ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp Συλλογικά συγκροτημένη διαδικασία έρευνας και δράσης για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης και της παρακμής του υπάρχοντος μοντέλου εκπαίδευσης· και, ταυτόχρονα, επανασύνδεσης της κριτικής με την (και ενάντια στην) συγκυρία (γνωσιολογική, ιδεολογική, πειθαρχική) της «χρήσιμης καπιταλιστικά γνώσης». Sat, 23 May 2026 13:41:12 +0000 en-US hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://gameover.zp/wp-content/uploads/2012/06/cropped-11954387511887014124johnny_automatic_fly.svg_.med_-32x32.png ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp 32 32 Εισήγηση εκδήλωσης: Βιοεξουσία και σώμα στον αιώνα της βιολογίας και της γενετικής μηχανικής https://gameover.zp/2017/12/17/%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%ae%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%b5%ce%ba%ce%b4%ce%ae%ce%bb%cf%89%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b5%ce%be%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%af%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%83%cf%8e/ Sun, 17 Dec 2017 11:26:47 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2521

Εισαγωγή

Το 2012 μία ανακάλυψη στο πεδίο της γενετικής μηχανικής ήρθε σαν ένα νέο θαυματουργό εργαλείο στα χέρια των επιστημών, με το οποίο διατείνονται ότι μπορούν να αλλάξουν τη ζωή πέρα ως πέρα. Πρόκειται για την τεχνική CRISPR Cas9 (Clustered Regularly Interspaced Short Palindromic Repeats), με την οποία γίνεται δυνατή η διόρθωση του γενετικού υλικού στο επίπεδο της μίας βάσης DNA, ακόμη και στον άνθρωπο. Αυτό σημαίνει, ότι δίνεται η μεγάλη υπόσχεση της θεραπείας των γενετικών και σωματικών ασθενειών, με τις πρώτες προσπάθειες για εφαρμογή να έχουν ήδη επιτευχθεί, αν και τα πειράματα γίνονται ακόμη σε εργαστηριακό επίπεδο, καθώς συναντώνται διάφορα εμπόδια.

Η μεγάλη διαφοροποίηση της τεχνικής αυτής που αφορά στη γενετική τροποποίηση, είναι ταυτόχρονα η μεγάλη της ακρίβεια και η πολύ φτηνή αγορά της ως προϊόν, καθώς το κόστος για τη διόρθωση του Dna πέφτει 99%. Βέβαια μέχρι σήμερα, έχουν επενδυθεί στο σύνολο περίπου 1 δισεκατομμύριο δολάρια για την εξέλιξη και τελειοποίηση της τεχνικής που διαχέονται σε πανεπιστήμια και εταιρίες που έχουν στηθεί γύρω από τα διάφορα δικαιώματα χρήσης της πατέντας. Επίσης, οι προεκτάσεις της τεχνικής αυτής στις οποίες θα αναφερθούμε παρακάτω, υπερβαίνουν τη χρήση της τεχνικής ως μέσο θεραπείας ασθενειών, και έτσι προκύπτει μία παραπάνω ανάγκη για μια πιο βαθιά κριτική.

Για να αναλύσουμε το τι τελικά σημαίνει μια τέτοια ανακάλυψη, πώς προκύπτει ως συνέχεια των προηγούμενων «βιολογικών θαυμάτων», τι πραγματικά εξυπηρετεί, μας φάνηκαν χρήσιμα κάποια εργαλεία τα οποία χρησιμοποιεί ο Φουκώ σχετικά με την εξουσία και πιο ειδικά την εξουσία που παίρνει τον ρόλο της διαχείρισης της ζωής (βιοεξουσία). Μπορούμε ίσως έτσι να δούμε, ότι η τεχνική αυτή δεν είναι μόνο συνδεδεμένη με τη θεραπεία ασθενειών, αλλά και με τη μηχανοποίηση και την πειθάρχηση των σωμάτων, πλήρως εναρμονισμένα και συμφασικά με την τέχνη διακυβέρνησης του φιλελευθερισμού.

Χρήσιμα εργαλεία περί εξουσίας και η διαχείριση της ζωής

Η εξουσία ως πλέγμα και ως δύναμη (και) θετική

«Όταν ορίζουμε τα αποτελέσματα της εξουσίας ως καταπίε­ση, υιοθετούμε μια καθαρά νομική αντίληψη της εξουσίας. Ταυτίζουμε την εξου­σία με ένα νόμο που λέει “όχι”. Η εξουσία θεωρείται ότι φέρει τη δύναμη μιας απαγόρευσης… Αν η εξουσία δεν ήταν ποτέ τίποτε άλλο παρά καταπιεστική, αν ποτέ δεν έκανε τίποτε άλλο από το να λέει “όχι”, νομίζετε ότι θα την υπάκουαν οι άνθρωποι; Αυτό που κάνει την εξουσία να κρατάει γερά, αυτό που την κάνει παρα­δεκτή είναι το ότι δε βαραίνει απλώς πάνω μας σαν μια δύναμη που λέει “όχι” αλλά ότι διαπερνά τα πράγματα, παράγει νόημα, επιφέρει απόλαυση, μορφές γνώσης, παράγει λόγο. Πρέπει να θεωρηθεί ως παραγωγικό πλέγμα που καλύπτει ολόκληρο το κοινωνικό σώμα και όχι ως αρνητική βαθμίδα που ρόλος της είναι η καταπίεση»
Μισέλ Φουκώ, Εξουσία, γνώση και ηθική

Μπορούμε να δούμε ότι ήδη από τον 18ο αιώνα, η εξουσία αρχίζει και μετατοπίζεται από μία απόλυτη σε μία πιο διάχυτη μορφή, που σήμερα μπορεί να αποτυπωθεί σαν ένα πλέγμα που διατρέχει ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Η εξουσία στις σύγχρονες Δυτικές κοινωνίες (σε αντίθεση με την απόλυτη εξουσία του ηγεμόνα επί της ζωής και του θανάτου στις απολυταρχικές κοινωνίες, που εξηγούμε μετά), δεν εκπορεύεται από μία κεντρική πηγή (π.χ. κράτος ή νόμο), αλλά ασκείται από αμέτρητα σημεία. Έχει νόημα, να δούμε την εξουσία που έρχεται από κάτω, για να αποδεσμευτούμε από την εννόησή της ως μια δύναμη που έρχεται μόνο «από τα πάνω». Να δούμε δηλαδή την εξουσία που ενυπάρχει στην οικογένεια, στο σχολείο, στις ομάδες, στην καθημερινή ζωή και τις προσωπικές σχέσεις, ακόμη και στις πιο ιδιωτικές και αδιόρατες εκφάνσεις της, ή και την εξουσία που ασκούμε οι ίδιοι και οι ίδιες στα σώματά μας, σε ένα πλαίσιο αυτοπειθάρχησης και συνεχούς βελτίωσης του εαυτού. Το εξουσιαστικό φαινόμενο, ως ένα τέτοιο πλέγμα σχέσεων, είναι αυτό που σταθεροποιεί το όλο σύστημα που παρά τις όποιες αντιθέσεις του, μπορεί και ανακτά την ισορροπία του. Επιπλέον, όπως φαίνεται και από το παραπάνω απόσπασμα του Φουκώ, δεν θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε την εξουσία αποκλειστικά με την έννοια της καταπίεσης, γιατί αυτό ακριβώς που κάνει την εξουσία ανθεκτική είναι ότι έχει και ένα ρόλο παραγωγικό.

Βλέπουμε δηλαδή, όπως θα προσπαθήσουμε εξηγήσουμε και παρακάτω με το παράδειγμα της βιολογίας, ότι η εξουσία του επιστημονικού λόγου παράγει. Παράγει αντικείμενα γνώσης και επιθυμίες. Υπόσχεται θεραπείες ασθενειών και βελτίωση των ικανοτήτων και των δυνατοτήτων του ανθρωπίνου σώματος. Και αυτό είναι μέρος της τέχνης διακυβέρνησης του φιλελευθερισμού και του νεοφιλελευθερισμού που θέτει την εξουσία όχι μόνο ως μια δύναμη αρνητική (γιατί έχει γίνει κατανοητό ότι τότε θα ήταν πολύ εύθραυστη) αλλά και ως δύναμη παραγωγική που πλαισιώνει και διαχειρίζεται τη ζωή (όχι το θάνατο) και που δεν υποχρεώνει κανένα και καμία να «αγοράσει» τα προϊόντα που παράγει, αλλά δίνει στο άτομο τη δυνατότητα επιλογής. Υποθετικά βέβαια μόνο, γιατί η μη επιλογή, στο πλαίσιο αυτό, έχει το τίμημά της. Συνεπάγεται νέες μορφές υπευθυνότητας, νέους αποκλεισμούς και απαγορεύσεις. Αν λοιπόν φανταστούμε την εξουσία σαν μια δύναμη που έχει πηγή και δέκτη, βλέπουμε στην εξέλιξη της ιστορίας, ότι οι συνιστώσες της δύναμης αυτής όλο και αυξάνονται. Η πηγή δεν είναι μόνο ο εκάστοτε ηγεμόνας που την ασκεί στο κοινωνικό σώμα σαν ολότητα, αλλά εκκινούν πολλές συνιστώσες προς όλες τις κατευθύνσεις, η συνολική ένταση των οποίων κεφαλαιοποιείται στο κράτος, το οποίο σαφώς και τις αναπαράγει για να εξασφαλίσει την ισορροπία του.

Δικαίωμα ζωής και θανάτου και το πέρασμα στην εξουσία επί της ζωής (βιο-εξουσία)

Σταδιακά και με την πάροδο αρκετών χρόνων, μια σημαντική αλλαγή συμβαίνει στον δυτικό κόσμο όσον αφορά την μορφή εξουσίας. Η εξουσία, από τον 17ο αιώνα ήδη, προορίζεται περισσότερο στην «υπεράσπιση και τη διαχείριση της ζωής». Στο να παράγει δυνάμεις , να τις αυξάνει, να τις διατηρεί και να τις διατάσσει κατά πως επιθυμεί, πάρα στο να τις εμποδίζει, να τις περιορίζει ή να τις καταστρέφει όπως συνέβαινε παλαιότερα. Η εξουσία αυτή, στοχεύει ακόμα στην αυτοπειθάρχηση των υποκειμένων και στη διαμόρφωσή τους ως επιχειρηματίες του εαυτού τους, που πρέπει συνεχώς να φροντίζουν και να βελτιώνουν τη ζωή τους, στο όνομα της υγείας και της παραγωγικότητας. Αυτή η «νέα» μορφή εξουσίας, η οποία δεν έχει ως βασική της λειτουργία το να επιτρέπει τη ζωή ή να επιβάλει το θάνατο, αλλά να επενδύει τη ζωή και να τη διαχειρίζεται «απ’ άκρη σ’ άκρη», είναι αυτή που ο Φουκώ ονόμασε βιοεξουσία, δηλαδή, εξουσία επί της ζωής.

Από αυτή την ιστορική στιγμή, ο θάνατος των κοινωνικών υποκειμένων, που έως τότε θεμελιωνόταν στο δικαίωμα της εκάστοτε ανώτατης αρχής να υπερασπίζεται τον εαυτό της, ή να ζητά να την υπερασπιστούν, θα εμφανίζεται πλέον ως η άλλη όψη του δικαιώματος που έχει το κοινωνικό σώμα να διασφαλίσει την ζωή του, να την διατηρήσει ή να την αναπτύξει. Με άλλα λόγια από εδώ κι ύστερα, οι πόλεμοι δεν γίνονται πια στο όνομα κάποιας ανώτερης αρχής, κάποιου άρχοντα ή ηγεμόνα, αλλά γίνονται στο όνομα της επιβίωσης ενός ολόκληρου λαού και στο δικαίωμα του να υπάρχει.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε πως το γεγονός ότι οι σύγχρονες εξουσίες είναι πιο έτοιμες από ποτέ στο να παράξουν γενοκτονίες μαζικής κλίμακας, που όμοιες τους δεν έχουμε γνωρίσει ως τώρα, δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση ένα είδους οπισθοδρόμησης στην εποχή όπου οι εξουσίες είχαν απόλυτο δικαίωμα πάνω στις ζωές των ανθρώπων. Τουναντίον αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή η σύγχρονη εξουσία πλέον τοποθετείται και ασκείται στο επίπεδο της ζωής, του είδους, της φυλής και των πληθυσμιακών φαινομένων.

«Το παλαιό δικαίωμα του να επιβάλεις τον θάνατο ή να επιτρέπεις τη ζωή, αντικαταστάθηκε από μια εξουσία του να δίνεις ζωή ή να πετάς στον θάνατο»
Φουκώ Ιστορία της σεξουαλικότητας

Οι δύο διαστάσεις της βιοεξουσίας

Ο Φουκώ παρουσιάζει δυο βασικές μορφές ως σκέλη αυτής της νέας εξουσίας της ζωής. Αρχικά κατά τον 17ο αιώνα η εξουσία αντιμετώπισε το σώμα σαν μηχανή και επικεντρώθηκε συγχρόνως στην αύξηση της αποδοτικότητάς του, και της υπακοής του (ανατομο-πολιτική). Ασκώντας διάφορες τεχνικές πειθάρχησης (με θεσμούς όπως ο στρατός, η φυλακή, τα ιδρύματα και το σχολείο), στόχευε σε σώματα υποταγμένα και εξασκημένα, σώματα «πειθήνια». Για να επιτευχθεί αυτό επιστρατεύθηκαν οι επιστημονικοί κλάδοι της ανατομικο-πολιτικής του ανθρώπινου σώματος. Σε μια δεύτερη φάση, στα μέσα του 18ου αιώνα η εξουσία προσανατολίσθηκε στο σώμα-είδος και τη μηχανική του ζώντος. Κατά την περίοδο αυτή αρχίζουν και συστηματοποιούνται οι διαχειριστικές πολιτικές σε ζητήματα δημογραφικά (γεννήσεις, θάνατοι, σεξουαλικές πρακτικές), υγειονομικά (επίπεδο υγείας, μακροβιότητα, εμβόλια, καραντίνες), στατιστικά (καταγραφή δεδομένων πληθυσμού, πόρων και αγαθών): πρόκειται για μια βιο-πολιτική του πληθυσμού. Οι επιστήμες του σώματος και οι ρυθμίσεις του πληθυσμού συνιστούν τους δύο πόλους γύρω από τους οποίους αναπτύχθηκε η οργάνωση της εξουσίας πάνω στη ζωή[ref]Η ανάλυση των δύο πόλων της βιοεξουσίας καθώς και η στροφή της εξουσίας σε αυτή τη μορφή που προσπαθήσαμε να αποτυπώσουμε εν συντομία παραπάνω, γίνεται από τον Φουκώ στο τελευταίο κεφάλαιο του «Η ιστορία της Σεξουαλικότητας, Η δίψα για γνώση (πρώτος τόμος)».[/ref].

Η ανατομο-πολιτική του σώματος από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό μέχρι την CRISPR.

Σύντομη ιστορική αναδρομή στην ανατομία του σώματος

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή της πολιτικής της ανατομίας του ανθρώπινου σώματος, του πρώτου πόλου της βιοεξουσίας, έτσι όπως την περιέγραψε ο Φουκώ (ανατομο-πολιτική), ώστε να έχουμε μια πιο σφαιρική εικόνα, χωροχρονικά προσδιορισμένη, να δούμε πώς λειτούργησε ως εργαλείο για την πολιτική οικονομία και κυρίως να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η πολιτική δεν είναι «σύγχρονη», αλλά έχει μια ιστορία περίπου τριών αιώνων, είναι συνδεδεμένη με το καπιταλιστικό σύστημα και ζωτικό κομμάτι της ύπαρξής του και για να φτάσει σήμερα στο σημείο να θεωρείται αυτονόητη, πέρασε από πολλές δοκιμασίες.

Αρκετά χοντρικά, για τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό (μετάβαση εννοούμενη ως μια παρατεταμένη διαδικασία αλλαγών, πολύ αιματηρών, που άρχισαν από τα τέλη του 15ου και συνεχίστηκαν για τουλάχιστον δυόμιση αιώνες), δεν αρκούσε μόνο η πρωταρχική συσσώρευση (συσσώρευση και συγκέντρωση εργατών και κεφαλαίου). Ενδεικτικά, μπορούμε να αναφέρουμε ότι κάτι τέτοιο έγινε με την υποδούλωση των ιθαγενών της αμερικής και της αφρικής στον Νέο Κόσμο, με την ιδιωτικοποίηση των κοινών γαιών στη Δύση, αποστερώντας τα μέσα αυτοσυντήρησης των ευρωπαίων, με την καθυπόταξη των γυναικών στην αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού, με το κυνήγι μαγισσών. Χρειάστηκε όμως επιπλέον (χωρίς αυτό να μπαίνει εξισωτικά, αλλά σαν ένας ακόμη παράγοντας) και η μηχανοποίηση και πολιτικοποίηση του ανθρώπινου σώματος, η μετατροπή με λίγα λόγια του σώματος σε εργασιακή μηχανή[ref]Εκτός από τη μηχανοποίηση του σώματος (ανατομο-πολιτική του πληθυσμού), στην οποία βλέπουμε την εξουσία στραμμένη στο σώμα ως είδος, χρειαζόταν και η άσκηση της εξουσίας σε επίπεδο πληθυσμού, στραμμένη δηλαδή στο συνολικό σώμα: Οι εξαθλιωμένες μάζες, που μέχρι τότε ήταν αφημένες στην πείνα και στις αρρώστιες, που συχνά δεν ήταν καν καταχωρημένες σε επίσημα αρχεία, που κινούνταν στα όρια μεταξύ νομιμότητας και ανομίας, έπρεπε τώρα να αποτελέσουν το εργατικό δυναμικό της βιομηχανίας.[/ref]. Αυτό ήταν αναγκαίο, καθώς ήταν αντιληπτό ότι το σώμα ήταν φορέας της εργασιακής δύναμης, ήταν ένα πεδίο πολύ σοβαρής και ουσιαστικής επένδυσης. Δεν θα μπορούσε το σώμα που μέχρι τότε θεωρούνταν κάτι ιερό και με απόκρυφες αρετές, να περάσει σε μια σκληρή εργασιακή πειθαρχεία που επαφιόταν σε συμπεριφορές προβλέψιμες και ομοιόμορφες, παρά μόνο εάν «πέθαινε», εάν υποβιβαζόταν σε ένα απλό αυτόματο, σε μία μηχανή. Το σκοπό αυτό, εξυπηρέτησε η ανατομία, η οποία μετά τη μακρόχρονη περιθωριοποίησή της στο Μεσαίωνα, εμφανίζεται πια ως επιστήμη.

Έτσι, μπορούμε να αρχίσουμε από το ανατομικό εγχειρίδιο που δημοσιεύτηκε από τον Καρτέσιο το 1664 και ονομάζεται Πραγματεία περί του ανθρώπου. Εκεί αποτυπώνεται και η μεγάλη προσπάθεια μηχανοποίησης του σώματος, όταν για παράδειγμα ανθρώπινο σώμα αναφέρεται ως, «τούτη η μηχανή». Λέει χαρακτηριστικά…

«Θα ήθελα να συλλογιστείτε ότι όλες οι ιδιότητες που απέδωσα σε τούτη τη μηχανή είναι φυσικά επακόλουθα της προδιάθεσης των οργάνων -ούτε λίγο ούτε πολύ όπως ακριβώς και οι κινήσεις ενός ρολογιού ή ενός αυτομάτου ακολουθούν τη ρύθμιση που έχουν τα αντίβαρα και τα γρανάζια του».

Βλέπουμε εδώ, να ανοίγεται για πρώτη φορά το «βιβλίο της ανθρώπινης φύσης». Ανακαλύπτεται μια νέα αχαρτογράφητη γη και άρα ένα νέο πεδίο επένδυσης της αστικής τάξης που πρέπει πρώτα να εκτιμήσει με ακρίβεια τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά. Στην Ιταλία, και αλλού, τα δημόσια μαθήματα ανατομίας είχαν εξελιχθεί σε τελετουργίες που διαδραματίζονταν σε ειδικά σχεδιασμένους χώρους και είχαν φανερή ομοιότητα με θεατρικές παραστάσεις:

«Τα μαθήματα χωρίζονταν σε φάσεις… υπάρχει εισιτήριο και κατά τη διάρκεια της παράστασης εκτελούνται μουσικά προγράμματα για την ψυχαγωγία του κοινού… υπάρχουν παρόμοιοι κανονισμοί για τη συμπεριφορά και την επιμέλεια της «παραγωγής». (Giovanna Ferrari, 1987).

Στο «θέατρο της ανατομίας», λοιπόν, ο ανατόμος παρουσιάζει το σώμα ως ένα εργοστάσιο, δίνοντας ένα δημόσιο μάθημα ότι το σώμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία μηχανή.

Σε όλη αυτή τη διαδικασία, λοιπόν, το σώμα παρουσιάζεται ως μια ύλη αδρανής και στείρα, που για να μπορεί να ζήσει πρέπει να δουλεύει συνεχώς και πειθαρχημένα.

«Όταν ο Χομπς λέει «τι άλλο είναι η καρδιά, αν όχι ελατήριο και οι κλειδώσεις ισάριθμοι τροχοί» διακρίνουμε στα λόγια του ένα αστικό πνεύμα, για το ποίο όχι μόνο η εργασία είναι η συνθήκη και το κίνητρο της ύπαρξης του σώματος, αλλά και όλες οι σωματικές δυνάμεις οφείλουν να μετατραπούν σε δυνάμεις εργασιακές. […] Το σώμα έπρεπε να πεθάνει για να μπορέσει η εργασιακή δύναμη να ζήσει.»
Silvia Federici, O Κάλιμπαν και η μάγισσα. Γυναίκες σώμα και πρωταρχική συσσώρευση

Η διείσδυση στη μικροκλίμακα

Και αφού η εργασιακή δύναμη έζησε τελικά, η συνταγή της μηχανοποίησης και ο κατακερματισμός του σώματος συνέχισε να βαθαίνει όλο και περισσότερο στην εξέλιξη της ιστορίας. Βλέπουμε για παράδειγμα στην επιστήμη της βιολογίας στην οποία θέλουμε να εστιάσουμε, την τάση να διεισδύει όλο και περισσότερο στον μικρόκοσμο και στη μικροκλίμακα της ζωής.

Μετά το άνοιγμα του σώματος και την προσπάθεια κατανόησης των μηχανισμών του σε επίπεδο οργάνων, ακολουθεί μία δίχως τέλος διαδρομή στα όλο και μικρότερα συστατικά του σώματος. Στα τέλη του 18ου, η επιστημονική κοινότητα ζουμάρει για πρώτη φορά στα όργανα και ανακαλύπτει τον ιστό, τον οποίο βαφτίζει «θεμέλιο της κατασκευής των οργανισμών», μέχρι αυτή η θεωρία να καταρριφθεί κάποια χρόνια μετά (κυρίαρχα στα μέσα του 19ου ), όταν διατυπώθηκε η άποψη ότι το κύτταρο αποτελεί τη στοιχειώδη μορφολογική και λειτουργική μονάδα (Mathias Schleiden & Theodore Scwann, 1839). Και όσο η τεχνολογία του μικροσκοπίου εξελισσόταν, τόσο η αιτία της ύπαρξης της ζωής αναγόταν στο πιο μικρό θεμελιώδες συστατικό. Τα συστατικά του κυττάρου, οι πρωτεΐνες, το DNA, το γονίδιο, οι βάσεις του DNA, και δεν έχει τελειωμό (μάλλον…). Η πορεία αυτή συνοδεύτηκε και συνοδεύεται με Λόγους και «Αλήθειες» που παράγονται από την εξουσία των επιστημών προσπαθώντας να διαχειριστούν τη ζωή «από άκρη σε άκρη». Από τη στιγμή που το σώμα-μηχανή είναι αυτή η «συναρμολόγηση» των συστατικών σε επίπεδο νανομεγέθους και από τη στιγμή που αν δεν φροντίσεις τη μηχανή αυτή θα πάψει να λειτουργεί ή τουλάχιστον δε θα λειτουργεί τόσο καλά όσο του διπλανού σου, η επένδυση στο σώμα έφτασε στο σημείο να αποικίσει τα μικρότερα. Το DNA δεν θεωρείται πια ένας απλός φορέας των πληροφοριών που θα συνθέσει το κάθε μοναδικό σώμα, αλλά φορέας που επιδέχεται βελτίωσης και μάλιστα επιτακτικής. Αφού η χαρτογράφηση του ανθρωπίνου γονιδιώματος (2003) βρήκε ένα 3% ολόκληρου του DΝΑ ως υπεύθυνο για τα εξωτερικά μας χαρακτηριστικά, τις ασθένειες, αλλά και την ψυχοσύνθεσή μας[ref]Για περισσότερα σχετικά με το πρόγραμμα του ανθρωπίνου γονιδιώματος: «Το γονίδιο της κριτικής» εισήγηση στο φεστιβάλ του Game Over 2016.[/ref], ήρθε η ώρα που μπορούμε να πάρουμε «τη μοίρα» στα χέρια μας.

CRISPR Cas9: Τι είναι, τι υπόσχεται και τι πραγματικά κάνει

Ενώ η γενετική μηχανική έχει επιδοθεί ήδη από το 1970 στη γενετική τροποποίηση φυτών και ζώων, το 2012, η Jennifer Doudna, βιοχημικός στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, και η Emmanuella Charpentier, μικροβιολόγος του ινστιτούτου Max Plank, του Βερολίνου, ανακοίνωσαν ένα τεράστιο άλμα στη γενετική μηχανική, που μπορεί να αλλάξει τη ζωή των ανθρώπων πέρα ως πέρα. Πρόκειται για την τεχνική CRISPR Cas9[ref]Επεξηγηματικό βίντεο για τον τρόπο λειτουργίας της τεχνικής και των εφαρμογών της[/ref].

Η επιστημονική κοινότητα λοιπόν ανακάλυψε ένα ένζυμο (Cas9) που παράγει το βακτήριο Στρεπτόκοκκος, έτσι ώστε να αμύνεται από την εισβολή ιών. Το ένζυμο αυτό, συνοπτικά, κομματιάζει το γενετικό υλικού του ιού, και τα κομμάτια που δημιουργεί τα συνδέει με μία ακολουθία rna που έχει φτιάξει το ίδιο το βακτήριο. Με αυτόν τον τρόπο, το βακτήριο «ξεγελάει» τον ιό, ο οποίος αρχίζει και αντιγράφει το DNA του, το οποίο όμως… δεν είναι ακριβώς δικό του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πολλαπλασιαστεί. Πρόκειται για έναν εξαιρετικό φυσικό μηχανισμό άμυνας των βακτηρίων έναντι των ιών, που φυσικά οι γενετιστές δεν θα άφηναν ανεκμετάλλευτο. Η «επανάσταση» άρχισε όταν βρέθηκε ότι το ένζυμο αυτό, μπορεί να απομονωθεί και να λειτουργήσει σε όλους τους οργανισμούς, και(!) στον άνθρωπο. Ό,τι DNA του δώσεις, όπως ακριβώς έκανε και στο ιικό Dna, μπορεί να το σπάσει με ακρίβεια εκεί που θα το κατευθύνεις, και να τοποθετήσει τη γενετική ακολουθία που εσύ επιθυμείς.

Από το 2015, οι γενετιστές, κρατώντας αυτό το πολύτιμο εργαλείο στα χέρια τους, ακόμη και αν αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα στην τεχνική, υπόσχονται (για άλλη μια φορά) το τέλος των σωματικών και γενετικών ασθενειών (Αids, καρκίνος, σύνδρομο Down, νόσος Huntigton, θαλασσαιμίες κτλ). Αλλά, όπως λένε και πολλοί από αυτούς, γιατί να σταματήσουν εκεί;

Ακόμη και αν από την ίδια την επιστημονική κοινότητα, υπάρχουν «βιοηθικά διλλήματα», και έχει ανοίξει έναν debate αντιπαραθέσεων σχετικά με αυτά, γίνεται ντόρος για ένα σωρό προεκτάσεις της συγκεκριμένης τεχνικής της γενετικής μηχανικής. To 2016, Κινέζοι επιστήμονες, προσπάθησαν να φτιάξουν το πρώτο μωρό κατά παραγγελία (designer baby), και ακόμη και αν η τεχνική τους δεν τους έκανε ακριβώς τη χάρη, η προσπάθειες σε αυτή την κατεύθυνση είναι γεγονός. Ένας «θαυμαστός καινούριος κόσμος» απλώνεται μπροστά. Η υπόσχεση, δεν βλέπει μόνο στο σχεδιασμό εμβρύων απλώς απαλλαγμένων από γενετικές ασθένειες, αλλά και εμβρύων που θα επιλέγεις τα χαρακτηριστικά που θες και που οι γενετιστές έχουν δείξει ότι οφείλονται σε γονίδια. Χρώμα ματιών, χρώμα μαλλιών, μυϊκό σύστημα. Θα μπορούν, λένε, να βελτιώσουμε όλα τα χαρακτηριστικά που προσπαθούν να μας πείσουν ότι οφείλονται στο Dna. Η εξυπνάδα για παράδειγμα, παρουσιάζεται ως ένα αποτέλεσμα που οφείλεται κατά πολύ στην αλληλεπίδραση πολλών γονιδίων που τελικά είναι υπεύθυνα για την αποτύπωση ενός συγκεκριμένου «IQ». Τα γονίδια αυτά εντοπίζονται με συγκριτικές μελέτες μεταξύ ατόμων με υψηλό δείκτη νοημοσύνης (πάνω από 150)[ref]CGP (Cognitive Genomics Project) : Ερευνητικό πρόγραμμα που επικεντρώνεται στην κατανόηση της προέλευσης της νοημοσύνης διαμέσου του γονιδιώματος.[/ref] γεγονός που προφανώς χωράει τεράστια αμφισβήτηση για την επιστημονική μεθοδολογία. Από τη στιγμή που επιστημονική κοινότητα, λοιπόν, εντοπίζει γονίδια που σχετίζονται με τέτοια κοινωνικά χαρακτηριστικά, και από τη στιγμή που πια έχει στα χέρια της εργαλεία που μπορούν να τροποποιήσουν με ακρίβεια το γενετικό υλικό, νομιμοποιείται να υπόσχεται και την βελτίωσή τους. Πάντα γενετικά, πάντα πειστικά.

Το σημαντικό για εμάς, δεν είναι να εστιάσουμε στα τεχνικά προβλήματα που έχει η μέθοδος Crispr, τα οποία είναι πολλά αν αναλογιστούμε ότι ήδη υπάρχουν ως εμπόδια στον μικρόκοσμο των εργαστηρίων, αλλά να εστιάσουμε στο τι πραγματικά κάνει σε ιδεολογικό επίπεδο και τι εξυπηρετεί.

Εδώ, μπορούμε να δούμε τη σύγχρονη εφαρμογή της βιο-εξουσίας, από την πλέον κατάλληλη επιστήμη. Λέμε, λοιπόν, ότι η βιολογία ως επιστήμη που παράγει λόγους και αλήθειες, είναι φορέας εξουσίας και μάλιστα πολύ ισχυρός, καθώς είναι η επιστήμη αυτή που ασχολείται με την ίδια τη ζωή, στην οποία και έχει εστιάζει η σύγχρονη εξουσία. Οι τεχνολογίες της βιολογίας και συγκεκριμένα της γενετικής μηχανικής, αφού μιλάμε για την CRISPR, παράγουν επιθυμητά προϊόντα (θεραπείες ασθενειών, μωρά κατά παραγγελία, μακροζωία κτλ) και τα προϊόντα αυτά είναι επιθυμητά στο πλαίσιο που η εξουσία τρεις αιώνες τώρα επένδυσε στη ζωή και έθεσε τα υποκείμενα επιχειρηματίες των εαυτών τους που θα φροντίζουν τη ζωή τους όσο το δυνατόν περισσότερο σε ένα πλαίσιο συνεχούς αυτοπειθάρχησης και βελτίωσης του εαυτού. Βλέπουμε δηλαδή, ότι ο έλεγχος πάνω στο σώμα-μηχανή είναι τόσο σημαντικός, όσο ήταν τότε, στις αρχές του 18ου αιώνα. Στοχεύει σε σώματα πειθήνια, στην αύξηση των ικανοτήτων τους, στην απόσπαση των δυνάμεών τους. Με λίγα λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ανατομο-πολιτική του σώματος, διείσδυσε στο επίπεδο της μίας βάσης του Dna.

Επίλογος

Τελειώνοντας, μπορούμε να δούμε, ότι η εξουσία των επιστημών, και συγκεκριμένα της βιολογίας και της γενετικής μηχανικής, δεν κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που περιγράφηκε στη βιο-εξουσία, καθώς ούτως ή άλλως είναι δομικό της κομμάτι. Από τη μία, διεισδύει σε όλο και μικρότερη κλίμακα στο σώμα-μηχανή (ανατομο-πολιτική του σώματος) και ταυτόχρονα δρα σε ένα συνολικότερο επίπεδο διαχείρισης της ζωής του πληθυσμού, παράγοντας για παράδειγμα τα κατάλληλα εργαλεία για να φτιαχτούν οι εθνικές βάσεις δεδομένων Dna[ref]Αναλυτικότερα για τις εθνικές βάσεις DNA: το νέο πανοπτικό: νέες τεχνολογίες και επιτήρηση [μέρος 2], από «μητροπολιτικά συμβούλια αυτόνομων».
Ακόμη, για τις προσπάθειες της ελλάδας για την βελτιστοποίηση της εθνικής βάσης DNA και το βιοπολιτικό ρόλο της, παραθέτουμε το απόσπασμα από το «πρώτο θέμα»:
«Την επιτακτική ανάγκη δημιουργίας μιας πλήρους βάσης DNA, σε εθνικό αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο, υπογράμμισε και η προϊσταμένη Επιτελείου του Αρχηγείου της ΕΛΑΣ, αντιστράτηγος Ζαχαρούλα Τσιριγώτη. Επίσης, η κ. Τσιριγώτη πρόσθεσε ότι «χρειάζεται διεθνής καμπάνια ενημέρωσης που να παροτρύνει τους μετανάστες και πρόσφυγες να δίνουν δείγματα DNA στη σχετική βάση».[/ref], που δρουν και πολύ περισσότερο θα δράσουν ως ένας νέος τρόπος δημογραφίας (βιοπολιτική του πληθυσμού). Όσον αφορά στο ποιοι κερδίζουν από αυτό, η απάντηση γίνεται προφανής: Τα πειθαρχημένα και βελτιωμένα σώματα εξυπηρετούν τα αφεντικά και τη σταθερότητα του οικονομικού συστήματος, το οποίο παρόλες τις αντιφάσεις του καταφέρνει και επιβιώνει. Αυτό όμως, ίσως και να συμβαίνει στην έλλειψη της δικής μας κριτικής και των δικών μας αρνήσεων. Γι αυτό και στόχος της σημερινής εισήγησης, είναι να προσεγγίσουμε αυτές τις νέες τεχνολογίες κριτικά, γιατί μπορεί η CRISPR να ακούγεται ως νέο θαύμα, αλλά στην πραγματικότητα αυτό που κάνει είναι κάτι πολύ παραπάνω.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η βιοεξουσία ήταν ένα απαραίτητο βήμα για την ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Και αυτό γιατί δεν θα μπορούσε μια τέτοια μορφή οργάνωση της κοινωνίας να διασφαλιστεί, παρά με τίμημα την ελεγχόμενη ένταξη των σωμάτων στον μηχανισμό παραγωγής και μέσω μιας προσαρμογής των πληθυσμιακών φαινομένων στις οικονομικές διαδικασίες. Απαίτησε ωστόσο ακόμη περισσότερα. Χρειάστηκε την αύξηση των μεν και των δε, την ενίσχυση τους και συγχρόνως την ευχρηστία και την ευπείθεια τους. Χρειάστηκε μεθόδους εξουσίας, τις δυνάμεις, τις δεξιότητες, τη ζωή εν γένει, δίχως ωστόσο να δυσχεραίνουν την καθυπόταξη τους.»
Φουκώ, Η ιστορία της Σεξουαλικότητας, Η δίψα της γνώσης

]]>
Εισήγηση εκδήλωσης: Το τέλος της ιδιωτικότητας. Αυτοέκθεση και η εμπορευματοποίηση των προσωπικών δεδομένων. https://gameover.zp/2017/12/17/%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%ae%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%b5%ce%ba%ce%b4%ce%ae%ce%bb%cf%89%cf%83%ce%b7%cf%82-%cf%84%ce%bf-%cf%84%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b9%ce%b4%ce%b9%cf%89%cf%84/ Sun, 17 Dec 2017 10:53:25 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2510

Η έννοια της ιδιωτικότητας

“Πρόσφατες εφευρέσεις και νέες επιχειρηματικές μέθοδοι επισημαίνουν την ανάγκη ενός επόμενου βήματος για την προστασία της προσωπικότητας, και για την προστασία του ατομικού δικαιώματος “να αφήνεται κανείς μόνος”. Πολυάριθμες μηχανικές συσκευές απειλούν να επαληθεύσουν την πρόβλεψη πως “αυτά που ψιθυρίζονται στην ντουλάπα θα πρέπει να διακηρύττονται από τις ταράτσες”

Αυτά δήλωνε το 1890 ο δικηγόρος Louis Brandeis, από τη Βοστώνη, ο οποίος μαζί με τον συνεργάτη του, Samuel Warren, δημοσίευσαν το «Δικαίωμα στην Ιδιωτικότητα», το πρώτο σημαντικό νομικό κείμενο για την υπεράσπιση της ιδιωτικότητας. Η εφεύρεση στην οποία αναφερόταν δεν ήταν άλλη από τη φορητή φωτογραφική μηχανή και η επιχειρηματική μέθοδος που έπληττε το ατομικό δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, δεν ήταν άλλη από τη «δημοσιογραφία των παπαράτσι». Τα πολλαπλά περιστατικά παρενόχλησης της προσωπικής ζωής των διασημοτήτων, τα οποία συνοδεύονταν από τη διάδοση έντυπων λεπτομερειών δημιούργησαν την ανάγκη για αναθεώρηση της έννοιας της ιδιωτικότητας, ώστε να συμπεριλαμβάνει αυτό που ονομάστηκε το «δικαίωμα της προσωπικότητας του ατόμου». Το να μπορεί κανείς να προστατεύει, μαζί με την ιδιοκτησία και τη ζωή του, την έκφραση των συναισθημάτων και των σκέψεών του καθώς και τις ιδιωτικές του συζητήσεις.

Ας σημειώσουμε ξεκινώντας, ότι η ιδιωτικότητα σαν έννοια είναι αρκετά δύσκολη να οριστεί, γιατί εξαρτάται από τα αξιακά συστήματα και τα συμφέροντα εξουσίας κάθε περιόδου. Μέχρι τότε, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την έννοια της ιδιοκτησίας και το άσυλο που προσέφερε στον ιδιοκτήτη της, δηλαδή σε πρώτο στάδιο την αστική τάξη, από την παρεμβατικότητα του κράτους. Μια τεχνολογική καινοτομία, όπως αυτή της φωτογραφικής μηχανής, σε συνδυασμό με την αναδυόμενη εννόηση του εαυτού και της προσωπικότητας ως ανεξάρτητα στοιχεία του ατόμου, αποκομμένα από τις κοινωνικές του σχέσεις, έφεραν στην επιφάνεια την ανάγκη για εμπλουτισμό της ιδιωτικότητας με νέα χαρακτηριστικά.

Μερικές δεκαετίες αργότερα, κοντά στο 1930, ακόμα μία εφεύρεση, το προσωπικό τηλέφωνο και τα διευρυμένα τηλεφωνικά δίκτυα, δημιούργησαν μια νέα απειλή. Την τηλεφωνική υποκλοπή. Ενώ ο νόμος ήταν σαφής σε όσα αφορούσαν την εδαφική ιδιωτικότητα -ότι δηλαδή κανείς δεν μπορούσε να εισβάλει στην ιδιοκτησία ενός πολίτη, στο σπίτι του- ήταν θολό το κατά πόσο μπορούσε να υποκλέψει στοιχεία των ιδιωτικών του συζητήσεων τα οποία ούτως ή άλλως έβγαιναν από τα όρια του σπιτιού του, και ταξίδευαν χιλιόμετρα μέσα σε καλώδια. Ο ίδιος νομικός που αναφέραμε στην αρχή του κειμένου, ο Brandeis, όντας πλέον ανώτατος δικαστής, ερμήνευσε τη νομοθεσία στο πνεύμα της εποχής, σύμφωνα με τις βάσεις που ίδιος είχε βάλει, δημιουργώντας ακόμα μια νέα έννοια: την ιδιωτικότητα των τηλεπικοινωνιών.

Δεν είναι σκοπός μας εδώ να κάνουμε μια ιστορική αναδρομή της έννοιας της ιδιωτικότητας και των νομοθεσιών που την συνόδευσαν μέχρι σήμερα. Κάνουμε αυτήν την εισαγωγή για να επισημάνουμε δύο ζητήματα, τα οποία μας φάνηκαν ενδιαφέροντα και μας οδήγησαν στην επεξεργασία αυτού του θέματος.

Το πρώτο είναι πως, η ιδιωτικότητα και η προστασία της αλλάζει κάθε φορά που ένα νέο τεχνολογικό παράδειγμα εδραιώνεται και εφοδιάζει τις εκάστωτε εξουσίες με νέα εργαλεία επιβολής στα υποκείμενα που μπαίνουν στο στόχαστρο/ενδιαφέρον. Αυτό μας ενδιαφέρει ιδιαιτέρως, καθώς σαν ομάδα ασχολούμαστε καιρό με το ζήτημα της αλλαγής παραδείγματος, προσπαθώντας να το περιγράψουμε και να το φωτίσουμε από διαφορετικές πλευρές. Οι νέοι τρόποι παραβίασης της ιδιωτικότητας, που είναι σαφώς τέκνα της ψηφιοποίησης και της καθολικότητας των Η/Υ, βάζουν πολλά νέα ερωτήματα τα οποία θα δούμε παρακάτω.

Το δεύτερο σημείο έχει να κάνει με το δίπολο παραβίαση/προστασία, μέσα από το οποίο αναδύεται και μετασχηματίζεται διαρκώς η έννοια της ιδιωτικότητας. Είναι σημαντική αυτή η διαπίστωση, γιατί μας δίνει μια κατεύθυνση σχετικά με το αν, για ποιους και σε ποιο νοηματικό πλαίσιο κρίνουμε ότι αξίζει να υπερασπιστούμε ένα τέτοιο δικαίωμα. Απέναντι στο κράτος, απέναντι στα αφεντικά, στις εταιρίες, στους γιατρούς ή/και στους ψηφιακούς μας φίλους/ες; Αν η ιδιωτικότητα έρχεται στο προσκήνιο κάθε φορά που παραβιάζεται, είναι σημαντικό να δούμε τη θέση μας, συλλογικά και ατομικά, σε αυτήν την ιεραρχία επιβολής ελέγχου και εξουσίας.

Μορφές ιδιωτικότητας στο σήμερα.

Η έννοια της ιδιωτικότητας μέχρι στιγμής περιλαμβάνει τις παρακάτω διατυπώσεις[ref]Όπως συγκεντρώθηκαν στο πολύ βοηθητικό μπλογκ antiauthor.wordpress.com από την έκθεση του Electronic Privacy Information Center και της Privacy International. Επίσης ενδιαφέροντα sites αν θέλει κανείς να μάθει περισσότερα για το ζήτημα της πληροφοριακής ιδιωτικότητας.[/ref]:

  • Εδαφική ιδιωτικότητα (territorial privacy), που αφορά την οριοθέτηση ιδιωτικών χώρων, αλλά και χώρων όπως το περιβάλλον εργασίας ή η δημόσια σφαίρα. Η παρακολούθηση μέσω κυκλωμάτων τηλεόρασης (CCTV) και οι εξακριβώσεις στοιχείων, είναι ζητήματα που αφορούν την εδαφική ιδιωτικότητα. Μια σχετική μορφή ιδιωτικότητας, που αποκτά νόημα σήμερα με την εξέλιξη των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών, αφορά στην τοποθεσία του ατόμου (συστήματα GPS).
  • Τηλεπικοινωνιακή ιδιωτικότητα (communications privacy), η οποία καλύπτει την ασφάλεια και την ιδιωτικότητα αλληλογραφίας, τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, e-mail και άλλων μορφών επικοινωνίας.
  • Σωματική ιδιωτικότητα (bodily privacy), η οποία αφορά την προστασία του φυσικού εαυτού των ανθρώπων ενάντια σε επεμβατικές διαδικασίες, όπως γενετικοί και φαρμακευτικοί έλεγχοι ή σωματική ψηλάφηση.
  • Πληροφοριακή ιδιωτικότητα (informational privacy), η οποία περιλαμβάνει τη θέσπιση κανόνων που διέπουν τη συλλογή και την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως χρηματοπιστωτικές πληροφορίες, ιατρικά και κυβερνητικά αρχεία. Σε αυτό το σύνολο πληροφοριών αναφέρεται και η «προστασία (προσωπικών) δεδομένων»[ref]Θα λέγαμε ότι τα προσωπικά δεδομένα πλέον μπορεί να περιλαμβάνουν πληθώρα άλλων πληροφοριών, από τα δεδομένα των προφίλ στα social media μέχρι τα δεδομένα των ψηφιακών ιατρικών συσκευών που μπορεί να χρησιμοποιεί κανείς.[/ref].

Με την τελευταία μορφή ιδιωτικότητας θα ασχοληθούμε εδώ, κάνοντας μία υποσημείωση. Είναι ολοφάνερο ότι η καθολικότητα της ψηφιοποίησης έχει ολοκληρωτικά μεσολαβήσει τις τηλεπικοινωνίες. Επίσης εξαπλώνεται ταχύτατα και μετασχηματίζει τον δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο, από τη μία δημιουργώντας τις ψηφιακές τους προσομοιώσεις μέσα στις οποίες λαμβάνουν χώρα λειτουργίες που πριν γίνονταν στις “υλικές” -και ως τότε μοναδικές- τους εκδοχές και από την άλλη μετατρέποντας τα δρώμενα μέσα σε αυτούς σε πληροφορία που μπορεί να καταγραφεί, να μεταφερθεί και να αποθηκευτεί, μέσω του Internet of Things. Το τι κάνει κάποιος μέσα στο σπίτι του, ή σε μία πλατεία, εκπέμπεται σε bytes από τις διαδραστικές συσκευές που χρησιμοποιεί και φοράει, οι οποίες είναι διαρκώς συνδεδεμένες στο ίντερνετ ή/και μεταξύ τους. Τέλος, κάτι το οποίο δεν έχουμε ακόμα δει σε μεγάλο βαθμό, που όμως φαίνεται επίσης να προχωράει με μεγάλη ταχύτητα, είναι το ψηφιοποιημένο/ενισχυμένο σώμα. Και δεν εννοούμε τα Avatars. Εννοούμε αυτό που κωδικά ονομάζεται HumanPlus, και έχει να κάνει με την ενίσχυση του ανθρώπου είτε γενετικά είτε με διαφόρων ειδών εμφυτεύματα και πρόσθετα, με στόχο την αποτελεσματικότερη επικοινωνία και διάδραση με τις νέες μηχανές. Είναι ένα πολύπλοκο ζήτημα, το οποίο δε θα αναλύσουμε εδώ[ref]Για περισσότερα στο φετινό φεστιβάλ, τον Οκτώβριο του 2017.[/ref], το αναφέρουμε όμως γιατί έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει την έννοια της σωματικότητας.

Πού θέλουμε να καταλήξουμε; Στο ότι η «πληροφοριακή ιδιωτικότητα», ακριβώς λόγω της καθολικότητας του ψηφιακού παραδείγματος που αναφέραμε και των επιπτώσεων που έχει και θα έχει στον χώρο, τις τηλεπικοινωνίες και το σώμα, ίσως στο μέλλον να συμπεριλάβει μεγάλο μέρος των εννοιών της εδαφικής, τηλεπικοινωνιακής και σωματικής ιδιωτικότητας. Όπως είπαμε, οι τεχνολογικές καινοτομίες, όσα περισσότερα εργαλεία για επιβολή των εξουσιών παρέχουν, τόσο περισσότερο παραλλάσσουν τα πεδία της ιδιωτικότητας που χρήζουν υπεράσπισης.

Ας προχωρήσουμε όμως, και ας επιχειρήσουμε να καταλάβουμε τους λόγους για τους οποίους τα προσωπικά δεδομένα είναι τόσο πολύτιμα και με ποιους τρόπους αποσπώνται και χρησιμοποιούνται

Η εμπορευματοποίηση των προσωπικών δεδομένων

Υπάρχει μια κοινή πεποίθηση για τη δωρεάν φύση του ίντερνετ, μια πεποίθηση που είναι πέρα για πέρα λανθασμένη. Με αυτό δεν εννοούμε το μηνιαίο τέλος στους παρόχους σταθερής τηλεφωνίας και internet. Το κόστος αυτό είναι άμεσα συνδεδεμένο με το υλικό μέσο του «δικτύου των δικτύων» (καλώδια, οπτικές ίνες, καφάο του οτε κ.α.) και για αυτό το λόγο άμεσα αντιληπτό και κατανοητό έξοδο. Εννοούμε τις online υπηρεσίες όπως τις μηχανές αναζήτησης, τα social media, τους παρόχους email, τις εφαρμογές στα κινητά και πολλά άλλα καθημερινής χρήσης, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι δωρεάν! Αν δεν καταβάλουν οι χρήστες χρήματα σε κάποιον online λογαριασμό είναι γιατί πληρώνουν με κάτι διαφορετικό από χρήματα: με τα προσωπικά τους δεδομένα.

Η φράση αυτή είναι πέρα για πέρα κυριολεκτική. Είτε πρόκειται για site, είτε πρόκειται για εφαρμογή, είτε για μια online πλατφόρμα, παντού υπάρχει χώρος για διαφημίσεις. Οι υπηρεσίες αυτές λοιπόν λειτουργούν σαν ενδιάμεσοι οι οποίοι από την μία συλλέγουν προσωπικά δεδομένα από τους χρήστες και από την άλλη νοικιάζουν «χώρο» σε άλλες εταιρείες που θέλουν να διαφημίσουν κάποιο προϊόν. Η αποτελεσματικότητα της υπόθεσης έγκειται στη συλλογή των δεδομένων των χρηστών από τα οποία, με κατάλληλη επεξεργασία, θα προκύψουν τα προφίλ των χρηστών, τα οποία με τη σειρά τους θα οδηγήσουν στην εξατομικευμένη προώθηση των διαφημίσεων αυτών με βάση τις ιδιαίτερες προτιμήσεις του κάθε χρήστη και όχι «μαζικά» και «τυχαία» όπως αυτό σε ένα βαθμό συμβαίνει για παράδειγμα στην τηλεόραση και στις εφημερίδες.

Πρόκειται για αυτό που ονομάζεται εξατομικευμένη διαφήμιση. Όσον αφορά εταιρείες σαν τη google και τη facebook εκτιμάται ότι πάνω από το 90% των κερδών τους προέρχεται από την εξατομικευμένη διαφήμιση. Οι εταιρείες αυτές όμως δεν χρησιμοποιούν τις προσωπικές πληροφορίες των χρηστών μόνο για να τους πλασάρουν τις κατάλληλες διαφημίσεις. Στην πραγματικότητα η συλλογή και η επεξεργασία των στοιχείων που αφορούν τη χρήση της μιας ή της άλλης εφαρμογής βρίσκεται στην καρδιά της λειτουργίας τους. Η βελτίωση των προϊόντων αυτών μέσω της (συνειδητής ή μη) συνεισφοράς[ref]Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενεργητικής συνεισφοράς των χρηστών είναι η εθελοντική μετάφραση του Facebook σε 40 περίπου γλώσσες. Και μιλάμε για μια εταιρεία που η αξία της υπολογίζεται περί τα 350 δις δολάρια…[/ref] των χρηστών είναι εξίσου σημαντική, όπως π.χ. η δυνατότητα εξατομικευμένων επιλογών, η προστασία από κακόβουλο λογισμικό αλλά και πολλά άλλα.

Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η συλλογή των προσωπικών πληροφοριών είναι πολυδιάστατος και πολυποίκιλος. Οι αναζητήσεις στις μηχανές αναζήτησης, οι online αγορές, οι συζητήσεις σε forum, τα email και φυσικά η δραστηριότητα στα social media, όλα αποτελούν πεδίο συλλογής πληροφοριών[ref]Έχει από μόνο του το ενδιαφέρον να δει κανείς το εύρος των δυνατοτήτων που υπάρχουν για την συλλογή πληροφοριών είτε πρόκειται για το περιεχόμενο καθεαυτό που ανταλλάσουν οι χρήστες, είτε πρόκειται για “μεταδεδομένα” όπως π.χ. τοποθεσία, διάρκεια κλήσης, στοιχεία επαφών κ.α. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι όλα τα κουμπιά του τύπου “Like”, “Tweet”, “Pin” κλπ που χρησιμοποιούνται τόσο ευρέως. Αυτά λειτουργούν με cookies, μικρά αρχεία που αποθηκεύονται στον υπολογιστή για να βοηθούν στον εντοπισμό του χρήστη από το Facebook, το Tweeter ή το Pinterest αντίστοιχα σε κάθε site που επισκέπτεται.[/ref]. Υπάρχουν μάλιστα εταιρείες (harvesters) οι οποίες ειδικεύονται στη συλλογή πληροφοριών, οι οποίες με τη σειρά τους τις πουλάνε σε διαφημιστικές εταιρείες. Μία άλλη μεγάλη κατηγορία αποτελούν επίσης οι εφαρμογές στα κινητά, οι οποίες μάλιστα φαίνεται να αποτελούν προνομιακό πεδίο άντλησης πληροφοριών και κατά συνέπεια αύξησης των εσόδων από διαφημίσεις για τις εταιρείες.

Το 2014 τα έσοδα από online διαφημίσεις είχαν ήδη φτάσει σχεδόν τα 50 δις δολάρια μόνο για τις ηπα, αρκετά πιο πάνω από κάθε άλλο αμερικάνικο δίαυλο διαφημίσεων, όπως η καλωδιακή και η δορυφορική τηλεόραση (40,5 και 25.2 δις δολάρια αντίστοιχα). Επίσης ενδεικτική είναι η αυξανόμενη συνεισφορά των εσόδων από διαφημίσεις σε smartphones.

Το 2014 τα έσοδα από online διαφημίσεις είχαν ήδη φτάσει σχεδόν τα 50 δις δολάρια μόνο για τις ηπα, αρκετά πιο πάνω από κάθε άλλο αμερικάνικο δίαυλο διαφημίσεων, όπως η καλωδιακή και η δορυφορική τηλεόραση (40,5 και 25.2 δις δολάρια αντίστοιχα). Επίσης ενδεικτική είναι η αυξανόμενη συνεισφορά των εσόδων από διαφημίσεις σε smartphones.

Είναι προφανές ότι όλη αυτή η διαδικασία συλλογής προσωπικών δεδομένων δεν κινείται πάντα στα όρια της νομιμότητας. Ακόμα και όταν ο χρήστης καλείται να διαβάσει και να υπογράψει τους όρους χρήσης (κατάλληλα γραμμένους ώστε να απωθούν την ανάγνωση) για να χρησιμοποιήσει την εφαρμογή, σχεδόν πάντα αγνοεί την πραγματική διάσταση απουσίας της όποιας ιδιωτικότητας. Στους όρους χρήσης της gmail για παράδειγμα μπορεί κανείς να βρει αυτή τη χαρακτηριστική αναφορά «Τα αυτόματα συστήματά μας αναλύουν το περιεχόμενό σας (συμπεριλαμβανομένων των email) για να σας παρέχουν εξατομικευμένες δυνατότητες του παρεχόμενου προϊόντος, όπως αποτελέσματα αναζήτησης, εξατομικευμένη διαφήμιση και προστασία από ανεπιθύμητη αλληλογραφία και κακόβουλο λογισμικό.»[ref]Google explains exactly how it reads all your email, The Huffington Post, 15/06/14[/ref] [ref]Μια ενδιαφέρουσα δικαστική διαμάχη που έγινε γνωστή ως «Matera vs Google» αφορούσε το σκανάρισμα email από την google τα οποία προέρχονταν από χρήστες άλλων εταιρειών, οι οποίοι δεν έχουν συμφωνήσει με τους όρους χρήσης της google. Μάλιστα το σκανάρισμα αυτό λαμβάνει χώρα πριν καν το εκάστοτε email φτάσει σε ένα gmail inbox. Το αποτέλεσμα της δίκης ήταν να δεσμευτεί η google ότι ναι μεν θα σκανάρει αυτά τα email πριν φτάσουν σε ένα δικό της inbox για mailware και spam, αλλά μόνο όταν εισέρθουν στα εισερχόμενα των χρηστών της θα μπορεί να σκανάρει το περιεχόμενό τους και να χρησιμοποιεί το υλικό τους για διαφημιστικούς σκοπούς. Η χρονική αυτή διαφορά ορίζεται σε κάποια μιλισεκόντ και όπως καταλαβαίνει κανείς είναι ανεπαίσθητη από τον άνθρωπο.[/ref] Υπάρχει παρόλα αυτά κανείς και καμιά που γράφοντας ένα email σκέφτεται ότι το περιεχόμενο των μηνυμάτων σκανάρεται και γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας από τη google;

Μέσα από όλη αυτή τη συλλογή (και για χάρη κυρίως της διαφήμισης -αλλά όχι μόνο) δημιουργείται μια καινούργια αγορά: των προσωπικών δεδομένων. Είναι μάλιστα εντυπωσιακά τα χρηματικά μεγέθη που διακινούνται παγκοσμίως στην εξατομικευμένη ψηφιακή διαφήμιση, η οποία βασίζεται στην συλλογή και την επεξεργασία των προτιμήσεων και των συνηθειών του καθενός. Αλλά δεν είναι μόνο η παραβίαση της ιδιωτικότητας μέσω της οποίας λαμβάνει χώρα μια καινούργια αγορά. Το ίδιο συμβαίνει και με την προστασία της. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές online υπηρεσίες οι οποίες με την κατάλληλη αμοιβή υπόσχονται την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Και είναι απόλυτα λογικό. Όταν έχεις μοιράσεις τα κλειδιά του σπιτιού σου σε όλη τη γειτονιά, δεν μπορείς παρά να πληρώσεις για καινούργιες κλειδαριές. Μόνο που στην ψηφιακή εκδοχή τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο στον παραδοσιακό τρισδιάστατο χώρο και είναι αμφίβολο το κατά πόσο μπορεί να προστατευτεί (έστω και ελάχιστα) η ιδιωτικότητα.

Παλιές και νέες μορφές επιτήρησης στο ψηφιακό περιβάλλον

Η εμπορευματοποίηση των προσωπικών δεδομένων είναι στοιχείο το οποίο επιδέχεται κριτική από μόνο του. Παρόλα αυτά δεν είναι το μόνο και ίσως δεν είναι και το πιο σημαντικό. Η διαρκής ψηφιοποίηση των καθημερινών συνηθειών μέσα από την χρήση του διαδικτύου και εν συνεχεία η συλλογή/αποθήκευση και η επεξεργασία τέτοιων δεδομένων φτιάχνει το υπόστρωμα πάνω στο οποίο μπορούν να πατήσουν και να εξελιχθούν πολλοί διαφορετικοί τρόποι επιτήρησης και ελέγχου.

Σε αυτό το σημείο θα γίνει μια μικρή (και αναγκαστικά μερική) αναφορά σε πέντε πτυχές επιτήρησης που βλέπουμε να ξεδιπλώνονται αξιοποιώντας τα προσωπικά δεδομένα που βρίσκονται online. Η πρώτη αφορά την εκμετάλλευση της εργασίας ή τις ανθρώπινες δραστηριότητες που μπορούν να αξιοποιηθούν προς όφελος αυτής (της εκμετάλλευσης), η δεύτερη αφορά τις ασφαλιστικές εταιρίες και τον έλεγχο που ασκούν (ή οραματίζονται να) ασκούν πάνω στη ζωή του καθενός και της καθεμιάς, η τρίτη έχει να κάνει με τον έλεγχο της πληροφορίας κυρίως σε σχέση με την ενημέρωση/πληροφόρηση των χρηστών η τέταρτη αναφέρεται στην παραδοσιακή κρατική παρακολούθηση, η οποία καθώς φαίνεται βρίσκει τους τρόπους αξιοποιώντας τα προσωπικά δεδομένα να αναβαθμίζεται εκθετικά, και η τελευταία έχει να κάνει με την οριζόντια, από τα κάτω θα λέγαμε- αλληλοεπιτήρηση. Ξεκινώντας από την πρώτη μορφή επιτήρησης -αυτή που σχετίζεται με τον έλεγχο της εργασίας- ο τρόπος που γίνεται αντιληπτή είναι συνήθως υποκειμενικός και άμεσος. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για τις ασφαλιστικές εταιρείες. Στα επόμενα δύο παραδείγματα (πληροφόρηση και κρατική παρακολούθηση) η επιτήρηση, μαζί με τις προεκτάσεις και τις επιπτώσεις της σε ατομικό αλλά και συλλογικό επίπεδο, μπορεί να διαφεύγει εντελώς από την εμπειρία του χρήστη και να περνάει απαρατήρητη, καθώς φαίνεται να επικεντρώνεται όχι τόσο στον καθένα και στην καθεμιά προσωπικά, αλλά περισσότερο στο σύνολο των συμπεριφορών και στις τάσεις που αναδύονται.

_Το αδιάκριτο βλέμμα του αφεντικού

Προκειμένου να περιορίσει το φαινόμενο που θέλει τους εργοδότες να ζητούν από τους υποψήφιους για πρόσληψη πρόσβαση στο προφίλ τους στο Facebook με στόχο να σχηματίσουν πλήρη εικόνα γι’ αυτούς, η υπηρεσία τόνισε ότι η απαίτηση του κωδικού ενός χρήστη συνιστά παραβίαση των κανόνων χρήσης της.

Δύο χρόνια μετά την εν λόγω ανακοίνωση (2017) η facebook θα ανακοινώσει ότι σχεδιάζει να δώσει στους εργοδότες τη δυνατότητα να αναρτούν αγγελίες για την κάλυψη θέσεων εργασίας άμεσα στη σελίδα τους στο κοινωνικό δίκτυο, ενώ οι χρήστες θα μπορούν να κάνουν αίτηση γι’ αυτές τις θέσεις μέσω του facebook. Οι αιτήσεις των χρηστών θα αποστέλλονται -μαζί με τα στοιχεία που έχουν εισάγει στο κοινωνικό δίκτυο- στους εργοδότες μέσω Messenger, ενώ το facebook ελπίζει πως έπειτα οι εργοδότες και τα άτομα που επιθυμούν να εργαστούν γι’ αυτούς θα συνεχίσουν την επικοινωνία από το Messenger μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Πέρα από το προφανές της υπόθεσης που σχετίζεται με τον ανταγωνισμό της facebook με άλλες πλατφόρμες επαγγελματικής δικτύωσης και αναζήτησης εργασίας, όπως το linkedin, το παράδειγμα αυτό φωτίζει με χαρακτηριστικό τρόπο τους νέους τρόπους που δημιουργούνται για χάρη της επιτήρησης σε σχέση με την εργασία από τα αφεντικά. Η μία όψη αυτής της επιτήρησης (και η πιο συζητημένη) είναι η άμεση επιτήρηση των post των εργαζομένων. Μια λάθος κουβέντα για τη δουλειά, μια γκρίνια, ή η παραδοχή λούφας κατά την ώρα εργασίας, μπορεί να οδηγήσει άμεσα στο κατσάδιασμα, ακόμα και στην απόλυση[ref]Αρκεί κανείς να κάνει μια πρόχειρη αναζήτηση στο ιντερνετ για να διαπιστώσει πόσες πολλές περιπτώσεις υπάρχουν, κατά τις οποίες το αφεντικό «πιάνει στα πράσα» τον εργαζόμενό του μέσα από τα ποσταρίσματά του στα social media. Παρότι το φαινόμενο σε πρώτη ματιά φαντάζει κωμικό, οι επιπτώσεις δεν είναι καθόλου αστείες…[/ref].

Η άλλη πλευρά, ή έμμεση και ίσως και η πιο ουσιαστική, αφορά στην αντιμετώπιση από τα αφεντικά (και κατ’ επέκταση και από τους εργαζόμενους τους ίδιους) των online προφίλ τους, ως συνέχεια του βιογραφικού. Το προφίλ σε κάποιο δίκτυο, όμως, δεν έχει δημιουργηθεί για να περιέχει μόνο εκείνες τις πτυχές της καθημερινής δραστηριότητας που θα βοηθήσουν στην εύρεση εργασίας, ή έστω θα είναι κατάλληλες για τα μάτια του αφεντικού ή του προϊστάμενου (ενδεχομένως και των συναδέλφων). Για να καταφέρει το προφίλ να «καλύπτει τα στάνταρ» αυτά, προϋποτίθεται η καθημερινή αυτοεπιτήρηση στο πώς χειρίζεται κανείς το προφίλ του, ενδεχομένως το ίδιο εκείνο προφίλ που χρησιμοποιεί για να επικοινωνεί με τους φίλους του. Αν λάβει κανείς υπόψη το εύρος των καθημερινών συνηθειών και των ενδιαφερόντων που μοιράζονται οι χρήστες online, θα διαπιστώσει ότι τα προφίλ δεν είναι απλά μια επιλεκτική έκθεση των κοινωνικών σχέσεων και πρακτικών, αλλά υπάρχει μια αλληλεπίδραση η οποία λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις: η online συμπεριφορά επηρεάζει και επιδρά στην offline τέτοια. Υπό αυτό το πρίσμα η εισβολή του αδιάκριτου βλέμματος του προϊστάμενου στη ζωή του εργαζομένου (και μάλιστα με την υποθετική συγκατάθεση του) επεκτείνει την εργοδοτική επιτήρηση πέρα και έξω από τον εργάσιμο χρόνο και μπορεί να δημιουργεί ένα ασφυκτικό έλεγχο, ο οποίος όμως παρουσιάζεται άμεσα σαν τέτοιος, μόνο όταν η προληπτική αυτοεπιτήρηση κάνει το λάθος της (ξεχαστεί) και δώσει την αφορμή. Ακόμα και σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο χρήστης είναι τόσο επιμελής που χρησιμοποιεί πολλαπλά προφίλ ανάλογα την περίσταση, η καθημερινή επαγρύπνηση που απαιτείται για την διαφορετική τροφοδότηση όλων αυτών (και η μη συσχέτισή τους), δεν είναι καθόλου αμελητέα και εν τέλει δεν μειώνει καθόλου την αυτοεπιτήρηση που απαιτείται.

_Η εξατομικευμένη ασφάλιση

Για όλες τις ασφαλιστικές, η μαζική συλλογή και η επεξεργασία δεδομένων – Big Data – αποτελεί ήδη τον αναμφισβήτητο καταλύτη για την ανάπτυξη.[ref]Τα λόγια είναι του Louis de Broglie, ιδρυτή της ασφαλιστικής start-up εταιρείας Inspeer. Πρόκειται για την πρώτη «peer-to-peer» γαλλική πλατφόρμα ασφάλισης.[/ref]

Για τις ασφαλιστικές εταιρείες αυτό που έχει σημασία είναι η όσο το δυνατόν αύξηση της διαφοράς ανάμεσα στις συνολικές εισφορές των ασφαλισμένων τους και στις συνολικές παροχές που παίρνουν πίσω. Γιατί από εκεί βγαίνει το κέρδος. Αυτό ονομάζεται «σχέση κινδύνου-απόδοσης» (risk-return ratio) από τους ειδικούς. Υπό αυτό το πρίσμα, η συλλογή πληροφοριών που θα οδηγήσουν στον περιορισμό αυτού του ρίσκου αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για αυτές τις εταιρείες. Ένας μάνατζερ στον τομέα των ασφαλιστικών[ref]Πρόκειται για τον Eric Froidefond.[/ref] το είχε συνοψίσει ως εξής: «Ο πρώτος που θα διαχειριστεί τη συλλογή και την ανάλυση των δεδομένων θα είναι σε θέση να διασφαλίσει ότι θα έχει μόνο καλούς κινδύνους». Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο οι ασφαλιστικές εταιρείες διεθνώς έχουν ξεκινήσει μια κούρσα συλλογής προσωπικών δεδομένων κάθε είδους (από ιατρικά ιστορικά, μέχρι τις καθημερινές συνήθειες) των ασφαλισμένων. Είναι μάλιστα τόσο κομβικής σημασίας η κατοχή τέτοιου είδους πληροφοριών, ώστε δεν επαναπαύονται στο να τις αγοράζουν από άλλους και για αυτό το λόγο φτιάχνουν τις δικές τους βάσεις δεδομένων.

Η συλλογή των δεδομένων αυτών βέβαια δεν γίνεται πάντα «κάτω απ’ το τραπέζι». Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι ασφαλισμένοι οι οποίοι για χάρη κάποιας έκπτωσης (ή έστω ενδεχόμενης έκπτωσης) στα ασφάλιστρα διαθέτουν εθελοντικά τα προσωπικά τους δεδομένα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρακτική «πλήρωνε όπως οδηγείς» (pay how you drive), η οποία ξεκινώντας από την αμερική έχει απλωθεί ήδη σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Σύμφωνα με τη γερμανική Αllianz για παράδειγμα, αν δεχθείς να εγκαταστήσεις μια συσκευή στο αυτοκίνητό σου που καταγράφει την οδηγική σου συμπεριφορά, σου προσφέρει μέχρι και 30% έκπτωση στα ετήσια ασφάλιστρα (με την προϋπόθεση πάντα ότι δεν περνάς το όριο ταχύτητας, δεν κάνεις επικίνδυνες αναστροφές και όλα τα σχετικά). Πρόκειται για μια καθαρά εξατομικευμένη λογική ασφάλισης[ref]Στη μαζική/κρατική μορφή της ασφάλισης υπάρχει η λογική ότι τα ταμία θα γεμίζουν «αναλογικά» από όλους και θα επιστρέφουν «άνισα» στους ασφαλισμένους ανάλογα με τις ανάγκες και τα προβλήματα που τους προκύπτουν. Το «αναλογικά» και το «άνισα», έχουν τη σημασία τους, καθότι ανάλογα το ύψος του μισθού (ή των εισοδημάτων για τα αφεντικά) ανεβαίνει και η συμμετοχή στο ασφαλιστικό ταμείο. Έτσι επιτυγχάνεται ένα είδος αναδιανομής σύμφωνα με τις «ανάγκες» πλέον του κάθε ασφαλισμένου και όχι σύμφωνα με τις εισφορές του. Το οποίο είναι σωστό, αν το κοιτάει κανείς από εργατική σκοπιά. Τα αφεντικά φυσικά έχουν άλλη γνώμη.[/ref], η οποία ταιριάζει απόλυτα με το φιλελεύθερο «ό,τι πληρώνεις παίρνεις» ή πιο συνηθισμένα: «γιατί να πληρώνω εγώ για τον άλλο που δεν οδηγεί προσεκτικά» ή «δεν κάνει υγιεινή ζωή» κ.ο.κ.

Ένα άλλο παράδειγμα εξατομικευμένης ασφάλισης το οποίο πλασάρεται και με μια εσάνς αλληλοβοήθειας[ref]Πρόκειται για μια αναφορά στο παρελθόν όπου οι άνθρωποι «ούτως ή άλλως αυτό έκαναν». Κατά τη γνώμη μας, αυτές οι αναφορές δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια χυδαία προσπάθεια ιδιοποίησης της ιστορίας της εργατικής αλληλεγγύης, πριν αναλάβουν τα κράτη να φτιάξουν δημόσια ασφαλιστικά ταμεία.[/ref] είναι η peer-to-peer ασφάλιση. Η ονομασία «peer-to-peer» (P2P) ή «ομότιμη» στα ελληνικά, όπως μπορεί να φανταστεί κανείς προέρχεται από τα αντίστοιχα P2P δίκτυα του διαδικτύου τα οποία σχεδιάστηκαν για να μοιράζονται «ισότιμα» οι διαφορετικοί κόμβοι τους πόρους τους. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να πει κανείς ότι συμβαίνει και στα P2P δίκτυα ασφάλισης (υγείας, σπιτιού, αυτοκινήτου ή οτιδήποτε άλλου), ή τουλάχιστον έτσι το πουλάνε οι εν λόγω εταιρείες. Αντί λοιπόν ο καθένας να ασφαλίζεται μόνος του, ασφαλίζεται μαζί με άλλους, με απώτερο στόχο να μοιραστούν το κόστος της ασφάλισης και αντίστοιχα να μειώσουν το ενδεχόμενο να δώσουν ο καθένας ξεχωριστά πολλά λεφτά τα οποία μπορεί να μην χρειαστεί να επιστραφούν από την ασφαλιστική ως παροχές. Παρότι έχει το ειδικό ενδιαφέρον του αυτός ο νέος (ιδιωτικός πάντα) τρόπος ασφάλισης εδώ θα ασχοληθούμε αποκλειστικά με μια συγκεκριμένη πλευρά του: τη διαφάνεια. Ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι εταιρείες αυτές στα διαφημιστικά τους σλόγκαν είναι και το ότι υπάρχει πλήρης διαφάνεια, καθώς οι ασφαλισμένοι γνωρίζουν πόσα διαθέτει ο καθένας υπό μορφή ασφάλιστρων, πόσο συχνά έχει ανάγκη τη συνδρομή άλλων χρηστών του δικτύου (και για ποιο λόγο) ή πόσο συνδράμει αυτός στις ανάγκες των άλλων. Με ένα τρόπο δηλαδή ο έλεγχος ξεφεύγει από την εταιρεία, η οποία παρουσιάζεται απλά σαν διαχειριστής, και διαχέεται ανάμεσα στους ασφαλισμένους, υπό τη μορφή της αλληλοεπιτήρησης.

Η εξατομικευμένη ασφάλιση όμως περισσότερο από την αλληλοεπιτήριση στοχεύει στην αυτοεπιτήρηση. Το παράδειγμα που αναφέραμε πριν για την ασφάλεια αυτοκινήτων είναι χαρακτηριστικό. Ο οδηγός ξέρει ότι όσο περισσότερες απροσεξίες κάνει στο τιμόνι, τόσο περισσότερα θα πληρώσει. Η διαφορά με το προηγούμενο μοντέλο «ανταποδοτικής» ασφάλειας στα αυτοκίνητα ήταν ότι ο οδηγός πλήρωνε αυξημένα ασφάλιστρα μόνο όταν έκανε το λάθος. Σε περίπτωση τροχαίου δηλαδή. Στο καινούργιο παράδειγμα ο οδηγός πληρώνει την πιθανότητα να κάνει το λάθος, καθώς το ότι έκανε μερικές υπερβάσεις του ορίου ταχύτητας αυτό δεν οδηγεί νομοτελειακά στο ότι θα τρακάρει.

Η αυτοεπιτήρηση που απορρέει μέσα από τη σύνδεση συμπεριφοράς-ασφαλίστρων (σε πραγματικό χρόνο – και όχι εκ των υστέρων) είναι κάτι καινούργιο και παρότι μπορεί στην ασφάλεια αυτοκινήτου να είναι ήδη παρούσα, σε άλλες μορφές ασφάλισης (π.χ. υγείας) χρειάζονται πολύ περισσότερα από ένα κουτί που θα συνδέεται με τον «εγκέφαλο» του αυτοκινήτου. Η λύση σε αυτό, εκτιμάνε οι ειδικοί, ότι θα δοθεί μέσα από την περεταίρω ανάπτυξη του «Internet of Things» (IoT) και των διάφορων «whearables». Φανταστείτε πόσες δυνατότητες ανοίγονται όταν όχι μόνο οι εικονικές συμπεριφορές μπορούν να καταγράφονται και να προσφέρονται για συμπεράσματα, αλλά και η συμπεριφορά στον τρισδιάστατο χώρο, μέσα από τις πληροφορίες που θα παρέχονται από τις ηλεκτρικές συσκευές τους σπιτιού. Πολύ περισσότερο δε από φορητές συσκευές τύπου self-monitoring (ήδη σε ένα βαθμό διαδεδομένες), οι οποίες είναι σε θέση να καταγράφουν απευθείας τα δεδομένα που αφορούν τη σωματική άσκηση και την κατάσταση της υγείας (όπως αποστάσεις εβδομαδιαίου ή μηνιαίου περπατήματος, πίεση του αίματος, χτύποι της καρδιάς κ.α.).

_Εξατομικευμένη πληροφόρηση & ενημέρωση

To 2012 ανακοινώθηκε μια έρευνα που έγινε σε συνεργασία της facebook και ενός αμερικάνικου πανεπιστημίου, με ενδεχόμενη χρηματοδότηση από τον αμερικάνικο στρατό (αυτό δεν έχει ξεκαθαριστεί) η οποία ήταν η εξής: σε ένα τυχαίο δείγμα χρηστών του facebook (περίπου 689.000) και για διάστημα μιας εβδομάδας χρησιμοποιήθηκε ένα αλγοριθμικό φίλτρο το οποίο «έκοβε» ειδήσεις από το newsfeed των εν λόγω χρηστών. Τα πειραματόζωα είχαν χωριστεί από τους ερευνητές σε δύο ομάδες, στις οποίες το κριτήριο του φιλτραρίσματος ήταν διαφορετικό: στη μία ομάδα έκοβε ειδήσεις που περιείχαν «θετικές» λέξεις και στην άλλη ομάδα έκοβε ειδήσεις που περιείχαν «αρνητικές» λέξεις. Το ερευνητικό ερώτημα αφορούσε το κατά πόσο επηρεάζουν ψυχολογικά τους χρήστες (και το τι στέλνουν οι ίδιοι) οι ειδήσεις που δέχονται. Φυσικά και τα αποτελέσματα ήταν αυτά που έπρεπε: όσοι δέχονταν θετικές ειδήσεις, έστελναν θετικές ειδήσεις και όσοι δέχονταν αρνητικές ειδήσεις έστελναν στους ιντερνετικούς φίλους τους εξίσου αρνητικές ειδήσεις.

Ο λόγος για τον οποίο η έρευνα αυτή απέκτησε κάποια δημοσιότητα, δεν ήταν ούτε για τα πρωτοφανή της ευρήματα (σιγά!), ούτε για την εγκυρότητά της (πώς λειτουργεί το μέσο αν όχι με επαναλαμβανόμενα resend;), ούτε για το μεγάλο μέγεθος του δείγματος (όντως εντυπωσιακό), αλλά για έναν απλούστατο λόγο: ότι έγινε χωρίς τη συγκατάθεση των ίδιων των χρηστών. Όσον αφορά το θέμα μας αυτό που έχει το ενδιαφέρον του είναι το γεγονός ότι η facebook έχει την εξουσία να ελέγχει τι βλέπουν και τι διαβάζουν οι χρήστες και μάλιστα όσο περισσότεροι ενημερώνονται αποκλειστικά από εκεί, τόσο περισσότερη αξία αποκτάει αυτή η δυνατότητα ελέγχου. Γίνεται λοιπόν εμφανές ότι το γυαλιστερό περίβλημα της εξατομικευμένη ενημέρωσης, όπου ο καθένας έχει τη δική του, με βάση τα δικά του ενδιαφέροντα, προσωπική πληροφόρηση, καταρρέει εμφατικά κάτω από τη συνειδητοποίηση της εξουσίας που έχει ο κάτοχος των αλγορίθμων. Ή μήπως όχι; Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για τις μηχανές αναζήτησης ευρείας χρήσης, αλλά προς το παρόν το μόνο που κυριαρχεί είναι μια περιθωριακή γκρίνια από κάποιους που δεν καταφέρνουν να ανεβαίνουν ψηλά στα αποτελέσματα αναζήτησης της google.

Πιο πρόσφατο παράδειγμα αποτέλεσε το ζήτημα με τις ψευδείς ειδήσεις οι οποίες παρουσιάστηκαν σαν καταλυτικές για το αποτέλεσμα των τελευταίων αμερικανικών εκλογών. Σύμφωνα με αυτήν την υπόθεση συγκεκριμένες ιστοσελίδες «έκαναν επάγγελμα» τη διασπορά ψευδών ειδήσεων (κατά κανόνα ρατσιστικών και συνωμοσιολογικών) με σκοπό να κερδίσουν χρήματα μέσω της αύξησης της επισκεψιμότητας στις ιστοσελίδες τους[ref]Τα έσοδα προκύπτουν από τις διαφημίσεις. Όσο περισσότεροι επισκέπτονται τα εν λόγω site (μέσα από το sharing στα social media), τόσο πιο ακριβά νοικιάζουν τον χώρο τους για διαφημίσεις.[/ref]. Ούτε σε αυτήν την περίπτωση γεννήθηκε κάποιου είδους μαζική αποστασιοποίηση από την εξατομικευμένη ενημέρωση μέσω του facebook εν προκειμένω. Ίσως γιατί οι ίδιοι οι χρήστες ήταν που τις μοιράζονταν αυτές τις ειδήσεις μεταξύ τους…

Και τα δύο παραδείγματα μαζί προσφέρουν μια πρώτη νύξη για το πώς μπορεί να γίνεται πλέον η χειραγώγηση σε μαζική κλίμακα μέσα από τέτοιες πλατφόρμες ψηφιακής δικτύωσης. Είτε αυτή η χειραγώγηση γίνεται «από τα πάνω», πειράζοντας τους αλγορίθμους, είτε «από τα κάτω» διασπείροντας μεθοδικά ψευδή περιεχόμενα. Εκεί όμως που η χειραγώγηση γίνεται τέχνη και μάλιστα χάρη στην αξιοποίηση των προσωπικών δεδομένων είναι στο κομμάτι της διαφήμισης. Αλλά σε αυτό έχουμε ήδη αναφερθεί.

_Η κρατική επιτήρηση

Όλη αυτή η πολυδιάστατη διαδικασία συλλογής προσωπικών δεδομένων όπως περιγράφηκε προηγουμένως δεν θα μπορούσε παρά να χρησιμοποιηθεί και από τους παραδοσιακούς κρατικούς μηχανισμούς επιτήρησης και ελέγχου. Είναι μάλιστα τόσο μεγάλο το μερίδιο του κοινωνικού πλούτου που βρίσκεται ψηφιοποιημένο (ή υπό καθημερινή ψηφιοποίηση), ώστε θα ήταν μάλλον ευνόητο για τα κράτη να επιδιώξουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την πρόσβαση σε αυτού του είδους τις πληροφορίες. Ειδικά μετά την 11η Σεπτεμβρίου και την πτώση των δίδυμων πύργων, φαίνεται πως η ψηφιακή παρακολούθηση από τις μυστικές υπηρεσίες άρχισε να διευρύνεται εκθετικά χρόνο με το χρόνο.

Το 2013 ο Έντουαρντ Σνόουντεν δημοσιοποίησε απόρρητες πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες οι αμερικάνικες και οι βρετανικές μυστικές πληροφορίες παρακολουθούσαν μαζικά την κίνηση στο διαδίκτυο είτε πρόκειται για δικούς τους υπηκόους, είτε όχι. O Σνόουντεν έδειξε ότι η παρακολούθηση από τις υπηρεσίες αυτές γίνεται κατά βάση με δύο τρόπους. Ο ένας είναι μέσα από την πρόσβαση κατευθείαν στους σέρβερς των εταιριών όπως η microsoft, η yahoo, η google, η apple, η skype, η youtube κ.α. Ο άλλος τρόπος είναι η υποκλοπή «στο σωρό» των πληροφοριών κατευθείαν από τα καλώδια οπτικών ινών μέσα από τα οποία περνάνε (συνήθως σε κεντρικά σημεία και διακλαδώσεις, όπως η περίπτωση της Κορνουάλης[ref]Καθώς οι πληροφορίες ταξιδεύουν μέσα από οπτικές ίνες, κάθε περίπου 50 μίλια (80 km) το σήμα τους γίνεται ασθενές και χρειάζεται επανεκπομπή. Σε ένα τέτοιο ευάλωτο σημείο, στην Κορνουάλη, στη νοτιοδυτική αγγλία, κοντά στο σημείο όπου βρίσκεται ο κόμβος από τον οποίο περνάνε τα καλώδια οπτικών ινών που συνδέουν τα δίκτυα της βρετανίας με αυτά της βόρειας αμερικής και της βόρειας και δυτικής ευρώπης υπάρχει ένας σταθμός της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών GCHQ (Government Communications Headquarters). Εκεί είχε τοποθετηθεί ένα σύστημα με τη βοήθεια του οποίου δημιουργούνταν αντίγραφα των πληροφοριών που μεταφέρονταν. Βασικός στόχος του προγράμματος ήταν η μαζική συλλογή φωτογραφιών από webcams που χρησιμοποιούσαν οι χρήστες μέσω ενός προγράμματος της yahoo. Η επιχείρηση αυτή είχε ονομαστεί «Optic Nerve Program».[/ref]). Το περιεχόμενο των υποκλοπών επίσης είναι δύο κατηγοριών. Το ένα αφορά τα δεδομένα (κείμενα, ηχητικά, εικόνες ή βίντεο που ανταλλάσσουν οι χρήστες μεταξύ τους) και το άλλο τα μεταδεδομένα (συνοδευτικές πληροφορίες όπως στοιχεία αποστολέα-παραλήπτη, τοποθεσία, διάρκεια κλήσεων, στοιχεία επαφών κ.α.). Και τα δύο είναι εξίσου χρήσιμα και «ποθητά» από τις μυστικές υπηρεσίες.

Το «σκάνδαλο των υποκλοπών» παρότι παρήγαγε πολύ θόρυβο, δεν οδήγησε σε μια γενικευμένη αποστασιοποίηση ή έστω καχυποψία στην χρήση των ψηφιακών μέσων. Τέσσερα χρόνια αργότερα (2017) διέρρευσαν από τα Wikileaks έγγραφα τα οποία αποκαλύπτουν τρόπους με τους οποίους οι αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες είναι σε θέση να «χακάρουν» ένα σωρό από ηλεκτρονικές συσκευές (μέχρι και αυτοκίνητα), ώστε να τις ελέγχουν από μακριά, να παρακολουθούν τους χρήστες τους και να αποσπούν πληροφορίες. Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν σε αυτήν τη δεύτερη περίπτωση ήταν αισθητά μικρότερες.

_“Περιβάλλοντα επίγνωσης”. Το οριζόντιο δίκτυο της αλληλοεπιτήρησης.

Αν φέρναμε στο μυαλό μας την παραδοσιακή μορφή επιτήρησης, αρκετά πριν από την ψηφιακή εποχή, θα μπορούσαμε να την απεικονίσουμε ίσως με μια πυραμίδα. Ξεκινώντας από τα πάνω, ο έλεγχος οργανωνόταν με τρόπο βαθμιδωτό, με συγκεκριμένες ιεραρχίες και μέσα επιβολής. Με την εξάπλωση των νέων μέσων, με τη δημιουργία του εικονικού δημόσιου και προσωπικού χώρου, αυτή η δομή φαίνεται να έχει αλλάξει. Θα μπορούσαμε να τη δούμε περισσότερο στο σήμερα σαν ένα δίκτυο στο οποίο οι χρήστες αποτελούν κόμβους, που με τη σειρά τους είναι διαρκώς συνδεδεμένοι μεταξύ τους με διαρκείς ροές πληροφοριών. Πληροφορίες που αφορούν τόσο τη δημόσια όσο και την προσωπική ζωή του κάθε χρήστη. Από το τι ψωνίζει, στο πού δουλεύει, πώς νιώθει, τι μάρκα είναι οι συσκευές του σπιτιού του αλλά και τι σχέση έχει με άλλους κόμβους του ίδιου δικτύου. Αρκεί κάποιος να συνδεθεί με τον σωστό τρόπο σε αυτό το δίκτυο, όπως αναφέραμε νωρίτερα, και όλη η πληροφορία είναι εκεί, διαθέσιμη. Είτε είσαι απλός χρήστης, είτε υπάλληλος εταιρίας συλλογής προσωπικών δεδομένων (άνθρωπος ή botάκι), είτε κρατικός υπάλληλος των μυστικών υπηρεσιών, είτε χάκερ, το ζήτημα είναι να βρεις τον σωστό δρόμο για τις επιθυμητές πληροφορίες. Νόμιμα ή παράνομα, αρκεί να γίνει κανείς ένας ακόμα κόμβος.

Το περιβάλλον που διαμορφώνεται από αυτήν την αρχιτεκτονική του δικτύου, κυρίως με το πέρασμα από web 1 στο web 2[ref]Το πέρασμα από το web 1 στο web 2 είχε να κάνει με μια αλλαγή στην αρχιτεκτονική του δικτύου ώστε να μπορεί να υποστηρίξει ευκολότερα διαδραστικές εφαρμογές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η παραδοσιακή εγκυκλοπαίδεια η οποία υπήρχε σαν βάση δεδομένων και μπορούσε κανείς να διαβάσει το περιεχόμενο, σε αντιπαραβολή με την Wikipedia στην οποία οι χρήστες μπορούν να παρέμβουν ταυτόχρονα και στο περιεχόμενο.[/ref], έχει σαν βασικό χαρακτηριστικό, αυτό που οι ειδικοί ονομάζουν “ambient awareness”. Ο όρος αυτός, στα ελληνικά μεταφραζόμενος ως “περιβάλλον επίγνωσης” ή πιο σωστά “επίγνωση περιβάλλοντος”, είναι σχετικά καινούργιος και άμεσα συνδεδεμένος με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πρόκειται για το περιβάλλον μέσα στο οποίο οι χρήστες αποκτούν μια αίσθηση διαρκούς επίγνωσης των κινήσεων, των αλλαγών και των επιλογών όσων κινούνται μέσα σε αυτά (υπόλοιποι χρήστες), η οποία -επίγνωση- δεν στηρίζεται στην προσωπική επαφή μαζί τους αλλά στη διαρκή ροή, αναμετάδοση και δημοσιοποίηση των προσωπικών τους πληροφοριών. Κάτι σαν ένα τεράστιο πίνακα αναχωρήσεων σε ένα αεροδρόμιο όπου πέρα από την πτήση του ο καθένας βλέπει διαρκώς να αλλάζουν τα δεδομένα και των υπολοίπων.

Μέσα σε αυτά τα περιβάλλοντα, το άτομο δεν επιτηρείται μόνο από κάποιον που βρίσκεται σε θέση ισχύος σε σχέση με αυτό, αλλά και από άλλα άτομα που έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις και δικαιώματα. Ο έλεγχος αφομοιώνεται και επιστρέφεται. Ο καθένας επιτηρεί τους άλλους, οριζόντια, και ταυτόχρονα έχει γνώση ότι επιτηρείται εξίσου και η συμπεριφορά του καθορίζεται διαρκώς από αυτόν τον κανόνα. Σε αντίθεση με την παραδοσιακή, από τα πάνω επιτήρηση, από την οποία εφευρίσκονταν τρόποι να προστατέψει κανείς τον προσωπικό του χώρο, εδώ ο βαθμός ενσωμάτωσης είναι τέτοιος, που ο προσωπικός χώρος θα λέγαμε ότι παύει να υπάρχει διαχωρισμένος. Αν οι φίλοι, η δουλειά, η διασκέδαση, η ενημέρωση και η δημιουργική έκφραση, λαμβάνουν χώρα μέσα σε αυτά τα περιβάλλοντα, και αν όλα αυτά συγκροτούν την προσωπικότητα του κάθε χρήστη, θα λέγαμε ότι εν τέλει η αυτοεπιτήρηση γίνεται συστατικό κομμάτι αυτής της προσωπικότητας, τόσο που ίσως να είναι δύσκολο να την ξεχωρίσει κανείς. Ο βαθμός αυτοελέγχου και το εύρος των πεδίων στα οποία ο καθένας μαθαίνει να κρύβεται από τους άλλους, είναι τόσο εκτεταμένα, που γίνονται συχνά η μόνη πραγματικότητα. Ο καθένας δεν επιτελεί τα προφίλ του με ένα θεατρικό τρόπο. Γίνεται τα προφίλ του, όσο αντιφατικά κι αν αυτά μπορεί να είναι.

Είναι ξεκάθαρο, όπως στην περίπτωση των ασφαλιστικών εταιριών που αναφέραμε παραπάνω, ότι τα “περιβάλλοντα επίγνωσης” είναι ένα νέο ανερχόμενο παράδειγμα πειθάρχησης και ελέγχου, και είναι εξαρχής σχεδιασμένα έτσι ώστε οι χρήστες να αφήνουν την ιδιωτικότητα έξω από την πόρτα, μπαίνοντας και λειτουργώντας μέσα σε αυτά. Η πρόληψη γίνεται μέσα από τον φόβο της ακούσιας αποκάλυψης, οι χρήστες δεν παραβατούν, δεν συμπεριφέρονται ενάντια στους κανόνες, υπακούοντας σε ένα δίκτυο στο οποίο είναι ταυτόχρονα και επιτηρητές και επιτηρούμενοι, δηλαδή το οποίο οι ίδιοι συντηρούν.

Η απόρριψη της ιδιωτικότητας.

_Τα επιχειρήματα της αδιαφορίας

Το βάθος και η έκταση των πρακτικών εκμετάλλευσης των προσωπικών δεδομένων μπορεί να μην είναι γνωστά (ακόμα) σε όλες τους τις λεπτομέρειες, ωστόσο είναι αδύνατο, τουλάχιστον για τους υπηκόους των πρωτοκοσμικών κοινωνιών, να μην είναι γνωστό ότι αυτές υφίστανται και διευρύνονται συνεχώς. Αν κάτι εντυπωσιάζει, αυτό είναι όχι μόνο η προθυμία με την οποία αυτές γίνονται σταδιακά αποδεκτές και κομμάτι της καθημερινότητας, αλλά και η ευρηματικότητα που επιστρατεύεται για την εκλογίκευση αυτής της προθυμίας. Έχει καταστεί πλέον κοινός τόπος το επιχείρημα του «δεν έχω τίποτα να κρύψω» ή η ελαφρώς παραλλαγμένη του εκδοχή: «καλά τώρα, εμένα θα κάτσουν να παρακολουθήσουν;»[ref]Σύμφωνα με κάποιες σχετικές έρευνες, μερικά επιπλέον επιχειρήματα, εκ μέρους χρηστών, σε παρόμοια κατεύθυνση είναι και τα «έχω τις γνώσεις να ελέγχω ποιες πληροφορίες μοιράζομαι» ή «έχω εμπιστοσύνη στην εταιρεία που τις διαχειρίζεται». Περιττό να πούμε ότι αυτά δεν αντέχουν ούτε στην στοιχειωδέστερη κριτική. Βασίζονται απλά στην άγνοια. Μια άγνοια που αξίζει από μόνη της ιδιαίτερη προσοχή. Βλ. Ιδιωτικότητα και αυτοέκθεση, Sarajevo 89.[/ref]. Ακόμα κι αν μείνει κανείς μόνο στο επίπεδο της επιτήρησης, μια τέτοια στάση παραίτησης ήδη υποσημαίνει από μόνη της μια παλινδρόμηση σε νηπιακά επίπεδα πολιτικής σκέψης. Από πότε θα πρέπει να θεωρείται φυσιολογική η εσωτερίκευση ενός ενοχικού συνδρόμου απέναντι στο κράτος; Ποια μεταφυσική είναι αυτή που υποβάλλει την αίσθηση ενός οιονεί προπατορικού αμαρτήματος απέναντι στις υπηρεσίες ασφαλείας από το οποίο μπορεί να λυτρωθεί κανείς με βεβαιότητα μόνο αν επί της ουσίας ταυτιστεί με κρατικές επιταγές; Κι εν τέλει, γιατί θα πρέπει η νομιμότητα να είναι το έσχατο κριτήριο; Αν, για παράδειγμα, η σεξουαλική ζωή του καθενός (συνήθως) δεν περιλαμβάνει νομικά μεμπτές πρακτικές, μήπως αυτό συνεπάγεται, ακολουθώντας τη λογική του «δεν έχω κάτι να κρύψω», ότι θα πρέπει να είναι και διαφανής;

Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά του ζητήματος, που δεν έχει να κάνει με επιτήρηση για λόγους καταστολής και που συνήθως περνάει ασχολίαστη. Το ζητούμενο, σε πολλές περιπτώσεις συγκέντρωσης κι ανάλυσης τεραστίων όγκων από προσωπικά δεδομένα, δεν είναι καν η ανάλυση της συμπεριφοράς μεμονωμένων ατόμων για να κριθεί η νομιμότητά της. Αναφερθήκαμε ήδη εκτενώς: για εταιρείες σαν το Facebook ή την Google είναι σχεδόν αδιάφορο αν ένας συγκεκριμένος χρήστης αποφασίσει να μην χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες τους. Αυτό που μετράει όμως είναι η ύπαρξη μιας μεγάλης μάζας χρηστών που θα τους επιτρέψει να δημιουργήσουν τις κατάλληλες βάσεις δεδομένων και κατόπιν να τις πουλήσουν (δηλαδή τους ίδιους τους χρήστες) σε διαφημιστικές[ref]Το ίδιο θα μπορούσε, παρεμπιπτόντως, να ισχύει ακόμα και για υπηρεσίες ασφαλείας. Στην περίπτωση μιας εξέγερσης π.χ., ενδέχεται να τους είναι κατ’ αρχάς αδιάφορη η συμμετοχή μεμονωμένων ατόμων, αλλά αντιθετως να παρακολουθούν με μεγάλη προσοχή τις γενικές τάσεις για να εκτιμήσουν το πώς, πότε και προς τα πού θα εξαπλωθεί αυτή. Αν όλα αυτά σας θυμίζουν κάτι από την φουκωική έννοια της βιοπολιτικής, είστε απλά καχύποπτοι![/ref]. Κάτι που με τη σειρά του σημαίνει ότι θα πρέπει να είναι ήδη διάχυτη μια κοινωνική αντίληψη που βλέπει στην αυτοπροβολή και στην αυτοέκθεση το κατεξοχήν όχημα κοινωνικοποίησης. Εδώ ακριβώς είναι που μπαίνει ένα κομβικό ζήτημα. Μέσα από ποιες διαδικασίες κατέστη η διαφάνεια κοινωνικό αίτημα έτσι ώστε και η παρακολούθηση να μπορέσει να εξαπλωθεί σχεδόν ανεμπόδιστα; Υπάρχει κάτι υπερασπίσιμο στην ιδιωτικότητα και τι ανάγκες αυτή εξυπηρετεί – ή μάλλον, εξυπηρετούσε, για να είμαστε πιο ακριβείς;

Ένα ύπουλα απλουστευτικό επιχείρημα που έχουμε συναντήσει[ref]Κι αν δεν κάνουμε λάθος, το υιοθετεί και ο Jeremy Rifkin.[/ref] κατά της ιδιωτικότητας πάει κάπως έτσι: η ιδιωτικότητα υπήρξε επί της ουσίας δημιούργημα της αστικής τάξης κατά την άνοδό της. Είναι δύσκολο να ανευρεθεί μια τέτοια έννοια είτε στις κοινωνίες της προ-αστικής Ευρώπης είτε σε άλλους πολιτισμούς. Επομένως, η εξάλειψή της δεν είναι ένα γεγονός για το οποίο θα πρέπει να θρηνούμε. Αντιθέτως, μάλλον θα έπρεπε να επιχαίρουμε. Είναι μάλλον προφανές ότι τέτοια επιχειρήματα στοχεύουν κατά κύριο λόγο σ’ εκείνο το είδος απλοϊκής, αριστερίζουσας σκέψης που αντιδρά με αμυντικά αντανακλαστικά στο άκουσμα και μόνο των λέξεων «αστική τάξη». Αν ό,τι είναι «αστικό» οφείλει να είναι και καταδικαστέο, ε, τότε αντίο ιδιωτικότητα. Το ύπουλο του εν λόγω επιχειρήματος έγκειται στο ότι ξεκινάει από μία κατ’ αρχήν ορθή διαπίστωση – μόνο που η συνέχεια του επιδεικνύει συμπτώματα ιστορικής άγνοιας και διαλεκτικής δυσκαμψίας (συνήθως αυτά πάνε μαζί βέβαια).

_Το δίπολο ιδιωτικό-δημόσιο, στον χώρο της πόλης. Οικογένεια και κοινωνία.

Η εμφάνιση της διάκρισης μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου χώρου, με τη σύγχρονη έννοια των όρων, όντως συμπίπτει ιστορικά με την άνοδο και σταθεροποίηση στην εξουσία της αστικής τάξης[ref]Δεν είναι δυνατό να κάνουμε ούτε καν περίληψη των σχετικών ιστορικών διαδικασιών εδώ. Παραπέμπουμε στο βιβλίο του Richard Sennett, «Η τυραννία της οικειότητας. Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό»[/ref]. Κατά τον 18ο αιώνα, καθώς τα ευρωπαϊκά αστικά κέντρα άρχισαν να μεγεθύνονται σε κλίμακες άγνωστες ως τότε και να συγκεντρώνουν ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι των εμπορικών συναλλαγών και οικονομικών δραστηριοτήτων, η κοινωνική ζωή έπρεπε και αυτή να βρει νέα σημεία ισορροπίας. Η πληθυσμιακή τους αύξηση, σε συνδυασμό με την πύκνωση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων που λάμβαναν χώρα, κατά κανόνα μεταξύ αγνώστων, επέβαλαν τη θέσμιση νέων κανόνων συμπεριφοράς που επέτρεπαν ένα πιο «απρόσωπο» είδος επικοινωνίας, με την έννοια ότι δεν χρειαζόταν να προϋποτίθεται κάποιο είδος προσωπικής σχέσης. Μέσα από τέτοιου είδους πιέσεις είναι που αναδύθηκε η σύγχρονη έννοια του δημοσίου χώρου με τους αρμόζοντες για αυτόν κώδικες επικοινωνίας. Ο άλλος πόλος ήταν φυσικά αυτός του ιδιωτικού χώρου, που επί της ουσίας ταυτίστηκε με την οικογενειακή εστία. Από τη μία, λοιπόν, εμφανίστηκε ο ιδιωτικός χώρος της οικογένειας, μέσα στα όρια του οποίου ο αστός μπορούσε να συμπεριφέρεται με πιο «φυσικό» τρόπο. Από την άλλη, η παρουσία στον δημόσιο χώρο επέβαλε την υιοθέτηση πιο «πολιτισμένων» συμπεριφορών.

Παρ’ όλα αυτά, έχει σημασία να τονιστεί εδώ ότι το δίπολο ιδιωτικό-δημόσιο (ή φύση – πολιτισμός) δεν είχε χαρακτήρα ασυμφιλίωτης σύγκρουσης. Για έναν αστό του 18ου αιώνα, το ιδεώδες ήταν να βρει μια σωστή ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους. Εξίσου σημαντικό είναι και το γεγονός ότι η παρουσία στο δημόσιο χώρο επέτρεπε σε κάποιον να γίνεται «ηθοποιός του εαυτού του» (όπως το περιγράφει ο Sennett), με την έννοια ότι μπορούσε να φορέσει ένα «προσωπείο» που δεν ταυτιζόταν απαραίτητα με την ατομική του προσωπικότητα, όπως αυτή εκδηλωνόταν σε πιο οικείους χώρους, χωρίς ταυτόχρονα αυτή η διάσταση να εκλαμβάνεται ως υποκρισία. Αυτή η απόσταση ανάμεσα σε προσωπείο και προσωπικότητα ήταν που επέτρεπε ακόμα και την κατά περίσταση προσωρινή άρση των διακρίσεων σε δημόσιες περιστάσεις (όπως, π.χ., στις ταβέρνες και τα καφενεία που μάζευαν πλήθη από ετερόκλητες κοινωνικές τάξεις). Αυτή η απόσταση ήταν επίσης που έδινε τη δυνατότητα να εστιάζεται η προσοχή στο τι έλεγε κάποιος κι όχι στο ποιος ήταν – και οι δημόσιες επιθέσεις μπορεί να έφταναν στα όρια της χυδαιότητας, με σημερινούς όρους, χωρίς αυτό εκλαμβάνεται ως προσβολή της προσωπικότητας.

Τα πρώτα ρήγματα σε αυτή την εννόηση του διπόλου δημόσιο-ιδιωτικό εμφανίστηκαν ήδη από τον 19ο αιώνα. Αν αυτός ο αιώνας ήταν εκείνος που έδωσε τελικά και την πολιτική εξουσία στην αστική τάξη, υπήρξε ωστόσο και ο αιώνας που έφερε στην επιφάνεια θεμελιώδεις ανασφάλειες της. Από τη μία, η υποχώρηση της διαφωτιστικής αισιοδοξίας και πίστης σε μια ενιαία ανθρωπότητα άνοιξε το δρόμο σε μια αντίληψη που ήθελε την προσωπικότητα κάθε ατόμου να είναι κάτι το ασταθές που οφείλει να υπόκειται στους διαρκείς ελέγχους της αυτοσυνείδησης. Από την άλλη, οι βαθιές οικονομικές κρίσεις αυτού του αιώνα έδιναν την αίσθηση, ακόμα και σε έναν αστό, ότι η οικονομική δραστηριότητα μοιάζει με ένα παιχνίδι τζόγου, υποκείμενου στα καπρίτσια της τύχης. Παράλληλα, οι μεταβολές στους τρόπους και τους (επιταχυνόμενους) ρυθμούς παραγωγής και κατανάλωσης, με την εμφάνιση των τυποποιημένων προϊόντων και της διάθεσής τους στις βιτρίνες των πολυκαταστημάτων, απαιτούσαν και νέους κανόνες συμπεριφοράς, χωρίς την πολυτέλεια για «θεατρικά παιχνίδια με τον εαυτό».

Το αποτέλεσμα αυτής της «αλλαγής παραδείγματος» ήταν διπλό. Πρώτον, ο δημόσιος χώρος άρχισε να γίνεται αντιληπτός ως μια περιοχή που εξέθετε το άτομο σε κινδύνους -ή ακόμα και ως μια περιοχή ανηθικότητας – σε πλήρη πλέον αντιδιαστολή και σύγκρουση με την γαλήνη της οικογενειακής εστίας. Όπως το περιγράφει χαρακτηριστικά ο Hobsbawm[ref]Η εποχή του κεφαλαίου: 1848 – 1875.[/ref]:

Η οικογενειακή εστία ήταν για τον αστό η πεμπτουσία του κόσμου του, γιατί εκεί, και μόνον εκεί, τα προβλήματα και οι αντιθέσεις της κοινωνίας του μπορούσαν να ξεχαστούν ή να καταργηθούν τεχνητά. Εκει, και μόνον εκεί, η αστική κι ακόμα περισσότερο η μικροαστική οικογένεια μπορούσαν να διατηρήσουν την ψευδαίσθηση μιας αρμονικής, ιεραρχικά οργανωμένης, ευτυχισμένης ζωής, περιτριγυρισμένες από τα αντικείμενα που την εγγυώνταν και την εξεικόνιζαν· μιας ονειρεμένης ζωής, με υπέρτατη έκφρασή της το οικογενειακό τελετουργικό που καλλιεργήθηκε συστηματικά για αυτόν ακριβώς το σκοπό: τον εορτασμό των Χριστουγέννων. Το χριστουγεννιάτικο δείπνο (που εξυμνήθηκε από τον Ντίκενς), το χριστουγεννιάτικο δέντρο (που επινοήθηκε στη Γερμανία, αλλά εγκλιματίστηκε γρήγορα στην Αγγλία χάρη στη βασιλική προστασία), τα χριστουγεννιάτικα άσματα – με γνωστότερο το γερμανικό «Άγια Νύχτα» – συμβόλιζαν ταυτόχρονα την ψυχρότητα του έξω κόσμου, τη θαλπωρή του οικογενειακού κύκλου και την αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο.

Δεύτερον και συμπληρωματικό: άρχισε να εξαλείφεται η διάκριση ανάμεσα σε δημόσιο προσωπείο και ατομική προσωπικότητα – ή αλλιώς αυτά τα δύο άρχισαν να συμπίπτουν. Με άλλα λόγια, η δημόσια συμπεριφορά θεωρήθηκε ότι μπορούσε να αναλυθεί κατά τρόπο ώστε να ανακαλύπτει κανείς (ακόμα κι εν αγνοία του αναλυόμενου) στοιχεία της ενδόμυχης προσωπικότητας του άλλου, γεγονός που φυσικά εκτόξευσε στα ύψη την καχυποψία στους δημόσιους χώρους και που έθεσε σε κίνηση αμυντικά αντανακλαστικά που θα επέτρεπαν την απόκρυψη προσωπικών στοιχείων κατά τις δημόσιες εμφανίσεις – όπως το ντύσιμο κατά ομοιογενή τρόπο για να αποκρύπτονται οι διαφορές. Τα λεγόμενα βικτωριανά ήθη απέρρεαν εν μέρει και από τέτοιες πιέσεις για εσωτερική αυτο-περιστολή[ref]Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι όλο αυτό το σύμπλεγμα αντιλήψεων και συμπεριφορών οδήγησε και στην ιδέα της χαρισματικής (πολιτικής) προσωπικότητας που μπορούσε να επηρεάζει πλήθη χάρη στη δύναμη της προσωπικότητας αυτής καθαυτής, ανεξαρτήτως του περιεχομένου των λεγομένων της. Γεγονός που εκτιμήθηκε δεόντως από την αστική τάξη, σε περιπτώσεις που χρειάστηκε να ελέγξει αγριεμένα πλήθη. Το αναφέρουμε ως ένα παράδειγμα του πώς το θόλωμα της διακρισης ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο δεν συνεπάγεται κατά κανένα τρόπο αυτόματα κάποια αντίθεση στα συμφέροντα της αστικής τάξης, ως εάν αυτή να παραμένει κάτι το αναλλοίωτο από την εποχή της γέννησής της. It’s «die Dialektik», stupid!
[/ref].

Η διαδικασία κατάλυσης της διάκρισης ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό επί της ουσίας συνεχίστηκε και στον 20ο αιώνα, φτάνοντας εν τέλει σε σημείο παροξυσμού στον 21ο. Με μία κρίσιμη διαφορά. Η επιταχυνόμενη εξατομίκευση στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών και η «απαίτηση» για υιοθέτηση μαζικών καταναλωτικών προτύπων μακροπρόθεσμα αποδείχτηκαν ασύμβατες με τον συντηρητισμό της βικτωριανής εποχής. Τα ήθη όφειλαν να μετατοπιστούν κι αυτά προς μια πιο «ελευθεριακή» κατεύθυνση. Μόνο που αυτή η «ελευθεριακότητα» δεν είχε βέβαια καμμία σχέση με τη στράτευση σε κάποιο συλλογικό αναρχικό ιδανικό ούτε φυσικά με τον γαλλικό λιμπερτινισμό του 18ου αιώνα[ref]Σαν αυτόν που ιδεοτυπικά εκφράστηκε από τις πένες συγγραφέων σαν τους Crébillon, Laclos και de Sade.[/ref], παρόλο που ενίοτε δανείστηκε όρους και συνθήματα (αντι-ιεραρχία, επιθυμία, ηδονή, κ.ο.κ.) κι από τις δύο αυτές πηγές. Ταυτόχρονα, ελλείψει ενός (έστω κλασσικού αστικού) ρωμαλέου δημόσιου χώρου που θα μπορούσε να την αναδεχτεί και να την καναλιζάρει, αυτή η ελευθεριακότητα εκφράστηκε τελικά μέσω ενός επιθετικού κι ακατάσχετου ναρκισσισμού.

_Επένδυση στον εαυτό. Το προσωπικό κεφάλαιο και η αυτοέκθεση στις σύγχρονες κοινωνικές σχέσεις.

Αυτή η «φιλελευθεροποίηση» του δημόσιου χώρου άρχισε να βρίσκει την πιο ώριμη έκφρασή της καθώς καταλάγιαζε ο αχός των δεκαετιών του 60 και του 70, την εποχή του θατσερικού «There is no such thing as society. There are individual men and women.». Όχι τυχαία, συνέπεσε με την απαρχή της τελευταίας αλλαγής καπιταλιστικού παραδείγματος. Με τα εργατικά κινήματα σε υποχώρηση και σε αδυναμία να βρουν ένα σημείο σύνθεσης με τις νεο-αναδυόμενες τότε πολιτικές των ταυτοτήτων[ref]Για αυτό το σημείο, βλ. Κόκκινες σελίδες, τεύχος 1: Ποια εργατική τάξη; Πάει αυτή…[/ref], αυτό που απέμεινε στο τέλος ήταν μια ακραία μορφή ατομικισμού, όπως εκφράστηκε στα διάφορα ρεύματα του εναλλακτισμού. Η ταυτότητα έφτασε να εννοείται ως ατομική κτήση του καθενός που την επιλέγει κατά βούληση – και που με την ίδια ευκολία την παρατάει για μια άλλη -κι όχι ως μαχητική στάση δέσμευσης σε έναν δημόσιο χώρο με απαιτήσεις και κανόνες. Η ταυτότητα θα μπορούσε να είναι ακόμα και κομμάτι του ατομικού κεφαλαίου που κουβαλάει ο καθένας και που μπορεί να το εξαργυρώνει στην προσπάθεια (και φαντασίωση) κοινωνικής ανόδου.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον επένδυσης στον εαυτό, η προφύλαξη της ιδιωτικότητας όχι μόνο δεν έχει να προσφέρει κάτι, αλλά στέκεται κι εμπόδιο στην άνοδο -κι όχι μόνο την στενά οικονομική. Από την άλλη, εφ’ όσον ο παραδοσιακά εννοούμενος δημόσιος χώρος έχει καταστεί κενός νοήματος, η απόπειρα κοινωνικοποίησης νοείται ως «αυθεντική» μόνο όταν επιβάλλει μια εξαναγκαστική οικειότητα. Η τήρηση των αποστάσεων, η επιφυλακτικότητα, οι κανόνες συμπεριφοράς, όλα όσα δηλαδή επιτρέπουν να αναδυθεί ένας κοινός χώρος κι αποτρέπουν ταυτόχρονα την καταβρόχθιση του ενός εγώ από το άλλο, εκλαμβάνονται αυτόχρημα ως δείγματα «υποκρισίας», θέτοντας σε κίνηση έναν φαύλο κύκλο εσωτερικής αναδίπλωσης. Η βασιλεία του εγώ έτσι καταλήγει σε μια τυραννία του εγώ από τον ίδιο του τον εαυτό. Όσο κι αν κάτι τέτοιο ακούγεται σαν απλός «ψυχολογισμός», ωστόσο έχει συνέπειες στο έπακρο πολιτικές. Με τα παραστατικά λόγια του Sennett:

Τι απαιτείται, ψυχολογικά, από ένα πρόσωπο ώστε να είναι σε θέση να αναδιαμορφώσει τις πεποιθήσεις του; Να σκέφτεται διαλεκτικά; Έαν μια πεποίθηση έχει γίνει τόσο βαθιά και έντονα προσωπική γι’ αυτόν που την ασπάζεται, εάν ό,τι πιστεύει το πρόσωπο καθορίζει και την ταυτότητά του, τότε κάθε αλλαγή στην πεποίθηση συνεπάγεται μεγάλη αναστάτωση στο εγώ. Δηλαδή όσο πιο προσωπική και αφομοιωμένη είναι μια πεποίθηση, τόσο λιγότερες πιθανότητες υπάρχουν να αλλάξει.
Έτσι, η διαλεκτική συνείδηση μοιάζει να απαιτεί μία σχεδόν αδιανόητη ανθρώπινη δύναμη. Υπάρχει εδώ μια ιδεολογία φλογερού ενδιαφέροντος για τον κόσμο, μια ιδεολογία παθιασμένης στράτευσης ενάντια στις αδικίες του, και συνάμα μία ιδεολογία που απαιτεί, παράλληλα με τη μεταβολή των ιστορικών συνθηκών την αναστολή, αναθεώρηση και αναδιαμόρφωση του χαρακτήρα αυτής της στράτευσης. Η πίστη οφείλει να είναι ταυτόχρονα σθεναρή κι ωστόσο σε απόσταση από το εγώ, έτσι ώστε να μεταβάλλεται χωρίς να βαρύνεται από την προσωπική απώλεια ή την αίσθηση ενός ενδόμυχου κινδύνου.
Όταν το ζήτημα τεθεί μ’ αυτόν τον τρόπο, διαπιστώνουμε πως αυτό που ο Μαρξ θεωρούσε διαλεκτική φαντασία συνδέεται στενά με μια έννοια που διερευνήσαμε σε σχέση με τη ζωή στην πόλη: την έννοια της δημόσιας συμπεριφοράς. Η διαλεκτική αντίληψη προϋποθέτει ότι το άτομο ζει δημόσια, σε απόσταση από τη συμβολοποίηση της προσωπικότητας δια μέσου της πίστης ή της κοινωνικής δράσης.

Σε μια τέτοια κοινωνική συνθήκη επομένως, δεν είναι καθόλου απορίας άξιον το γιατί «πιάνουν» υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης για τις οποίες η οικειότητα γίνεται το κατεξοχήν γενικό ισοδύναμο της κοινωνικότητας. Επικάθονται πάνω στο αποτέλεσμα εξελίξεων που έχουν μια μακρά ιστορία· η αυτοέκθεση και η ηδονοβλεπτική αλληλοεπιτήρηση ήταν ήδη οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος της κοινωνικότητας. Καταχρώμενοι ελαφρώς ορολογία από τις αναλύσεις της αυτονομίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το τυπικό σύνταγμα των τεχνολογικών εφαρμογών έρχεται να συμπέσει με το πραγματικό σύνταγμα των κοινωνικών σχέσεων.

Μερικά οφθαλμοφανή «Ναι μεν αλλά».

Φυσικά, δεν πρόκειται για μια εξέλιξη χωρίς τις εσωτερικές αντιφάσεις της, αλλά μάλλον ακολουθεί ένα μοτίβο «διαφορικής ολοκλήρωσης». Δεν είναι καθόλου απίθανο η εξαφάνιση μιας πλευράς της ιδιωτικότητας να συνοδεύεται ταυτόχρονα από την επιλεκτική διόγκωση, στα όρια της κοινωνικής ψύχωσης, μιας σειράς «φόβων για τον εαυτό». Για παράδειγμα, την ίδια στιγμή που η πληροφοριακή ιδιωτικότητα γίνεται παρωχημένη, ο φόβος για τη σωματική ακεραιότητα και για τυχόν παραβίασή της γιγαντώνεται. Κι εδώ εμφανίζεται μια νέα αντίφαση. Αν αυτή η παραβίαση γίνεται από θεσμικά κατοχυρωμένους επαΐοντες των ιατρικών και παραϊατρικών επαγγελμάτων ή από συσκευές health monitoring και self-quantification, τότε δεν ονομάζεται καν παραβίαση αλλά «προληπτική ιατρική». Με άλλα λόγια, η εκχώρηση «κυριαρχικών δικαιωμάτων» επί του σώματος και πληροφοριών για αυτό γίνεται σχεδόν εθελούσια απέναντι σε κάστες ειδικών (ανθρώπων ή συσκευών), ενώ η διαφύλαξή τους μέσα στα πλαίσια των συνήθων κοινωνικών σχέσεων – δηλαδή, απέναντι στους σωματικά «ανειδίκευτους» – φαίνεται να προσφέρει μια ψευδαίσθηση προστασίας και μόνωσης του εγώ. Μέσω της καταγραφής του και της θεσμικής κατοχύρωσης των πληροφοριών για αυτό, μοιάζει σχεδόν σαν το σώμα να αποκτάει ένα είδος ανταλλακτικής, καταναλωτικής αξίας, που επιβάλλεται στη συνήθη αξία χρήσης κι ανάλωσής του μέσα στο ρεύμα των κοινωνικών σχέσεων.

Υπάρχει μια σειρά επιπλέον αντιφάσεων στις οποίες δεν μπορούμε να υπεισέλθουμε εδώ. Επιγραμματικά αναφέρουμε μόνο ότι, στο βαθμό που οι προσωπικές πληροφορίες εν γένει αποκτούν ανταλλακτική αξία, ενδέχεται, κατά περίσταση και υπό όρους, να τυγχάνουν μιας ιδιότυπης προστασίας. Για παράδειγμα, ο εφιάλτης για κάθε εταιρεία είναι να διαρρεύσουν τα δεδομένα που συλλέγει από τους χρήστες των υπηρεσιών της και που τα φυλάει ως κόρη οφθαλμού. Γιατί πολύ συχνά αυτά ακριβώς τα δεδομένα είναι το προϊόν της και η πηγή των εσόδων της. Πέρα από το όποιο «σκάνδαλο» μπορεί να προκληθεί, μια διαρροή καταργεί και τη σπανιότητα των δεδομένων, απαραίτητη προϋπόθεση για να ανεβαίνει η αξία τους… Θα σταθούμε λίγο παραπάνω όμως σε μια συγκεκριμένη αντίφαση, καθώς αυτή συνδέεται άμεσα με απόπειρες υπεράσπισης της ιδιωτικότητας. Διάφορες φιγούρες κυβερνο-ελευθεριακών, σαν τον Assange, ασκούν κατά καιρούς κριτικές εναντίον πρακτικών παραβίασης της ιδιωτικότητας, είτε αυτές προέρχονται από κράτη είτε από εταιρείες. Κι έχουν, κατ’ αρχάς, κάθε δίκιο. Αλλά όχι κατ’ αρχήν… Είτε το κατανοούν είτε (το πιθανότερο) όχι, τέτοιες κριτικές συνήθως κατάγονται ιδεολογικά από ένα ρεύμα φιλελεύθερης («ελευθεριακής») δεξιάς[ref]Βλ. το άρθρο του David Golumbia, Cyberlibertarianism: The Extremist Foundations of “Digital Freedom”.[/ref] που έχει ως σημείο εκκίνησης ακραία ατομικιστικές θέσεις και που συχνά δεν μπορεί να διαχειριστεί ούτε την απλούστερη αντίφαση: αν όλες οι πληροφορίες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα, όπως ακούγεται τόσο συχνά από κυβερνο-ελευθεριακά χείλη, τότε γιατί να μην ισχύει το ίδιο και για τα προσωπικά δεδομένα; Κι από αυτή την άποψη, παρά την πρόσκαιρη δημοσιότητα που αποκτούν, είναι μια παρωχημένη μορφή υπεράσπισης της ιδιωτικότητας. Η ιδιωτικότητα μπορεί να γίνει αντικείμενο υπεράσπισης μόνο στο βαθμό που θα γίνει αντικείμενο υπεράσπισης και μια εννόηση του δημόσιου χώρου· κάτι που απαιτεί μη ναρκισσιστική δέσμευση και κοινωνική εμπλοκή, πέρα από το τετράγωνο μιας οθόνης.

]]>
Η αλγοριθμοποίηση της τύχης https://gameover.zp/2015/07/17/%ce%b7-%ce%b1%ce%bb%ce%b3%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%b8%ce%bc%ce%bf%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%84%cf%8d%cf%87%ce%b7%cf%82/ Fri, 17 Jul 2015 16:08:35 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1516 Untitled-1

Εισαγωγή

θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος πριν κάποιες δεκαετίες ότι θα γινόταν καταναλωτής της τύχης (του);

Ότι θα μπορούσε με το πάτημα ενός κουμπιού να ζητήσει έναν τυχαίο αριθμό;

Να ρίξει τα ζάρια σε ένα video game;

Να αγοράσει κάποιες μετοχές σε ένα χρηματιστήριο με τυχαίο τρόπο, και ότι αυτό θα θεωρούταν ο «βέλτιστος» τρόπος να αναζητάς το κέρδος σου (στο σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο);

Είμαστε κάτι παραπάνω από εξοικειωμένοι, θα λέγαμε ότι έχουμε μάθει να ζούμε με διάφορες όψεις αυτού που αποκαλούμε τυχαιότητα και που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εμπλέκεται στην καθημερινή μας ζωή. Η τύχη γενικά σαν έννοια και σαν πρακτική δεν είναι τωρινή στις ανθρώπινες κοινωνίες. Όταν δεν μπορούμε να προβλέψουμε και να ερμηνεύσουμε με κάποιους λογικούς όρους μια ευρεία γκάμα γεγονότων της καθημερινότητας, τα αποδίδουμε στην τύχη. Για παράδειγμα μια ξαφνική βροχή αφού κάποιος άπλωσε τα ρούχα και ενώ ο ουρανός ήταν καθαρός, λέγεται ότι οφείλεται στην κακή του τύχη. Της αποδίδουμε συνήθως το άλλοθι των αποτυχιών μας όταν παίρνουμε μια λάθος (κρίνοντας εκ των υστέρων) απόφαση, δεδομένου ότι κάτι δεν το προβλέψαμε ή κάτι δεν θα μπορούσε να είναι γνωστό εκ των προτέρων ή τέλος πάντων κάτι μας ξεπερνά στο να το προϋπολογίσουμε με κάποιο λογικό τρόπο (βέβαια υπάρχει και η διαίσθηση!).

Η πιο απλή (αν και όχι πάντα), διασκεδαστική (τις περισσότερες φορές) μορφή που έχει πάρει η ενασχόληση μας με την τυχαιότητα είναι τα τυχερά παιχνίδια, είτε έχουν στόχο κάποιο κέρδος/στοίχημα είτε έχουν στόχο το «σκότωμα» της ώρας με στημένες εντάσεις. Όμως, δεν περιορίζονται εκεί, καθώς κάποιος θα μπορούσε να θεωρείται «κωλόφαρδος» ή «γκαντέμης» και σε άλλους τομείς της ζωής του, ακόμα πιο σημαντικούς όπως και η κοινωνική/ταξική του θέση στην ιεραρχία της κοινωνίας. Για παράδειγμα κάποιοι μπορεί να θεωρούν άτυχο κάποιον που έχει γεννηθεί στην Αφρική.

Όμως, καθώς ταλαιπωρούμαστε καθημερινά κυνηγώντας την τύχη μας, ενώ η ανθρωπότητα έχει εναποθέσει τη δική της στους υπολογιστές, μια μικρή μετατόπιση έχει συντελεστεί μπροστά στα μάτια μας. Ο υπολογιστής μπορεί να παράγει «τύχη» με το κιλό, ανά πάσα στιγμή και όσες φορές αυτό απαιτηθεί από το χρήστη ή από κάποιο πρόγραμμα. Θα μπορούσε η αλγοριθμοποίηση/ υπολογιστικοποίηση της διαδικασίας της ανεύρεσης ενός τυχαίου αριθμού (σε γενικές γραμμές της τυχαιότητας) να επηρεάσει υπάρχουσες και δεδομένες κοινωνικές σχέσεις σε αρκετά πεδία της κοινωνικής ζωής; Στην εξέλιξη που θα περιγράφαμε σαν αναδιάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων, είτε στην εργασία είτε στον «ελεύθερο» (πλέον υπερ-παραγωγικό) χρόνο, η μεσολάβηση της τύχης από μια μηχανή/πρόγραμμα σίγουρα έχει εντατικοποιήσει την ίδια την χρησιμότητά της σε διάφορες εφαρμογές και έχει βρει μια ενδιαφέρουσα θέση σαν μηχανοποιημένο υποκατάστατο της κοινωνικής συνθετότητας. Θα προσπαθήσουμε να δείξουμε το πως στη συνέχεια.

Μια ελάχιστη υπενθύμιση της ιστορικότητας της τύχης (και της αξιοποίησής της)

Ανέκαθεν οι άνθρωποι όριζαν σαν τυχαιότητα κάτι που δε μπορούσαν να προβλέψουν και επηρέαζε είτε θετικά είτε αρνητικά τις δικές τους επιλογές. Ένας άνεμος που ξαφνικά εμφανίζεται ή μια κλήρωση για το ποιος πολίτης θα βρεθεί στην αρχαία Αθήνα στη συνέλευση του δήμου, ήταν θέμα τύχης. Η σημαντικότητα που κατείχε στις ανθρώπινες κοινωνίες καταδεικνύεται, σε ένα βαθμό, από την αναγωγή της σε θεότητα στους αρχαίους έλληνες και στους ρωμαίους, με στόχο την επίκλησή της τις κατάλληλες κρίσιμες στιγμές για θεϊκή εύνοια ή κατευνασμό.

Όμως ήταν και είναι μια ανταγωνιστική έννοια γιατί αυτό που κάποιοι όριζαν σαν τύχη ή τυχαία γεγονότα, υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε για κάποιους άλλους να είναι κάτι προβλέψιμο, και άρα αξιοποιήσιμο. Αξιοποιήσιμο φυσικά γιατί τους προσέδιδε ένα πλεονέκτημα, μια πρόσκαιρη εξουσία πάνω σε άλλους ανθρώπους. Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο «έλεγχος» της τύχης (της πρόβλεψης ενός «τυχαίου» γεγονότος) συνεπαγόταν και διαμόρφωνε την τέχνη του ελέγχου ανθρώπων/καταστάσεων/σχέσεων. Ένα απλό παράδειγμα είναι οι διάφορες προλήψεις του μεσαίωνα που προκύπταν από φυσικά φαινόμενα (κομήτες, εκλείψεις Ήλιου κλπ). Κάποιοι λοιπόν είχαν την κατάλληλη γνώση ώστε να μπορούν με έναν επιστημονικό τρόπο να προβλέπουν αυτά τα φαινόμενα και να τα χρησιμοποιούν με σκοπό τη χειραγώγηση αυτών που τα αγνοούσαν. Ήταν όμως βολικό γι’ αυτούς αυτή η γνώση να μείνει σε κλειστό κύκλο και οι πληβείοι να συνεχίσουν να αποδίδουν τέτοια φαινόμενα σε γυρίσματα της τύχης ή σε υπερφυσικά όντα.

Τα τυχερά παιχνίδια σαν μια ειδική κατηγορία

Ενώ όμως η τύχη αφορά όλες αυτές τις νοηματοδοτήσεις μιας ευρείας γκάμας γεγονότων της καθημερινότητας, προκειμένου να εστιάσουμε στην αλγοριθμοποίηση της τύχης θα επικεντρωθούμε στα τυχερά παιχνίδια. Τα διάφορα τυχερά παιχνίδια είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση όπου η τύχη χρησιμοποιείται για διασκεδαστικούς σκοπούς (ίσως και όχι τόσο αν σκεφτεί κανείς ότι συχνά χάνονται περιουσίες και υπολήψεις). Ο λόγος που ανατρέχουμε σε αυτά δεν είναι μόνο γιατί βρίσκονται στην άμεση κοινωνική εμπειρία του καθενός. Οι σχέσεις που αφορούν αυτά τα παιχνίδια θα λέγαμε ότι είναι πιο πλούσιες από ότι φαίνεται με την πρώτη ματιά, ενώ καθώς διαπερνούν οριζόντια ένα μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης, έχουν και ένα πολιτικό βάρος.

Όταν λέμε τυχερά παιχνίδια έχουμε κυρίως στο μυαλό μας ζάρια, λοταρίες, χαρτιά, βόλους και άλλα τα οποία εμφανίστηκαν στις ανθρώπινες κοινωνίες από πολύ παλιά. Τα αρχαιότερα τέτοια παιχνίδια έχουν εντοπιστεί στη μέση ανατολή και χρονολογούνται γύρω στο 6000 π. Χ. Αρχικά επρόκειτο για τριγωνικά ζάρια, ενώ τα κλασσικά με τις 6 όψεις έκαναν την εμφάνισή τους λίγο αργότερα. Σε μεγάλο βαθμό αποτελούσαν ενασχόληση κυρίως των κατώτερων τάξεων των πόλεων και των υπαίθρων. Ήταν ένας τρόπος κοινωνικοποίησης των ανθρώπων που ήθελαν να έχουν χρόνο για να παίζουν.

Ο τρόπος που αντιμετωπίζονταν τα τυχερά παιχνίδια στις διάφορες κοινωνίες έχει να κάνει και με τη θέση που κατέχει η τύχη σε αυτές. Έτσι, στις κοινωνίες που επικρατούσε η προτεσταντική ηθική, σύμφωνα με την οποία ο θεός είχε αξιοκρατικά μοιράσει στο καθένα ένα ρόλο (π.χ. επάγγελμα), η πρόνοια του Θεού είχε την κεντρική θέση και όχι η τύχη ή οι επιλογές. Επομένως, τότε τα τυχερά παιχνίδια θεωρούνταν κατώτερα διανοητικά – ηθικά γιατί αντιτίθονταν στον τρόπο ελέγχου που βασιζόταν σε αυτή τη θρησκεία – ιδεολογία. Από την άλλη, μπορεί ο φιλελεύθερος μεσοαστός να πίστευε ότι ο καθένας φτιάχνει τη τύχη του ενώ κάποιος κατώτερης τάξης να πόνταρε για να αλλάξει την τύχη του.

Τα παιχνίδια αυτά πέρα από την καθαρή ευχαρίστηση του παιχνιδιού περιείχαν και ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων, από την επικοινωνία, τη συγκεκριμένη ορολογία και τα πειράγματα, μέχρι τις εντάσεις και τις συμπλοκές. Θα λέγαμε ότι τα τυχερά παιχνίδια αντικατόπτριζαν τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής μιας κοινωνίας. Π.χ. αν η βία ήταν αναβαθμισμένη σε μια κοινωνία, ήταν πολύ πιθανό να καταλήξουν και τα παιχνίδια σε βίαιες αντιδικίες καθώς δεν ήταν ανεξάρτητα από τις κοινωνικές σχέσεις που επικρατούσαν.

Φυσικά, τα τυχερά παιχνίδια πάντα διαδραμάτιζαν στην καθημερινή ζωή των κατώτερων τάξεων ένα ρόλο ευρύτερης κοινωνικοποίησης κι επικοινωνίας, ενώ αναπτυσσόταν συχνά μια ειδική γλώσσα και ορολογία που προέκυπτε από το ίδιο το παιχνίδι. Με τους δικούς τους χώρους, με τι δικές τους εντάσεις/ βρισιές/ βίαια ξεσπάσματα, με τη δική τους μουσική, τις δικές τους ζαβολιές, τις μεγάλες τραγωδίες και κωμωδίες και τους δικούς τους κανόνες και παραβάσεις, οι κοινωνικές σχέσεις που ξεδιπλώνονταν πλάι στα παιχνίδια αυτά ήταν ένας αυτόνομος κόσμος από μόνος του. Αυτό ήταν φυσικά στο στόχαστρο των ανώτερων τάξεων, που είτε απαγόρευαν είτε δυσφημούσαν τα τυχερά παιχνίδια (και τον εθισμό σε αυτές τις «τεμπέλικες/ μη παραγωγικές ενασχολήσεις» των εργατών π.χ.) σαν κατώτερα διανοητικά – ηθικά, αναπτύσσοντας εν τω μεταξύ τα δικά τους παιχνίδια και τους χώρους που τους αντιστοιχούσαν.

Τυχαίο σε αυτά τα παιχνίδια ήταν το κομμάτι εκείνο του παιχνιδιού (μικρό ή μεγάλο ανάλογα με το παιχνίδι) όπου το αποτέλεσμα κρινόταν από παράγοντες – αντικείμενα (π.χ. ζάρια) που δεν μπορούσε να προβλέψει κάποιος παίχτης. Παρόλα αυτά, αν κάποιος, με κάποιο τρόπο, ήξερε τι θα φέρει το ζάρι ή μπορούσε κάπως να το επηρεάσει φέρνοντας μια συγκεκριμένη ζαριά, τότε είχε μια άμεση εξουσία, ένα άμεσο όφελος στο παιχνίδι. Γι’ αυτό λοιπόν πειράζονταν τα ζάρια και τα χαρτιά σημαδεύονταν. Μπορεί να μην ήξερε κάποιος εύκολα τι θα φέρει το ζάρι, όμως αυτό με κάποιους τρόπους ήταν δυνατόν να παρακαμφθεί. Εκεί λοιπόν που τζογάρονταν πολλά λεφτά, υπήρχε η μέριμνα εύρεσης τρόπων διασφάλισης της τυχαιότητας του αποτελέσματος.

Ας δούμε τη διαφορετική κοινωνική αντίληψη της τύχης μέσα από τα παραδείγματα δυο διαφορετικών τυχερών παιχνιδιών σε ένα ίδιο κοινωνικό περιβάλλον. Τα παιδιά που παίζουν με μια σφεντόνα σε μια αλάνα, εξοικειώνονται με τον τρόπο του παιχνιδιού, βελτιώνονται σημαντικά στο σημάδι και μαθαίνουν τεχνικές αιφνιδιασμού. Όμως παρ’ όλη την ικανότητα που αναπτύσσουν υπάρχει πάντα ένας απρόβλεπτος παράγοντας που δεν είναι ζήτημα εξοικείωσης ή εκπαίδευσης. Έτσι π.χ. η φορά του ανέμου, το σπάσιμο του λάστιχου της σφεντόνας ή ένα γλίστρημα γίνονται αντιληπτά σαν τυχαίοι παράγοντες που κάποιους ευνοούν και κάποιους άλλους τους ζημιώνουν. Ας φανταστούμε τώρα στο ίδιο κοινωνικό περιβάλλον, τα παιδιά που παίζουν επιτραπέζια παιχνίδια με ζάρια, π.χ. μια μάχη. Δεδομένου ότι έχουν εξαντλήσει την ικανότητα τους στη θέση που έχουν πάρει στο πεδίο μάχης ή και σε άλλους μετρήσιμους παραμέτρους του παιχνιδιού (πχ στρατηγική, τακτική, τοποθέτηση στρατευμάτων στο πεδίο της μάχης), θα ρίξουν ένα ζάρι που θα αντιπροσωπεύσει το επίπεδο της ζημιάς που θα προκαλέσουν στον αντίπαλο. Ενώ λοιπόν και εκεί υπάρχουν μετρήσιμοι παράγοντες όπως οι κανόνες του παιχνιδιού και η στρατηγική, το πλέον καθοριστικό αποτέλεσμα για την έκβαση του παιχνιδιού το δίνει το ζάρι. Ενώ λοιπόν παράδειγμα με τις σφεντόνες αποδίδουν στην τύχη ένα μικρό ποσοστό από την προσπάθεια τους να στοχεύσουν τον αντίπαλο τους, καθώς το μεγαλύτερο ποσοστό για αυτά είναι η ικανότητά τους να στοχεύουν καλά, στο παράδειγμα του επιτραπέζιου η τύχη έχει μεγαλύτερο ποσοστό από την ικανότητα συγκριτικά με το πρώτο παράδειγμα. Θα λέγαμε ότι λειτουργίες του πρώτου παραδείγματος όπως η εξοικείωση στο σημάδι ή η σταθερότητα του χεριού, στο επιτραπέζιο παιχνίδι υποκαθίστανται – προσομοιώνονται από την τελική έκβαση του ζαριού.

Εδώ βλέπουμε πως το ζάρι και η τυχαιότητα που αντιπροσωπεύει, υποκαθιστούν κάποια κοινωνική συνθετότητα στον πραγματικό κόσμο κατηγοριοποιώντας για χάρη του μοντέλου του παιχνιδιού κάποιες πραγματικές σχέσεις σε μια ορισμένη πειστική αναπαράσταση τους. Βέβαια, κάποια «λάθος» ζαριά μπορεί υπό προϋποθέσεις να ανάψει τα αίματα και να επιστρέψουμε στο πρώτο τρόπο παιχνιδιού, αυτό όμως δεν αποτελεί μέρος των κανόνων του ίδιου του παιχνιδιού. Ακόμα, η υλικότητα του μέσου (π.χ. το ζάρι, τα χαρτιά) καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό μια σειρά από παραμέτρους όπως: την επαναληπτικότητα της χρήσης του, το πόσες φορές δηλαδή επιτρέπει η ίδια η μορφή του μέσου τη χρησιμοποίησή του (π.χ. το ζάρι περιέχει ένα ανώτατο όριο χρησιμοποίησής του, σίγουρα πολύ κατώτερο από έναν αλγόριθμο όπως θα δούμε στη συνέχεια)· τον τόπο που το παιχνίδι παίζεται (π.χ. για τα χαρτιά απαιτείται μια επιφάνεια, ένα τραπέζι)· την επαληθευσιμότητα του (π.χ. για να πιστοποιηθεί από τους παίχτες η εγκυρότητα του αποτελέσματος του ζαριού χρειάζεται να υπάρχουν παρατηρητές – συμπαίκτες που να επαληθεύουν ότι τα ζάρια δε «στήνονται», ότι ανακινούνται πριν τη χρήση τους και ότι δε φέρνουν το ίδιο αποτέλεσμα).

Στατιστική: μια πρώτη προσπάθεια ποσοτικοποίησης της τύχης (μέσω των πιθανοτήτων)

Ας πάμε λίγο πίσω στις αρχές του 19ου αιώνα να δούμε πως τα μαθηματικά κατάφεραν να ποσοτικοποιήσουν μέσω της στατιστικής και των πιθανοτήτων αυτή τη διαδικασία των τυχερών παιχνιδιών. Έχουν προηγηθεί τα καζίνο και οι ρουλέτες, η αστική τάξη πλέον παίζει και η ίδια τυχερά παιχνίδια, ενώ έχει αυξηθεί ο τζίρος και ποντάρονται περιουσίες. ‘Όλα αυτά έδωσαν ένα διαφορετικό χαρακτήρα κύρους, με σκοπό το κέρδος, στα παιχνίδια αυτά. Οπότε υπήρξε μεγάλο ενδιαφέρον από την τότε ανερχόμενη αστική επιστήμη να γίνει κατανοητό από ποιους παράγοντες και με ποιο μοντέλο μπορεί να προσομοιωθεί η τυχαιότητα που περιέχεται σε ένα τυχερό παιχνίδι· πόσο εφικτό είναι να γίνει αυτό με επιστημονικούς πλέον όρους, μέσω μιας στατιστικής κατανομής δεδομένων και προσπάθειας ελάττωσης της εντροπίας των επόμενων βημάτων, και όχι με διαισθητικούς ή ατομικούς τρόπους. Αυτή η «επιστημονικοποίηση» άλλαξε τη φύση και την υφή αυτών των παιχνιδιών. Πλέον αν κάποιος είχε μια μεθοδολογία και τη δυνατότητα να κάνει πολύ γρήγορους υπολογισμούς ή κάποιες φορές απλά να τους κάνει πιο γρήγορα από κάποιον άλλον παίχτη που μπορεί να έκανε το ίδιο, είχε ένα πλεονέκτημα σε σχέση με το παιχνίδι.

Πριν τους υπολογιστές έκαναν την εμφάνισή τους η στατιστική και οι πιθανότητες. Η ανάπτυξη της γραφειοκρατίας και ο όγκος των αρχείων που αυτή έπρεπε να διατηρεί διαμορφώνοντας συνεχώς νέες μαθηματικές μεθόδους, οδήγησε στη δυνατότητα επεξεργασίας πολλών δεδομένων. Αυτή η ανάγκη χειρισμού πολλών δεδομένων για τον πληθυσμό (τότε αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα γκάλοπ) συνέβαλε στη γενικότερη ανάπτυξη της επιστήμης αυτής και της εφαρμογής της σε διάφορα κοινωνικά ζητήματα, φτάνοντας μέχρι και στα τυχερά παιχνίδια. Έτσι, μέσω της στατιστικής κατανομής μπορεί να αυξηθεί η προβλεψιμότητα και η ικανότητα υπολογισμού κάποιων γεγονότων ή η συχνότητα εμφάνισης συγκεκριμένων περιστάσεων, ελαττώνοντας την αντίληψη της τυχαιότητάς τους. Πλέον ένα παιχνίδι πόκερ ή μια ρουλέτα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί σαν στατιστικό φαινόμενο και να επιχειρείται να αντιμετωπίζεται πιθανολογικά και σε ορισμένα σημεία να προβλέπεται με μια σχετική ακρίβεια το κάθε φορά επόμενο χαρτί ή μπίλια. Τα μαθηματικά επομένως χρησιμοποιήθηκαν σαν εργαλείο ελάττωσης της τυχαιότητας και αύξησης της προβλεψιμότητας και στα τυχερά παιχνίδια μέσω πολλών υπολογισμών που όμως μπορούσαν πλέον να κάνουν πολλοί παίχτες ταυτόχρονα. Σημαντικό για το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας έγινε το ποιος θα κάνει πρώτος τους υπολογισμούς αυτούς ή ποιος θα καταφέρει να προσομοιώσει τις κινήσεις του αντιπάλου του ελαττώνοντας συνεχώς την εντροπία της απόφασής του. Πλέον η τύχη γίνεται αντιμετωπίσιμη και μετρήσιμη μέσω των υπολογισμών που μπορεί κάποιος να κάνει πιο γρήγορα από κάποιον άλλον, ειδικά αν και οι δύο ακολουθούν την ίδια στατιστική μεθοδολογία.

Μια ενδιαφέρουσα κορύφωση αυτής της διαδικασίας, προς το πέρασμα στην ψηφιακή εποχή, ήταν στο β’ παγκόσμιο πόλεμο η ενασχόληση των συμμάχων με το σπάσιμο του κώδικα enigma. Από τη μία ήταν οι γερμανοί που κωδικοποιούσαν ένα μήνυμα μέσω μιας αναλογικής μηχανής και από την άλλη οι σύμμαχοι που προσπαθούσαν να αποκρυπτογραφήσουν αυτό το κωδικοποιημένο μήνυμα. Εκεί το άγνωστο, το «τυχαίο» ήταν για τους συμμάχους ο κώδικας που αποκρυπτογραφούσε τα μηνύματα των γερμανών. Για τους γερμανούς αυτός ο κώδικας δεν ήταν ούτε άγνωστο ούτε τυχαίο, ήταν το αποτέλεσμα της κωδικοποίησης μέσω μιας αναλογικής μηχανής. Για την επίλυση του «προβλήματος» χρησιμοποιήθηκαν μεν τα στατιστικά μοντέλα που είχαν αναπτυχθεί μέχρι τότε, φάνηκε όμως πως αν γινόταν με κάποιο τρόπο ένα πλήθος υπολογισμών σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, θα κερδιζόταν ένα πλεονέκτημα σε σχέση με τον αντίπαλο. Σ’ αυτό το συγκεκριμένο ζήτημα, εκείνη την εποχή, είναι που δημιουργήθηκε η ανάγκη για τον ψηφιακό υπολογιστή πάνω στις αρχές του Turing που είχαν αναπτυχθεί πιο πριν. Έτσι, το μέγεθος και το πλήθος των υπολογισμών που απαιτούσε η επίλυση του προβλήματος αυτού, συντελέστηκε από τη γρήγορη επεξεργασία μεγάλων δεδομένων από άλλες μηχανές, τους πρώτους υπολογιστές, βοηθώντας παράλληλα και στη γέννηση τους. Επομένως η τύχη ή η ατυχία εξαρτιόταν ως ένα βαθμό από την ταχύτητα εκτέλεσης πολύπλοκων και μεγάλων μαθηματικών υπολογισμών. Αυτό φανέρωσε τη δύναμη που μπορεί να έχει η υπολογιστική ισχύς σε μια σειρά ζητημάτων πέρα και από την κρυπτογράφηση.

Η είσοδος της τύχης στην ψηφιακή εποχή

Με την εμφάνιση του πρώτου ψηφιακού υπολογιστή προκύπτουν διάφορες ανάγκες για παραγωγή τυχαίων αριθμών από τον ίδιο τον υπολογιστή με σκοπό την εφαρμογή τους σε διάφορα προγράμματα – πειράματα. Ας αναφέρουμε κάποια ενδεικτικά παραδείγματα: στην περίπτωση μιας παρτίδας τάβλι με ένα πρόγραμμα του υπολογιστή, ο υπολογιστής πρέπει να «επιλέξει» κάθε φορά το τι θα φέρνουν τα ζάρια· σε διάφορα φυσικά ή χημικά πειράματα απαιτείται μια τυχαία εμφάνιση θερμοκρασιών ή στοιχείων περιβάλλοντος για να εξεταστεί η απόκριση σε τυχόν αλλαγές αυτών των στοιχείων· σε διάφορα χρηματοπιστωτικά επενδυτικά προϊόντα που χειρίζονται χρήματα προς επένδυση, χρησιμοποιούνται πολύπλοκοι υπολογισμοί· όλα αυτά επιλύονται κάθε φορά με προγράμματα για τη παραγωγή ψευδοτυχαίων αριθμών. Οι ψευδοτυχαίοι αριθμοί δεν είναι τελικά καθόλου τυχαίοι. Παράγονται από έναν αρχικό αριθμό, τον «σπόρο», μέσω ενός ντετερμινιστικού αλγορίθμου ή μιας μαθηματικής εξίσωσης αν προτιμάτε. Συνήθως γίνεται μια προσπάθεια ο «σπόρος» να είναι όντως ένα τυχαίο δεδομένο, και έτσι στην συνέχεια όποτε θέλουμε έναν ψευδοτυχαίο αριθμό να μην έχουμε παρά να ζητήσουμε να παραχθεί. Βέβαια, αν γνωρίζει κάποιος τον «σπόρο» τότε μπορεί να προβλέψει τους ψευδοτυχαίους αριθμούς που παράγονται κάθε φορά.

Μια σύντομη ιστορική ανάδρομη νομίζουμε ότι θα βοηθήσει για αρχή να καταλάβουμε πώς οι ειδικοί του συστήματος άρχισαν (και ακόμη συνεχίζουν!) να εφευρίσκουν αλγορίθμους για λογαριασμό τους φυσικά, και τις ιδεολογικές προεκτάσεις που αυτό έχει. Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα υπέρλαμπρα αστέρια της πολεμικής έρευνας και τεχνολογίας για λογαριασμό των ΗΠΑ, που έθεσαν τις βάσεις και έφτιαξαν τον πρώτο (ψηφιακό) υπολογιστή, όπως ο von Neumann, βρεθήκαν στην ανάγκη χρήσης τυχαίων αριθμών στα (πρώτα) προγράμματα τους. Η πρώτη λύση ήταν αυτή της χρησιμοποίησης καταγεγραμμένων τυχαίων αριθμών (από οποιαδήποτε πηγή), βασισμένη σε αυτό που κοινωνικά ήταν κατανοητό μέχρι τότε σαν «τυχαιότητα». Έτσι, όταν ο υπολογιστής χρειαζόταν έναν τυχαίο αριθμό για να συνεχίσει την επεξεργασία του προγράμματος, κάποιος από τους φοιτητές-βοηθούς εισήγαγε έναν αριθμό που θεωρούσε ο ίδιος τυχαίο. Απλό για αρχή, αλλά ανάμεσα σε αλλά είχε ένα βασικό πρόβλημα. Μέχρι να γίνει αυτή η διαδικασία (επιλογής του αριθμού και εισαγωγής του) περνούσε πολύς (χρήσιμος αλλά και κρίσιμος) χρόνος, που όπως είπαμε η εξοικονόμησή του ήταν το ζητούμενο της όλης διαδικασίας και της χρήσης των υπολογιστών. Η λύση, που ταίριαζε με την φύση και το είδος της υπολογιστικής μηχανής, ήταν να υπολογίζεται γρήγορα ένας «τυχαίος» αριθμός από το ίδιο το μηχάνημα, χωρίς κάποια ανθρώπινη παρέμβαση, με τους ψηφιακούς όρους που λειτουργεί η ιδία η μηχανή. Επειδή λοιπόν θα ήταν εξαιρετικά χρονοβόρο για τα δεδομένα του υπολογιστή να εισάγει κάποιος άνθρωπος κάθε φορά τυχαίους αριθμούς που θα κατεβάζει από το μυαλό του, επιχειρήθηκε αυτοί οι αριθμοί να παράγονται κάθε φορά από τον ίδιο τον υπολογιστή.

Μια (αρχική) μαθηματική-υπολογιστική μέθοδος που προέκρινε ο von Neumann ήταν αυτή: παίρνεις έναν αριθμό (είτε αποθηκευμένο από πριν είτε που έχει προκύψει την ώρα που τρέχει το πρόγραμμα) και τον τετραγωνίζεις. Από το αποτέλεσμα που προκύπτει από αυτή την πράξη επιλεγείς τόσα ψηφιά όσα είχε ο πρώτος αριθμός από την μέση του αριθμού που υπολογίστηκε. Π.χ. ο αριθμός 6349 έχει τετράγωνο το 40309801 και άρα ο «τυχαίος» αριθμός που επιστρέφεται είναι το 3098. Έπειτα αν ζητηθεί και άλλος, παίρνουμε τον αριθμό που επιστρέψαμε και επαναλαμβάνουμε την διαδικασία όπως και πριν. Όλη αυτή η υπολογιστική διαδικασία στόχο έχει να παράγει όπως είπαμε παραπάνω αριθμούς που να φαίνονται τυχαίοι, και ονομάζονται γι’ αυτό από την ίδια την επιστήμη των υπολογιστών «ψευδοτυχαίοι» και ο αλγόριθμος που τα παράγει «γεννήτρια ψευδοτυχαίων αριθμών». Όταν λοιπόν χρησιμοποιείται ένα πρόγραμμα που λειτουργεί με συγκεκριμένους κανόνες, σίγουρα δεν μπορούμε να πούμε ότι το αποτέλεσμα που εξάγει είναι τυχαίο, αφού προέρχεται από κάποιους υπολογισμούς τους οποίους αν κάποιος καταφέρει να προσομοιώσει θα ξέρει ποιος είναι αυτός ο αριθμός.

η τύχη στη μέση ενός υπολογιστικού πολέμου και τι μένει πίσω

Αυτή η νέα λογική-εφαρμογή έχει ορισμένες προεκτάσεις. Αν κάποιοι ζητήσουν από ένα άτομο να τους δώσει έναν τυχαίο αριθμό, δε γνωρίζουν ποιος αριθμός μπορεί να είναι αυτός, μπορούν μόνο να μαντέψουν ποιος μπορεί να είναι με εξαιρετικά λίγες πιθανότητες επιτυχίας. Το ζήτημα όμως αλλάζει αν ζητήσουν από το άτομο αυτό να κάνει μια σειρά από μαθηματικές πράξεις (π.χ. 50 προσθέσεις, αφαιρέσεις και πολλαπλασιασμούς) για να εξάγει έναν αριθμό. Επειδή αυτοί λοιπόν δε γνωρίζουν τον αρχικό αριθμό το αποτέλεσμα θεωρείται «τυχαίο». Όμως με μια σειρά επαναλήψεων μπορεί να γίνει κατανοητή η διαδικασία (σειρά πράξεων) μέσω των οποίων προκύπτει ο ψευδοτυχαίος αριθμός και συνεπώς μπορεί ο αριθμός αυτός να βρεθεί. Αν λοιπόν η διαδικασία αποτελέσει αντικείμενο υπόθεσης ή προσομοίωσης, τότε ο αριθμός δεν είναι ούτε άγνωστος ούτε τυχαίος και όποιος μπορεί να το κάνει αυτό έχει το προβάδισμα απέναντι στους άλλους. Οπότε, το ότι υπάρχει ένας αλγόριθμος σε ένα πρόγραμμα που χρησιμοποιείται σε ένα ευρύ πεδίο τυχερών παιχνιδιών ή προγραμμάτων για να «υπολογίσει»-κατασκευάσει το βαθμό του τυχαίου, καθιστά λογική την εμφάνιση και των αντίστοιχων αλγόριθμων που προσπαθούν να προβλέψουν πάλι υπολογιστικά αυτό το τυχαίο, οδηγώντας ουσιαστικά σε μια συνεχή διαδικασία όπου το τυχαίο πρέπει να ανανεώνεται από όλο και πιο γρήγορους αλγορίθμους για να υλοποιεί την κοινωνική του χρησιμότητα.

Έχει σημασία το πώς και το αν γίνεται αντιληπτή αυτή η διαδικασία από τους χρήστες – καταναλωτές αυτών των εφαρμογών. Αν π.χ. κάποιος παρακολουθεί συστηματικά ένα τυχερό παιχνίδι που γίνεται μέσω μιας μηχανικής λοταρίας, νομίζει ότι δύσκολα μπορεί να ξέρει ποιος αριθμός θα προκύψει και πως το παιχνίδι είναι εντελώς τυχαίο. Αν όμως αντί για μια οποιαδήποτε μηχανή, είναι η οθόνη ενός υπολογιστή που κάθε φορά εμφανίζει κάποιον αριθμό, τον οποίον αν μαντέψεις θα κερδίσεις, τι μπορεί να συμβαίνει ακριβώς; Το αποτέλεσμα είναι τυχαίο, υπολογισμένο ή υπαγορευμένο από κάποιον ο οποίος μπορεί και να ξέρει ποιοι αριθμοί είχαν παιχτεί και να υπαγόρευσε κάποιον άλλο; Άγνωστο, αυτό που φαίνεται είναι μόνο μια οθόνη και ένα νούμερο. Για να γίνει πιστευτό ότι κάτι είναι τυχαίο, θα πρέπει να επαληθεύεται. Η επαλήθευση στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι εύκολη, βασίζεται περισσότερο στην πίστη ότι πρόκειται όντως για κάτι τυχαίο που συνεπώς αξίζει να παίξουμε. Ας συζητήσουμε αυτήν την πίστη τώρα.

Η πίστη στην τυχαιότητα που υποτίθεται ότι υπάρχει σε ένα τυχερό ψηφιακό παιχνίδι έγκειται στο ότι δε θα μαθευτεί από κάπου αλλού ή δε θα αποτελέσει αντικείμενο υποψίας ή δε θα βρεθεί με κάποιον τρόπο ο αριθμός που θα εμφανιστεί στην οθόνη. Π.χ. στο «Kino» γίνονται κληρώσεις κάθε 5 λεπτά και μέσα στο πεντάλεπτο τζογάρουν οι παίχτες για την επόμενη κλήρωση. Η διαδικασία που δε φαίνεται είναι η εξής: υπάρχει ένα πρόγραμμα που έχει διαμορφωθεί από κάποιους τεχνικούς σε κάποια επιτροπή και το οποίο στον πυρήνα του έχει έναν αλγόριθμο σαν αυτόν που περιγράψαμε πιο πριν. Ο αλγόριθμος αυτός κάνει πάρα πολλούς υπολογισμούς χρησιμοποιώντας έναν αρχικό αριθμό που λέγεται «σπόρος» και που το αποτέλεσμά του πιστεύουν ότι κανείς δεν μπορεί να προβλέψει. Δεν μπορεί δηλαδή κανείς να προβλέψει ποιους υπολογισμούς κάνει αυτό το πρόγραμμα για να έχει αυτό το αποτέλεσμα. Το ενδιαφέρον έγκειται όμως στο ότι εάν κάποιος περιμένει ένα πολύ μεγάλο διάστημα καταγράφοντας τις τιμές που εμφανίζει αυτός ο αλγόριθμος, μπορεί να προσομοιώσει και να καταλάβει, μέσω ενός νέου αλγορίθμου, ποιος μπορεί να είναι ο επόμενος αριθμός. Οπότε μέριμνα της επιτροπής του παιχνιδιού είναι ανά τακτά χρονικά διαστήματα να αλλάζει τον αλγόριθμο που χρησιμοποιεί για να βεβαιώνεται και η ίδια και οι παίχτες ότι δεν μπορεί κάποιος να «κλέψει». Όχι μόνο το παιχνίδι αλλά και το κλέψιμο το ίδιο έχει αλλάξει και πλέον γίνεται μέσω ενός άλλου προγράμματος που προσομοιώνει το πρόγραμμα που χρησιμοποιείται από το παιχνίδι.

Τελικά, αυτοί οι ψευδο-τυχαίοι αλγόριθμοι είναι κοινή μήτρα για πλήθος εφαρμογών του ψηφιακού κόσμου για την αναγκαία παράγωγη «τύχης». Φυσικά έχουν διαπρέψει στα παιχνίδια, όμως είναι απαραίτητοι και στα λογισμικά χρηματιστηριακών συναλλαγών, είναι ο πυρήνας στις κληρώσεις τυχερών (κρατικών) παιχνιδιών, συστατικό στοιχείο στην κρυπτογράφηση δεδομένων, κι όλοι τους έχουμε χρησιμοποιήσει στην «τυχαία» επιλογή τραγουδιών από το winamp κ.α.

Εδώ έχουμε, λοιπόν, έναν αλγόριθμο/μεθοδολογία που αξιώνει για τον εαυτό του να τον αποκαλούν αξιόπιστα «γεννήτρια παραγωγής ψευδοτυχαίων αριθμών». Αυτό το πρόγραμμα έχει κατασκευαστεί καλούμενο να αναπαραστήσει πειστικά αυτό που έχει ιστορικά προσδιοριστεί ως σήμερα τύχη. Καθώς καθιερώνεται το «πληροφοριακό οικοσύστημα» σαν ένα καθολικό πρότυπο ζωής, κάθε σχέση και έννοια μετασχηματίζεται όχι απλά με την πρόσθεση κάποιων ψηφιακών χαρακτηριστικών του αλλά κυρίως με την ριζική ανακατασκευή/ επαναπροσδιορισμό των κοινωνικών σχέσεων στο σύνολο τους.
Βλέποντας την κοινωνική διάσταση των τυχερών παιχνιδιών π.χ. βλέπουμε τις εξής διαφορές. Κάποιες δεκαετίες νωρίτερα στις γειτονιές παίζονταν σε διάφορα σπίτια από πόκερ μέχρι ζάρια και μπαρμπούτι. Αυτό έφτιαχνε μια ζωντανή εικόνα ανθρώπων μαζεμένων να παίζουν, να κοιτάζονται, να σχολιάζουν, να πειράζονται, να κλέβονται, να τσακώνονται και είναι κάτι που μπορεί να το δει κανείς, όχι μόνο μέσα από λογοτεχνικές αλλά και από καθημερινές περιγραφές μεγαλύτερων ή αναμνήσεις από παλαιότερα χρόνια. Πλέον, ο πολλαπλασιασμός του ηλεκτρονικού τζόγου ή των ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών, η δυνατότητα και η «ευκολία» ως προς το χρόνο (συνέχεια) και τον τόπο (παντού) του παιξίματος, έχει προκαλέσει κάποιους μετασχηματισμούς. Πλέον το παιχνίδι γίνεται με τη μεσολάβηση της μηχανής.

Έχουμε την αίσθηση ότι διάφορα χαρακτηριστικά των ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών έχουν αλλάξει ριζικά το περιβάλλον και τις σχέσεις του παιχτών με αυτά. Γενικά μιλώντας οι παίχτες σχετίζονται πλέον περισσότερο προς την μηχανή σαν καταναλωτές τύχης προσδιορίζοντας μονοσήμαντα τις αλληλεπιδράσεις με τους άλλους παίχτες και δημιουργώντας ένα οριζόντιο κενό αλληλεπίδρασης μεταξύ τους. Ένα σημαντικό αντικειμενικό χαρακτηριστικό που έχει επιδράσει σε αυτή την κοινωνική διαδικασία είναι φυσικά και η ταχύτητα που μπορούν πλέον να διεκπεραιωθούν όλα αυτά. Το Kino είναι ένα παράδειγμα με τις πολλαπλές ηλεκτρονικές κληρώσεις μέσα σε μια ώρα, αλλά και το διαδικτυακό πόκερ, όπου οι αυτόματοι ή ανθρώπινοι παίχτες είναι πάντα διαθέσιμοι για το επόμενο τυχαίο μοίρασμα της τράπουλας. Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό είναι, τέλος, η δυνατότητα της μηχανής να έχει ανά πάσα στιγμή μια γενική εποπτεία της κατάστασης του παιχνιδιού (και φυσικά ελέγχου του) πράγμα που ξεπερνά κατά πολύ την κοινωνική εμπειρία των μέχρι πρότινος «παλιών» παιχνιδιών, καταργώντας παράλληλα και τους παλιούς χώρους και χρόνους όπου αυτά λάμβαναν χώρα.
Απέναντι λοιπόν στην προηγούμενη ζωντανή εικόνα των προηγούμενων δεκαετιών, μπορούμε να αντιπαραβάλλουμε την εικόνα από ένα προπατζίδικο ή από έναν τύπο που παίζει από τον προσωπικό του υπολογιστή. Αυτή η έκπτωση δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο των τυχερών παιχνιδιών αλλά παρατηρείται όπου έχουν μηχανοποιηθεί διάφορες κοινωνικές σχέσεις. Το ενδιαφέρον είναι το πώς έχει προκύψει αυτή η μετάβαση, το πώς αντιλαμβάνονται οι ίδιοι οι παίχτες αυτή τη διαδικασία και από πού προκύπτει η πίστη τους στην «τυχαιότητα».

Η μηχανοποίηση της τυχαιότητας δεν ταιριάζει μόνο στα τυχερά παιχνίδια που αναφέραμε εδώ σαν παράδειγμα. Ας αναφέρουμε ένα άλλο παράδειγμα, τα videogames. Η οθόνη δείχνει κάτι που δεν είναι κάτι φυσικό ή πραγματικό, αλλά εικονικό. Αυτή η εικονικότητα στο παιχνίδι, χωρίς να αναπαριστανόταν τόσο πειστικά, προϋπήρχε στα επιτραπέζια παιχνίδια. Μπορούμε να πούμε ότι τα επιτραπέζια παιχνίδια είναι ένα βήμα, στο οποίο πάτησαν τα videogames. Εκεί, το ζάρι αναπαριστά κάποια νοήματα και καταστάσεις με πειστικό τρόπο (ιστορικά προσδιορισμένο) και δίνει ένα ορισμένο νόημα στην τυχαιότητα μέσα σε κάποιους κανόνες ενός επιτραπέζιου παιχνιδιού. Στα videogames, ο αλγόριθμος που αναπαριστά την τυχαιότητα του ζαριού φαίνεται να φτάνει αυτό το σχήμα στα όρια του. Εκεί, για παράδειγμα, όπου επιχειρείται μια ολοένα και καλύτερη αναπαράσταση της «φυσικής δραστηριότητας», όσο και αν ο παίχτης πείθεται από την εικονικότητα σχετικά με τις ικανότητές του, το τελικό επιδιωκόμενο αποτέλεσμα που θα κρίνει τις επιλογές του στο παιχνίδι (αν π.χ. τελικά με το σπαθί του όντως πέτυχε το δράκο ή του ξέφυγε) είναι η υπολογιστική ταχύτητα που μπορεί να παράξει το ψευδοτυχαίο. Και όταν αυτό μπορεί να προσομοιωθεί οδηγώντας στην προβλεψιμότητά του πρέπει απλά να αντικατασταθεί με κάποιο ακόμα πιο γρήγορο. Γι’ αυτό υπάρχουν και τα levels, από το πολύ δύσκολο στο πολύ εύκολο. Στο πολύ δύσκολο ο υπολογιστής δίνει στον παίχτη πιο λίγες πιθανότητες να πετύχει τον άλλον, με το να ρίχνει της πιθανότητες η τύχη να είναι με το μέρος του και όλα αυτά γίνονται υπολογιστικά. Ενδιαφέρον έχει ότι υπάρχουν διάφοροι σε forum παιχνιδιών που προσπαθούν να βρουν τον αντίστοιχο αλγόριθμο ώστε να τον επηρεάζουν, με τρόπο ώστε η τύχη να είναι με το μέρος τους.

Κάτι σαν επίλογος

Έτσι, έπρεπε να μπορεί η «τυχαιότητα» που παράγει η μηχανή να είναι μετρήσιμη υπολογιστικά για να ελέγχεται αν ισχύει η μη-προβλεψιμότητά της, πάλι όμως με υπολογιστικό τρόπο. Φυσικά, η (όποια τυχόν) χρεωκοπία της δε σημαίνει καθόλου την απεμπόληση των υπέρ-υπολογιστικών φαντασιώσεων της πειστικής αναπαράστασης της. Η πόρτα προς την γενική πορεία του βιο-πληροφοριακού παραδείγματος δεν πρόκειται να σταματήσει να ανοίγει, ίσως μόνο τα τριξίματά της που και που να ακούγονται πιο δυνατά. Όχι τυχαία, οι υπολογισμοί μέσω της μηχανής έχουν την κεντρικότητα τους σε αυτή την αναδιάρθρωση. Η ακρίβεια των υπολογισμών, η «ορθότητά» τους, η ταχύτητα εκτέλεσής τους και η συνθετότητά τους μέσω του λογισμικού και των ψηφιακών κυκλωμάτων του ηλεκτρονικού υπολογιστή είναι οι νέοι φετιχισμοί. Θεωρείται πλέον «αυτο-νόητο» ότι τα κυκλώματα και οι οδηγίες διέλευσης των ηλεκτρονίων μπορούν να ενσωματώσουν στη μηχανή, με την υπολογιστική ακρίβεια και πολυπλοκότητα που αυτή προσφέρει απλόχερα, την παραγωγή «τύχης» με το τσουβάλι.

Αξίζει να πούμε πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ελεγχθεί κοινωνικά με κάποιους από τους ήδη διαμορφωμένους απτούς – χειροπιαστούς τρόπους. Να ελεγχθεί, με την έννοια να εννοηθεί ο τρόπος του μη-προβλέψιμου, μιας και τυχαίο είναι σε αυτήν την περίπτωση το να μην μπορεί κάτι να επαληθευτεί. Μοιραία, λοιπόν εδώ, αυτή η μετατόπιση πατάει πάνω στον τεχνολογικό φετιχισμό των δυτικών κοινωνιών όπου ο υπολογιστής είναι ένα μαγικό κουτί με εξωτικές ιδιότητες/ικανότητες. Ε, μια από αυτές είναι ότι μπορεί να παίξει και τον ρόλο της θεάς τύχης. Η ιδεολογία εδώ κατασκευάζει μια πειστική αναπαράσταση που δεν αμφισβητείται, τροφοδοτώντας και τροφοδοτούμενη από την γενική κοινωνική διαμόρφωση αυτού του τεχνολογικού φετιχισμού.

Ξεκινώντας από εδώ, μπορούμε να θεωρήσουμε την αλγοριθμοποίηση της τύχης σαν ένα κοινωνικό ζήτημα. Οι αλλαγές που έχουν επέλθει σε διάφορες κοινωνικές σχέσεις και έχουν να κάνουν φαινομενικά με αυτό που θα λέγαμε διασκέδαση θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν τεράστιες ποιοτικά. Η χρησιμοποίηση μηχανών σε αυτόν τον αναπάντεχο τομέα έχει οδηγήσει σε μια «κοινωνική» φτώχεια σχέσεων και νοημάτων και ταυτόχρονα σε μια κατηγοριοποίηση ρόλων/διαδικασιών που υποβοηθά τον έλεγχο σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πεδίο.

]]>
Πολεμικές τεχνολογίες – πολεμικές κοινωνίες https://gameover.zp/2015/06/10/%ce%b5%ce%ba%ce%b4%ce%ae%ce%bb%cf%89%cf%83%ce%b7-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%af%ce%b5%cf%82-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b5/ Wed, 10 Jun 2015 09:30:06 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1452

Untitled-1

_Σημειώσεις από την εποχή των πολέμων χαμηλής έντασης/υψηλής διάχυσης.

Εισαγωγή

Ένα από τα “κατορθώματα” για τα οποία επαίρονται τα κράτη της Δύσης είναι το γεγονός ότι έχουν καταφέρει να διεξέλθουν τα χρόνια μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο χωρίς να εμπλακούν σε πολέμους μεταξύ τους αλλά και χωρίς να βιώσουν εν γένει την εμπειρία κάποιας πολεμικής σύγκρουσης στο εσωτερικό των επικρατειών τους. Υπάρχουν μάλιστα αρκετοί “αναλυτές” – δημοσιογράφοι, προερχόμενοι κυρίως από τον φιλελεύθερο χώρο, που σπεύδουν να εντοπίσουν την αιτία αυτής της περιόδου ειρήνης στην υποτιθέμενα εγγενή ειρηνόφιλη διάθεση των δημοκρατικών καθεστώτων. Ακόμα και η σύμπτυξη εθνών-κρατών σε ισχυρά οικονομικά μπλοκ αποδίδεται ενίοτε στη συνειδητοποίηση, εκ μέρους αυτών των δημοκρατιών, της φρίκης του πολέμου και της ειρηνοποιού επίδρασης του εμπορίου. Η συλλογιστική αυτή πηγαίνει πολλές φορές ένα βήμα παραπέρα, φτάνοντας να αποκλείει το ενδεχόμενο μιας “ενδο-ιμπεριαλιστικής” σύγκρουσης, ακριβώς λόγω της πυκνής  διαπλοκής των δημοκρατικών οικονομιών και των καταστροφικών συνεπειών στην οικονομία που μια ενδεχόμενη σύγκρουση θα επέφερε. Πρόκειται φυσικά για ένα ιδεολόγημα αρκετά παλιότερο απ’ όσο ίσως υποψιάζονται οι εν λόγω απολογητές των δημοκρατικών καθεστώτων και πολλαπλώς διαψευσμένο μέσα στην πρόσφατη ιστορία της Δύσης. Ο σκοπός μας σε αυτή την εισήγηση δεν είναι να επιχειρήσουμε μια απόπειρα αποδόμησης τέτοιων φιλελεύθερων ιδεολογημάτων. Άλλωστε, σοβαρότεροι αναλυτές, οργανισμοί και think tank, από αυτούς που εργάζονται για λογαριασμό δημοκρατικών κυβερνήσεων, δεν φαίνεται να λαμβάνουν και πολύ τοις μετρητοίς τα ιδεολογήματα που οι κυβερνήσεις – εργοδότες τους πλασάρουν, μέσα από άλλους διαύλους, στο ευρύ κοινό [ref]Περί Πολέμου και Αδειάζοντας δωμάτια με οπλοπολυβόλα, Λέσχη Κατασκόπων του 21ου αιώνα.[/ref]. Η δική μας πρόθεση είναι να πάμε ένα βήμα παραπέρα από μια τέτοια “ιδεολογική” συζήτηση σε μια προσπάθεια να εντοπίσουμε τις πραγματικές τεχνολογικές αλλαγές στο πεδίο του πολέμου που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια καθώς και τις εξίσου πραγματικές αλλαγές που αυτές συνεπιφέρουν στο κοινωνικό πεδίο.

xartis 1

Πράγματι, έχουν περάσει 70 χρόνια από την τελευταία φορά που οι μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη αποφάσισαν να λύσουν τις διαφορές τους στρέφοντας ευθέως τα οπλικά τους συστήματα η μία εναντίον της άλλης. Για τα δεδομένα των ευρω-δυτικών δυνάμεων, μια τέτοια περίοδος ειρήνης μπορεί όντως να χαρακτηριστεί μακρόχρονη. Ωστόσο, δεν θα καινοτομούσαμε αν σημειώναμε ότι μια τέτοια εικόνα ειρήνης είναι εν μέρει ψευδαισθητική. Μια ματιά σε έναν χάρτη με τις εν εξελίξει συγκρούσεις μέσα στο 2015 αρκεί για να δείξει αυτό που (θα έπρεπε να) είναι προφανές. Αν εξαιρέσει κανείς τα κέντρα του καπιταλιστικού κόσμου (Βόρεια Αμερική, Ε.Ε., Αυστραλία, Ιαπωνία), όλος ο υπόλοιπος πλανήτης, πλην ελαχίστων περιπτώσεων, μπορεί να υπερηφανεύεται ότι δεν έχει λησμονήσει την τέχνη του πολέμου. Αρκετές από αυτές τις συγκρούσεις έχουν φυσικά τοπικό χαρακτήρα, όμως η εμπλοκή των δυτικών κρατών δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση εξαίρεση. Ειδικά για τις Η.Π.Α., κι ακόμα ειδικότερα από τα τέλη της δεκαετίας του 70 κι έπειτα, υπολογίζεται ότι ένας υπήκοός τους ζει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του με την χώρα του να βρίσκεται σε κάποιου είδους πόλεμο. Κι αυτό χωρίς καν να ληφθούν υπόψιν όλες οι συγκρούσεις, όπως π.χ. αυτή του Κοσόβου. Εν πάση περιπτώσει, δεν χρειάζεται να επιστρατεύσει κανείς σωρούς στατιστικών στοιχείων για να αντιληφθεί το “παράδοξο”. Μέσα σε αυτή την περίοδο των 70 χρόνων, τα δυτικά κράτη διεξάγουν συστηματικά και συνεχώς πολέμους, έστω “χαμηλής έντασης”, την ίδια στιγμή που οι υπήκοοί τους (πιστεύουν ότι) ζουν εν μακαρία ειρήνη.

 

xartis 2

 

 

Αναμφίβολα, οι προπαγανδιστικοί – ιδεολογικοί μηχανισμοί έχουν παίξει τον ρόλο τους στην κατασκευή μιας τέτοιας εικονικής ειρήνης. Ο πρώτος πόλεμος του Κόλπου, με τα “εντυπωσιακά” πλάνα νυκτός, παρέπεμπε ήδη σε κάτι σαν video game. Αλλά ήταν κατά τη διάρκεια του δεύτερου  πολέμου κατά του Ιράκ που η διαχείριση της πληροφορίας που έβγαινε προς τα έξω εντάχθηκε, σχεδόν σαν κανονικό τμήμα, στα επιχειρησιακά πλάνα του αμερικάνικου στρατού μέσω των λεγόμενων ενσωματωμένων δημοσιογράφων (embedded journalists). Όπως ακριβώς υπονοεί και το χαριτωμένο όνομά τους, πρόκειται για δημοσιογράφους που προσαρτώνται σε τμήματα του στρατού και κινούνται αυστηρά στους χώρους που τους υποδεικνύονται. Σε μερικές περιπτώσεις δε, περνάνε και από μία φάση εκπαίδευσης, μαζί με τους στρατιώτες, πριν καν αρχίσει ο πόλεμος. Τελευταίο κατόρθωμα του αμερικάνικου στρατού είναι αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ως ενσωματωμένη τέχνη, με ταινίες σαν το Argo και το Zero Dark Thirty να εγείρουν σοβαρές υποψίες για το βαθμό στον οποίο ο στρατός και οι μυστικές υπηρεσίες συμμετείχαν επί της ουσίας στη δημιουργία τους, διοχετεύοντας τις κατάλληλες πληροφορίες. Το ερώτημα όμως παραμένει. Όσο κι αν η προπαγάνδα έχει γιγαντωθεί κι εκλεπτυνθεί, αρκεί για να εξηγήσει το παράδοξο της “ειρήνης εν μέσω πολέμου”;

Μία πιο προσεκτική εξέταση δείχνει ότι η διαχείριση της πληροφορίας για τον πόλεμο και κατά τη διάρκεια αυτού αποτελεί μόνο ένα τμήμα μιας γενικότερης αναδιάρθρωσης του τρόπου διεξαγωγής πολέμων, που κινήθηκε σε πολλαπλά επίπεδα. Τόσο όσον αφορά στο τεχνολογικό και τακτικό επίπεδο, όσο και (και ίσως σημαντικότερο) στο κομμάτι της προετοιμασίας για πόλεμο. Χωρίς να μπορούμε να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες εδώ, αρκεί, για τους σκοπούς της εισήγησης, να επισημάνουμε το εξής σημαντικό. Από την εποχή της εγκαθίδρυσης των εθνών-κρατών μέχρι και τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, η κατάσταση πολέμου προϋπέθετε μια συνολική επιστράτευση δυνάμεων, όχι μόνο αυστηρά στρατιωτικών, αλλά και εν γένει οικονομικο-κοινωνικών. Σημαντικά κομμάτια της κοινωνίας και της παραγωγής αναδιατάσσονταν ώστε να εξυπηρετήσουν όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα τις ανάγκες του στρατού, που πλέον, λόγω της μαζικότητας και της γραφειοκρατικής οργάνωσης του, μπορούσε να ονομάζεται και στρατιωτική μηχανή. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η εμπόλεμη κατάσταση μπορούσε να διακριθεί σχετικά ευκρινώς από την ειρηνική – χωρίς αυτό να προϋποθέτει πάντως και την ύπαρξη στεγανών μεταξύ στρατιωτικής και πολιτικής οικονομίας. Από τότε κι έπειτα, αλλά κυρίως από τη δεκαετία του 70 και μετά, παρατηρείται η ιδιόμορφη εκείνη κατάσταση συνύπαρξης μιας “ειρηνικής” οικονομίας-κοινωνίας και μιας επί της ουσίας αδιάλειπτης πολεμικής δραστηριότητας.

Το γεγονός ότι οι συγκρούσεις στις οποίες εμπλέκονται οι δυτικές δυνάμεις περιλαμβάνουν αντιπάλους συντριπτικά υποδεέστερους θα μπορούσε να είναι ένας λόγος για τον οποίο δεν απαιτείται μια τέτοια συνολική και με την ευρεία έννοια επιστράτευση. Όμως εδώ σημαντικό είναι και το εξής. Εκτός από τον ίδιο τον πόλεμο, μπορούν να παρατηρηθούν και αλλαγές στον τρόπο προετοιμασίας για αυτόν. Κι υποθέτουμε ότι τα κράτη, όταν προετοιμάζονται για πόλεμο, μέσα στα πλάνα τους περιλαμβάνεται και το ενδεχόμενο σύγκρουσης με αντιπάλους παραπλήσιας δύναμης[ref]Ορισμένοι στρατιωτικοί αναλυτές (π.χ. Martin van Creveld, Through a glass, darkly. Some reflections on the future of war.) συνάγουν από αυτά τα δεδομένα μια γενική απροθυμία ή και αδυναμία των εθνών-κρατών για πολέμους μαζικής κλίμακας. Δεν είμαστε καθόλου σίγουροι για αυτό…[/ref]. Από την κατάργηση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας μαζί με την (επαν-)εισαγωγή μισθοφορικών – επαγγελματικών στρατών και τη διόγκωση του επιμελητειακού τομέα (για κάθε έναν μάχιμο στρατιώτη ο αμερικανικός στρατός διαθέτει δέκα άτομα ως υποστηρικτικό στρατό) μέχρι την παρατεταμένη διάρκεια σχεδιασμού και κατασκευής οπλικών συστημάτων που πλέον μπορεί να εκτείνεται σε βάθος δεκαετιών, φαίνεται πως πρόκειται για μια διαδικασία αναδιάρθρωσης που ίσως έχει βαθύτερες αιτίες αλλά και συνέπειες. Αν κανείς θα ήθελε να εντοπίσει χρονικά το σημείο καμπής σε αυτή την εξέλιξη, αυτό θα ήταν μάλλον η δεκαετία του 70 (και πάλι) και ο πόλεμος του Βιετνάμ[ref]Ορισμένοι τοποθετούν αυτό το σημείο πιο πίσω, στο τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου, λόγω των πυρηνικών όπλων.[/ref]. Η τελευταία φορά που το αντιπολεμικό κίνημα έκανε αισθητή την παρουσία του και η πρώτη που χρησιμοποιήθηκαν κατευθυνόμενοι πύραυλοι. Παράλληλα με την τρίτη βιομηχανική επανάσταση της πληροφορικής και της αυτοματοποίησης (σύμπτωση ίσως όχι τυχαία), μια άλλη, λιγότερο γνωστή εκτός των κύκλων των στρατιωτικών αναλυτών, έκανε την εμφάνισή της. Η λεγόμενη “επανάσταση στις στρατιωτικές υποθέσεις” (revolution in military affairs).

 

Revolution in Military Affairs – Επανάσταση στα Ζητήματα του Πολέμου

Ο όρος “Revolution in Military Affairs – Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις” (για συντομία RMA – ΕΣΥ), μαζί με την αντίστοιχη θεωρία και ανάλυση, εμφανίζεται πρώτη φορά μέσα στα ’70s. Εντός αυτής της δεκαετίας και της επόμενης, Σοβιετικοί καραβανάδες, με πρωτεύοντα το στρατάρχη Νικολάι Ογκάρκοβ, αναγνωρίζουν και μελετούν τις ελλείψεις τους στα ζητήματα του στρατού, καθώς βλέπουν την τεράστια πλέον διαφορά με τις ΗΠΑ, που έχουν βελτιώσει τον εξοπλισμό αξιοποιώντας τις νέες τεχνολογίες. Οι Σοβιετικοί λένε ότι χρειάζονται μια Επανάσταση στα Ζητήματα του Πολέμου. Από τον όρο και τη θεωρία εμπνέεται ο Άντριου Μάρσαλ, επικεφαλής μέχρι και σήμερα κορυφαίων think tanks του αμερικανικου υπουργειου άμυνας, και τον εισάγει στη στρατιωτική θεωρία των ΗΠΑ.

Αν και ο όρος ΕΣΥ χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τις πρόσφατες αλλαγές, από το ’70 και μετά, στα στρατιωτικά δόγματα των ΗΠΑ, αλλά και άλλων χωρών, οι επαναστάσεις στον τρόπο που πολεμούν οι στρατοί σηματοδοτούνται από τη μαζική αξιοποίηση και εφαρμογή στα πεδία των μαχών νέων τεχνολογιών. Τέτοια χρονικά σημεία είναι η ανακάλυψη της πυρίτιδας, της ατμομηχανής, του κινητήρα εσωτερικής καύσης, της ατομικής βόμβας κλπ. Ο Άντριου Μάρσαλ λέει:

“Μια επανάσταση στα ζητήματα του πολέμου είναι μια σημαντική αλλαγή στη φύση του πολέμου που έρχεται με την καινοτόμο εφαρμογή νέων τεχνολογιών που, σε συνδυασμό με δραματικές αλλαγές στα στρατιωτικά δόγματα και στις έννοιες των επιχειρήσεων και της οργάνωσης, μεταμορφώνει ριζικά τον χαρακτήρα και τη διεξαγωγή των στρατιωτικών επιχειρήσεων.”

Αν και οι ειδικοί επί των στρατιωτικών ζητημάτων διαφωνούν για το πόσες και πότε έχουν γίνει αυτές οι επαναστάσεις, ταυτίζονται στο ότι αυτές ορίζονται από τεχνολογικά επιτεύγματα.

Αν και είναι ενδιαφέρον να δούμε τις αλλαγές που έφεραν στον τρόπο που οι άνθρωποι επιδίδονται στη μαζική αλληλοσφαγή με διαφορετικά συμφέροντα διαφορετικών ελίτ κάθε φορά, θα επικεντρωθούμε στην τελευταία επανάσταση, αυτή που φέρει και τον όρο ως δικό της μοναδικό τίτλο, καθώς δεν έχει γίνει η επόμενη μεγαλύτερη από αυτή. Στην τελευταία επανάσταση στα ζητήματα του πολέμου, καθοριστικό ρόλο για την αλλαγή παραδείγματος παίζουν οι νέες τεχνολογίες της εποχής της πληροφορίας και η εφαρμογή τους. Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, που έχουν κάνει την εμφάνισή τους στους κόλπους του στρατού ήδη δύο δεκαετίες πριν, αρχίζουν και μπαίνουν σε μαζική εφαρμογή στο σχεδιασμό και στη λειτουργία των οπλικών συστημάτων, στην οργάνωση του στρατού, στην ανάλυση δεδομένων και στην κατασκοπεία.

Η πρώτη και σημαντική αλλαγή στα πεδία των μαχών έρχεται με τα οπλικά συστήματα ακριβείας. Η ακρίβεια είναι ανάλογη της τεχνολογίας που χρησιμοποιείται σε έναν πόλεμο, κάνοντας τα όπλα του πιο πρόσφατου πιο ακριβή από του προηγούμενου. Ήδη απ’ το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρχαν μέσα που μπορούσαν να επιτύχουν μεγάλη ακρίβεια στους βομβαρδισμούς από αέρος, όμως δεν είχαν τεθεί ποτέ σε μαζική εφαρμογή. Υποτίθεται ότι η αυγή της νέας εποχής στα όπλα μεγάλης ακρίβειας θεωρείται η καταστροφή από την αμερικανική αεροπορία της γέφυρας Thanway στο Βιετνάμ, το 1972. Μη μπορώντας να την καταστρέψει με επανδρωμένα βομβαρδιστικά, εφευρέθηκε ένας πύραυλος που μπορούσε να πυροδοτηθεί από αεροπλάνο και να οδηγηθεί στο στόχο του από έναν τεχνικό ο οποίος παρακολουθούσε την πορεία του πυραύλου μέσα από μια κάμερα που βρισκόταν στη μύτη του[ref]Περί Πολέμου, Λέσχη Κατασκόπων του 20ού πρώτου αιώνα[/ref].

Η τεχνολογία στόχευσης που χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον και έχει αναβαθμίσει τη χρήση των βομβών από αέρος είναι η καθοδήγηση με laser (laser guidance). Η βόμβα αυτή έχει στην κεφαλή της αισθητήρα που λαμβάνει οπτικό σήμα από laser και με βάση αυτό, ένας ηλεκτρονικός εγκέφαλος επεξεργάζεται τα δεδομένα και οδηγεί με ακρίβεια τη βόμβα στο στόχο της, αφού φύγει από το αεροσκάφος. Η καθοδήγηση γίνεται είτε από το έδαφος είτε από τον αέρα, απ’ το ίδιο ή άλλο αεροσκάφος. Η άλλη εκδοχή καθοδηγούμενων όπλων μεγάλης ακρίβειας, είναι οι πύραυλοι cruise, που χρησιμοποιούν πιο εξελιγμένα συστήματα.

Τα όπλα ακριβείας, έκαναν μεν την πρώτη τους εμφάνιση στο Βιετνάμ, είχαν όμως την τιμητική τους θέση στον πρώτο πόλεμο του Ιράκ. Στο πρώτο στάδιο της εισβολής, για να αποφευχθούν – υποτίθεται – απώλειες αμάχων κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών, χρησιμοποιούνται καθοδηγούμενες βόμβες και πύραυλοι για να δώσουν το πρώτο χτύπημα στην αεράμυνα και τις κυβερνητικές υποδομές του Ιράκ. Τα νέα όπλα παρουσιάζονται στη πιο φαντασμαγορική εκδοχή πολέμου που έχει δει ο δυτικός κόσμος μέχρι στιγμής, σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση, και επιτυγχάνουν.

Οι ειδικοί των καραβανάδων λένε ότι, για να υπάρξει επανάσταση στα ζητήματα του πολέμου, θα πρέπει τα νέα μέσα να ανοίξουν νέα πεδία συγκρούσεων. Μέχρι στιγμής, τα πεδία αυτά θεωρούνταν πως είναι η γη, ο αέρας και η θάλασσα. Με την εξέλιξη των υπολογιστών και τη συμβολή τους στις επικοινωνίες, και την πρόσφατη κυριαρχία των ηλεκτρονικών μέσων σε αυτές, εμφανίζεται ένα νέο πεδίο μάχης, ο κυβερνοχώρος. Διάφοροι στρατοί, με πρώτον αυτόν των ΗΠΑ, ήδη από το 1980, έχουν εντάξει το νέο πεδίο στις επιχειρήσεις τους, αναπτύσσοντας μέσα και τεχνικές.

Οι επιθέσεις στον κυβερνοχώρο έχουν ως στόχο αφενός να προκαλέσουν ζημιά στον αντίπαλο, διακόπτοντας τα δίκτυα επικοινωνίας, με μπλοκάρισμα ή παρεμβολές στις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, αφετέρου επιχειρούν να δώσουν στον επιτιθέμενο υπεροχή στην κατοχή και χρήση πληροφοριών, πράγμα που επιτυγχάνεται με τη χρήση drone και άλλων αυτόματων ή μη συστημάτων κατασκοπείας και παρακολούθησης. Η υπεροχή στις πληροφορίες δίνει με τη σειρά της γνώση των θέσεων και των κινήσεων του αντιπάλου, άρα και δυνατότητα ακριβέστερου σχεδιασμού των επιχειρήσεων, τη δυνατότητα διάχυσης ή παρακράτησης πληροφοριών για στρατηγικούς σκοπούς, αφετέρου εμποδίζει τον αντίπαλο να έχει τις ίδιες δυνατότητες.

 

Συνέπειες της τεχνολογικής αναδιάρθρωσης του στρατού

Οι θύτες: ο στρατός στα μετόπισθεν και η κοινωνία στη μάχη

 _Η απομάκρυνση του στρατιώτη από το πεδίο της μάχης

Η στρατιωτική αναδιάρθρωση που έλαβε χώρα μετά τη δεκαετία του ’70, με όχημα τις νέες τεχνολογίες, όπως περιγράφηκε παραπάνω, άλλαζε σταδιακά τη διαδικασία του πολέμου. Η πιο σημαντική ίσως συνέπεια αφορούσε τον περιορισμό της φυσικής παρουσίας του στρατιώτη στο πεδίο της μάχης. Άλλωστε το να καταφέρει ο αμερικάνικος στρατός να περιορίσει τον αριθμό των φέρετρων με τα πτώματα των στρατιωτών που γύριζαν πίσω ήταν βασική επιδίωξη, ώστε να ξεπεραστεί η οποιαδήποτε άρνηση της κοινωνίας να εμπλέκεται σε πολέμους. Ο λόγος των «δικών μας» προς τους «δικούς τους» νεκρούς υπάρχει πάντα σαν παράγοντας σχεδιασμού στα στρατιωτικά επιτελεία και εξαρτάται αποκλειστικά από την πολιτική συγκυρία και τις ανοχές της κοινωνίας. Ποιος τρόπος θα μπορούσε να είναι καλύτερος για αυτόν τον σκοπό από την προστασία δια της απουσίας;

Όπως αναφέραμε και πριν, υποτίθεται ότι η αυγή της νέας εποχής στα όπλα μεγάλης ακρίβειας θεωρείται η καταστροφή από την αμερικανική αεροπορία της γέφυρας Thanway στο Βιετνάμ, το 1972. Φαίνεται δηλαδή, ότι εξαρχής, αναγνωρίζεται στις νέες τεχνολογίες, η δυνατότητα καταστροφής από απόσταση, χωρίς τη φυσική παρουσία. Οι νέες τεχνολογίες σε αυτό το ζήτημα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Η δυνατότητα που γεννήθηκε απέναντι σε υποδεέστερους ως προς την τεχνολογία και τον στρατιωτικό εξοπλισμό αντιπάλων, να γίνεται η επίθεση από απόσταση, είτε με πυραύλους, είτε με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, οδήγησε σε μια πεποίθηση ότι μπορεί επιτέλους ο αμερικάνικος στρατός (αλλά και οι υπόλοιποι δυτικοί στρατοί που διέθεταν την τεχνολογία) να διεξάγει πολέμους, χωρίς αυτό να γίνεται αντιληπτό στο εσωτερικό. Από τη στιγμή που δεν αδειάζονται κατά εκατοντάδες μαύρες σακούλες με πτώματα στα ελικοδρόμια, η κοινωνία μπορεί να αντιλαμβάνεται τον πόλεμο περισσότερο σαν θέαμα και λιγότερο σαν μια αιματηρή διαδικασία με βαριές συνέπειες για τα μέλη της, ακόμα και αν αυτός ο κανόνας δεν ισχύει για την αντίπαλη μεριά.

Όπως αναφέρει o Ignatieff (καναδός πολιτικός και διανοούμενος)[ref]Ο.π.[/ref]:

«Η ακρίβεια από απόσταση αλλάζει τη φύση και το αντικείμενο των μαχών. Αντί να πλησιάζεις έναν αντίπαλο, το θέμα τώρα είναι να τον καταστρέφεις από μακριά, αποφεύγοντας τη μακρόχρονη παραμονή στο πεδίο της μάχης: το πεδίο της μάχης αδειάζει σταθερά, εδώ και αιώνες. Πράγματι, το να χτυπάς από απόσταση κάνει τη συνολική προστασία των δυνάμεών σου ένα σημαντικό, παραδόξως, στόχο του σύγχρονου πολέμου. Η απόσταση προσφέρει επίσης πολιτικά πλεονεκτήματα. Αν μπορείς να κάνεις ένα πόλεμο από τα ηπειρωτικά εδάφη των ΗΠΑ ή από υποβρύχια που πλέουν χιλιάδες μίλια μακριά από το στόχο, έχεις απελευθερωθεί από τον κόπο να σιγουρέψεις τη συγκατάθεση των συμμάχων σου για τη χρήση βάσεων στο έδαφός τους και έχεις απελευθερωθεί από τον κίνδυνο να εκθέτεις αμερικανικούς στόχους σε επίθεση των αντιπάλων σου.»

_Η διεύρυνση του στρατιώτη στο κοινωνικό πεδίο

Για να επιτευχθεί η απομάκρυνση του στρατιώτη από το πεδίο της μάχης, ο χρόνος του πολέμου αρχίζει σιγά-σιγά να μοιράζεται δυσανάλογα ανάμεσα στον χρόνο προετοιμασίας μιας μάχης και στον χρόνο της σύγκρουσης. Το να «καταστρέφεις από μακριά» δεν είναι μια απλή υπόθεση, παρόλες τις δυνατότητες που γεννήθηκαν μέσα από τις νέες τεχνολογίες. Χρειάζεται μεγάλος όγκος επιμελητειακής εργασίας, η οποία ξεκινάει πολύ νωρίτερα από τη στιγμή της σύγκρουσης και συνεχίζει κατά τη διάρκεια αλλά και μετά από αυτήν.

Έτσι λοιπόν, ενώ αν κοιτάξει κανείς την θεαματική όψη του πολέμου και εστιάσει στη στιγμή της σύγκρουσης, μπορεί να συμπεράνει ότι οι νέες τεχνολογίες αντικαθιστούν το έμψυχο υλικό του πολέμου, στην πραγματικότητα αυτό δεν συμβαίνει καθόλου. Η τεχνολογική αναδιάρθρωση του στρατού, αφορά κυρίως αλλαγές ως προς την τεχνική του σύνθεση: λιγότερους φαντάρους με όπλα στα χέρια, περισσότερους χειριστές μπροστά από μόνιτορ, λιγότερους οδηγούς τανκ, περισσότερους «οδηγούς» πυραύλων κ.ο.κ. Τελικά, όχι απλά δεν μειώνει το προσωπικό που εμπλέκεται στον πόλεμο, αλλά αντιθέτως, μπορεί να το αυξάνει και μάλιστα προς πολλές διαφορετικές ειδικότητες, οι οποίες μέχρι πρότινος μπορεί να θεωρούνταν αποκλειστικά «ειρηνικές».

Ο καταμερισμός της εργασίας και η διεύρυνση της επιμελητειακής δουλειάς δημιούργησε όχι έναν, αλλά πολλούς ομόκεντρους κύκλους γύρω από τον στρατιώτη (τον άμεσα εμπλεκόμενο στη μάχη), οι οποίοι κύκλοι με επίκεντρο το πεδίο της μάχης, εξαπλώνονται στο εσωτερικό της κοινωνίας. Μια πολύ μεγάλη γκάμα ειδικοτήτων από τεχνικούς και χειριστές, προγραμματιστές, ερευνητές, κοινωνιολόγους/ψυχολόγους/ανθρωπολόγους μέχρι και νομικούς καλείται να συνδράμει στα μετόπισθεν για την αποτελεσματική διεξαγωγή του πολέμου. Ειδικότητες, οι οποίες μέχρι πριν κάποιες δεκαετίες έμοιαζε δύσκολο να τις φανταστεί κανείς ως απαραίτητες για την διεξαγωγή μιας μάχης. Αν προσθέσει κανείς τους καραβανάδες που συνεχίζουν να δουλεύουν στα μετόπισθεν αλλά και όλη εκείνη την ανειδίκευτη εργασία που χρειάζεται στις στρατιωτικές αλλά και ημι-στρατιωτικές εγκαταστάσεις (αποθήκες, χώροι συντήρησης κ.α.) συν τις ήδη παλιές υποστηρικτικές ειδικότητες (μάγειρες, ιατρούς κ.α.) μπορεί ίσως να φανταστεί το εύρος των ανθρώπων που εμπλέκονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην προετοιμασία και την διεξαγωγή ενός πολέμου.

Παρότι λοιπόν οι δυτικές κοινωνίες φαίνεται να μην εμπλέκονται καθόλου στους πολέμους που γίνονται τις τελευταίες δεκαετίες, ή τουλάχιστον αυτή την εικόνα έχουν για τον εαυτόν τους, στην πραγματικότητα εμπλέκονται και μάλιστα με έναν πολύ διευρυμένο, αν και άτυπο τρόπο. Οι μαζικοί πόλεμοι του 20ού αιώνα επιστράτευαν ολόκληρη την οικονομία, αλλά και τους άμαχους πληθυσμούς οι οποίοι ζούσαν μέσα σε μια εμπόλεμη κατάσταση. Στους πολέμους που ακολούθησαν μετά το Βιετνάμ, η κοινωνία νόμιζε πως δεν συμμετείχε, όχι μόνο γιατί δεν έστελνε κληρωτούς, αλλά και γιατί η οικονομία της έμοιαζε να μην επηρεάζεται σε μεγάλη κλίμακα. Αυτό που συνέβη όμως ήταν ακριβώς το αντίθετο. Η στρατιωτικοποίηση έγινε πιο διάχυτη και τα όρια μεταξύ στρατιωτικής και ειρηνικής εργασίας θόλωσαν με τον ίδιο τρόπο που η στρατιωτική και η πολιτική τεχνολογία συνέκλινε. Για παράδειγμα μπορεί μια εταιρεία gaming να κατασκευάζει μεταξύ άλλων και προσομοιωτές εκπαίδευσης του στρατού ή μια εταιρεία πληροφορικής να αναλαμβάνει τα λογισμικά των στρατιωτικών drone, αλλά σε κάθε περίπτωση οι εργαζόμενοι της μιας ή της άλλης εταιρείας δεν αντιλαμβάνονται τις ζωές τους σε εμπόλεμη κατάσταση. Επιπλέον η κατάτμηση των στρατιωτικών προγραμμάτων σε πολύ μικρά κομμάτια, τα οποία ανατίθενται σε διαφορετικούς φορείς, υπό τη μορφή της εργολαβίας, οδήγησε σε μία κατάσταση όπου μπορεί να δουλεύεις για το στρατό και να μην το γνωρίζεις καν. Η περίπτωση της πανεπιστημιακής έρευνας για λογαριασμό του στρατού είναι ενδεικτική στο πώς μπορεί να αποκρύβεται δια της κατάτμησης της και να ανατίθεται σε πολλά διαφορετικά εργαστήρια πανεπιστημίων και ερευνητικών ινστιτούτων.

 

Τα θύματα: ο στρατός στο περιθώριο και η κοινωνία στο στόχαστρο

_Η απουσία διάκρισης μεταξύ αμάχων και μάχιμων

Λέγεται πως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ο πρώτος πόλεμος στην ιστορία όπου ο αριθμός των άμαχων νεκρών ήταν μεγαλύτερος από των μάχιμων. Αν και αυτή η δυνατότητα, της επίθεσης πίσω από τις γραμμές των στρατιωτών, δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς τη συμβολή της τεχνολογίας, όπως για παράδειγμα η ανάπτυξη των βομβαρδιστικών αεροπλάνων[ref]Η περίπτωση της ρίψης της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι αποτελεί την πιο χαρακτηριστική περίπτωση η οποία συμπυκνώνει το ρόλο της επιστημονικοτεχνικής συμβολής στη μαζική θανάτωση αμάχων.[/ref], φαίνεται πως μετά τη λήξη του και κυρίως μετά τη δεκαετία του ’70 άρχισε να γίνεται εμφανής η απουσία διαχωριστικής γραμμής μεταξύ αμάχων και μάχιμων. Παραθέτοντας πάλι από τον Ignatieff[ref]Περί Πολέμου, Λέσχη Κατασκόπων του 21ου αιώνα[/ref]:

«Οι νέες τεχνολογίες αλλάζουν επίσης και τους αντικειμενικούς στόχους του πολέμου. Κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής εποχής, οι αντίπαλοι εστίαζαν εναντίον των ανδρών και του εξοπλισμού των εχθρών, με σκοπό να μειωθεί η ικανότητά του να συνεχίσει να πολεμάει. Στη θέση της φθοράς, ο σκοπός του μεταμοντέρνου πολέμου είναι να χτυπηθεί το νευρικό σύστημα – σημεία ελέγχου, ηλεκτρονικά δίκτυα – που κατευθύνουν την πολεμική μηχανή. Ένας «τυφλός» εχθρός – χωρίς υπολογιστές, τηλέφωνα ή ρεύμα – μπορεί να διατηρεί τις υπόλοιπες δυνάμεις του αλλά δεν μπορεί πλέον να τις κατευθύνει στη μάχη. Η διοίκηση και ο έλεγχος του αντιπάλου μπορούν να πληγούν και με πυραυλικούς βομβαρδισμούς και με πληροφοριακό πόλεμο: ηλεκτρονικές παρενοχλήσεις, ιούς υπολογιστών, αποπληροφόρηση και προπαγάνδα.»

Και λίγο παρακάτω συνεχίζει:

«Ενώ τα όπλα με μεγάλη ακρίβεια στόχευσης υποτίθεται πως απαλλάσσουν την αναμέτρηση από μεγάλες απώλειες αμάχων, ένας πόλεμος που έχει σα στόχο το νευρικό σύστημα του αντιπάλου μάλλον, παρά τις ίδιες τις στρατιωτικές του μονάδες, μικραίνει την απόσταση ανάμεσα σε στρατιωτικούς και πολιτικούς στόχους. Τα πιο σημαντικά σημεία έχουν διπλή χρήση. Οι σταθμοί της τηλεόρασης εκπέμπουν στρατιωτικά σήματα αλλά επίσης πληροφορίες για τον κόσμο. Οι ηλεκτρονικοί σταθμοί τροφοδοτούν τους υπολογιστές αλλά και τις αντλίες νερού και τα νοσοκομεία.»

Τελικά, οι νέες τεχνολογίες θα λειτουργήσουν σαν το περιβάλλον μέσα από το οποίο, από τη μία ο στρατός θα διαχυθεί προς τα «πίσω» (εμπλέκοντας όλο και μεγαλύτερα κομμάτια της κοινωνίας στα μετόπισθεν) και από την άλλη θα διαχυθεί προς τα «εμπρός», στρέφοντας τη φονική του καταστροφικότητα κατευθείαν μέσα στην κοινωνία του εχθρού – στα αντίπαλα μετόπισθεν.

_Από τον στρατιώτη στον μπάτσο και πάλι πίσω

Οι άμαχοι όμως στους σύγχρονους πολέμους δεν βρίσκονται μόνο έμμεσα στο στόχαστρο των στρατών, μέσω της καταστροφής της πολιτικής υποδομής μιας χώρας, αλλά και άμεσα σαν εν δυνάμει μάχιμοι ή τουλάχιστον σαν εν δυνάμει εχθρικός πληθυσμός που χρήζει στρατιωτικής αστυνόμευσης. Μέσα στο περιβάλλον της αναδιάρθρωσης του αμερικάνικου στρατού, όπως το περιγράψαμε, θα δημιουργηθεί και μια στροφή του στρατιωτικού ενδιαφέροντος προς την μελέτη των πόλεων, σαν αποτέλεσμα της αναγνώρισης τους ως το βασικό πεδίο μαχών. Έτσι λοιπόν, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 άρχισε να διαμορφώνεται το δόγμα για «Στρατιωτικές Επιχειρήσεις σε Αστικοποιημένο Έδαφος» (M.O.U.T. – Military Operations on Urbanized Terrain).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα εκδοθούν διάφορα εγχειρίδια για στρατιωτική χρήση τα οποία αναλύουν τη δομή των πόλεων και τους καταλληλότερους τρόπους με τους οποίους θα μπορεί να ελίσσεται ο στρατός. Η περίπτωση του ισραηλινού στρατού και των καινοτομιών που εισήγαγε  όσον αφορά τον πόλεμο σε αστικό περιβάλλον (και τις οποίες εφάρμοσε ενάντια στους ισραηλινούς) είναι χαρακτηριστικές. Επίσης τη δεκαετία του ’90 θα κατασκευαστούν «τεχνητές» πόλεις από εταιρείες πολέμου στις οποίες ο αμερικάνικος (και όχι μόνο) στρατός θα εκπαιδεύεται συστηματικά.

Όλο αυτό το know how του στρατού για επιχειρήσεις μέσα σε πόλεις σύντομα θα επιστρέψει πίσω στην χώρα μέσω της αστυνομίας και θα εφαρμοστεί αυτή την φορά στον πληθυσμό. Η πτώση των δίδυμων πύργων της Νέας Υόρκης το 2001, οι επιθέσεις στην Ευρώπη και η κήρυξη του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» θα αποτελέσουν ορόσημο για τη στρατιωτικοποίηση της δημόσιας τάξης στη δύση. Νέοι νόμοι θα διευρύνουν τις αρμοδιότητες της αστυνομίας και των ειδικών σωμάτων ασφαλείας, ο εξοπλισμός τους θα συγκλίνει με αυτόν του στρατού και η εκπαίδευσή τους σε ορισμένες περιπτώσεις θα γίνεται από εταιρείες πολέμου σαν την Blackwater. Ένας πρώην αστυνομικός από την Ουάσιγκτον είχε δηλώσει χαρακτηριστικά[ref]Ann Hagedorn, Οι Αόρατοι Στρατιώτες – Εργολαβίες Πολέμου στις ΗΠΑ, Libreria Barricada no.22[/ref]:

«Όταν οι αστυνομικοί ντύνονται, εξοπλίζονται και εκπαιδεύονται σαν στρατιώτες, δεν θα ‘ναι έκπληξη να αρχίσουν να δρουν σαν στρατιώτες.»

Οι εργολαβίες πολέμου μάλιστα θα αποτελέσουν καθοριστικό ρόλο μεταφοράς (και εφαρμογής) της στρατιωτικής λογικής στο εσωτερικό. Στην Αμερική το ίδιο το υπουργείο χρηματοδότησε τα κατά τόπους αστυνομικά τμήματα και τα παρότρυνε να προσλάβουν την Blackwater. Επιπλέον, κάποιοι δήμοι εξέτασαν την εκδοχή να αναθέσουν σε ιδιωτικές εταιρείες καθήκοντα, όπως τις περιπολίες στις πιο επικίνδυνες περιοχές, με τη δικαιολογία ότι θα γλίτωναν χρήματα[ref]Ο.π.[/ref].

 

Επίλογος

    Η παρατεταμένη περίοδος ειρήνης για τις δυτικές κοινωνίες από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά δεν είναι καθόλου τέτοια. Παρότι οι δυτικές κοινωνίες δεν βιώνουν μια εμπόλεμη κατάσταση, στην πραγματικότητα είναι εμπόλεμες και μάλιστα με διπλό τρόπο. Από την μία εμπλέκονται σε αυτόν, όχι με τον ολοκληρωτικό τρόπο των μαζικών πολέμων του 20ού αιώνα, αλλά με έναν διαφορετικό, άτυπο και εξαιρετικά διάχυτο τρόπο, μέσω της διεύρυνσης της επιμελητειακής εργασίας στα μετόπισθεν. Από την άλλη υφίστανται τις συνέπειες του πολέμου μέσω της επιστροφής των τεχνικών αλλά και των ίδιων των όπλων ορισμένες φορές για χρήση στο εσωτερικό από τη δημόσια τάξη.

Η τεχνολογική αναδιάρθρωση του πολέμου που ξεκίνησε καθώς υποχωρούσαν τα αντιπολεμικά κινήματα (και σαν απάντηση στα ζητήματα που έθεταν αυτά), συνέβη παράλληλα και χάρη στη λεγόμενη «Τρίτη Βιομηχανική Επανάσταση», στα καινούργια μέσα που αναπτύχθηκαν και στις τεχνολογίες που εξελίχθηκαν. Η «Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις» αποτελεί μια οργανωμένη τέτοια προσπάθεια που φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο το περιβάλλον των νέων τεχνολογιών, βοήθησε στο να ξεπεραστούν κοινωνικά οι αρνήσεις απέναντι στον πόλεμο και σε συνδυασμό με τους καινούργιους τρόπους διαχείρισης της πληροφορίας και προπαγάνδισης όπως φυσικά και με την ιδιωτικοποίηση του στρατού (είτε σαν μισθοφόρους του κράτους, είτε σαν εργολαβίες πολέμου), κατάφερε να καταστήσει τον πόλεμο αόρατο για τις κοινωνίες οι οποίες τον τροφοδοτούν.

Το νέο μοντέλο πολέμων χαμηλής έντασης και υψηλής διάχυσης δίνει σε κάποιους την “ελπίδα” ότι τουλάχιστον έχει περάσει η εποχή των μεγάλων πολέμων ανάμεσα σε ισχυρά κράτη. Οι τελευταίοι ενδοκαπιταλιστικοί ανταγωνισμοί, όπως αυτός ανάμεσα σε Η.Π.Α. και Κίνα,  δείχνουν ότι τέτοιες εκτιμήσεις ίσως να είναι και πρόωρες ή απλώς ευσεβείς πόθοι. Κι αν τελικά ξεσπάσει και πάλι ένας τέτοιος πόλεμος μαζικής κλίμακας και δεδομένης της εμπλοκής όλο και μεγαλύτερων κομματιών της κοινωνίας στην προετοιμασία για αυτόν, ίσως τελικά να αποδειχτεί ακόμα πιο άγριος από τους προηγούμενους. Ακόμα και χωρίς το φόβητρο και τη χρήση των πυρηνικών.

]]>
Translation Memory Automatic https://gameover.zp/2015/05/06/translation-memory-automatic/ Wed, 06 May 2015 11:02:40 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1459 Untitled-1

Η νύχτα είναι μία φράουλα.

Louis Penny

Πρόλογος

Σημείο 1ο

Τον Οκτώβρη του 2013, ως game over, είχαμε παρουσιάσει την εισήγηση για το ηλεκτρονικό προλεταριάτο. Πρόκειται, για όσους δεν είχαν την ευκαιρία να την παρακολουθήσουν, για την παρουσίαση μίας εργατικής έρευνας και των συμπερασμάτων της από εργατική σκοπιά, που διεξήχθη σε μορφή συνεντεύξεων σε εργατικές φιγούρες που κάνουν εκτενή και πολλές φορές μοναδική χρήση των νέων τεχνολογιών στις δουλειές τους. Δεν θέλουμε εδώ να την παρουσιάσουμε ξανά, μόνο να τονίσουμε πως το σημερινό θέμα, άπτεται αυτής ακριβώς της θεματολογίας, μέσω ενός πιο συγκεκριμένου παραδείγματος: τη δουλειά του μεταφραστή.

Ο μεταφραστής είναι ένα από τα επαγγέλματα που, όπως και ο αρχιτέκτονας, η γραμματέας, ο λογιστής, ακροβατεί ακόμα ανάμεσα στο παλιό και το νέο παράδειγμα. Αυτό σημαίνει πως ένα μεγάλο κομμάτι της δουλειάς του έχει μηχανοποιηθεί και ο ίδιος δουλεύει σχεδόν αποκλειστικά με τις νέες τεχνολογίες, hardware και software. Ωστόσο σε διάφορους τομείς είτε εξειδίκευσης, είτε της διαδικασίας της δουλειάς αυτής καθαυτής, συνεχίζει να μεταφράζει με τον «παλιό τρόπο».

Σημείο 2ο

Η παρούσα μικρή εκδήλωση θέλει να αποφύγει να σταθεί μόνο στο επάγγελμα του μεταφραστή και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του στο σήμερα. Περισσότερο μάλλον θεωρούμε, πως το επίπεδο αυτοματοποίησης της μεταφραστικής εργασίας αλλά και πρακτικής, και η ιστορία του με όρους ιστορίας των τεχνολογιών, αποκαλύπτει για ακόμα μια φορά τις αλλαγές που έχει υποστεί η αντίληψη για ένα εύρος βιωματικών τομέων της γνώσης, παραδείγματος χάριν τη γλώσσα, τη μνήμη και τη σκέψη.

Πάλι θα ανατρέξουμε σε δύο εκδηλώσεις του game over, αυτήν περί ψηφιοποίησης της μνήμης και την εκδήλωση γλώσσα και νέες μηχανές. Όσον αφορά την σκέψη, προσεχώς στο επόμενο φεστιβάλ του game over.

***

Η βασική ιδέα παραμένει η εξής: Η ιστορία κάλυψης αναγκών με νέα τεχνολογικά μέσα ξεκινάει από τον στρατό και επεκτείνεται στη γραφειοκρατία, περνάει πάνω από την εργασία, μέχρι να φτάσει σήμερα να καλύπτει κάθε πτυχή της καθημερινότητας, αγγίζοντας μέχρι και τις επιθυμίες. Διαδικασίες ριζωμένες στη βιωμένη γνώση, που αποτελούσαν αναπόσπαστα κομμάτια η μία της άλλης, καθώς και αλληλοτροφοδοτούσαν η μία την άλλη, ξεχωρίζονται με διαδικασίες που θυμίζουν ανατομία και ορίζονται ξανά για να χωρέσουν στην μηχανή. Ο χρήστης αυτών των μηχανών, στην εργασία και στην καθημερινότητα του, αδρανοποιεί σιγά σιγά οτιδήποτε μπορεί να αναθέσει στη μηχανή.

Με τη σταδιακή καθολικοποίηση της χρήσης της μηχανής, ένα εύρος διαδικασιών αφήνεται πίσω, ή αφήνονται πίσω ολόκληρα κομμάτια του. Είναι αυτή η εγκατάλειψη, η λήθη, η σωματική αδράνεια, που το game over αναγνωρίζει και σαν ηθελημένη κλοπή από τα πάνω. Ή τουλάχιστον σαν πρωτόγνωρα χρήσιμη για τον καπιταλισμό. Στο παράδειγμα των μεταφραστικών μνημών η αντίληψη για την γλώσσα και η κλοπή της μνήμης μέσα από τις μηχανές, είναι τουλάχιστον πρωτοφανής.

 

Από τη ζήτηση στη παγκόσμια αγορά _στη διαμόρφωση του νέου τεχνολογικού περιβάλλοντος.

Localization

 

Ποιες μεταφραστικές εργασίες αφορούν οι νέες τεχνολογίες μετάφρασης;

«Μη μιλάτε νοηματική και αυνανίζεστε ταυτόχρονα.
Εκτός αν μεταφράζεται κάποιο προεδρικό διάταγμα.»

(Όπου θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τους τομείς μετάφρασης που έχουν αυτοματοποιηθεί σχεδόν πλήρως.)

Όπως αναφέραμε συνοπτικά παραπάνω, στην περίπτωση του παραδείγματος του μεταφραστή λογοτεχνίας, αυτός μεταφράζει ακόμα «με το χέρι». Χωρίς μουτζούρες βέβαια, μα ακόμα σβήνοντας και γράφοντας, ακολουθώντας τη σειρά και επιλέγοντας τις αποδόσεις/ λέξεις που είτε του αρέσουν είτε θεωρεί πως είναι οι κατάλληλες, χρησιμοποιεί το PC και το word, διαδικτυακά και ηλεκτρονικά λεξικά και forum, τεχνικές ηλεκτρονικής αποθήκευσης και αρχειοθέτησης, και τέλος πάντων ένα εύρος μηχανοποιημένων διαδικασιών.

Οι νέες τεχνολογίες ακόμα υπολείπονται στο να πετύχουν αυτόματες μεταφράσεις κάποιας ποιότητας στον τομέα της δοκιμιογραφίας, της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας κλπ. Ωστόσο, όπως και στο παρελθόν, ένα μεγάλο κομμάτι των μεταφραστών απασχολούνται σε εξειδικευμένους τομείς μετάφρασης (επιστημονικές, νομικές, τεχνογνωσίας, και ένα μεγάλο κομμάτι που αφορά τις νέες τεχνολογίες), όπου η χρήση μηχανών αυτόματης μετάφρασης είναι ο κανόνας. Για μία πιο γενική εικόνα, μεταφραστές έχουν δουλέψει πάνω:

  • Στη μετάφραση των εγχειριδίων (manual) για όλες τις γνωστές και άγνωστές μας συσκευές
  • Στη μετάφραση κειμένων που αφορούν περισσότερο ή λιγότερο τις ανά τον κόσμο και ανά τομέα γραφειοκρατείες
  • Στην μετάφραση ιατρικών κειμένων, εγχειριδίων, διαγνώσεων
  • Στη μετάφραση λιστών επιστημονικής ορολογίας κάθε είδους
  • Και τέλος, σε αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε ενδοδιαδικτυακές και προγραμματιστικές μεταφράσεις, δηλαδή μεταφράσεις ιστοσελίδων, προγραμμάτων, βάσεων δεδομένων,
  • Και σε πολλούς άλλους τομείς που μπορούμε να φανταστούμε όταν ένα τυπωμένο ή διαδικτυακό κείμενο φτάνει στα χέρια μας ή στο PC μας.

Τα κοινά αυτών των μεταφράσεων είναι πολλά και αφορούν τόσο την αντίληψη για την μετάφραση όσο και την διαδικασία παραγωγής της: Πρόκειται για κείμενα στεγνά, με ορισμένη σύνταξη (που μπορεί ενδεχομένως να διαφέρει από αντικείμενο σε αντικείμενο), τυποποιημένα σχεδόν πλήρως σε συγκεκριμένα format, όπου η βάση τους και ο πυρήνας ενδιαφέροντος, είναι η ίδια η ορολογία.

Παράδειγμα:

Η μετάφραση μίας ιστοσελίδας δεν έχει παρά ελάχιστα συμφραζόμενα, όπου τουλάχιστον δεν είναι δομημένη σε σώμα κειμένου. Μπορεί να αφορά τις εντολές, τα κουτάκια, το about και το help. Το format της είναι ορισμένο, και μέσα σε αυτά τα όρια πρέπει να παρέμβει ο μεταφραστής, χωρίς καθόλου να μπορεί να το αλλάξει. Η ορολογία της είναι κοφτή και σύντομη (βλ πχ ελληνικό msn).

Τα κοινά αυτών των μεταφράσεων έχουν τον δικό τους τομέα εξειδίκευσης, τον πιο σύγχρονο και ευρύ τομέα απασχόλησης στη μετάφραση: Το Localization

Τι είναι το Localization;

Δεν θα μπορούσε να της ταιριάζει παρά μια άτσαλη είτε περιφραστική μετάφραση. Το Localization στα ελληνικά μεταφράζεται ως τοπικοποίηση, ή αλλιώς τοπική προσαρμογή. Στην πραγματικότητα ο όρος αναφέρεται σε ένα εύρος πραγμάτων, από τον «εντοπισμό» στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, μέχρι και τα μαθηματικά ή την οικονομία. Κανείς δεν θα μπορούσε μάλλον να φανταστεί πριν την επιστημονική ανάλυση της γλώσσας, ότι θα αφορά μια μέρα και τον γραπτό λόγο.

Παραθέτουμε επακριβώς τον πιο λιτό και περιεκτικό, κατά τη γνώμη μας, ορισμό του Language Localization:

«Τοπικοποίηση της γλώσσας ονομάζεται η διαδικασία προσαρμογής ενός προϊόντος, που έχει ήδη προηγουμένως μεταφραστεί σε διαφορετικές γλώσσες, σε μία συγκεκριμένη χώρα ή περιοχή. Αποτελεί τη δεύτερη φάση μίας ευρύτερης διαδικασίας της μετάφρασης προϊόντων και της πολιτισμικής απόδοσης (για συγκεκριμένες χώρες, περιοχές και ομάδες) και αφορά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που εμφανίζουν διαφορετικές αγορές, μία διαδικασία που ονομάζεται διεθνοποίηση και τοπικοποίηση.

Η τοπικοποίηση της γλώσσας διαφέρει από την μεταφραστική διαδικασία καθώς περιλαμβάνει μελέτη κατανόησης του πολιτισμού-στόχου έτσι ώστε να προσαρμόσει το προϊόν στις τοπικές ανάγκες.»

Wikipedia

Θα αφήσουμε τον ορισμό σε αυτό το σημείο, καθώς μάλλον εγείρει ήδη αρκετά το ενδιαφέρον και θα συνεχίσουμε με την επεξήγηση του.

Η τοπικοποίηση (της γλώσσας του προϊόντος), όπως αναφέρεται, αφορά τη δεύτερη φάση μίας ευρύτερης διαδικασίας, που όσο περίεργο και αν φαίνεται δεν είναι άλλη από αυτήν της παγκοσμιοποίησης (της γλώσσας του προϊόντος). Η διαδικασία είναι ανάποδη απ’ ότι θα μάντευε κανείς. Πρώτα σχεδιάζεται το προϊόν σε παγκόσμιο επίπεδο και μετά μεταφέρεται στο τοπικό. Αυτό σημαίνει πως για τη διάχυση των προϊόντων σε παγκόσμια κλίμακα, τα ίδια τα προϊόντα πρέπει να σχεδιάζονται με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο έχοντας υπόψιν τους αυτή την κλίμακα. Ο σκοπός είναι να μειωθεί το κόστος και να εξασφαλιστεί η ίδια ποιότητα σε κάθε περιοχή. Όπως λένε οι ειδικοί  «οργανώνεται για την στήριξη των διεθνών αγορών». Σε αυτήν την φάση, όλα όσα θα ακολουθήσουν, στην τοπικοποίηση δηλαδή, πρέπει να έχουν ήδη προβλεφθεί και υπολογιστεί, έτσι ώστε να μην παρουσιαστεί κανένα κόλλημα, όταν πχ το προϊόν έρθει στα χέρια του έλληνα καταναλωτή. Πρόκειται για μία κυκλική διαδικασία. Αυτή η διαδικασία και σχεδίαση περιλαμβάνει λοιπόν και την σχεδίαση του έλλογου, ας πούμε κομματιού του προϊόντος. Και καλεί ένα πολυπληθές εργατικό δυναμικό να δουλέψει στην επιμέρους αυτή φάση, ως μεταφραστές.

«… Τα τελευταία 15 χρόνια ο κλάδος των γλωσσικών υπηρεσιών έχει μεταμορφωθεί. Και από μια εμβρυϊκή μορφή, μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, έχει μετεξελιχθεί σ’ έναν κλάδο που προσφέρει εξειδικευμένες υπηρεσίες, οι οποίες είναι προσαρμοσμένες στις προδιαγραφές του κάθε πελάτη, δηλαδή, στην περίπτωσή μας, βιομηχανίες ή εταιρείες από κάθε κλάδο της αγοράς.

Η τεχνολογία άλλαξε, οι όγκοι άλλαξαν, απαιτείται εξειδίκευση, ταχύτητα για την κυκλοφορία προϊόντων στην αγορά, μεγαλύτερο value for money. Η γλώσσα και το περιεχόμενο (αγγλικά: content) ανοίγουν νέες αγορές, δημιουργούν ευκαιρίες για πώληση, και παρέχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα».[1]

Όπως και στους περισσότερους τομείς εργασίας στις νέες τεχνολογίες, αυτό το εργατικό δυναμικό δεν είναι ενιαίο και ομοιογενές. Δεν έχει ούτε την ίδια γνώση της εργασίας που καλείται να φέρει εις πέρας, ούτε πληρώνεται το ίδιο κάθε φορά. Το μόνο που είναι σίγουρο είναι πως πρόκειται για μια δουλειά που γίνεται κατά κανόνα με το κομμάτι, με μικρότερη ή μεγαλύτερη ένταση, ανάλογα την εταιρία που οργανώνει την ζήτηση. Μπορεί δηλαδή να αφορά την Mercedes ή την Microsoft, μπορεί όμως και να αφορά και μία ινδική εταιρία που πληρώνει 0,02 cent την λέξη.

Ο μεταφραστής στο localization μπορεί να δουλεύει σε γραφείο ή και στο σπίτι. Συνήθως όμως είναι διαρκώς online από το smartphone και το PC. Είναι σε διαρκή διαδικασία αναμονής, καθώς καλείται να ανταποκριθεί στην ζήτηση της εργασίας του μέσω mail σε χρονικά διαστήματα που η αποδοχή ή η απόρριψη της δουλειάς μπορεί να αφορά από δεκαπέντε λεπτά (και να πάρει άλλος την δουλειά) μέχρι μια μέρα. Δεν βλέπει σχεδόν ποτέ το μεγάλο ή το μικρότερο αφεντικό στο πρόσωπο. Μπορεί να είναι εντελώς ανειδίκευτος ή εξαντλητικά εξειδικευμένος. Και το σημαντικότερο. Η εργασία του καθορίζεται και διεκπεραιώνεται από την αρχή (το mail του) μέχρι το τέλος της, στον υπολογιστή, με τη χρήση προγραμμάτων αυτόματης μετάφρασης, που οργανώνουν από την ίδια τη διαδικασία της δουλειάς τους μέχρι και την κοστολόγησή της.

Μηχανές Αυτόματης Μετάφρασης και Μεταφραστικές μνήμες

Σύντομη Ιστορία

Οι προσπάθειες να φτιαχτεί μία μηχανή μετάφρασης χρονολογούνται από τα μέσα του 1930. Η πρώτη προσπάθεια που μοιάζει να ευοδώνεται ανήκει στην IBM και το πολυσυζητημένο (στους μεταφραστικούς κύκλους) πείραμα της Georgetown το 1954. Το μηχάνημα που παρουσιάζεται προκαλεί δημόσιο θόρυβο, και αργεί πολύ να αποδειχθεί ότι δεν λειτουργεί παρά στο ελάχιστο των προσδοκιών. Όπως λέγανε «μοιάζει περισσότερο με παιχνίδι», έτσι δεν έμοιαζαν στην αρχή οι περισσότερες μηχανές άλλωστε; Στρέφει ωστόσο το ενδιαφέρον προς την αυτόματη μετάφραση και συγκεκριμενοποιεί περαιτέρω τους στόχους της. Οι προσπάθειες να φτιαχτεί μία τέτοια μηχανή παίρνουν φωτιά το 1960 με τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην Αμερική και τη Σοβιετική Ένωση. Χρειάζονται, τότε, μία μηχανή που για το γλωσσικό ζεύγος αγγλικής-ρωσικής, και να μπορεί να αποδίδει αδρά νοήματα, επιστημονικών περιοδικών και τεχνικών εγγράφων, στην πάλη να ξεπεράσει ο ένας τον άλλον στην επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη. Τα πειράματα συνεχίζουν ωστόσο να αποτυγχάνουν σε σχέση με τους στόχους που τίθενται. Έτσι και με μεγαλύτερη ψυχραιμία, το 1966, η ALPAC (Automatic Language Processing Advisory Committee) εκδίδει μία έκθεση που αναλογίζεται πως η ικανότητα της μηχανής να μεταφράζει θα αργήσει πολύ να φτάσει την ανθρώπινη. Πρέπει οι προσπάθειες να απομακρυνθούν για λίγο από το συνολικό σκοπό και να επιστήσουν την προσοχή τους στην δημιουργία εργαλείων, που θα βοηθήσουν τους μεταφραστές, όπως πχ αυτόματα λεξικά, τις σημερινές μεταφραστικές μνήμες. Σε αυτό το σημείο η Αμερική εγκαταλείπει τις προσπάθειες και τα πειράματα για περίπου μια δεκαετία. Ξανά, ο πρώτος τομέας που θα χρησιμοποιήσει κάτι σαν προγόνους των μηχανών και συστημάτων αυτόματης μετάφρασης, θα είναι ο στρατός και συγκεκριμένα η αμερικανική αεροπορία, και αργότερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινοτήτων. Και ο Καναδάς στα μετεωρολογικά δελτία. Στρατός και Γραφειοκρατία δηλαδή. Και ο Καναδάς.

Οι μηχανές αυτόματης μετάφρασης στο σήμερα

Η μηχανή που τελικά θα επιτύχει την αυτόματη μετάφραση, δεν είναι άλλη από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Σε αυτόν εγκαθίστανται σήμερα, τα προγράμματα αυτόματης μετάφρασης, με βασιλιά το Trados, που χρησιμοποιούνται ευρέως και οργανώνουν την εργασία του μεταφραστή.

Πρόκειται για προγράμματα ελεγχόμενου περιβάλλοντος -αν μπορείτε να φανταστείτε ένα Photoshop για μεταφραστές. Σε αυτό ο μεταφραστής δημιουργεί ένα project, ένα πακέτο μεταφράσεων (ένα ολόκληρο ας πούμε εγχειρίδιο) είτε μία μεμονωμένη μετάφραση. Στο Trados, το πιο εύκολο παράδειγμα πάει κάπως έτσι:

(VISUAL AID)

  1. Ο μεταφραστής φορτώνει το κείμενο-πηγή.
  2. Το κείμενο αυτόματα κατατέμνεται πρώτον με όρους format, δηλαδή επικεφαλίδες, bullets, κουτάκια
  3. και τους υπέρ-συνδέσμους στην περίπτωση των ιστοσελίδων και
  4. δεύτερον με όρους σύνταξης δημοτικού. Αριθμημένες προτάσεις, μικρές παράγραφοι, ουσιαστικά και ρήματα που στέκονται μόνα τους.

 Παραδείγματα

Έντυπο με το Πρόγραμμα ενός Συλλόγου για ένα Συνέδριο

1 Σύλλογος για το Συνέδριο Οδικής Ασφάλειας

2 Εκπαίδευση στην Οδική Ασφάλεια στα Εθνικά μας Ιδρύματα

3 Park Hotel, Δουβλίνο 6, Ιρλανδία, 23 Μαρτίου 2013

4 Ο Σύλλογος για το Συνέδριο Οδικής Ασφάλειας καλεί όλους τους…

5 Για περισσότερες πληροφορίες

6 Ατζέντα

7 12:00

8 14:00

17 Χρονολόγιο

23 Πρόγραμμα

Εντολές σε λογισμικό κινητού τηλεφώνου

 13 Αντιγραφή στο τηλέφωνο

14 Αντιγραφή στην SIM

15 Μετακινήθηκε, Αλλαγή Ονόματος

16 Μετακινήθηκε, Αλλαγή Ονόματος

17 Αριθμός πολύ μεγάλος

18 Όνομα πολύ μεγάλο

19 Αντικατάσταση υπάρχοντος

20 Αντικατάσταση;

 Αυτές οι αριθμημένες κατατετμημένες προτάσεις, που ονομάζονται segments, δηλαδή τμήματα, δε μεταφράζονται πάντα και ολόκληρες από τον μεταφραστή. Τις περισσότερες φορές αντικαθίστανται αυτόματα με τις μεταφρασμένες τους αντίστοιχες, λέξη προς λέξη. Τις λέξεις αυτές, του τις έχουν ήδη παρέχει οι εταιρείες σε μία Μεταφραστική Μνήμη.

Μεταφραστικές Μνήμες

Ας πάρουμε το παράδειγμα της Nokia: η Nokia, στο πλαίσιο που αναφέραμε, αυτό της παγκοσμιοποίησης στη σχεδίαση του προϊόντος, έχει, ήδη από πριν, προσλάβει έναν μεταφραστή για να μεταφράσει τις λέξεις που θα χρησιμοποιηθούν στο λογισμικό της συσκευής, από τα αγγλικά στα ελληνικά. Κάποιον που θα φτιάξει μία μεγάλη Μεταφραστική Μνήμη με τίτλο ας πούμε «Nokia Lumia 520» (τη μάρκα του κινητού). Έχει δηλαδή, προσλάβει ήδη έναν μεταφραστή για να φτιάξει το λεξικό της στα ελληνικά. Ο επόμενος μεταφραστής, θα πάρει έτοιμο το λεξικό του προηγούμενου, τη Μεταφραστική Μνήμη της Nokia. Αυτό που θα κάνει, είναι να φορτώσει την Μνήμη στο πρόγραμμα, το οποίο αυτόματα θα αντικαταστήσει όλες τις λέξεις με τις αντίστοιχες ελληνικές. Από την αγγλική στην ελληνική ορολογία. Ο μεταφραστής στο τέλος, θα κληθεί να κάνει απλά μια δουλειά τελικής επιμέλειας. Να ισιώσει λίγο από δω, να φτιάξει κανένα εκφραστικό, πάλι στα πολύ περιορισμένα πλαίσια του έτοιμου format και της γλώσσας της μηχανής. Δεν μπορεί δηλαδή να μεταφράσει το: Copy to SIM->Μήπως θα θέλατε να αντιγράψετε το όνομα της επαφής σας στην κάρτα SIM.

(Έτσι έχουν γεννηθεί άλλωστε και τα καλύτερα διαμάντια της αυτόματης μετάφρασης στα Windows, που με όρους απόδοσης της γλώσσας, είναι πραγματικά σαχλά.)

Συζητώντας με έναν μηχανολόγο, είναι για αυτόν ξεκάθαρο, ότι ποτέ καμιά μηχανή, όσο αυτοματοποιημένη και αν είναι η διαδικασία παραγωγής της, δεν φεύγει από το εργοστάσιο, αν δεν την τσεκάρει ανθρώπινο χέρι. Τα προγράμματα αυτόματης μετάφρασης αντικαθιστούν, με μία παρόμοια αντιστοιχία, τον μεταφραστή (είτε μεταφραστή λεξικού λέξη προς λέξη, είτε) με έναν επιμελητή τελικής φάσης, απόλυτα ελεγχόμενο από το περιβάλλον μέσα στο οποίο δουλεύει. Ο έλεγχος αυτός είναι διπλός. Από τη μία αφορά την προσαρμογή του στο πρόγραμμα, από την άλλη, όλη η εργασία του ελέγχεται από τα αφεντικά του από την αρχή μέχρι το τέλος της. Στο δεύτερο κομμάτι, η συζήτηση για το πώς αυτό έχει υποτιμήσει την εργασία του, τον έχει καταστήσει επί της ουσίας ανειδίκευτο μπροστά στο χειρισμό της μηχανής, και πως αυτός διαρκώς υπάγεται σε επιτήρηση και μέτρημα, δεν είναι επί της παρούσης. Οι μηχανές αυτόματης μετάφρασης και οι μεταφραστικές μνήμες δεν αλλάζουν και επανακαθορίζουν μόνο την γνώση του μεταφραστή-μάστορα (αν δεν ήταν χοντροκομμένο να το πούμε έτσι), αλλά δείχνουν κατευθύνσεις για τους αυτοματισμούς στην γλώσσα, τις αποθήκες μνήμης, και την κατάτμηση της σκέψης στη μετάφραση, μέχρι αυτή να φτάσει να είναι μία απόλυτα αυτόματη διαδικασία.

 

Γλώσσα και μνήμη: Η καθολική γλώσσα της μηχανής και η κλεμμένη μνήμη

Για άλλη μια φορά, το όραμα για μια καθολική γλώσσα προηγείται

Όσοι θεωρητικοί και ειδικοί επί των τεχνολογιών αυτόματης μετάφρασης παρουσιάζουν τα νέα αυτά ευρήματα, τείνουν πάνω στον ενθουσιασμό τους, όπως πολλοί επιστήμονες πάνω από την καινούρια εφεύρεση, να καταφεύγουν σε θέσεις – οράματα πανανθρωπισμού.

Η μεταφραστική εργασία ήταν ένα πολύ εύκολο πεδίο για να εξυμνηθεί αυτός ο παναθρωπισμός, με δεδομένο πως ο στόχος ήταν πάντα η διάχυση των γλωσσών και του λόγου. Τα think tank-εταιρίες (όχι πια με αμιγώς στρατιωτικούς ή κρατικούς σκοπούς, όπως είχαν ας πούμε αυτοί που εξέδωσαν την έκθεση ALPAC, αλλά περισσότερο προσανατολισμένοι στην αγορά), δεν αποτελούν εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Πρόκειται για αυτούς που διαχειρίζονται τα μεγαθήρια των διαδικτυακών μεταφραστικών μνημών-βάσεων δεδομένων, τα προγράμματα, και τη διακίνηση της φαινομενικά free lance εργασίας των μεταφραστών.

Για τον μεταφραστή χρησιμοποιείται πολύ συχνά η εξής μεταφορά: Μία φιγούρα που στέκεται απέναντι από τον πύργο της Βαβέλ και προσπαθεί να βγάλει άκρη. Αυτή η μεταφορά αποκάλυπτε σε όσους έχουν δουλέψει ως μεταφραστές, τον πλούτο και τη μαγεία που έκαναν ενδιαφέρουσα τη δουλειά ακόμα και στις πιο τεχνοκρατικές εκδοχές της. Όντως, πολλές φορές η κατάλληλη λέξη έκρυβε μέσα της την ιστορία των πολιτισμών και την καλύτερη κατανόησή τους. Τα think tank που αναφέραμε παραπάνω, κατάφεραν να προβληματοποιήσουν αυτήν τη μεταφορά με όρους αποτελεσματικότητας της εργασίας. Οι μεταφράσεις που πρέπει να παράγουμε πρέπει να έχουν ένα κοινό υπόβαθρο, που να διασφαλίζει, πρώτον την αποτελεσματικότητά τους, και δύο, την ποιότητα τους. Πρέπει επίσης να χρησιμοποιούμε «κοινές αποθήκες λέξεων», αν μπορούσαν να τις πούνε έτσι, στις οποίες θα ανατρέχουμε κάθε φορά. Αυτή η κοινή πλατφόρμα θα μπορούσε, λέγανε ρομαντικά, να είναι μία κοινή πανανθρώπινη γλώσσα με αξιώσεις κιόλας ειρηνευτικής δύναμης ανάμεσα στους λαούς. Κάτι σαν τα αποτυχημένα Esperanto. Αυτές οι κοινές αποθήκες λέξεων, θα μπορούσαν να είναι ένα σύστημα οργανωμένο πάνω σε αυτήν την κοινή πλατφόρμα, κάτι σαν μία μεγάλη παγκόσμια βιβλιοθήκη για μεταφραστές.

Αυτή η κοινή πλατφόρμα εν τέλει υλοποιήθηκε στη γλώσσα της μηχανής. Δεν αφορούσε την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα γενικά και αόριστα, αλλά προσπαθούσε να τα διασφαλίσει σε μια παγκόσμια αγορά που ζητούσε πλέον και την οργάνωση των μεταφράσεων. Η θεωρία του localization ήταν που επέτρεψε να βρεθεί τελικά, ένας τρόπος να σχεδιάζεται το προϊόν ενιαία και να συμπεριλάβει και την γλώσσα. Οι λέξεις σε αυτήν τη γλώσσα, τη γλώσσα του παγκόσμιου εμπορεύματος, δεν είναι παρά σύμβολα προς τοποθέτηση σε προδιαγεγραμμένες διαδικασίες. Η ενιαία σχεδίαση του προϊόντος ήταν η κοινή παγκόσμια σύνταξη, όπου τα συμφραζόμενα παραμένουν καθαρά και συγκεκριμένα για κάθε καταναλωτή, εμπορευμάτων ή υπηρεσιών, και οι λέξεις μονοσήμαντες περισσότερο από ποτέ.

Γλωσσικά Συστήματα και Πληροφορία

Δουλειά του μεταφραστή είναι να αποδεσμεύσει στη δική του γλώσσα την καθαρή εκείνη γλώσσα που βρίσκεται στη μαγική εξουσία μίας άλλης, να απελευθερώσει τη γλώσσα που είναι φυλακισμένη σε ένα έργο αναδημιουργώντας το.

Για να γίνουν όλα αυτά, έπρεπε να προηγηθεί, εκτός από τα πειράματα για τις μηχανές μετάφρασης ή την παγκόσμια θεώρηση της γλώσσας του εμπορεύματος, μια γενικότερη θεωρία τόσο για τις μηχανές, όσο και για τη γλώσσα, που χρονολογείται πολύ πιο πίσω ή και παράλληλα.

Η ανάγκη να εννοηθούν οι γλώσσες ως συστήματα ήταν σε πρώτο βαθμό μια ανάγκη για να διευκολυνθεί η μελέτη τους. Έχουμε, στην εκδήλωση γλώσσα και νέες μηχανές, εξιστορήσει πώς η βάση που τέθηκε από διανοούμενους και επιστήμονες της εποχής του Levi Strauss και του Chomsky, αξιοποιήθηκε από τους ειδικούς των νέων τεχνολογιών στη μηχανοποίηση της γλώσσας. Πρόκειται για μία βάση θεωρητική που φαντάστηκε το πέρασμα της θέασης της γλώσσας από θεωρία σε σύστημα, σε μαθηματικά και τέλος σε μηχανή.

Όσο έτρεχαν αυτές οι διαδικασίες που θα θεμελίωναν μία νέα αντίληψη για τη γλώσσα, παράλληλα κινούνταν και οι πειραματισμοί για τους πρώτους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Οι θεωρητικοί από αυτήν την μεριά, είχαν ήδη κατασκευάσει την ιδέα της πληροφορίας. Πρόκειται για την ελάχιστη νοηματική μονάδα, αυτό που άλλοτε το σχολείο μας μάθαινε σαν λέξη. Έτσι, τα κείμενα που φιλοξενούνται στο διαδίκτυο, αλλά και σχετίζονται με την κυκλοφορία του εμπορεύματος, αντιμετωπίζονταν επί της ουσίας σαν σύνολα πληροφορίας σε κειμενική μορφή.

Αυτή η γλώσσα που περιγράψαμε λοιπόν παραπάνω, αυτή που ο μεταφραστής στις αυτόματες μηχανές μετάφρασης δομεί σε λεξικά ή επιμελείται, είναι η γλώσσα του εμπορεύματος, της γραφειοκρατίας, της επικοινωνίας μέσα από τις νέες μηχανές. Είναι μία γλώσσα πρώτα παγκόσμια, και δομημένη σε σύνολα πληροφορίας. Είναι μια γλώσσα εύληπτη και μονοσήμαντη. Είναι μία γλώσσα που λειτουργεί ως κομμάτι του παγκόσμιου κεφαλαίου, χρηστική, παραγωγική και αποτελεσματική. Η κακή της μετάφραση θα ήταν μπλοκάρισμα στη γραμμή παραγωγής, θα μπορούσε να είναι μορφή σύγχρονου σαμποτάζ.

Μεταφραστική μνήμη / Μνήμη του Μεταφραστή

Οι Μεταφραστικές Μνήμες, είναι οι αποθήκες αυτών των ελάχιστων νοηματικών μονάδων, της πληροφορίας των λέξεων. Είναι τα συστήματα ταξινόμησης και αρχειοθέτησής τους. Είναι τα λεξικά του σήμερα, όπου δεν χρειάζεται επεξήγηση, παρά αντιστοιχίες νοημάτων. Οι μεταφραστικές μνήμες είναι αυτές ακριβώς οι αποθήκες μνήμης που περιγράφαμε στην εκδήλωση για την ψηφιοποίηση της μνήμης. Επίσης δεν είναι μνήμες του μεταφραστή, έστω του μεταφραστικού προγράμματος, είναι μεταφραστικές μνήμες, μνήμες που μεταφράζουν, καθώς αντικαθιστούν από μόνες τους τις λέξεις.

Πρόκειται περί άλματος σε σχέση με την αντίληψη της κεντρικότητας της μνήμης στη μετάφραση. Ο μεταφραστής του παρελθόντος αντιλαμβανόταν τη μνήμη του σαν το πιο πολύτιμο εργαλείο του, ποτέ δεν θεωρούσε όμως πως ήταν το μόνο που χρειαζόταν. Και σίγουρα δε θεωρούσε πως το λεξικό ήταν ο τόπος και ο χρόνος της. Αντίθετα, αντιλαμβανόταν τη μνήμη σαν μνήμη βιωματική, μνήμη της γλώσσας, κριτική σκέψη και υποκειμενικότητα μαζί. Ήταν αυτή του η δυνατότητα να αντιλαμβάνεται την γλώσσα και τη μνήμη μαζί, τον ιστορικό χρόνο ανάποδα και ταυτόχρονα, που τον έκανε καλό ή κακό στη δουλειά του και του τραβούσε εξαρχής το ενδιαφέρον. Επίσης, κάτοχος της μνήμης του δεν ήταν ούτε το λεξικό, ούτε και το αφεντικό του. Όλες οι διεργασίες της μετάφρασης, ήταν καλά κρυμμένες στο κεφάλι του ή τα γραπτά του, διέφεραν από μεταφραστή σε μεταφραστή, και ήταν αυτοί οι υποκειμενισμοί που δημιουργούσαν ολόκληρες σχολές μετάφρασης, κριτικές, και πηγαίνανε μπροστά τη γλώσσα, ειδικά στο κομμάτι της λογοτεχνίας.

Η μνήμη του μεταφραστή τείνει να αντικατασταθεί από τη μνήμη της μηχανής που χειρίζεται και την μνήμη του διαδικτύου, όταν τη διοχετεύει διαρκώς σε αυτό μέσω forum – εθελοντικής εργασίας «για το καλό του μοιράσματος μέσα στην κοινότητα». Η μνήμη αυτή δεν ανήκει σε αυτόν, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις, αφού συνήθως παραδίδεται αυτούσια στο αφεντικό το οποίο τη χρησιμοποιεί και συνεχίζει να βγάζει αξία από αυτήν. Η γλώσσα του είναι ένα μάτσο λέξεις, και η κονσέρβα που τις συγκεντρώνει είναι ακόμη φτωχότερη από το λεξικό. Είναι ένα λεξικό συνωνύμων ορολογίας. Και η εργασία του είναι μία διαρκής αναμονή, μία επαναληψιμότητα κινήσεων -η ίδια επαναληψιμότητα που διακήρυσσαν ότι θα σταματήσουν οι αυτόματες τεχνολογίες μετάφρασης.

 

[1]     Εισήγηση με τίτλο προκλήσεις του σήμερα για τους μεταφραστές, στη “2η συνάντηση για τη μετάφραση”, 31 Μάη 2013, Αθήνα. Αναδημοσίευση αποσπάσματος από το περιοδικό Sarajevo, τεύχος 78

 

]]>
Κυβερνοφεμινισμός https://gameover.zp/2015/04/02/%ce%ba%cf%85%ce%b2%ce%b5%cf%81%ce%bd%ce%bf%cf%86%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%bd%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82/ Thu, 02 Apr 2015 16:21:53 +0000 http://gameoversite.gr/?p=478

kybernofeminismos afisa

Ιστορικά

Γιατί να μιλήσουμε για τον κυβερνοφεμινισμό σήμερα, έχοντας πίσω μας πάνω από 20 χρόνια από την εμφάνισή του στις όχθες του φεμινισμού; Κατ’ αρχάς γιατί στον ελληνικό χώρο λίγοι έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα από κινηματική σκοπιά και κατά δεύτερον, γιατί φαίνεται ότι η τάση του κυβερνοφεμινισμού μπορεί να ιδωθεί σαν η συνέχεια που έβαλε τις βάσεις για μια νέα πολιτική θέση πάνω στο θέμα του φύλου, μετά τα 70’s. Μια θέση που, ενώ μετά από τόσα χρόνια παραμένει κομμάτι ενός θολού τοπίου επιδιώξεων, συμμάχων και εχθρών, παράλληλα συμπορεύεται -και ίσως συστρατεύεται κατά τόπους- με τις αλλαγές παραδείγματος μέσα στο καπιταλιστικό, πατριαρχικά δομημένο μοντέλο του δυτικού κόσμου και φαίνεται ότι δεν έχει «ξεπεραστεί» στα βασικά της σημεία από κάτι νέο.

Το προηγούμενο «κύμα» του φεμινιστικού κινήματος, αυτό που άνθισε στα 60’s και 70’s, ήταν πολύμορφο και πλούσιο σε πολεμικές πάνω στα ζητήματα των γυναικών και του φύλου γενικότερα. Από την αυτόνομη οπτική της γυναικείας εργασίας στο κοινωνικό εργοστάσιο, από την οπτική της Davis μέσα στο κίνημα των μαύρων πανθήρων για την αλληλοεπικάλυψη του φύλου, της τάξης και της φυλής, μέχρι τις ριζοσπαστικές φεμινίστριες, που θεωρούσαν πρωταρχική την καταπίεση των γυναικών λόγω του βιολογικού τους φύλου, μέσα στην πατριαρχική κοινωνία. Στο μεγάλο αυτό φάσμα αρνήσεων της εποχής χωρούσαν και συχνά συγκρούονταν όλες αυτές οι διαφορετικές προσεγγίσεις που έψαχναν να βρουν ένα κέντρο από το οποίο να μιλήσουν για το έμφυλο ζήτημα, πρακτικά και θεωρητικά.

Σαν απόρροια αυτών των αρνήσεων και των μαχητικών διεκδικήσεων που έφεραν μέσα τους, συνέβησαν σταδιακά κάποιες σημαντικές αλλαγές. Πρώτα και κύρια, πολλά από τα αιτήματα των φεμινιστριών έγιναν αποδεκτά σε επίπεδο θεσμών, αφομοιώθηκαν. Η νομική κατοχύρωση και επέκταση των δικαιωμάτων των γυναικών, η νομιμοποίηση των αμβλώσεων και η διάδοση των πρακτικών αντισύλληψης και τα σχετικά ιατρικά επιτεύγματα όπως το αντισυλληπτικό χάπι, η προστασία των εργαζόμενων μανάδων, η αυστηρότερη νομοθεσία σχετικά με την ενδοοικογενειακή βία και το βιασμό, οι γενικότερες αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο, ο εμπλουτισμός της επίσημης παιδείας με μαθήματα σχετικά με το φύλο, είναι μερικά από αυτά. Αυτό συνέβη και με ένα μεγάλο μέρος των αγωνιζόμενων υποκειμένων. Μέσα στα πανεπιστήμια σε μεγάλο βαθμό, αλλά και στον εργασιακό τομέα και την πολιτική, οι γυναίκες βγήκαν από το σπίτι, κατέκτησαν χώρο και φωνή.

Παράλληλα, ο πλουραλισμός των 70’s άρχισε να μετατρέπεται σε περιχαράκωση των ομάδων με αντικρουόμενες θέσεις, αντί να οδηγήσει σε δημιουργικότερες συνθέσεις και επαναπροσδιορισμούς. Σαν να λέμε η διαδικασία εξέλιξής τους άρχισε να παγώνει πίσω από τις επιλεγμένες ταυτότητες. Το λεγόμενο «κίνημα των ταυτοτήτων» (Identity Politics) κράτησε περίπου μια δεκαετία, χοντρικά αυτή του ‘80 και χαρακτηρίστηκε από μια εξιδανίκευση της μειοψηφίας και από την πίστη ότι αυτή μπορεί να αλλάξει την πλειοψηφία. Τοποθέτησε τη συλλογική ταυτότητα σε μικρότερη κλίμακα, πιο κοντά στο άτομο, όπως ήταν αναμενόμενο όντας σε μία περίοδο γενικότερης αφομοίωσης των κινημάτων, μέσα από την κατανάλωση και το lifestyle. Αυτό που ονομάστηκε lgbt και φεμινιστικό κίνημα, το αντιπολεμικό, το αντιπυρηνικό, το οικολογικό, το κίνημα για την απελευθέρωση των ζώων, ακόμα θα λέγαμε και το punk και το diy, ξεκίνησαν με τη συγκρουσιακή ορμή της προηγούμενης περιόδου, έχοντας όμως τις κατάλληλες συστάσεις για αυτό που συνέβη σταδιακά. Τη μετατροπή τους σε καταναλωτικές ταυτότητες, μέσα στη θεαματική κοινωνία. Δεν μπορούμε εδώ να επεκταθούμε στο συγκεκριμένο θέμα αλλά σίγουρα είναι μια μεγάλη συζήτηση το ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά που μπορεί να άφησαν ρωγμές και να έβαλαν τις βάσεις για την εν λόγω αφομοίωση.

Αυτό που είναι ενδιαφέρον, είναι το πώς, μετά την ήττα των ταξικών αγώνων και μέσα στο μεταμοντέρνο κλίμα της εποχής, επιβιώνουν και εξελίσσονται κάποιες από τις τάσεις της προηγούμενης περιόδου, κυρίως αυτές που αρνούνται το παρελθόν και κοιτάνε μπροστά, θέλοντας να απεμπλακούν εντελώς από τις «παλιές» προβληματικές, όπως πχ. αυτές που έβαζαν οι μαρξιστικές/κομμουνιστικές/σοσιαλιστικές θεωρήσεις. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το φύλο βρίσκεται σταδιακά στο επίκεντρο της συζήτησης μεγεθυμένο και ορισμένο με περισσότερο «τεχνικούς όρους». Το γυναικείο -βιολογικό- φύλο και οι φυσικές λειτουργίες με τις οποίες αυτό συνδέεται αποκτούν αιτιακή σχέση με την προέλευση και διαιώνιση της πατριαρχίας. Η γυναίκα, όντας υποχείριο της φύσης της επιθυμεί να απαλλαγεί από αυτά τα χαρακτηριστικά, με κεντρικό το ζήτημα της αναπαραγωγής, για να μπορέσει να απαλλαγεί από τις διακρίσεις και την υποτίμηση[ref]

Χαρακτηριστική είναι η ρητορική της Shulamith Firestone, μιας από τις κεντρικές φιγούρες του πρώιμου ριζοσπαστικού φεμινισμού, στο βιβλίο της, «The Dialectic of Sex: The Case for Feminist Revolution», 1970, σύμφωνα με την οποία: «…ακριβώς όπως ο τελικός στόχος μιας σοσιαλιστικής επανάστασης ήταν όχι μόνο η εξάλειψη της οικονομικά προνομιούχας τάξης αλλά της ίδιας της ταξικής διάκρισης, έτσι, ο τελικός στόχος της φεμινιστικής επανάστασης πρέπει να είναι, σε αντίθεση με το πρώτο φεμινιστικό κίνημα, όχι απλά η εξάλειψη του αντρικού προνομίου αλλά της ίδιας της έμφυλης διάκρισης: Έτσι, οι γεννητικές διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους δε θα είχαν πια πολιτιστική σημασία.(…) Η αναπαραγωγή του είδους από το ένα φύλο προς όφελος των δύο θα μπορούσε να αντικατασταθεί από την τεχνητή αναπαραγωγή (ή τουλάχιστον την επιλογή της): τα παιδιά θα γεννιούνταν έτσι από τα δύο φύλα εξίσου ή ανεξάρτητα από αυτά, από όποια οπτική διαλέξει ο καθένας να το δει. Η εξάρτηση του παιδιού από τη μητέρα (και ανάποδα) θα έδινε τη θέση της σε μια σημαντικά μικρότερη εξάρτηση σε ένα σύνολο από «άλλους», και οποιαδήποτε υπολειπόμενη αίσθηση κατωτερότητας απέναντι στη φυσική δύναμη των ενηλίκων θα ισοσταθμιζόταν πολιτιστικά. Ο καταμερισμός της εργασίας θα τελείωνε λόγω της εξάλειψης ολόκληρου του τομέα της εργασίας (μέσα από την κυβερνητική). Η τυραννία της βιολογικής οικογένειας θα έσπαγε.»

[/ref]. Και ποιος είναι ο πλέον κατάλληλος τομέας γι’ αυτή τη δουλειά; Η επιστήμη.

Αποκομμένη από τις ενοχές της θρησκείας και με τον αέρα της προόδου και της εξέλιξης, με τα γνωστά αξιώματα περί αντικειμενικότητας σαν λάβαρο, η επιστήμη, μέσα από τα τεχνολογικά επιτεύγματα και το φαντασιακό που αυτά διεγείρουν, θα έρθει να απαντήσει σε αυτήν την άρνηση του σώματος. Η τεχνολογία είναι αυτή που θα δώσει το σπόρο της νέας αφήγησης για ένα κόσμο μετά-το-φύλο, ένα κόσμο που η γυναίκα όχι απλά θα είναι απαλλαγμένη από το βάρος της διαιώνισης του είδους, αλλά από ένα σημείο και μετά θα πάψει να υπάρχει σαν φύλο -είτε βιολογικό είτε κοινωνικά κατασκευασμένο.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, το 1983, η αμερικανίδα καθηγήτρια Donna Haraway, γράφει το «Μανιφέστο των Cyborg», ένα φιλοσοφικο-λογοτεχνικό δοκίμιο το οποίο θεωρείται η μήτρα του μετέπειτα κυβερνοφεμινισμού. Το μανιφέστο αυτό είναι η αποκρυστάλλωση των εξελίξεων της προηγούμενης περιόδου και ενώ μιλάει για πολιτικές θέσεις και στρατηγικές, χαρακτηρίζεται από την έντονη άρνηση των θεωριών του παρελθόντος (έχοντας υπάρξει η ίδια η συγγραφέας μαρξίστρια), αποφεύγει τους ορισμούς και τις σαφείς οργανωτικές δομές, θεωρώντας ότι οι ταυτότητες αποτελούν μέσα αποκλεισμού, εξυμνεί τις διασυνδέσεις και τα δίκτυα και προσδίδει στις νέες μηχανές μια μυθική, θα λέγαμε, διάσταση. Ένα από τα κεντρικά αξιώματά είναι το ότι μέσα από την τεχνολογική αλλαγή, μέσα από τη σύμπτυξη ανθρώπου και μηχανής, θα πάψει να υπάρχει το δίπολο του φύλου όπως το ξέρουμε, άρα θα σταματήσει να υπάρχει το έμφυλο ζήτημα, και οι ανισότητες που αυτό έχει παράξει. Για να καταλάβετε το ύφος, ορίστε ένα πολύ μικρό απόσπασμα:

«Καθαρά κι ελαφριά που είναι τα νέα μηχανήματα! Οι μηχανικοί τους είναι οι μύστες του ηλίου που μεσολαβούν για μια νέα επιστημονική επανάσταση συνδεδεμένη με το νυχτερινό όνειρο της μεταβιομηχανικής κοινωνίας.(…) Το cyborg είναι πλάσμα σε έναν μετά-το-φύλο κόσμο· δεν έχει δοσοληψίες με την αμφιφυλία, την προοιδιπόδεια συμβιωτική σχέση, τη μη αλλοτριωμένη εργασία ή κάποιο άλλο δέλεαρ οργανικής ολότητας.»[ref]

Δε θα επεκταθούμε σε μια ανάλυση και κριτική των θέσεων της Harraway, δεν είναι το θέμα μας και το έχουν κάνει άλλοι καλύτερα από εμάς. Παρ’ όλ’ αυτά δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε ότι ο όρος cyborg -κι αυτό είναι κάτι που η Harraway λέει ότι αγνοούσε όταν έγραφε το μανιφέστο- γεννήθηκε το ’60, από έναν ψυχίατρο και έναν μηχανικό, τους Nathan S. Kline και Manfred Clynes, οι οποίοι δούλευαν για λογαριασμό της αμερικανικής κυβέρνησης, πάνω στην κατασκευή ενός ενισχυμένου ανθρώπου για διαστημικές εξερευνήσεις. Ένα τέκνο του ψυχρού πολέμου στην υπηρεσία του φεμινισμού;

[/ref]

Μερικά χρόνια αργότερα, και αφού έχει προηγηθεί η θεμελίωση του διεθνούς διαδικτύου, το 1992, γεννιέται αυτό που ονομάστηκε κυβερνοφεμινισμός, σε τρία σημεία του κόσμου, τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Βρετανία, από καλλιτέχνες και ακαδημαϊκούς γονείς. Ακόμα ένα μανιφέστο, το «Μανιφέστο του Κυβερνοφεμινισμού για τον 21ο αιώνα», της αυστραλιανής καλλιτεχνικής ομάδας VNS Matrix[ref]

Η VNS Matrix (διαβάζεται Venus Matrix), φτιάχτηκε από τέσσερις Αυστραλές καλλιτέχνιδες, τις Josephine Starrs, Francesca da Rimini, Julianne Pierce και Virginia Barratt. Ήταν ενεργή σαν ομάδα από το 1991 έως το 1997, διάστημα μέσα στο οποίο συμμετείχε κυρίως σε καλλιτεχνικά events, δουλεύοντας με τα νέα μέσα, στήνοντας εγκαταστάσεις και δημοσιεύοντας κείμενα, τα οποία διακινούσαν «πειρατικά» μέσω του ίντερνετ ή βάζοντάς τα σε περιοδικά και εφημερίδες.

[/ref], κυκλοφορεί αυτή τη φορά στο ίντερνετ, δηλώνοντας σαφώς τις επιρροές τους. Μαζί με τα γραπτά της Βρετανίδας καθηγήτριας Sadie Plant, εγκαινιάζεται μια νέα φεμινιστική τάση, μέσα στην οποία οι γυναίκες βλέπουν το διαδίκτυο, την ανωνυμία και την ελευθερία έκφρασης που αυτό προσφέρει, όντας ακόμα στα πρώτα του βήματα, σαν έναν ντε φάκτο απελευθερωτικό χώρο. Αυτό που προσπαθούν να ανακαλύψουν παράλληλα, είναι οι αφηγήσεις του ελέγχου και της κυριαρχίας που ντύνουν τη high-tech κουλτούρα αλλά και την κατασκευή του νέου ψηφιακού δημόσιου χώρου, των ταυτοτήτων και της σεξουαλικότητας μέσα σ’ αυτόν. Στόχος τους είναι να τον καταλάβουν απ’ άκρη σ’ άκρη και να δημιουργήσουν φρέσκιες, δυναμικές κοινότητες μέσα στις οποίες θα καταργούνται οι έμφυλες διακρίσεις αλλά και οι οποιουδήποτε είδους διαχωριστικές ταυτότητες. Μέσα και πριν από αυτές τις δηλωμένες προθέσεις, έχει γίνει μια βασική παραδοχή σχετικά με τη συγκεκριμένη τάση: Στον όρο cyber feminism με μια πρώτη ματιά φαίνεται ότι το cyber καθορίζει τον τόπο και το μέσο δράσης, δηλαδή το διαδίκτυο και τις νέες τεχνολογίες και το feminism καθορίζει το σώμα, δηλαδή τη γυναίκα και την κοινωνική της θέση. Στην πραγματικότητα, δηλωμένο ήδη από την εποχή της Haraway, συμβαίνει το αντίθετο. Το cyber είναι το σώμα, το μετά-το-φύλο, η σύζευξη ανθρώπου και μηχανής και το feminism είναι η θέση από την οποία γίνεται αντιληπτό αυτό το σώμα.

Την ίδια περίπου εποχή γεννιέται και ο λεγόμενος «τεχνοφεμινισμός», με κύρια εκφραστή του τη Judy Wajcman. Ο τεχνοφεμινισμός διαφέρει σε ένα βασικό σημείο. Αναγνωρίζει ότι το ίντερνετ και τα τεχνολογικά επιτεύγματα εν γένει, είναι προϊόντα μιας πατριαρχικής κατανομής της εργασίας και υποστηρίζει ότι οι γυναίκες πρέπει να συμμετάσχουν πιο ενεργά στην παραγωγή της τεχνολογίας, μέσα από τον προγραμματισμό αλλά και την ενεργή χρήση της, για να μπορέσουν αυτά τα προϊόντα να απαλλαγούν από τα πατριαρχικά χαρακτηριστικά τους. Αν αυτό συμβεί σταδιακά, τότε οι γυναίκες σε όλες τις βαθμίδες της εργασίας του τεχνολογικού παραδείγματος, αλλά και της κατανάλωσης των προϊόντων αυτής, θα αντιμετωπίζονται με πολύ πιο ισάξιους όρους στην εργασιακή και κοινωνική πραγματικότητά τους.

Και οι δύο τάσεις βλέπουν τα νέα μέσα σαν μια πύλη για το ξεπέρασμα των προβληματικών κοινωνικών σχέσεων που αναπαράγουν τις άδικες διακρίσεις εις βάρος των διαφορετικών. Μιας διαφορετικότητας που δε μοιάζει τόσο με το διαχωρισμό του παρελθόντος ανάμεσα στις ταυτότητες αλλά περισσότερο με τη διασπαστική πολυμορφία που μπορεί να τους χωράει όλους/ες σαν άτομα, δηλαδή με έναν τρόπο να μη χωράει κανέναν και καμία έξω από τον εαυτό του. Φαίνεται ότι καθώς η συζήτηση ανάγεται σταδιακά στο πεδίο της τέχνης και της ακαδημαϊκής αναζήτησης, είναι όλο και λιγότερο αναγκαία η υλική και ιδεολογική περιφρούρηση των ομαδοποιήσεων που έχουν προκύψει από τα κοινά βιώματα της καθημερινής υποτίμησης. Στη νέα ρευστή πραγματικότητα των δικτύων και των χαλαρών συνδέσεων, όλα είναι κυβερνοφεμινισμός και τίποτα δεν είναι κυβερνοφεμινισμός. Αυτή η άρνηση της απόδοσης μιας συγκεκριμένης ταυτότητας, με στόχο να αποφευχθούν οι αποκλεισμοί, είναι αυτή που δεν επιτρέπει ίσως να γίνει ορατός ο απέναντι πόλος, οι πραγματικές σχέσεις δηλαδή, οι οποίες αναπτύσσονται, έξω από το διαδίκτυο, στην ώριμη φάση της αφομοίωσης σε όλους τους τομείς, στην εργασία, στην οικογένεια, στο δημόσιο χώρο και τη διασκέδαση.

Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο που δημοσιεύεται το 1997 στη Γερμανία, από το 1ο διεθνές συνέδριο κυβερνοφεμινισμού, στο οποίο αντί για έναν ορισμό του γενικού σκεπτικού, συντάσσονται οι 100 αντι-θέσεις, δηλαδή οι θέσεις για το τι δεν είναι ο κυβερνοφεμινισμός. Μεταξύ άλλων διαβάζουμε: «Ο κυβερνοφεμινισμός δεν είναι τέχνη/δεν είναι ζήλια/δεν είναι ιδεολογία/ δεν είναι μία μπανάνα». Οι συμμετέχοντες δεν θέλουν με κανέναν τρόπο να ορίσουν τι είναι τελικά αυτή η τάση, ποιες είναι οι ιστορικές της καταβολές και πάνω σε ποιες πολιτικές και κοινωνικές κατακτήσεις του προγενέστερου κινήματος αυτή πατάει. Μια άρνηση που ντύνεται με μια αναντίστοιχη μάλλον επιθετικότητα και σιγουριά για τη θέση και την εξέλιξη του απαλλαγμένου από βάρη και λάθη νέου παραδείγματος. Αυτή η σιγουριά για την αυτόματη ευεργετική λειτουργία της τεχνολογίας στο κοινωνικό σώμα θα μπορούσε να πει κανείς ότι κρύβει μέσα της μια σύγχρονη -για τότε- ανάγνωση του παλαιότερου μότο «τα θέλουμε όλα τώρα» μέσα στην ακμή της κατανάλωσης. Θέλουμε αποτελέσματα και θα τα έχουμε τώρα. Το παρελθόν είναι νεκρό, ζήτω το καινούργιο, ζήτω το αέναο παρόν.

Στο καθόλου μακρινό μέλλον, η τάση αυτή δέχθηκε κριτική για τις προσμονές της. Αυτό ήταν κάτι που προέκυψε σχεδόν αναγκαστικά, αφού πολύ σύντομα διαμορφώθηκε μια «ψηφιακή πραγματικότητα» εντελώς διαφορετική από αυτή που κυριαρχούσε στις τεχνοφετιχιστικές
αφηγήσεις των 90’s. Τα φιλικά χαρακτηριστικά μεταλλάχθηκαν σε τεράστια προβλήματα, όταν το ίντερνετ εξαπλώθηκε τόσο ώστε να χωρέσει όσους ήταν έξω από τους χώρους της τέχνης και της εκπαίδευσης. Οι καθημερινές σχέσεις εισέβαλλαν σε αυτόν τον ηλεκτρονικό “φωτεινό” χώρο και ξεφόρτωσαν μέσα του όλα τα τέρατα της πατριαρχικής βίας που συνέχιζαν να αλωνίζουν στις απανταχού επικράτειες. Τα δεδομένα και αυτονόητα, οι νίκες και τα δικαιώματα των γυναικών, των οποίων η υπεράσπιση είχε αφεθεί στους θεσμούς, φάνηκαν διάτρητα και αποδυναμωμένα μπροστά στο συντηρητισμό που είχε ανασυνταχθεί σε νέα στιβαρά πόδια. Δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε κατά πόσο έπαιξε ρόλο σε αυτήν την ανασύνταξη, η επιμονή της νέας τάσης του φεμινισμού να αρνείται την ιστορία του αλλά και ο περιορισμός του μέσα στα ακαδημαϊκά και καλλιτεχνικά τείχη. Από τη μία πλευρά, η εκούσια αυτή περιχαράκωση θεωρήθηκε απαραίτητη, παρέχοντας έναν ασφαλή χώρο έκφρασης στα μέλη του. Από την άλλη, τη στιγμή που τα τείχη έγιναν διάτρητα, ανάμεσα στο έξω και το μέσα είχαν δημιουργηθεί ήδη μεγάλες, σχεδόν αγεφύρωτες διαφορές.

Όταν λοιπόν το 2011-2012, η καναδή κριτικός, φεμινίστρια, και μπλόγκερ Annita Sarkeesian, ξεκίνησε μια καμπάνια για τη θέση των γυναικών στον κόσμο των βιντεοπαιχνιδιών, σίγουρα δεν περίμενε αυτό που θα ακολουθούσε. Μετά τη δημοσίευση μιας σειράς βίντεο σχετικών με το θέμα, με τον τίτλο “Tropes vs women” (Αλληγορίες εναντίων Γυναικών) αλλά και ενός βιντεοπαιχνιδιού με τίτλο “Depression Quest”, από την game developer Zoe Quinn, το ζήτημα πήρε τρομακτικές διαστάσεις. Παίκτες και μπλόγκερς από όλον τον κόσμο, και κυρίως την αμερική, άρχισαν να παρενοχλούν όποιες γυναίκες αναμειγνύονταν με την υπόθεση, ή εξέφραζαν άποψη για τον σεξισμό που εμπεριέχεται στην κοινότητα των gamers και στις αναπαραστάσεις της γυναικείας φιγούρας μέσα στα ίδια τα παιχνίδια. Οι γυναίκες αυτές, με επίκεντρο όσες πρωτοστάτησαν, δέχθηκαν οργανωμένες επιθέσεις μέσα από δίκτυα και φόρουμ, ενάντια της πραγματικής και ψηφιακής τους κοινωνικότητας. Τα στοιχεία τους (διευθύνσεις και τηλέφωνα) διαδόθηκαν στο ίντερνετ, ακολούθησαν δημοσιεύεις προσωπικών βίντεο και φωτογραφιών από τα χακαρισμένα τους προφίλ, απειλές σωματικής βίας, βιασμού και απειλές κατά της ζωής τους. Το σκάνδαλο που δημιουργήθηκε, έγινε γνωστό σαν Gamergate (κατά το αντίστοιχο πολιτικό σκάνδαλο Watergate, στην Αμερική) και επικύρωσε με τον πιο ωμό και ξεκάθαρο τρόπο την ήττα των τεχνολατρικών φαντασιώσεων που συνόδευε το διαδίκτυο. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Όσο ο πραγματικός κόσμος παρέμενε σεξιστικός, το ίδιο θα συνέβαινε και με τον ψηφιακό.

Ο κυβερνοφεμινισμός σήμερα έχει πάψει να βρίσκεται στο προσκήνιο, δεν υπάρχει όμως κάποια νέα τάση που να φαίνεται πως ξεπερνάει τις διακηρύξεις του. Όσοι έδρασαν κάτω από την ιδεολογική και καλλιτεχνική του ομπρέλα, κι ας λένε ότι δεν υπήρξε ούτε τέχνη, ούτε ιδεολογία (ούτε «μια μπανάνα»), βρίσκονται διασκορπισμένοι ανάμεσα σε γκαλερί, μπλογκ, ψηφιακά περιοδικά και ακτιβισμούς όπως αυτοί των Femen ή των Pussy Riot. Και οι κριτικοί που αναρωτιούνται που πήγε όλο αυτό το ανοιχτό και πολύμορφο σύνολο από δράσεις και υποκείμενα, εύχονται κατά καιρούς μια νέα εμφάνιση των κυβερνοφεμινιστριών με το αυθάδες, ζωντανό και επιθετικό τους ύφος και την παιχνιδιάρικη, ανάλαφρη διάθεση απέναντι στον νέο κόσμο που αναδύεται.

Από τη δική μας πλευρά, επειδή δεν πιστεύουμε πολύ στις αναστάσεις, και μέχρι την εμφάνιση του καινούργιου, θα θέλαμε να επισημάνουμε μερικά σημεία για σκέψη, σχετικά με την οπτική του τελευταίου αυτού κύματος φεμινισμού αλλά και σχετικά με την επαφή του με την κινηματική μνήμη, που θεωρούμε σημαντικά.

Το σώμα στο στόχαστρο

Τα κινήματα των 60’s και των 70’s, ανάμεσά τους και αυτά που όριζαν τη θέση τους από μια σαφή ταξική σκοπιά, άφησαν παρακαταθήκη ζητήματα όπως η σεξουαλική απελευθέρωση, ξαναόρισαν το γυναικείο και το έμφυλο ζήτημα, επαναδιαπραγματεύθηκαν πχ. μέσω της η αντιψυχιατρικής το τι είναι πρόβλημα, το πώς και αν αυτό χρειάζεται λύση από ειδικούς. Οι επόμενες δεκαετίες όμως όφειλαν όπως είπαμε να τα αφομοιώσουν. Με την ήττα αυτών των κινημάτων, και κυρίως τη δεκαετία του ‘90 ξεκινά μια νέα επίθεση των από τα πάνω και ένας από τους στόχους τους, όπως πάντα είναι το σώμα. Έτσι, στα πλαίσια της αντιεξέγερσης, η προβληματοποίηση του σώματος ήρθε εκ νέου να πάρει τη δικιά της, κυρίαρχη θέση. Εκστρατείες όπως αυτή ενάντια στο AIDS, η οποία ενσωματώθηκε πολύ εύκολα στην ομοφοβική ατζέντα αλλά και στη μετέπειτα υγιεινιστική, η αυξημένη εμφάνιση θεμάτων όπως η υπερκινητικότητα και οι μαθησιακές δυσκολίες στην εκπαίδευση, η προβληματοποίηση της εγκυμοσύνης, και της γονιμότητας στον τομέα της ιατρικής, είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα που έσπευσαν -και σπεύδουν μέχρι σήμερα- να δείξουν το ατελές του ανθρώπινου σώματος, να ορίσουν το κανονικό, την κοινωνικότητα, τις σχέσεις και την εργασία και να εδραιώσουν τον ρόλο του προβληματικού σώματος στην ανάπτυξη των «παρεκκλίσεων».

Η σάρκα, οι ζωντανές λειτουργίες και τα πάθη της, ενοχοποιημένα για αιώνες από τη θρησκεία, απέναντι στο καθαρό και άγιο πνεύμα, υποτιμήθηκαν ακόμα περισσότερο από το διαχωρισμό της χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, με την άνοδο της μηχανής στην παραγωγή και συνεχίζουν να υποτιμώνται, ακόμα και σήμερα, στον ανεστραμμένο κόσμο που υποτίθεται ότι εξυμνεί την ατομική -σωματική και όχι μόνο- επιθυμία σαν το υπέρτατο αγαθό. Εδώ, η υποτίμηση έρχεται να εκφραστεί με τη μορφή μιας διαρκούς ανεπάρκειας απέναντι στο ιδανικό, στο πρότυπο. Η εντατικοποίηση του φυσικού σώματος σε όλους τους τομείς πηγάζει πλέον από την άλλοτε ενοχοποιημένη επιθυμία, η οποία, στον κόσμο της κατανάλωσης και της διαρκούς κατασκευής νέων αναγκών, έχει γιγαντωθεί και απαιτεί συνεχή ικανοποίηση. Σαν να λέμε ότι το ασώματο παράδειγμα της καλόγριας έχει δώσει τη θέση του στο «υπερσωματικό» παράδειγμα του αγέραστου μανεκέν (ή του υπεραθλητή), ασκώντας βία στο σώμα και ορίζοντας το κανονικό με τελείως διαφορετικό τρόπο. Παρέκκλιση είναι το να μην μπορείς να ανταποκριθείς στις διάχυτες κατασκευασμένες επιθυμίες, να αρνείσαι να παραχωρήσεις το σώμα σου σαν πεδίο μοδιστρικής για βιολόγους, γιατρούς, πλαστικούς χειρούργους, ψυχιάτρους, δασκάλους και κοινωνιολόγους. Να μη θέλεις να βελτιώνεσαι συνεχώς με τεχνικούς όρους.

Η πεποίθηση αυτή, συνδεδεμένη με το ότι η απαλλαγή από τη φύση συνεπάγεται την απελευθέρωση των ανθρώπινων σχέσεων, είναι μια πολύ παλιά ιστορία και η γενεαλογία της δε θα μπορούσε να αναλυθεί εδώ. Μπορούμε να σκεφτούμε όμως μερικά ερωτήματα. Γιατί τα σωματικά/ φυσικά/ βιολογικά χαρακτηριστικά να γίνονται αντιληπτά σαν αδυναμίες και βάρη και όχι σαν πεδία υπεράσπισης; Πώς θα βλέπαμε μια αντίστοιχη θέση για το φυλετικό ζήτημα που θα έλεγε ότι για να ξεπεραστεί ο ρατσισμός θα πρέπει να μην υπάρχουν διαφορετικές φυλές; Και πόση εσωτερικευμένη βία μπορεί να περιέχει η συστηματική και εκούσια άρνηση της υλικής ιδιαιτερότητας των σωμάτων μας και η αναζήτηση των λύσεων σε από τα πάνω -και από τα έξω- δοσμένα πρότυπα;

Μέσα, σχέσεις και φετιχισμός

Στη συνέχεια της συλλογιστικής σχετικά με την απελευθέρωση από τις έμφυλες διακρίσεις μέσω της κατάργησης των φύλων, έρχεται να μπει δυναμικά η επιστήμη και η τεχνολογία, πολύ πριν μάλιστα εξαπλωθεί το σημερινό ψηφιακό παράδειγμα. Σημαντικό κομμάτι των φεμινιστριών του ’60, όπως η τάση της Shulamith Firestone που αναφέραμε παραπάνω, υποστηρίζουν τις θέσεις που λένε ότι η φύση της γυναίκας ως τέτοια, δηλαδή η αναπαραγωγική της ικανότητα, η περίοδος κλπ. είναι τα στοιχεία τα οποία υφίστανται την εκμετάλλευση από τους άνδρες και την πατριαρχία σ’ όλο το ιστορικό φάσμα και όχι μόνο στην καπιταλιστική εποχή. Οι γυναίκες αντιμετωπίζονται ως υποδεέστερες αναπαραγωγικές μηχανές, ως το αδύναμο φύλο. Υποστηρίζουν πως αυτή η αντιμετώπιση, η υποτίμηση των γυναικών δε θα πάψει να υπάρχει αν δεν πάψει να υπάρχει και το βιολογικό φύλο ως τέτοιο, αν δεν εκλείψουν δηλαδή αυτές οι ατέλειες. Και η τεχνολογία, με όχημα τα επιτεύγματά της, όπως οι χημικοί μέθοδοι αλλαγής/εξάλειψης της περιόδου, οι εξωσωματικές κυήσεις και οι σύγχρονες έρευνες για τις τεχνητές μήτρες, είναι επιτεύγματα που μπορούν να αξιοποιηθούν από τις φεμινίστριες – γυναίκες και να χαρίσουν αυτή την απελευθέρωση από την τυραννία της φύσης.

Τέτοιες θέσεις μπορεί να φαίνονταν προβοκατόρικες τότε, δεν είναι δυνατόν όμως να διαβάζονται έτσι και στο σήμερα, όταν η επίθεση της επιστήμης μέσω πολλαπλών εφαρμοσμένων πεδίων έχει δείξει ξεκάθαρα μέχρι πού μπορεί να εξαπλωθεί η προβληματοποίηση που αναφέραμε αλλά και η βία ενάντια στο σώμα, πόσο μάλλον το γυναικείο, μέσα στο καπιταλιστικό μοντέλο. Από τις νοικιασμένες μήτρες των φτωχότερων γυναικών (ως παρένθετες μητέρες) και την εντατικοποίηση της σεξουαλικής «εργασίας», (αντιλαμβανόμενοι μεγάλο κομμάτι αυτής της εργασίας σήμερα, με τους όρους έντασης και εξάπλωσης π.χ. της απλήρωτης, καταναγκαστικής εργασίας των αιχμάλωτων εργατών μεταναστών στην ελληνική επαρχία), μέχρι τους υποχρεωτικούς εμβολιασμούς των ανήλικων κοριτσιών για αφροδίσια νοσήματα και τις προληπτικές αφαιρέσεις των αναπαραγωγικών οργάνων από χολυγουντιανές σταρ, το σώμα είναι μια επικράτεια που υφίσταται βίαιη και σφοδρή αποικιοποίηση από την επιστήμη, για θεαματικούς και εμπορευματικούς σκοπούς.

Σε τέτοιου είδους βάσεις πατάει και ο κυβερνοφεμινισμός. Μέσα στα ακαδημαϊκά πλαίσια της ανάπτυξης και εξάπλωσης των νέων τεχνολογιών και των προσωπικών συσκευών (π.χ. κινητά, pc), οι κυβερνοφεμινίστριες στηρίζουν ότι στο ψηφιακό περιβάλλον υπάρχουν χαρακτηριστικά τα οποία είναι εγγενώς φεμινιστικά και ότι μέσα σε αυτόν τον νέο ηλεκτρονικό χώρο οι φυσικές ατέλειες του σώματος παύουν να είναι ορατές, άρα και να έχουν βάρος, επιρροή στην καθημερινότητα και σημασία. Έτσι, σε βάθος χρόνου, το γυναικείο ζήτημα και οι έμφυλοι διαχωρισμοί δεν είναι πια θέματα για τα οποία οφείλουμε να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά βάζοντας νέες αιχμές και θέσεις μάχης, αφού από μόνα τους τα ίδια τα μέσα θα τα αποδομήσουν και θα τα εξαφανίσουν.

Η ιστορία, όπως είπαμε, έδειξε πως τα πράγματα δεν πήγαν καθόλου έτσι και ο σεξισμός είναι ακόμα εδώ, λίγο πιο αόρατος και πολύ πιο διάχυτος. Και δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Για εμάς, οι σχέσεις που δημιουργούνται και τα μέσα που χρησιμοποιούνται, αποτελούν στοιχεία μιας αμφίδρομης διαδικασίας, στην οποία οι σχέσεις διαμορφώνουν τα μέσα και διαμορφώνονται ταυτόχρονα από αυτά. Κανείς και καμία δεν μπορεί ισχυριστεί ότι το κινητό τηλέφωνο δεν άλλαξε τις ανθρώπινες επικοινωνιακές συνήθειες αλλά κανείς και καμία δεν μπορεί να ισχυριστεί επίσης ότι το πλυντήριο πιάτων δεν έδωσε στις γυναίκες παραπάνω χρόνο για να μεγαλώνουν τα παιδιά, να συντηρούν το σπίτι και να δουλεύουν, ακριβώς όπως πάντα ήθελαν οι άντρες και τα αφεντικά τους.

Ο τεχνοφετιχισμός δεν είναι άγνωστο φρούτο στις μέρες μας. Αντιθέτως. Περπατάει χέρι-χέρι με την τεχνοφοβία· και τα δύο παιδιά ενός τεχνολογικού ντετερμινισμού που δίνει στην επιστήμη και τις εφαρμογές της θρησκευτικές διαστάσεις και διαμορφώνει μια αντίληψη για τον άνθρωπο που τον τοποθετεί έρμαιο των ίδιων του των εργαλείων, των ίδιων του των κατασκευασμάτων. Κατά τη γνώμη μας, αυτή είναι μια θέση εξαιρετικά αποπροσανατολιστική που δεν αφήνει περιθώρια κριτικής αντιμετώπισης των μέσων που κατασκευάζονται και προωθούνται κατά κύριο λόγο από τα πάνω. Και επιπλέον έχουμε στο νου μας ότι κανένας καταπιεστής δεν έχει νικηθεί, ή έστω πολεμηθεί αποτελεσματικά, χωρίς τη δημιουργία επικίνδυνων σχέσεων, σε πραγματικό χρόνο.

Διάλογος με το παρελθόν

Το τρίτο και τελευταίο σημείο που μας απασχόλησε, έχει να κάνει με την ιστορική συνέχεια και την κινηματική μνήμη. Σε ένα άλλο σημείο του μανιφέστο των cyborg η Harraway αναφέρει:

«Το φύλο, η φυλή και η τάξη, με την επίπονα κερδισμένη αναγνώριση της κοινωνικής και της ιστορικής συγκρότησής τους, δεν μπορούν πια να αποτελούν βάση για την πίστη στην “ουσιώδη” ενότητα. Στο θηλυκό δεν υπάρχει τίποτε που να συνδέει από τη φύση του τις γυναίκες μεταξύ τους. Δεν υπάρχει καν η κατάσταση να είσαι “θηλυκό”, κάτι που είναι και το ίδιο πολυσύνθετη κατηγορία κατασκευασμένη σε διαμφισβητούμενους έμφυλους επιστημονικούς λόγους και σε άλλες κοινωνικές πρακτικές. Η έμφυλη, η φυλετική ή η ταξική συνείδηση συνιστούν επιτεύγματα που μας έχουν επιβληθεί από τη φριχτή ιστορική εμπειρία των αντιφατικών κοινωνικών πραγματικοτήτων που συνιστούν η πατριαρχία, η αποικιοκρατία και ο καπιταλισμός.»

Η διάθεσή της να απαρνηθεί το παρελθόν και να στραφεί στο τώρα αποδομώντας την ιστορία με τους όρους της κυριαρχίας (θρησκεία, οικογενειακή καταπίεση, πατριαρχία), την οδηγεί στο σημείο του να απαρνείται την ίδια την κινηματική μνήμη, τη γυναικεία ιδιότητα και ό,τι αυτή συνεπάγεται καθώς και την ζωτικής σημασίας θέση της στον καπιταλισμό. Αυτή είναι σίγουρα η τάση της εποχής στον post modern καπιταλιστικό κόσμο, ένα είδος μυωπικής διαχείρισης της μνήμης. Σε αυτό το μοτίβο, “το σήμερα που είναι διαφορετικό απ’ το χθες”, αλλά και το αντιδιαμετρικό του “το σήμερα που είναι ίδιο με το χθες” -δηλαδή αυτό των επιφανειακών παρομοιώσεων και αναγωγών στο παρελθόν με όρους καθρέφτη- αυτές οι πεποιθήσεις, με τις πρακτικές που τις ακολουθούν, γίνονται εργαλεία αποπροσανατολισμού και μαζικής παραγωγής της λήθης. Και κρύβουν πίσω από έναν -σίγουρο για την εγκυρότητά του- ιστορικισμό, τις πιο βαθιές ιστορικές αιτίες και συνέχειες. Αυτή δεν ήταν μια προσωπική ή μειοψηφική άποψη στις αρχές του ‘90. Το επιθετικά φιλελεύθερο κλίμα της εποχής διαβάζεται σε πολλά κείμενα και θεωρίες επιστημόνων και πανεπιστημιακών εν γένει όπως πχ. η πολυσυζητημένη άποψη του Φράνσις Φουκουγιάμα για το τέλος της ιστορίας (1992, «Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπός), το τέλος δηλαδή κάθε ιδεολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας και ταξικής ανάλυσης του προλεταριάτου.

Θα έλεγε κανείς ότι η άρνηση των σχέσεων και της ιστορίας που διαμορφώνουν οι κυρίαρχοι, είναι απαραίτητο κομμάτι οποιασδήποτε επαναστατικής διαδικασίας και προϋπόθεση για τη δημιουργική σύνθεση του καινούριου. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με την άρνηση της ιστορίας του ίδιου του κινήματος που δημιούργησε το χώρο για να εκφραστούν όλα αυτά τα διαφορετικά υποκείμενα. Οι θέσεις τις οποίες κατέλαβαν γυναίκες με αριστερό -και όχι μόνο- παρελθόν μέσα στα πανεπιστήμια, την πολιτική και την εργασία, γεννήθηκαν μέσα από τη μαχητική διεκδίκηση των 70’s, με όλες τις αντιφάσεις και τα ατυχή σημεία της. Το να απορρίπτει κανείς όλο αυτό το πλούσιο παρελθόν, όντας μέσα στην πανεπιστημιακή πρωτοκοσμική γυάλα, μας φαίνεται ότι εξυπηρετεί περισσότερο έναν βολονταρισμό της δύναμης παρά μια ανάγκη για απελευθερωτικές διεκδικήσεις. Αυτή η νέα αφήγηση για τον κόσμο, αυτό το εκτυφλωτικό μέλλον που οραματίζονται εις βάρος της κριτικής ματιάς του παρελθόντος, δε φαίνεται και τόσο ειδυλλιακό για όσους ξέρουν ότι δεν έχουν και δε θα έχουν πρόσβαση σε αυτά τα τεχνολογικά υπερ-αγαθά, παρά μόνο σαν εργάτες στη διαδικασία παραγωγής ή σαν μικροαστοί καταναλωτές του φαντασιακού που τα συνοδεύει.

Κάπου στις αρχές του 80, ο ρενάτο κούρτσιο έγραφε στο βιβλίο του «Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη»:

«Εδώ γίνεται κάτι παραπάνω, κάτι χειρότερο από την χοντροκομμένη καταστροφή των αγωνιστικών κειμένων ή ένα black out, κάτι πιο περίπλοκο από την ”παλιά ρίψη στην πυρά”. Πράγματι, καταρχήν πρόκειται για μία εργασία, πρόκειται για την παραχάραξη της ιστορικής εμπειρίας, την παραγωγή υποκατάστατων αναμνήσεων, την δόλια κωδικοποίηση.(…)
Αξίζει να αναρωτηθούμε: πως είναι ποτέ δυνατό να δημιουργήσουμε καλή σχέση με το μέλλον, όταν απορρίπτουμε την αυθεντική μνήμη του παρελθόντος;
Μια τάξη που δεν μπορεί να παράγει συνειδητά την δική της αυτόνομη μνήμη, είναι καταδικασμένη να μείνει φυλακισμένη στα αστικά δεσμά. Αντίθετα, παραγωγή ταξικής μνήμης σημαίνει εξέγερση, ιδεολογική πάλη, ρήξη.»

Πού θέλουμε να καταλήξουμε; Πού αλλού πέρα από τη σημασία της διαλεκτικής αντιμετώπισης της ιστορίας; Και συγκεκριμένα της ιστορίας των κινημάτων. Σε μια αντιμετώπιση που δεν έχει ανάγκη από κανέναν/καμία προφήτη για να του αποκαλύψει τι αλλάζει ή τι μένει σταθερό στον καπιταλιστικό κόσμο. Μπορεί οι/τα cyborg να έχουν erase και rewind αλλά η μνήμη της τάξης μας δεν μετριέται σε ψηφία. Αντίθετα, ιδωμένη κριτικά και σε βάθος, είναι γεμάτη όπλα, χρήσιμα ακόμα και στις σημερινές μάχες, με τα σημερινά μέσα. Χρειάζεται φαντασία, διερευνητική αντίληψη και σίγουρα η βιωματική γνώση ότι τίποτα δεν μας έχει χαριστεί.

]]>
Επιστήμη και Μεταφυσική: όταν η τεχνολογία ανασταίνει την θεολογία https://gameover.zp/2014/07/07/%ce%b5%cf%80%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%ae%ce%bc%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1%cf%86%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%8c%cf%84%ce%b1%ce%bd-%ce%b7-%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%bf%ce%bb/ Mon, 07 Jul 2014 08:17:41 +0000 http://gameoversite.gr/?p=75

metafysiki.cdr

Εισαγωγικά

Τα βιολογικά μας σώματα, στην έκδοση 1.0 που βρίσκονται τώρα (…) είναι γεμάτα ευπάθειες και εμφανίζουν ένα σωρό αστοχίες, για να μην αναφερθούμε στα κουραστικά τελετουργικά συντήρησης που απαιτούν (…) μεγάλο κομμάτι της ανθρώπινης σκέψης είναι δευτερογενές, επουσιώδες και περιορισμένης εμβέλειας. (…) Η Μοναδικότητα[ref]

Αναφορά στο λεγόμενο Technological Singularity, την υποτιθέμενη εκείνη μελλοντική χρονική στιγμή κατά την οποία η τεχνητή νοημοσύνη θα υπερβεί την ανθρώπινη, δημιουργώντας έτσι μια ασυνέχεια στην ανθρώπινη ιστορία καθώς κι ένα σημείο υπέρβασης προς νέες μορφές ζωής.

[/ref] θα σηματοδοτήσει την αποκορύφωση της διαδικασίας σύμφυσης της βιολογικής μας σκέψης και ύπαρξης με την τεχνολογία μας. (…) Η Μοναδικότητα θα μας επιτρέψει να υπερβούμε αυτούς τους περιορισμούς των βιολογικών μας σωμάτων κι εγκεφάλων. (…) Αυτή η Μοναδικότητα θα μας οδηγήσει σε ένα υπερβατικό επίπεδο πραγματικότητας (…) και θα εμποτίσει το σύμπαν με Πνευματικότητα.
Ray Kurzweil, Επικεφαλής μηχανικός της Google

Η κουρδιστή Αφροδίτη, 18ος αιώνας
Metropolis (Fritz Lang), αρχές 20ου αιώνα
Biomechanic figure (H. R. Giger), τέλη 20ου αιώνα

Η θεολογία του ψηφιακού

Η πόλη της Σιών, η (Αγία) Τριάδα, το προπατορικό αμάρτημα που εισάγει το κακό στον κόσμο, το κακό που διαδίδεται σαν ιός και εισβάλλει μέχρι τα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης, ο εκλεκτός που θα προσφέρει τη σωτηρία, οι προφητείες που εξαγγέλλουν την έλευσή του. Πριν το 1999, το παραπάνω θεματικό σύμπλεγμα θα παρέπεμπε κάποιον αυτόματα στην Αγία Γραφή και δύσκολα θα συγκινούσε ακόμα και βαριεστημένους φοιτητές θεολογίας. Όχι πλέον όμως. Εκείνη τη χρονιά, μια ταινία θα επανεισαγάγει όλη αυτή την προβληματική, όχι μόνο σε θεματικό επίπεδο, αλλά ακόμα και σε λεξιλογικό. Zion, Trinity, The Chosen One (Neo), The Oracle… Αναφερόμαστε φυσικά στην ταινία The Matrix. Μια δεκαπενταετία περίπου αργότερα, μια άλλη ταινία (Her), πολύ πιο χαμηλών τόνων και χωρίς τόσο εμφανή μεσσιανικά στοιχεία αυτή τη φορά, θα πιάσει το νήμα των σχέσεων μεταξύ (ψηφιακής) μηχανής κι ανθρώπου. Παρά την (όχι μόνο χρονική) απόσταση που χωρίζει αυτά τα δύο προϊόντα της μαζικής κουλτούρας, στο κέντρο τους βρίσκεται ένας κοινός πυρήνας. Η μηχανή (το λογισμικό της, για την ακρίβεια) φτάνει σ’ ένα τέτοιο σημείο αυτοσυνειδησίας ώστε να αυτονομηθεί από τον δημιουργό της και να δημιουργήσει ένα ψηφιακό υπερπέραν[ref]

Αξίζει να σημειωθεί εδώ η διαφορά ανάμεσα στο αμερικανικό και θεολογικά προσανατολισμένο The Matrix και στο ιαπωνικό και σαφώς πιο υπαρξιακό Ghost in the Shell, τον πνευματικό πρόγονο του πρώτου. Δεν πρέπει να είναι τυχαία αυτή η διαφορά.

[/ref]

Δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά ούτε απλώς για μια συμπτωματική θεματική κοινότητα. Η απαρχή του νήματος που συνδέει αυτά τα δύο έργα θα μπορούσε να εντοπιστεί τουλάχιστον στη δεκαετία του 70. Από τότε κι έπειτα, όταν η ιδέα των προσωπικών υπολογιστών αρχίζει να γίνεται όχι μόνο μια εφικτή πιθανότητα αλλά κι αίτημα, στη λογική του «computing power to the people», η ρητορική που περιβάλλει την ψηφιακή τεχνολογία ενσωματώνει όλο και περισσότερο μεταφυσικά ή και θεολογικά μοτίβα. Θα μπορούσε κανείς να απορρίψει τα δύο παραπάνω παραδείγματα ως μυθολογικές φαντασιοκοπίες αφελών δημιουργών, άσχετων ως προς τις πραγματικές εξελίξεις της τεχνοεπιστήμης. Ωστόσο μια τέτοια συγκαταβατικά απορριπτική στάση γίνεται όλο και πιο δύσκολα υποστηρίξιμη όταν εξεταστούν οι τρόποι με τους οποίους οι ίδιοι οι μηχανικοί και οι επιστήμονες κατανοούν τη δραστηριότητά τους και αυτοπαρουσιάζονται, επιστρατεύοντας σχήματα λόγου που λίγο απέχουν από το να χαρακτηριστούν «μαγικο-θρησκευτικά». Και κάπου ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πυλώνες της βιομηχανίας, αυτόν του θεάματος κι αυτόν των τεχνολογικών προϊόντων, βρίσκεται το αδαές κοινό κι ο περιδεής, «απλός» χρήστης, με ό,τι φαντασιακές επενδύσεις μπορεί να κάνει πάνω στις συσκευές που κρατάει στα χέρια του.

Διευκρινιστικά περί μεταφυσικής

Μέσα στους κύκλους των θετικιστών στοχαστών των αρχών του 20ου αιώνα, η πίστη ότι η πρόοδος της επιστήμης θα συνεπιφέρει αυτόματα, έστω και σταδιακά, τον πλήρη μαρασμό της μεταφυσικής, αποτελούσε κάτι σαν αυταπόδεικτη αλήθεια. Ακόμα και πιο υποψιασμένοι στοχαστές, όπως ο Weber, είχαν προεξοφλήσει την προέλαση και οριστική επικράτηση της ορθολογικότητας μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες. Ωστόσο ο δυτικός κόσμος, λίγο μετά τον πόλεμο, ανακάλυψε εκ νέου διάφορα είδη θρησκευτικότητας και πνευματικότητας που έχουν επιδείξει αξιοθαύμαστη αντοχή μέχρι σήμερα. Αυτό που είναι πραγματικά νέο, τουλάχιστον αν μιλάει κανείς έχοντας υπόψιν του έναν κάπως βραχύ ιστορικό ορίζοντα, είναι ότι τα φαινόμενα της νεόκοπης αυτής θρησκευτικότητας, από ένα σημείο κι έπειτα, άρχισαν να βρίσκουν προνομιακό πεδίο άρθρωσης μέσα σε ένα ιδιαζόντως τεχνολογικό (είτε τεχνοφιλικό είτε τεχνοφοβικό) ιδίωμα. Σε ένα θετικιστικά προσανατολισμένο μυαλό, η αναβίωση μεταφυσικών προτύπων σκέψης μέσα σε ένα τεχνολογικό συμφραζόμενο φαντάζει σίγουρα ως τερατούργημα κι εξάμβλωμα ή στην καλύτερη περίπτωση ως ένα απομεινάρι παλαιότερων εποχών. Σε αυτή την εισήγηση θα επιχειρήσουμε μια πιο κριτική επαναξιολόγηση των σχέσεων μεταξύ μεταφυσικής και τεχνολογίας.

Τόσο η μεταφυσική όσο και οι πολεμικές εναντίον της έχουν μια πλούσια ιστορία μέσα στη δυτική σκέψη. Φυσικά, δεν είναι μέσα στους σκοπούς και τις δυνατότητες της παρούσας εισήγησης μια συνολική επισκόπηση του συγκεκριμένου τομέα. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων όμως, μερικές διευκρινίσεις κρίνονται απαραίτητες εδώ. Είναι μάλλον γνωστό ότι μέσα στην ιστορία των ιδεών η έννοια της μεταφυσικής έχει γνωρίσει διάφορες παραλλαγές και μετατοπίσεις, με πιο σημαντική να θεωρείται αυτή που αποκόλλησε τη μεταφυσική από το πρόβλημα της οντολογίας και το εστίασε σε αυτό της γνωσιοθεωρίας. Με πιο απλά λόγια, αν στον Μεσαίωνα και σε ένα βαθμό ακόμα και στην πρώιμη νεωτερικότητα, το ζητούμενο της μεταφυσικής ήταν η γνώση της ουσίας του Θεού και των κατηγορημάτων του, η μεταγενέστερη μεταφυσική, πατέρας της οποίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ο Kant, αν όχι ο ίδιος ο Locke, είχε ως σκοπό της να ανακαλύψει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα ανθρώπινο υποκείμενο μπορεί να προσποριστεί μια έγκυρη γνώση του κόσμου. Υπό αυτή την έννοια, ακόμα και η επιστημολογία ή εν γένει η οποιαδήποτε θεωρητική απόφανση θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως μεταφυσική. Από την άλλη, το λεγόμενο θρησκευτικό φαινόμενο διαθέτει ένα τεράστιο ανθρωπολογικό εύρος που μια ανάγνωσή του θα μπορούσε να το εντάξει ως υποπερίπτωση της μεταφυσικής ενώ μια άλλη να το διαβάσει ακόμα και ως υπέρβασή της.

Για να αποφύγουμε «άσκοπες» περιπλανήσεις μέσα στον λαβύρινθο της μεταφυσικής, εδώ θα επιμείνουμε σε έναν ορισμό της που ταιριάζει περισσότερο στα φαινόμενα που αναφέραμε παραπάνω και που θα περιγράψουμε πιο αναλυτικά στη συνέχεια (ένας ορισμός που εξάλλου δεν απέχει πολύ από μεγάλο μέρος της δυτικής μεταφυσικής σκέψης). Στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, θα αποφύγουμε να μιλήσουμε τόσο για τη μεταφυσική ως εν γένει γνωσιοθεωρία όσο και για εκείνες τις εκδηλώσεις του θρησκευτικού που παραπέμπουν σε μη δυτικές παραδόσεις. Επίσης, η χρήση των όρων μεταφυσική και θρησκεία θα γίνεται κάπως ελεύθερα, χωρίς ιδιαίτερους διαχωρισμούς ανάμεσά τους, παρότι αυτοί υφίστανται κι έχουν τη σημασία τους σε μια ευρύτερη προοπτική. Έχοντας υπόψιν μας αυτούς τους περιορισμούς, θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε κάποια πολύ βασικά χαρακτηριστικά της μεταφυσικής. Ένα από αυτά και πιθανώς το κεντρικότερο είναι φυσικά η διάκριση της πραγματικότητας σε δύο επίπεδα, ένα της άμεσης εμπειρίας καθώς κι ένα υπερβατικό. Η διάκριση αυτή ωστόσο δεν έχει μόνο οντολογικό χαρακτήρα. Το ένα από τα δύο επίπεδα, το υπερβατικό, πέρα από την οντολογική απόσταση που το χωρίζει από το εμπειρικό, φορτίζεται ταυτόχρονα και με μια δεοντολογική υπεροχή, σε βαθμό που συχνότατα να θεωρείται και ως πιο «πραγματικό» από την άμεση πραγματικότητα. Τέλος, η συγκεκριμένη νομο–κανονιστική διάσταση του υπερβατικού αποκρυσταλλώνεται σε μια παγιωμένη δομή κι επιστρέφει πίσω στο εμπειρικό ως ο κανόνας εκείνος που θα ρυθμίσει τη συμπεριφορά αυτού του τελευταίου. Μιλώντας πολύ σχηματικά, ένας υπερβολικά συμπυκνωμένος ορισμός της μεταφυσικής θα ήταν αυτός ενός κλειστού, νομο-κανονιστικού και δυϊστικού σχήματος σκέψης.

Τεχνοεπιστήμη και μεταφυσική: Μια σχέση μίσους και… αγάπης

Φανερά χάσματα και κρυφές γέφυρες

Σύμφωνα με μία απλοϊκή αντίληψη, οι σχέσεις μεταξύ τεχνοεπιστήμης και μεταφυσικής διακρίνονται από μια ασυμφιλίωτη αντιπαράθεση καθώς και από μία αγεφύρωτη διαφορά τόσο περιεχομένου όσο και δομής. Με βάση αυτό το σχήμα σκέψης, αν η επιστήμη κατάφερε να επικρατήσει και να διαλύσει τα σκοτάδια της μεσαιωνικής θεολογίας, ο λόγος έγκειται στο ότι μπόρεσε σταδιακά να εκδιπλώσει την εσωτερική δυναμική της, αποδεικνύοντας έτσι στο εμπειρικό και πρακτικό επίπεδό την ανωτερότητά της σε σχέση με τον μεγάλο της αντίπαλο. Αναμφίβολα, η ανάπτυξη της μαθηματικής-μηχανιστικής φυσικής, όπως αυτή εγκαινιάστηκε τον 17ο αιώνα, αποτέλεσε έναν από τους κεντρικότερους παράγοντες που συνέβαλλαν στην πτώση του παραδοσιακού, θεολογικού κοσμοειδώλου. Μόνο που αυτή η αλήθεια, στο βαθμό που υπονοεί ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ επιστήμης και μεταφυσικής, παραμένει μισή αλήθεια. Και ως μισή αλήθεια, μετατρέπεται σε ένα πολύ αποτελεσματικό και καθόλου λειψό ιδεολογικό ψεύδος.

Όπως είναι γνωστό, η πρώτη βιομηχανική επανάσταση έλαβε χώρα από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 19ου, ακολουθούμενη από μία δεύτερη μερικές δεκαετίες αργότερα. Για πολλούς αιώνες πριν από αυτήν την εξέλιξη, η μεγάλη πλειοψηφία των ευρωπαϊκών πληθυσμών είχε από μικρή έως μηδαμινή επαφή με ό,τι σήμερα θα ονομάζαμε μηχανές και τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν στις εργασίες τους ελάχιστα διέφεραν από αυτά που είχε στη διάθεσή του ένας μεσαιωνικός αγρότης. Για την ακρίβεια, η (βίαιη) μετάβαση αυτών των κατά βάση αγροτικών πληθυσμών σε έναν τεχνολογικοποιημένο και βιομηχανικό κόσμο δεν συντελέστηκε πλήρως παρά μόνο με την εφαρμογή στα εργοστάσια μεθόδων μαζικής παραγωγής στις αρχές του 20ου αιώνα (μάλιστα, σε ορισμένες λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, αυτή η αλλαγή συνέβη ακόμα αργότερα, κατά τα μέσα του αιώνα). Όχι τυχαία, η ελληνογενής λέξη «τεχνολογία» (technology) και η λατινογενής «επιστήμονας» (scientist), εισήχθησαν στις ευρωπαϊκές γλώσσες, με την έννοια που τους αποδίδουμε σήμερα, τον 19ο αιώνα.

Αν λοιπόν η τεχνοεπιστήμη κατάφερε να επιβληθεί λόγω της γνωσιοθεωρητικής ανωτερότητάς της, όπως αυτή αποδεικνύεται από την υπεροχή της και την αποτελεσματικότητά της στο εμπειρικό και πρακτικό επίπεδο, τότε το ερώτημα που γεννιέται είναι το εξής. Πώς κατέστη δυνατό αυτό το σύμπλεγμα θεωριών και μεθόδων που σηματοδοτείται με τον όρο τεχνοεπιστήμη να φτάσει στο τελικό της επί της ουσίας στάδιο ωριμότητας, ακριβώς τη στιγμή που εκκινούσε η εποποιία της και η ευρύτερη διάχυσή της στο κοινωνικό επίπεδο; Δεν είναι δυνατό να δώσουμε εδώ μια συνολική και διεξοδική απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Ένα μέρος αυτής της απάντησης όμως άπτεται του θέματος που πραγματευόμαστε σε αυτή την εισήγηση. Αν κατάφερε να επιβληθεί το νέο επιστημονικό κοσμοείδωλο, αυτό έγινε με τη βοήθεια της μεταφυσικής, σε διάφορες παραλλαγές και μεταμφιέσεις της και σε πολλαπλά επίπεδα.

Το μηχανοκρατικό φαντασιακό του 17ου αιώνα

Πολύ πριν τα τεχνολογικά επιτεύγματα της βιομηχανικής κοινωνίας βρούνε τη θέση τους στην καθημερινότητα των δυτικών κοινωνιών, είχε προηγηθεί μία μακρά διαδικασία κατασκευής ενός μηχανοκρατικού κοινωνικού φαντασιακού που δεν θα ήταν εξαιρετικά άστοχο αν του αποδιδόταν ο όρος προσηλυτισμός. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, ο 17ος αιώνας είχε να επιδείξει έναν πολύ πενιχρό βαθμό τεχνολογικής προόδου, κάτι που διόλου δεν εμπόδισε τη συστηματική εμφάνιση «λογοτεχνικών» έργων που προέβαλλαν στο μέλλον την εικόνα μιας τεχνολογικής ουτοπίας.

Για τα μυστήρια και τις τελετές μας διαθέτουμε δύο πολύ μακριές και πλήρεις εκθέσεις. Στη μία από αυτή τοποθετούμε προσχέδια και δείγματα από όλα τα είδη των πιο σπάνιων κι εξαιρετικών εφευρέσεών μας και στην άλλη τοποθετούμε τα αγάλματα των κυριότερων Εφευρετών μας. Εκεί πέρα έχουμε το άγαλμα του Κολόμβου, που ανακάλυψε τις Δυτικές Ινδίες, επίσης τον εφευρέτη του πλοίου, τον μοναχό που υπήρξε ο εφευρέτης των πυρομαχικών και της πυρίτιδας,(…) Γιατί για κάθε εφεύρεση που έχει αξία, ανεγείρουμε ένα άγαλμα προς τιμή του εφευρέτη και του παρέχουμε μια πλούσια και τιμητική ανταμοιβή. (…) Έχουμε ορισμένες καθημερινές λειτουργίες και ύμνους προς τον Κύριο μας με τις οποίες του αποδίδουμε ευχαριστίες για τα θαυμαστά του έργα.

Το παραπάνω απόσπασμα δεν προέρχεται από κάποιον θρησκόληπτο αδαή περί των επιστημονικών εξελίξεων, αλλά αποτελεί την κατακλείδα του ανολοκλήρωτου έργου «Η Νέα Ατλαντίδα»[ref]

Η παλιά Ατλαντίδα παραπέμπει φυσικά στον Τίμαιο και στην Πολιτεία του Πλάτωνα, σύνδεση που έχει τη σημασία της, αν λάβει κανείς υπόψιν του ότι το πλατωνικό έργο αποτέλεσε το θεμέλιο της δυτικής μεταφυσικής, με τις ισχυρές νομο-κανονιστικές συνδηλώσεις της.

[/ref]. Συγγραφέας του υπήρξε ο θεωρούμενος και ως πατέρας της επιστημονικής μεθόδου, Francis Bacon. Ημερομηνία έκδοσης: 1627. Τέσσερα χρόνια νωρίτερα, ο Ιταλός φιλόσοφος και θεολόγος Tommaso Campanella θα χρησιμοποιήσει κι αυτός την Ατλαντίδα του Πλάτωνα ως έμπνευση για να περιγράψει τη δική του εκδοχή της Ουτοπίας, δημοσιεύοντας το «Η Πόλη του Ήλιου» (Civitas Solis). Σε αυτή την ουτοπική πόλη, η ευσέβεια των κατοίκων της όχι απλά δεν τους αποτρέπει από το να ασχολούνται με την επιστήμη, αλλά αντιθέτως επιστήμη και θρησκεία συμφύονται για να σχηματίσουν ένα είδος φυσικής θρησκείας. Στους τοίχους της πόλης απεικονίζονται οι προφήτες διαφόρων θρησκειών, μαζί με μια σειρά από ευφάνταστες (αλλά ανύπαρκτες τότε) μηχανικές εφευρέσεις. Λίγα χρόνια νωρίτερα, ένας άλλος θεολόγος, ο Γερμανός Valentinus Andreae, θα πατήσει πάνω στο ίδιο θέμα της «από μηχανής λύτρωσης» στην περιγραφή της δικής του ιδεώδους πολιτείας (Reipublicae Christianopolitanae descriptio). Σε μια εποχή όπου η Εκκλησία παρέμενε ακόμα αρκετά ισχυρή, φαίνεται πως το νεοαναδυόμενο επιστημονικό κοσμοείδωλο δεν μπορούσε παρά να δανειστεί τη νομιμοποιητική σκευή της θρησκείας για να παρουσιαστεί όχι απλώς ως αντίμαχος αυτής της τελευταίας αλλά ακόμα και ως θετικός καταλύτης ευσέβειας. Εξίσου σημαντικό όμως είναι και το εξής. Ένα σημαντικό τμήμα των τότε πρωτοπόρων και υπερμάχων της επιστήμης δεν βίωναν καμμία εσωτερική αντίφαση ανάμεσα στη θρησκευτική τους πίστη και στα πορίσματα των επιστημών.

Ο συγγραφέας. Ένα από τα πιο διάσημα αυτόματα του Ελβετού ωρολογοποιού, Pierre Jaquet–Droz. Ημερομηνία κατασκευής: δεκαετία του 1770.
Το μηχανικό θέατρο στο παλάτι Hellbrunn της Αυστρίας. Ημερομηνία κατασκευής: 1748–1752.

Πέρα από αυτά τα ουτοπικά έργα όμως και σ’ ένα πιο προσγειωμένο επίπεδο, μία διαφορετική αλλά παράλληλη σειρά βιβλίων έκανε την ίδια εποχή την εμφάνισή της. Με τίτλους όπως Mathematical Magick (John Wilkins, 1648), Technica curiosa (Caspar Schott, 1664), Magisterium naturae et artis (Francesco Lana–Terzi, 1684), Theatrum machinarum generale (Jakob Leupold, 1724), τα βιβλία αυτά αναλάμβαναν να καταδείξουν, υπο τη μορφή σχεδίων, τις δυνατότητες (όχι ικανότητες) των μηχανικών κατασκευών, με τη συζήτηση περί της δυνατότητας κατασκευής μιας μηχανής αέναης κίνησης να κατέχει κεντρική θέση. Το 1775, η Ακαδημία Επιστημών του Παρισιού αποφάσισε να σταματήσει να δέχεται προτάσεις για τέτοιου είδους μηχανές αέναης κίνησης και σήμερα οι τότε διαμάχες γύρω από τη δυνατότητα ύπαρξης τους μπορεί να φαίνεται απλά ως ένα νόστιμο ανέκδοτο από την ανώριμη φάση της επιστημονικής εξέλιξης. Ωστόσο είναι ενδεικτικές ενός διάχυτου τότε – κυρίως στους κύκλους των ανώτερων τάξεων – κλίματος ελπίδας που έβλεπε στα θαύματα της μηχανικής το μέσο προς μια νέα, ουτοπική κοινωνία αρετής, αν όχι κι αθανασίας. Για την πολιτική θεολογία της εποχής, οι επιδείξεις των λεγόμενων μηχανικών θεάτρων, δηλαδή εκείνων των κατασκευών με πολλαπλές ανθρώπινες και ζωικές φιγούρες που είχαν τη δυνατότητα να κινούνται αυτόματα, αποτελούσαν «αποδείξεις» τόσο της θείας δύναμης του Κυρίου όσο και της επίγειας των ηγεμόνων. Όπως ο Θεός, ως ένας σοφός ωρολογοποιός, είχε στήσει τον κόσμο στη βάση των αρχών της μηχανικής, έτσι και οι επίγειοι άρχοντες μπορούσαν να τον μιμηθούν στα ηγεμονικά τους καθήκοντα επί των ανθρώπινων κοινωνιών. Από αυτό το σημείο μέχρι την αντίληψη ότι και τα ανθρώπινα πλάσματα συνιστούν επί της ουσίας πολύπλοκες μηχανές, το βήμα ήταν μικρό. Μια αντίληψη που έτεμνε εγκάρσια την φιλοσοφική γραμματεία της εποχής και που την ασπάζονταν τόσο κλασσικοί ορθολογιστές, σαν τον Καρτέσιο, όσο και αμετανόητοι υλιστές, όπως ο Hobbes και ο La Mettrie.

Θα μπορούσε κανείς να αποδώσει την τότε σύμπλευση τεχνοεπιστήμης και θρησκείας σε ένα είδος πανουργίας του επιστημονικού πνεύματος. Ναι μεν μπορεί η επιστήμη να ανέβηκε πρόσκαιρα στο όχημα της μεταφυσικής ώστε να καταφέρει να επιβιώσει, όμως το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει τον πυρήνα της ο οποίος μπορεί να παραμένει ανεπηρέαστος και καθαρός[ref]

Επιχείρημα που φυσικά θυμίζει την επιστημολογική διάκριση ανάμεσα σε «πλαίσιο ανακάλυψης» και «πλαίσιο δικαιολόγησης».

[/ref]. Πρόκειται για ένα επιχείρημα που έχει μία βάση, μόνο που σε αυτή την περίπτωση αποτελεί κάτι λιγότερο από μισή αλήθεια. Η μάχη μεταξύ του κοσμοειδώλου της παραδοσιακής μεταφυσικής και αυτού της μαθηματικής φυσικής αποτελούσε ακριβώς αυτό. Μία μάχη μεταξύ δύο κοσμοειδώλων των οποίων οι προκείμενες ήταν εξίσου υπερεμπειρικές και μη αποδείξιμες. Η κατάρρευση της αριστοτελικής οντολογικής ιεραρχίας του κόσμου, του συμβολικού χώρου και του κυκλικού χρόνου του Μεσαίωνα και η αντικατάστασή τους από μια νομοτελειακή Φύση εντός ενός ομοιογενούς, διαιρέσιμου και ποσοτικοποιήσιμου χωροχρόνου συνιστούσε μια πραγματική επανάσταση που όχι απλώς δεν ήταν αυτονόητη αλλά σε πολλά της σημεία αντέβαινε προς τα άμεσα αισθητηριακά δεδομένα. Ένα παράδειγμα σε αυτό το σημείο είναι άκρως διδακτικό. Όταν ο Κοπέρνικος πρότεινε το ηλιοκεντρικό του σύστημα, λόγω της αδυναμίας του να το υποστηρίξει ως ανώτερο του γεωκεντρικού (το οποίο εξηγούσε αποτελεσματικά τις κινήσεις των πλανητών και είχε το πλεονέκτημα να ανταποκρίνεται καλύτερη στην διαίσθηση της άμεσης εμπειρίας) στη βάση «αυστηρών» επιστημονικών κριτηρίων, επιστράτευσε θεολογικού τύπου επιχειρήματα. Εφόσον ο Θεός συνιστά ένα απόλυτο και συνεχές αίτιο του κόσμου, στη θέλησή του πρέπει να ταιριάζουν καλύτερα οι απλές και αρμονικές κινήσεις, δηλαδή αυτές που προκύπτουν από την υπόθεση του ηλιοκεντρικού συστήματος. Φυσικά, το αν η Φύση, και μάλιστα στο σύνολό της, αποτελεί το πεδίο της τυχαιότητας και της δυσαρμονίας, σύμφωνα με την πλατωνική αντίληψη, ή αν συνιστά ένα εύτακτα δομημένο όλο, προσβάσιμο στη μαθηματική διάνοια, είναι μια πεποίθηση μάλλον… «μεταφυσικού» τύπου. Μια πληρέστερη εξήγηση περί των αιτιών της επικράτησης του νέου επιστημονικού κοσμοειδώλου θα έπρεπε να λάβει υπόψιν της κι ευρύτερους κοινωνιολογικούς και πολιτικούς παράγοντες, αλλά δεν μπορούμε να επεκταθούμε εδώ[ref]

Δεν μπορούμε όμως να αποφύγουμε τον πειρασμό για μια νύξη έστω. Μία προκλητική ερμηνεία πάνω σε αυτό το θέμα έχει δώσει ο Lewis Mumford. Ως πρωτοπόρους της νέας κοσμοαντίληψης θεωρεί τους Βενεδικτίνους μοναχούς, με την ανάγκη τους για τη μοναστηριακή ευταξία που γέννησε το σύγχρονο ρολόι και την αντίστοιχη έννοια περί μετρήσιμου χρόνου, τους πρώιμους χρηματιστές, για τους οποίους η ποσοτικοποίηση συνιστούσε όρο «επιβίωσης» και τους στρατιώτες, με την ακόρεστη ανάγκη για νέα μηχανήματα καταστροφής (όσοι θυμούνται τις ασκήσεις μηχανικής φυσικής του λυκείου, ας αναρωτηθούν από πού προέρχεται η τέτοια επιμονή για θέματα με τροχιές βλημάτων).

[/ref].

Εκκοσμικεύοντας κι εσωτερικεύοντας την μεταφυσική

Οι παραπάνω παρατηρήσεις σκοπό είχαν να αναδείξουν την περιπλοκότητα των σχέσεων της μεταφυσικής και της τεχνοεπιστήμης κατά την χρονική περίοδο ανάδυσης της τελευταίας, καθώς και το γεγονός ότι αυτή δεν έκανε την εμφάνιση της σε καθαρή μορφή, μέσα σε ένα πολιτικό και πολιτισμικό κενό, αλλά ότι αναδέχτηκε βασικά μοτίβα της μεταφυσικής. Θα κλείσουμε αυτή τη σύντομη ιστορική αναδρομή με κάποιες επιπλέον επισημάνσεις που θεωρούμε σημαντικές. Στη συνέχεια της πορείας της η τεχνοεπιστήμη κατάφερε να αποξύσει από πάνω της τα όποια υπολείμματα της παραδοσιακής, θεολογικά προσανατολισμένης μεταφυσικής, κάτι που όμως κατέστη δυνατό μόνο στο βαθμό που μπόρεσε να οικειοποιηθεί τη μεταφυσική σε μεταμφιεσμένη μορφή. Πρώτον, εκκοσμικεύοντάς την και, δεύτερον, εξανθρωπίζοντας κι εσωτερικεύοντάς την εντός του ανθρώπινου υποκειμένου. Ο Ορθός Λόγος του νεώτερου κοσμοειδώλου εκπαραθύρωσε τον Θεό για να εισαγάγει από την διπλανή είσοδο έννοιες όπως Φύση και Ιστορία οι οποίες επενδύθηκαν με ένα εξίσου υπερβατικό νόημα, εντός ενός σχήματος εξελικτικής και φυσικά προοδευτικής πορείας του ανθρώπινου γένους. Το γεγονός ότι η ιστορική πορεία εννοήθηκε υπό αυτούς τους όρους, που ενίοτε υπονοούσαν ένα είδος ιστορικού πεπρωμένου για τους λαούς, δεν ήταν φυσικά άσχετο με την ταυτόχρονη αποκρυστάλλωση των εθνών–κρατών. Αυτός ο εξωτερικός δυϊσμός συνοδεύτηκε όμως κι από έναν εσωτερικό. Το πρότυπο για το Εγώ του αστού πολίτη διαμορφώθηκε πάνω στη βάση ενός εσωτερικού χάσματος ανάμεσα σε ανώτερες πνευματικές (διάβαζε μαθηματικές) και νομο-κανονιστικές λειτουργίες και σε κατώτερες σωματικές. Είναι αυτός ο διανοητικά υπερτροφικός κι εσώτερος «Θεός» που καλείται τώρα να καθυποτάξει τόσο τη Φύση (να την ανακρίνει, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Kant) όσο και την Ιστορία σε μια πορεία εξορθολογισμού-τελείωσης του ανθρώπου. Με όχημα τη μηχανή.

Ο νέος άμβωνας

Η μεταφυσική στη μαζική κουλτούρα

Σε σχέση με τον 17ο αιώνα, με τα σχετικά περιορισμένα μέσα διάχυσης του τότε μηχανοκρατικού φαντασιακού που διέθετε, η νεώτερη εποχή έχει ένα τεράστιο συγκριτικό πλεονέκτημα. Αυτό του θεάματος. Πάνω στα «ερείπια» των παλιών εκκλησιών ανεγέρθηκε ο «άυλος» άμβωνας της μαζικής κουλτούρας ως ένας προνομιακός χώρος έκφρασης κηρυγματικού λόγου σχετικά με τα επιτεύγματα της τεχνολογίας ή με τα δεινά που η εξέλιξή της μπορεί να επιφέρει. Αν κανείς πρέπει να αναζητήσει ένα ειδικότερο πεδίο το οποίο εξέφρασε με τον πιο εμφατικό τρόπο τέτοιους προβληματισμούς, αυτό δεν είναι άλλο απ’ ό,τι έχει καθιερωθεί να αναφέρεται ως επιστημονική φαντασία. Ένας πιο ακριβής όρος ωστόσο θα ήταν αυτός της «τεχνολογικής φαντασίας», εφόσον η θεματική των εν λόγω έργων δεν καταπιάνεται τόσο με επιστημονικές θεωρίες σε ένα αφηρημένο επίπεδο όσο με τα «θαυμαστά» κατορθώματα της τεχνολογίας που ενίοτε μπορεί να αποδεικνύονται και κατάρες για την ανθρωπότητα. Σε κάθε περίπτωση, ο κοινός άξονας γύρω από τον οποίο δομούν την αφήγησή τους είναι αυτός ενός τεχνολογικού επιτεύγματος με σαρωτικές συνέπειες (είτε θετικές είτε αρνητικές) για το ανθρώπινο είδος, τέτοιες που να εγείρουν πλέον υπαρξιακά ή και μεταφυσικά ερωτήματα. Αφήνοντας για λίγο στην άκρη την σχέση της σύγχρονης επιστημονικής κοινότητας με την μεταφυσική, θα κατευθυνθούμε στο χώρο του θεάματος, για να εξετάσουμε πως η σχέση τεχνολογίας και μεταφυσικής παρουσιάζεται στο είδος της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου που καθιερώθηκε ως επιστημονική/τεχνολογική φαντασία.

Αναλογιζόμενοι διάφορα έργα επιστημονικής φαντασίας και την μεταφυσική προσέγγιση που κάνουν σε διάφορα θέματα της τεχνοεπιστήμης, μας προκύπτει σε πρώτη ανάγνωση μια αντίφαση: πώς σε μια εποχή όπως η δική μας, όπου η τεχνοεπιστήμη φαίνεται να κυριαρχεί απόλυτα, η ζήτηση και η παραγωγή τέτοιων έργων παραμένει τόσο μεγάλη? Η επιστήμη σαν κοσμοείδωλο μπόρεσε μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, σχεδόν ολοκληρωτικά να εκτοπίσει τον προκάτοχο της, την παραδοσιακή θεολογία. Καυχήθηκε και σε έναν βαθμό το πέτυχε, ότι μπορεί να δώσει τις δικές της απαντήσεις σε παραδοσιακά μεταφυσικά ερωτήματα. Παρ’ όλα αυτά και ενώ κανείς θα περίμενε ότι μέσα σε ένα περιβάλλον τόσο μεγάλης εξέλιξης σε επίπεδο κατανόησης του κόσμου, η μεταφυσική δεν θα είχε καμία θέση, αυτό που συμβαίνει τελικά είναι ακριβώς το αντίθετο. Και το τραγελαφικό είναι πως ο φορέας της σύγχρονής μεταφυσικής έτσι όπως εκφράζεται μέσα από τα έργα επιστημονικής φαντασίας, είναι τις περισσότερες φορές η ίδια η τεχνολογία, η οποία ταυτόχρονα αποτελεί για πολλούς το μέτρο εγκυρότητας της επιστημονικής θεωρίας: αφού η επιστήμη είναι αποτελεσματική μέσω της τεχνολογικής της έκφρασης, λογικά θα πρέπει να είναι και έγκυρη.

Οι απαρχές

Τι είναι όμως η επιστημονική φαντασία; Σε αντίθεση με τις μετέπειτα προθέσεις της επιστημονικής κοινότητας, η επιστημονική φαντασία σαν υποκατηγορία της μυθιστοριογραφίας του φανταστικού (και του κινηματογράφου κάπως αργότερα) δεν διστάζει να ασχολείται τόσο με θέματα καθαρά επιστημονικά όσο και με ερωτήματα τα οποία άπτονται της παραδοσιακής μεταφυσικής. Μέσω φαντασιακά επιμελημένων νοητικών πειραμάτων, άλλοτε περισσότερο τετριμμένων και άλλοτε το αντίθετο, μπορεί να ξεπερνά τα εμπειρικά δεδομένα, με τα οποία η επιστημονική κοινότητα ασχολείται και να προχωρά στην επεξεργασία θεμάτων τα οποία η επιστήμη μετά την καθιέρωση της αποφεύγει ως ανάξια σημασίας.

The man in the moon

Η επιστημονική φαντασία γεννήθηκε πριν εμφανιστούν οι όροι επιστήμη και τεχνολογία όχι βέβαια σαν μια αυτοτελή κατηγορία της λογοτεχνίας. Τα πρώτα έργα που εκ των υστέρων θα μπορούσαμε να τα κατατάξουμε σε αυτόν τον κλάδο τοποθετούνται πριν τα μέσα του 17ου αιώνα. Ήταν η «θρησκευτική φαντασία» ανθρώπων όπως Giordano Bruno (1548–1600) που οραματίστηκε για πρώτη φορά ένα άπειρο σύμπαν γεμάτο με κατοικήσιμους κόσμους, και ήταν οραματιστές όπως ο Athanasius Kircher και Emanuel Swedenborg, που ταξίδεψαν για πρώτη φορά στα όρια του ηλιακού συστήματος, και πέρα από αυτό. Ο John Wilkins, ήταν ο πρώτος που υποστήριξε ότι ο άνθρωπος ίσως θα μπορούσε να πάει στο φεγγάρι σε μια πτητική μηχανή και ήταν επίσκοπος. Το ίδιο και ο Francis Godwin, ο συγγραφέας του σατιρικού κοσμικού ταξιδιού The Man in the Moon (1638).

Πολλά από αυτά τα πρώιμα έργα επιστημονικής φαντασίας, αν τα παρακολουθήσουμε μέσα στην ιστορική συγκυρία όπου παρήχθησαν, θα μπορούσαμε να τα δούμε κατά έναν τρόπο έως και προσηλυτιστικά προς το αναδυόμενο κοσμοείδωλο της μαθηματικής φυσικής. Σαν ένα είδος προετοιμασίας των μαζών να δεχθούν τόσο τις αιρετικές επιστημονικές αντιλήψεις, όσο και τις μεγάλες αλλαγές που θα έβλεπαν σε πρακτικό επίπεδο κυρίως στο εργασιακό τους περιβάλλον, σταδιακά και σε επίπεδο καθημερινότητας. Παρ’ όλα αυτά η γέννηση της επιστημονικής φαντασίας σε μεγάλο βαθμό, όπως και ο λόγος της ταχείας ανάπτυξης του είδους την περίοδο του 18ου αιώνα, μπορεί να αποδοθεί από μια άλλη οπτική στα κενά που η αναδυόμενη επιστήμη δημιουργούσε στη παραδοσιακή μεταφυσική, η οποία ταυτόχρονα αποτελούσε και βασική πηγή έμπνευσης της μυθιστοριογραφίας του φανταστικού. Τα πνεύματα που κατοικούσαν στη φύση εκδιώχθηκαν βίαια από τους νόμους της φυσικής. Οι παλιές κατάρες εξατμίστηκαν κάτω από φως που έριξαν πάνω τους οι αρχαιολογικοί φακοί και τα τελευταία φαντάσματα έμειναν άστεγα κι ανυπόληπτα μετά την κατεδάφιση των σπιτιών της βικτοριανής περιόδου. Έτσι σιγά σιγά η μυθιστοριογραφία του φανταστικό μετατοπίζεται προς την τεχνοεπιστήμη για να διαμορφώσει σταδιακά τα δικά της χαρακτηριστικά, τα οποία επιγραμματικά θα δούμε παρακάτω.

Από την πρώτη στιγμή μέχρι και σήμερα η επιστημονική φαντασία μπορεί να διαχωριστεί σε δυο στρατόπεδα. Το ένα δρα με προσανατολισμό την συμφιλίωση θρησκείας και επιστήμης, ενώ το άλλο δρα περισσότερο υπέρ του ενός ή του άλλου πόλου. Σχεδόν όλη η θεωρητική μυθιστοριογραφία στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αποτυπώνει αυτόν τον ανταγωνισμό επιστήμης και θρησκείας, με αιχμές που ποικίλουν ανάλογα με το ποιοι είναι οι προβληματισμοί της εποχής. Άλλοτε εκκινούν από τον δαρβινισμός, άλλοτε από τον σοσιαλισμό και τον ανθρωπισμό… Σε κάθε περίπτωση όμως γίνεται εμφανές αν η αφήγηση τείνει προς την συμφιλίωση ή προς την σύγκρουση των δυο αντιμαχόμενων κοσμοειδώλων.

 

Frankenstein

Για παράδειγμα έργα όπως το Frankenstein της Mary Shelley (1818) αντλούν την έμπνευση τους από την εικόνα του επιστήμονα ο οποίος σφετερίζεται προνόμια που μέχρι τότε θα ήταν αδιανόητο να αποδίδονται σε άλλον πέρα από τον ίδιο τον Θεό. Η ιδέα αυτή από μόνη της είναι αιρετική για την εποχή και δρα επιθετικά προς την παραδοσιακή θεολογία ακόμη και αν συνυπολογίσουμε την τελική έκβαση της ιστορίας που θέτει το ερώτημα κατά πόσο είναι έτοιμος ο άνθρωπος να παίξει τον ρόλο του δημιουργού. Έργα επιστημονικής φαντασίας όπως το Lumen του Camille Flammarion (1887), ήταν αποτέλεσμα της ανάγκης πολλών αστρονόμων της εποχής να συμφιλιώσουν και να συνδυάσουν την επιστημονική τους γνώση με τη θρησκευτική τους πίστη. Ο J.-H. Rosny, πολυγραφότατος συγγραφέας των εξελικτικών φαντασιώσεων, είδε επίσης το αντικείμενο της εργασίας του ως μια ευφάνταστη αποκάλυψη του θεϊκά προγραμματισμένου εξελικτικού σχεδίου, και ήθελε με τη σειρά του να αναπροσαρμοστεί η παραδοσιακή θεολογία, έτσι ώστε να μπορεί να συμβιβαστεί με τη σύγχρονη επιστημονική γνώση. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως το A Journey in Other Worlds του John Jacob Astor (1894) ή το Around a Distant Star (1904) του Jean Delaire και το Through the Sun in an Airship του John Mastin (1909), οι συγγραφείς ξεκινούν μέσα από τα μυθιστορήματα τους για κοσμικά ταξίδια των οποίων ο πραγματικός σκοπός ήταν να «δικαιολογήσουν» διάφορα θεολογικά δόγματα.

Μετά τον 2ο παγκόσμιο

Ενώ η ενασχόληση με θεολογικά ζητήματα είναι εμφανής καθ’ όλη την διάρκεια εξέλιξης του είδους, τομή θεωρείται ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Έκτοτε υπάρχει μια μεγάλη έκρηξη στην παραγωγή έργων επιστημονικής φαντασίας, τα οποία διεγείρουν προβληματισμούς γύρω από μια μεγάλη γκάμα θεολογικών ζητημάτων, τα οποία προηγούμενα παρέμεναν άθικτα. Αυτό το αυξημένο ενδιαφέρον μπορεί να εξηγηθεί από την οξεία αίσθηση υπαρξιακής ανασφάλειας που προκλήθηκε από την ολοένα και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση της δυνατότητας των ανθρώπων να εξαλείψουν το ίδιο τους το είδος. Για παράδειγμα μια αγαπημένη θεματική της επιστημονικής φαντασίας είναι η επαφή με εξωγήινους πολιτισμούς, οι οποίοι σε διάφορες περιπτώσεις παρουσιάζονται να έχουν δικά τους εναλλακτικά θρησκευτικά συστήματα. Πριν λοιπόν τον δεύτερο παγκόσμιο οι συγγραφείς αντιμετώπιζαν τέτοιες θρησκείες ως εσφαλμένες, άξιες χλευασμού και κοροϊδίας. Έπειτα εντοπίζεται μια μεταστροφή, καθώς πλέον συνηθίζουν να αντιμετωπίζουν τις εξωγήινες θρησκείες με πολύ μεγαλύτερη ευλάβεια, πολλές φορές και ως ανώτερες των γήινων, καθώς αποτελούνταν από στοιχεία τα οποία έκριναν πως εξέλιπαν από την γη.

Θεολογικά μοτίβα εντός της επιστημονικής – τεχνολογικής φαντασίας

Πέρα από τον αρχικό διαχωρισμό που περιγράψαμε και τα διάφορα ιστορικά γεγονότα τα οποία επηρέασαν περισσότερο ή λιγότερο την επιστημονική φαντασία, παρατηρούμε πως η θεματολογία του είδους στο μεγαλύτερο εύρος της άπτεται τόσο της μεταφυσικής όσο και της φυσικής επιστήμης. Μπορούμε μάλιστα να εντοπίσουμε μοτίβα τα οποία επαναλαμβάνονται και τα οποία έχουν στη βάση τους μεταφυσικούς προβληματισμούς οι οποίοι προέρχονται από την παραδοσιακή θεολογία.

Φόβος και δέος

Ο φόβος και το δέος μπροστά στην παντοδυναμία της μηχανής είναι ένα τέτοιο κλασικό μοτίβο, ειδικά αν ιδωθεί μέσα από την σχέση του δημιουργού και του δημιουργήματος. Όπως στην περίπτωση του Frankenstein, το σύνηθες σενάριο θέλει έναν μεμονωμένο επιστήμονα να κατασκευάζει ένα «δημιούργημα» το οποίο ανάλογα τον χαρακτήρα του σεναρίου, πρόκειται να αλλάξει τα δεδομένα του κόσμου όπως τον έχουμε συνηθίσει προς το καλύτερο ή το χειρότερο. Μπορούμε να εντοπίσουμε το ίδιο μοτίβο και στο παράδειγμα που προαναφέραμε κατά την επαφή του ανθρώπινου είδους με κάποιο άλλο εξωγήινο. Σ’ αυτό το παράδειγμα στις περισσότερες περιπτώσεις το εξωγήινο γένος παρουσιάζεται ως το τεχνολογικά ανώτερο. Εκεί λοιπόν ο φόβος και το δέος προς τις πιο εξελιγμένες μηχανές είναι ξεκάθαρος καθώς παρουσιάζεται σε αντιδιαστολή με το δικό μας υπολειπόμενο τεχνικό περιβάλλον, απειλώντας την επιβίωση του ανθρώπινου είδους.

Υπέρβαση του θανάτου

Η ιδέα του θανάτου αποτελούσε σημείο προβληματισμού και αφετηρία μεταφυσικών ιδεών πιθανώς καθ όλη την πορεία του ανθρώπινου είδους. Θα ήταν λοιπόν πραγματικά μεγάλη έλλειψη να μην περιλαμβάνεται σαν μοτίβο και στην επιστημονική φαντασία. Ο τρόπος που παρουσιάζεται αυτό το σχήμα είναι συνήθως μέσα από την επιδίωξη του ανθρώπου να ξεπεράσει τον θάνατο μέσω της τεχνοεπιστήμης. Είτε μέσω κάποιας σκόπιμης μετάλλαξης είτε μέσω κάποιου θαυματουργού φαρμάκου και πάει λέγοντας. Άλλοτε, ο άνθρωπος επιτυγχάνει τον στόχο του, όπως στο The Gentle Seduction του Marc Stiegler (1989), όπου με την βοήθεια της νανοτεχνολογίας αρχικά ξεπερνάμε τον θάνατο για να φτάσουμε σε ακόμη μεγαλύτερες κατακτήσεις. Άλλοτε πάλι το σενάριο δεν εξελίσσεται τόσο ειδυλλιακά. Πρόκειται και για την επικρατούσα εκδοχή σε αυτό το θέμα. Τις περισσότερες φορές η ανάγκη του ανθρώπου να ξεπεράσει τον θάνατο αντιμετωπίζεται ως λανθασμένος στόχος ή και βλασφημία, η οποία μονό περισσότερα προβλήματα δημιουργεί. Φυσικά ο προβληματισμός γύρω από το θέμα ιδιαίτερα στα έργα μαζικής κουλτούρας των τελευταίων δεκαετιών μπορεί να είναι από επιφανειακός ως και ουσιαστικά ανύπαρκτος. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις όπου οι προβληματισμοί γύρω από την αθανασία και γενικά το τεχνικό περιβάλλον που την κατέστησε εφικτή αντιμετωπίζεται με πιο κριτικό χαρακτήρα σε μια περισσότερο ρομαντική ατμόσφαιρα, όπως το The Inner House του Walter Besant (1888), όπου τίθενται διάφοροι προβληματισμοί, όπως για παράδειγμα αυτός της στειρότητας που μπορεί να συνοδεύει μια τέτοια κατάσταση.

Μεσσιανισμός

Ένα άλλο μοτίβο είναι αυτό της λύτρωσης του ανθρώπου από την εργασία. Η πεποίθηση αυτή έχει τις ρίζες της αρκετά παλιά, από όταν άρχισαν να εισέρχονται νέες μηχανές στα εργοστάσια μετασχηματίζοντας τις σχέσεις παραγωγής. Από εκείνη την εποχή πολλοί μιλούσαν για το τέλος της εργασίας και την αντικατάσταση της από τεχνολογικά προηγμένες αυτοματοποιημένες μηχανές. Αυτή η φαντασίωση, πέρα από την ιδεολογική της σημασία, στην οποία έχουμε αναφερθεί αλλού, έδωσε τροφή και στο χώρο του θεάματος και πάλι σε ποικίλες εκδοχές. Άλλοτε παρουσιάζεται σαν ένα ευτυχές σενάριο, όπου η ζωή των ανθρώπων απλοποιείται σημαντικά και άλλοτε, τα ρομπότ που ο άνθρωπος δημιούργησε για να τον διευκολύνουν, τον ξεπερνούν και σε πρακτικό επίπεδο και σε επίπεδο αυτοσυνειδησίας εκτοπίζοντας τον σταδιακά. Έχουμε ήδη αναφέρει το The Matrix των αδερφών Wachowski (1999) σαν ένα παράδειγμα που εντάσσεται σε αυτήν την κατηγορία.

Το καλό και το κακό

Ένα ακόμη θεολογικά προσανατολισμένο μοτίβο που συνδυάστηκε με τα επιτεύγματα της τεχνοεπιστήμης είναι αυτό του καλού και του κακού, το οποίο στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας πολλές φορές συνεπάγεται προβληματισμό γύρω από την ανθρώπινη εξέλιξη. Σε ποιο βαθμό κουβαλάμε πάνω μας μέσω των γονιδίων μας ή χαραγμένο στις πιο πρωτόγονες εκφάνσεις του ανθρώπινου μυαλού μας, τον ανήθικο πιθηκόμορφο-πρόγονο μας. Παράδειγμα τέτοιας μεταφυσικής αποτύπωσης είναι το Altered States του Paddy Chayefsky (1978-80). Ο Chayefsky προτείνει πως η συνείδηση είναι πιθανό να εγγράφεται πάνω στο DNA μας έχοντας σαν αποτέλεσμα μεταβολές σε επίπεδο συνείδησης να μεταβάλλουν τον γενετικό μας κώδικα. Έτσι ο ήρωας του έργου μετά από μια σειρά πειραμάτων μετατρέπεται πρώτα σε πίθηκο και στην συνέχεια φτάνει τόσο πίσω μέχρι την αρχή της δημιουργίας του κόσμου.

Altered states

Αλαζονεία και ύβρις

Ένα τελευταίο μοτίβο που συναντάμε συχνά είναι ο προβληματισμός γύρω από την εξέλιξη και τα όρια της τεχνοεπιστήμης. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Solaris του Stanisław Lem (1961), το οποίο θέτει το ερώτημα, μέχρι ποιο σημείο μπορούν οι επιστήμονες να μελετήσουν έναν εντελώς ξένο πλανήτη, κατανοώντας τον ουσιαστικά, όταν η ίδια η ανθρώπινη φύση τους περιορίζει από υπερβατικές σκέψεις οι οποίες απαιτούνται για μια τέτοια κατανόηση. Το ερώτημα μπορεί και τίθεται ακόμη και σε πιο ελαφριές εκδοχές της μαζικής κουλτούρας όπως στη σειρά με αφετηρία το Alien των Dan O’Bannon και Ronald Shusett (1979) μέχρι το σύγχρονο του Prometheus (2012). Σε αυτά τα παραδείγματα η αλαζονεία του ανθρώπου να κατανοήσει κάτι που τον υπερβαίνει τον οδηγεί στην καταστροφή του. Προφανώς σε τέτοιου είδους σενάρια το βάρος δεν τίθεται τόσο στο ερώτημα αυτό καθεαυτό, αλλά ακόμη και έτσι είναι υπαρκτό σαν προβληματισμός.

Επιμένοντας… μεταφυσικά

Όλα αυτά τα αναφέρουμε από την μια για να αποδείξουμε πως σε κανένα σημείο της πρόσφατης ιστορίας η μεταφυσική δεν εξαφανίστηκε. Και όχι απλά δεν εξαφανίστηκε αλλά συνέχισε να υπάρχει συνδυάζοντας παλιότερα μεταφυσικά σχήματα με εντελώς καινούρια ή σε άλλες περιπτώσεις αναδιατυπώνοντας τα παλιότερα σχήματα προσαρμόζοντας τα στις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά μια σαφώς πιο τεχνολογικά αναπτυγμένης κοινωνίας. Η τεχνοεπιστήμη δεν πέτυχε τον στόχο της, η μεταφυσική δεν εξαφανίστηκε αλλά διατηρήθηκε τόσο εντός της επιστημονικής κοινότητας, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Μέχρι τώρα είδαμε μόνο ένα μικρό φάσμα το οποίο συνδέεται κάπως πιο άμεσα με το κοινωνικό και αυτό ήταν η αποτύπωση μεταφυσικών ανησυχιών στο επίπεδο της τέχνης και του θεάματος. Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με το αν αυτή η έκφραση αποτελεί πραγματική αποτύπωση κοινωνικού προβληματισμού ή αν έχειτις ρίζες της κάπου αλλού. Θα αρκεστούμε στο ότι η αποδοχή και η ζήτηση που χαίρει το συγκεκριμένο είδος ακόμα και στις πιο επιφανειακές και τετριμμένες μορφές του, ή καλύτερα κατά κύριο λόγο σε αυτές, αποτυπώνει μεταξύ άλλων και την αδυναμία των ανθρώπων να παρακολουθήσουν την εξέλιξη της τεχνοεπιστήμης, απαλλαγμένη από μεταφυσικές φαντασιώσεις.

Τα άστρα κάτω στη συσκευή

Η Τεχνολογία κάνει θαύματα

Μέχρι τώρα, θίξαμε το θέμα της μεταφυσικής και ορίσαμε τι θα εννοούμε όταν αναφερόμαστε σε αυτή. Στη συνέχεια επιχειρήσαμε μέσα από μια ιστορική αναδρομή να δείξουμε πως η τεχνοεπιστήμη δεν ήταν ποτέ τόσο ασυμβίβαστη με τη μεταφυσική όσο ήθελε να διακηρύττει. Στην ουσία, και προκειμένου να γίνουν δεκτές οι τεχνολογικές εφαρμογές από το ευρύ κοινό, είχε προηγηθεί από τους υποστηρικτές της η υιοθέτηση και ο δανεισμός μεταφυσικών στοιχείων από τη θρησκεία. Στη συνέχεια αναδείξαμε το πώς αυτό που ονομάζεται «επιστημονική φαντασία», από το ξεκίνημά της κιόλας, είναι στην ουσία οράματα για μελλοντικές τεχνολογικές εφαρμογές και δεν έχει σχέση με την ιστορία και την εξέλιξη των επιστημονικών θεωριών. Στην ουσία οι επιστήμες ακολουθούσαν, δίνοντας μια πιο έγκυρη και αντικειμενική διάσταση στις επιλογές αυτών των εφαρμογών. Και στον τομέα της «τεχνολογικής φαντασίας όμως, τα μεταφυσικά μοτίβα είναι κυρίαρχα.

Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε πως εκδηλώνεται η μεταφυσική στον πρωτοκοσμικό καπιταλισμό μέσα από την αντιμετώπιση διαφόρων τεχνολογικών εφαρμογών. Κομβικό σαν αφετηρία θεωρούμε το φετιχισμό του εμπορεύματος, ο οποίος όμως με την εξέλιξη της τεχνολογίας και την απόκρυψη της λειτουργίας της από τους ίδιους της τους χρήστες πήρε άλλες διαστάσεις. Τα παραδείγματα όμως που θα φέρουμε θα είναι από τον ύστερο καπιταλισμό. Αυτό, όχι γιατί πιο πριν δεν υπήρχαν τεχνολογικές εφαρμογές, ούτε γιατί ήταν ανύπαρκτο, τόσο προκαπιταλιστικά όσο και την πρώτη καπιταλιστική περίοδο, ένα είδος μεταφυσικής σε αυτές. Μπορεί για παράδειγμα πολλοί να τρόμαζαν στην ιδέα των πρώτων ατμομηχανών, βλέποντάς τις σαν σιδερένια θηρία, εκείνοι όμως που τις «τάιζαν» με κάρβουνο, ήξεραν πως αν σταματούσαν αυτοί θα σταματούσαν και οι μηχανές. Οι εργάτες στο εργοστάσιο έβλεπαν τα γρανάζια των μηχανών και καταλάβαιναν αρκετά καλά και πως δούλευαν και πως μπορούσαν να σαμποταριστούν. Σίγουρα ήταν περισσότεροι αυτοί καταλάβαιναν καλύτερα σε σχέση με τις μέρες μας που η λειτουργία, οι δυνατότητες και η χρησιμότητα τις μηχανής έχουν επενδυθεί με ένα πέπλο μυστικισμού.

Φετιχισμός

Το φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο ο άνθρωπος αποξενώνεται από τα δικά του δημιουργήματα και τα αντιμετωπίζει σαν αυθύπαρκτες οντότητες που τον υπερβαίνουν, τον καθορίζουν και δυναστεύουν τη ζωή του έχει παρατηρηθεί, απασχολήσει και αναλυθεί από παλιά. Αυτή η αντιστροφή, η πεποίθηση δηλαδή του δημιουργού ότι τα δημιουργήματά του έχουν αυθύπαρκτες, μαγικές ιδιότητες υποκειμένου, έχει σαν αποτέλεσμα την αυτοϋποτίμηση του ίδιου του υποκειμένου σε αντικείμενο του οποίου η ύπαρξη εξαρτάται και οφείλεται στα δημιουργήματά του. Το φαινόμενο αυτό πρωτοαναλύθηκε στη θρησκεία όπου ο άνθρωπος ενώ ο ίδιος κατασκεύασε τους θεούς του, τελικά τους έχρισε κατασκευαστές του και αφέντες της ζωής του.

Το φαινόμενο αυτό όμως, του φετιχισμού, δεν υπάρχει μόνο στη θρησκεία όπου αρχικά έγινε αντικείμενο παρατήρησης. Ούτε και αυτό όμως είναι καινούργια ανακάλυψη, ούτε αποτελεί κάποια δική μας σοφία. Από εκεί, όπως πάνω από ενάμιση αιώνα έχει γραφτεί, αυτή η συμπεριφορά μεταφέρθηκε στον καπιταλισμό και σε αυτό που ονομάστηκε φετιχισμός του εμπορεύματος. Κατά την παραγωγική διαδικασία, οι παραγωγοί αποξενώθηκαν από το προϊόν της εργασίας τους τόσο πολύ που δεν αντιλαμβάνονταν το αποτέλεσμα της δουλειάς τους σαν δικό τους. Αυτό είχε σαν συνέπεια οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των παραγωγών να γίνονται αντιληπτές σαν σχέσεις μεταξύ των αντικειμένων. Αυτήν την αντιστροφή όπου τα συγκεκριμένα προϊόντα της ανθρώπινης εργασίας, αλλά και τα αφηρημένα (χρήμα) μετατρέπονται σε ρυθμιστές όλων των πτυχών του ανθρώπινου σχετίζεσθαι και πράττειν, η εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων.

Τεχνολογία και φετιχισμός

Επικεντρώνοντας όμως στο θέμα της τεχνολογίας, θα δούμε πως και εκεί παρουσιάζονται τα φαινόμενα της αλλοτρίωσης και του φετιχισμού. Ενώ λοιπόν οι σύγχρονες τεχνολογίες κάθε φορά εισάγονται στην παραγωγή με στόχο να ελέγξουν την εργασία του εργάτη, να υπεξαιρέσουν και να ενσωματώσουν κάποια στοιχεία και γνώσης της εργασίας του και να τις ενσωματώσουν στη μηχανή, αυξάνοντας έτσι την κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην εργασία, οι ίδιοι οι εργάτες συχνά δεν το αντιλαμβάνονται αυτό. Επίσης, αντιλαμβάνονται τα νέα τεχνολογικά προϊόντα (τόσο σαν εργάτες, όσο και σαν καταναλωτές) είτε σαν το απόλυτο κακό που θα τους καταστρέψει, είτε σαν το απόλυτο καλό που θα τους απαλλάξει από κάθε πόνο, ακόμα και από την ίδια την εργασία. Σαν κάτι το ουδέτερο που η χρήση του εξαρτάται προπάντων από την ηθική όσων το κατέχουν και όχι από την συγκεκριμένη, ιστορικά και κοινωνικά δοσμένη, κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην εργασία και τη ζωή μας.

Η τεχνολογία υποτίθεται ότι είναι πρακτική εφαρμογή της επιστήμης, η οποία σαν εκφραστής του ορθού λόγου θα εξαφάνιζε το σκοταδισμό της θρησκευτικής μεταφυσικής. Όπως έχουμε δείξει και παλαιότερα (βλέπε εκδήλωση «η φυσική ως ιδεολογία», 29 Γενάρη 2014 στο Φυσικό), κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Η επιστήμη ενώ χρησιμοποιήθηκε από την αστική τάξη για την εκθρόνιση της φεουδαρχίας και της θρησκείας που τη στήριζε, όταν ανέβηκε στη θέση της μετατράπηκε η ίδια σε θρησκεία και ιδεολογία (ψευδή συνείδηση) της αστικής τάξης. Η τεχνολογία από την άλλη, υποταγμένη στις επιταγές του θετικισμού και της καπιταλιστικής λογικής της «απόδοσης» και της «αποτελεσματικότητας», δε θα μπορούσε παρά να αντανακλά αυτή την ιδεολογία.

Όπως στην επιστήμη (πχ έρευνα για το σωματίδιο Higgs, ονομαζόμενο και «σωματίδιο του θεού») έτσι και στην τεχνολογία, η υλιστική προσπάθεια ξεπεράσματος της θρησκευτικής – πνευματικής μεταφυσικής, οδήγησε σε μια νέα μεταφυσική, υλιστική αυτή τη φορά, που προσπαθούσε να αντικαταστήσει τη θρησκευτική εξήγηση για την ύπαρξη και την τάξη του κόσμου. Αρκετές σύγχρονες τάσεις της τεχνολογίας κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση. Το singularity αποτελεί προσπάθεια να κατασκευαστεί το ανάλογο αυτού που ονομάζεται «συνείδηση» ή «ψυχή» σαν να είναι ένα πλήθος – άθροισμα πληροφοριών που θα αποθηκεύεται σε ένα διαδικτυακό περιβάλλον «μέσα» στο οποίο θα συνεχίζεται η μετά θάνατον ζωή με μορφή bytes. Το human plus, πρόκειται για προσπάθεια υποκατάστασης – επιτάχυνσης της διαδικασίας της «φυσικής επιλογής» με την εισαγωγή στον ανθρώπινο οργανισμό μηχανικών εμφυτευμάτων – πρόσθετων που θα οδηγήσουν το είδος σε ένα εξελικτικό άλμα – ξεπέρασμα. Μπορεί αυτά για κάποιους να φαίνονται σενάρια επιστημονικής φαντασίας ή παραληρήματα «τρελών» επιστημόνων, όπως εξάλλου πίστευαν πολλοί για τις διακηρύξεις των πρωτοπόρων τις εποχής τους άσχετα αν τελικά διαψεύστηκαν ή όχι. Δε χρειάζεται όμως να πάμε τόσο μακριά για να αποδείξουμε τη σύνδεση της μεταφυσικής με την τεχνολογία. Ας σταθούμε σε παραδείγματα τεχνολογικών εφαρμογών που ήδη χρησιμοποιούμε καθημερινά και ας προσέξουμε τον τρόπο με τον οποίο είναι μεταφυσικά επενδυμένα από τους χρήστες τους.

Θεωρούμε λοιπόν πως οι τεχνολογικές καινοτομίες που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας είναι επενδυμένες με μεταφυσική την οποία και αναπαράγουν. Εμπνέουν λοιπόν φόβο και δέος σε πολλούς, ιδίως στην αρχή της εμφάνισής τους, σαν το σημάδι του κακού, το προπατορικό αμάρτημα, το κουτί της Πανδώρας, το σημείο μηδέν πέρα από το οποίο δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή. Αυτή η αντίληψη συνυπάρχει με μια αίσθηση παντοδυναμίας της τεχνοεπιστήμης «που στις μέρες μας κάνει θαύματα» η οποία θα μας απαλλάξει από τις περισσότερες δυστυχίες των καιρών μας, από τις διάφορες επιδημίες και τις φυσικές καταστροφές, μέχρι και τα προβλήματα που η ίδια η συγκεκριμένη κοινωνική οργάνωση και ο ίδιος ο τεχνοπολιτισμός δημιούργησαν.

Το άβατο

Επειδή όπως είπαμε η εισαγωγή των μηχανών στον καπιταλισμό συνιστούν ένα είδος κλοπής, υπεξαίρεσης, δεν πρέπει τα υποκείμενα από τα οποία στερείται κάτι να αντιληφθούν αυτό που τους κλάπηκε. Συνεπώς οι μηχανές, τόσο στην παραγωγή όσο όμως και στην κατανάλωση, όσο ενσωματώνουν κάποιες γνώσεις οι οποίες αφαιρούνται από τους εργάτες, τόσο πρέπει αυτές οι γνώσεις να τοποθετούνται έτσι ώστε ο προλετάριος – χρήστης να μην μπορεί να τις ανακτήσει και να τις ελέγξει. Γι αυτό πολλές από τις συσκευές είναι πολύ πολύπλοκες και ερμητικά κλειστές σαν ιερό – άβατο όπου απαγορεύεται η είσοδος σε μη μυημένους, αλλιώς η τιμωρία θα είναι βαριά. Αυτή η πολυπλοκότητα η οποία εξασφαλίζει την αδυναμία ελέγχου πάνω όχι μόνο στην εργασία αλλά και τη διασκέδαση, την κοινωνικοποίηση, αλλά και τη ζωή γενικότερα, επισφραγίζεται επιπλέον με την αποξένωση και την απόκρυψη της λειτουργίας από το χρήστη. Πρέπει λοιπόν για παράδειγμα να απωθούνται, ακόμα και αν δεν ήταν ποτέ η πλειοψηφία, όσοι από περιέργεια άνοιγαν και «έλυναν» τις διάφορες συσκευές (π.χ. παπιά, αυτοκίνητα, ηλεκτρονικές συσκευές) και με τον τρόπο αυτό αποκτούσαν μια νέα, εμπειρική γνώση πειραματιζόμενοι. Το εσωτερικό μιας συσκευής πρέπει να είναι απομονωμένο, να κρατάει ερμητικά κλειστό το μυστικό της λειτουργίας της συσκευής, με προειδοποιήσεις για όποιον πρόκειται να προβεί στην ιεροσυλία να το ανοίξει και να «εισέλθει» στο εσωτερικό του, κάτι που μόνο ο ειδικός σαν άλλος μάγος – ιερέας μπορεί να κάνει.

Βέβαια η εξέλιξη της τεχνολογίας, οι λυχνίες και τα μικροτσίπ των ηλεκτρονικών συσκευών, απέχουν πλέον από τις πρώτες ηλεκτρικές συσκευές, κάνοντας πιο δύσκολο για κάποιον μη σχετικό να καταλάβει εμπειρικά τον τρόπο λειτουργίας τους. Ίσως αυτή η απόκρυψη του ακατανόητου εσωτερικού των συσκευών αυτών να οφείλεται και στο φόβο και το δέος που αισθάνονται οι χρήστες απέναντι στην πολυπλοκότητα τους κάνοντάς τις απρόσιτες. Σίγουρα πάντως δε βοήθησαν στην εξήγηση της λειτουργίας τους, ούτε απέτρεψαν τις μεταφυσικές αποδόσεις. Ένα παράδειγμα είναι η εξέλιξη των μέσων χειρισμού του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Παλαιότερα ο χειρισμός του γινόταν μέσω πληκτρολόγησης εντολών. Αυτό μπορεί να έκανε πιο δύσκολη την εξάπλωση της χρήσης του στο ευρύ κοινό. Η αντικατάσταση όμως των εντολών με τη χρήση της οθόνης και του ποντικιού, μαζί με την ευκολία στη χρήση έκρυψε βασικά στοιχεία της λειτουργίας του υπολογιστή, φέρνοντας παράλληλα και μια αίσθηση παντοδυναμίας του τελευταίου.

Αυτή η άγνοια του τρόπου λειτουργίας μιας τεχνολογικής εφαρμογής γίνεται εύκολα κατανοητή αν συνυπολογίσουμε και την εξειδίκευση και τον καταμερισμό της εργασίας που απαιτείται για την κατασκευή της. Η διαδικασία της παραγωγής ενός τεχνοπροϊόντος είναι κατακερματισμένη. Απαιτούνται πολλά στάδια και διαφορετικές εργασίες που πραγματοποιούνται από διαφορετικούς εργάτες σε διαφορετικά γεωγραφικά μήκη και πλάτη. Σαν αποτέλεσμα, ο κάθε μεμονωμένος παραγωγός να μην μπορεί να αναπαράγει συνολικά το προϊόν στην παραγωγή του οποίου εργάστηκε. Αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο, εξηγεί όμως μια υπαρκτή μεταφυσική αντίληψη και για τις νέες τεχνολογίες. Στη διαδικασία της παραγωγής ενός ψηφιακού προγράμματος για παράδειγμα, ο καταμερισμός της εργασίας είναι τόσο μεγάλος και τα στάδια της επεξεργασίας τόσα πολλά, ώστε σε κάθε στάδιο της παραγωγής η κάθε ομάδα προγραμματιστών προσθέτει στο υλικό που φτάνει στα χέρια της και που αγνοεί πως κατασκευάστηκε, ένα καινούργιο κομμάτι. Με τον τρόπο αυτό η κάθε ομάδα γνωρίζει τον τρόπο να συνδέσει το δικό της παραγόμενο τμήμα με τα υπόλοιπα, κανένας όμως δεν έχει την πλήρη γνώση της κατασκευής. Έτσι λοιπόν, σαν συνέπεια της αλλοτρίωσης από την εργασία τους, οι διαχωρισμένοι παραγωγοί ενός προϊόντος, συναντιούνται μόνο ως χρήστες, ως καταναλωτές που μεταλαμβάνουν την ουσία του ιερού αντικειμένου. Ας περάσουμε όμως σε μια πιο προσεκτική παρατήρηση των κοινών τρόπων πρόσληψης της τεχνολογίας που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μεταφυσικές.

Φόβος και δέος… ξανά

Κάθε τι το θεωρούμενο «ιερό» έχει μια διπλή, φαινομενικά αντικρουόμενη, πριν όμως αλληλοσυμπληρούμενη ιδιότητα. Κάτι το πολύ ευεργετικό, το θαυματουργό, το «καλό» και συνάμα κάτι το εξαιρετικά τρομερό, το φοβερό, το επικίνδυνο, το απαγορευμένο. Κάτι το οποίο δεν μπορείς να αντικρίσεις ή να έρθεις σε επαφή μαζί του εάν δεν πάρεις τις απαραίτητες προφυλάξεις. Βέβαια κάποια στιγμή αυτό το ένα αντικείμενο με τη διπλή υπόσταση διαχωρίστηκε, στη Δύση τουλάχιστον, σε ένα καλό και ένα κακό. Και πάλι όμως τι είναι ο «θεός» χωρίς το «διάβολο» ή ο «παράδεισος» χωρίς την «κόλαση» και αντίστροφα; Απέναντι λοιπόν σε αυτή τη διπλή υπόσταση του αντικειμένου, είναι «λογικό(;)» να παρατηρείται ένα ανάμεικτο συναίσθημα δέους και φόβου.

Από εδώ φαίνεται να πηγάζει το δέος απέναντι στην «τεχνολογία που κάνει θαύματα» και ο φόβος στην απεριόριστη δύναμή της που μπορεί να μας καταστρέψει. Το αυτοκίνητο και η μηχανή ή το αεροπλάνο πέρα από άνεση, ασφάλεια και δύναμη, εμπνέουν και φόβο. Η ακτινοβολία μπορεί να μας φαίνεται ωφέλιμη (π.χ. κινητό, φούρνος μικροκυμάτων) αλλά και μας τρομάζει με την επικινδυνότητά της. Τέλος, τη δεκαετία του 50 η ατομική ενέργεια έγινε δεκτή με ενθουσιασμό σαν τη «μαγική» ενέργεια – δύναμη που θα έλυνε το ενεργειακό ζήτημα του πλανήτη. Πλέον, όχι μόνο λόγω της πολεμικής χρήσης της αλλά και εξαιτίας των ατυχημάτων στους πυρηνικούς αντιδραστήρες, ξυπνάει τους χειρότερους εφιάλτες μιας ολοκληρωτικής καταστροφής της ανθρωπότητας.

Οι άνθρωποι θεωρούν λοιπόν ότι τα θεμέλια του πολιτισμού τους βασίζονται στην τεχνοεπιστήμη, με έναν τρόπο που όμως οι ίδιοι τον αγνοούν και πρέπει να τον επικαλεστούν και να τον εξευμενίσουν. Μόνο μέσα από τελετουργίες μπορούν να προφυλαχθούν από την επικίνδυνη επαφή με το ιερό αντικείμενο – ταμπού.

Φετίχ – Μύηση

Το «ιερό» όμως αντικείμενο έχει μια ακόμα διπλή υπόσταση. Από τη μια έχει μια πραγματική χρηστική διάσταση (ένα κομμάτι ξύλο, ένα πρόσωπο, μια ζωγραφιά), από την άλλη μια μαγική. Στη μαγική σκέψη το αντικείμενο αυτό έχει μια παντοδυναμία. Έτσι και σήμερα τα σύγχρονα τεχνολογικά αντικείμενα έχουν μια χρηστική και μια μαγική διάσταση. Ένα αυτοκίνητο είναι ένα μεταφορικό μέσο, ένα κινητό είναι ένα μέσο επικοινωνίας, μια τεχνική λιποαναρρόφησης ή ένα φαρμακευτικό σκεύασμα έχουν μια αξία χρήσης, μια επέμβαση στον ανθρώπινο οργανισμό με σκοπό τη βελτίωσή του.

Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι. Πέρα από ένα μεταφορικό μέσο, το αυτοκίνητο είναι μια συλλογική φαντασίωση. Είναι ένα αντικείμενο που προκαλεί θαυμασμό και δέος. Αποτελεί γενικευμένο σημαίνον της υποτιθέμενης προόδου του δυτικού πολιτισμού. Είναι γυαλιστερό, δυναμικό, γρήγορο. Άσχετα που στην πόλη δε θα χρησιμοποιήσεις συνήθως πάνω από την τέταρτη ταχύτητα αν έχει κίνηση (δηλαδή τέτοια κίνηση που δεν κινείται κανείς), πιο γρήγορα πας με τα πόδια ή αν κάνεις ένα τέταρτο να βρεις να παρκάρεις. Ακόμα, το αυτοκίνητο μπορεί να έχει ανέσεις, ηλεκτρικά παράθυρα να μην πιάνεται το χέρι σου, δερμάτινα ανατομικά καθίσματα για να μην πιάνεται ο κώλος σου όσο ψάχνεις να παρκάρεις, γυαλιστερό καντράν. Το αυτοκίνητο λοιπόν πολύ περισσότερο από ένα μέσο μετακίνησης πουλάει ένα στυλ μετακίνησης και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που η μετακίνηση περνάει σε δεύτερη αξία δίνοντας ολοκληρωτικά τα ινία στο στυλ. Γιατί αυτή την κοινωνική ανάγκη για στυλ έρχεται να εκπληρώσει η συνεχής κατασκευή νέων μοντέλων που έρχονται να αντικαταστήσουν τα παλιά. Διαφορετικά, αν η ανάγκη της μετακίνησης ήταν πρωταρχική, οι αυτοκινητοβιομηχανίες θα είχαν πέσει έξω. Ο Roland Barthes όχι τυχαία είχε γράψει «νομίζω ότι το αυτοκίνητο είναι σήμερα το αρκούντως ακριβές ισοδύναμο των μεγάλων γοτθικών καθεδρικών ναών: δηλαδή ένα μεγάλο δημιούργημα εποχής που με πάθος συνέλαβαν άγνωστοι καλλιτέχνες και το οποίο καταναλώνεται στην εικόνα του, αν όχι στη χρήση του, από έναν ολόκληρο λαό που σε αυτό ιδιοποιείται ένα τελείως μαγικό αντικείμενο» [ref]

Roland Barthes, Mythologies. Paris, Seuil, 1957.

[/ref].

Το κινητό πάλι δεν είναι απλά ένα μέσο να επικοινωνείς. Έχει έγχρωμη οθόνη, παιχνίδια και εφαρμογές, σύνδεση στο internet, κάμερα υψηλής ανάλυσης, οθόνη αφής, είναι μοντέρνο και γυαλιστερό, είναι ένας mini κινητός υπολογιστής τσέπης. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που είναι περισσότερο κινητό παρά τηλέφωνο. Δημιουργεί την ψευδαίσθηση της ασφάλειας. Ότι και να σου τύχει μπορείς να ενημερώσεις κάποιον και ας είναι χιλιόμετρα μακριά. Αν για παράδειγμα τρακάρεις μπορεί να πάρεις τηλέφωνο, άσχετα αν τράκαρες επειδή μιλούσες στο κινητό. Όταν περπατάς αργά στην ερημιά το κραδαίνεις γερά στη χούφτα σου ή ακόμα προσποιείσαι ότι μιλάς. Αποτελεί ένα σύγχρονο φυλαχτό σε τέτοιο σημείο που στο θυμίζει η μάνα σου: «το κινητό σου μην ξεχάσεις». Για να μη σχολιάσουμε το γεγονός πως εξαιτίας αυτής της συσκευής «επικοινωνίας» δεν επικοινωνείς με τους άμεσα διπλανούς σου στο λεωφορείο. Παράλληλα, γλιτώνεις από ένα βασικό μαρτύριο της εποχής μας. Δεν είσαι μόνος. Πάντα μπορείς να τηλεφωνήσεις σε κάποιον ή να μπεις στο facebook και να ησυχάσεις που έχεις τόσους φίλους. Παράλληλα γλιτώνεις από όλα αυτά που θα πάθαινες εάν ήσουν μόνος όπως: να σκεφτείς, να μείνεις με τον εαυτό σου για λίγο σε κατάσταση περισυλλογής, να ονειροπολήσεις, να μιλήσεις σε κάποιον/α άγνωστο/η, να παρατηρήσεις, να εκφραστείς καλλιτεχνικά.

Με την τεχνοϊατρική δε βελτιώνεις το σώμα σου ή την υγεία σου γενικά. Στην τεχνολογική του προσέγγιση το σώμα δεν αποτελεί ένα πεδίο έκφρασης των κοινωνικών σχέσεων αλλά ένα πεδίο πειραματισμού και παρέμβασης όπου ο πόνος, ο χρόνος, τα συναισθήματα, αντιμετωπίζονται σαν ανεπιθύμητα στοιχεία που δρουν σε βάρος του επιθυμητού προτύπου. Η τεχνοϊατρική δρα με τη σιγουριά του αντικειμενικού, της απόλυτης γνώσης, μην υπολογίζοντας πως κάθε κοινωνία κατασκευάζει το σώμα και την «υγεία» που της αντιστοιχεί. Όλα τα βάσανα της αισθητικής, της διατροφολογίας, της συνεχούς μέτρησης και των εξετάσεων δικαιολογούνται μπροστά στην συμμόρφωση με το ιδανικό. Σαν νέα κλίνη του Προκρούστη, ότι περισσεύει από το πρότυπο πετιέται. Αυτή η εικόνα σώματος λοιπόν είναι που καταναλώνεται και θαυμάζεται και όποιος δεν τη θαυμάζει και δεν τη διεκδικεί είναι «άπιστος», «ξένος», «περίεργος».

Μέσω λοιπόν των τεχνολογιών γίνεται πράγματι κάτι μαγικό. Μπορεί κάποιος να ενταχθεί συμβολικά σε ένα ανώτερο κοινωνικά στάτους ή όπως λέει και ένα σύνθημα από μηδενικό να γίνει νούμερο.

Τελετουργικά

Οι τελετές μύησης από μια κατάσταση σε μια άλλη, για παράδειγμα από την εφηβεία στην ενήλικη ζωή ή από την αμαρτία στην κάθαρση ήταν ένα είδος τελετουργικών. Όπως είπαμε, ένα τέτοιο πέρασμα – διαδικασία μύησης, μια μετάβαση σε ένα ανώτερο status, συμβαίνει στο μυαλό πολλών χρηστών των νέων τεχνολογιών όταν αποκτούν τα τελευταία gadget. Τα τελετουργικά έχουν μια λειτουργία ελέγχου της επαφής με την επικίνδυνη αυτή ιερή δύναμη. Είναι ένας τρόπος δοκιμής και πρόκλησής της, ένας εξευμενισμός της με μια τελετουργική θυσία που θα θέσει τα όρια της πιθανής συμφοράς από την επαφή με τη δύναμη αυτή και θα αποτρέψει κάποια μεγαλύτερη. Ακόμα έχουν ένα ρόλο μείωσης του άγχους απέναντι στις ανεξέλεγκτες δυνάμεις, οι οποίες την περίοδο του τελετουργικού δαμάζονται.

Σαν τέτοια σύγχρονα τελετουργικά μπορούν να χαρακτηριστούν οι διάφορες εκθέσεις νέων εφαρμογών (αυτοκινήτων, video game, ηλεκτρονικών συσκευών) ή οι αγώνες ταχύτητας, όπου δοκιμάζονται τα όρια των νέων μοντέλων και όπου ακόμα και τα ατυχήματα έχουν το ρόλο που είχε κάποτε η θυσία. Εκεί οι θεατές μετέχουν σε μια μυστηριακή μέθεξη με κάποια ασφάλεια απέναντι στη μαγική αυτή δύναμης. Άλλο ένα τελετουργικό τέτοιο θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την κατανάλωση όπου μπορεί ο καταναλωτής να έρθει σε επαφή με τη δαμασμένη μορφή του ηλεκτρισμού ή της ακτινοβολίας (πχ με την αγορά ενός φούρνου μικροκυμάτων) και όχι με την ανεξέλεγκτη και αδάμαστη ουσία της.

Χρόνος – χώρος

Το μαγικό – θρησκευτικό αντικείμενο είναι εκτός του βιωμένου τόπου και χρόνου. Μάλιστα, αυτή η χρονικότητα ενώ στην ουσία αποτελεί μυθικό συμβολισμό, αντανάκλαση και αναπαράσταση της χρονικότητας που ορίζει η κάθε μορφή κοινωνίας για τον εαυτό της, στην ουσία παρουσιάζεται σαν η χρονικότητα να επιβάλλεται από το ιερό αντικείμενο. Έτσι λοιπόν, από τον κυκλικό χρόνο των αρχαίων ετών που εξυμνούσαν τη μητρότητα, την αδιάκοπη εναλλαγή των εποχών, τη γέννηση και το θάνατο της φύσης, τη λατρεία των θεοτήτων της γονιμότητας και της γεωργίας που πεθαίνουν και ανασταίνονται, περάσαμε στις χριστιανικές κοινωνίες του γραμμικού χρόνου. Παίρνοντας το θάνατο και την ανάσταση από τις προηγούμενες, δεν ένωσαν κυκλικά αρχή και τέλος σε ένα σημείο. Αντίθετα αντικατόπτριζαν μια γραμμική οργάνωση του χρόνου. Από τη γέννηση του κόσμου προχωράμε προς την ημέρα τις κρίσης που θα έρθει κάποτε, από το α στο ω, από ένα σημείο προς ένα άλλο. Στις ημέρες μας αν και οι νέες τεχνολογίες εξακολουθούν (πως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς άλλωστε, να αποτελούνται από υλικά στοιχεία, ευαγγελίζονται μια υπέρβαση της ύλης, του χρόνου και του χώρου. Είναι εκτός χρόνου, εκτός ιστορίας. Αυτό που προαναγγέλλουν είναι η νίκη της φθοράς, η στιγμή, το αιώνιο τώρα. Τα σημεία δεν ενώνονται πλέον ούτε κυκλικά, ούτε προς μια προοπτική. Κάθε σημείο είναι αυτοτελές. Στέκεται μόνο του χωρίς να συνδέεται απαραίτητα με ένα προηγούμενο ή ένα επόμενο.

Αν, για παράδειγμα, αναλογιστεί κανείς τις επεμβάσεις στο ανθρώπινο σώμα μέσω της αισθητικής χειρουργικής, θα διακρίνει τις φαντασιώσεις της αιώνιας νεότητας, το σύγχρονο ελιξίριο της αιώνιας ζωής που για να το αποκτήσει κάποιος πρέπει να περάσει από πολλές επίπονες δοκιμασίες. Πρόκειται για μια ακόμα τελετή μύησης. Μόνο που στην περίπτωση αυτή η μύηση, το πέρασμα δηλαδή, δεν γίνεται από την εφηβική, στην ενήλικη ζωή. Το πέρασμα αφορά όλες τις ηλικίες και είναι από το παλιό θνητό σώμα προς το ιδανικό πρότυπο, σε μια κατάσταση «αιώνιας» δύναμης και ομορφιάς. Μια μετάβαση που δεν κρατά όμως μια στιγμή αλλά πρέπει να γίνεται διαρκώς με τη βοήθεια γυμναστηρίων, χημικών σκευασμάτων, επεμβάσεων. Για πάντα νέος – έφηβος.

Τόσο το αυτοκίνητο όσο και το κινητό μέσω της στιλπνής εμφάνισης και του σχήματός τους μοιάζουν να αιωρούνται, να διασχίζουν το χρόνο και το χώρο. Το αυτοκίνητο υπόσχεται ότι μπορείς να πας παντού, ακόμα και αν είσαι καθηλωμένος στην κίνηση, μοιάζει να αιωρείται. Με το κινητό μπορείς να επικοινωνήσεις με όποιον θέλεις (ακόμα και αν στην ουσία δεν λες τίποτα), αρκεί να μη μιλήσεις με το διπλανό σου. Πάντα κάποιος είναι παρόν. Το διαδίκτυο όμως αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μέσω της συνεχούς αναζήτησης της πληροφορίας, η οποία στην ψηφιακή κατάσταση έχει αναχθεί σε ύψιστο αγαθό, ο χρήστης βιώνει το διαρκές παρόν. Κάθε πληροφορία ζει μια στιγμή, ίσα για να τη διαδεχτεί η επόμενη. Μάλιστα δε χρειάζεται να έχει σχέση με την επόμενη ή την προηγούμενη. Μπορεί ακόμα και να αλληλοαναιρούνται. Η εναλλαγή των πληροφοριών στα δελτία ειδήσεων, ή στις διάφορες ιστοσελίδες, ο βομβαρδισμός από πληροφορίες – σημεία που δε σχετίζονται μεταξύ τους με τη λογική αιτίου – αποτελέσματος, αποτελούν απόδειξη του παραπάνω.

Τέλος, ο ψηφιακός κόσμος αν και είναι απόλυτα υλικός, αποτελούμενος από πρώτες ύλες, αξιώνει ότι είναι άυλος και ότι αποτελείται όχι από άτομα και μόρια αλλά από byte πληροφορίας. Έτσι, γίνεται αντιληπτός σαν μια πύλη προς ένα κόσμο ξεχωριστό από τον άμεσα αντιληπτό μα και εξίσου αληθινό, με ένα δικό του χώρο με διαφορετικές διαστάσεις και ένα δικό του χρόνο με διαφορετική ροή που όμως είναι πραγματικοί. Μια υλική κατασκευή λοιπόν που γίνεται αντιληπτή σαν ένας άυλος κόσμος. Μια εικονική πραγματικότητα. Σε μια κοινωνία που κυριαρχεί η εικόνα, όπου όλα (σχέσεις, συναισθήματα, επικοινωνία) γίνονται με εικόνες, μεσολαβούνται από αυτές, η διάκριση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την απομίμηση χάνει έδαφος. Κάθε εικόνα εναλλάσσεται με μια άλλη ίσης αξίας, το αιώνιο τώρα, το αιώνιο εδώ όπου όσο και αν αλλάζουν οι εικόνες μένει ίδιο. Και όσο πιο μουντή είναι η καθημερινότητα, τόσο πιο φανταχτερή γίνεται η εικονικότητα, ένας παράδεισος όπου όλα είναι εφικτά, χωρίς τους κινδύνους της καθημερινότητας.

Από το New Age στο New Edge

Δεν είναι τέλος τυχαίο που στη δεκαετία του 60 διάφοροι γκουρού του New Age είδαν στην ενασχόληση με τις ανατολικές εσωτερικές φιλοσοφίες και στη χρήση παραισθησιογόνων, την αμφισβήτηση της υπάρχουσας κοινωνικής πραγματικότητας. Μιας αμφισβήτησης όμως ατομικής και άνευρης. Αρκετοί θεωρούσαν ότι με τη λήψη χημικών ουσιών μπορούσαν να προγραμματίσουν τη συμπεριφορά τους. Όταν λίγα χρόνια αργότερα άρχισαν οι πρώτες εφαρμογές του ψηφιακού κόσμου, είδαν εκεί την πραγμάτωση του οράματός τους, του «χασίματος» σε έναν άλλο κόσμο και έγιναν ένθερμοι υποστηρικτές της εικονικής πραγματικότητας και του διαδικτύου. Άρχισαν να οραματίζονται τον προγραμματισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς, πλέον μέσω της αλλαγής ψηφιακών προγραμμάτων. Ονόμασαν αυτό το νέο «κύμα» διεύρυνσης μιας νέας (σύμφωνα με αυτούς) συνειδητότητας και επαφής με τον κόσμο, New Edge. Ο Timothy Leary για παράδειγμα, ψυχολόγος, ένθερμος υποστηρικτής της χρήσης LSD και θεωρητικός – γκουρού του New Age, θεωρούσε πάντα την πραγματικότητα εικονική, και δεν ήταν ο μόνος. Συνεπώς, δεν πρέπει να μας φαίνεται περίεργη αυτή η ένθερμη υποστήριξη των νέων τεχνολογικών μέσων, ούτε που στα τελευταία βιβλία του οραματίζεται την πιθανότητα download του μυαλού μας σε ένα ψηφιακό δίσκο ή την άνοδο της νανοτεχνολογίας. Είναι η φυσική συνέπεια μιας μεταφυσικής αντίληψης.

Επίλογος

Σε αυτή την εισήγηση επιλέξαμε να επικεντρωθούμε σε δύο κυρίως πλευρές αυτής της εξέλιξης που θα ονομάζαμε ως αναβίωση της μεταφυσικής εντός της τεχνολογίας (που όπως είδαμε δεν συνιστά ένα φαινόμενο τόσο καινοφανές), αυτή της μαζικής κουλτούρας και αυτή του τρόπου πρόσληψης των νέων τεχνολογιών από τους χρήστες τους. Πρόκειται για εκείνες τις πλευρές που είναι από τις πλέον εμφανείς σε ένα πιο καθημερινό κι εμπειρικό επίπεδο και με τις οποίες όλοι, είτε έχουν άμεση επαφή με τις εξελίξεις της τεχνολογίας είτε όχι, διαθέτουν έναν βαθμό εξοικείωσης. Κι αυτός ακριβώς πιστεύουμε ότι είναι ένας από τους κεντρικότερους ρόλους τους. Η εξοικείωση τόσο των θεατών όσο και των χρηστών με ένα νέο φαντασιακό, που αυτή τη φορά μπορεί να μην αποδίδεται με τους όρους των υλικών μηχανών του 17ου αιώνα, αλλά πλέον με τους όρους των «άυλων» πληροφοριακών μηχανών του 21ου. Με ό,τι πολιτικές συνέπειες μπορεί ένας τέτοιος φετιχισμός της πληροφορίας να έχει.

Φυσικά, υπάρχουν πολλά ακόμα που θα μπορούσαν να ειπωθούν σε αυτό το σημείο. Άραγε εκείνη η αντίληψη στους κύκλους των επιστημόνων που θεωρεί το DNA ως ένα φορέα πληροφοριών ή ακόμα και τον εγκέφαλο ως μια μηχανή επεξεργασίας τέτοιων πληροφοριών – για κάποιους ακόμα και το σύμπαν ολόκληρο δεν συνίσταται σε τίποτα άλλο πέρα από bit και byte – από πού προέρχεται; Αντίστοιχα στον χώρο της φιλοσοφίας, πόσο «αθώες» μπορούν να θεωρηθούν οι διάφορες θεωρίες της επικοινωνίας που εμφανίστηκαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο; Δεν έχουμε τον χώρο για να επεκταθούμε εδώ. Δεν χρειάζεται όμως να πάει κανείς τόσο μακριά για να δει αντανακλάσεις αυτού του πληροφοριακού φετιχισμού. Η «δημοκρατία του διαδικτύου» αγανακτεί κι εξεγείρεται οποτεδήποτε ένας δικτατορίσκος του τρίτου κόσμου ή ένας «δημοκράτης» ομόλογός του του πρώτου κόσμου κατεβάζει τους διακόπτες των τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή σπέρνει εντός τους μερικά κρυφά διακοπτάκια. Την ίδια στιγμή που σε μερικά (υλικότατα) ορυχεία μερικοί ακόμα εργάτες θάβονται και σε κάποιους (επίσης υλικότατους) βυθούς θαλασσών μερικοί ακόμα μετανάστες πνίγονται. Αρκεί όμως που η είδηση υπάρχει ελεύθερη κάπου στο διαδίκτυο! Εκεί όπου η πληροφοριακή θάλασσα των bit θα τους θάψει και θα τους πνίξει για δεύτερη φορά. Μαζί με τα μυαλά των εργαζομένων στη βιομηχανία της πληροφορικής, καθώς κάνουν το διάλειμμά τους μπροστά από μια οθόνη, επισκεπτόμενοι έναν κάποιο ειδησεογραφικό ιστότοπο.

]]>
Hackers, οι αυτόχθονες του νέου εκπαιδευτικού παραδείγματος https://gameover.zp/2014/05/28/hackers-%ce%bf%ce%b9-%ce%b1%cf%85%cf%84%cf%8c%cf%87%ce%b8%ce%bf%ce%bd%ce%b5%cf%82-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bd%ce%ad%ce%bf%cf%85-%ce%b5%ce%ba%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf/ Wed, 28 May 2014 07:50:02 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1032

hackers.cdr

Η συζήτηση αυτή έχει σαν στόχο, με αφορμή την κοινότητα των χάκερ, να θίξει ορισμένα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την επίσημη εκπαιδευτική διαδικασία από το σχολείο μέχρι το πανεπιστήμιο. Όπως επίσης και να εντοπίσει και να καταδείξει ορισμένα χαρακτηριστικά αυτής της κοινότητας (των χάκερ) που, όντας κυρίως απ’ έξω, μας φαίνονται ενδιαφέροντα από πολλές πλευρές.

Ξεκινώντας θέλουμε να τονίσουμε πως αφού η προσέγγισή μας είναι θεωρητική, δεν είναι στην πρόθεσή μας να δώσουμε εμείς, σαν συνέλευση του game over έναν ορισμό για το τι είναι ο hacker, δεδομένου μάλιστα του ότι υπάρχουν αντίστοιχες κοινότητες γι’ αυτό. Οι κοινότητες hacking και ελεύθερου λογισμικού, είναι πιο αρμόδιες να ορίσουν το τι είναι οι ίδιες, όπως και το κάνουν. Παρόλα αυτά παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα από ορισμούς, που έχουν δώσει κατά καιρούς άτομα που θεωρούν τους εαυτούς τους hacker και αναγνωρίζονται σαν τέτοιοι, αλλά και κομμάτια από ορισμένους θεωρητικούς που μιλάνε για το hacking. Με κάποια από αυτά μπορούμε να πούμε ότι συμφωνούμε και άλλα πως μας φαίνονται ενδιαφέροντα. Τα χρησιμοποιούμε εδώ σαν βάση, θέλοντας να χρησιμεύσουν σαν ένας άξονας που μπορεί να βοηθήσει τη συζήτηση.

Richard Stallman, από τη συνέντευξη στον Θεόδωρο Παπαθεοδώρου.

«Με προσέλαβαν στο MIT σαν χάκερ συστημάτων, που σήμαινε ότι έπρεπε να κάνω το σύστημα καλύτερο. Εκείνη την εποχή χρησιμοποιούσα ένα λειτουργικό σύστημα που λεγόταν ITS (incompatible timesharing system), που είχε αναπτυχθεί από μια ομάδα χάκερ στο εργαστήριο τεχνητής νοημοσύνης…
…το να κάνεις χάκινκ είχε ένα πιο γενικό νόημα και σήμαινε βασικά το να είσαι εφευρετικός και να ξεπερνάς τα όρια του δυνατού. Το χάκινκ δεν περιοριζόταν μόνο στην βελτίωση ενός λειτουργικού συστήματος. Μπορούσες να κάνεις χάκινκ σε οποιοδήποτε μέσο, δε χρειαζόταν απαραίτητα να είναι υπολογιστές. Το χάκινκ σαν μια γενική έννοια είναι μια στάση απέναντι στη ζωή. Τι έχει πλάκα για σένα; Αν το να ανακαλύπτεις παιγνιωδώς έξυπνους τρόπους που θεωρούνταν αδύνατοι παλιά έχει πλάκα, τότε είσαι ένας χάκερ.
Γύρω στο 1981, όταν οι δημοσιογράφοι έμαθαν για τους χακερ, τους παρεξήγησαν εντελώς και νόμιζαν ότι χακινκ σήμαινε να παραβιάζεις την ασφάλεια του συστήματος. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Πρώτα απ’ όλα υπάρχουν πολλοί τρόποι να κάνεις χάκινκ που δεν έχουν καθόλου να κάνουν με την ασφάλεια και δεύτερον, το να παραβιάζεις την ασφάλεια του συστήματος δεν είναι απαραίτητα χάκινκ. Είναι μόνο αν το κάνεις κατά τρόπο παιγνιωδώς ευφυή.»

Eric S.Raymont, How to become a hacker.

«Η νοοτροπία ενός χάκερ δεν είναι περιορισμένη σ’ αυτήν του χάκερ λειτουργικών συστημάτων. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η φύση των χάκερ είναι πραγματικά ανεξάρτητη από το συγκεκριμένο μέσο με το οποίο εργάζονται. Υπάρχουν άνθρωποι που εφαρμόζουν την αντίληψη αυτή και σε άλλα αντικείμενα, όπως είναι τα ηλεκτρονικά ή η μουσική. Στην πραγματικότητα μπορεί να βρει κανείς την κουλτούρα των χάκερ στα υψηλότερα επίπεδα της τέχνης και της επιστήμης. Οι χάκερ λειτουργικών συστημάτων αναγνωρίζουν αυτά τα συγγενή πνεύματα όπου υπάρχουν και ίσως να τους αποκαλούν επίσης χάκερ.
Υπάρχει βέβαια και μια άλλη ομάδα ανθρώπων που αποκαλούν εμφανώς τους εαυτούς τους χάκερ, αλλά δεν είναι. Αυτοί είναι διάφοροι έφηβοι που παραβιάζουν συστήματα ασφαλείας υπολογιστών και τηλεφώνων. Οι πραγματικοί χάκερ αποκαλούν αυτούς τους ανθρώπους κράκερ και δεν θέλουν να έχουν καμία σχέση μ’ αυτούς. Δυστυχώς, πολλοί δημοσιογράφοι και συγγραφείς έχουν ξεγελαστεί και χρησιμοποιούν τον όρο χάκερ για να περιγράψουν τους κράκερ…
…χάκερ είναι εκείνοι που αναγνωρίζει σαν τέτοιους η κουλτούρα των χάκερ.»

Steven Levy, hackers: heroes of the computer revolution

«Χρειαζόμαστε μια πιο ειδική έννοια του χάκερ, για να προσδιορίσουμε εκείνους που δρουν στη μετάβαση από ένα ακαδημαϊκά και θεσμικά δομημένο περιβάλλον νεωτερισμών στην εμφάνιση αυτοοργανωμένων δικτύων τα οποία υπερβαίνουν τον οργανωτικό έλεγχο. Μ’ αυτή την περιορισμένη έννοια η κουλτούρα των χάκερ αναφέρεται, κατά την άποψή μου, σ’ ένα σύνολο αξιών και πεποιθήσεων που αναδείχθηκαν από τα δίκτυα των προγραμματιστών ηλεκτρονικών υπολογιστών οι οποίοι αλληλεπιδρούσαν on-line συνεργαζόμενοι σε αυτό-προσδιοριζόμενα σχέδια δημιουργικού προγραμματισμού…»

Manuel Castells, Ο γαλαξίας του διαδικτύου

«…η εσωτερική χαρά της δημιουργίας θεωρείται συχνά γνώρισμα της κουλτούρας των χάκερ. Αυτή είναι που φέρνει την κουλτούρα των χάκερ πιο κοντά στον κόσμο της τέχνης και στην ψυχολογική ώθηση για δημιουργικότητα. Το να είναι κανείς χάκερ ξεκινά από την ατομική παρόρμηση για δημιουργία, ανεξάρτητα από το οργανωτικό πλαίσιο αυτής της δημιουργίας. Αυτός είναι ο λόγος που υπάρχουν χάκερ σε ακαδημίες, λύκεια, εταιρείες και στα περιθώρια της κοινωνίας. Για την πνευματική ύπαρξή τους δεν εξαρτώνται από οργανισμούς αλλά από την αυτοπροσδιοριζόμενη κοινότητά τους, που οικοδομείται γύρω από δίκτυα ηλεκτρονικών υπολογιστών….
Οι περισσότεροι χάκερ γνωρίζονται μεταξύ τους από τα ονόματα που χρησιμοποιούν στο διαδίκτυο. Η ανεπισημότητα και η εικονικότητα είναι βασικά γνωρίσματα της κουλτούρας των χάκερ, γνωρίσματα που διαφοροποιούν έντονα αυτή την κουλτούρα από την ακαδημαική κουλτούρα και από άλλες εκφράσεις της αξιοκρατικής κουλτούρας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι ερευνητές του ARPA έκαναν χάκινγκ, με την έννοια του δημιουργικού προγραμματισμού ανοιχτού πηγαίου κώδικά και ήταν δημιουργοί του Διαδικτύου, αλλά δεν ήταν χάκερ με την πολιτισμική έννοια.»

Mckenzie Wark, Ένα μανιφέστο των χάκερ

«Είναι προς το συμφέρον των χάκερ να είναι ελεύθεροι να χακεύουν για την χαρά του χακέματος. Το ελεύθερο και δίχως όρια χάκεμα του καινούργιου δεν παράγει απλώς «το» μέλλον, αλλά μιαν άπειρη σειρά από δυνατά μέλλοντα, το μέλλον το ίδιο ως δυνητικότητα. Κάθε χάκεμα είναι μια έκφραση της ανεξάντλητης πολλαπλότητας του μέλλοντος, της δυνητικότητας. Ωστόσο, κάθε χάκεμα, αν πρόκειται να πραγματωθεί ως μορφή ιδιοκτησίας και να του αποδοθεί μια αξία, πρέπει να λάβει τη μορφή όχι μιας έκφρασης της πολλαπλότητας, αλλά της αναπαράστασης κάποιου πράγματος το οποίο μπορεί να επαναληφθεί και να αναπαραχθεί. Η ιδιοκτησία συγκρατεί μόνο μια διάσταση του χακέματος, την αναπαράσταση και την αντικειμενοποίησή του ως ιδιοκτησίας. Δεν μπορεί να συλλάβει την άπειρη και δίχως όρια δυνητικότητα από την οποία αυτό αντλεί την δυνατότητά του…
Όταν αιχμαλωτιστεί και αναπαρασταθεί ως ιδιοκτησία, το χάκεμα γίνεται ισοδύναμο κάθε άλλης μορφής ιδιοκτησίας, γίνεται μια εμπορευματοποιημένη αξία…»

Βλέπουμε λοιπόν ότι χάκερ δε σημαίνει αυτό που υπάρχει σαν προκατάληψη από τα media. Ότι δεν είναι απαραίτητα όποιος κάνει defacement[ref]

Defacement: το να μπαίνει κανείς σε μια ιστοσελίδα και να της αλλάζει την οπτική της εμφάνιση ή να πετάει μέσα ένα μήνυμα που το βλέπει όποιος την επισκέπτεται ή ακόμα και μια άλλη ιστοσελίδα, προφανώς χωρίς τη συναίνεση του διαχειριστή της σελίδας.

[/ref], ή όποιος παραβιάζει τα συστήματα ασφαλείας κάποιας τράπεζας και σίγουρα όχι όποιος μπορεί να πυροδοτήσει πυρηνικές κεφαλές μέσω τηλεφώνου.

Αντίθετα το να έχει κανείς πάθος με κάτι, να το ψάχνει και να το εξελίσσει πειραματιζόμενος δημιουργικά πάνω σ’ αυτό ή ακόμα καλύτερα παίζοντας, κόβοντας και ράβοντάς το, προς δική του τέρψη και ικανοποίηση μάλλον μας φαίνεται πιο ενδιαφέρον ορισμός. Ή όπως μας είπε και κάποιος φίλος, «χάκινγκ είναι να παίζεις με τους κανόνες» (στην προκειμένη περίπτωση τους κανόνες της μηχανής)[ref]

Αυτό που μας φαίνεται επίσης ενδιαφέρον είναι ότι σε διάφορους ορισμούς για το τι είναι χάκερ, μπαίνουν ορισμένα ηθικού τύπου κριτήρια τα οποία, ορισμένες φορές, έχουν πολύ λεπτά όρια μεταξύ τους. Όπως για παράδειγμα το ότι δεν είναι χάκερ κάποιος που φτιάχνει κακόβουλο λογισμικό, ή ότι δεν είναι χάκερ κάποιος που σπάει το Photoshop και το διανέμει δωρεάν στο internet για να μην χρειαστεί να το αγοράσει όποιος το χρειάζεται. Κι ότι τέτοιοι τύποι παρά την «τεχνική τους κατάρτιση» δεν αναγνωρίζονται σαν χάκερ από τις κοινότητες αυτών και ονομάζονται κράκερ. Αυτό βέβαια μπορεί να σηκώνει αρκετή συζήτηση.

[/ref].

Ο όρος χάκινγκ ανιχνεύεται πρώτη φορά στα πρώιμα 60ς όπου εφαρμοζόταν, κυρίως, σε ιδιόκτητα λειτουργικά και σε ελάχιστα πειραματικά λειτουργικά συστήματα που δεν είχαν αναπτυχθεί όμως πέρα από τα όρια του ακαδημαϊκού, όπως στους πρώτους υπολογιστές χρονομερισμού στο εργαστήριο τεχνητής νοημοσύνης του MIT. Το χακινγκ δηλαδή, ξεχωριστά από την όποια προσπάθεια εφάρμοζε κάποιος στο δικό του ιδιόκτητο λειτουργικό, άρχισε να εφαρμόζεται για πρώτη φορά μαζικά μέσα στα πανεπιστήμια. Μέχρι λοιπόν περίπου το 1985 υπήρχε μια κοινότητα και μια ενιαία κουλτούρα των προγραμματιστών που είχαν σαν στόχο να βελτιώνουν τα λειτουργικά συστήματα των υπολογιστών των πανεπιστημίων, αλλά αυτό ήταν περισσότερο μια κοινή πρακτική αναμεταξύ τους, παρά κάτι συνειδητά διαφορετικό, με θεωρητικές βάσεις και αρχές, όπως μπορεί να το γνωρίζουμε σήμερα[ref]

Το ενδιαφέρον, αλλά και κάπως ειρωνικό, είναι ότι εκείνη την περίοδο που τα πανεπιστήμια είχαν ριχτεί σ’ έναν αγώνα δρόμου για την όλο και πιο γρήγορη εξέλιξη και βελτίωση των λειτουργικών τους συστημάτων, δεν δημιούργησαν μόνο τους χάκερ και τις κοινότητές τους μέσα από τον συνεχή μεταξύ τους ανταγωνισμό, αλλά παρήγαγαν και δημιούργησαν τα ίδια τις βάσεις για το ξεπέρασμά τους.

[/ref].

Αυτό άλλαξε όταν εκείνη τη χρονιά ο Richard Stallman προσπάθησε να προσδώσει για πρώτη φορά το χαρακτήρα του ελεύθερου λογισμικού. Μαζί με τη δημιουργία ενός πυρήνα λειτουργικού εμπνευσμένου από το UNIX, το GNU (που σημαίνει, δεν είναι UNIX), τον οποίο και διένειμε ελεύθερα, ο Stallman διέδιδε και μια επισύναψη για τη θεωρητική βάση του ελεύθερου λογισμικού. Οι αρχές του Stallman[ref]

Από την συνέντευξη στον Θεόδωρο Παπαθεοδώρου.
Ελευθερία μηδέν: Η ελευθερία να τρέχεις το πρόγραμμα όπως θέλεις.
Ελευθερία ένα: Η ελευθερία να μελετάς τον πηγαίο κώδικα του προγράμματος και να επεμβαίνεις σε αυτόν, ώστε το πρόγραμμα να κάνει ακριβώς την δουλειά που θέλεις.
Ελευθερία δύο: Η ελευθερία να βοηθάς τους άλλους, ή αλλιώς, να αναδιανέμεις ακριβή αντίγραφα όποτε το επιθυμείς.
Ελευθερία τρία: Η ελευθερία να συμβάλλεις στην κοινότητα χρηστών σου, δηλαδή την ελευθερία να διανέμεις αντίγραφα του προγράμματος με τις μετατροπές σου (δεδομένου πάντα ότι έχεις κάνει τέτοιες μετατροπές γιατί αυτό δεν είναι κάτι που το κάνουν όλοι).

[/ref] βρήκαν αποδοχή στο μεγαλύτερο μέρος της τότε κοινότητας των χάκερ, με αποτέλεσμα, από εκείνη τη στιγμή και μετά, ο όρος χακινκ να προχωρήσει παράλληλα με τον κόσμο του ελεύθερου λογισμικού (και του μετέπειτα λογισμικού ανοιχτού κώδικα), επηρεάζοντας σίγουρα αυτούς που μέχρι τότε έκαναν χάκινγκ αλλά και τους επόμενους.

Το χάκινγκ, πήρε την τελική του μορφή όταν, από το 1991 μέχρι το 1993, ο linus torvalds χρησιμοποιώντας την αξία του διαδικτύου, σχεδίασε έναν δικό του πυρήνα βασισμένο στο λειτουργικό UNIX (που λίγο αργότερα ονομάστηκε linux), τον διένειμε ελεύθερα στο διαδίκτυο και ζήτησε συνεργασία από άλλους προγραμματιστές για την ολοκλήρωσή του. Από εκείνη τη στιγμή και μετά η κοινότητα των χάκερ μεγάλωσε με ταχύτατους ρυθμούς και έγινε όχι μόνο μεγαλύτερη αλλά και πιο ετερογενής από την προ linux εποχή. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το 1993 ήταν η πρώτη φορά που ο όρος χάκινγκ, ξέφυγε ακόμα περισσότερο και οριστικά, από τα μέχρι τότε όρια του πανεπιστημίου.

Mckenzie Wark, Ένα μανιφέστο των χάκερ

Η τάξη των χάκερ έχει μια αμφίθυμη σχέση με την εκπαίδευση. Οι χάκερ επιθυμούν τη γνώση, όχι την εκπαίδευση. Ο χάκερ γεννιέται μέσα από την ελευθερία της γνώσης καθ’ εαυτήν και αφ’ αυτής. Αυτό τον φέρνει σε μια ανταγωνιστική σχέση με την προσπάθεια που κάνει η κεφαλαιοκρατική τάξη για να καταστήσει την εκπαίδευση μια εισαγωγή στην έμμισθη σκλαβιά.

Στον κόσμο των χάκερ, (συγκεκριμένα σ’ αυτό που λέει ο Wark για την γνώση) μαθαίνοντας κανείς μόνος του, έξω από το εκπαιδευτικό παράδειγμα, δεν είναι απλά ότι το παρακάμπτει. Ναι το εκπαιδευτικό σύστημα ανήκει σε μια προηγούμενη εποχή, αυτή ενός «φορντικού» καπιταλισμού και είτε έχει τα προβλήματα του ελληνικού μοντέλου είτε τα προβλήματα οποιουδήποτε άλλου ανά τον κόσμο, έχει ξεπεραστεί από τον ίδιο τον καπιταλισμό και έχει ξεπεραστεί κι από τις ίδιες του τις μηχανές, τους υπολογιστές και το διαδίκτυο.

Δεν θέλουμε όμως να εστιάσουμε εδώ στο αν το εκπαιδευτικό σύστημα, σε όλες του τις βαθμίδες, βγάζει λειτουργικά αναλφάβητους. Ούτε στο ότι όσοι και όσες πειθαρχούν και το ακολουθούν όχι μόνο καταλήγουν με λειψές γνώσεις αλλά και με πτυχία που το μόνο που επιβεβαιώνουν είναι την μελλοντική ανεργία τους.

Αυτό που μας φαίνεται ενδιαφέρον και θα μπορούσε να αφορά ένα γνωσιολογικό κίνημα, είναι ότι οι χάκερ σαν γνήσια τέκνα του νέου τεχνολογικού παραδείγματος, στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν τον κόσμο αυτών των μηχανών, να μάθουν γι’ αυτές, να τις καταλάβουν και να τις χρησιμοποιήσουν, μετασχημάτισαν και στην ουσία επανεφηύραν την εκπαιδευτική διαδικασία. Με κέντρο εκείνο που όρισαν αυτοί, με βάση τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους.

Εκεί που το εκπαιδευτικό σύστημα σκοτώνει οποιαδήποτε επιθυμία για γνώση, αλλοτριώνει τα μυαλά και αλέθει τη δημιουργικότητα των μαθητευόμενών του, ενώ ταυτόχρονα συνδέεται όλο και περισσότερο, όλο και πιο αποκλειστικά με την αυριανή εργασία τους, δημιούργησαν, συνειδητά ή όχι δεν έχει σημασία, μια νέα διαδικασία. Η οποία, σαν άξονές της δεν είχε καταναγκασμούς, πειθαρχήσεις και διακρίσεις του παλιού εκπαιδευτικού[ref]

Μπορεί βέβαια να αναπαράγει άλλους καταναγκασμούς, άλλες πειθαρχήσεις και διακρίσεις. Η γνώμη μας είναι πως στο χέρι των ίδιων των εμπλεκόμενων, είναι να τις ξεπεράσουν και να μην αναπαράγουν καινούργιες.

[/ref], αλλά είχε τη συνεργασία, το κοινό ενδιαφέρον για γνώση, τη λογική του μοιράσματος και τη δημιουργία και στήριξη κοινοτήτων. Ηλεκτρονικών και διαδικτυακών, ως επί το πλείστον, κοινοτήτων, με τα όποια θετικά και αρνητικά μπορεί να υπάρχουν σ’ αυτό. Οι χάκερ μαθαίνουν όσα χρειάζονται έξω από οποιαδήποτε επίσημη διαδικασία εκπαίδευσης, μαθαίνουν από το διαδίκτυο, δηλαδή ο ένας απ’ τον άλλο. Και μαθαίνουν παίζοντας, δοκιμάζοντας και ανταλλάσσοντας. Με κίνητρο πάντα την προσωπική τους επιθυμία, την περιέργεια και την ανάγκη για γνώση[ref]

Αυτό βέβαια μπορεί να μην έχει να κάνει μόνο με θέματα προγραμματισμού και λειτουργικών συστημάτων, αλλά και με ό,τι μπορεί να μάθει κανείς από τον κόσμο των μηχανών, όπως το ότι μπορεί να μάθει μοντάζ και να φτιάχνει video ή να μαθαίνει και να παίζει μουσική.

[/ref].

Τη στιγμή που το εκπαιδευτικό σύστημα καταρρέει, ένα γνωσιολογικό κίνημα, το οποίο θέλει να ορίζει τι θα μαθαίνει και με ποιους όρους, μπορεί να αναγνωρίσει σαν ένα πετυχημένο παράδειγμα τους τρόπους που λειτουργούν αυτές οι κοινότητες. Το ενδιαφέρον με το χάκινγκ είναι το πώς βρίσκει ή φτιάχνει κανείς το δρόμο που θέλει, μέσα στην κυριαρχία της μηχανής. Σίγουρα από μόνο του δε φτάνει για να γίνει ριζοσπαστικό, αλλά αυτή η διαδικασία έχει αξία όχι μόνο για το κομμάτι της εκπαίδευσης που αναφέραμε, αλλά και γιατί γεννάει νέους τρόπους παρέμβασης και κίνησης μέσα στα διάφορα δίκτυα, και νέες φιγούρες χρηστών, που δεν μπορούμε να φανταστούμε πώς θα εξελιχθούν.

Μπορούμε ειδικά στη φάση της αλλαγής που βρισκόμαστε, να διαβάσουμε κάποια από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους, όπως για παράδειγμα αυτά που αφορούν στην επικοινωνία μέσω της μηχανής, στην αξία ή όχι της φυσικής παρουσίας ή στη νέα έννοια του «σχετίζεσθαι» κλπ., αλλά δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα με την οποία μεταβάλλονται αυτά τα χαρακτηριστικά. Από αυτήν την άποψη, έχει μια αξία να εξετάζουμε που χωράνε τέτοιοι τρόποι στο δικό μας πεδίο δράσης αλλά και πού αξίζει να δημιουργούμε γέφυρες αλληλεπίδρασης με τους «αυτόχθονες» του νέου παραδείγματος.

]]>
Μύθοι για τη γνώση https://gameover.zp/2014/04/19/%ce%bc%cf%8d%ce%b8%ce%bf%ce%b9-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7-%ce%b3%ce%bd%cf%8e%cf%83%ce%b7/ Sat, 19 Apr 2014 08:06:34 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1042

Untitled-1

Εισαγωγή

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι μύθοι αντικατοπτρίζουν μια πραγματικότητα, σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, καθώς πρόκειται για κατασκευές του ανθρώπινου νου. Αυτή η πραγματικότητα μπορεί να αφορά γεγονότα, βιωμένα από την ανθρωπότητα αιώνες ή και χιλιάδες χρόνια πριν την εμφάνιση των σχετικών μύθων γύρω από αυτά, όπως για παράδειγμα οι διάφορες κοσμογονίες. Ή οι σχέσεις και συμπεριφορές των ανθρώπων σε παρόντα χρόνο, που εξηγούνται ή προβάλλονται μέσα από τις μυθοπλασίες. Αν αυτό ισχύει, τότε, σε δεύτερο επίπεδο, μπορούμε να πούμε ότι μέσα απ’ τους μύθους προβάλλονται οι αξίες που η κάθε κοινωνία θέλει να έχει, οι οποίες δικαιολογούνται, επιβάλλονται, κατοχυρώνονται ως θεμιτές ή αναμενόμενες με μεταφυσικό τρόπο. Σε ένα τρίτο επίπεδο ερμηνείας, είναι γεγονός, η χρήση της μεταφυσικής ως εργαλείο μέσα στην ιστορία, από τις άρχουσες τάξεις, τη βασιλική και αριστοκρατική ελίτ και τα ιερατεία που τις υπηρετούν, με σκοπό να επιβάλλουν τις αξίες τους αδιαμφισβήτητα στις κοινωνίες που βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους.

Μέσα σε αυτή τη λογική ακολουθεί η παρουσίαση δύο μυθολογικών μοτίβων που αφορούν τη γνώση. Το πρώτο αναφέρεται στις περιπέτειες του σκανδιναβού θεού Όντιν στην αναζήτησή του για περισσότερη γνώση. Το δεύτερο, προκύπτει από το μύθο του Τιτάνα Προμηθέα και την κλοπή της φωτιάς από τους θεούς και το μύθο των πρωτόπλαστων Αδάμ και Εύας και το μήλο. Η ανάγνωση αυτών των μύθων έχει σαν πρόθεση την αναζήτηση όχι μόνο των αποτυπωμάτων του ανταγωνισμού όσον αφορά στο πεδίο της γνώσης, αλλά των προγόνων που μπορεί (ή μπορεί και όχι) να σχετίζονται άμεσα με τις σύγχρονες ιδεολογίες περί νομιμοποίησης της κατοχής και του ελέγχου της γνώσης από τους ειδικούς κάθε είδους.

Οι δοκιμασίες του Odin

Ο Odin, ή αλλιώς Wotan ή Woden, είναι μια απ’ τις κυρίαρχες θεότητες στα πάνθεα των περισσότερων γερμανικών λαών. Στη σκανδιναβική μυθολογία, ειδικά, έχει τον πιο ιδιαίτερο ρόλο. Είναι ο πατέρας όλων των θεών και ο άρχοντας της Asgard, της κατοικίας των θεών και των νεκρών ηρώων. Όπως όλοι οι σκανδιναβοί θεοί, ο Odin είναι πολυπρόσωπος και σχετίζεται με τον πόλεμο, τη μάχη, τη νίκη, όπως είναι φυσικό, αλλά και με την ποίηση, τη σοφία, τη μαγεία. Οι μύθοι για τις δοκιμασίες του Odin στη διαρκή αναζήτηση της γνώσης και της σοφίας είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντες.

Το πρώτο στοιχείο που μαρτυρά το πάθος του θεού για τη γνώση είναι η ίδια του η εμφάνιση: ο Odin είναι μονόφθαλμος. Στην αναζήτησή του, επεδίωξε να ταξιδέψει στο Πηγάδι του Urd, από το οποίο φυτρώνει το Yggrasil, το δέντρο στα κλαδιά του οποίου βρίσκονται οι επικράτειες του κόσμου. Το πηγάδι αυτό το φυλάσσει ένα σκοτεινό όν, ο Mimir, το οποίο κατείχε μακράν ασύγκριτη γνώση από όλους τους κατοίκους του σύμπαντος. Ο Odin έφτασε στο πηγάδι και ζήτησε να πιει νερό για να αποκτήσει αυτή τη γνώση. Ο Mimir απαίτησε από το θεό, όπως θα έκανε και για τον κάθε άλλο, να θυσιάσει το ένα μάτι του. Ο Odin, είτε διστακτικά, είτε αμέσως, έβγαλε το ένα μάτι του και το πέταξε στο πηγάδι. Τότε το ον, κρίνοντας ότι η θυσία ήταν επαρκής, έδωσε στο θεό να πιει νερό από ένα κέρας. Και έτσι, ο Odin κατοχυρώθηκε στο πάνθεο ως ο κορυφαίος θεός, γνώστης όλων των πραγμάτων.

Η δεύτερη δοκιμασία του Odin αφορά το πως απέκτησε τη γνώση και τη σοφία των ρούνων1. Στο Πηγάδι του Urd, εκτός απ’ τον Mimir, βρίσκονται πλάσματα και δυνάμεις από τις πιο ισχυρές του σύμπαντος. Ανάμεσά τους είναι οι Norns, τρεις σοφές παρθένες, οι οποίες ασκούν τέτοια επιρροή στη Μοίρα όσο κανένα άλλο ον. Μια απ’ τις τεχνικές που χρησιμοποιούν για να πλάσουν τη μοίρα είναι το σκάλισμα των ρούνων, μαγικών συμβόλων, στον κορμό του Yggdrasil, μέσω του οποίου μεταφέρονται οι προθέσεις των παρθένων σε όλο το σύμπαν και τους κατοίκους του.

Ο Odin, από το θρόνο του στην κορυφή του κόσμου, την Asgard, τις παρατηρούσε και θέλησε, με πάση θυσία, να αποκτήσει τη γνώση αυτής της τεχνικής. Καθώς οι ρούνοι δεν αποκαλύπτονταν σε κανέναν, παρά μόνο σε αυτούς που κρίνονταν άξιοι, ο Odin έπρεπε και έκανε την υπέρτατη θυσία: θυσίασε τον εαυτό του στον εαυτό του. Τρυπήθηκε με το δόρυ του και κρεμάστηκε από το δέντρο του κόσμου για εννιά μέρες και νύχτες, απαγορεύοντας στους υπόλοιπους θεούς να τον βοηθήσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Καθώς κρεμόταν στο όριο της ζωής και του θανάτου, καλούσε τους ρούνους, οι οποίοι, καθώς έκριναν άξια τη θυσία του, την ένατη νύχτα του αποκάλυψαν όχι μόνο τα σχήματά τους, αλλά και τα βαθύτερά τους μυστικά.

Το μοτίβο του Odin είναι η δοκιμασία, η διαδικασία μέσω της οποίας μπορεί κάποιος να φτάσει να κατέχει τη γνώση. Μια διαδικασία η οποία ήταν πάντα από τις κυρίαρχες στους τρόπους εκπαίδευσης των διάφορων ιερατείων. Για να αποκαλυφθούν στους επίδοξους γνώστες τα μυστικά, των τεχνικών, όχι μόνο του θεού, αλλά και του ελέγχου και της εξουσίας, αυτοί έπρεπε να περάσουν από δοκιμασίες σωματικές και νοητικές, προκειμένου να κριθούν ικανοί. Ικανοί να συνεχίσουν την εφαρμογή και τη μεταφορά όσων έμαθαν αλλά και ικανοί να διατηρήσουν την ιεραρχία της κατοχής αυτού του πολύτιμου αποκτήματος. Η γνώση, αυτού του είδους τουλάχιστον, δεν ήταν για τους πολλούς, αλλά μόνο για λίγους άξιους και πιστούς, πράγμα που οριζόταν ξεκάθαρα από αυτούς που την κατείχαν. Για την αντιστοιχία αυτής της διαδικασίας στο σήμερα θα μιλήσουμε πιο κάτω.

Ο Προμηθέας και οι πρωτόπλαστοι

Ο πρώτος μύθος στο δεύτερο μοτίβο που εντοπίσαμε είναι ο αρχαιο-ελληνικός μύθος του Προμηθέα. Ο Προμηθέας ήταν γιος του τιτάνα Ιαπετού και της Κλυμένης, μιας από τις Ωκεανίδες. Ο Προμηθέας επεδίωξε να κοροϊδέψει το Δία για χάρη της ανθρωπότητας με τον εξής τρόπο: Στο δείπνο που θα οριζόταν η σχέση των θνητών και των αθανάτων, ο Προμηθέας έδωσε στον πατέρα των θεών να επιλέξει τί θα ήθελε για θυσία από δύο πράγματα: διαλεχτό κρέας μέσα σε ένα σιχαμερό στομάχι αγελάδας ή κόκκαλα τυλιγμένα σε λαχταριστό λίπος. Ο Δίας διάλεξε το δεύτερο, κρίνοντας από την εξωτερική του εμφάνιση. Έτσι ορίστηκε να κρατούν οι άνθρωποι το κρέας των σφαχτών και να προσφέρουν στους θεούς τα κόκκαλα. Ο Ζεύς εξοργισμένος από αυτήν την τροπή, έκρυψε τη φωτιά απ’ τους ανθρώπους.

Ο Προμηθέας, ως προστάτης των ανθρώπων, βλέποντας ότι δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς τη γνώση και τη χρήση της φωτιάς, έκλεψε τη φωτιά από τους θεούς και τη ξανάδωσε στους ανθρώπους. Ο Δίας, οργισμένος ακόμη χειρότερα, καταδίκασε τον Προμηθέα σε αιώνιο μαρτύριο: δεμένος σε ένα βράχο να του τρώει το συκώτι ένας αετός και αυτό το βράδυ να αναγεννάται. Σα να μην έφτανε αυτό, ο Δίας έστειλε την Πανδώρα στη γη και μαζί της τα μεγαλύτερα κακά του ανθρώπου: την αρρώστια και την ελπίδα.

Ο δεύτερος μύθος σε παρόμοιο μοτίβο, είναι ο γνωστός μύθος για τους πρωτόπλαστους. Καθώς οι περισσότεροι από εμάς μεγαλώσαμε σε χριστιανικό περιβάλλον, ο μύθος αυτός είναι λίγο πολύ γνωστός. Είναι η ιστορία του πώς ο Αδάμ και η Εύα εκδιώχθηκαν απ’ τον παράδεισο. Πέραν από την ύπαρξή του στη χριστιανική Γένεση, ο μύθος αυτός εμφανίζεται πρώτα στην εβραϊκή μυθολογία, αλλά και μεταγενέστερα στην ισλαμική. Γενικότερα, παρόμοιες εκδοχές του μύθου υπάρχουν σε διάφορους λαούς της ανατολικής Μεσογείου, πράγμα λογικό, δεδομένων των σχέσεων που είχαν μεταξύ τους.

Όταν ο Θεός έφτιαξε τον Αδάμ και την Εύα, τους έδωσε τον κήπο της Εδέμ να κατοικούν, σε απόλυτη αρμονία και ειρήνη με τη φύση. Στον κήπο αυτό υπήρχαν δύο δέντρα, αυτό της «ζωής» και αυτό της «γνώσης του καλού και του κακού». Ο Θεός δεν έδωσε κανέναν άλλο περιορισμό στους πρωτόπλαστους, παρά μόνο να μη φάνε από τον καρπό του δέντρου της γνώσης, γιατί έτσι θα πεθάνουν. Ο καρπός παρουσιάστηκε στη δυτική χριστιανική τέχνη ως το μήλο. Ο Διάβολος, θέλοντας να εκδικηθεί το Θεό, καθώς είχε ηττηθεί, αποφάσισε να μολύνει την πιο τέλεια δημιουργία του, τον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση άνθρωπο. Παρουσιάστηκε στην Εύα ως φίδι, λέγοντας ότι ο Θεός τους απαγόρευσε τον καρπό γιατί, αν τον έτρωγαν, θα αποκτούσαν τη γνώση του καλού και του κακού και θα γίνονται και οι ίδιοι θεοί. Παρά τις αντιρρήσεις της Εύας, το φίδι τελικά την πείθει, και αυτή, αφού το γευτεί, δίνει και στον Αδάμ. Ο Θεός, όταν ανακαλύπτει την παραβίαση των εντολών του, τους εξορίζει από τον κήπο της Εδέμ και βάζει έναν άγγελο να φρουρεί το δεύτερο δέντρο, της «ζωής». Καταδικάζει τον Αδάμ στο να επιβιώνει με τον ιδρώτα και τον κόπο του και την Εύα να πονάει στη γέννα και να υπόκειται πάντα στον άντρα της.

Το κοινό αυτών των δύο μύθων είναι η τιμωρία, ο επιπλέον φόβος που διαφυλάσσει το γεγονός ότι η γνώση είναι ιδιοκτησία της κυριαρχίας. Είναι γεγονός ότι οι μύθοι αναγνωρίζουν την αξία της γνώσης για τους από κάτω στην ιεραρχία του κόσμου. Για τον Αδάμ και την Εύα, η γνώση του καλού και του κακού θα τους άνοιγε με τα μάτια και θα τους έκανε κι αυτούς σα το Θεό. Η φωτιά που κλέβει ο Προμηθέας είναι απαραίτητη για την επιβίωση του ανθρώπινου γένους. Αν δούμε μια αντιστοιχία με την πραγματικότητα, η άρχουσα τάξη και τα ιερατεία που κατοχυρώνουν την ιδιοκτησία τους πάνω στη γνώση γνωρίζουν ότι αφενός μπορεί να κινδυνεύουν με τη διάχυσή τους, αφετέρου ορίζουν ότι η επιβίωση των από κάτω εξαρτάται απ’ τους ίδιους.

Υπάρχει βέβαια και μία ποιοτική διαφορά στο είδος της γνώσης που αναφέρεται στον κάθε μύθο. Στο μύθο του Προμηθέα, η φωτιά σχετίζεται μάλλον περισσότερο με την τεχνική γνώση, με τη μεταλλουργία και τα εργαλεία, με την επεξεργασία της τροφής, όπως και στον αντίστοιχο ινδιάνικο μύθο, όπου το κογιότ κλέβει τη φωτιά από τις θεότητες του βουνού για να ζεσταθούν οι άνθρωποι. Η τεχνική γνώση, ειδικά στις κοινωνίες που αναφέρονται αυτοί οι μύθοι, ήταν πραγματικά κρίσιμη για την επιβίωση, κάτι που μας είναι ίσως δύσκολο να αντιληφθούμε συσχετίζοντάς το με το σήμερα. Από την άλλη, στο μύθο των πρωτόπλαστων, η γνώση που κλέβεται έχει έναν άλλο προσδιορισμό. Είναι η «γνώση του καλού και του κακού», δηλαδή η ίδια η έννοια και τα περιεχόμενα της ηθικής. Για αυτό ίσως και το φίδι, συνδεδεμένο στενά με την αμαρτία και την ενοχή αλλά και με την καταστροφή της ευτυχούς συνθήκης της άγνοιας, να είναι τόσο απαξιωμένο σε αντίθεση με τον προμηθέα, ο οποίος παρουσιάζεται πάντα σαν ευεργέτης των ανθρώπων.

Η γνώση ως πεδίο ανταγωνισμού

Μπορεί η αρχαία μυθολογία να φαντάζει πλέον μακρινή, για να βρούμε διαφορές και ομοιότητες με το σήμερα, όμως η χριστιανική ηθική της γνώσης και κυρίως τα “επιτρέπεται” και τα “απαγορεύεται” που περικλύει μπορούμε να τα εντοπίσουμε εύκολα στην εποχή μας, σαν απευθείας απογόνους τους.

Η αστική τάξη πολέμησε τη νομιμοποιητική λειτουργία της θεολογικής γνώσης και προσπάθησε να οικειοποιηθεί και να αναπτύξει την γνώση εκείνη που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για τη δική της πλέον νομιμοποίηση. Η μετατόπιση του κέντρου της προσοχής από τον θεό στον άνθρωπο και ο εξορθολογισμός σε όλα τα επίπεδα αποτυπώνονται ξεκάθαρα τόσο στα περιεχόμενα της γνώσης που διατηρήθηκαν ή μετασχηματίστηκαν, όσο και σε εκείνα που περιθωριοποιήθηκαν ή εξαφανίσθηκαν (όπως π.χ. η μαγεία). Και το σημαντικότερο, η καινούργια ιδεολογία που εγκαθιδρύθηκε, όρισε καινούργιες κατευθύνσεις πάνω στις οποίες άνθισαν νέα περιεχόμενα γνώσης. Η επιστήμη αναγορεύτηκε ως η καινούργια αλήθεια, καταποντίζοντας τον θεολογικό προκάτοχό της μαζί με όλα τα στηρίγματα που πρόσφερε στους κυρίαρχους της φεουδαρχικής περιόδου.

Με αυτόν τον τρόπο η αστική τάξη ξανα-συγκρότησε την ιεραρχία της γνώσης. Όχι μόνο διατήρησε τον διαχωρισμένο από τις κοινωνικές σχέσεις χαρακτήρα της, αλλά τον διεύρυνε ακόμη περισσότερο, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτήν τη διαδικασία ολοένα και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού. Αν η γνώση των κληρικών της προηγούμενης περιόδου ήταν αυστηρά διαχωρισμένη από την κοινωνία, κλεισμένη και προστατευμένη μέσα στα τείχη των μοναστηριών, η γνώση (και η μετάδοσή της) για τα μέλη της αστικής τάξης κατ’ αρχήν, παρέμενε επίσης κλεισμένη μέσα στους τοίχους των σχολείων και των πρώτων ακαδημιών. Ακόμα και με τη μαζικοποίηση της εκπαίδευσης, η γνώση ποτέ δεν κατάφερε να ορισθεί έξω από διαχωρισμένους χώρους και χρόνους.

Η αντίληψη της διαχωρισμένης γνώσης διατηρήθηκε, για να προστατεύσει η νέα κυρίαρχη τάξη τον έλεγχό της, όπως και η προηγούμενες, απέναντι στους πληβείους και ειδικά απέναντι στον ολοένα και μεγαλύτερο (αριθμητικά και πολιτικά) εχθρό της, την εργατική τάξη. Αλλά δεν ήταν το μόνο πράγμα το οποίο διατηρήθηκε όσον αφορά τη γνώση. Η αστική τάξη σε μεγάλο βαθμό, πήρε τα θεολογικά νομιμοποιητικά μοτίβα, όπως τα είδαμε πριν μέσα από τους μύθους, τα προσγείωσε και τα χρησιμοποίησε για λογαριασμό της.

Οι δοκιμασίες για την απόκτηση της γνώσης μπορεί να μην παρουσιάζονται με τόσο βάναυσο και επικό τρόπο, όπως στο παράδειγμα του Όντιν, αλλά η καρτερική, βήμα-βήμα, χρόνο με το χρόνο, επίπονη και προοδευτική μύηση στον κόσμο της γνώσης είναι απευθείας απόγονος της μοναστηριακής αντίληψης απόκτησης της γνώσης του θεού. Και μπορεί οι σύγχρονοι κάτοχοι της γνώσης, να νομιμοποιούνται κοινωνικά για το δικαίωμά τους σε αυτήν την ιδιοκτησία με πιο εγκόσμιες και προσιτές διαδικασίες, αλλά οι συνεχείς εξετάσεις παραμένουν μαρτύρια για τους νεαρούς (και όχι μόνο) εξεταζόμενους, και στην πραγματικότητα δεν διαφέρουν και πολύ από τα ιερατεία των προηγούμενων αιώνων, τουλάχιστον στις “ανώτερες” βαθμίδες μάθησης.

Η πνευματική ιδιοκτησία, επίσης, ένα κατασκεύασμα που εδραιώθηκε για να ικανοποιεί τις ανάγκες της καπιταλιστικής διαχείρισης της γνώσης, μπορεί να πει κανείς ότι αποτελεί το αντίστοιχο του θεϊκού προστατευτισμού όσον αφορά τις αποκλειστικότητες των ειδικών πάνω στην γνώση. Μπορεί εδώ η νομιμοποιητική αφήγηση να μην συμπεριλαμβάνει σαρκοβόρους αετούς ή έκπτωση από τον παράδεισο, όμως τα δικαστήρια είναι εκεί για να μοιράσουν απλόχερα την τιμωρία σε όποιον την αμφισβητεί.

Αν και η αστική τάξη εγκαθίδρυσε μια δημοκρατικότητα και αποκατέστησε ένα μέρος της ούτως η άλλως κοινωνικής φύσης της γνώσης, παρόλα αυτά κράτησε για τον εαυτό της την κυριαρχία πάνω στον έλεγχό της, μέσω μιας αντίστοιχης κάστας ανθρώπων, των επιστημόνων, οι οποίοι θα διατηρούν για λογαριασμό της την αποκλειστικότητα. Εδώ δε συγκροτείται μια τάξη της άγνοιας όπως παρουσιάζεται μέσα απ’ την χριστιανική μυθολογία (“μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι”), αλλά αντίθετα παρουσιάζεται μια κατάσταση όπου ο καθένας φέρει την ατομική του ευθύνη για τα φίλτρα πάνω στην πρόσβαση της γνώσης που κατάφερε (ή δεν κατάφερε) να προσπεράσει. Και ακόμα κι αν διευρύνθηκε η βάση της πυραμίδας των κατόχων της γνώσης και πολλαπλασιάστηκαν τα σκαλοπάτια της, η μονομέρεια και η εξειδίκευση που επιφυλάσσεται για το μεγαλύτερο μέρους του όγκου της, αποκρούει τις όποιες δυνατότητες “συνολικής γνώσης” του κόσμου, κάτι που παραμένει προνόμιο των λίγων.

Οι ειδικοί κάθε είδους εξακολουθούν να αποφασίζουν για λογαριασμό όλων και αυτή τους η δικαιοδοσία δεν αμφισβητείται από πουθενά. Ένα ζήτημα λοιπόν που ήταν πάντα επίκαιρο και παραμένει ως τέτοιο μέχρι και σήμερα, είναι ακριβώς αυτή η κριτική απέναντι στις δικαιοδοσίες και στους ρόλους των ειδικών των αφεντικών. Η κριτική και η έμπρακτη πραγμάτωσή της που θα είναι σε θέση να σταθεί ανταγωνιστικά απέναντί τους, που θα είναι ικανή να ξαναθέσει ζητήματα εξουσίας μέσα στο πεδίο της γνώσης.

]]>
Η φυσική σαν ιδεολογία https://gameover.zp/2014/01/29/%ce%b7-%cf%86%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%83%ce%b1%ce%bd-%ce%b9%ce%b4%ce%b5%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%af%ce%b1-2/ Wed, 29 Jan 2014 07:35:16 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1028

Untitled-1

Η γέννηση της επιστημονικής αλήθειας

Η φυσική θεωρείται, και όχι άδικα, σαν η Πρότυπη, η Ιδέωδης επιστήμη. Η λέξη «επιστήμη» προέρχεται απ’ το «επιστητό», άρα σχετίζεται άμεσα με ό,τι γίνεται αντιληπτό απ’ τις αισθήσεις. Το λατινικό scientia, απ’ όπου κατάγεται η science, σημαίνει «γνώση». Η συνύπαρξη των όρων «επιστήμη» και «φιλοσοφία της φύσης» (ως τον 19ο αιώνα) σηματοδοτεί την άμεση συσχέτιση της φυσικής και της επιστήμης (γενικά), πάνω στον ίδιο στόχο. Τη γνώση και, τελικά, την κυριαρχία πάνω σ’ αυτό που κατά καιρούς και ανά πολιτισμούς ονομάστηκε «φύση». Η φυσική είναι η επιστήμη της φύσης, η επιστήμη που μελετάει τη φύση, η επιστήμη που αποκαλύπτει τα «μυστικά» της φύσης…

Γρήγορα να υπενθυμίσουμε κι αυτό: μεταξύ θεολογίας και επιστήμης υπάρχει ένα τουλάχιστον κοινό, και πολλές διαφορές. Το κοινό είναι η αναζήτηση και η αποκάλυψη της Αλήθειας, ό,τι κι αν σημαίνει αυτή η λέξη. Οι διαφορές – έως και αντιπαλότητες, τουλάχιστον κατ’ αρχήν – έχουν να κάνουν με τη μέθοδο της αναζήτησης, της αποκάλυψης και της εγκυρότητας της Αλήθειας. Αυτοί που έχουν ονομαστεί σε διάφορους πολιτισμούς και σε διάφορες περιόδους «επιστήμονες» (γεωμέτρες, μαθηματικοί, φυσικοί, γιατροί, αστρονόμοι) δε δέχονταν την «εξ αποκαλύψεως» προέλευση της Αλήθειας· αντίθετα θεωρούσαν ότι αυτή πρέπει να προκύπτει με (δια)νοητικούς ή/και εμπειρικούς τρόπους. Η έννοια της απόδειξης μπορεί, λοιπόν, να θεωρηθεί (σε σχέση με την εγκυρότητα της Αλήθειας) το αντίθετο της αποκάλυψης, ή και της έμπνευσης, της ενόρασης, κλπ.

Δε θα πάμε πολύ πίσω στην ιστορία. Σύμφωνα με την πλειοψηφία των ιστορικών η έκδοση των βιβλίων De humani corporos fabrica του Andreas Vesalius (και αφορά την ανατομία του ανθρώπινου σώματος) και De Revolutionibus του Nicolaus Copernicus (για την κίνηση των πλανητών και, το σημαντικότερο, την κίνηση της Γης γύρω απ’ τον Ήλιο), το 1543, σηματοδοτεί την αφετηρία της επιστημονικής επανάστασης σ’ αυτό που αργότερα ονομάστηκε «δυτικός κόσμος». Θα ακολουθήσουν ονόματα που θα αποδειχθούν οι, κατά κάποιον τρόπο, γεννήτορες της επιστήμης, φιλόσοφοι σαν τον Bacon, τον Descartes ή τον Hobbes, και επιστήμονες σαν τον Leibniz, τον Kepler, τον Newton, τον Pascal και τον Galilei.

Θα διαμορφωθεί έτσι, σταδιακά, μια ορισμένη συσσώρευση θεωριών Αλήθειας – για – τη – Φύση (είτε γενικών είτε ειδικών Αληθειών), η οποία, πολύ αργότερα, στα τέλη του 19ου αιώνα και στον 20ο, μέσα απ’ τα εκπαιδευτικά συστήματα, θα παρουσιαστεί (και έτσι συμβαίνει ακόμα) σαν μια «γραμμική εξέλιξη» προοδευτικής προσέγγισης και μεγαλύτερης διαύγασης της (επιστημονικής) Αλήθειας. Πρόκειται για έναν μύθο, τον οποίο ευχαρίστως υιοθετούν και οι ίδιοι οι επιστήμονες (ακόμα κι όταν ξέρουν πως δεν είναι έτσι τα πράγματα) επειδή κρατάει άθικτο τον γενικό προσδιορισμό και τις «συντεταγμένες ύπαρξης» της Αλήθειας την οποία αναζητά και βρίσκει (υποτίθεται) η επιστήμη και οι διάφοροι κλάδοι της.

Υπάρχει, λοιπόν, ένα ιστορικό γεγονός που είναι κόντρα σ’ αυτήν τη γραμμική και προοδευτική αναπαράσταση της εξέλιξης των επιστημών. Μέσα στις κατά καιρούς θεωρίες υπάρχουν διάφορες αφαιρέσεις, παραδοχές, ή ακόμα και αποκρύψεις. Το άγιο δισκοπότηρο της φυσικής (σαν μήτρας όλων των επιστημών) που είναι το πείραμα / η απόδειξη / η διάψευση δεν ισχύει και δεν εφαρμόζεται παντού. Θα ξανάρθουμε μετά σ’ αυτό.

Μεταξύ των θεωριών πάλι, έχουν υπάρξει, και υπάρχουν, αντιπαλότητες, συχνά εξαιρετικά ισχυρές. Διαφορές και αντιπαλότητες στις ερμηνείες (των φυσικών καταστάσεων), στην πληρότητα και την επάρκεια των πειραματικών μεθόδων (όπου υπάρχουν τέτοιες), ακόμα και στην εκτίμηση των παραδοχών.

Συνοπτικά μιλώντας, οι διαδοχικά επικρατούσες θεωρίες δεν είναι η κάθε μια καλύτερη, τελειότερη, πληρέστερη απ’ την προηγούμενη. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια ηρωϊκή εκστρατεία όπου κάθε επιστημονικό βήμα είναι ένα βήμα κοντύτερα στην Αλήθεια. Πρόκειται, αντίθετα, για αντικρουόμενα σετ υποθέσεων, όπου η επικράτηση του ενός μπορεί και να σημαίνει την εν μέρει ή και συνολική αναίρεση του προηγούμενου· όπου τα πειραματικά πεδία διαφοροποιούνται· και όπου τα ανθρώπινα πάθη και συμφέροντα μπορεί να παίζουν πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ τον υποτιθέμενα ιδεώδη ασκητισμό της προσήλωσης στην Αλήθεια. Αυτά, λαμβανομένου φυσικά υπ’ όψη του απόλυτα καθοριστικού γεγονότος ότι μιλάμε για επιστήμη στον αστικό, καπιταλιστικό κόσμο.

Δύο ή τρία παραδείγματα. Η πρωταρχική ιδέα της αστικής τάξης για την (κοσμική) γνώση της φύσης είναι αυτή σύμφωνα με την οποία η Αλήθεια ανακαλύπτεται όταν «αποσυναρμολογείται» κάτι, όταν χωρίζεται στα όσο το δυνατόν μικρότερα συστατικά του, κι όταν αποκαλύπτεται πως «λειτουργεί» κάθε ένα απ’ αυτά. Αυτή η ιδέα διαπερνά τόσο την ιατρική (τα επιμέρους όργανα) όσο και τη χημεία· τόσο τη μηχανική όσο και τη βιολογία.

Ωστόσο αυτό είναι ένα γενέθλιο επιστημονικό / ιδεολογικό αξίωμα του οποίου η εγκυρότητα δεν μπορεί να αποδειχθεί. Βρίσκεται, άραγε, η αλήθεια των έμβιων όντων στη λεπτομερή «ανάλυση» των οργάνων, ή μήπως των κυττάρων, ή μήπως του dna τους; Οι γενετιστές είναι φανατικά έτοιμοι να «αποδείξουν» ότι αυτό είναι μια ατράνταχτη αλήθεια. Οι οπαδοί της επίδρασης του περιβάλλοντος εξίσου φανατικά μπορούν να «αποδείξουν» ότι πρόκειται για μια επαγγελματική αυθαιρεσία. Η συμπεριφορά της αδρανούς ύλης υποτίθεται ότι εξηγείται με βάση μια σειρά αντικειμενικών παραμέτρων συμπεριλαμβανόμενης οπωσδήποτε της μοριακής και ατομικής δομής της. Ωστόσο η (Νευτώνια) βαρύτητα παραμένει ακόμα ανεξήγητη, παρά το γεγονός ότι χιλιάδες μυαλά φυσικών προσπαθούν να λύσουν το «μυστήριό» της εδώ και δεκαετίες. Και εν τω μεταξύ προστέθηκαν κι άλλα μυστήρια, όπως η κβαντική σύζευξη.

Ο «νόμος της φύσης»

Εκτός απ’ την ιδέα της αναζήτησης και ανακάλυψης της Αλήθειας μέσω τεμαχισμού, υπάρχει άλλη μια που βρίσκεται στην αφετηρία των επιστημών και της εξέλιξής τους, και τις διατρέχει. Είναι η ιδέα του «νόμου». Η φυσική είναι γεμάτη «νόμους». Θα έλεγε κανείς ότι η Αλήθεια – της – φύσης είναι συνταγματικού είδους.

Από μόνη της αυτή η ιδέα, που μοιάζει κοινότοπη, δείχνει την καταγωγή του βασικού εννοιακού υποστρώματος των επιστημών απ’ τον μεγάλο αντίπαλό τους, την θεολογία. Για την τελευταία η τάξη του κόσμου ήταν προϊόν της θεϊκής σοφίας, προϊόν κατά κάποιον τρόπο των θεϊκών «διαταγών». Η ιδέα του «θείου νόμου» (που ρύθμιζε την τάξη του κόσμου αλλά και, ακόμα πιο έντονα, την τάξη των ανθρώπινων σχέσεων) ήταν συνεπής, καθώς πλαισιωνόταν απ’ την ιδέα της «θείας δίκης», της «τιμωρίας» (των παραβατών) κλπ. Νόμος χωρίς δικαστήριο και τιμωρία δεν μπορεί να εννοηθεί.

Οι επιστήμονες μετακίνησαν μεν την ιδέα του «νόμου» απ’ τον ουρανό στο παρατηρησιακό τους πεδίο· ωστόσο την επανεπένδυσαν με την υποτιθέμενη εγκυρότητα του ακλόνητου. Μάλιστα οι «νόμοι της φύσης» υποτίθεται ότι είναι ακόμα πιο απαράβατοι απ’ τους ανθρώπινους, εφόσον δεν εμπίπτουν στην δυνατότητα αναθεωρήσεων. Και συγκροτούνται σαν τέτοιοι απ’ την επαναληψιμότητα ενός ορισμένου αποτελέσματος, σε μια συγκεκριμένη διαδικασία, εάν ισχύουν πάντα οι ίδιες βασικές συνθήκες. Αλλά αυτοί οι «νόμοι» δεν αποτελούν ένα είδος απολογίας του κάθε φαινομένου. Είναι μόνο το στατιστικά επιβεβαιωμένο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν οι ίδιοι οι επιστήμονες.

Τι συμβαίνει, όμως, εάν η διαδικασία επαναλαμβάνεται αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα το ίδιο; Οι νόμοι της κίνησης και οι νόμοι της βαρύτητας του Νεύτωνα κράτησαν την ακλόνητη αλήθεια τους για κάτι παραπάνω από 200 χρόνια, αφήνοντας στην άκρη τα «ανώμαλα αποτελέσματα» διάφορων πειραμάτων, στα οποία θα έπρεπε όμως να ισχύουν. Υπήρξαν, δηλαδή, το πρότυπο των «νόμων της φύσης». Όταν ο Plank, ο Bohr και ο Einstein, στις αρχές του 20ου αιώνα, άρχισαν να διατυπώνουν την κβαντική θεωρία (και τους δικούς της νόμους…) εστίασαν στην αναζήτηση μιας νέας Αλήθειας γι’ αυτές τις ανωμαλίες. Για να καταλήξουν ότι οι «νόμοι του Νεύτωνα» είχαν μόνο σχετική αξία. Η καινούργια νομοθεσία περιλαμβάνει και έναν «ακλόνητο νόμο» για το όριο που συνιστά η ταχύτητα του φωτός. Ωστόσο υπάρχουν ενδείξεις ότι κι αυτού του νόμου η αξία είναι, ίσως, σχετική.

Τα ίδια, σε γενικές γραμμές, αφορούν και τις «ιδιότητες της ύλης» σε διάφορα χημικά στοιχεία. Κι εκεί η νομοθεσία έμοιαζε οριστική. Ώσπου οι νανοτεχνολογίες ήρθαν να αλλάξουν τα δεδομένα.

Υπάρχει ένα τουλάχιστον ένοχο μυστικό για πολλούς απ’ αυτούς τους νόμους, ένα μυστικό που προδίδει τον βαθμό στον οποίο οι Αλήθειες της φυσικής είναι, τελικά, διανοητικές κατασκευές. Είναι οι γνωστές όσο και μυστηριώδεις, «σταθερές». Απ’ το g (επιτάχυνση της βαρύτητας) ως το h (σταθερά του Πλανκ), απ’ το k (σταθερά του Μπόλτζμαν) ως τη σταθερά του Αβογκάντρο, ακόμα κι αυτό το ατελείωτο π της σχέσης ανάμεσα στις ακτίνες και στις περιφέρειες των κύκλων, κάθε φορά που ξεφυτρώνει μια “σταθερά” είναι για να καλύψει μια τρύπα εξηγήσεων. Κάποια θεωρία (στη μαθηματική της διατύπωση) πρέπει να διασωθεί αφού φαίνεται να επαναλαμβάνονται τα αποτελέσματα που προέβλεπε στις πειραματικές διαδικασίες· ωστόσο δεν έχει εξηγηθεί ακόμα πλήρως κι ούτε είναι δυνατόν. Ας “φυτέψουμε” λοιπόν έναν συγκεκριμένο αριθμό (τη “σταθερά”) για να σώσουμε τα προσχήματα και την αξιοπιστία της θεωρίας έναντι της απαίτησης για κύρος της επιστημονικής Αλήθειας.

Η επιστημονική επανάσταση – κάθε τόσο…

Το 1962 ο αμερικάνος φυσικός και ιστορικός Thomas Kuhn κυκλοφόρησε ένα ιστορικο-αναλυτικό βιβλίο με τίτλο Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων. Χρησιμοποιώντας κάμποσα ντοκουμέντα απ’ την ιστορία των επιστημών (της χημείας, της φυσικής, της αστρονομίας) ο Kuhn τεκμηρίωσε την άποψη ότι η επιστήμη δεν εξελίσσεται γραμμικά αλλά μέσα από διαδοχές συχνά ανταγωνιστικών μεταξύ τους μοντέλων – εξήγησης – των – φυσικών – φαινομένων. Το ενδιαφέρον της άποψης του Kuhn και η επιρροή που άσκησε στη συνέχεια δεν περιορίζονται σε μια στείρα «ιστορία των ιδεών». Εισάγει στην ανάλυσή του, σαν παράγοντες σταθερότητας ή/και ανατροπής μιας θεωρίας που έχει υπάρξει ηγεμονική για ένα διάστημα, την καθημερινή πραγματικότητα των ίδιων των επιστημόνων. Απ’ τον καριερισμό που υπόσχεται η πρόσδεση σε μια δεδομένη επιστημονική Αλήθεια και η διαρκής επιβεβαίωσή της, ως τον συντηρητισμό και την έχθρα απέναντι σε αμφισβητήσεις. Απ’ τις σκόπιμες «αβλεψίες» και τα κατά συνθήκην ψεύδη (όταν τα δεδομένα δε συμφωνούν με την επικρατούσα προσέγγιση), ως την τολμηρή επιμονή εκείνων που, όντας «περιθωριακοί» σε σχέση με το θεωρητικό «κέντρο», προσπαθούν να τεκμηριώσουν όσο το δυνατόν πληρέστερα τις απόψεις τους σημαδεύοντας στα αδύνατα σημεία των αντιπάλων τους, στις «ανεξήγητες εξαιρέσεις». Απ’ τον ρόλο των χρηματοδοτήσεων των πανεπιστημίων και των ερευνητικών ινστιτούτων μέχρι τον ρόλο της τύχης.

Το σκάνδαλο της ιστορικής ανάλυσης του Kuhn είναι πως έδειξε ότι η επιστήμη δεν είναι και τόσο επιστημονική όσο θέλει να δείχνει κι όσο οι ειδικοί της θέλουν να πιστεύουμε. Από κοινωνική ή/και πολιτική άποψη αυτό είναι μια εύκολα αναγνωρίσιμη πραγματικότητα, μόλις ξε-μαγευτεί κάποιος απ’ την (μάλλον πατερναλιστική) αίγλη της επιστήμης. Πώς μπορεί άραγε να χωριστεί εντελώς η αναγνώριση εκείνου ή του άλλου «νόμου της φύσης» απ’ την προσωπικότητα, τα κίνητρα, την ιστορική περίοδο, τις σχέσεις, τα συμφέροντα, ακόμα και τους πόρους (δηλαδή την χρηματοδότηση) εκείνων που τον διατυπώνουν;

Η κριτική του Kuhn καθώς και άλλων που ακολούθησαν (δημιουργώντας έναν καινούργιο επιστημονικό κλάδο, αυτόν της ιστορίας της επιστήμης ή/και της επιστημολογίας) καθώς και ορισμένες σχετικά σύγχρονες ιδέες για την υποχρεωτική συσχέτιση του παρατηρούμενου με τον παρατηρητή, όπως και μερικές καθ’ όλα σεβαστές από επιστημονική άποψη θεωρίες (όπως η «αρχή της αβεβαιότητας» του Χάιζενμπεργκ) συγκλίνουν, σε ότι αφορά το θέμα μας, σ’ αυτό το συμπέρασμα: παρά το γεγονός ότι οι γενέθλιες πράξεις των επιστημών (και της φυσικής σαν του «καθαρού» υποδείγματός τους) περιλάμβαναν τον διαχωρισμό και την καταγγελία της θρησκευτικής μεταφυσικής, καμία επιστήμη, όσο συμπαγής κι αν εμφανίζεται, όσο φορτωμένη με πειράματα, αποδείξεις (ή/και διαψεύσεις) κι αν είναι, δεν βρίσκεται (και δεν μπορεί να βρίσκεται) έξω απ’ αυτό που λέμε ιδεο-λογία με την ευρεία έννοια της λέξης. Με την έννοια, δηλαδή, ότι αυτές οι Αλήθειες (οι επιστημονικές) είναι de facto ατελείς θεωρητικές κατασκευές που για να επιβληθούν παριστάνουν τους τέλειους κοσμικούς αντικαταστάτες του
“θεϊκού μεγαλείου”.

Η αμφισβήτηση ενώπιον της επιστήμης

Από την σκοπιά ενός εργατικού ανταγωνιστικού γνωσιολογικού κινήματος τίθενται κατά συνέπεια δύο τουλάχιστον ζητήματα.

Το πρώτο αφορά αυτό καθ’ εαυτό το κύρος των επιστημών και των Αληθειών τους. Ό,τι και αν αφορούν, είπαμε ήδη συνοπτικά, πως πρόκειται για «λάμψεις» που πρέπει (μεσοπρόθεσμα ή/και μακροπρόθεσμα) να τις θεωρούμε προσωρινές. Σημαίνει αυτό ότι θα πρέπει να κατρακυλίσουμε σε έναν σχετικισμό άνευ όρων ή ακόμα και στην αναβίωση δεισιδαιμονιών και προκαταλήψεων; Όχι, καθόλου! Σημαίνει όμως ότι δεν έχουμε κανένα λόγο να θυσιάζουμε την αξία γνώσεων (και τρόπων μάθησης) που θεωρούνται «εκτός επιστήμης» ή να τις/τους θεωρούμε υποχρεωτικά δευτερεύουσες / δευτερεύοντες. Μάλλον έχουμε πολλούς λόγους να ξανακρίνουμε αυτές τις γνώσεις κι αυτούς τους τρόπους, και μάλιστα να δημιουργήσουμε εκείνες τις γνωσιακές απαιτήσεις και τους μαθησιακούς προσανατολισμούς που θα αφήνουν ανοικτά περισσότερα ενδεχόμενα απ’ αυτήν την τόσο επιβλητική αλλά και τόσο αυτοαναφορική επιστήμη.

Το δεύτερο ζήτημα αφορά το κόστος της επιστήμης, των ερευνών της, των συμπερασμάτων και των εφαρμογών της. Βρισκόμαστε μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο, και ξέρουμε ότι τίποτα «επιστημονικό» δεν παράγεται έξω απ’ τα μεγάλα πορτοφόλια, είτε των κρατικών προϋπολογισμών είτε των επιχειρηματικών σχεδιασμών. Αλλά, σε τελευταία ανάλυση, αυτές οι τεράστιες ποσότητες χρήματος που πηγαίνουν στην όποια «επιστημονική έρευνα» έχουν υπεξαιρεθεί απ’ την εργασία, απ’ τη διάχυτη κοινωνική εργασία και δημιουργικότητα. Κι ωστόσο, σαν εργάτες, δεν έχουμε όχι τον πρώτο και τον τελευταίο (όπως θα έπρεπε) αλλά κανένα λόγο για την χρηματοδότηση των τεχνοεπιστημόνων.

Προφανώς υπάρχει ένα πολύ σοβαρό ζήτημα εδώ, που μπορεί να ονομαστεί ταξικό. Στην καθαρά θεωρητική περίπτωση που οι επιστήμες θα ανακάλυπταν και δε θα κατασκεύαζαν Αλήθειες, και στον βαθμό που αυτές οι Αλήθειες θα ήταν κοινωνικά χρήσιμες, θα μπορούσαμε να παραιτηθούμε απ’ τον έλεγχο του «τι κοστίζει τι», δείχνοντας εμπιστοσύνη στους επιστήμονες… Αλλά δε συμβαίνει τίποτα απ’ τα δύο, και δεν υπάρχει κανένα περιθώριο είτε στους επιστήμονες είτε στους άμεσους χρηματοδότες τους για να μας πείσουν ότι συμβαίνει. Οι επιστήμονες κατασκευάζουν Αλήθειες, και μάλιστα με άγνωστα κίνητρα· και αυτές οι κατασκευές είναι ανεξέλεγκτες (και, σε πολλές περιπτώσεις, γνωστά όπλα στα χέρια των σφετεριστών του κόσμου).

Συνεπώς, ένα ανταγωνιστικό γνωσιολογικό κίνημα, θα πρέπει στην εξέλιξή του να δημιουργήσει τις δικές του σταθερές μορφές αντι-έρευνας. Και θα πρέπει να εργαστεί, μαζί με τα υπόλοιπα, για τον διαρκή έλεγχο των επιστημών και των επιστημόνων. «Τι», για «ποιο σκοπό», και με «ποιο τίμημα»: το να απομυθοποιήσουμε τις επιστήμες σημαίνει να πάρουμε τον κόσμο απ’ το σκόπευτρό τους, και να τον ξαναβάλουμε εκεί που πραγματικά είναι. Στην αιτία τους, στην αφετηρία τους.

]]>