικά επιθυμούμε, δε ξέρουμε ούτε εμείς οι ίδιοι και οι ίδιες να απαντήσουμε σ’ αυτή την ερώτηση. Αυτό δεν είναι κάποια ντρίπλα. Θέλουμε να πούμε ότι το μόνο που μπορούμε να απαντήσουμε ξεκάθαρα, είναι πως όσο περισσότερο εξελίσσεται η ηλεκτρονική μεσολάβηση του κοινωνικού εργοστασίου με τη δική μας συμμετοχή και αδράνεια (ναι, αυτά μπορεί να λειτουργούν μαζί), τόσο λιγότερος λόγος θα μας πέφτει για το πώς μπορεί να θέλουμε να ζούμε και να επιθυμούμε, μέσα και έξω από τα ψηφιακά περιβάλλοντα.

Συμπεράσματα

Αλλαγή παραδείγματος: λίγα λόγια για την αλλαγή βιοπληροφορικού παραδείγματος

Σε πρώτο άκουσμα κάποιος/α θα υπέθετε πως πρόκειται για κάποια διανοουμενίστικη ή φουτουριστική προβολή στο σήμερα. Ή για κάποιο τεχνοφοβικό ή τεχνολατρικό μανιφέστο. Ξέρουμε πως κάθε μεγάλη τεχνολογική αλλαγή στην οργάνωση της καπιταλιστικής εργασίας συνοδευόταν από την υποτίμηση των προλεταριακών σωμάτων αλλά και των προλεταριακών γνώσεων. Στον επίλογο της εισήγησής μας με τίτλο “Η γυναικεία εργασία στον τεχνολογικά αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό”(Ιούνιος του 2016) περιγράφαμε αυτή τη διαδικασία ως εξής:

«Το 1986 ο ιστορικός της τεχνολογίας Thomas Hughes εισήγαγε την έννοια κοινωνικοτεχνικό (sociotechnical), θέλοντας να περιγράψει το γεγονός ότι η τεχνολογία δεν είναι ποτέ απλώς «τεχνική» είτε απλώς ένα «κοινωνικό» φαινόµενο. Αντίθετα, η σχέση τεχνολογίας και κοινωνίας είναι ένα «δίκτυο χωρίς ραφές» (seamless web). Μπορούµε να φανταστούµε τη σχέση αυτή ως ένα κοµµάτι ύφασµα όπου δεν υπάρχουν ραφές συνένωσης, είτε ως ένα πυκνοπλεγµένο ιστό αράχνης όπου όµως οι συνενώσεις του δεν είναι ορατές. Πλάι στη θέση αυτή θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε το εξής: η τεχνολογία είναι ταυτόχρονα τεχνική και ιδεολογία με όλο το μυστικισμό που αυτή εμπεριέχει. Η ιστορία της τεχνολογίας είναι μια ιστορία της σχέσης μεταξύ εργασίας και τεχνολογίας ή καλύτερα μεταξύ εργάτη/τριας και μηχανής, μια ιστορία που αποκρύτεται μεθοδευμένα από τα αφεντικά. Και αυτό γιατί η “καρδιά” της παραγωγής απουσιάζει πάντα από την ιστορική αφήγηση των αφεντικών. Και στο δημόσιο λόγο; ένα ρημάδι δίπολο που έρχεται και ξανάρχεται σε κάθε συζήτηση σχετικά με τις νέες τεχνολογίες: καλό ή κακό. Θα προσπαθήσουμε λοιπόν, να σταθούμε μακριά από τέτοια δίπολα. Ξέρουμε πως από την ατμομηχανή μέχρι τα drones οι τεχνολογίες είναι εργαλεία αναδιοργάνωσης της εργασίας όσο και των υπόλοιπων σχέσεων στον καπιταλιστικό κόσμο. Και μόνο κάτω από αυτήν την οπτική μπορούν να τεθούν στην ανταγωνιστική κριτική. Δηλαδή, ως τρόποι με τους οποίους απλώνονται στις ταξικές κοινωνίες νέες τακτικές πειθάρχησης και ελέγχου αλλά και προκαλώντας νέες αντιθέσεις και αρνήσεις. Και φυσικά δεν είναι ουδέτερη. Είναι ταξικά προσδιορισμένη. Είναι το νεκρό κομμάτι του κεφαλαίου το οποίο βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση με το κομμάτι της ζωντανής εργασίας.»

Σχετικά με την πρώτη τάση, της τεχνοφοβίας, πρόκειται για την άρνηση του ανθρώπου, να συμβαδίσει με μια πραγματικότητα καθόλου γνωστή και οικεία σε αυτόν. Με βάση αυτήν, η ψηφιακή επικοινωνία, οι όροι λειτουργίας της και η πραγματικότητα μέσα σε αυτήν καλύπτονται από ένα πέπλο μυστικισμού που θα κατασπαράξουν το “παλιό” παράδειγμα και όσους/ες μένουν με αυτό. Η δεύτερη τάση, του τεχνοφετιχισμού έχει να κάνει με μια παρανόηση, μια θρησκευτική πίστη στις νέες μηχανές που “ως παντοδύναμες”, “θα αντικαταστήσουν” τον άνθρωπο.

Η αλλαγή αυτή είναι βασικό κεφάλαιο της καθημερινότητάς μας και δεν περνά απλώς μπροστά στα μάτια μας σαν καρέ εικόνων και αναμνήσεων αλλά παρασέρνει τα πάντα μαζί της. Τις τελευταίες δεκαετίες οι λέξεις “αλλαγή παραδείγματος” χρησιμοποιούνται, αραιά μεν αλλά σταθερά, για να καταδείξουν κάποιες απ’ τις αλλαγές (άλλοτε πραγματικές και άλλοτε υποθετικές) στη ζωή, τη δομή και τη λειτουργία των κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό. Είναι το πέρασμα των επιστημονικών επαναστάσεων και τεχνολογικών αναδιαρθρώσεων που λαμβάνουν χώρα τους τελευταίους αιώνες. Ο Γκράμσι θα έλεγε, μιλώντας όχι για τις επιστημονικές μεταβατικές περιόδους αλλά για εκείνες των ριζικών καπιταλιστικών κρίσεων/ αναδιαρθρώσεων, ότι: Η κρίση συνίσταται ακριβώς στο ότι το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί. Σ’ αυτό το μεσοδιάστημα εμφανίζονται πολλά διαφορετικά νοσηρά συμπτώματα [ref]Περιοδικό Cyborg #4, “Η αλλαγή παραδείγματος”[/ref].

Στο πέρας της ανάλυσης έχοντας μιλήσει για τις συνέπειες και τις αλλαγές που έχει επιφέρει η ψηφιακή επικοινωνία με κόμβο τη μηχανή στις σχέσεις στα πλαίσια των καπιταλιστικών κοινωνιών, δεν μπορούμε παρά να εντοπίσουμε το προφανές. Φαίνεται πως οποιοσδήποτε μπορεί να διαχειριστεί μια κρίση, η πραγματική φθορά όμως επέρχεται από την καθημερινότητα. Όσοι/ες, λοιπόν, δεν θέλουμε να μένουμε με το στόμα ανοιχτό, σε μια απόπειρα να χαρτογραφίσουμε αυτήν την αλλαγή παραδείγματος στον postmodern καπιταλιστικό κόσμο, οφείλουμε να αναγνωρίζουμε ένα σύνολο πολιτικών συμπερασμάτων.

Το διαδικτυακό Πανοπτικόν

Το Πανοπτικόν ήταν κατ’αρχήν μία αρχιτεκτονική μορφή που συμπύκνωνε τις τότε ιδέες για το διαχωρισμό, τον σωφρονισμό και τον έλεγχο των μη φυσιολογικών και μη χρήσιμων για το κοινωνικό σύνολο. Πρόκειται για “ένα δακτυλιοειδές οικοδόμημα· στο κέντρο, ένας πύργος· ο πύργος αυτός έχει μεγάλα παράθυρα που βλέπουν προς το εσωτερικό του δακτυλίου· το περιφερικό οικοδόμημα διαιρείται σε κελιά, που το καθένα τους διαπερνά ολόκληρο το πάχος του οικοδομήματος· τα κελιά έχουν δυο παράθυρα – το ένα τους βλέπει προς τα μέσα και αντιστοιχεί σ’ ένα απ’ τα παράθυρα του πύργου· το άλλο δίνει προς τα έξω, και αφήνει το φως να διαπερνά το κελί πέρα για πέρα”.

Το φαινομενικά απλό αυτό σύστημα διασφάλιζε ότι όχι μόνο οι κρατούμενοι μπορούν να είναι ορατοί όλοι μαζί και ο καθένας χώρια, αλλά κι ότι δεν μπορούν να δουν αν κάποιος βρίσκεται στον κεντρικό πύργο:

“Φτάνει έτσι να τοποθετηθεί ένας επιτηρητής στον κεντρικό πύργο και σε κάθε κελί να κλειστεί ένας τρελός, ένας άρρωστος, ένας κατάδικος, ένας εργάτης, ή ένας μαθητής: με την αντιφεγγιά της μέρας μπορείς να διακρίνεις από τον πύργο τους έγκλειστους – μικρές σιλουέτες δέσμιες στα κελιά της περιφέρειας. Το κάθε κλουβί είναι κι ένα μικρό θέατρο, όπου ο ηθοποιός είναι μόνος, ολότελα εξατομικευμένος και μόνιμα ορατός. Το πανοπτικό σύστημα δημιουργεί μονάδες χώρων που επιτρέπουν την αειδιάκοπη παρακολούθηση και την άμεση αναγνώριση”. Jeremy Bentham, 1785.

Έχοντας στον νου μας την παραπάνω περιγραφή, ας αξιολογήσουμε εδώ μερικά από τα σημεία- συνέπειες που σταθήκαμε μέχρι τώρα. Ο άνθρωπος -με τη συγκατάθεσή του ή χωρίς- καθίσταται από διαχειριστής της μηχανής σε διαχειριζόμενο από τη μηχανή. Η συνεχής αναδιαμόρφωση της ψηφιακής επικοινωνίας -με όρους που μόνο από τον ίδιο το χρήστη δεν επιβάλλονται- την καθιστά συνώνυμη της δικτύωσης/συνδεσιμότητας. Η ανθρώπινη εργασία, μετατρέπεται σε τεχνική δραστηριότητα και δεν αποτελεί πια “το συνειδητό μέλος” της μηχανής, αλλά την ίδια την “υπεύθυνη και δημιουργική συνείδησή της” [ref]Περιοδικό Cyborg #5,“Έργάτης- μηχανή, κυβερνητική,μηχανολογία ιδεολογία”[/ref]. Η εργασία αυτή προσδιορίζεται με όρους αποδοτικότητας και είναι εμφανής μόνο στα στενά πλαίσια του διαδικτυακού χρόνου. Η εργασία αυτή, έχει σημασία να ελέγχεται και να επιτηρείται γιατί αποτελεί βασική προυπόθεση για τη διαχείριση των γνώσεων, των συναισθημάτων, των συνηθειών και των επιθυμιών του εκάστοτε χρήστη.

Πιο αναλυτικά, έχει σημασία να σταθούμε σε δύο συνιστώσες όσον αφορά στον έλεγχο και την επιτήρηση. Η μία είναι αυτή της συμμετοχικής επιτήρησης μέσα απ’ την διάχυση των δυνατοτήτων για “μικρο-ελέγχους” του ενός πάνω στον άλλο. Βλέποντας τους πράκτορες λογισμικού όχι απλά σαν ένα τεχνολογικό φαινόμενο, αλλά σαν ένα σύνολο σχέσεων που αλλάζουν καθημερινά -στον βαθμό που η κοινωνική ύπαρξη πάει χέρι-χέρι με τέτοια, βλέπουμε πως η έννοια της επιτήρησης δεν έχει το νόημα που είχε κάποτε. Η συνολική διαχείρηση των προσωπικών δεδομένων καθίσταται πλέον ως ένα εισιτήριο για να περάσεις στη διαδικτυακή πραγματικότητα “μαζί με όλους τους άλλους”. Πολύ απλά και γρήγορα, χωρίς περισσότερη σκέψη.

Από την άλλη η επιτήρηση από τα πάνω, είναι μια συνθήκη που δεν κρύβεται από τα αφεντικά. Αντίθετα υπερπροβάλλεται ως μια από τις δυνατότητες του νέου τεχνολογικού θαύματος. Οι επιτηρούμενοι του νέου πανοπτικού ξέρουν ότι παρακολουθούνται και ακολούθως προσαρμόζονται στις κανονικότητες / κανόνες του παιχνιδιού, αυτοεπιτηρούμενοι ή επιτηρώντας με τη σειρά τους άλλους. Η αίσθηση ότι οι κινήσεις του καθενός στο internet είναι εν δυνάμει παρακολουθήσιμες ανά πάσα στιγμή είναι πλέον εγγενές χαρακτηριστικό της δικτύωσης. Με δύο λόγια, μιλάμε για μία απ’τις οργανικές λειτουργίες της δημόσιας τάξης. Και θα ήταν οριακά αστείο κάτι τέτοιο να μην θεωρείται ως δεδομένο.

Πέρα όμως από το προφανές, αυτή η υπερσυσσώρευση δεδομένων πρέπει να αποδίδει. Αυτό, αφενός, επιτυγχάνεται μέσω των μαζικών επενδύσεων στην αγοραπωλησία των πληροφοριών αυτών και σε διαφημίσεις. Η διαδικτυακή επιτήρηση, είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη και στο πεδίο της κατανάλωσης [ref]”Το νέο πανοπτικό: νέες τεχνολογίες και επιτήρηση”/μπροσούρα Mητροπολιτικών Συμβουλίων Αυτόνομων[/ref]. Η χρήση των προσωπικών δεδομένων για εμπορική αξιοποίηση είναι μία από τις απαραίτητες λειτουργίες του ηλεκτρονικού γραμματέα/ υπηρέτη π.χ. η παραπομπή σε αγορά, που σύμφωνα με το καταλωτικό σου προφίλ, μπορεί να σε ενδιαφέρει. Και είναι και αυτή που κατευθύνει με διάφορους τρόπους τις επιθυμίες του χρήστη και εν τέλει επιφέρει κέρδη. Ο εμπορευματικός αυτός φετιχισμός μαγνητίζει, πουλάει ευκολία, παραγωγή συναισθημάτων πληρότητας και το αίσθημα της κατάκτησης -που δεν είναι ποτέ αρκετό.

Μια τέτοιου είδους επιτήρηση φαίνεται ακόμα να επεκτείνεται σε κάθε σχεδόν “κατηγορία” των προσωπικών στοιχείων. Από την αξιολόγηση του κοινωνικού κύκλου (πχ. ποιοι είναι οι στενοί σου φίλοι με βάση τη διαδικτυακή σας επαφή) μέχρι το αναλυτικό προφίλ σου στον εργασιακό χώρο (που εδώ και δεκαετίες αξιοποιείται ως βιογραφικό για τα αφεντικά και όχι μόνο) μέχρι και την επιτηρούμενη φοιτητική ταυτότητα (π.χ. πανεπιστήμια που ελέγχουν τα ιστορικά περιήγησης των φοιτητών τους).

Φαίνεται, λοιπόν πως αυτή η πολιτική διαχείρισης του database, ως η μεγιστοποίηση της αποθήκευσης προσωπικών δεδομένων/πληροφοριών είναι ένα από τα βασικά σημεία της αλλαγής παραδείγματος. Μόνο που η επιτήρηση αυτή, ο συνεχής έλεγχος και η οργάνωση/αξιοποίηση των δεδομένων κλιμακώνεται ή καλύτερα έχει κλιμακωθεί σε τέτοιο βαθμό που σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να κατανοήσουμε επακριβώς. Γιατί πρόκειται για το είδος αυτό του ελέγχου που γίνεται ήρεμα και συναινετικά, με την άδεια- ή και χωρίς- των “από τα κάτω” ενόσω αυτοί αλληλοεπιτηρούνται. Και ο έλεγχος αυτός έχει οργανική σημασία για την οργάνωση και λειτουργία των καπιταλιστικών κοινωνιών. Η καθημερινές ασχολίες και ενδιαφέροντα, οι ανάγκες μας, ο τρόπος που επικοινωνούμε, ο χρόνος που περνάμε online, οι γνώσεις και οι σχέσεις μας, είναι απαραίτητο να διαμεσολαβούνται. Kατ’επέκταση, η αποθήκευση και επιτήρηση του όγκου των δεδομένων αυτών, αποτελούν βασικές προυποθέσεις της αξιοποίησής τους για τις ανάγκες του κεφαλαίου.

Ο προγραμματισμός της ζωής σε αλγοριθμικό στιλ

_erase n rewind στις κοινωνικές σχέσεις

Όσα είπαμε ισχύουν και στο αντίστροφο. Η ηλεκτρονική διαμεσολάβηση του κοινωνικού εργοστασίου, η πληροφοριοποίηση της κοινωνικής ζωής και η οργάνωσή της με τους όρους λειτουργίας της μηχανής καθιστούν σαφώς ρευστά τα όρια μεταξύ των καταστάσεων “άνθρωπος- διαχειριστής” και “άνθρωπος υπό διαχείριση”. Με μία πρώτη σκέψη, θα μπορούσαμε να πούμε πως πρόκειται για μια νέα φθηνή λύση που έχει ως στόχο να ταίσει μικροαστικά όνειρα για την απόκτηση ηλεκτρονικού, προσωπικού γραμματέα, υπηρέτη, μάνατζερ ή για ένα ακόμη φαντασμαγορικό τεχνολογικό επίτευγμα με βάση το οποίο η μηχανή αποκτά υπόσταση και ηγετικές δυνατότητες.

Με μια δεύτερη σκέψη όμως, βρισκόμαστε μπροστά σε μια αλλαγή με πολύ πιο ουσιαστικά αποτελέσματα από τα παραπάνω. Η ένταξη της πληροφορίας στην καθημερινότητα έρχεται, ή μάλλον έχει φτάσει καιρό τώρα και οργανώνει με τεράστια επιτυχία τη ζωή σε αλγοριθμικό στιλ με νέους όρους αποδοτικότητας. Και για τους όρους αυτούς εμείς έχουμε τον τελευταίο λόγο. Η ζωή, η εργασία, η φιλία, ο έρωτας, ο ελεύθερος χρόνος, οι ανάγκες, οι επιθυμίες, οι αισθήσεις αποθηκεύονται, ελέγχονται, τίθενται υπό επεξεργασία και προσαρμογή για να συμβαδίσουν με το νέο μοντέλο οργάνωσης. Στην περίπτωση που “δε συμμορφώνεσαι” είσαι σίγουρα άνθρωπος με χαμηλή λειτουργικότητα. Για να “μιλήσεις” πρέπει να αρνηθείς να επικοινωνήσεις, και για να “επικοινωνήσεις” πρέπει να αρνηθείς να μιλήσεις. Έτσι, «…κάθε ανθρώπινη πράξη, κάθε ομαδική συμπεριφορά, αποτελεί αποτέλεσμα μιας απώτερης δομικής σχέσης μεταξύ δύο θεμελειακών πληροφορικών συστημάτων: της βάσης δεδομένων και του αλγοριθμικού λογισμού…»[ref]Ανοικτή συνέλευση Mητροπολιτικών Συμβουλίων με θέμα «Σώματα την εποχή της βιοπληροφορικής» 11/6/2003[/ref].

Η συνθήκη όμως αυτή ούτε ήρθε από το πουθενά ούτε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κάτι νέο. Η ιστορία έχει ως εξής. Οι αρνήσεις των ‘60s και ‘70s έβγαλαν αντεστραμένα στο τραπέζι της καπιταλιστικής ανατομίας σχεδόν το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων. Δημιούργησαν έναν δικό τους ξέχωρο κόσμο όπου οι λέξεις και οι σχέσεις είχαν το νοήμα πού ήθελαν και όριζαν οι ίδιοι/ίδιες ως εργάτες/τριες. Οι γνώσεις και οι τρόποι αυτοί (του κοινωνικού εργοστάσιου/ του κοινωνικού εργάτη) μας χρειάζονται οπωσδήποτε. Μας χρειάζονται ως οι πιο κοντινές στο σήμερα “παλιές” έννοιες και απόψεις, που μπορούν να διαφωτίσουν το (καπιταλιστικό) σήμερα και αύριο. Που πρέπει και μπορούν, εν τέλει, να γίνουν βασικά εργαλεία μας για τις σύγχρονες μάχες, για τον ταξικό ανταγωνισμό στον 21ο αιώνα [ref]Απ’ το κοινωνικό εργοστάσιο στην μηχανοποίησή του, περιοδικό Sarajevo, τεύχος 108[/ref]. Όλα τα παραπάνω, τα αφεντικά και οι ειδικοί τους τα κατάλαβαν και τα χρησιμοποίησαν πολύ πριν από εμάς. Έτσι, η μαζική αφομοίωση και αξιοποίηση των πρακτικών αυτών και ιδίως όσον αφορά στην ηλεκτρονικά διαμεσολαβημένη επικοινωνία, ήταν ένας από τους τρόπους αντεπίθεσής στις αρνήσεις αυτές.

Επίλογος

Κι εδώ πρέπει να αναρωτηθούμε: Πρόκειται για κάποιο είδος αποπλάνησης ή μπερδέματος; Δεν είμαστε σίγουρες/οι. Η ευκολία με την οποία τα διαδοχικά κύματα τεχνολογικών εφαρμογών που “διευκολύνουν”/ “ομορφαίνουν” την καθημερινή ζωή και διαμεσολαβούν τις σχέσεις μας δεν είναι τυχαία. Αυτή η μοναξιά που αισθανόμαστε, βιδωμένοι/ες στην καρέκλα και με τα μάτια καρφωμένα στις στιλάτες οθόνες μας, δεν είναι τυχαία. Το ότι οι αποφάσεις για εμάς τους/τις ίδιους/ες δεν είναι στη δική μας διακριτική ευχέρεια, επίσης δεν είναι τυχαίο. Πρόκειται λοιπόν, για κάποιου είδους συνομωσιολογία; Ή μήπως ο/η ιστορικός του μέλλοντος θα χαρακτήριζε όλα αυτά απλώς ως ασύμετρη σύγχυση στην προσπάθεια να εγκληματιστούμε στη νέα τάξη πραγμάτων; Τίποτα από όλα αυτά. Η αλλαγή παραδείγματος συντελείται μπροστά στα μάτια μας με την ενεργητική μας συμμετοχή και την παθητική μας αδράνεια. Κι αυτό ως εργάτες/τριες και ως περίεργοι/ες που παίρνουμε στα σοβαρά τις σχέσεις και τις γνώσεις που μας έχουν κλέψει. Με δυο λόγια πρέπει να αντικρίσουμε τον καπιταλιστικό 21ο αιώνα όπως πραγματικά είναι. Είναι τουλάχιστον ένα πρώτο βήμα.

]]>
ΦΕΣΤΙΒΑΛ 2016 – πρόγραμμα https://gameover.zp/2016/09/29/%cf%86%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b2%ce%b1%ce%bb-2016/ Thu, 29 Sep 2016 13:53:45 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2214 fest_2016_afisa

 

ΦΕΣΤΙΒΑΛ 2016
14-15-16 Οκτώβρη
Αρχιτεκτονική, Κάτω Πολυτεχνείο, Αίθριο Αβέρωφ

Παρασκευή, 14 Οκτώβρη

19.00 εκδήλωση-συζήτηση
Μπορούν οι μηχανές να παράγουν επικοινωνία;
Επικοινωνιακά αυτόματα στα ψηφιακά δίκτυα και ηλεκτρονική μεσολάβηση του κοινωνικού εργοστασίου.

22.30 Θεατρική παράσταση
“Το τυφλό σημείο”
του Γιάννη Μαυριτάκη
από τη θεατρική ομάδα Buffonata

00.00 dj set
με τον dj Sylvia Flap

Σάββατο, 15 Οκτώβρη

19.00 εκδήλωση-συζήτηση
Ο θαυμαστός κόσμος των νέων υλικών
Νανοτεχνολογία, σπάνιες γαίες και άλλες ατραξιόν

22.30 συναυλία
Surf Kittens
Pitch Black Avenue
Head On
Electro Vampires

Κυριακή, 16 Οκτώβρη

19.00 εκδήλωση-συζήτηση
Το γονίδιο της κριτικής.
Είμαστε γενετικά προγραμματισμένοι να μην είμαστε γενετικά προγραμματισμένοι

22.30 flamenco performance
“e-senario”
από την ομάδα χορού Flamenco Bulerinas

23.00 acoustic live ethnic jazz
Guitakora

 

+

εκδόσεις

κατασκευές

diy arcade

περίπτερα

]]>
Φωτογραφίες https://gameover.zp/2016/05/04/%cf%86%cf%89%cf%84%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b5%cf%82/ Wed, 04 May 2016 11:52:51 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2194 See image gallery at gameover.zp] ]]> Αντί απολογισμού https://gameover.zp/2016/04/17/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af-%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%8d/ Sun, 17 Apr 2016 07:59:14 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1755

Ακόμα ένα φεστιβάλ του Game Over ολοκληρώθηκε. Στο «πρώτη φορά αριστερά» κλίμα όπου γινόταν η πολύμηνη προετοιμασία, το μυαλό μας γέμισε με ψυχοφθόρες αμφιβολίες: «θα πληρώσουμε τα υλικά του φεστιβάλ σε δραχμές ή ευρώ;», «θα είναι ανοιχτά τα πανεπιστήμια ή θα έχει πέσει το κράτος;», οι μπάντες θα μπορούν να παίξουν ή θα έχουν μεταναστεύσει στα εξωτερικά;» Τελικά, μετά από το θερμό καλοκαίρι της παρ’ολίγο χρεωκοπίας, το κράτος των αριστεροψεκασμένων μια χαρά κρατεί, οι καθηγητές βρίσκονται όλοι στα πόστα τους και το πανεπιστήμιο συνεχίζει την παρηκμασμένη του πορεία. Κι εμείς οι ανεπιθύμητοι/ες εξωπανεπιστημιακοί/ες καταφέραμε ξανά να στήσουμε τη δική μας γιορτή, μέσα στους χώρους που θέλουν να μας πείσουν ότι δε χωράμε.

Μετά από μία χρονιά μικρών εκδηλώσεων/συζητήσεων μέσα στα ιδρύματα, το φεστιβάλ ήρθε να δώσει το χώρο σε εμάς και σε άλλες ομάδες της αυτονομίας καθώς και σε αυτοδιαχειριζόμενα στέκια των σχολών, να παρουσιάσουν τη δουλειά που έκαναν σχετικά με ένα μεγάλο εύρος ζητημάτων, που δεν αφορούν μόνο τους φοιτητές αλλά μιλάνε τη γλώσσα της πόλης, έξω από τα ακαδημαϊκά τείχη. Για ακόμα μια φορά μέσα στο κυριλέ μαρμάρινο κέλυφος του πολύτιμου κτιρίου της αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ, όρμησε το απ’ έξω, γεμάτο με τη φθορά και τη ζωντάνια του, δίνοντάς μας, μεταξύ άλλων, την ικανοποίηση της ουσιαστικά δημιουργικής χρήσης ενός τέτοιου χώρου.

Η θεματολογία μας, όσον αφορά στις εκδηλώσεις του φεστιβάλ, είχε τρεις κατευθύνσεις. Η μία ήταν συνέχεια του περσινού θέματος, σχετικά με τον αλγόριθμο και την οργάνωση της σκέψης. Η δεύτερη ήταν κάπως καινούργια για την ομάδα και είχε να κάνει με την έμφυλη διάσταση των νέων τεχνολογιών, και πιο συγκεκριμένα τις συνέπειές της στο ανθρώπινο σώμα. Και η τρίτη εκδήλωση που ετοιμάσαμε είχε να κάνει με το πλέον κλασικό ερώτημα που συναντάμε στις συζητήσεις εδώ και χρόνια. Είστε τεχνοφοβικοί ή τεχνοφετιχιστές;. Προσπαθήσαμε, όχι να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, αλλά να το αμφισβητήσουμε σαν τέτοιο, εξιστορώντας μέσα από ένα απτό παράδειγμα τη δυναμική σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τα δημιουργήματά του, ανάμεσα δηλαδή στην κοινωνία και την τεχνική.

Για την αυτοοργάνωση τα εχουμε ξαναπεί. Και φέτος, περισσότερο από ποτέ, η συλλογική δουλειά, η όρεξη και η βοήθεια όλων των ομάδων ήταν αυτό που έκανε εφικτό να στηθεί και να ξεστηθεί ένα τόσο πολύπλευρο και πλούσιο γεγονός, σε μόλις μερικές ημέρες. Τους ευχαριστούμε όλους.

]]>
Εισήγηση: Ο δρόμος που φτιάχτηκε περπατώντας _μια ιστορία για τη σχέση κοινωνίας και τεχνικής. https://gameover.zp/2016/04/17/%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%ae%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%bf-%ce%b4%cf%81%cf%8c%ce%bc%ce%bf%cf%82-%cf%80%ce%bf%cf%85-%cf%86%cf%84%ce%b9%ce%ac%cf%87%cf%84%ce%b7%ce%ba%ce%b5-%cf%80%ce%b5%cf%81%cf%80%ce%b1/ Sat, 16 Apr 2016 22:19:10 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1729

Μπουσουλώντας

Μετακίνηση, όπως μας πληροφορεί ένα λεξικό, είναι η αλλαγή θέσης, η μετάβαση από ένα σημείο σε ένα άλλο. Και για να καλυφθεί η απόσταση που χωρίζει τα δύο αυτά σημεία, ο άνθρωπος διαθέτει ένα ολόκληρο φάσμα τεχνικών μέσων. Από το στοιχειωδέστερο όλων, αυτό που υπήρξε και το κυρίαρχο (μιλώντας για χερσαίες μετακινήσεις) μέχρι και τον 18ο αιώνα: τα πόδια του. Ή, σε περίπτωση που θέλει να κινηθεί ταχύτερα και με λιγότερη δαπάνη ενέργειας, το εργαλείο του ποδηλάτου είναι το ενδεδειγμένο μέσο. Αν η ακόμα μεγαλύτερη ταχύτητα κι άνεση είναι ζητούμενα, τότε η μηχανή που λέγεται αυτοκίνητο αποτελεί την ιδανική λύση. Η λογική που συνδέει την εξέλιξη από το σώμα (πόδι) στο εργαλείο (ποδήλατο) κι από εκεί στην μηχανή (αυτοκίνητο) μοιάζει αυτονόητη κι αρραγής. Ένα «φυσικό» πρόβλημα τίθεται στον άνθρωπο (από ένα σημείο του «αφηρημένου» χώρου σε ένα άλλο) κι ως συνήθως, αυτός επινοεί (ως homo sapiens) και κατασκευάζει (με τα χέρια του, ως homo faber) μια σειρά τεχνικών μέσων για την επίλυσή του.

Από την οπτική του τεχνολογικού ντετερμινισμού, μια τέτοια εξέλιξη είναι τόσο φυσική όσο φυσικό είναι και το προς επίλυση πρόβλημα. Οι τεχνικές λύσεις ακολουθούν τη δική τους νομοτελειακή λογική την οποία και μεταφέρουν στο κοινωνικό πεδίο. Τα ερωτήματα, οι δισταγμοί και οι ενστάσεις δεν έχουν θέση όσον αφορά στην εξέλιξη της τεχνικής, η οποία φτάνει ενίοτε να εννοείται ως (οιονεί) βιολογική. Με τα λόγια ενός από τους πιο πειστικούς «τεχνολογικούς ντετερμινιστές», ήδη από το 1964[ref]Το έργο και η ομιλία του ανθρώπου, André Leroi-Gouhran, 1964[/ref]:

Καμιά αξιολογική κρίση δεν μπορεί να γίνει για μια εξελικτική διαδικασία. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ο γιγαντισμός των δεινοσαύρων του Μεσοζωικού αιώνα ήταν «κακός», διότι εν τέλει οι δεινόσαυροι εξαφανίστηκαν ενώ οι κροκόδειλοι επέζησαν, αλλά δεν ξέρουμε τίποτα για το μέλλον του πλάσματος που θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον έμφρονα άνθρωπο.

… η μηχανική αυτοματοποίηση αντιστοιχεί στο προτελευταίο δυνατό στάδιο της διαδικασίας που δρομολογείται από την εποχή του οπλισμένου με το λιάνιστρο αυστραλανθρώπου. Η απελευθέρωση των περιοχών του κινητικού εγκεφαλικού φλοιού, που κατακτάται οριστικά με την κάθετη στάση, καθίσταται τέλεια από τη στιγμή που ο άνθρωπος εξωτερικεύει τον κινητικό του εγκέφαλο. Πέραν του σημείου αυτού, δεν μπορούμε να νοήσουμε παρά την εξωτερίκευση της διανοητικής σκέψης, την κατασκευή μηχανών που όχι μόνο θα είχαν τη δυνατότητα να κρίνουν (το στάδιο αυτό έχει ήδη κατακτηθεί) αλλά θα χρωμάτιζαν την κρίση τους συναισθηματικά, θα συμμετείχαν, θα ενθουσιάζονταν ή θα βυθίζονταν στην απελπισία μπροστά στην απεραντοσύνη του έργου τους. Τότε πλέον, και αφού ο έμφρων άνθρωπος θα έχει εξασφαλίσει σε αυτά τα μηχανήματα τη δυνατότητα να αναπαράγονται, δεν θα του έμενε παρά να αποσυρθεί οριστικώς στα παλαιοντολογικά σκότη.

Η φαινομενικά αντίθετη οπτική, που υπήρξε (και είναι;) κυρίαρχη στους κύκλους της λεγόμενης πολιτισμικής ανθρωπολογίας, κωδικοποιείται σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «τεχνολογικός σχετικισμός». Η αντίθεση εδώ έγκειται στην απόρριψη της ύπαρξης ενός εσωτερικού δεσμού που να συνδέει τη μορφή και το επίπεδο τεχνικής ανάπτυξης με κοινωνικές δομές και λειτουργίες. Σε κάθε σύνολο τεχνικών επιτευγμάτων μπορεί να αντιστοιχεί μια ποικιλία κοινωνικών σχέσεων, η οποία έτσι σχετικοποιεί τον όποιο δεσμό μεταξύ τους. Στις περιπτώσεις που μπορεί να εντοπιστεί μια κάποια σύνδεση, αυτή πλέον εννοείται ως εξωτερικός επικαθορισμός του τεχνικού από το κοινωνικό. Παρά την απόσταση που φαίνεται να χωρίζει ντετερμινισμό και σχετικισμό, υπάρχει ένας κοινός πυρήνας που συμμερίζονται. Και στις δύο περιπτώσεις, το τεχνικό παραμένει τεχνικό. Η ροή της επίδρασης μπορεί να κατευθύνεται από το τεχνικό στο κοινωνικό ή αντίστροφά, αλλά αυτά παραμένουν τελικά στεγανοποιημένα. Κι έτσι πραγματοποιείται η επιστροφή στο αρχικό σχήμα. Τεχνικά προβλήματα επιδέχονται (μονοσήμαντες) τεχνικές λύσεις. Κι αν στην περίπτωση της τεχνικής διαμεσολάβησης, όταν επιστρατεύονται εργαλεία και μηχανές (δηλαδή προϊόντα κοινωνικής εργασίας), η όποια κοινωνική επιρροή, έστω κι ως εξωτερική επίδραση, μπορεί να γίνει δεκτή ακόμα κι από έναν σχετικιστή, τότε, όταν το μοναδικό «τεχνικό» μέσο είναι το ίδιο το σώμα, θα περίμενε ίσως κανείς κοινωνικά «αδιαμεσολάβητες» λύσεις[ref]Δεν είναι σκοπός μας εδώ να κάνουμε μια συνολική επισκόπηση των φιλοσοφικών – κοινωνιολογικών θεωριών περί τεχνικής. Αναφέρουμε απλώς εν παρόδω μερικά ονόματα που, μετά την διαφωτιστική αισιοδοξία και την ρομαντική αντίδραση, επιχείρησαν μια πιο συστηματική πραγμάτευση του θέματος: Μαρξ, Μάμφορντ, Χάιντεγκερ, Σπένγκλερ, Ελλύλ, Ίλιτς, Μπόργκμαν, Λατούρ, Ίνγκολντ. Σημαντικό είναι ότι το μεγαλύτερο ενδιαφέρον αναπτύσσεται σχετικά αργά και πάντως κάπως αργότερα σε σχέση με αντίστοιχες αναλύσεις περί της επιστήμης ως λόγου. Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. το Thinking through technology: the path between engineering and philosophy του Carl Mitcham, που είναι και μάλλον το πληρέστερο βιβλίο επισκόπησης των θεωριών περί τεχνικής (έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά ως Η τεχνολογική σκέψη).[/ref].

Πίσω στην μετακίνηση λοιπόν. Ας δεχτούμε για την ώρα τον αρχικό (τεχνικό) ορισμό της, ως μετάβαση από ένα σημείο σε ένα άλλο. Κι ας υποθέσουμε ότι το μοναδικό μέσο είναι το «αδιαμεσολάβητο» σώμα. Σ’ ένα μέχρι πρόσφατα σχετικά παραγνωρισμένο κείμενό του σχετικά με τις Τεχνικές του σώματος, ο Marcel Mauss αφηγείται το εξής (1935):

Ένα ανέκδοτο περί παρελάσεων. Όλοι ξέρετε ότι το Βρετανικό πεζικό παρελαύνει με βήμα διαφορετικό από το δικό μας: με διαφορετική συχνότητα και διαφορετικό δρασκελισμό.[] Το σύνταγμα του Worchester, έχοντας διακριθεί στη μάχη του Aisne, πολεμώντας δίπλα – δίπλα με το Γαλλικό πεζικό, αιτήθηκε Βασιλική άδεια για να έχει στη διάθεσή του γαλλικές τρομπέτες και τύμπανα και Γάλλους σαλπιγκτές και τυμπανιστές. Το αποτέλεσμα δεν υπήρξε και πολύ ενθαρρυντικό. Επί σχεδόν έξι μήνες, κι ενώ είχε περάσει αρκετός καιρός από τη μάχη του Aisne, έβλεπα συχνά στους δρόμους της Bailleul το εξής θέαμα: το σύνταγμα είχε διατηρήσει τον αγγλικό του βηματισμό, ενώ προσπαθούσε να ακολουθήσει τον Γαλλικό ρυθμό. Είχε επιστρατεύσει ακόμα κι έναν Γάλλο λοχαγό ως επικεφαλής της μπάντας, που μπορούσε να παίζει τη σάλπιγγα και να δίνει τον ρυθμό καλύτερα ακόμα κι από τους άντρες του. Οι δυστυχείς Άγγλοι στρατιώτες δεν μπορούσαν με τίποτα να παρελάσουν. Δεν μπορούσαν να συγχρονίσουν μεταξύ τους τα βήματά τους. Όταν επιχειρούσαν να παρελάσουν με συγχρονισμένο βηματισμό, τότε η μουσική έβγαινε εκτός φάσης σε σχέση με τον βηματισμό τους. Στο τέλος, το σύνταγμα αναγκάστηκε να παρατήσει τις γαλλικές του σάλπιγγες.

Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς είδος βαδίσματος που να βρίσκεται πιο κοντά στον τεχνικό ορισμό της μετακίνησης απ’ ό,τι η στρατιωτική παρέλαση (κι αυτό ίσως να μην είναι τυχαίο…). Ίδιος σκοπός: η διάσχιση μιας επίπεδης απόστασης. Ίδια τα μέσα: τα πόδια των στρατιωτών. Κι όμως. Δύο διαφορετικοί τρόποι για την επίτευξη του ίδιου σκοπού με τα ίδια μέσα. Δύο τρόποι βαδίσματος που μοιάζουν ριζικά ασύμβατοι. Σώματα που σίγουρα δεν φέρουν εκ γενετής το στίγμα μιας ασυμβατότητας, αλλά που όμως αυτή εγγράφεται πάνω τους μέσω μακροχρόνιας εξάσκησης. Στο δοκίμιό του, ο Mauss ξεκινάει με τέτοια «ανέκδοτα» και συνεχίζει παρουσιάζοντας έναν κατάλογο με τεχνικές του σώματος, υπονομευτικές για αυτό που θεωρείται αυτονόητο στις δυτικές κοινωνίες. Πόσοι τρόποι υπάρχουν για να κοιμάται κανείς; Οι Μασάι έχουν αναπτύξει την ικανότητα να κοιμούνται όρθιοι (κυριολεκτικά). Πόσοι τρόποι υπάρχουν για να ξεκουράζεται κανείς; Σε ολόκληρη τη Νειλωτική Αφρική μπορούν να ξεκουράζονται όπως οι πελαργοί: στεκόμενοι στο ένα πόδι, μερικές φορές χωρίς καν κάποιο υποστήριγμα. Πόσοι τρόποι υπάρχουν ακόμα και για να γεννάνε οι γυναίκες; Στην Ινδία, ο παραδοσιακός τρόπος τις θέλει να στέκονται όρθιες. Ο κατάλογος είναι μακρύς και δεν θα επιμείνουμε.

Θα παραμείνουμε στο βάδισμα με ένα ακόμα παράδειγμα πολιτισμικής σύγκρισης, αυτή τη φορά αναφερόμενο σε ένα είδος λιγότερο τεχνητό από αυτό της παρέλασης. Στο «φυσικό», καθημερινό βάδισμα. Για ένα βρέφος στη Δύση, το μπουσούλημα θεωρείται από τους γονείς ένα στάδιο που αυτό πρέπει να περάσει γρήγορα για να αρχίσει να περπατάει «κανονικά». Η αγωνία για το «πότε θα περπατήσει» το παιδί μεταφράζεται σε εκστατική χαρά όταν το κατορθώσει (κι αφού συχνά του έχουν παρασχεθεί τα κατάλληλα τεχνικά υποστηρίγματα) και τα πρώτα του βήματα είναι κάτι που «κανένας γονιός δεν θέλει να χάσει». Από τη στιγμή αυτή και μετά, οποιαδήποτε στάση ή κίνηση φέρνει το σώμα πιο κοντά στο έδαφος εκλαμβάνεται ως υποτιμητική, αν όχι κι ως υποτακτική, ως συμπεριφορά που ταιριάζει σε «ζώα». Μέχρι πριν την μαζική εκδυτικοποίηση της, κάπου στα μέσα του 20ου αιώνα, η Ιαπωνική κοινωνία αντιλαμβανόταν διαφορετικά τη σχέση του σώματος ως προς το έδαφος. Για τους Ιάπωνες γονείς, τα πρώτα βήματα ενός βρέφους δεν ήταν κάτι το οποίο ανέμεναν με κομμένη την ανάσα ούτε κάτι προς το οποίο θα έπρεπε να το σπρώξουν. Το παιδί θα σηκωνόταν κάποια στιγμή, αλλά μέχρι τότε μπορούσε να απολαμβάνει το μπουσούλημά του όσο τράβαγε η καρδιά του. Αλλά και πέρα από αυτή την ηλικία, η σχέση τους με το έδαφος παρέμενε στενότερη, από τον τρόπο που κοιμούνταν (στο έδαφος) μέχρι τον τρόπο που εργάζονταν κι έτρωγαν (χωρίς καρέκλες). Και η εγγύτητα με το έδαφος δεν είχε αποκτήσει ποτέ της υποτιμητικές, «ζωικές» συμπαραδηλώσεις.

Μέσα σε αυτό το πολιτισμικό σύμπλεγμα που νοηματοδοτεί τη σχέση του σώματος με το έδαφος σίγουρα εκβάλλει ένα πλήθος παραγόντων (π.χ., η Ιαπωνική κουλτούρα ούτως ή άλλως δεν έτεινε να εννοεί τα ζώα ως χαμηλότερες μορφές ζωής σε αντίθεση με τον δυτικό άνθρωπο που «άνω θρώσκει», κατά την γνωστή παρετυμολογία). Ένας από αυτούς όμως (τουλάχιστον σύμφωνα με κάποιους ανθρωπολόγους) είναι και ο ίδιος ο τρόπος βαδίσματος. Παραδοσιακά, οι Ιάπωνες περπατούσαν κυρίως με χρήση των γονάτων κι ελαχιστοποιώντας την κίνηση των γοφών, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα ένα χαμηλότερο κέντρο βάρους και που έδινε την οπτική αίσθηση συρσίματος. Όσο «αφύσικος» κι αν φαινόταν στους Ευρωπαίους, αυτός ο τρόπος βαδίσματος ήταν εξαιρετικά αποδοτικός σε εδάφη με συνεχείς υψομετρικές διαφορές. Αντίστροφα τώρα, το δυτικό ιδεώδες της ευθυτενούς στάσης, με τον μεγάλο δρασκελισμό που κατευθύνεται κυρίως από τους γοφούς, φαίνεται πως έχει την καταγωγή του στον τρόπο που μεταφέρθηκαν αρχαιοελληνικά ιδανικά στη σύγχρονη Ευρώπη μέσα από τα έργα συγγραφέων όπως ο Άγιος Αμβρόσιος και ο Έρασμος. Και πρόκειται για εκείνον τον τρόπο βαδίσματος που είναι κατάλληλος όταν κανείς φέρει όπλα τα οποία θα πρέπει να είναι έτοιμος να χρησιμοποιήσει απέναντι σε άλλους διαβάτες, δυνάμει εχθρούς του.

Ο παπουτσωμένος αραχτός

Το πόδι ως μηχανή

Ο 19ος αιώνας υπήρξε ο αιώνας που έδωσε τα πρώτα αποτελεσματικά τεχνικά μέσα χερσαίων μετακινήσεων. Το ποδήλατο, το τραίνο, το αυτοκίνητο. Πριν από αυτό όμως υπήρξε ο αιώνας που γέννησε την ιδέα του homo sapiens και του homo faber. Του έμφρονα ανθρώπου και του ανθρώπου κατασκευαστή. Του ανθρώπου που, με την όρθια στάση του, απελευθερώνει τα χέρια του για να τα χρησιμοποιήσει στην κατασκευή εργαλείων. Και που η κίνηση των χεριών του κατευθύνεται από την ευφυΐα του, η οποία φυσικά κατοικοεδρεύει στον υπερμεγέθη εγκέφαλό του. Είναι αυτή η συνέργεια μεταξύ εγκεφάλου και (απελευθερωμένων) χεριών που επιτρέπει στον άνθρωπο να υπερέχει όλων των άλλων ειδών. Η ιδέα αυτή δεν ήταν καινούρια. Κυκλοφορούσε ήδη από την κλασσική αρχαιότητα ως φιλοσοφική υπόθεση. Ήταν όμως τότε που βρήκε την επιστημονική της έκφραση μέσα από τις νεο-αναδυόμενες επιστήμες της εξελικτικής βιολογίας και της ανθρωπολογίας. Πρόκειται για την εποποιία της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους με την οποία όλοι λίγο – πολύ είμαστε εξοικειωμένοι. Από αυτή την αφήγηση όμως υπάρχει κάτι που λείπει. Κάτι πολύ βασικό. Το ανθρώπινο πόδι και ο ρόλος του[ref]Πάνω στις πρακτικές και στις αντιλήψεις περί βαδίσματος, σημαντική είναι η δουλειά του ανθρωπολόγου Tim Ingold, απ’ όπου κι έχουμε αντλήσει αρκετά στοιχεία.[/ref].

Το 1881, ο γνωστός ανθρωπολόγος Edward Tylor παρουσίασε το παρακάτω σκίτσο σ’ ένα βιβλίο του[ref]Αναδημοσιεύουμε από το άρθρο του Tim Ingold, Culture on the ground: the world perceived through the feet.[/ref]:
chimp_man_hand_foot
Στα αριστερά έχουμε το χέρι και το πόδι ενός χιμπαντζή, στα δεξιά το πόδι και το χέρι ενός σύγχρονου ανθρώπου. Η πρόθεση του Tylor ήταν σαφής. Στα υπόλοιπα πρωτεύοντα, εκτός του ανθρώπου, πόδι και χέρι έχουν τέτοια ομοιότητα που θα μπορούσε ακόμα και να μπερδευτεί κανείς ως προς το τι είναι τι. Στον άνθρωπο, ανοίγεται ένα χάσμα ανάμεσα σε πόδι και χέρι, ένα χάσμα που υπήρξε το αποτέλεσμα ενός καταμερισμού εργασίας που αυτός «επέβαλε» στο σώμα του, το αποτέλεσμα της απελευθέρωσης του χεριού για την εκτέλεση πιο λεπτεπίλεπτων εργασιών. Ο ίδιος όμως σημειώνει το εξής:

Επί τούτου το σκίτσο δεν έχει σχεδιαστεί με βάση το ελεύθερο πόδι των αγρίων αλλά με βάση το στριμωγμένο μέσα σε άκαμπτες δερμάτινες μπότες πόδι του Ευρωπαίου, γιατί έτσι φαίνεται με τον πιο καθαρό τρόπο η αντίθεση ανάμεσα σε πίθηκο και άνθρωπο.

Γιατί όμως να είναι απαραίτητη αυτή η διευκρίνιση; Σε άλλο σημείο αναφέρει ότι:

Με το γυμνό τους πόδι οι άγριοι της Αυστραλίας μπορούν να πιάνουν τα ακόντιά τους, ενώ οι Ινδοί ράφτες, την ώρα που ράβουν καθισμένοι στο έδαφος, μπορούν να κρατάνε το ρούχο που δουλεύουν.

Ο Tylor δεν αγνοούσε ότι δεν υπάρχει μία και μοναδική χρήση του ποδιού, ακόμα κι ανάμεσα στους εξελιγμένους homo sapiens. Όπως δεν το αγνοούσαν και μια σειρά άλλοι επιστήμονες, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο πατέρας της εξελικτικής βιολογίας, ο Δαρβίνος. Τα παραδείγματα που αναφέρουν εν παρόδω στα έργα τους σχετικά με «ανορθόδοξες» χρήσεις του ποδιού (πάντα από τους τότε λεγόμενους «αγρίους») είναι αρκετά. Στα πλαίσια μιας εξελικτικής σκέψης όμως, τέτοιες χρήσεις φάνταζαν απομεινάρια προηγούμενων σταδίων σε μια γραμμή εξέλιξης η κορύφωση της οποίας έφτανε στον σύγχρονο Ευρωπαίο. Ειδικότερα, στον σύγχρονο Ευρωπαίο gentleman, αυτόν που φορούσε συνεχώς παπούτσια και μπότες. Γιατί, ακόμα και στην πολιτισμένη Ευρώπη, μεγάλα κομμάτια των εργατικών κι αγροτικών πληθυσμών δεν θεωρούσαν αυτονόητο ότι πρέπει να φοράνε συνεχώς παπούτσια.

Αν λοιπόν ο εγκέφαλος του homo sapiens τον εξοπλίζει με ανώτερη ευφυΐα και τα χέρια του με κατασκευαστική επιδεξιότητα, τότε τα πόδια παρουσιάζονται ως ήσσονος σημασίας, ως εκείνος ο προωθητικός μηχανισμός που υπάρχει για να απελευθερώνει το υπόλοιπο σώμα. Τι άλλο μπορεί να κάνει ένα πόδι προστατευμένο μέσα σε παπούτσια πέρα από το να περπατάει; Μη συνδεόμενο είτε με την ευφυΐα είτε με την επιδεξιότητα, φαντάζει ως ένα αναγκαίο κακό.

Η καρέκλα

Ποια είναι η λειτουργικότητα και χρησιμότητα μιας καρέκλας; Σε τι χρησιμεύει ένα τέτοιο τεχνικό κατασκεύασμα, ένα τέτοιο «εργαλείο»; Η σύντομη απάντηση είναι: σε τίποτα. Η υποτιθέμενη απάντηση ότι χρησιμεύει για να ξεκουράζει το ανθρώπινο σώμα έχει κάτι το παραπλανητικό και γίνεται αυτονόητη μόνο από τη στιγμή που το σώμα έχει μάθει να αναπαύεται σε καρέκλες. Έχοντας πρώτα ξεχάσει τεχνικές ανάπαυσης που υπήρξαν κυρίαρχες για χιλιάδες χρόνια στους πιο διαφορετικούς πολιτισμούς. Το βαθύ κάθισμα, η πιο απλή από αυτές τις τεχνικές, φαντάζει ανυπόφορο μόνο σε σώματα εξοικειωμένα με κάτι τόσο απλό όσο μια καρέκλα.

Ώστε και η καρέκλα λοιπόν έχει την ιστορία της. Όπως μας πληροφορούν οι ιστορικοί και οι αρχαιολόγοι, τα πρώτα δείγματα ενός επίπλου σαν την καρέκλα μπορούν να εντοπιστούν ήδη από την αρχαία Αίγυπτο, πριν από 5.000 χρόνια. Με μία κρίσιμη διαφορά σε σχέση με το σήμερα. Δεν αποτελούσαν έπιπλα καθημερινής χρήσης, αλλά εργαλεία μεταβίβασης κύρους σε αυτόν που καθόταν. Με άλλα λόγια, καρέκλα σήμαινε κατά κύριο λόγο θρόνος. Στα ευρήματα της εποχής που απεικονίζουν εργάτες εν ώρα εργασίας, το βαθύ κάθισμα ή ακόμα και η όρθια στάση είναι κυρίαρχες, ακόμα και για τους γραφείς.

Επιστρέφοντας στην Ευρώπη τώρα, η καρέκλα παρέμεινε άγνωστη ως έπιπλο κι εξακολούθησε να έχει τη λειτουργία θρόνου μέχρι σχετικά πρόσφατα. Πόσο πρόσφατα; Τα κινητά έπιπλα, συμπεριλαμβανομένης της καρέκλας, άρχισαν να διαδίδονται από την Αναγέννηση και μετά και ειδικά οι καρέκλες κατάφεραν να μπουν στα σπίτια των μαζών μόλις από τον 18ο αιώνα κι ύστερα. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς επομένως για ένα τεχνικό κατασκεύασμα ιδιαζόντως νεωτερικό. Υπάρχει όμως, τουλάχιστον στην Ευρώπη, ένα νήμα, ιστορικό και πολιτισμικό, που συνδέει την καρέκλα με την γραφή. Η «επανάσταση» στις τεχνολογίες καθίσματος συνέβη ταυτόχρονα και συμπληρωματικά με μια αντίστοιχη στις τεχνολογίες (αντι-)γραφής και συνέβη στα μοναστήρια του Μεσαίωνα. Καθώς η νομοκατεστημένη τάξη των κληρικών κατείχε το μονοπώλιο της εγγραματοσύνης, ήταν αυτή που ανέπτυξε σταδιακά τεχνικές που διευκόλυναν την ανάγνωση, την γραφή και την αντιγραφή κειμένων και μέχρι τον 14ο αιώνα διέθετε ήδη καρέκλες με πλάτη (αλλά όχι ακόμα κινητές) κι επικλινή αναλόγια (ενίοτε περιστρεφόμενα) με τη δυνατότητα στήριξης πολλών βιβλίων. Η οριζόντια μορφή των τραπεζιών για ανάγνωση βιβλίων φαίνεται ότι προέρχεται από τις αγγλικές βιβλιοθήκες του 18ου αιώνα και χρειαζόταν για την στήριξη βιβλίων μεγάλου φορμά που εμφανίστηκαν τότε. Η σύνδεση γραπτού λόγου με τα αντίστοιχα έπιπλα του οριζόντιου τραπεζιού και της καρέκλας προεκτείνεται κι αργότερα, με τη διάδοσή τους στα σχολεία και σε εργασίες γραφείου, όπως οι γραμματείς.

Ένα ακόμα στοιχείο στην εξέλιξη της ταπεινής καρέκλας που μας ενδιαφέρει εδώ είναι το εξής. Η σύνδεσή της με τη μηχανή, την εργοστασιακή μηχανή. Παρότι οι καρέκλες είχαν αρχίσει να διαδίδονται ήδη τον 19ο αιώνα, η «επιστημονική» σχεδίασή τους ώστε να μειώνουν την κούραση γεννήθηκε στο γύρισμα του αιώνα και μέσα στα εργοστάσια, όταν άρχισε να γίνεται αντιληπτό ότι η παρατεταμένη εργασία ενδέχεται να επιβραδύνει την παραγωγή. Για τους γιατρούς της εποχής το σώμα εννοήθηκε ως ένας «ζωντανός κινητήρας» που υπόκειται στους θερμοδυναμικούς νόμους διατήρησης της ενέργειας.

Η παρατεταμένη ορθοστασία μπορεί να είναι εξαιρετικά κουραστική κι έτσι απορροφά ενέργεια που δικαιωματικά θα έπρεπε να είναι στη διάθεση του εργοδότη και του εργαζόμενου προς επιτέλεση της εργασίας.

Περιττό να σημειώσουμε ότι η εργασία στα εργοστάσια, όταν γράφονταν τέτοιες θεωρίες, είχε ήδη ακινητοποιηθεί σε σταθερές θέσεις, μπροστά από μηχανές. Το πόδι, που άλλοτε, εκτός από την μετακίνηση κατά την εργασία, μπορούσε να χρησιμοποιείται και για την παραγωγή ενέργειας, πέφτει σε αχρηστία.

Το νόημα του ταξιδιού πριν τον 19ο αιώνα

Τα παπούτσι και η καρέκλα λοιπόν. Δύο απλά τεχνικά μέσα που εξώθησαν το πόδι στο περιθώριο. Το ένα (η καρέκλα) δίχως κάποια πρακτική χρησιμότητα (μάλιστα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι όχι μόνο δεν προσφέρει κάτι, αλλά ότι επιβαρύνει το σώμα), το άλλο (το παπούτσι) με μία υπαρκτή χρησιμότητα η οποία όμως επισκιάζεται από άλλες σημασίες, μη πρακτικής-χρηστικής φύσης, αν ληφθεί υπόψιν η συνεχής και συστηματική χρήση του. Μια αναλογία θα βοηθούσε ίσως εδώ. Όπως για τα παπούτσια έτσι και για τα γάντια θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι είναι χρηστικά. Για ορισμένους σκοπούς… Μια πολιτισμική πρακτική όμως που θα επέβαλε τη συνεχή τους χρήση και την αφαίρεσή τους μόνο σε ιδιωτικές στιγμές δύσκολα θα έβρισκε δικαιολογία στη βάση πρακτικών και μόνο λόγων…

Η περιθωριοποίηση του ποδιού ήρθε να συμπληρωθεί όμως και από μία ακόμα παράλληλη εξέλιξη κατά το ιστορικό στάδιο που ονομάζεται πρώιμη νεωτερικότητα. Μια εξέλιξη που ήρθε να νοηματοδοτήσει κατά συγκεκριμένους τρόπους το νόημα του ταξιδιού. Μέχρι και την εμφάνιση του σιδηρόδρομου τον 19ο αιώνα, η μέγιστη χερσαία απόσταση που μπορούσε να καλύψει ένας ταξιδιώτης μέσα σε μια ημέρα υπολογίζεται ότι ήταν γύρω στα 100 χιλιόμετρα. Με τα καλύτερα δυνατά τεχνικά μέσα της εποχής, δηλαδή με άμαξες κι άλογα, επρόκειτο για μια απόσταση που δεν διέφερε δραματικά από αυτή που μπορούσε να καλυφθεί απλά περπατώντας. Για ταξίδια σχετικά μικρών αποστάσεων, και λαμβάνοντας υπόψιν τη δυνατότητα που έχει ένας περιπατητής να κινείται σε ανώμαλα εδάφη μέσα από συντομότερες διαδρομές, το συγκριτικό πλεονέκτημα που είχε να προσφέρει το ταξίδι με άμαξα (που επιπλέον δεν ήταν και τόσο άνετο όσο ίσως φαντάζει) ήταν ακόμα μικρότερο.

Παρ’ όλα αυτά, η πρακτική του ταξιδιού αποσπάστηκε σταδιακά από την πρακτική του βαδίσματος και ουσιαστικά ταυτίστηκε με την μετακίνηση με άμαξες. Οι ταξιδιώτες δεν περπατούσαν. Για τις ανώτερες τάξεις που είχαν στη διάθεσή τους τέτοια μέσα, το βάδισμα, στις περιπτώσεις που ήταν απαραίτητο, αποτελούσε μια ενοχλητική παρέκβαση. Το καθ’ έξιν και κατά συρροή βάδισμα επιφυλασσόταν για τους φτωχούς, τους νεαρούς, τους εγκληματίες…[ref]Η αντίληψη που βλέπει τον πλάνητα ως επικίνδυνο στοιχείο συνδεόταν και με ευρύτερες οικονομικές εξελίξεις. Ήδη από τον 16ο αιώνα, μέσα από μια σειρά «μεταρρυθμίσεων» της αγροτικής παραγωγής (όπως οι διαβόητες περιφράξεις στην Αγγλία), μεγάλα κομμάτια αγροτικών πληθυσμών φτωχοποιήθηκαν, με αρκετούς αγρότες να οδηγούνται στην (συχνά περιπλανώμενη)επαιτεία, παρότι ήταν ικανοί για εργασία. Από ευκαρία εκδήλωσης φιλανθρωπικών αισθημάτων, οι επαίτες μετατράπηκαν σε εν δυνάμει κακοποιά στοιχεία που αντιμετωπίζονταν είτε δια του διωγμού είτε δια του εγκλεισμού[/ref] Το ταξίδι είχε εξαρχής στο επίκεντρό του τον τελικό προορισμό και η απόσταση που χώριζε την αφετηρία από τον προορισμό εννοήθηκε ως εμπόδιο που πρέπει να υπερπηδηθεί με τον μικρότερο δυνατό κόπο. Ο προορισμός προσφερόταν στον ταξιδιώτη για την απόκτηση αντικειμενικής γνώσης του τόπου μέσα από μια στοχαστική και αποστασιοποιημένη (θα μπορούσαμε να πούμε επιστημονική) στάση απέναντί του. Ταξίδι σήμαινε (διανοητική) γνώση που μπορούσε να κερδηθεί από την άφιξη στον προορισμό και ο,τιδήποτε παρεμβαλλόταν ενδιάμεσα θεωρήθηκε αγγαρεία[ref]H αγγλική λέξη για το ταξίδι, travel, άγνωστη πριν τον 14ο αιώνα, σήμαινε αρχικά την εντατική, βασανιστική εργασία και φυσικά είναι ίδιας ρίζας με την γαλλική travailler (εργάζομαι). [/ref] και περισπασμός από τον στόχο.

Ο καταμερισμός του σώματος

Φτάνοντας τελικά στον 19ο αιώνα, την εποχή των μεγάλων επαναστάσεων στις τεχνικές μετακίνησης, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σύμπλεγμα σημασιών για το σώμα, κωδικοποιημένων σε σχετικά απλά τεχνικά μέσα, τα οποία έχουν μικρή έως μηδαμινή πρακτική χρησιμότητα. Έχουν ήδη καταφέρει όμως να επιτελέσουν έναν άλλο ρόλο. Να επιβάλουν έναν τριμερή καταμερισμό του σώματος ανάμεσα σε νου, χέρια και πόδια που φιλοδοξεί να είναι και αξιολογικός. Στην κορυφή βρίσκεται ο εγκέφαλος, με τις χαρακτηριστικές για τον homo sapiens διανοητικές ικανότητες, που καθοδηγεί τα επιδέξια χέρια του homo faber. Στη βάση βρίσκεται τελικά το αναγκαίο κακό των ποδιών. Σε αυτόν τον τριμερή καταμερισμό αντιστοιχούν και οι ανάλογοι χαρακτηρολογικοί ιδεότυποι: ο διανοούμενος – επιστήμονας, σκεπτόμενος σε ακινησία στην καρέκλα του, ο επίσης ακινητοποιημένος, αλλά τουλάχιστον παραγωγικός εργάτης που με τα χέρια του υλοποιεί τα σχέδια του επιστήμονα και στο τέλος ο μη σκεπτόμενος και μη παραγωγικός, αλλά σε διαρκή κίνηση περιπλανητής.

Τρέχοντας

Σήμερα τα ποδήλατα έχουν φτάσει να θεωρούνται ως ένα μέσο μετακίνησης εναλλακτικό προς τα αυτοκίνητα, αν όχι κι αντιθετικό. Ωστόσο αυτή η σχέση συγκαλυμμένης (κι ενίοτε ανοιχτής) εχθρότητας ανάμεσα σε ποδήλατο κι αυτοκίνητο δεν υπήρξε εξαρχής αυτονόητη. Όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, πολλά από τα δομικά χαρακτηριστικά του ποδηλάτου ουσιαστικά προετοίμασαν τον δρόμο για το αυτοκίνητο. Ακόμα και σε επίπεδο καθαρά τεχνικό, σχεδόν όλες οι λύσεις που εφαρμόστηκαν στα προβλήματα του αυτοκινήτου είχαν κάνει την εμφάνισή τους στη σχεδίαση του ποδηλάτου. Με την εξαίρεση της μηχανής, σχεδόν όλες οι υπόλοιπες τεχνολογικές καινοτομίες στα μέσα μετακίνησης υπήρχαν ήδη στο ποδήλατο. Από την κατεργασία μετάλλων για την κατασκευή ενός σταθερού πλαισίου μέχρι την ταπεινή αλλά επαναστατική σύλληψη του ρουλεμάν για ομαλή κυκλική κίνηση και μέχρι τα γεμισμένα με αέρα λάστιχα στις ρόδες. Θα επιμείνουμε λίγο σε αυτό το τελευταίο τεχνικό χαρακτηριστικό των ποδηλάτων, τα λάστιχα αέρος.

Όλοι έχουμε δει, συνήθως σε ακροβατικά νούμερα, το αξιοπερίεργο θέαμα ποδηλάτων με μια υπερμεγέθη ρόδα. Αυτό που ίσως δεν είναι τόσο γνωστό είναι ότι αυτή η κλοουνίστική σχεδιαστική επιλογή, την εποχή της πρώτης διάδοσης του ποδηλάτου, αποτελούσε και την κυρίαρχη επιλογή. Ως χρονολογία γέννησης του ποδηλάτου θεωρείται η δεκαετία του 1860, όταν ο Pierre Michaux έκανε ορισμένες σημαντικές βελτιώσεις πάνω σε προϋπάρχοντα σχέδια πιο «πρωτόγονων» ποδηλάτων. Αυτά τα πρώτα ποδήλατα του Michaux όμως είχαν ορισμένες αξιοσημείωτες διαφορές σε σχέση με τα σημερινά. Δεν είχαν απαραίτητα σέλα, τα πετάλια δεν συνδέονταν μέσω αλυσίδας με την πίσω ρόδα αλλά ήταν απευθείας ενσωματωμένα στην μπροστινή, η οποία με τη σειρά της ήταν αρκετά μεγαλύτερης διαμέτρου από την πίσω και, τέλος, δεν είχαν ενσωματωμένα λάστιχα αέρος.

Λόγω ακριβώς της ρόδας μεγάλης διαμέτρου, τα πρώτα ποδήλατα μπορούσαν να αναπτύξουν σχετικά μεγάλη ταχύτητα (με τον ίδιο αριθμό πεταλιών κι άρα με την ίδια γωνιακή ταχύτητα μια ρόδα μεγάλης διαμέτρου-περιφέρειας μπορεί να καλύψει μεγαλύτερη απόσταση από μια μικρότερη). Από την άλλη, το πρόβλημα ισορροπίας που είχαν το έκαναν κατάλληλο μόνο για «ριψοκίνδυνους» κι αθλητικούς άνδρες κι επομένως, για όσους δεν αποζητούσαν την αδρεναλίνη, και κυρίως για τις γυναίκες προτείνονταν μικρότερα μοντέλα ή μοντέλα με περισσότερους τροχούς. Μια άλλη λύση ήταν τα ποδήλατα με δύο ισομεγέθεις τροχούς. Σε αυτή την περίπτωση όμως, υπήρχε το πρόβλημα των κραδασμών, το οποίο, σημειωτέον, για τους αθλητές ποδηλάτες δεν ήταν καν πρόβλημα. Και πάλι, διάφορες τεχνικές λύσεις προτάθηκαν, πολλές εκ των οποίων περιλάμβαναν διαφόρων ειδών αναρτήσεις. Μία από αυτές, σε διαφορετική κατεύθυνση, προτάθηκε από τον Dunlop τη δεκαετία του 1880. Ήταν τα λάστιχα αέρος. Μόνο που η λύση του Dunlop δεν υιοθετήθηκε αμέσως. Σε μια έκθεση ποδηλάτων του 1890, μπροστά στο θέαμα αυτής της λύσης, ένας σχολιαστής αναφέρει[ref]Από το κλασσικό άρθρο «κοινωνικού κονστρουκτιβισμού» των Trevor Pinch και Wiebe Bijker, The social construction of facts and artifacts.[/ref]:

Η πιο αξιοπρόσεκτη καινοτομία στην κατασκευή ποδηλάτων είναι τα λάστιχα αέρος. Πρόκειται για λάστιχα που είναι κενά, με διάμετρο περίπου 2 ιντσών, και που φουσκώνουν με μια μικρή τρόμπα. Λέγεται ότι η οδήγησή τους είναι πολύ άνετη, δίνοντας την αίσθηση ότι ακόμα και τα πιο δύστροπα καλντερίμια είναι σαν την πιο απαλή άσφαλτο. Καθώς δεν είχαμε την ευκαιρία να τα δοκιμάσουμε, δεν μπορούμε να μιλήσουμε από πρώτο χέρι. Και μόνο κοιτάζοντάς τα όμως, είμαστε της γνώμης ότι θα είναι αρκετά δύσκολο να διατηρεί κανείς τα λάστιχα συνεχώς φουσκωμένα. Ο αέρας υπό πίεση δεν είναι κάτι το απλό. Από αναφορές άλλων που τα έχουν δοκιμάσει, φαίνεται ότι έχουν μια τάση να γλιστράνε σε λασπωμένους δρόμους. Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, φοβόμαστε ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για χρήση τους σε χαμηλά, οπισθοκίνητα ποδήλατα, που ούτως ή άλλως γλιστράνε εύκολα. Οποιαδήποτε βελτίωση θα πρέπει να στοχεύει στη μείωση της πιθανότητας γλιστρήματος κι όχι στην αύξησή της. Πέρα από αυτά τα μειονεκτήματα, τα λάστιχα καταστρέφουν τη συμμετρία και τη χαριτωμένη εμφάνιση ενός ποδηλάτου, κι αυτό από μόνο του νομίζουμε ότι είναι επαρκής λόγος ώστε να μην διαδοθούν περαιτέρω.

Ο Michaux με το ποδήλατό του (1861)
Ο Michaux με το ποδήλατό του (1861)
Το «έμφυλο» ποδήλατο
Το «έμφυλο» ποδήλατο
Μόνο για αθλητικούς και ριψοκίνδυνους άνδρες, με ρόδα 51 ιντσών (1885)
Μόνο για αθλητικούς και ριψοκίνδυνους άνδρες, με ρόδα 51 ιντσών (1885)
Ποδήλατο ασφαλείας (1886) του Rover (του ίδιου που αργότερα επεκτάθηκε στα αυτοκίνητα)
Ποδήλατο ασφαλείας (1886) του Rover (του ίδιου που αργότερα επεκτάθηκε στα αυτοκίνητα)

Τα λάστιχα τελικά νίκησαν, επικράτησαν, κι από σχεδιαστική επιλογή έγιναν καθιερωμένη, αυτονόητη πρακτική. Όμως η επικράτησή τους δεν οφείλεται στη λύση που έδωσαν στο πρόβλημα των κραδασμών ούτε επειδή οι επιφυλάξεις του παραπάνω σχολιαστή αποδείχθηκαν ανεδαφικές. Το καθοριστικό γεγονός για την επικράτησή τους ήταν ένας αγώνας ταχύτητας. Η εμφάνιση στην αγωνιστική πίστα ποδηλάτων εξοπλισμένων με λάστιχα προκάλεσε αρχικά τα ειρωνικά γέλια των θεατών. Τα γέλια αυτά κόπηκαν όμως στο τέλος της κούρσας όταν τα συγκεκριμένα ποδήλατα τερμάτισαν πολύ μπροστά από τα υπόλοιπα. Ήταν λοιπόν η ταχύτητα που τα καθιέρωσε και μάλιστα η ταχύτητα υπό συγκεκριμένες, δηλαδή αγωνιστικές, συνθήκες.

Η ταχύτητα ως αξία δεν αποτελεί φυσικά κάποια ανθρωπολογική σταθερά, πάγια κι αναλλοίωτη μέσα σε όλους τους ιστορικούς χρόνους και σε όλους τους πολιτισμούς. Υπήρξε αποτέλεσμα μιας ειδικής εννόησης του χρόνου και του χώρου, όπως αυτοί εννοήθηκαν μέσα στον 19ο αιώνα. Ειδικότερα για την Βικτωριανή εποχή (τελευταίο τέταρτο του αιώνα), ο «εκμηδενισμός του χρόνου και του χώρου» υπήρξε ένα από τα προσφιλέστερα θέματα στοχαστών και λογοτεχνών. Τα δίκτυα επικοινωνιών (τηλέγραφος) και μεταφορών (σιδηρόδρομος) που κατάφερναν να υποτάξουν τον χώρο και τον χρόνο συνδέθηκαν γρήγορα με διαφωτιστικές έννοιες περί προόδου. Για την πολιτική και οικονομική ρητορική της εποχής, το μεγάλο πρόβλημα που άρχισε να εμφανίζεται ήταν τα «εμφράγματα» στην κυκλοφορία. Στην ταχεία κυκλοφορία των εμπορευμάτων κατά κύριο λόγο, που αποτελούσε όρο μεγέθυνσης της οικονομίας, και στη συνέχεια και στην κυκλοφορία των ανθρώπων. Αν ο χρόνος μπορούσε να κατακερματιστεί και να μετρηθεί με το ρολόι, τότε μπορούσε και να εξοικονομηθεί. Είναι η ίδια εποχή που τα μηχανικά ρολόγια, αρχικά εγκατεστημένα στους σιδηροδρομικούς σταθμούς και στα εργοστάσια (όχι τυχαία), περνάνε στις τσέπες και στους καρπούς ως ατομικά εξαρτήματα πλέον.

Οι αγώνες ταχύτητας, όπως αυτοί των ποδηλάτων, αποτελούσαν το τελευταίο τότε στάδιο εξέλιξης και μεταλλαγής των αθλημάτων και των παιγνιδιών στη βάση αφηρημένων και μαθηματικών μεγεθών και συνιστούσαν μια ευρύτερη τάση. Ήδη πριν τα ποδήλατα, οι αγώνες ιππασίας, στους οποίους ο νικητής κρινόταν στη βάση ποιοτικών κριτηρίων, όπως η χάρη στην εκτέλεση κινήσεων, αντικαταστάθηκαν σταδιακά από τους αγώνες ταχύτητας. Και πέρα από τους αγώνες ταχύτητας, ένα ολόκληρο φάσμα παιχνιδιών επανερμηνεύτηκαν σταδιακά με ποσοτικούς όρους και τότε είναι που η λέξη ρεκόρ αποκτά τη σημασία που έχει και σήμερα. Αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας υπήρξαν φυσικά οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Το σπάσιμο των ρεκόρ δεν αποτέλεσε σκοπό μόνα στα πλαίσια αγωνισμάτων, αλλά διαχύθηκε ως νοοτροπία και πέρα από αυτά, συνδεόμενη συστηματικά με τα νέα τεχνολογικά επιτεύγματα. Όπως έλεγε και το Scientific American το 1899, το σπάσιμο των ρεκόρ αντιπροσώπευε την απελευθέρωση από τη στασιμότητα του παρελθόντος.

Τα ποδήλατα τελικά, πάνω – κάτω στη μορφή που τα ξέρουμε και σήμερα, γνώρισαν ευρεία διάδοση, με τους αριθμούς τους να κυμαίνονται σε εκατοντάδες χιλιάδες για κάθε χώρα, κι εκείνη η ηρωική εποχή τους έφτασε να ονομάζεται ως η εποχή της «ποδηλατομανίας». Παρ’ όλα αυτά, το μεγάλο «μειονέκτημά» τους ήταν το γεγονός ότι εξακολουθούσαν να παραμένουν στενά συνδεδεμένα με το πόδι και τη σωματική κούραση. Όπως αναφέρεται σε ένα βιβλίο του 1890 σχετικά με το ποδήλατο:

Όποιος έχει την τύχη να διαθέτει ένα άλογο ή ένα άλογο μαζί με άμαξα συνήθως τείνει να βλέπει τον ποδηλάτη με ένα μείγμα υποτίμησης και συμπόνιας. Του φαίνεται πιο ευγενές να μετακινείται χάρη στη δύναμη του ζώου παρά καταβάλλοντας ο ίδιος προσπάθεια. Όλη αυτή η υπερδραστηριότητα των ποδιών δεν του φαίνεται καθόλου ελκυστική, μιας και σκέφτεται ότι ο ποδηλάτης εκτελεί με τις πεταλιές του τις ίδιες κινήσεις των ποδιών που ο καλός Θεός προορίζει για το βάδισμα που όλοι μπορούν να εκτελέσουν.

Ένας Γερμανός συγγραφέας της εποχής (1905), την περίοδο που βρισκόταν σε αναμονή για την παράδοση του πρώτου του αυτοκινήτου, μιλάει πιο απερίφραστα:

Σε αυτό το μεσοδιάστημα, το ποδήλατο ήταν ένα οικτρό υποκατάστατο. Μπορούσα όντως να πάω γρηγορότερα από πριν. Ένιωθα σαν να ήμουν ένα αυτοκίνητο. Έκανα τις κινήσεις που κάνει κάποιος όταν αλλάζει ταχύτητες, όταν επιταχύνει, όταν ρυθμίζει την ανάφλεξη. Σχεδόν υπέκυψα στην παραίσθηση ότι ήμουν όντως οδηγός. Τι καταραμένο μειονέκτημα να λείπει η μηχανή και να μην μπορούν τα πετάλια να κινηθούν από μόνα τους!

Αυτό που έλειπε από το ποδήλατο, η μηχανή που «απελευθερώνει» το σώμα, μπορούσε να το προσφέρει το τραίνο. Η εξάπλωση του σιδηροδρόμου κατά τον 19ο αιώνα εκτόπισε σταδιακά το κυρίαρχο (για τις ανώτερες τάξεις) μέχρι τότε μέσο μεταφοράς, την άμαξα. Για τις ίδιες αυτές ανώτερες τάξεις όμως (παρακμάζουσα αριστοκρατία και ανώτερες αστικές τάξεις), το τραίνο αποτελούσε ένα αίνιγμα. Από τη μία, ήταν το σύμβολο της μηχανοποίησης, της επιτάχυνσης κι επομένως και της προόδου ενώ, από την άλλη, όταν επρόκειτο για μετακίνηση και όχι για μεταφορά εμπορευμάτων, φάνταζε ως απειλητικό για την υποκειμενικότητά τους. Ο αδιάκριτος συμφυρμός των μαζών σε ένα τραίνο, με τα αυστηρά του προγράμματα, φαινόταν να καταργεί τις ταξικές διακρίσεις. Φτάνοντας λοιπόν στο τέλος του 19ου αιώνα, το αδιέξοδο ήταν το εξής: το ποδήλατο προσέφερε αυξημένη ταχύτητα και μια αυξημένη αίσθηση ατομικής ελευθερίας, αλλά η χρήση του προϋπέθετε σωματική κούραση. Το τραίνο μπορούσε να απαλλάξει τον ευγενή ταξιδιώτη από την κούραση, την ίδια στιγμή όμως εξαφάνιζε την ατομικότητά του, αναγκάζοντάς τον να υποστεί τον «εργοστασιακό» ρυθμό του σιδηροδρόμου. Επρόκειτο για ένα αδιέξοδο το οποίο θα έβρισκε την κοινωνικο-τεχνική λύση του στην εμφάνιση του αυτοκινήτου.

…Με νέφτι

Είναι πιθανό το πρώτο αυτοκίνητο να κατασκευάστηκε όχι στην Ευρώπη αλλά στην Κίνα. Πολύ πριν τον 19ο αιώνα. Υπάρχουν ορισμένες αναφορές για δύο Ιησουίτες μοναχούς οι οποίοι, γύρω στο 1665, κατασκεύασαν ένα ατμοκίνητο για τον Κινέζο βασιλιά. Μικρότερο του ενός μέτρου σε μήκος, αν ποτέ κατασκευάστηκε (μιας και δεν είναι βέβαιο), φαίνεται ότι περισσότερο εξυπηρετούσε σκοπούς επίδειξης, όπως τόσα και τόσα μηχανικά αυτόματα που κατασκεύζε η Ευρώπη εκείνη την εποχή και για τα οποία οι Κινέζοι έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον (σε αντίθεση με τα υπόλοιπα εμπορεύματα που προσπαθούσαν να τους πλασάρουν). Εν πάση περιπτώσει, στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα είχαν γίνει ήδη κάποιες απόπειρες κατασκευής τέτοιων μηχανών μετακίνησης (ή και μεταφοράς στρατιωτικού εξοπλισμου, κυρίως στη Γαλλία), αλλά δεν είχαν προχωρήσει πολύ.

Τελικά, ήταν κατά τη δεκαετία του 1880 που τα πρώτα πειραματικά, αποδοτικά αυτοκίνητα εμφανίστηκαν, ξεκινώντας από τη Γαλλία. Αυτό που συνέδεε τα γαλλικά αυτοκίνητα με τον κινέζικο προπάππου τους ήταν το είδος της μηχανής που χρησιμοποιούσαν. Όπως εκείνο, έτσι κι αυτά ήταν ατμοκίνητα. Από τη στιγμή που ο Γάλλος μηχανικός Serpollet κατάφερε να φτιάξει ατμομηχανές στιγμιαίας παραγωγής ατμού, παρέχοντας ευελιξία και ισχύ στα οχήματα, ξεκίνησε ένας διαρκής πειραματισμός με ατμοκίνητα αμάξια, λεωφορεία και τρίκυκλα. Την ίδια δεκαετία, οι Γερμανοί Daimler και Maybach, βελτιώνοντας προηγούμενα γερμανικά σχέδια της τετράχρονης μηχανής εσωτερικής καύσης, παρουσιάζουν τα πρώτα βενζινοκίνητα αυτοκίνητα. Η ιστορία των πρώτων αυτοκινήτων δεν τελειώνει εδώ όμως. Μέχρι το 1880, συνεχείς βελτιώσεις στις δυνατότητες των ηλεκτρικών μπαταριών τις είχαν καταστήσει αρκετά ισχυρές ώστε να μπορούν να παράγουν αρκετό ρεύμα για να κινούν ένα όχημα. Πάλι στη Γαλλία, ο Jeantaud όχι μόνο κατάφερε να κατασκευάσει ηλεκτροκίνητα αλλά και να τους δώσει αρκετή ισχύ ώστε να πιάνουν εντυπωσιακές ταχύτητες (για τα δεδομένα της εποχής). Ειδικά στις Η.Π.Α., τα ηλεκτροκίνητα γνώρισαν μια σύντομη περίοδο άνθησης και κάποιες εταιρείες έβγαλαν στους δρόμους των πόλεων ακόμα και ηλεκτρικά ταξί.

Ατμοκίνητο του Peugeot με μηχανή Serpollet (1886)
Ατμοκίνητο του Peugeot με μηχανή Serpollet (1886)
Ηλεκτροκίνητο του Jeantaud (1893). Ρεκόρ ταχύτητας: 63 χμ/ώρα!
Ηλεκτροκίνητο του Jeantaud (1893). Ρεκόρ ταχύτητας: 63 χμ/ώρα!
Ηλεκτρικό ταξί στους δρόμους της Φιλαδέλφειας των ΗΠΑ (Electrobat, 1894)
Ηλεκτρικό ταξί στους δρόμους της Φιλαδέλφειας των ΗΠΑ (Electrobat, 1894)

Αυτά τα λίγα από τεχνική άποψη. Ποια ήταν όμως η κοινωνική σημασία του αμαξιού[ref]Τα τελευταία χρόνια έχει εμφανιστεί ένα ενδιαφέρον για τις κοινωνικές προεκτάσεις του αυτοκινήτου (βλ., π.χ., Car Cultures (2001, ed. Daniel Miller) και Automobilities (2004, ed. Mike Featherstone, Nigel Thrift, John Urry)). Το γερμανικό και κάπως παλιότερο (1992) Die Liebe zum Automobil (For the Love of the Automobile) του Wolfgang Sachs παραμένει κλασσικό.[/ref]; Όπως μας πληροφορεί ένας Γερμανός συγγραφέας (Otto Bierbaum), από τους πρώιμους λάτρεις των αυτοκινήτων, γράφοντας την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, όταν πλέον είχε καταστεί δυνατή η εμπορική κυκλοφορία τους:

Θέλουμε να μπορούμε να ταξιδεύουμε ξανά, ως ελεύθεροι gentlemen, με το αυτεξούσιό μας, στην ελευθερία του καθαρού αέρα. Και το γεγονός ότι θα έχουμε περισσότερα να κάνουμε, ότι κάθε στιγμή θα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ανάγκη να λαμβάνουμε αποφάσεις, αποτελεί ένα πλεονέκτημα που προσφέρει αυτή η αναγεννημένη τέχνη του ταξιδιού. Τα ταξίδι με αυτοκίνητο προσφέρει ένα μασάζ όχι μόνο για το σώμα, αλλά και για το πνεύμα και για αυτόν ακριβώς τον λόγο εντείνονται οι δυνάμεις μας της ανακάλυψης, της αντίληψης, της επεξεργασίας κι εσωτερίκευσης εξωτερικών εντυπώσεων.

Το 1905, το γερμανικό περιοδικό Automobilwelt (Ο Κόσμος του Αυτοκινήτου), συμπληρώνει:

Τώρα που επιτέλους έφτασε το αμάξι, έχει απελευθερώσει τον περιπλανώμενο εραστή της φύσης από τους περιορισμούς του χώρου, έτσι ώστε αυτός απολαμβάνει την ελευθερία της κίνησης, συνδυάζοντας την ταχύτητα του τραίνου με την άνεση της άμαξας. Κανείς δεν του υποδεικνύει τον σκοπό, τον δρόμο, την ώρα αναχώρησης. Μπορεί να περιφέρεται από μέρος σε μέρος, να χαλαρώνει σε ένα όμορφο, σκιερό σημείο με τους συνταξιδιώτες του και να γεύεται τα εδέσματα που κουβαλάει στο καλάθι του. Αν το θέλει, μπορεί στη στιγμή να αλλάξει προορισμό και δεν χρειάζεται απλά να προσπερνάει όμορφες περιοχές που βρίσκονται εκτός δρόμου, όπως εξαναγκάζεται να κάνει με τον αναίσθητο σιδηρόδρομο.

Κι ένας Ολλανδός γιατρός καταθέτει την επιστημονική του άποψη:

Να αναπνέεις φρέσκο, καθαρό, χωρίς σκόνες αέρα, αέρας που μπορεί να είναι πολύ λεπτός λόγω της γρήγορης ώθησης, η αλλαγή του κλίματος, όλα αυτά είναι πολύ υγιεινά για τους πνεύμονες.

Η επανάσταση που προκάλεσαν τα πρώτα αυτοκίνητα δεν αφορούσε σε καμμία περίπτωση τον γενικό τρόπο μετακίνησης μέσα στις πόλεις. Ούτως ή άλλως, οι τιμές τους ήταν απρόσιτες για το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των αστεακών πληθυσμών κι ακόμα περισσότερο των αγροτικών. Αν προκάλεσαν όντως κάποια επανάσταση, αυτή αφορούσε στο φαντασιακό των ανώτερων στρωμάτων της αστικής τάξης, τους μοναδικούς πελάτες που μπορούσαν να τα αγοράσουν. Οι μέγιστες ταχύτητες εκείνων των πρώτων αυτοκινήτων ήταν αρκετά χαμηλές (το πρώτο αυτοκίνητο του Daimler είχε τελική τα 16 χμ/ώρα ενώ και την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα μια τελική 30 χμ/ώρα ήταν συνηθισμένη) και περιορίζονταν ακόμα περισσότερο εντός του αστικού ιστού από τους «ακατάλληλους» δρόμους και την «άναρχη» συμπεριφορά των πεζών. Έτσι, η χρήση τους γινόταν λιγότερο για πρακτικούς σκοπούς μετακίνησης και περισσότερο για λόγους κοινωνικής διαφοροποίησης κι αναψυχής.

Ακόμα και μια πρόχειρη ματιά στα πρώτα μοντέλα αυτοκινήτων δείχνει το προφανές. Ουσιαστικά αποτελούσαν άμαξες στις οποίες τα άλογα είχαν αντικατασταθεί από μηχανές. Πριν την εφαρμογή μεθόδων μαζικής παραγωγής, τέτοιες άμαξες ήταν το αποτέλεσμα λεπτεπίλεπτης εργασίας μαστόρων, που έδιναν ιδιαίτερη προσοχή στη λεπτομέρεια, στον στολισμό κι εν γένει στην αισθητική ποιότητα του προϊόντος. Όπως και οι άμαξες με άλογα, έτσι κι αυτές με μηχανές ήταν προϊόντα πολυτελείας που αγκαλιάστηκαν με ενθουσιασμό από τις ανώτερες αστικές τάξεις και συνάντησαν την εχθρότητα των εργατών. Σε σημείο που το 1906 ο Αμερικανός πρόεδρος Woodrow Wilson έφτασε να δηλώσει:

Η χρήση του αυτοκινήτου είναι αυτή που, περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο, έχει καταφέρει να διαδώσει τις σοσιαλιστικές ιδέες.

Μέσω αυτού του φαντασιακού συμπλέγματος περί ατομικής κινητικότητας βρήκε την έκφρασή του (και σε ένα βαθμό την υπέρβασή του) ένας από τους βασικούς διχασμούς της αστικής τάξης. Από τη μία, τα κύματα αστυφιλίας κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, προϊόντα τα ίδια της τεχνολογικής – βιομηχανικής προόδου, έκαναν τις μητροπόλεις να μοιάζουν με χαοτικά μελίσσια συνεχούς κινητικότητας. Από την άλλη, τα επικρατούντα ακόμη βικτωριανά ήθη δεν επέτρεπαν το χάσιμο μέσα στην άναρχη αισθησιακότητα του αστεακού πλήθους. Μια ολόκληρη ιατρική ρητορική περί υστερίας και νευρασθένειας ήρθε για να ονοματίσει επιστημονικά το διάχυτο στις ανώτερες τάξεις αίσθημα αδιέξοδης νευρικής ανησυχίας. Η διέξοδος μέσω της επιστροφής σε μια προ-βιομηχανική κατάσταση, κόντρα στο ρεύμα της «προόδου», δεν ήταν βέβαια νοητή. Θα έπρεπε κι αυτή να είναι επιστημονική και τεχνολογική. Ανάμεσα στα διάφορα δονούμενα γκατζετάκια της εποχής που προσέφεραν μασάζ των νεύρων, τα ποδήλατα (των οποίων το «ερωτικό γαργαλητό» προτεινόταν ως αντίδοτο στον αυνανισμό…) κι ακόμα περισσότερο τα αυτοκίνητα έγιναν τα μέσα που επέτρεπαν στο σώμα να αποδράσει από την πόλη χωρίς να παραμένει απαθές. Το ενεργητικό ταξίδι στην εξοχή, που μεταφέρει το σώμα με ταχύτητα, διατηρώντας το ταυτόχρονα σε εγρήγορση, έγινε θέμα υγιεινής. Κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, μετά από μια πρώτη φάση διάδοσης, εγκαταλείφθηκαν. Όντας ήσυχα, άοσμα κι εύκολα στον χειρισμό, αν και με περιορισμένη σχετικά εμβέλεια, θεωρήθηκαν αρχικά κατάλληλα για γυναίκες κι εν τέλει η εμπειρία που προσέφεραν παραήταν παθητική. Αντιθέτως, τα βενζινοκίνητα είχαν λίγο μεγαλύτερη εμβέλεια και το βασικότερο, ήταν πιο ανθεκτικά σε διάφορα είδη δρόμων και πιο δύσκολα και ιδιότροπα στον χειρισμό. Αποτέλεσαν το μηχανικό θηρίο που ένας ταξιδιώτης – εξερευνητής έπρεπε να δαμάσει για να βρεθεί στη Φύση, της οποίας την ομορφιά άρχισε να ανακαλύπτει η αστική τάξη.

Από τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα κι έπειτα, παρότι το αυτοκίνητο παρέμεινε το ίδιο ως προς τα βασικά του χαρακτηριστικά, τα μοτίβα παραγωγής και κατανάλωσής του πέρασαν σε ένα δεύτερο στάδιο. Δεν θα επιμείνουμε πολύ εδώ. Θα αρκεστούμε σε κάποιες μάλλον γνωστές σημειώσεις που δείχνουν την επανανοηματοδότηση αυτού του «τεχνικού» αντικειμένου. Οι ταιηλορικές μέθοδοι παραγωγής στα εργοστάσια του Φορντ επέτρεψαν τη μαζική παραγωγή αυτοκινήτων. Εξίσου σημαντικό όμως είναι και το εξής. Μαζική παραγωγή προϋποθέτει και μαζική κατανάλωση. Η άλλη καινοτομία του Φορντ ήταν το αυξημένο ημερομίσθιο των πέντε δολαρίων, αυξάνοντας και την καταναλωτική δυνατότητα των εργατών. Πέρα από αυτή την οικονομική διάσταση όμως, το μαζικό αυτοκίνητο επιτέλεσε κι άλλες λειτουργίες, αφομοιώνοντας στοιχεία της προηγούμενης φάσης του, υπό διαφορετική μορφή όμως. Μεταρρυθμιστές και φιλάνθρωποι είδαν στο μαζικό αυτοκίνητο τη δυνατότητα αποφόρτισης κοινωνικών εντάσεων, μετατρέποντας τους εργάτες σε ιδιοκτήτες αντικειμένων υψηλής αξίας που, συν τοις άλλοις, θα τους επέτρεπαν μικρές αποδράσεις από την εργασιακή ρουτίνα της πόλης. Ταυτόχρονα, σε μια προσπάθεια απόδοσης ενός ελαχίστου ατομικότητας στα αυτοκίνητα (και συνεπώς στους ιδιοκτήτες του), τα μαζικά μοντέλα, που από τη φύση τους δεν επιτρέπουν μεγάλες διαφοροποιήσεις, άρχισαν να ξεχωρίζουν από μικρές διαφορές στο στυλ και στον εξοπλισμό, με αντίστοιχες διαφορές στην τιμή. Και για να διατηρηθεί το αίσθημα προόδου και ο κύκλος παραγωγής – κατανάλωσης, ακολουθήθηκε (συνειδητά) μια τακτική μικρών κι επιφανειακών προσθηκών κι αλλαγών κάθε λίγα χρόνια, κάνοντας κάθε νέο μοντέλο φαίνεται διαφορετικό από το προηγούμενο, ακόμα κι όταν στην ουσία δεν είχε αλλάξει.

Επίλογος

Γιατί οδηγούμε αυτοκίνητα; Γιατί οδηγούμε βενζινοκίνητα αυτοκίνητα; Γιατί οδηγούμε βενζινοκίνητα αυτοκίνητα καθιστοί; Μέσα από τα γραπτά και τις εκδηλώσεις του Game Over, έχουμε προσπαθήσει ξανά και ξανά να επισημάνουμε το εξής αυτονόητο για μας: ότι δεν υπάρχει καμμία αυτονόητη χρήση των τεχνικών μέσων που χρησιμοποιούμε. Μέσα από το παράδειγμα της μετακίνησης προσπαθήσαμε να αναδείξουμε πλευρές αυτού που θα ονομάζαμε διαλεκτική σχέση τεχνικών μέσων και κοινωνικών σχέσεων, ήτοι:
α) Δεν υπάρχει κοινωνικά «αδιαμεσολάβητη», δηλαδή αμιγώς τεχνική, χρήση της… τεχνικής. Η χρήση ακόμα και του απλούστερου των τεχνικών μέσων, του ίδιου του σώματος, που έρχεται ως «βιολογικό δεδομένο», ως κάτι που δεν αποτελεί αποτέλεσμα κατασκευής, δεν είναι καθόλου αυτονόητη και μονοσήμαντη. Όπως δεν υφίσταται ένας «φυσικός» τρόπος βαδίσματος, έτσι δεν υπάρχει και κανένας εν γένει «φυσικός» τρόπος μετακίνησης.
β) Γύρω από τις σωματικές-τεχνικές επιλογές συναρμόζεται ένα πλήθος άλλων κοινωνικών και πολιτικών πρακτικών καθώς και πολιτισμικών νοηματοδοτήσεων, η κατανόηση των οποίων είναι αδύνατη όταν αυτή επιχειρείται σε ένα απλά τεχνικό επίπεδο. Το τι θα κατανοηθεί κάθε φορά ως «πρόβλημα» που απαιτεί «λύση» διαφεύγει του καθαρά τεχνικού.
γ) Με τη σειρά του, ένα τέτοιο, δεδομένο σε κάθε ιστορική στιγμή, πλέγμα πρακτικών και νοηματοδοτήσεων, κουβαλάει εντός του τις προηγούμενες λύσεις και προβληματοποιήσεις, ακόμα κι όταν τις αρνείται.
δ) Η εγγραφή πάνω στο σώμα (και στα εργαλεία) ορισμένων πολιτισμικών επιταγών υπό τη μορφή τεχνικών λύσεων μπορεί να «κλειδώσει» ό,τι πριν συνιστούσε μια δυνατή κοινωνική επιλογή σε τεχνική πλέον απαίτηση.

Ένας τυπικός Αμερικάνος αφιερώνει περισσότερες από 1600 ώρες τον χρόνο στο αμάξι του. Κάθεται σε αυτό καθώς μετακινείται και καθώς περιμένει στο φανάρι. Ψάχνει να βρει πάρκινγκ. Ξοδεύει χρόνο για να κερδίζει τα χρήματα που θα δώσει στην προκαταβολή και στις μηνιαίες δόσεις. Εργάζεται για να μπορεί να πληρώνει την βενζίνη, τα διόδια, την ασφάλεια, τους φόρους και τις κλήσεις. Από τις 16 ώρες της μέρας που περνάει ξύπνιος, τις 4 τις ξοδεύει είτε στο δρόμο είτε στο να μαζέψει τους πόρους που του χρειάζονται για να βγει στον δρόμο. Κι αυτός ο χρόνος δεν συμπεριλαμβάνει τον χρόνο που ξοδεύεται σε άλλες δραστηριότητες που καθορίζονται από την μετακίνηση: ο χρόνος στα νοσοκομεία, ο χρόνος στα δικαστήρια και στα συνεργεία, ο χρόνος για την παρακολούθηση διαφημίσεων για αυτοκίνητα ή εκπαιδευτικών σεμιναρίων. Ένας τυπικός Αμερικάνος ξοδεύει 1600 ώρες ανά έτος για να καλύψει 7500 μίλια: λιγότερο από 5 μίλια ανά ώρα.

Αυτά έγραφε το 1974 ο Ivan Illich και δεν έχουμε λόγους να αμφιβάλλουμε ότι κάτι έχει αλλάξει δραματικά εν τω μεταξύ (εξάλλου ο τυπικός Αμερικάνος προτιμάει πλέον τα SUV). Ο υπολογισμός αυτός μπορεί να φαίνεται σοφιστεία, όμως η δύναμή του αποκαλύπτεται όταν κάνει κανείς την απλοϊκή ερώτηση: και τότε γιατί δεν παρατάμε τα αυτοκίνητα να πηγαίνουμε με τα πόδια; Γιατί τα αυτοκίνητα δεν είναι απλώς τεχνικά μέσα που απλώς μπορούν να αντικατασταθούν με κάτι άλλο. Γύρω από αυτά πλέκεται ένα κουβάρι πρακτικών που του δίνουν το τελικό του νόημα. Αν ο χρόνος που ξοδεύεται στην εργασία για τα χρήματα της τιμής του αυτοκινήτου μπορούσε να διεκδικηθεί ως ελεύθερος χρόνος, αν ο χρόνος για την κατασκευή των δρόμων απελευθερωνόταν, αν οι πόροι που ξοδεύονται στην στρατιωτική διασφάλιση του μαύρου χρυσού έβρισκαν άλλη χρήση… Αν, αν, αν… τότε θα μπορούσαμε να μιλάμε για έναν άλλο τρόπο μετακίνησης. Μέχρι τότε, θα περιμένουμε τους έξυπνους δρόμους με φυτεμένους αισθητήρες και τα έξυπνα αυτοκίνητα που δεν χρειάζονται οδηγό.

]]>
Εισήγηση: Το έμφυλο σώμα στον καθρέφτη των νέων τεχνολογιών https://gameover.zp/2016/04/17/%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%ae%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%bf-%ce%ad%ce%bc%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bf-%cf%83%cf%8e%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%ce%b8%cf%81%ce%ad%cf%86%cf%84%ce%b7/ Sat, 16 Apr 2016 21:17:43 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1726

Θυμήσου, σώμα…
Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεβάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στη φωνή — και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κοίταζαν•
πώς έτρεμαν μες στη φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.

Κ.Π. Καβάφης

Intro

Κάποιος είπε κάποτε πως όλες οι ιστορίες της ανθρωπότητας μπορούν να γραφτούν σαν μία με ένα και μοναδικό θέμα: το ανθρώπινο σώμα. Το τρωτό σώμα με τις ανάγκες, τις δυνάμεις, τις πληγές του, την εκάστοτε ταυτότητα και τα στίγματα αυτής. Από την αρχαία γλυπτική μέχρι τις σύγχρονες βιοτεχνολογίες, το σώμα ως οργανικό σύνολο και ιδωμένο μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία κουβαλά συγκεκριμένες οριοθετήσεις και απαγορεύσεις, την ταξική, έμφυλη, φυλετική κατηγοριοποίηση που του έχει επιβληθεί αιώνες τώρα.

Μέσα σε έναν τέτοιο αχανή ωκεανό θεωριών περί φύλου, σώματος και σεξουαλικότητας, παρακολουθώντας το νέο κύμα αφήγησης σχετικά με το σώμα και τη φεμινιστική θεωρία στον post modern καπιταλιστικό κόσμο, μας κέντρισαν το ενδιαφέρον οι θέσεις πολλών φεμινιστικών κινημάτων του τρίτου κύματος[ref]Το τρίτο κύμα φεμινισμού είναι το σύνολο των θεωριών και πρακτικών γύρω από το φεμινισμό και γενικότερα το ζήτημα του φύλου, το οποίο αναπτύχθηκε από τις αρχές του 1990 και μετά. Συνέχισε να πραγματεύεται πολλά από τα ζητήματα του δεύτερου κύματος, όπως η ισότητα γυναικών και αντρών στην εργασία, το ζήτημα της πορνογραφίας, της σεξουαλικής εργασίας και της σεξουαλικής κακοποίησης και το ζήτημα της αναπαραγωγής (αντισύλληψη, εκτρώσεις), αλλά αυτό που το διαφοροποίησε από το δεύτερο κύμα είναι η εξάπλωση των νέων θεωριών για το φύλο, με κεντρική την queer θεωρία και η ενσωμάτωση των αλλαγών που έφερε και φέρνει η έκρηξη της τεχνολογίας και οι νέες μηχανές.[/ref] όσον αφορά στο φύλο και τη σχέση του με τον κόσμο της τεχνολογίας και των νέων μηχανών. Διαβάζοντας για τις πρωτεργάτριες αυτού του κύματος, έπεσε στα χέρια μας το “Μανιφέστο των cyborg”, της Donna Harraway, γραμμένο το 1983, με αφορμή το οποίο κάναμε μια μικρή εκδήλωση-συζήτηση, τον περασμένο Απρίλη, σχετικά με τον κυβερνοφεμινισμό, τον τεχνοφεμινισμό και τη σημασία τους στο σήμερα. Η εκδήλωση αυτή κινούνταν γύρω από τις απόψεις της Haraway για την απελευθερωτική φύση της τεχνολογίας, μια ρητορική για το σώμα και το γυναικείο ζήτημα επικεντρωμένη στη φθαρτότητα του σώματος απέναντι στην τελειότητα της μηχανής, αλλά και στη ελπίδα ότι η διάχυση της τεχνολογίας και η ένωση του ανθρώπου με τη μηχανή, θα φέρει μεταξύ άλλων το ξεπέρασμα του φύλου. Στο πέρας της ανάλυσης, σταθήκαμε σε τρία σημεία. Αρχικά, στο γεγονός ότι τα αιώνες ενοχοποιημένα από τη θρησκεία και την πατριαρχία σώματα συνεχίζουν να υποτιμούνται με την άνοδο της μηχανής και παράλληλα ο σεξισμός παραμένει διάχυτος και ανά περιόδους κρίσης εντείνεται. Το δεύτερο σημείο είχε να κάνει με την εξιδανίκευση, το φετιχισμό που κουβαλάει η οπτική απέναντι στα (κάθε φορά) νέα τεχνολογικά εργαλεία και η προσμονή ότι θα ξεπεράσουν ή θα επιλύσουν προβλήματα τα οποία είναι κατά κύριο λόγο σχεσιακής φύσης. Και το τρίτο σημείο ήταν μία κριτική στη γενικότερη μεταμοντέρνα τάση αποδόμησης του παρελθόντος, μιας άρνησης της ιστορίας και της ταξικής μας μνήμης η οποία καταλήγει εντέλει στην μυωπική αντιμετώπισή της.

Στην κουβέντα που ακολούθησε ήταν διάχυτη η απόσταση και η αδυναμία αφομοίωσης ή και κατανόησης των θέσεων της Haraway και φάνηκε η έντονη αντίθεση με την πραγματικότητα. Στο νέο τεχνολογικό παράδειγμα είναι αναμφίβολο πως η όλο και πιο διαδεδομένη χρήση της μηχανής διευκόλυνε τις γυναίκες από αρκετές απόψεις και ο κυβερνοχώρος άνοιξε ένα ολοκαίνουργιο πεδίο επικοινωνίας, αρνήσεων και διεκδικήσεων. Η νέα αυτή τάση έκανε τον κόσμο της τεχνολογίας να μοιάζει με ένα θεοποιημένο, εξιδανικευμένο βασίλειο. Ένα βασίλειο που βρίσκεται τόσο κοντά (από άποψη ευκολίας και προσβασιμότητας στις δυτικές κοινωνίες) και ταυτόχρονα τόσο μακριά από τον υλικό κόσμο.

Απ’ όλες τις βιωματικές αλήθειες που ακούσαμε και διαβάσαμε, από παλαιότερες ριζοσπαστικές αφηγήσεις για το σώμα, από μια φευγαλέα ματιά στον μη εικονικό κόσμο, το μοναδικό in concreto σημείο που καταλήξαμε, και που σχολιάστηκε στην κουβέντα της μικρής εκδήλωσης από μία συντρόφισσα, ήταν ότι τα σώματά μας, τότε-σήμερα-αύριο, αποτελούν κόκκινη γραμμή και καλούμαστε να τα υπερασπιστούμε αδιάκοπα με τον πιο υλικό τρόπο ενάντια στη βαρβαρότητα του καπιταλιστικού κόσμου και της καθημερινής και πολυπρόσωπης υποτίμησης που βιώνουμε. Αυτή η σκέψη μας οδήγησε σε αυτήν την εκδήλωση, προσπαθώντας να συλλάβουμε τις σύγχρονες μορφές υποτίμησης των σωμάτων μας και να βρούμε αν και που τελικά υπάρχουν σημεία τομής της πραγματικότητας και της θεωρίας. Ένα κομμάτι της εισήγησης μπορεί να φανεί σε κάποιους ότι λέει τα προφανή, πράγματα πολύ βασικά, που ήδη τους είναι γνωστά, ίσως και ξεπερασμένα. Απ’ ότι έχουμε καταλάβει όμως, μέσα από την έλλειψη συζητήσεων γύρω από το θέμα, όταν τα αυτονόητα δε συζητιούνται για καιρό, εντέλει παύουν να είναι αυτονόητα.

Το έμφυλο σώμα

Η θεωρία γύρω από το έμφυλο σώμα εισάγεται στη μετανεωτερική εποχή*, κατά κύριο λόγο από το φεμινιστικό κίνημα. Ήδη από την εποχή της Simone de Beauvoir, με το βιβλίο της «Το δεύτερο Φύλο» (1949)[ref]Το βιβλίο της Simone de Beauvoir “The second sex” (Το δεύτερο φύλο, 1949), γράφτηκε στα όρια ακόμα του πρώτου κύματος φεμινισμού, βάζοντας ένα πρώιμο για την εποχή του θέμα. Ενώ το πρώτο κύμα φεμινισμού, το λεγόμενο “χειραφετητικό”, εστίαζε περισσότερο στο δικαίωμα ψήφου και γενικότερα στα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών, το βιβλίο αυτό θίγει το ζήτημα του κοινωνικού και του βιολογικού φύλου, το αν δηλαδή οι διαφορετικές συμπεριφορές και η θέση των δύο φύλων μέσα στην κοινωνική ιεραρχία είναι κάτι παγιωμένο από τη γέννησή μας ή, όπως υποστηρίζει είναι κάτι το οποίο μαθαίνεται και κατασκευάζεται μέσα στην κάθε κουλτούρα. Η δύναμη αυτής της άποψης εκτιμήθηκε και ωρίμασε αρκετά αργότερα, στο δεύτερο κύμα φεμινισμού, το λεγόμενο “απελευθερωτικό” κίνημα, ενισχύοντας την αμφισβήτηση της ύπαρξης δύο φύλων, όσον αφορά στη συμπεριφορά, το συναισθηματικό προφίλ και τη σεξουαλική προτίμηση.[/ref] και το γνωστό σύνθημα, «γυναίκα δε γεννιέσαι αλλά γίνεσαι», δημιουργούνται τα πρώτα ρήγματα αμφισβήτησης της κυρίαρχης αντίληψης για το σώμα, μιας ιδεολογίας που κατά κύριο λόγο αφορά το λευκό αντρικό σώμα, ορίζοντας σαφώς το φυσιολογικό και υποβαθμίζοντας ή αποκλείοντας ό,τι βρίσκεται έξω από αυτό. Μέχρι τότε, κυρίως μέσω της βιολογίας του 19ου αιώνα, το κανονικό ήταν ταυτισμένο με αυτό που η επιστήμη θεωρούσε «φυσικό» με βάση τις μετρήσεις, και η σωματική διαφορετικότητα ήταν συνδεδεμένη με την κοινωνική παρέκκλιση. Οι φεμινιστικές θεωρίες στον 20ο αιώνα, ιδίως από το δεύτερο κύμα και ύστερα, μετατοπίζουν τη συζήτηση και, μεταξύ άλλων, κάνουν σαφές ότι η κανονικότητα ή η παρέκκλιση είναι έννοιες που κατασκευάζονται γύρω από πολλούς άξονες, όπως είναι η φυλή, το φύλο, η τάξη ή η σωματική μειονεξία, και δεν είναι σε καμία περίπτωση βιολογικά καθορισμένες. Το σώμα συσχετίζεται και διαμορφώνεται από τα εκάστοτε πολιτισμικά και πολιτικά δεδομένα εξουσίας.

Παράλληλα, αυτό που ονομάζουμε βιολογικό φύλο, τα ανατομικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με το αναπαραγωγικό και ορμονικό σύστημα του κάθε σώματος, διαχωρίζεται από το κοινωνικό φύλο και σταδιακά από τη σεξουαλικότητα. Το κοινωνικό φύλο, το σύνολο των συμπεριφορών που μαθαίνουμε να αντιστοιχούμε στο κάθε σώμα, ξεφορτώνεται το βάρος του βιολογικού σώματος και γίνεται εύπλαστο στα χέρια των υποκειμένων. Η ταυτότητα άντρας ή γυναίκα, δεν έρχεται αυτονόητα μαζί με ένα σύνολο επιβαλλόμενων χαρακτηριστικών που καθορίζουν τη συμπεριφορά και τις καθημερινές πρακτικές τους. Αυτή η μετατόπιση απελευθερώνει τεράστιες δυνατότητες χειραφέτησης, αυτοπροσδιορισμού και διεκδικήσεων στα καταπιεσμένα σώματα και ταυτόχρονα σκιαγραφεί με πολλούς ενδιάμεσους τόνους τις διαφορετικές αποχρώσεις της καταπίεσης, ανάλογα με τη θέση του υποκειμένου στο πλέγμα και την ιεραρχία των κοινωνικών σχέσεων. Εν τέλει, το κοινωνικό φύλο αποκτά τόσες διαφορετικές εκφάνσεις, ώστε η κατηγορία άντρας ή γυναίκα να αποδομείται και να τείνει να εξαφανιστεί στη σύγχρονη φεμινιστική και queer θεωρία[ref]Η queer θεωρία γεννήθηκε μέσα στο τρίτο κύμα φεμινισμού, στις αρχές του 90, από τα πεδία των γυναικείων σπουδών, πατώντας δηλαδή πάνω στη θεσμοθετημένη νίκη των γυναικών του προηγούμενου κύματος για συμμετοχή στην εργασία και την εκπαίδευση. Ήρθε να συμπεριλάβει ένα ευρύ φάσμα αντιφατικών ταυτοτήτων και πρακτικών σχετικά με το βιολογικό φύλο, το κοινωνικό φύλο και τη σεξουαλική προτίμηση. Στην queer θεωρία, αυτοί οι τρεις πόλοι συνθέτουν ένα δίκτυο με άπειρους ενδιάμεσους συνδυασμούς, καταργώντας στην ουσία την έννοια του ίδιου του φύλου και αγκαλιάζοντας την περιθωριακή ταυτότητα του “παράξενου” και του “αλλόκοτου”, η οποία δεν χωρούσε εύκολα φεμινιστικές κατηγοριοποιήσεις του παρελθόντος.[/ref].

Σύμφωνα με τη Judith Butler, μια από τις κύριες εκπροσώπους του τρίτου κύματος φεμινισμού και της σύγχρονης queer θεωρίας, η φαινομενική συνεκτικότητα των συμπεριφορών που συνιστούν το κοινωνικό φύλο, η οποία δημιουργεί την εντύπωση ότι όντως υπάρχει ένας βιολογικά καθορισμένος πυρήνας που σηματοδοτεί τα φύλα, δεν είναι τίποτε άλλο από μια σειρά διαρκών επιτελέσεων, μια γενεαλογία μιμήσεων του να είσαι άντρας ή του να είσαι γυναίκα στην οποία εκπαιδευόμαστε από το κοινωνικό περιβάλλον. Αυτή η μιμητική διαδικασία του κοινωνικού φύλου, με τις πρακτικές που τη συνοδεύουν, πέρα από το ότι διαμορφώνει πολύ σαφώς τα συμπεριφορικά όρια των φύλων, κάνει και κάτι άλλο: διαμορφώνει εκ νέου τα βιολογικά/ανατομικά χαρακτηριστικά, το ίδιο το βιολογικό σώμα. Το σώμα στη σύγχρονη φεμινιστική θεωρία, παύει να είναι ένας στιβαρός, υλικός τόπος αλλά μετατρέπεται σε ένα ρευστό τόπο ενδεχομενικότητας. Ένα υλικό το οποίο μπορεί να επαναπροσδιοριστεί από τον καθένα για τον εαυτό του, χωρίς να περιορίζεται από τα ήδη υπάρχοντα ανατομικά ή κοινωνικά διαμορφωμένα χαρακτηριστικά. Η υλική υπόσταση του σώματος μοιάζει να εξαϋλώνεται και να χάνεται μέσα στις πολλαπλές αναπαραστάσεις της[ref]Παρ’ όλ’ αυτά, μια τέτοια ανάγνωση για το σώμα, όπως η θεωρία περί επιτελεστικότητας, δεν είχε σαν στόχο να αποδομήσει το σώμα, αλλά περισσότερο να δομήσει μια γραμμή κριτικής απέναντι στην ετεροσεξουαλικότητα πάνω στην οποία είχε χτιστεί ο φεμινισμός μέχρι τότε. Συγκεκριμένα, σε συνέντευξή της, η Butler αναφέρει το εξής σχετικά με το πρώτο και δημοφιλέστατο βιβλίο της με τίτλο “Αναταραχή Φύλου”, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε και η queer θεωρία:

Μία από τις ερμηνείες που έγιναν για το Gender Trouble ήταν η εξής: δεν υπάρχει βιολογικό φύλο (sex), υπάρχει μόνο κοινωνικό φύλο (gender) κι αυτό το τελευταίο είναι επιτελεστικό. Ο κόσμος μετά συνεχίζει και σκέφτεται ότι αν το φύλο είναι επιτελεστικό, θα πρέπει να είναι ελεύθερο με ριζοσπαστικό τρόπο. Και έχει φανεί σε πολλούς ότι η υλικότητα του σώματος έχει γίνει αντικείμενο άγνοιας ή άρνησης ή εγκατάλειψης – ακόμη και αποκήρυξης. (Υπάρχει και μια συμπτωματολογική ανάγνωση αυτού ως σωματοφοβία. Είναι ενδιαφέρον να παθολογικοποιείς το κείμενο κάποιου.) Οπότε, αυτό που μου φάνηκε σημαντικό κατά τη συγγραφή του Bodies that Matter ήταν να επανέλθω στην κατηγορία του βιολογικού φύλου και στο πρόβλημα της υλικότητας και να ρωτήσω πως γίνεται το φύλο το ίδιο να μπορεί να ερμηνευτεί ως νόρμα.

[/ref].

Σύντομη αλλά αναγκαία ματιά προς τα πίσω

Εδώ θα κάνουμε μία παρένθεση.

Οι σύγχρονες φεμινιστικές θεωρίες και ο κοινωνικός κονστρουκτιβισμός[ref]Ο κοινωνικός κονστρουκτιβισμός πρόκειται για ένα σύνολο θεωριών που αναπτύχθηκαν κυρίως τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα και στάθηκαν κριτικά απέναντι στον μέχρι τότε αδιαμφισβήτητο χαρακτήρα των εμπειρικών δεδομένων, τοποθετώντας τα στο κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό τους πλαίσιο. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι της τάσης είναι η Mary Douglas, Michel Foucault, ο Erving Goffman.[/ref] είναι κομμάτι της μεταμοντέρνας τάσης που προσπάθησε να αποδομήσει αυτό που ονομάστηκε καρτεσιανή θεώρηση για το σώμα. Και αυτή η αντίθεση, όπως όλες, έχει τη δική της ιστορία. Από την εποχή που η θρησκεία έδωσε τα ηνία της ενασχόλησης με το ανθρώπινο σώμα στην επιστήμη, από τότε που ο Καρτέσιος έθεσε τις βάσεις για τη μηχανιστική αντίληψη του σώματος και το διαχωρισμό του από το πνεύμα, από τότε που το σώμα «εκπολιτίστηκε» και οι λειτουργίες του ελέγχθηκαν και κατηγοριοποιήθηκαν, έχει κυλήσει πολύ νερό στ’ αυλάκι της εσωτερίκευσης των από τα πάνω ιδεολογιών για το «πώς είμαστε φτιαγμένοι».

Ας μην πάμε πολύ πίσω. Την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, η βιολογία του 19ου αιώνα, συνεχίζοντας την παράδοση της καρτεσιανής σκέψης, εδραιώνει την πλήρη βιολογικοποίηση του σώματος, τη λεγόμενη νατουραλιστική προσέγγιση. Οι κοινωνικές ανισότητες και η πρόσβαση στον πλούτο τα νομικά δικαιώματα και την πολιτική θεωρούνται δεδομένα και παγιωμένα, με βάση τα βιολογικά χαρακτηριστικά των σωμάτων και δε θεωρούνται σε καμία περίπτωση αποτέλεσμα της κοινωνικής θέσης του καθενός. Είναι η εποχή που το σώμα υπάγεται σε διαρκείς μετρήσεις με σκοπό να οριστεί επιστημονικά το φυσιολογικό, ή το παρεκκλίνον, και άρα η σαφής θέση του κάθε υποκειμένου στην ιεραρχία της βιομηχανικής κοινωνίας. Η ιατρική βάζει γερές «αντικειμενικές» βάσεις για να χτιστεί εκ νέου η ανισότητα και η κοινωνική ιεραρχία, αυτή τη φορά με πρόφαση τον επιστημονικό και όχι τον θρησκευτικό λόγο. Από τα γνωστά διαμάντια ιατρικής μεθοδολογίας και απόδειξης είναι τα παραδείγματα κρανιομετρήσεων σε άντρες και γυναίκες, ή σε λευκούς και μαύρους άντρες, με σκοπό να υποστηριχθεί η μειονεξία των δεύτερων με βάση το μέγεθος ή το σχήμα του κρανίου και άρα του εγκεφάλου. Τα γυναικεία κρανία και οι εγκέφαλοί τους βρίσκονται μικρότερα και αυτό συνδέεται με την παθητικότητα και την έλλειψη ενεργητικών εμπειριών. Οι γυναίκες, ιατρικά αποδεδειγμένα, αποτελούν μορφές κατώτερης εξέλιξης σε σχέση με τον πολιτισμένο λευκό άντρα. Αλλά οι αποδείξεις δεν σταματούν εκεί. Η εμμηνόρροια θεωρείται αντιπαραγωγική, οι γυναίκες απειλητικές όσο αυτή διαρκεί, αφού είναι ανίκανες να παίξουν τον καθορισμένο τους ρόλο στην αναπαραγωγή. Η εκπαίδευση και η πνευματική εργασία θεωρούνται υπεύθυνες για τη μείωση της αναπαραγωγικής ικανότητάς τους και για πάσης φύσεως γυναικολογικά προβλήματα, γι’ αυτό και πρέπει να γίνονται με φειδώ ή καθόλου. Με λίγα λόγια, οι άντρες θα εργάζονται και θα συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή, και οι γυναίκες θα είναι μητέρες και νοικοκυρές, επειδή γι’ αυτό είναι φτιαγμένες.

Η μέτρηση και η σύγκριση των ανατομικών χαρακτηριστικών σύμφωνα με τα μηχανιστικά πρότυπα της βιομηχανικής εποχής ενέτεινε την ολοένα αυξανόμενη κατάτμησή τους σε επιμέρους εξαρτήματα, την κατηγοριοποίηση και την αντικειμενοποίηση. Το σώμα έγινε κλειστό και αυστηρά ελεγχόμενο, και αυτό αφορούσε όλα τα μέρη τα οποία είχε γίνει δυνατόν να ταξινομηθούν. Η ολότητά του είχε διασπαστεί ολοκληρωτικά, ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να χωρέσει στις μεγάλες κατηγορίες της κανονικότητας που με πολύ επιμονή είχε κατασκευάσει η δυτική επιστήμη, με μπροστάρη την ιατρική. Η νατουραλιστική αυτή προσέγγιση για το σώμα, ενισχύθηκε, κυρίως με τη θεωρία του Δαρβίνου για τη φυσική επιλογή, στα μέσα του 19ου αιώνα και με τις θεωρίες των κοινωνιολόγων και των βιολόγων για τα γονίδια. Η ευγονική αλλά και οι σύγχρονες θεωρίες και εφαρμογές της γενετικής έχουν τη βάση τους σε αυτή τη θεώρηση και στην καρτεσιανή καταγωγή της.

Σε αυτό το πρότυπο για τον άνθρωπο ήρθαν να αντιπαραταχθούν οι μεταμοντέρνες θεωρίες, με βασικό το ρεύμα του κοινωνικού κονστρουκτιβισμού, το οποίο, όπως και οι φεμινιστικές θεωρίες, έβαλε το σώμα μέσα στο κοινωνικό του πλαίσιο. Το κοινωνικό σώμα όπως και το κοινωνικό φύλο έγιναν πεδία υπό διαμόρφωση μέσα στα πλαίσια της επικρατούσας κουλτούρα και των θεσμών της. Κομβικό ρόλο σε αυτήν την οπτική, κυρίως προς το τέλος του 20 αιώνα έπαιξε η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών σε σχέση με την ιατρική και τη βιολογία, οι οποίες προσέφεραν ξαφνικά μεγάλες δυνατότητες τροποποίησης των ανατομικών χαρακτηριστικών. Κι έτσι, το καρτεσιανό σώμα έγινε ακόμα μια φορά επίκαιρο, ως μια μηχανή που μπορεί και οφείλει να τροποποιείται και να αναβαθμίζεται, με βάση την επιθυμία. Ένα ατελές απόκτημα, ένα σχέδιο εργασίας.

Μετατροπές και μετατοπίσεις

Επιστρέφοντας σε όσα είπαμε για τις σύγχρονες φεμινιστικές θεωρίες, θα παρατηρήσουμε εδώ μια αντίφαση. Είπαμε ότι η σχετικοποίηση και αποδόμηση του φύλου έρχεται να αποσταθεροποιήσει συνειδητά το καρτεσιανό μοντέλο, κυρίως με τα κινήματα του 70, βάζοντας το ζήτημα του κοινωνικού σώματος και του κοινωνικού φύλου, λέγοντας ότι είναι έμφυλα, ταξικά και φυλετικά προσδιορισμένα, όχι γονιδιακά και βιολογικά προκαθορισμένα. Αυτή η άποψη, την περίοδο που εκφράστηκε εμπεριείχε μια ολόκληρη πολεμική ενάντια στο επιστημονικό κατεστημένο του 19ου αιώνα που όπως είπαμε στήριζε τη βιολογικοποίηση του σώματος και του φύλου, μαζί με τις κοινωνικές συμπεριφορές που τα συνόδευαν. Εμπεριείχε επίσης μια αντίθεση στη βία και τον έλεγχο που επιβαλλόταν στις γυναίκες με την ολοένα αυξανόμενη ιατρικοποίηση και τις τεχνολογίες αναπαραγωγής αλλά και μια γενικευμένη αντίθεση στην έννοια της κανονικότητας και της παρέκκλισης.

Με το πέρασμα στην ώριμη εποχή της κατανάλωσης, από το 80 και μετά -σχεδόν μέχρι σήμερα, οι δυναμικές που είχαν ανοιχθεί με αυτή τη μετατόπιση της οπτικής, αγκαλιάστηκαν και αποικήθηκαν από το εμπόρευμα. Και το ίδιο το σώμα που όντας ρευστό και διαμορφώσιμο άνοιγε αυτές τις δυναμικές, μοιάζει να βρέθηκε δέσμιό τους. Δέσμιο της διαρκούς αλλαγής, δέσμιο της ίδιας του της επιθυμίας για αυτοπροσδιορισμό. Η τεχνολογία εμφανίζεται να προσφέρει όλες αυτές τις γοητευτικές επιλογές τροποποίησης, τις προσωπικές επιλογές παρέμβασης στο κοινωνικό και στο βιολογικό σώμα. Μας φαίνεται εξαιρετικά φυσιολογική αυτή η διαρκής ρευστότητα, αυτή η επιβολή της βούλησής μας (ας κρατήσουμε και μια επιφύλαξη για το «μας»), όμως αυτό δε θα ήταν δυνατό αν δεν είχε ωριμάσει μέσα μας η θεώρηση ότι όντως το σώμα είναι διαχωρισμένο από το πνεύμα, ότι όντως το σώμα είναι μια μηχανή στην οποία μπορούμε να επεμβαίνουμε μέσω της επιστήμης. Το cyborg της Donna Harraway μοιάζει με τον καρτεσιανό άνθρωπο-μηχανή φωτισμένο με τη γοητεία της σύγχρονης τεχνολογίας. Το σύγχρονο σώμα σαν σχέδιο εργασίας, είναι ένα σώμα που παραμένει κομματιασμένο χωρίς να ανασυντίθεται σε μια στιβαρή κανονικότητα, αφού η σύγχρονη κανονικότητα μοιάζει να είναι η ίδια η ρευστότητα. Και τα δίπολα του παρελθόντος, που γίνεται προσπάθεια να ξεπεραστούν επανέρχονται στο προσκήνιο, μέσα από τον Δούρειο Ίππο της δυτικής επιστήμης και της γοητευτικής τεχνολογίας που αυτή παράγει.

Για μια ακόμα φορά ο άνθρωπος κατασκευάζει και ύστερα μετράει τον εαυτό του με τα καινούργια του εργαλεία. Με μια ουσιαστική διαφορά. Η σύγχρονη τεχνολογία, τα σύγχρονα εργαλεία, έχουν αποικίσει τόσο μεγάλα κομμάτια της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, που μοιάζουν να βρίσκονται παντού και πουθενά. Μοιάζουν αόρατα και ταυτόχρονα καθρεφτίζουν διαρκώς τον εαυτό μας και το περιβάλλον μας, σαν να προϋπήρχαν, σαν μια νέα εκδοχή του τι θεωρείται φυσικό. Αυτό που ορίζει σχεδόν τα πάντα, αυτό που βρίσκεται στη ζωή μας και στις πιο απλές ή πιο προσωπικές πρακτικές, μοιάζει εν τέλει αυτονόητο.

Βέβαια, η τεχνολογία και η επιστήμη που τη γεννάει, είναι συστήματα καθόλου αόριστα, καθόλου «φανταστικά». Υπακούν σε κανόνες, πολύ υλικούς και αρκετά προσδιορισμένους. Οι εφαρμογές τους μπορεί να διέπονται από έναν επιφανειακό πλουραλισμό, αναγκαίο χαρακτηριστικό για να εξαπλωθούν σε μια θεαματική κοινωνία, όμως οι ανθρώπινες κατασκευές όπως ξέρουμε έχουν βασικές αρχές, έχουν σχεδιαγράμματα συναρμολόγησης και οδηγίες χρήσης. Το νέο τεχνολογικό παράδειγμα είναι αυτό που διαμορφώνει την καινούρια κανονικότητα, στην οποία προσαρμόζονται τα σώματά μας, και αυτή είναι μια πραγματικότητα που έχει γερούς δεσμούς με το παρελθόν της κυριαρχίας, που πολλές φορές νομίζουμε εύκολα ότι έχουμε ξεπεράσει.

Πιο κάτω θα προσπαθήσουμε να αναγνωρίσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της κανονικότητας, τα οποία στοιχειοθετούν τις σύγχρονες από-τα-πάνω ιδεολογίες για το σώμα και οριοθετούν το πεδίο της σύγχρονης μορφής καταπίεσης.

Ο καθρέφτης

Πριν πούμε οτιδήποτε σχετικά με την κανονικότητα που προσπαθούμε να περιγράψουμε, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι βασικό. Σε μια κοινωνία με διάχυτο το σεξισμό αλλά και μέσα από μία επιστήμη παραδοσιακά στην υπηρεσία της κυριαρχίας, η τεχνολογία η οποία παράγεται δεν μπορεί και δεν έχει ουδέτερο πρόσημο. Θεωρούμε λοιπόν ότι είναι, μεταξύ άλλων, έμφυλα προσδιορισμένη και τα χαρακτηριστικά της είναι σαφώς πιο επιθετικά απέναντι στα μη λευκά, μη αντρικά σώματα. Αρκεί κανείς να κοιτάξει για ακόμα μια φορά τον ιατρικό λόγο που παράγεται σχετικά με τα γυναικεία σώματα, καθώς και τις πρακτικές που τον συνοδεύουν για να καταλάβει ξεκάθαρα την αντρική ματιά που βρίσκεται βαθιά φυτεμένη στον πυρήνα της δυτικής επιστήμης[ref]Ο τεχνοφεμινισμός, με κύρια εκφραστή του την κοινωνιολόγο Judy Wajcman, έχει ασκήσει κριτική στον έμφυλο χαρακτήρα της τεχνολογίας λόγω της πατριαρχικής γενεαλογίας της επιστήμης αλλά και λόγω της μειωμένης πρόσβασης των γυναικών στην παραγωγή και την κατανάλωσή της. Παρότι διαφωνούμε σε αρκετά σημεία με τα προτάγματα του τεχνοφεμινισμού, παραθέτουμε το απόσπασμα από το άρθρο της Wajcman με τίτλο “Από τις γυναίκες και την τεχνολογία στην έμφυλη τεχνοεπιστήμη” όπου αναφέρει:

Οι τεχνολογίες έχουν μια αντρική εικόνα, όχι μόνο επειδή κυριαρχούνται από άντρες αλλά επειδή έχουν ενσωματώσει σύμβολα, μεταφορές και αξίες με αρσενικά συνδηλούμενα. Η απροθυμία των γυναικών να μπουν σε αυτόν τον κόσμο έχει να κάνει με τον έμφυλα και στερεοτυπικά προσδιορισμένο ορισμό της τεχνολογίας ως μια δραστηριότητα κατάλληλη για άντρες. Όπως και με την επιστήμη, η ίδια η γλώσσα της τεχνολογίας, ο συμβολισμός της, είναι αρρενωπός. Δεν είναι απλά ζήτημα απόκτησης δεξιοτήτων, γιατί αυτές οι δεξιότητες είναι ενσωματωμένες σε μια αρσενική κουλτούρα η οποία συνορεύει σε μεγάλο εύρος με την κουλτούρα της τεχνολογίας.

[/ref].

_Παραγωγικότητα, ταχύτητα, αναβάθμιση

Από τα πολύ βασικά στοιχεία των νέων τεχνολογιών είναι η έκρηξη της παραγωγικότητας και ο ρυθμός της έντασης τα οποία ακολούθησαν την είσοδό τους τόσο στην εργασία όσο και στην καθημερινότητα. Οι μηχανές μπορούν να βρίσκονται σε μια ατέρμονη λειτουργία, παρουσιάζοντας έναν υψηλό βαθμό πολυπλοκότητας. Από τις βαριές μηχανές με τις λαμαρίνες, τους ατμούς και τα γρανάζια, έχουμε περάσει στις κλειστές αλλά εν μέρει ακόμα προσβάσιμες σε μετατροπές και έχουμε φτάσει στις σύνθετες μηχανές που το εσωτερικό τους και ο τρόπος λειτουργίας τους παραμένει άγνωστος, απρόσιτος στο μέσο χρήστη και φιλικός μόνο σε εξειδικευμένο προσωπικό. Η δυνατότητα διαρκούς αναβάθμισης του κάθε επιμέρους κομματιού τους, του hardware αλλά και του software που το συνοδεύει, είναι μια αυτονόητη διαδικασία. Δεν χρειάζεται να ανακατασκευάσεις ολόκληρη τη μηχανή αλλά το οποιοδήποτε ξεχωριστό κομμάτι της που μπορεί να παρουσιάσει πρόβλημα.

Παρατηρούμε εύκολα πως τα σώματα ακολουθούν αυτά τα πρότυπα. Από τα ΄80s και μετά, με την ταχύτατη ανάπτυξη της ιατρικής επιστήμης, της βιολογίας και των τεχνολογιών γύρω απ’ αυτές, το σώμα συνεχίζει να χάνει οποιοδήποτε στοιχείο της ολότητάς του. Γίνεται αντιληπτό σαν μια σύγχρονη μηχανή, κομματιάζεται σε μέρη, τα οποία οι νέες τεχνολογίες χωριστά μπορούν να ελέγξουν, να εξετάσουν και να αναπλάσουν ή να επισκευάσουν. Ακόμα και στο λεξιλόγιό μας, στο πώς μιλάμε για τον εαυτό μας, έχουν κυριαρχήσει εκφράσεις οι οποίες θυμίζουν τις μηχανές που χρησιμοποιούμε. Δε δίνει εντολή ο εγκέφαλός μου, έκανα restart, χρειάζεσαι update, γέμισε ο σκληρός μου και άλλα πολλά, φανερώνουν το πόσο είναι συνδεδεμένη η αντίληψη που έχει κανείς για τον εαυτό του με τη δομή των εργαλείων που χρησιμοποιεί.

Επιπλέον, το άτομο αισθάνεται υπεύθυνο για το πώς είναι το κάθε ένα απ’ αυτά τα ξεχωριστά του μέρη αφού μπορεί να τα βελτιώσει και αυτό προστάζεται να κάνει. Έτσι παρόλο που φαινομενικά το σώμα έχει απαλλαγεί από την παλιά του δαιμονοποίηση σε σχέση με την καθαρή ψυχή βλέπουμε ένα νέο τρόπο κοινωνικού του ελέγχου μέσω αυτής ακριβώς της κατάτμησής του. Τα σώματα οφείλουν να είναι τέλεια και ομοιόμορφα, εσωτερικεύοντας τα εντατικοποιημένα πρότυπα, όπως αυτό του τέλειου μοντέλου ή του υπεραθλητή. Οποιοσδήποτε ξεφεύγει απ’ αυτό είναι κοινωνικά δακτυλοδεικτούμενος και με λίγη φαντασία θα μπορούσαμε να πούμε οι φυσικές του λειτουργίες φτάνει να θεωρούνται αφύσικες. Η διαρκής αναβάθμιση της λειτουργικότητας και της εμφάνισης γίνεται καθημερινό μέλημα. Ιατρικές επεμβάσεις, χημικές μέθοδοι διατήρησης της παραγωγικότητας στην εργασία και συνεχείς εξετάσεις είναι πλέον μια ρουτίνα. Τα σώματα ντοπάρονται προκειμένου να συνεχίζουν την ατέρμονη παραγωγή, την ατέρμονη λειτουργία τους. Σε μια κοινωνία με διάχυτα τα σεξιστικά χαρακτηριστικά αυτή η κατάτμηση των σωμάτων, η μηχανοποίησή τους δε θα μπορούσε να μην επηρεάζει με διαφορετικό τρόπο και με ένα παραπάνω βάρος τα γυναικεία σώματα και τα σώματα με σεξουαλικότητα διαφορετική της αντρικής.

Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά αν κοιτάξουμε τους τρόπους με τους οποίους η ιατρικοποίηση και ο υγειινισμός έγιναν αναπόσπαστα κομμάτια της καθημερινότητας. Το κάθε άτομο πρέπει να είναι υπεύθυνο για την εμφάνιση και την υγεία του προκειμένου και να είναι πιο ελεγχόμενο, συμβατό με τα κοινωνικά πλαίσια και παραγωγικό. Στα πλαίσια αυτού υπάρχουν διάφοροι κλάδοι της ιατρικής οι οποίοι είναι αμιγώς ή κατά βάση γυναικείοι όπως πχ. αυτός της γυναικολογίας. Παρότι τα αφροδίσια είναι νοσήματα που δε γνωρίζουν φύλο, οι γυναίκες είναι αυτές που είναι υποχρεωμένες να υπόκεινται σε τακτικό έλεγχο ο οποίος ξεκινά με την έναρξη της σεξουαλικής τους ζωής και δεν τελειώνει ποτέ. Σχετικά με τέτοια ζητήματα, οι γυναίκες αφήνονται στις συστάσεις των ειδικών και παράλληλα δημιουργείται φοβερή άγνοια σε σχέση με το τι μπορεί να συμβαίνει μέσα στα σώματά τους, μια παραφιλολογία η οποία έχει ως μόνο σκοπό την τρομοκράτηση και την ένταξη σε ότι θεωρείται επιστημονικά σωστό και φυσιολογικό. Επιπλέον γύρω από την ιατρική έχουν αναπτυχθεί και οι διάφοροι φαρμακευτικοί κλάδοι κατανάλωσης. Για παράδειγμα, εδώ και χρόνια οι γυναικολόγοι συνταγογραφούν ακόμα και σε μικρά κορίτσια αντισυλληπτικά χάπια για όλους τους λόγους. Κι ενώ το αντισυλληπτικό χάπι στα 70s θεωρήθηκε νίκη του γυναικείου κινήματος και όχημα ορισμού των σωμάτων από τις ίδιες τις γυναίκες, στη νέα εντατική κανονικότητα της μηχανής έρχεται να γίνει το εργαλείο των γιατρών για να ρυθμίζουν την εγκυμοσύνη, τις ορμόνες και να κρατούν το γυναικείο σώμα σε σταθερή παραγωγικότητα[ref]Σημαντικό είναι εδώ να αναφερθεί το ζήτημα των τεχνητών και εξωσωματικών κυήσεων. Κάθε γυναίκα στην εργασιακή της ζωή θα ακούσει από τα αφεντικά της το πόσο πρόβλημα είναι η εγκυμοσύνη, μιας και τους μήνες αυτούς, τις μέρες γύρω από τον τοκετό και τις μέρες της ανάρρωσης, γίνεται φοβερά αντιπαραγωγική. Μη προσλήψεις σε θέσεις εργασίας προληπτικά (γιατί μπορεί να μείνει έγκυος και τότε πώς θα καλυφθεί το κενό που θα αφήσει;), υποτιμητικά σχόλια και αδιάκριτες ερωτήσεις όπως το ‘είσαι παντρεμένη’ και το ΄σκοπεύεις να αποκτήσεις παιδιά;’ αλλά και απολύσεις κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από την εγκυμοσύνη ήταν και εξακολουθεί να είναι η αντιμετώπιση των γυναικών στους χώρους εργασίας. Πάλι βλέπουμε πώς αντιστρέφεται για χάριν της εντατικοποίησης της εργασίας, το προβοκατόρικο πρόταγμα ενός κομματιού του ριζοσπαστικού φεμινιστικού κινήματος στα 60s, το οποίο αρνούνταν να επιτελέσει το ρόλο της αναπαραγωγικής μηχανής και είκαζε πως η τεχνολογία της αναπαραγωγής μέσα από τεχνητές μήτρες θα μπορούσε να ελαφρύνει τη γυναίκα από το κοινωνικό βάρος του φύλου της. Πέραν του πόσο τρομακτική μπορεί να μοιάζει μια κοινωνία matrix, το να γεννιούνται άνθρωποι μέσα από μηχανές δε φαίνεται να μελετάται επιστημονικά στις μέρες μας για να ξεπεραστούν οι ανισότητες των δύο φύλων, αλλά μάλλον για να φύγει ο έλεγχος της αναπαραγωγής από τα χέρια των γυναικών αλλά και για να μπορούν να δουλεύουν ασταμάτητα, χωρίς ανεπιθύμητες διακοπές. Το πώς αυτό μετατράπηκε σε εμπόρευμα οδηγώντας στο παράδειγμα των παρένθετων μητέρων είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα. Πόσο εύκολο και συμφέρον γίνεται στην υπάρχουσα κουλτούρα, το να μην μπεις σε εξελιγμένες και ακριβές πειραματικές διαδικασίες για να αναπτύξεις τέτοιες τεχνολογίες και απλά να πληρώνεις εξαθλιωμένα κομμάτια της εργατικής τάξης προκειμένου κάνουν τη δουλειά (στην προκειμένη το παιδί σου);[/ref].

_Κατανάλωση, επιθυμία, φετιχισμός.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό που θα δούμε, είναι η σχέση της επιθυμίας και της κατανάλωσης, με τη φετιχοποίηση των νέων μηχανών και την αναπαράστασή τους στα ανθρώπινα σώματα. Οι νέες μηχανές ως εμπόρευμα έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, από τον όποιο χώρο εργασίας μέχρι την επικοινωνία παντού γύρω. Η επιθυμία είναι το νόμισμα αυτής της αγοράς. Είναι αυτή που καταδυναστεύει τα σώματα, η ενοχοποιημένη και ταυτόχρονα θεοποιημένη επιθυμία που διαρκώς πρέπει να ικανοποιείται. Οι νέες μηχανές, κάνουν αυτή τη δουλειά, συμμετέχουν στον αέναο κύκλο παραγωγής και κάλυψης νέων επιθυμιών, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το χτίσιμο της ταυτότητας του ατόμου, γι’ αυτό και έχουν τόσο μεγάλη επίδραση, σε υλικό και συναισθηματικό επίπεδο. Γι’ αυτό και βρίσκονται στη θέση του ιδεατού, αλλά και μέσα στην αντίφαση του πρόσκαιρου. Διαρκώς νέες, διαρκώς καταναλούμενες και έτοιμες για αντικατάσταση. Τη μία στιγμή επιθυμητές, την επόμενη ξεπερασμένες.

Τα πρότυπα σχεδιασμού και λειτουργίας αυτών των μηχανών είναι που αναπόφευκτα διαμορφώνουν τη δική τους επικρατούσα αισθητική. Μια αισθητική του αψεγάδιαστου, του άφθαρτου, του τέλειου, της τυποποίησης και της αποστείρωσης, του απλού και του απαλού, της αέναης νεότητας. Όπως γράφει και η Haraway «Καθαρά κι ελαφριά που είναι τα νέα μηχανήματα! Οι μηχανικοί τους είναι οι μύστες του ηλίου που μεσολαβούν για μια νέα επιστημονική επανάσταση συνδεδεμένη με το νυχτερινό όνειρο της μεταβιομηχανικής κοινωνίας.» Η αισθητική της καθαρότητας των μηχανών, είναι απόλυτα συμβατή με τον μικρό χρόνο ζωής τους. Τα περιβάλλοντα που διαμορφώνουν είναι αντίστοιχα, τυποποιημένα ή φανταχτερά, έχουν σίγουρα κρύψει τη λειτουργικότητα κάτω από τη μίνιμαλ επιφάνεια, για χάριν της ελάχιστης ανθρώπινης παρέμβασης και της μέγιστης αυτοματοποίησης.

Τα σώματα μπαίνουν στη διαδικασία να ταιριάξουν στα νέα περιβάλλοντα που διαμορφώνονται βάσει αυτής της αισθητικής. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί μια γιαγιά σε ένα χωριό να χαϊδεύει το iphone της χωρίς να γελάσει. Το ανθρώπινο φαίνεται ανεπαρκές μπροστά στην τελειότητα των νέων “έξυπνων” υλικών και των απαλών επιφανειών. Όσο πιο εξελιγμένη είναι η συσκευή τόσο πιο εκσυγχρονισμένος οφείλει να είναι και ο χρήστης. Η συνεχής άσκηση και οι δίαιτες προκειμένου το κάθε ξεχωριστό πια κομμάτι να αγγίζει το τέλειο όπως και η επένδυση σε ρούχα και καλλυντικά -κυρίως για τις γυναίκες- προκειμένου να είναι μοντέρνες και συμβατές είναι τέτοια παραδείγματα. Μην ξεχνάμε ότι στη σύγχρονη κοινωνία, η γυναίκα δεν έπαψε ποτέ να είναι το αντικείμενο θέασης. Αυτή που πρέπει να είναι αψεγάδιαστη, όμορφη και θελκτική στο μάτι του άντρα, ο οποίος μπορεί να επηρεάζεται επίσης από τη βιομηχανία κατανάλωσης σε σχέση με την εμφάνιση, αλλά παραμένει πιστά το ενεργητικό υποκείμενο. Η πλαστική χειρουργική, οι επεμβάσεις ομορφιάς ανήκουν στις έμφυλα προσδιορισμένες πρακτικές που συνεισφέρουν στη διόγκωση αυτής της ανισότητας. Σαν γυναίκα οφείλεις να ανακατασκευάσεις το κάθε ξεχωριστό σημείο του σώματός σου, να το κάνεις τέλειο. Το τέλειο στήθος, ο τέλειος κώλος, η τέλεια μύτη κ.ο.κ. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι οι περισσότερες πλαστικές είναι αυτές του στήθους.

Φυσικά οφείλεις να είσαι και νέα. Το γερασμένο σώμα είναι πρόβλημα, μοιάζει με το χτύπημα στην ευαίσθητη lcd οθόνη, με το ξέφτισμα της σατινέ επιφάνειας του λάπτοπ. Τα σημάδια του χρόνου και της φθοράς δημιουργούν αποστροφή και φόβο, το φόβο του παραγκωνισμού, της αντικατάστασης από το καινούργιο. Όποια γυναίκα έχει την οικονομική άνεση, με τις πρώτες ρυτίδες ξεκινάει τις πρώτες ενέσεις botox και το lifting, προσπαθώντας έστω να αναβαθμίσει το σωματικό της κεφάλαιο. Πλαστικά, αψεγάδιαστα πρόσωπα και σώματα θεωρούνται φυσιολογικά και φυσικά σώματα με αποτυπωμένες τις επιλογές, τις απολαύσεις και τις δυσκολίες τους, είναι εκτός του κανονικού και του κοινωνικά συμβατού.

_Διαδίκτυο, αναπαράσταση, κόσμοι σε σύνδεση

Σαν τελευταίο χαρακτηριστικό ασχοληθήκαμε με το ζήτημα του διαδικτύου, των social media και της ψηφιοποίησης. Οι νέες μηχανές είναι συνδεδεμένες με έναν κόσμο παράλληλο και υποτιθέμενα άυλο και η ένωση του ατόμου και του πραγματικού κόσμου με αυτόν, γίνεται μέσω της ψηφιοποίησης. Το άτομο συνδεδεμένο επί μονίμου βάσεως με αυτήν την παράλληλη πραγματικότητα έχει την ψευδαίσθηση της απαλλαγής απ’ το υλικό του σώμα. Δίνεται για πρώτη φορά με τόση ευκολία η δυνατότητα των πολλαπλών προσωπικοτήτων ή αλλιώς η διαμόρφωση της προσωπικότητας κατ’ επιλογή. Μέσα στα social media δημιουργείται η λανθασμένη εντύπωση πως υπάρχει η δυνατότητα απαλλαγής απ’ το σώμα και τα φυσικά χαρακτηριστικά. Από το φύλο, το βάρος την ηλικία και την εμφάνιση ή από τη μιζέρια της καθημερινής ζωής. Αρκεί και μόνο η αίσθηση του ότι, ακόμα και αν στον πραγματικό χώρο και χρόνο δεν καταφέρει το άτομο να μεταμορφωθεί στο τέλειο, όπως το περιγράψαμε παραπάνω, υπάρχει εύκαιρη η λύση μιας πραγματικότητας την οποία μπορείς να ανακατασκευάσεις ξανά και ξανά. Και εύκολα το άτομο ξεχνάει πως πληκτρολογεί, βλέπει, δέχεται και εκφράζει σχόλια, βιώνει με τα πραγματικά του δάχτυλα, τα πραγματικά του μάτια, τα πραγματικά του συναισθήματα, εντέλει το υλικότατό του σώμα. Το άτομο τη στιγμή που χρησιμοποιεί το διαδίκτυο το βιώνει σα να είναι μέσα σε αυτό ψυχή τε και σώματι, σα να βρίσκεται όντως εκεί. Και όσο οι τεχνολογίες προσομοίωσης αναπτύσσονται, αυτή η αίσθηση γίνεται όλο και πιο έντονη. Για ακόμα μια φορά εμφανίζεται στιβαρός ο διαχωρισμός ανάμεσα στο πνεύμα, το οποίο αποκτά και πάλι την υπερφυσική/ μεταφυσική του αξία και το σώμα, το οποίο ως μεμπτό παραμένει δέσμιο του υλικού κόσμου.

Επιπλέον τα όρια μεταξύ προσωπικού και δημόσιου εξαλείφονται. Οι διαρκώς συνδεδεμένες μηχανές και τα διαρκώς συνδεδεμένα σώματα, είναι διάτρητα, είναι διαρκώς εκτεθειμένα. Οι πληροφορίες είναι εκεί για να τις μοιράζεσαι και ο ψηφιακός εαυτός είναι εκεί για να αλληλοεπιδρά. Η έννοια της σιωπής ή της απουσίας δεν υφίσταται. Όντας οι γυναίκες τα κατεξοχήν αντικείμενα θέασης όπως αναφέραμε και παραπάνω, βρίσκονται σε ακόμα πιο δυσχερή θέση μέσα στο διαδίκτυο, ένα πεδίο όπου το βλέμμα είναι ο βασικός διαχειριστής της αξίας . Κατ’ αρχάς, γιατί καλούνται διαρκώς να φαίνονται, να επιτελούν το ρόλο της διαθέσιμης και της έτοιμης για κοινωνικοποίηση. Είναι σχεδόν υποχρεωμένες να δημοσιοποιούν το πώς πέρασαν το προηγούμενο βράδυ, το τι κάνουν τη στιγμή εκείνη αλλά και το πώς νοιώθουν -πάντα με τη συνοδεία του αντίστοιχου emoticοn. Στα προσωπικά προφίλ ανεβαίνουν φωτογραφίες οι οποίες είναι “οι πετυχημένες”, σε φανταχτερά μέρη διασκέδασης, τραβηγμένες από τη σωστή γωνία για να μοιάζουν πιο θηλυκές, για να ταιριάζουν στο γυναικείο πρότυπο ομορφιάς. Και αν κάτι δεν πάει καλά, υπάρχει το photoshop, το οποίο έχει μετατραπεί σε εργαλείο ευρείας χρήσης.

Όπως είχαμε αναφέρει και στην προηγούμενη εκδήλωση, στις αρχές των 90s ο χώρος του διαδικτύου θεωρήθηκε ντε φάκτο απελευθερωτικός και φιλικός προς το φεμινιστικό κίνημα, όντας ακόμα στις αρχές του. Οι κυβερνοφεμινίστριες υποστήριξαν με μεγάλο ενθουσιασμό ότι λόγω της ανωνυμίας και της αορατότητας του φύλου ή της φυλής, μπορούν να ξεπεραστούν οι σεξιστικές διακρίσεις και τα προβλήματα που μια γυναίκα λόγω του φύλου της αντιμετωπίζει καθημερινά. Δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε το ότι αυτή η ελευθερία επιλογής προσωπικότητας τόσο στα social media όσο και στα video games έδωσε σε πολλούς το περιθώριο πειραματισμού πάνω σε queer ή και γυναικεία πρότυπα, όπως και τη δυνατότητα δημιουργίας ασφαλών χώρων έκφρασης και ανταλλαγής απόψεων. Όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός του ότι τα πρότυπα που επικράτησαν δεν είναι αυτά των πραγματικών γυναικών με ατέλειες αλλά το πρότυπο της γυναίκας τύπου Lara Croft και της σέξι γυναίκας cyborg αφού όπως έχουμε πει, τα πρότυπα που υπάρχουν στις κοινωνίες αναπαρίστανται μέσα στα βιντεοπαιχνίδια και εν γένει στον ψηφιακό κόσμο. Όπως επίσης δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι αυτή η ανωνυμία λειτουργεί και τούμπαλιν, θυμούμενες το τι συνέβη στις γυναίκες που προσπάθησαν να αναδείξουν αυτό το ζήτημα σε μια καθόλου μακρινή εποχή. Το 2011-2012, η Annita Sarkeesian, καναδή φεμινίστρια και η Zoe Quinn, game developer, με τη δημοσιοποίηση κάποιων βίντεο και τη δημιουργία ενός παιχνιδιού έθιξαν το ζήτημα του σεξισμού στα video games με αποτέλεσμα να δεχτούν επιθέσεις μέσα από το ίντερνετ, ενάντια της πραγματικής και ψηφιακής της ζωής. Τα τηλέφωνά τους και οι διευθύνσεις του διέρρευσαν μέσα στα δίκτυα, τα προφίλ τους παραβιάστηκαν και κλάπηκαν προσωπικά βίντεο, ακολούθησαν απειλές σωματικής βίας, βιασμού και απειλές κατά της ζωής τους. Κάπως έτσι, ωμά και απαράλλακτα, έγινε ξεκάθαρο το ποια οφείλει να είναι η θέση της γυναίκας στο ίντερνετ και ποιο είναι το διαδικτυακό της πρότυπο που θα κυριαρχεί.

_Συνοψίζοντας

Αυτή είναι η νέα κανονικότητα που διαμορφώνεται. Σώματα μηχανοποιημένα, ντοπαρισμένα, κατακερματισμένα. Σώματα που πασχίζουν να ακολουθήσουν τους παραγωγικούς ρυθμούς της μηχανής, που εξαντλούνται από την προσπάθεια και ταυτόχρονα αγωνιούν να παραμείνουν νέα. Που ενοχοποιούν και θεοποιούν τις επιθυμίες τους, αυτοελέγχονται, φοβούνται να βιώσουν τα πάνω κάτω της ζωής γιατί έχουν μάθει να διατηρούν σταθερές τις μετρήσεις τους. Σταθερή διάθεση, σταθερές τιμές των εξετάσεων, σταθερή κοινωνικότητα, σταθερή απόδοση. Που καλύπτουν το αδύνατο αυτής της επιδίωξης μπαίνοντας σε παράλληλους, ψηφιακούς κόσμους όπου μπορούν να φαίνονται όπως θέλουν, όπου θέλουν αυτό που φαίνεται σωστό, όπου κανένας δε γερνάει και κανένας δεν πεθαίνει.

Αυτή είναι η νέα κανονικότητα, που μεγάλο της κομμάτι παραμένει ακόμα αχαρτογράφητο. Και είναι πολύ σημαντικό για μας να την αναγνωρίσουμε και να καταλάβουμε πώς λειτουργεί, αν δε θέλουμε να γίνουμε ακόμα μια ταυτότητα προς κατανάλωση σε αυτόν τον τόσο θεαματικό κόσμο. Και αν θέλουμε να προστατέψουμε τα σώματά μας, ως γυναίκες και ως εργάτριες, και ως περίεργοι/ες που μετράνε στα σοβαρά την υλικότητά τους, εκτιμάνε τα σώματά τους και μαθαίνουν να τα προστατεύουν από ύπουλες μεσολαβήσεις και από φανταχτερές ψευδαισθήσεις. Το πώς γίνεται αυτό έχει τόσες απαντήσεις όσες και οι ατομικές και συλλογικές μάχες που δίνονται καθημερινά. Κι εμείς έχουμε κάνει κάποιες πρώτες σκέψεις προς αυτής την κατεύθυνση, επηρεασμένες από τα βιώματά μας ως γυναίκες και από την ταξική μας μνήμη.

Μερικά βασικά σχόλια για το παρόν / Αρκετά φαντάσματα από το παρελθόν

_Το να μιλάς από το περιθώριο

Στον αψεγάδιαστο και αποδοτικότατο αυτό κόσμο του νέου τεχνολογικού παραδείγματος -όπως έχουμε υποστηρίξει αρκετές φορές στο παρελθόν ως συνέλευση- ο άνθρωπος με το ατελές και φθαρτό του σώμα χρίζεται μοναδικός παραγωγός και διαχειριστής της μνήμης. Είναι μια τελεία μέσα στο χώρο και στο χρόνο που, θέλοντας και μη, λειτουργεί ως δέκτης και πομπός πληροφοριών. Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε και υπερασπιζόμαστε το σώμα μας στο πλαίσιο της σύγχρονης βιοεξουσίας καθορίζεται από αυτό που λέγεται ταξική μνήμη, συνείδηση και γνώση εντοπισμένη, τοποθετημένη και σωματοποιημένη. Όση σαγήνη κι αν περιλαμβάνουν οι θεωρίες περί ανθρώπων-cyborg ή η λογική συνεχούς αναβάθμισης/τροποποίησης του ανθρώπινου σώματος, αυτή ακριβώς η κινούμενη σκέψη είναι το βασικό εργαλείο της κριτικής για την υπεράσπιση του σώματος και για τη διεκδίκηση των σημερινών θέσεων μάχης. Στα πλαίσια λοιπόν αυτής φαίνεται ότι υπάρχουν δύο οπτικές της γενικευμένης και βίαιης επιβολής στα σώματα. Από τη μία αυτή η νέα κανονικότητα που περιγράψαμε κι από την άλλη η αθέατη πλευρά της σύγχρονης καταπίεσης, η οποία μοιάζει να ανήκει στο παρελθόν ως κάτι το ξεπερασμένο. Μιλώντας για τις έμφυλες σχέσεις είναι αδύνατο κανείς να μη λαμβάνει υπόψη πως λειτουργεί ο κόσμος των εμπορευμάτων, ένας κόσμος που δομείται και θρέφεται από ταξικούς και κοινωνικούς διαχωρισμούς. Το φύλο από μόνο του επομένως αποδεικνύεται ανεπαρκές εργαλείο κατανόησης, καθώς τα σώματα μας υφίστανται καθημερινά μια σύνθεση διαφορετικών μορφών καταπίεσης φυλετικής, κοινωνικής, θρησκευτικής. Έχει λοιπόν σημασία για μας το να αποφύγουμε την όποια βολονταριστική αφήγηση εντός της πρωτοκοσμικής γυάλας και να ανασυνθέσουμε τα κατακερματισμένα κομμάτια της τάξης μας, ειδικά όταν μιλάμε για την υπεράσπιση των σωμάτων μας.

Το να μιλάμε σαν γυναίκες στο περιθώριο της από τα πάνω παγιωμένης κουλτούρας, το να κοιτάμε έξω από την οποιαδήποτε προνομιακή ταυτότητα, δεν προκύπτει μόνο ως βιωματική εμπειρία αλλά αποτελεί ταυτόχρονα πεδίο επιλογής, όχι για λόγους αδυναμίας ή θυματοποίησης, αλλά για λόγους συνείδησης της τάξης μας. Το να αντιλαμβανόμαστε ποιοι/ες τραβάνε τα ίδια ζόρια, στην οικογένεια, το σχολείο, τη δουλειά, το δρόμο, μας κάνει να βλέπουμε πιο μακριά από το τώρα και το “εγώ”, να βλέπουμε το “εμείς» μέσα σε αυτήν τη φαινομενικά δυσνόητη πραγματικότητα των νέων τεχνολογιών που φαντάζει σαν κόσμος δύο ταχυτήτων.

_Ο αγώνας για ισότητα στην εκμετάλλευση

Ξεκινήσαμε τη σημερινή κουβέντα από το γεγονός ότι η πιο επισταμένη χρήση και αφομοίωση των νέων μέσων από τις γυναίκες -όπως υποστήριζαν οι θεωρητικές εκπρόσωποι του άυλου φεμινισμού- μόνο την απελευθέρωση και επίτευξη ισότητας δεν κατάφερε.

Αντίθετα ήταν και παραμένει μακριά από τον υλικό κόσμο και τα ίδια τα σώματά μας γιατί προσιδιάζει σε αυτό που η Silvia Federici και ο George Caffentzis περιγράφουν ως καπιταλιστική ουτοπία: “έναν κόσμο με δουλειά χωρίς μισθό, όπου εργασία και καταπίεση αποτελούν ανταμοιβή από μόνες τους”. Βέβαια, αρκεί να μιλάει κανείς από μια προνομιούχο θέση για να μην αντιλαμβάνεται ότι αυτή η αποδόμηση του σώματος, του παρελθόντος και των ταξικών χαρακτηριστικών εξυπηρετεί απλώς έναν εκσυγχρονισμό της εργατικής τάξης που προσφέρεται συνεχώς φρέσκια για εκμετάλλευση. Και η συνθήκη αυτή κρύβει πολύ μεγαλύτερη ένταση και βία απ’ όση μπορεί κανείς να καταλάβει από τα λογικά άλματα και κενά των τεχνολατρικών φαντασιώσεων. Με λίγα λόγια, οι ίσες ευκαιρίες μέσα από την εξοικείωση με τα νέα μέσα, πολύ συχνά, δεν είναι παρά άνισα δικαιώματα σε ένα κόσμο ταξικής ανισότητας.

_Η μία πλευρά γυναικείας υποτίμησης στο νέο τεχνολογικό παράδειγμα

Από τις μηχανές πολέμου και τις θερμικές κάμερες των συνόρων μέχρι τα social media, οι νέες τεχνολογίες δεν πρόκειται πότε να είναι ουδέτερες αλλά έμφυλα και ταξικά προσδιορισμένες. Τόσο ο μεταφορντισμός όσο και οι κυβερνοτεχνολογίες κι αντίστοιχα οι μεταβολές στις έμφυλες σχέσεις δεν αποτελούν διαχωρισμό από τη σχέση εργασία-κεφάλαιο αλλά επέκταση και παράγωγο ταξικών σχέσεων που στηρίζονται στη μεθοδευμένη υποτίμηση του προλεταριάτου. Με χίλιους τρόπους τα σώματά μας μέσα στο νέο τεχνολογικό παράδειγμα βρίσκονται στο στόχαστρο. Οι νέες μηχανές στην υπηρεσία του εμπορεύματος, είναι το πρότυπο παραγωγικότητας, τελειότητας, λειτουργικότητας. Για όσους/ες έχουν πρόσβαση σε αυτές αυτή είναι η νέα ανάγκη του κεφαλαίου στην οποία επιβάλλεται όχι μόνο να προσαρμοστούν και να υπακούσουν αλλά και να αγαπήσουν.

Ο πόλεμος ενάντια στο γραπτό και οπτικοακουστικό εργοστάσιο μνήμης, ενάντια στις κοινωνικές σχέσεις αναπαραγωγής και κυκλοφορίας για μια άλλη μνήμη είναι μια διαδικασία εξαιρετικά αποφασιστική.

έγραφε ο Renato Curcio στα 80’s. Μέρος αυτού πολέμου για την υπεράσπισης αυτής της “άλλης μνήμης”, της προλεταριακής στο σήμερα είναι με λίγα λόγια η κριτική και η διαλεκτική διαχείριση των νέων μέσων. Το πρότυπο της γυναίκας cyborg, τόσο με τη φανταστική περιγραφή της Χάραγουει αλλά με τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε πιο πάνω αποτελεί ένα νέο κοσμοείδωλο που έχει έρθει για να απορρίψει τις οδυνηρές εντάσεις και ατέλειες του υλικού κόσμου. Αυτή είναι η σύγχρονη βαρβαρότητα με τα διάφορα πρόσωπα και προσωπεία της, προσανατολισμένη στο μελλοντικό τεχνολογικό/ πολιτισμικό όραμα με την οποία είμαστε αντιμέτωπες.

_Οι αόρατες αυτής της κοινωνίας

Από την άλλη πλευρά, ο σεξισμός και η έμφυλη βία συνεχίζουν να υπάρχουν στον υλικό κόσμο με την παραδοσιακή τους μορφή. Δε γίνεται με κανένα τρόπο να μιλάμε για το νέο αυτό παράδειγμα κοινωνικών, ταξικών και έμφυλων καταναγκασμών και να μη συμπεριλαμβάνουμε εκείνα τα κομμάτια της τάξης μας που συνεχίζουν να υποτιμώνται με την ίδια ένταση και ωμότητα. Γιατί όσο θεωρούμε το σεξισμό και την αντικειμενοποίηση των γυναικείων σωμάτων ως κάτι ξεπερασμένο, τόσο αυτή η υποτίμηση θα συνεχίσει να παραμένει αόρατη και το ίδιο παραγωγική για τα αφεντικά. Γιατί η επέλαση της τεχνολογίας στα σώματά μας όπως περιγράφηκε, αφορά σε ένα τεχνολογικό άλμα -συνυφασμένο με το αντίστοιχο βιοτικό επίπεδο-που στηρίζεται στις πλάτες κάποιων “άλλων” γυναικών εργατριών που έχουν σάρκα και οστά και μνήμη, τόσο καλά χαραγμένη πάνω τους, που δεν τους επιτρέπει την αποδόμηση του σώματος και της ιστορίας του. Αυτή η μνήμη είναι να ξέρεις τι θα πει καταπίεση σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Να αντιμετωπίζεις μισογύνικα σχόλια στο δρόμο, να καλλωπίζεσαι και να ντύνεσαι θηλυκά όχι όμως πρόστυχα για να μην προκαλείς, να είσαι στη δουλειά σου παραγωγική σαν ρομπότ μα συνάμα σεξουαλικά διαθέσιμη. Είναι να σερβίρεις με το χαμόγελο που καλύπτει την απέχθεια, να αποφεύγεις χαριτωμένα τα σιχαμερά αντρικά βλέμματα και σχόλια, να μένεις άνεργη εξαιτίας εγκυμοσύνης ή εξαιτίας των σεξουαλικών σου προτιμήσεων, να βλέπεις λόγω της εργασίας σου τα άκρα, το πρόσωπο και τη διάπλαση του σώματός σου με τον καιρό να αλλάζουν. Να μισείς το σώμα σου γιατί το κοιτάς με τα μάτια των άλλων, σαν θέαμα, αντικείμενο, κατακερματισμένη μηχανή ή σαν παρέκκλιση.

Έχει σημασία, όταν μιλάμε για το φύλο, να συμπεριλαμβάνουμε και τις γυναίκες αυτές που δεν έχουν πρόσβαση στον μαγικό κόσμο των νέων τεχνολογικών μέσων. Αυτή η σκόπιμα αθέατη και υποτιμημένη πλευρά της κοινωνίας σε περιόδους κρίσης, μείωσης της κατανάλωσης και διαφορετικής οργάνωσης της εργασίας σε παγκόσμια κλίμακα, αναλαμβάνει τους πατροπαράδοτους ρόλους (σύζυγος-μητέρα-νοικοκυρά) του πατριαρχικού μοντέλου[ref]Η Bell Hooks, Στο βιβλίο της “Feminism is for everybody” γράφει για την εποχή μετά τα 70’s:

Καθώς οι προνομιούχες γυναίκες αποκτούσαν μεγαλύτερη πρόσβαση στην οικονομική δύναμη των αντρών της τάξης τους οι φεμινιστικές συζητήσεις για την τάξη δεν ήταν πια συνηθισμένες. Αντί γι’ αυτό οι γυναίκες ενθαρρύνονταν να βλέπουν τα οικονομικά οφέλη των εύπορων γυναικών ως θετικό σημάδι για όλες τις γυναίκες. Στην πραγματικότητα αυτά τα οφέλη σπάνια άλλαζαν τη ζωή των φτωχών γυναικών και των γυναικών της εργατικής τάξης. Και μια που οι προνομιούχοι άντρες δεν έγιναν ισότιμοι στη φροντίδα του νοικοκυριού, η ελευθερία των γυναικών της προνομιούχας τάξης όλων των φυλών χρειάστηκε την ενισχυμένη υποταγή των γυναικών της εργατικής τάξης και των φτωχών γυναικών. Τη δεκαετία του ’90 η συνεργασία με την υπάρχουσα κοινωνική δομή ήταν το τίμημα για την «απελευθέρωση των γυναικών». Τελικά η ταξική δύναμη αποδείχτηκε πολύ πιο σημαντική από το φεμινισμό. Και αυτή η συνεργασία βοήθησε στην αποσταθεροποίηση του φεμινιστικού κινήματος.

[/ref]. Οι αντιθέσεις γύρω από “την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης”, όπως το έθεταν οι Ιταλίδες αυτόνομες φεμινίστριες (που οι ορθόδοξοι μαρξιστές αγνοούσαν και σε μεγάλο βαθμό αγνοούν ακόμα) συνεχίζουν να υπάρχουν. Με βάση δε την κατάτμηση εργασίας στα δυτικά κράτη, τους ρόλους αυτούς ήρθαν να αναλάβουν σε μεγάλο βαθμό οι “αόρατες” μετανάστριες-εργάτριες. Η φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, η οικιακή εργασία, η σεξουαλική ικανοποίηση δεν έγιναν διακύβευμα μοιράσματος και ισότητας όπως απαιτούσαν τα κινήματα των ’60s και των ’70s. Αντίθετα έγιναν τυπικοί θεσμοί μεταφυσικού συντάγματος, έγιναν εμπορεύματα και οι πιο υποτιμημένες γυναίκες προλετάριες, από τους τομείς παραγωγής των νέων τεχνολογικών gadgets μέχρι το trafficking στην ελληνική επικράτεια και τις παρένθετες μητέρες του τρίτου κόσμου που νοικιάζουν τις μήτρες τους στις πρωτοκοσμικές, συνιστούν το υποτιμημένο κομμάτι της τάξης μας, που καλείται να καλύψει τις ανάγκες αυτές του δυτικού, πολιτισμένου και τεχνολογικά εξελιγμένου πρώτου κόσμου.

_Θέσεις μάχης στο σήμερα

Αυτό είναι το πιο υλικό παράδειγμα της ταξικής και έμφυλης υποτίμησης στο σήμερα που σε συνδυασμό με το επιβεβλημένο πρότυπο της γυναίκας cyborg ορίζουν την πραγματικότητα των δύο ταχυτήτων που περιγράψαμε σε αυτήν την εκδήλωση. Είτε στο παλιό είτε στο νέο παράδειγμα στοχοποίησης των σωμάτων μας, το να μην ξεχνάμε ότι μιλάμε από ταξική σκοπιά είναι αυτό που θεωρούμε εξαιρετικά σημαντικό. Είναι το ζωτικό στοιχείο που επιβίωσε ακόμη και στις πιο ισχυρά πατριαρχικές κοινωνίες. Αποτελεί τη βάση της ύπαρξης, της ισχύος και της κοινωνικοποιητικής αξίας εκείνου που η σύγχρονη ορολογία θα ονόμαζε “δίκτυο γυναικών”. Ένας γυναικείος κόσμος συντροφικών σχέσεων που πάντα απορριπτόταν σαν ανάξιος λόγου αλλά και εξαιρετικά επίφοβος, ένας κόσμος που πέτυχε μερικές από τις μεγαλύτερες νίκες στην ιστορία των γυναικείων κινημάτων. Από τις γυναίκες στην παρισινή κομμούνα, μέχρι τις εξεγερμένες ζαπατίστριες, μέσα από το φεμινιστικό ζήτημα γεννήθηκαν και γεννιούνται τρόποι να μαχόμαστε και να φτιάχνουμε απελευθερωμένα εδάφη, ριζοσπαστικοποιώντας συχνά εκ νέου και τις ευρύτερες ταξικές διεκδικήσεις. Αυτές οι σχέσεις, οι νίκες και οι ήττες του παρελθόντος, η βιωματική εμπειρία και η συνείδηση της έμφυλης υποτίμησης, των αρνήσεων και της τάξης μας είναι τα εργαλεία μας και τα οδοφράγματα στη συνεχή πάλη υπεράσπισης των σωμάτων μας.

]]>