ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp Συλλογικά συγκροτημένη διαδικασία έρευνας και δράσης για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης και της παρακμής του υπάρχοντος μοντέλου εκπαίδευσης· και, ταυτόχρονα, επανασύνδεσης της κριτικής με την (και ενάντια στην) συγκυρία (γνωσιολογική, ιδεολογική, πειθαρχική) της «χρήσιμης καπιταλιστικά γνώσης». Sat, 23 May 2026 13:46:50 +0000 en-US hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://gameover.zp/wp-content/uploads/2012/06/cropped-11954387511887014124johnny_automatic_fly.svg_.med_-32x32.png ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp 32 32 είναι τα email προσωπική υπόθεση; https://gameover.zp/2017/01/31/%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%b1-email-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%cf%89%cf%80%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%85%cf%80%cf%8c%ce%b8%ce%b5%cf%83%ce%b7/ Tue, 31 Jan 2017 16:31:42 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2355  Afisa_email

 

Θυμάται κανείς την άλλοτε κατάπτυστη τακτική του ανοίγματος της αλληλογραφίας από τις αρχές; Κι όμως αυτό ακριβώς συμβαίνει με την ηλεκτρονική αλληλογραφία (και όχι μόνο αυτή). Το πέρασμα από τα γράμματα στα email έγινε ταυτόχρονα με μια αλλαγή στον τρόπο πληρωμής των υπηρεσιών αυτών. Ενώ στα παραδοσιακά ταχυδρομεία πλήρωνε κανείς αγοράζοντας γραμματόσημα, στις αντίστοιχες εταιρείες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (ή τουλάχιστον στις πιο διαδεδομένες από αυτές) η πληρωμή γίνεται με τις πληροφορίες που εμπεριέχουν τα email αυτά.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει συνολικά με την ιντερνετική επικοινωνία. Οι περισσότερες πληροφορίες που ανταλλάσουν οι άνθρωποι on-line συλλέγονται, επεξεργάζονται και υπόκεινται σε ένα σωρό συσχετίσεις από αντίστοιχες εταιρείες, μέχρις ότου στο τέλος να καταλήξουν σε ορισμένα συμπεράσματα που θα είναι χρήσιμα για την βελτίωση μιας on-line υπηρεσίας, για τη διαφήμιση, για τις δημοσκοπήσεις ακόμα και για τις αρχές, όπως έγινε ευρέως γνωστό πριν από 4 χρόνια.

Στους όρους χρήσης της gmail μπορεί κανείς να βρει αυτή τη χαρακτηριστική αναφορά από την Google: «Τα αυτόματα συστήματά μας αναλύουν το περιεχόμενό σας (συμπεριλαμβανομένων των email) για να σας παρέχουν εξατομικευμένες δυνατότητες του παρεχόμενου προϊόντος, όπως αποτελέσματα αναζήτησης, εξατομικευμένη διαφήμιση και προστασία από ανεπιθύμητη αλληλογραφία και κακόβουλο λογισμικό.»

Φυσικά όλη αυτή η καταγραφή και η ανάλυση του περιεχομένου δεν θα μπορούσε παρά να γίνεται για το καλό των χρηστών. Πώς αλλιώς θα σας προστάτευε η yahoo από τα κακόβουλα mail; Πώς θα σας οργάνωνε το inbox σας η gmail για να μην πελαγώνετε με το πλήθος των εισερχομένων; Πώς θα σας πρότεινε το youtube να δείτε βιντεάκια που μόνο εσάς μπορεί να ενδιαφέρουν; Και επιπλέον, πώς αλλιώς θα μπορούσατε να λάβετε μέρος σε αυτό που λέγεται «εξατομικευμένη διαφήμιση» – για τη διευκόλυνση των δικών σας αγορών φυσικά.

Υπάρχουν βέβαια και αντιδράσεις, ειδικά σε ότι αφορά χρήστες άλλων (συχνά επί πληρωμή) υπηρεσιών, οι οποίες υποτίθεται ότι εγγυώνται την ασφάλεια και την ιδιωτικότητα του περιεχομένου της αλληλογραφίας. Και λέμε υποτίθεται γιατί η gmail παραδέχεται ότι σκανάρει όλα τα email που περνάνε από αυτήν, είτε προέρχονται από δικούς της χρήστες, είτε άλλων εταιρειών.

Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν μπορεί να διανοηθεί το εύρος της επεξεργασίας και το πλήθος των τομέων που μπορεί να χρησιμεύσουν οι πληροφορίες της επικοινωνίας του. Το σίγουρο όμως είναι αυτό: σε καμία περίπτωση η on-line επικοινωνία δεν αποτελεί ιδιωτική υπόθεση.

]]>
Από το πανεπιστήμιο στο εικονικό πολυ-επιστήμιο (μέρος β) https://gameover.zp/2013/12/30/%ce%b1%cf%80%cf%8c-%cf%84%ce%bf-%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%80%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%ae%ce%bc%ce%b9%ce%bf-%cf%83%cf%84%ce%bf-%ce%b5%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85/ Mon, 30 Dec 2013 15:58:52 +0000 http://gameoversite.gr/?p=544 Από το πανεπιστήμιο στο εικονικό πολυ-επιστήμιο (μέρος α)

Don’t sleep. There are games.1

Σ’ ένα πρόσφατο ακαδημαϊκό άρθρο (για την ακρίβεια, μεταγραφή ομιλίας από συνέδριο για τα ηλεκτρονικά παιχνίδια), ο συγγραφέας του εξέφραζε την αγανάκτησή του σχετικά με την κατεύθυνση που δείχνει να παίρνει το λεγόμενο gamification και ειδικότερα με τον τρόπο που οι σχεδιαστές των αντίστοιχων εφαρμογών εκμεταλλεύονται τις δυνατότητες πειθούς που τους προσφέρουν τα παιχνίδια (περισσότερες λεπτομέρειες για το gamification μπορούν να βρεθούν στο προηγούμενο τεύχος του Game Over). Αντίθετα απ’ ό,τι θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από την παραπάνω περιγραφή, η κριτική του δεν εστιάζεται στην «αθέμιτη» χρήση ηλεκτρονικών εφαρμογών για να εντυπωθούν τα κατάλληλα μηνύματα στο μυαλό των παικτών – χρηστών. Η στόχευσή του δείχνει προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Το gamification, κατά τα λεγόμενά του, βρίσκεται ακόμα σε μια ανώριμη φάση, από την άποψη της ορθής σχεδίασης, τσαλαβουτώντας στα ρηχά νερά απλοϊκών τεχνικών για την προσέλκυση των χρηστών, όπως η απονομή ανταμοιβών κάθε φορά που ο παίκτης επιτυγχάνει έναν στόχο. Αν οι σχεδιαστές θέλουν να κάνουν ακαταμάχητο το μήνυμα που οφείλει να μεταβιβάζει ένα παιχνίδι (και το κατά πόσον ένα τέτοιο μήνυμα πρέπει να υφίσταται δεν τίθεται καν υπό ερώτηση), τότε καλά θα κάνουν να εκμεταλλευτούν πλήρως τη δομή των παιχνιδιών καθώς και τα πολλαπλά επίπεδα λειτουργίας τους. Από τη δημιουργία ενός αισθητικά ελκυστικού κόσμου μέχρι την ενσωμάτωση μιας γοητευτικής αφηγηματικής ροής καθώς και την παροχή της δυνατότητας στους παίκτες να επιστρατεύουν βραχυπρόθεσμες τακτικές και μακροπρόθεσμες στρατηγικές.

Για του λόγου το αληθές, ο ίδιος προσφέρει ένα παράδειγμα ζωής. Όταν η εκστρατεία για τη μείωση της κατανάλωσης junk food στα αμερικάνικα σχολεία απέτυχε, με ολόκληρους κάδους απορριμάτων να γεμίζουν από αδιάθετο υγιεινό φαγητό και τους μαθητές να «εξεγείρονται», απαιτώντας την επαναφορά των αγαπημένων τους cheeseburger, τότε η εταιρεία του έσπευσε σε βοήθεια. Η εφαρμογή που σχεδίασε για να μάθουν οι μαθητές το μήνυμά του(ς) είχε τη μορφή ενός παιχνιδιού, μέσω του οποίου μπορούσαν να αποκτήσουν γνώσεις γύρω από το θερμιδικό και διατροφικό περιεχόμενο κάθε τροφής και τις ανάλογες επιπτώσεις της στο σώμα. Φυσικά, με την κατάλληλη, πιο λεπτεπίλεπτη και διακριτική σχεδίαση και όχι μόνο μέσω της επαναληπτικής συσσώρευσης πόντων.

Δεν είναι εδώ ο χώρος για μια βαθύτερη και πιο εκτεταμένη ανάλυση του gamification κι εύλογα θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς για το λόγο που χρησιμοποιούμε τα παιχνίδια ως σημείο εκκίνησης για να μιλήσουμε για την εκπαίδευση. Μέχρι πολύ πρόσφατα, η παιγνιώδης προσέγγιση του προς εκμάθηση υλικού εθεωρείτο ως (και εκ των πραγμάτων ήταν) εξοβελιστέα πρακτική στα πλαίσια του επίσημου εκπαιδευτικού συστήματος ή εν πάση περιπτώσει κατείχε μόνο περιθωριακή θέση μέσα στις κατάλληλα υποδεδειγμένες ώρες του ημερήσιου προγράμματος. Η παρατηρούμενη σύγκλιση και διαπλοκή μεταξύ παιχνιδιού κι εκπαίδευσης, είτε της ανεπίσημης, μέσω του gamification και του edutainment, είτε ακόμα και της (έστω κι «ανορθόδοξης») επίσημης, όπως οι εξετάσεις εισαγωγής υπό τη μορφή παιχνιδιού που αναφέρθηκαν στο πρώτο μέρος του άρθρου, συνιστά μια ανεπαίσθητη προς το παρόν μεταβολή. Ωστόσο, δεν παύει να είναι ενδεικτική ευρύτερων μετατοπίσεων στο πεδίο της εκπαίδευσης και όχι μόνο. Τέτοιου είδους αλλαγές σε μεθοδολογίες και πρακτικές, που από πρώτη ματιά ενδεχομένως φαντάζουν ασήμαντες και τετριμμένες, μπορούν να αποτελέσουν ένα πρισματικό σημείο διαμέσου του οποίου διαθλώνται στις συνιστώσες τους κατά πολύ ευρύτερα και βαρύνουσας σημασίας δίκτυα σημασιοδοτήσεων, ρυθμίσεων και κανονικοτήτων. Κατ’ αυτή την έννοια, συνιστούν και τόπους συμπύκνωσης και τομής εξελικτικών γραμμών γραμμών που μας έρχονται από το παρελθόν όσο και αφετηρίες ανάλυσης και ψηλάφησης δυνατοτήτων που διανοίγονται προς το μέλλον.

Πριν στρέψουμε το βλέμμα μας προς το μέλλον, σε αυτό το σημείο θα ήταν χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ορισμένα πράγματα για την ιστορική καταγωγή του πανεπιστημίου, προβαίνοντας αναγκαστικά σε ορισμένες γενικεύσεις και σχηματοποιήσεις. Η ιστορία του υπάρχοντος (αν και αποδιαρθρούμενου) μοντέλου του πανεπιστημίου μετράει μόλις λίγες δεκαετίες ζωής. Για την ακρίβεια, αυτό που οι περισσότεροι σήμερα βιώνουν ή έχουν βιώσει ως μαζικό και βιομηχανικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει ως γενέθλια χρονολογία του τις δεκαετίες αμέσως μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ο θεσμός του πανεπιστημίου διαπνεόταν ακόμα από τις αντιλήψεις του κλασσικού αστικού φιλελευθερισμού ο οποίος αρεσκόταν να κατανοεί τον εαυτό του ως αποκρυστάλλωση ενός εναρμονιστικού και συνθετικού ιδεώδους. Σύμφωνα με αυτό το ιδεώδες, ο κόσμος εξακολουθούσε να αποτελεί μια εύτακτη και έλλογα προσβάσιμη ολότητα η οποία όφειλε να κατανοηθεί μέσω της επιστράτευσης των επιστημών. Το σημείο αυτό έχει τη σημασία του, καθώς τότε, ιδίως στη Γερμανία (μήτρα αυτού του μοντέλου), δεν είχαν κοπάσει πλήρως οι διαμάχες γύρω από το θρησκευτικό ζήτημα, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό ακόμα και με μία επί τροχάδην ανάγνωση στοχαστών όπως ο Μαρξ ή ο Νίτσε. Εδώ βρίσκεται η αρχή του χουμπολτιανού διαχωρισμού ανάμεσα σε επιστήμες του πνεύματος (Geisteswissenschaften) και επιστήμες της φύσης (Naturwissenschaften), ενός διαχωρισμού που ωστόσο δεν υπονοούσε την ύπαρξη στεγανών ανάμεσα σε αυτές τις δύο σφαίρες. Και οι δύο υπάγονταν στην επικράτεια του Ορθού Λόγου, που με την κατάλληλη άσκηση και πειθαρχία μπορεί να συναγάγει από πρώτες αρχές αναντίρρητα αποτελέσματα. Καθήκον της πανεπιστημιακής διδασκαλίας ήταν να αναδείξει την ενότητα τους. Αυτά σε ένα πιο φιλοσοφικό επίπεδο. Αν θέλουμε να κάνουμε τις αντίστοιχες πολιτικές και κοινωνικές αναγωγές, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κυρίαρχη ήταν η ιδεολογική λειτουργία του πανεπιστημίου προς διπλή κατεύθυνση. Προς το εσωτερικό κάθε κράτους, το επιδιωκόμενο ήταν η μόρφωση του αστού πολίτη, ενώ προς το εξωτερικό, η σφυρηλάτηση μιας εθνικής ταυτότητας και η ανάδειξη της ιστορικής συνέχειας του έθνους, από τη στιγμή που είχαν καταρρεύσει ήδη ή βρίσκονταν υπό κατάρρευση οι ενοποιήσεις και οι διαχωρισμοί στη βάση θρησκευτικών πεποιθήσεων.

Το κατά βάση ελιτίστικο μοντέλο του 19ου αιώνα, με την περιορισμένη πρόσβαση στο πανεπιστήμιο και με τη διακριτική απόσταση που αυτό τηρούσε απέναντι στις πρακτικές της μανιφακτούρας, φαντάζει ξένο και ανοίκειο, αν ως μέτρο αναφοράς έχει κανείς το υπάρχον μοντέλο. Η πραγματικά μεγάλη τομή που φέρνει το εκπαιδευτικό σύστημα εν συνόλω και το πανεπιστήμιο ειδικότερα εγγύτερα προς τη σημερινή του δομή συντελέστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Όχι τυχαία, συνέπεσε με την αναδιοργάνωση της παραγωγής στη λογική του φορντικού εργοστασίου και στη βάση της ταιηλορικής μεθοδολογίας οργάνωσης της εργασίας. Τη στιγμή που οι μηχανές της μαζικής παραγωγής και οι συμπεριφορές της μαζικής κατανάλωσης έπαιρναν μπρος, ο κλασσικός αστικός φιλελευθερισμός με τα αριστοκρατικά του κατάλοιπα υποχωρεί για να δώσει τη θέση του σε αυτόν της μαζικής δημοκρατίας. Καθώς σταδιακά κυριαρχεί ένα αναλυτικό και συνδυαστικό σχήμα σκέψης, τα μεγάλα και ολοποιητικά συστήματα του προηγούμενου αιώνα χάνουν την αίγλη τους. Το Όλο πλέον οφείλει να συλλαμβάνεται μέσω της κατάτμησής του σε μια μάζα από εναλλάξιμα και κατ’ αρχήν ισότιμα στοιχεία. Η φιγούρα του πολίτη των ίσων δικαιωμάτων απέναντι σε ένα απρόσωπο, ορθολογικό και γραφειοκρατικά οργανωμένο κράτος κάνει την εμφάνισή του εδώ. Στο πεδίο της παραγωγής, η γνώση του μάστορα μεταφέρεται στο σχεδιαστήριο του εργοστασίου και στο εργαστήριο του πανεπιστημίου.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι σε προ-ταιηλορικές μορφές οργάνωσης της εργασίας, η εκπαίδευση των εργατών και η μετάδοση γνώσεων δεν γινόταν αποκλειστικά μέσα από μια διαδικασία εμπειρικής μάθησης στον χώρο εργασίας. Ο αριθμός των εργατικών θεσμών και οργανώσεων εκπαίδευσης που αναλάμβαναν την κοινοποίηση επιστημονικών ανακαλύψεων και τη σύνδεσή τους με πρακτικές στον χώρο εργασίας δεν ήταν διόλου αμελητέος. Από αυτό το σημείο και πέρα όμως, το πανεπιστήμιο αναλαμβάνει ξεκάθαρα τα ηνία και οργανώνεται όλο και περισσότερο γύρω από τη λογική του εργοστασίου, με προφανή το ρόλο που καλείται να παίξει στο διαχωρισμό χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας. Κατάτμηση των γνωστικών πεδίων σε όλο και αυξανόμενους επιμέρους κλάδους, αυστηρή οργάνωση του προγράμματος, απρόσωπη και «αξιοκρατική» αντιμετώπιση των μαθητευομένων με βάση ενιαία και ομοιογενή κριτήρια, φιλτράρισμα, κανονικοποίηση και κατηγοριοποίηση των φοιτητών ανάλογα της αποδότικότητάς τους (που επί της ουσίας μεταφράζεται ως ικανότητα προσαρμογής σε μια πειθαρχική διαδικασία) κ.ο.κ.

Η πρακτική της βαθμολόγησης, ως μέθοδος μέτρησης της αποδοτικότητας, πέρα από τον σαφή πειθαρχικό της ρόλο, είχε κι ένα ισχυρό (αν και περισσότερο αφανές πλέον) ιδεολογικό φορτίο. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο σήμερα, η έννοια της νοημοσύνης (και δη της μετρήσιμης) δεν κατάγεται από τον κλάδο της ψυχολογίας, αλλά από αυτόν της βιολογίας. Ήταν οι εξελικτικοί βιολόγοι αυτοί που πρώτοι έκαναν χρήση του συγκεκριμένου όρου (intelligence) στην προσπάθειά τους να εντάξουν σε μια ενιαία κατηγορία και κλίμακα τα ζώα και τον άνθρωπο. Σε μια ανταγωνιστική φύση όπου κάθε οργανισμός βρίσκεται υπό τη συνεχή πίεση της επιβίωσης, αυτό που διαχωρίζει τα επιτυχημένα από τα αποτυχημένα είδη είναι ο βαθμός της ευφυίας τους που όμως σε όλα παραμένει της ίδιας ποιότητας. Δεν είναι δύσκολο να μαντέψει κανείς τη λογική προέκταση αυτού του σχήματος. Ο δείκτης νοημοσύνης ενός ανθρώπου (υποτίθεται ότι) μετρούσε τις ικανότητες προσαρμοστικότητας του και τις δυνατότητες ανέλιξής του στην κοινωνική ιεραρχία. Το μεγάλο πειραματικό εργαστήριο εφαρμογής τέτοιου είδους μετρήσεων δεν ήταν άλλο από το μαζικό και υποχρεωτικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Η επόμενη σημαντική αναδιάρθρωση του πανεπιστημίου, της οποίας οι αναταράξεις συνεχίζονται μέχρι σήμερα, ξεκίνησε τις δεκαετίες του 60 και του 70, συμβαδίζοντας και πάλι με μια εξίσου βαθιά αναδιοργάνωση στις μεθόδους παραγωγής, μετά την εισαγωγή των τεχνολογιών της ρομποτικής, της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιακών δικτύων.2 Οι διευρυμένες αντιστάσεις εκείνων των δεκαετιών, στο στόχαστρο των οποίων μπήκαν και όλοι οι πειθαρχικοί θεσμοί και οι πρακτικές του εγκλεισμού, σε συνδυασμό με την κεντρικότητα που λαμβάνει η υψηλή τεχνολογία για τις επιχειρήσεις έντασης κεφαλαίου (για τις οποίες η ανθρώπινη εργασία, εξειδικευμένη και ανειδίκευτη, παίζει ακόμα μεγαλύτερο ρόλο) έκαναν φανερή την αδυναμία του προηγούμενου μοντέλου να λειτουργήσει ως αυτό που απλά λέγεται μηχανισμός αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Ακόμα και στο γνωσιολογικό επίπεδο, η αντίληψη που θέλει τον εργάτη να εξασφαλίζει ένα αξιόπιστο σώμα γνώσεων μετά από μερικά χρόνια εκπαίδευσης σε συγκεκριμένη ηλικία αδυνατεί να συμβαδίσει με την απαίτηση της πολυλειτουργικότητας στους εργασιακούς χώρους και της συνεχούς επανεκπαίδευσης.

Απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις, η απάντηση του κράτους δεν ήταν η επιμονή σε παλιές συνταγές. Ενώ φαινομενικά αποσύρεται από τον ρόλο του κεντρικού διαχειριστή ενός μονολιθικού και γραφειοκρατικά οργανωμένου θεσμού εκπαίδευσης που απορροφά τεράστια κονδύλια, την ίδια στιγμή συναρτά άμεσα την (ενίοτε κατακερματισμένη και όχι λιγότερο κρατική) χρηματοδότηση των πανεπιστημίων με σκληρά κριτήρια οικονομικής αποδοτικότητας, Έτσι εισάγεται κι ένα μέτρο αυτο-πειθάρχησης τους. Με τις εξής δύο συνέπειες. Από τη μία, μετατρέπονται στους κατεξοχήν τόπους φτηνής ερευνητικής εργασίας που έχουν την πολυτέλεια να δοκιμάζουν ακριβές τεχνολογικές ιδέες, πριν αυτές βγουν στην αγορά μέσω των θυγατρικών τους spin-off. Από την άλλη, το κόστος της εκπαιδευτικής τους λειτουργίας συρρικνώνεται (μέσω της περαιτέρω τυποποίησης της και της απίσχνανσης των αντίστοιχων δομών) και σταδιακά μεταφέρεται προς τους ίδιους τους εκπαιδευόμενους, ως επένδυση που οφείλουν να κάνουν στο γνωσιακό τους κεφάλαιο. Πρόκειται για εξελίξεις που δεν επιβλήθηκαν μόνο με το βαρύ χέρι της καταστολής, αλλά και με το βαμβακερό άγγιγμα της ιδεολογίας. Ανάμεσα στ’ άλλα, την δική τους παρακμή μέσα στα πανεπιστήμια γνωρίζουν και οι παραδοσιακές πειθαρχικές τους μέθοδοι. Στη λογική της δια βίου μάθησης, ο εγκλεισμός ενός δικτυωμένου εκπαιδευόμενου μέσα σε τέσσερις τοίχους, αν και συχνά αυτο-επιβαλλόμενος, στην πράξη έχει καταστεί πλέον περιττός. Και το εκ των προτέρων ντρεσσάρισμά του μέσα από πρακτικές μαζικής και ομοιογενούς αξιολόγησης μοιάζει όλο και περισσότερο με παρωχημένη πρακτική και κατάλοιπο του φορντικού παρελθόντος. Στη μετα-φορντική συνθήκη της ακραίας εξατομίκευσης, η πρόληψη δια της εσωτερίκευσης φαντάζει πιο αποδοτική.

Θα κλείσουμε κάνοντας μια σύνδεση με τα MOOC (massive open online courses) που αναφέραμε στο πρώτο μέρος του άρθρου και με το gamification με το οποίο ξεκινήσαμε αυτό το μέρος. Συχνά – πυκνά, τόσο τα MOOC όσο και το gamification αντιμετωπίζονται ως επαναστατικές ρήξεις εντός ενός αγκυλωμένου εκπαιδευτικού συστήματος που θα το απαλλάξουν από τους περιορισμούς που επιβάλλει (γεωγραφικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς κτλ) και που θα μετατρέψουν τη μάθηση σε μια ευχάριστη διαδικασία. Για το κατά πόσον το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα είναι αγκυλωμένο, δεν θα διατυπώσουμε αμφιβολίες. Ωστόσο, βλέποντάς το στην ιστορική του εξέλιξη, οφείλουμε να κάνουμε μερικές ερωτήσεις; Όταν ένα συγκεκριμένο εκπαιδευτικό υλικό παρέχεται σε δόσεις, ακριβώς το ίδιο, σε δυνητικά χιλιάδες «καταναλωτές», μπορούμε να μιλήσουμε για μια διαδικασία τυποποίησης και μηχανοποίησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας; Όταν τώρα ο καταναλωτής του αυτο-εκπαιδεύεται μπροστά από μια οθόνη για να αποκτήσει γνώσεις που θα του χρειαστούν στην αγορά εργασίας, ακόμα κι αν δεν καταβάλλει κανένα τίμημα, μπορούμε να πούμε ότι σταδιακά αναλαμβάνει ο ίδιος το κόστος της εκπαίδευσής του; Όταν στη συνέχεια καλείται να βαθμολογήσει ο ίδιος γραπτά των διαδικτυακών συμφοιτητών του (έχει γίνει κι αυτό), τότε μιλάμε για χαλάρωση της πειθαρχίας ή για επίταση του ελέγχου; Κι αν όλα τα παραπάνω δεν συνοδεύονται από το κνούτο του δασκάλου, αλλά από την ηδονική έξαψη του gaming, πόσο απέχει αυτό από έναν ιδιότυπο μαζοχισμό;

  1. Παράφραση του Don’t sleep. There are snakes. Παιγνιώδης φράση που χρησιμοποιούν συχνά, αντί του τυπικού καληνυχτίσματος, μέλη της φυλής των Πιραχά του Αμαζονίου. Βλ. το ομώνυμο βιβλίο. ↩
  2. Μία μικρότερη είχε προηγηθεί τα χρόνια αμέσως μετά τον δεύτερο παγκόσμιο, όταν κι έλαβε χώρα η πραγματική μαζικοποίηση του πανεπιστημίου. ↩
]]>
System Theory https://gameover.zp/2013/06/30/system-theory-%ce%b8%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%83%cf%85%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%89%ce%bd/ Sun, 30 Jun 2013 17:30:41 +0000 http://gameoversite.gr/?p=572
Από τα ερευνητικά του Β’ παγκοσμίου στην κυβερνητική

Λέγεται ότι όλες οι σύγχρονες ηλεκτρονικές τεχνολογίες και οι θεωρίες που τις συνοδεύουν γεννήθηκαν μέσα από τα ερευνητικά προγράμματα του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Το πολεμικό κλίμα της εποχής εντατικοποίησε την έρευνα και έφερε σε συνεργασία επιστήμονες από τελείως διαφορετικούς κλάδους για την αντιμετώπιση σύνθετων προβλημάτων. Συγκεκριμένα δύο είναι οι άνθρωποι που έχουν μείνει στην ιστορία περισσότερο από κάθε άλλον μέσα από αυτά τα ερευνητικά, ο Claude Shannon, ο οποίος θεωρείται πατ­έρας της θεωρίας της πληροφορίας και ο Norbert Wiener, ο οποίος διατύπωσε την «κυβερνητική».

Ο Wiener ήταν ήδη γνωστός μαθηματικός (δίδασκε στο ΜΙΤ) και είχε εμπειρία από τα ερευνητικά εργαστήρια του στρατού στο Aberdeen κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, ο Wiener συνεργάστηκε με τον νευροφυσιολόγο Arturo Rosenblueth της Ιατρικής Σχολής του Harvard σε μια ερευνητική προσπάθεια, που με την βοήθεια του νεαρού μηχανικού Julian Bigelow, οδήγησε στην ανάπτυξη κάποιων αυτοματισμών για αντι-αεροπορικά οπλικά συστήματα. Μέσα από τη δουλειά τους αυτή άρχισε να αναπτύσσεται μια καινούργια επιστημονική περιοχή, στην οποία ζητούμενο ήταν να διατυπωθεί ένα κοινό μεθοδολογικό πλαίσιο ανάλυσης διαφορετικών “συστημάτων συμπεριφοράς”: των ανθρώπων, των ζώων και των μηχανών.

Ο Wiener στο βιβλίο που θα εκδώσει το 1948 με τίτλο «κυβερνητική: έλεγχος και επικοινωνία στα ζώα και τις μηχανές» και στο πιο εκλαϊκευμένο «κυβερνητική και κοινωνία» δύο χρόνια αργότερα, θα διατυπώσει τις βασικές αρχές της νέας αυτής επιστημονικής περιοχής. Κεντρική ιδέα πίσω από την κυβερνητική υπήρξε η ομοιότητα μεταξύ ζωντανών οργανισμών και τεχνολογικών μηχανισμών, μία ομοιότητα που μοντελοποιήθηκε με τις έννοιες του συστήματος, της ομοιόστασης [ref]Η ομοιόσταση στη βιολογία ορίζεται ως η ικανότητα του ζωντανού οργανισμού να διατηρεί σταθερές τις συνθήκες του εσωτερικού του περιβάλλοντος (θερμοκρασία, συγκεντρώσεις διάφορων συστατικών κτλ.).[/ref] και της ανάδρασης (ή ανατροφοδότησης). Ένα κλασσικό παράδειγμα αναλογίας ζωντανού οργανισμού και μηχανής είναι το εξής: o θερμοστάτης για το “σύστημα θέρμανσης” του δωματίου είναι ένας “μηχανισμός ανάδρασης”, που παίρνει τιμές από ένα θερμόμετρο και αντίστοιχα ρυθμίζει την θερμοκρασία. Με τον ίδιο τρόπο στο “σύστημα θέρμανσης” του σώματος ο εγκέφαλος παίρνει σήμα από τους “θερμοϋποδοχείς” του δέρματος και ανατροφοδοτεί το σύστημα μέσω των ιδρωτοποιών αδένων και των αιμοφόρων αγγείων.

 

Από την κυβερνητική στη θεωρία συστημάτων

Πολλοί επιστήμονες θα συνδράμουν στην εξέλιξη αυτών των αντιλήψεων, μέχρις ότου να διευρυνθεί αυτός ο τομέας και να αποκτήσει το όνομα «επιστήμη των συστημάτων», με την κυβερνητική να παραμένει ένα υποσύνολό της το οποίο επικεντρώνεται στη μελέτη κυβερνητικών συστημάτων. Αυτή η εδραίωση θα σημαδευτεί από το βιβλίο «γενική θεωρία των συστημάτων: βάσεις, εξέλιξη, εφαρμογές»[ref]Ο τίτλος στα αγγλικά είναι «General System Theory» και παρόλο που στην ελληνική βιβλιογραφία συναντάται συνήθως ως «Γενική Θεωρία των Συστημάτων», μπορεί να μεταφραστεί και «Θεωρία των Γενικών Συστημάτων». Το παιχνίδι με τις λέξεις εδώ δεν είναι τυχαίο καθώς οι δύο αυτές μεταφράσεις αντικατοπτρίζουν συχνά τον διαφορετικό τρόπο που προσεγγιζόταν το ζήτημα από τους εκάστοτε ερευνητές. Εμείς θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πρώτη εκδοχή αντιστοιχεί περισσότερο στην ιδεολογία του πράγματος, ενώ η δεύτερη ενδεχομένως σε πιο πρακτικές εφαρμογές.[/ref] του βιολόγου Ludwig von Bertalanffy που θα εκδοθεί το 1968 και θα αποτελέσει σημείο αναφοράς από εκεί και πέρα. Δεν είναι εδώ ο χώρος για να εξιστορήσουμε όλη αυτήν την πορεία, άλλωστε ένα καλό googlάρισμα είναι αρκετό για να κατατοπιστεί κανείς. Αξίζει όμως να σημειώσουμε κάποια βασικά στοιχεία της θεωρίας συστημάτων για να μπορέσουμε να κάνουμε και δυο σχόλια πάνω σε αυτά.

Η βασική λογική που διέπει όλες αυτές τις αντιλήψεις ξεκινάει από το εξής αξίωμα: όλα είναι σύστημα. Από τη μεγακλίμακα των πλανητών και των γαλαξιών μέχρι την μικροκλίμακα των κβάντων και από την άβυσσο της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, μέχρι τη μελέτη της οικονομίας, όλα μπορούν να περιγραφούν και να αναλυθούν με όρους συστήματος. Το σύστημα ορίζεται σαν ένα πλέγμα στοιχείων μαζί με τις σταθερές αλλά και τις απροσδόκητες σχέσεις μεταξύ αυτών των στοιχείων, οι οποίες αναδύονται κατά τη λειτουργία του συστήματος.

Υπάρχουν τρία πράγματα να σημειώσουμε εδώ. Πρώτον, κάθε σύστημα έχει κάποιου είδους συνάφεια ή ενότητα που επιτρέπει τη διάκρισή του από άλλα συστήματα και την αντιμετώπισή του ως οντότητα. Έτσι ένα σύστημα είναι ένα “σύνολο” κατ’ αντιστοιχία με τον τρόπο που αυτός ο όρος χρησιμοποιείται στα μαθηματικά, στα οποία ό,τι είναι κοινό σε ένα σύνολο είναι που το διαχωρίζει από όλα τα άλλα. Δεύτερον, αυτό που συνιστά ένα σύστημα δεν είναι απλά ένα σύνολο από διακριτά μέρη αλλά το γεγονός ότι αυτά τα μέρη είναι αλληλοσυνδεόμενα και αλληλοεξαρτώμενα. Έτσι έμφαση δίνεται όχι στις απλές σχέσεις αιτίου – αιτιατού μεταξύ των στοιχείων, αλλά στην όλη οργάνωση του συστήματος ως συνόλου και όχι κατακερματισμένου. Τρίτον ένα σύστημα μπορεί να αποτελείται από άλλα υπο-συστήματα όπως επίσης και το να είναι μέρος ενός υπερ-συστήματος. Έτσι η λειτουργία κάθε συστήματος (ή υποσυστήματος) πρέπει να κατανοηθεί όχι μόνο σε σχέση με τον τρόπο που τα μέρη του συνδέονται “εσωτερικά” μεταξύ τους, αλλά και “εξωτερικά” με τα μέρη άλλων συστημάτων.

Ας δούμε ένα παράδειγμα για να καταλάβουμε τι είναι όλα αυτά τα θεωρητικά. Έστω ότι ο ανθρώπινος οργανισμός είναι ένα σύστημα που αποτελείται από διακριτά μέρη όπως τα όργανα. Η υγιής λειτουργία του συστήματος ανθρώπινος οργανισμός, προϋποθέτει τη δραστήρια διασύνδεση των οργάνων, μέσω του κυκλοφοριακού συστήματος, το οποίο μεταφέρει το αίμα από την καρδιά στον εγκέφαλο, το συκώτι, τα νεφρά κλπ. Στην τεχνική γλώσσα της θεωρίας συστημάτων, θα έλεγε κανείς ότι το νεκρό σώμα είναι αυτό που στις διασυνδέσεις μεταξύ των μερών του παρατηρείται “διακοπή λειτουργίας”. Επίσης, η υγιής λειτουργία των πνευμόνων του ανθρώπινου συστήματος εξαρτώνται από τον αέρα που εισέρχεται από το εξωτερικό περιβάλλον ή αλλιώς “οικοσύστημα”. Με τη σειρά του το οικοσύστημα μιας περιοχής μπορεί να εξαρτάται από άλλα συστήματα, όπως το κυκλοφοριακό και την εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα από τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων κ.ο.κ.

 

Το ξεπέρασμα της μηχανιστικής αντίληψης

Όλα αυτά μπορεί να πει κανείς ότι είναι εντελώς αυθαίρετα και θα έχει δίκιο. Αλλά πότε η επιστήμη δεν ήταν αυθαίρετη; Από την άλλη όμως, οι ιδέες και οι θεωρίες που παράγονται ανά εποχή είναι άμεσα συνυφασμένες με τις ιστορικές συνθήκες που κυριαρχούν. Η μηχανιστική λογική εδραιωμένη κυρίως μέσα από την δουλειά του Καρτέσιου και του Νεύτωνα αρχίζει από το 1920 και μετά να δέχεται αμφισβητήσεις σε επιστημολογικό επίπεδο με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την θεωρία του χάους την δεκαετία του ’60. Ειδικά μέσα στη δεκαετία του ’60 και ακόμα πιο έντονα το ’70 οι αιτιοκρατικές, μηχανιστικές αντιλήψεις που βλέπουν αίτια και αποτελέσματα να διαδέχονται το ένα το άλλο με έναν γραμμικό τρόπο θα περιοριστούν και θα μετατοπιστούν απ’ το προσκήνιο ως κομμάτια του οικοδομήματος της βιομηχανικής φάσης του καπιταλισμού που πλησιάζει στο τέλος του.

Η θεωρία συστημάτων αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτήν την αλλαγή. Η βασική θεώρηση των επιστημόνων ότι το σύμπαν αποτελείται από κομμάτια, τακτοποιημένα ιεραρχικά, καθένα από τα οποία μπορούν να μελετηθούν ανεξάρτητα, τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η αναγωγή, η ανάλυση δηλαδή του κάθε προβλήματος σε επιμέρους, έως ένα επίπεδο αρκετά “απλό” για να απαντηθεί και ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία να έρθει και η απάντηση στο αρχικό “σύνθετο” ζήτημα, χάνει τo κύρος της σαν πανάκεια σε κάθε πρόβλημα. Από την άλλη μια πιο ολιστική, “οργανική” προσέγγιση που βάζει στο κέντρο της προσοχής της την αλληλεπίδραση θα εγκαθιδρυθεί και θα διαμορφώνει έως ένα βαθμό την επιστημονική έρευνα από εκεί και πέρα.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που οι δεκαετίες του 1960 και 1970, δεκαετίες κοινωνικής αναταραχής και εξεγέρσεων, συνέπεσαν με αυτές τις αλλαγές στην επιστημονική σκέψη. Γιατί οι κοινωνικές εκρήξεις της εποχής με τη δυναμική και την ποιότητά τους απέδειξαν ότι ο κόσμος δε χαρακτηρίζεται σε καμία περίπτωση από “ομοιομορφία”, “τάξη”, “ισορροπία” και “σταθερότητα” (έννοιες τόσο κεντρικές στην μηχανιστική αντίληψη) και ότι χρειάζονται πολλά παραπάνω από μεριάς αφεντικών για να κατανοήσουν την πραγματικότητα των κοινωνικών σχέσεων. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό των ψυχολόγων και των κοινωνιολόγων που βρίσκονταν με κατεβασμένα τα παντελόνια μπροστά σε εκρήξεις που αδυνατούσαν να κατανοήσουν, πόσο μάλλον να προβλέψουν. Κάπως έτσι προέκυψε ότι από το να ψάχνεις τα τραύματα των παιδικών χρόνων ίσως είναι καλύτερο να ψυχολογείς μαζί με τον “ασθενή” τους συγγενείς και τους φίλους του (οι αλληλεπιδράσεις του “ασθενή” με τα μέλη του κοινωνικού συστήματος που ανήκει είναι εξίσου -αν όχι περισσότερο- σημαντικές από τη δράση του ίδιου από μόνου του). Ειδικά η διατύπωση των αναδυόμενων (emergent) ιδιοτήτων ως δομικό στοιχείο των συστημάτων παρουσιάστηκε ως ο πλέον ρεαλιστικός τρόπος για την ανάγνωση των ποιοτικών αλλαγών τόσο σε βιολογικά, όσο και σε κοινωνικά φαινόμενα.

 

Η θεωρία συστημάτων σαν τον κοινό έδαφος της μηχανοποίησης

Ένα βασικό χαρακτηριστικό της θεωρίας συστημάτων είναι ότι από την εποχή του Wiener κιόλας απαιτεί αξιώσεις για τον εαυτόν της ως καθολικού επιστημονικού εργαλείου που δεν περιορίζεται από τους επιμέρους τομείς της επιστήμης. Μπορεί οι οικονομολόγοι να μελετούν οικονομικά συστήματα, οι κοινωνιολόγοι κοινωνικά, οι βιολόγοι βιολογικά, οι φυσικοί φυσικά κ.ο.κ. αλλά όλοι μελετούν συστήματα. Και όλα τα συστήματα (λένε οι συστημικοί θεωρητικοί) έχουν κοινά πρότυπα, κοινές συμπεριφορές και ιδιότητες, οπότε αντίστοιχα πρέπει να δημιουργηθούν και κάποια κοινά εργαλεία στην μελέτη όλων αυτών των διαφορετικών συστημάτων.
Στην ουσία η καινοτομία της θεωρίας συστημάτων ήταν ότι έστρωσε το έδαφος για μια διευρυμένη ποσοτικοποίηση/μαθηματικοποίηση της επιστήμης, που με τα τότε πρότυπα (της φυσικής και κυρίως της θερμοδυναμικής) δεν μπορούσε να επιτευχθεί. Και ήταν τόσο επίκαιρες για την εποχή και τις ανάγκες του υπό αναδιάρθρωση καπιταλισμού αυτές οι ιδέες, που όλοι (ή σχεδόν όλοι) οι επιστήμονες περπάτησαν και περπατούν πάνω σε αυτό το έδαφος, είτε το κάνουν συνειδητά είτε όχι.

]]>
Από το πανεπιστήμιο στο εικονικό πολυ-επιστήμιο (μέρος α) https://gameover.zp/2013/06/30/%ce%b1%cf%80%cf%8c-%cf%84%ce%bf-%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%80%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%ae%ce%bc%ce%b9%ce%bf-%cf%83%cf%84%ce%bf-%ce%b5%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85-2/ Sun, 30 Jun 2013 17:15:48 +0000 http://gameoversite.gr/?p=565

Εξ απαλών πλήκτρων

Ας κάνουμε ένα νοητικό πείραμα, μία προβολή στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Νέος, άρτι αποφοιτήσας από μια σχολή πληροφορικής (μικρού ή μεγάλου κύρους αδιάφορο προς το παρόν), αποφασίζει, μετά από κάμποσα χρόνια προπτυχιακών και μεταπτυχιακών σπουδών, να βγει επιτέλους στην αγορά εργασίας, έχοντας στα χέρια του ένα πτυχίο που (θέλει να) πιστεύει ότι του προσφέρει μια πιστοποίηση γνώσεων. Με τα πολλά, καταφέρνει να βρει μια δουλειά ως νέος προγραμματιστής (junior developer κατά την αργκό σε αυτούς τους χώρους) κι εντάσσεται σε μια από τις ομάδες της εταιρείας. Ως γνωστό, το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στην πραγματικότητα των εργασιακών χώρων και στις μυθολογίες των ακαδημαϊκών εδράνων αποβαίνει αρκετές φορές δύσκολα διαχειρίσιμο. Δύσκολα, αλλά πάντως διαχειρίσιμο, τουλάχιστον για τους περισσότερους. Υπάρχει ωστόσο ένα σημείο πέρα από το οποίο η αντικειμενική αδυναμία της μυθολογίας να ακολουθήσει την πραγματικότητα μεταφράζεται εν τέλει και σε υποκειμενικό αίσθημα δυσφορίας. Πότε συμβαίνει αυτό; Ίσως όταν αυτός ο νέος προγραμματιστής αντιληφθεί ότι ο προϊστάμενος της ομάδας του είναι νεαρότερος από τον ίδιο, έχει μαζέψει μισή δεκαετία από εργασιακή εμπειρία στις πλάτες του και δεν έχει να επιδείξει ούτε ένα πτυχίο.

Σε μερικά χρόνια, τέτοια περίπτωση προϊσταμένου θα μπορούσε να είναι ο 17-χρονος τώρα Nick D’Aloisio. Αυτοδίδακτος προγραμματιστής, ξεκίνησε από τα 15 του να αναπτύσσει μια εφαρμογή για κινητά πάνω σε μια πολύ απλή ιδέα. Σκοπός της εφαρμογής είναι να σαρώνει ειδησεογραφικά άρθρα, να φτιάχνει μια ικανοποιητική περίληψή τους και να παρουσιάζει αυτή τη συντομευμένη εκδοχή τους με κατάλληλο τρόπο στις οθόνες των κινητών, έτσι ώστε να καθίσταται ευκολότερη η περιήγηση στον ωκεανό των ειδήσεων μέσα από μια μικρή οθόνη. Πριν από ένα μήνα περίπου, πούλησε στην Yahoo την εταιρεία που είχε φτιάξει για την προώθηση της εφαρμογής του. Ούτε λίγο ούτε πολύ, το τίμημα που του καταβλήθηκε αγγίζει τα 30 εκατομμύρια δολάρια. Εκτός αυτού, ο Nick θα πρέπει να βρει έναν τρόπο από δω και πέρα να συνδυάζει τις ώρες του σχολείου του με τις ώρες εργασίας του, μιας και η Yahoo, εκτός από το να αγοράσει την εταιρεία του, σκέφτηκε να τον προσλάβει κιόλας. Ακραία και μεμονωμένη περίπτωση ιδιοφυούς εφήβου; Άλλη μια επικο-ηρωική ιστορία επιχειρηματικού δαιμονίου και τεχνολογικής καινοτομίας που ξεκίνησε, ως συνήθως, από κάποιο λιτό και ταπεινό υπόγειο; Ίσως.

Τις ίδιες περίπου μέρες που η είδηση για τον έφηβο Nick έκανε το γύρω του κόσμου, μια άλλη είδηση, αυτή τη φορά από την απέναντι πλευρά του στενού της Μάγχης, εμφανίστηκε με πολύ πιο ήπιους τόνους, κυκλοφορώντας κυρίως σε μέσα πιο ειδικού ενδιαφέροντος. Ένας από τους πρωτοπόρους και γκουρού του διαδικτύου, ονόματι Xavier Niel, αποφάσισε να επενδύσει μερικά εκατομμύρια ευρώ για να ανοίξει μια σχολή εκπαίδευσης νέων προγραμματιστών. Κι επειδή ο Niel κάτι ξέρει από τον τρόπο που λειτουργούν οι επιχειρήσεις τεχνολογικής καινοτομίας, η σχολή του δεν πρόκειται φυσικά να χτιστεί πάνω στα πρότυπα του παραδοσιακού εκπαιδευτικού συστήματος. Καταρχήν, θα είναι δωρεάν, ανοιχτή σε όλους και χωρίς προαπαιτούμενα κατοχής άλλων πτυχίων. Το πρόβλημα της εισαγωγής επιλύεται με έναν μη παραδοσιακά παραδοσιακό τρόπο. Μέσω εξετάσεων. Μόνο που οι εν λόγω εξετάσεις δεν θα περιλαμβάνουν χαρτί και μολύβι ούτε επίλυση των γνωστών σε όλους ασκήσεων. Οι υποψήφιοι θα καλούνται να μπουν στην ιστοσελίδα της σχολής και να δοκιμάσουν τις ικανότητές τους σε μια σειρά παιχνιδιών με αυτούς που καταφέρνουν να ολοκληρώσουν τα παιχνίδια να λαμβάνουν πλέον το χρίσμα του δόκιμου φοιτητή. Και για όσους τελικά καταφέρουν να «μονιμοποιηθούν», η φοίτηση δεν θα περιλαμβάνει ατελείωτες ώρες παρακολούθησης ανιαρών διαλέξεων, αλλά θα επικεντρώνεται κυρίως στη συμμετοχή σε πρότζεκτ, όπου ο καθένας θα μπορεί να μαθαίνει με το δικό του ρυθμό. Συν τοις άλλοις, οι δεξιότητες που θα διδάσκονται δεν θα περιορίζονται σε ένα καθαρά τεχνικό επίπεδο, αλλά θα συνδυάζονται με την ενστάλαξη εκείνων των χαρακτηριστικών που θεωρούνται πολύτιμα σε μια εταιρεία, ήτοι άμεση παραγωγικότητα (productivité immédiate), δια βίου μάθηση (apprentissage permanent) και επένδυση εκ μέρους του εργαζόμενου στο γνωσιακό κεφάλαιο που ο ίδιος φέρει (investissement personnel). Ειρήσθω εν παρόδω, ούτε ο Niel έχει να επιδείξει κάποιο πτυχίο και δεν ενδιαφέρεται να αναγνωριστεί η σχολή του ως επίσημο εκπαιδευτικό ίδρυμα που θα παρέχει κάποιου είδους πιστοποίηση.

Περνώντας τώρα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, εκεί όπου οι αντιφάσεις του υπάρχοντος εκπαιδευτικού συστήματος κάνουν την εμφάνισή τους πιο άγρια, οι εξελίξεις στο πρότζεκτ που λέγεται αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης τρέχουν φυσικά πολύ ταχύτερα. Εδώ και χρόνια, διάφορα πανεπιστήμια είχαν ξεκινήσει να προωθούν την ιδέα του εικονικού πανεπιστημίου, παρέχοντας μέσω διαδικτύου εκπαιδευτικό υλικό είτε δωρεάν είτε επί πληρωμή. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο καιρός έχει ωριμάσει για την επόμενη κίνηση κι έτσι μια σειρά από ακαδημαϊκά ιδρύματα με βαριά ονόματα (ενδεικτικά μόνο, Columbia, Stanford, Princeton, Caltech, Yale, MIT, Harvard, Berkeley, McGill, Univ. of Toronto, Univ. Of Edinburgh, Univ. Of Tokyo) αποφάσισαν να σχηματίσουν «κοινοπραξίες» με σκοπό να προσφέρουν τα λεγόμενα MOOCs (massive open online courses). Όπως λέει και το αρκτικόλεξο, στην απλούστερη εκδοχή, αρκεί να έχει κανείς μία σύνδεση, ώστε να μπει στην ιστοσελίδα που φιλοξενεί τα μαθήματα, να κάνει μια υποτυπώδη εγγραφή και να ξεκινήσει να παρακολουθεί τις βιντεοσκοπημένες διαλέξεις, να συμπληρώνει ενδεχομένως κάποια τεστάκια μετά το πέρας των διαλέξεων και να συμμετέχει στο αντίστοιχο φόρουμ του μαθήματος. Προς το παρόν, τα περισσότερα μαθήματα είναι ανοιχτά άνευ τιμήματος και δεν παρέχουν κάποιου είδους επίσημη πιστοποίηση. Ωστόσο, ήδη κάποια μαθήματα αναγνωρίστηκαν και άρχισαν να προσφέρουν τις λεγόμενες πιστωτικές μονάδες ενώ οι ιδέες για το πώς το όλο εγχείρημα θα καταστεί οικονομικά βιώσιμο και προσοδοφόρο κυμαίνονται από την απλούστερη και προφανή που λέγεται δίδακτρα μέχρι πιο πρωτοποριακές, όπως η εισαγωγή τέλους πιστοποίησης (δηλαδή η καταβολή ενός ποσού για να λάβει κανείς την επίσημη πιστοποίηση), τέλους εξετάσεων (για να μπορεί κανείς να λάβει μέρος στην εξέταση που οδηγεί στην πιστοποίηση), καταβολή ποσών για απόκτηση πρόσβασης σε ειδικό εκπαιδευτικό λογισμικό, η προώθηση «φοιτητών» προς πιθανούς εργοδότες, το λεγόμενο mentoring και άλλα πολλά τέτοια εξωτικά και νόστιμα.

Την ίδια στιγμή που αυτό το «άνοιγμα» της εκπαίδευσης λαμβάνει χώρα κάπου μακριά στην Ευρώπη και κάπου ακόμα πιο μακριά στην Αμερική, σε μια γωνιά των Βαλκανίων, τα συνθήματα που είχε να αντιτάξει το «φοιτητικό κίνημα» απέναντι σε μια ακόμη (και ως το έπακρο «βαλκανικής» κοπής και στόχευσης) αναδιάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος, περιστρέφονταν γύρω από την υποβαθμιζόμενη «αξία των πτυχίων» (να υποθέσουμε σε αντιδιαστολή προς τη μη-αξία των μη-πτυχιούχων;) και την καταστροφή των «ονείρων» της σπουδάζουσας νεολαίας. Με τη συνοδεία και την υποστήριξη παπάδων, τοπικών αρχόντων και λοιπών εκπροσώπων παρόμοιων ευαγών ιδρυμάτων και θεσμών. Όσο θεμιτή κι αν είναι η αντίδραση απέναντι σε ένα εργασιακό μέλλον όπου η επισφάλεια θα αποτελεί μόνιμη συνθήκη κι επομένως η προσαρμοστικότητα μόνιμη απαίτηση, ο λόγος γύρω από τον οποίο δομούνται τέτοιες μορφές αντίστασης θα μπορούσε να παρομοιαστεί, με κάποια δόση υπερβολής, με την απαίτηση εργατών να επαναφέρει η επιχείρηση τα παλιά μηχανήματα ώστε να μην απειληθούν οι θέσεις εργασίας που θα κοπούν από την εισαγωγή νέων μηχανημάτων.

Κι αν κανείς θεωρεί μακρινές αυτές τις εξελίξεις, αρκεί να διατρέξει το ιδεολογικό νήμα που συνέχει όλες αυτές τις απόπειρες αναδιάρθρωσης και που δεν έκανε την εμφάνισή του τώρα, αλλά έχει ήδη πίσω του μια ιστορία τριών δεκαετιών τουλάχιστον και με τη γνωστή διαφορά φάσης έφτασε τελικά και στα καθ’ ημάς. Σύνδεση με το επιχειρηματικό περιβάλλον, αξιολόγηση, ανταποδοτικά οφέλη, αυτο-επένδυση, δια βίου μάθηση κ.τ.λ. συνιστούν ένα σύμπλεγμα όρων που διατυπώθηκε ήδη από τη δεκαετία του 70, μετά την καθίζηση των διάχυτων αντιστάσεων και αρνήσεων της προηγούμενης δεκαετίας. Ως μέρος μια καθολικής στρατηγικής αντι-εξέγερσης, όχι μόνο κατάφερε η συγκεκριμένη ορολογία να απορροφήσει τους κραδασμούς εκείνων των κινημάτων, αλλά και να τους επιστρέψει πίσω σε όσους τόλμησαν να αρθρώσουν αντι-λόγους, προσφέροντάς τους όμως αυτή τη φορά σε μια αμβλυμμένη εκδοχή, ως προϊόν πλέον, με το ιλουστρασιόν περιτύλιγμα ενός ατομικιστικού ηδονισμού.

[Συνέχεια στο επόμενο τεύχος]

]]>
Μήπως έχουμε κάψει φλάντζα; https://gameover.zp/2013/06/30/%ce%bc%ce%ae%cf%80%cf%89%cf%82-%ce%ad%cf%87%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%b5-%ce%ba%ce%ac%cf%88%ce%b5%ce%b9-%cf%86%ce%bb%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%b6%ce%b1/ Sun, 30 Jun 2013 14:09:26 +0000 http://gameoversite.gr/?p=561

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος αποτελούσε ανέκαθεν άγνωστη έννοια για τον άνθρωπο. Ή τέλος πάντων το μέσο άνθρωπο. Ο τρόπος με τον οποίο αυτός λειτουργεί (όταν λειτουργεί..) είναι κάτι που μάλλον δεν θα αντιληφθούμε ποτέ (εμείς οι κοινοί θνητοί). Η ανάγνωση λοιπόν αυτού, γίνονταν και γίνεται πάντα με βάση τα χαρακτηριστικά της κάθε εποχής και η λειτουργία του μοιάζει όμοια με όσα το σώμα χρησιμοποιούσε και χρησιμοποιεί στη διάρκεια της μέρας, με όσα μπορούσε ή μπορεί να καταλάβει πως λειτουργούν.

Έτσι λοιπόν, όταν η καθημερινότητα, ο καταναγκασμός του 8ώρου, επέβαλλε μηχανές, ο εγκέφαλος ήταν «μηχανικός». Δηλαδή, εργαλεία, βίδες, λάδια, ασφάλειες. Μάλλον διάφοροι θυμόμαστε εκφράσεις του τύπου «ρε σου έφυγε μια βίδα», «έκαψα φλάντζα», «γύρνα τη μανιβέλα», «κούνα το κεφάλι σου να δεις, κάνει θόρυβο;» , «ψηλέ χάνεις λάδια» κ.ά. Τα προβλήματα στη σκέψη ή τη συγκρότησή της δηλαδή γίνονταν αντιληπτά όπως τα προβλήματα μιας μηχανής που λόγω τεχνικών προβλημάτων δεν έκανε σωστά τη δουλειά της.

Τα τελευταία χρόνια όμως, έχει αλλάξει η καθημερινότητα, έχουν αλλάξει και οι μηχανές. Το μεγαλύτερο κομμάτι της διαδικασίας παραγωγής, πόσο μάλλον στον τριτογενή τομέα που όλοι έχουμε σαν οικείο παράδειγμα, σχετίζεται πλέον με τους υπολογιστές. Έτσι και ο εγκέφαλος από «μηχανικός» αναβαθμίζεται σε «ψηφιακός». Λίγο από software, λίγο από hardware. Έτσι, μάλλον πιο συνηθισμένες είναι πλέον εκφράσεις του τύπου «γέμισε ο σκληρός», «κάτσε φίλε γιατί κράσαρε το μηχάνημα», «επεξεργάζομαι τις πληροφορίες», «έκανα delete», «έχασα τη σύνδεση», «ρε μαν το ‘καψες;» κ.ά. αντίστοιχα. Καλά, παίζει φυσικά ακόμα και το «χάνεις λάδια» αλλά εκεί μπαίνει και κάνα μηχανάκι ή κάνα αμάξι στη φάση. Είπαμε pc, ναι, αλλά δε σε πάει και βόλτα. Τα αντίστοιχα προβλήματα λοιπόν στη διαδικασία της επικοινωνίας αναγνωρίζονται ως προβλήματα ηλεκτρονικού υπολογιστή που δεν ανταποκρίνεται στις εντολές.

Οι τρόποι με τους οποίους το σώμα δεσμεύονταν από την εργασία επηρέαζαν πάντα και τον τρόπο με τον οποίο θα διάλεγε ο καθένας να περάσει τον ελεύθερό του χρόνο. Δηλαδή, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, αλλιώς θα αντιληφθεί το σώμα και το κεφάλι του κάποιος που δουλεύει σε μια βιοτεχνία κι αλλιώς κάποιος που δουλεύει μπροστά από έναν υπολογιστή. Όπως επίσης, αλλιώς θα το αντιληφθεί ένας πιτσιρικάς που αράζει σε πλατείες κι αλλιώς κάποιος που ξοδεύει τον ελεύθερό του χρόνο παίζοντας video games. Με διαφορετικούς τρόπους θα χρησιμοποιήσουν το σώμα τους, αλλιώς θα μάθουν να σκέφτονται. Και σίγουρα αλλιώς θα δομήσουν και την ζωή τους ως εργάτες μετά. Αν και στην περίπτωση των videogames, ήδη βλέπουμε μια αντίστροφη κίνηση, τα πεδία δηλαδή του ελεύθερου χρόνου να μετατρέπονται στην πορεία σε τομείς εργασίας, με ό,τι συνέπειες έχει αυτό στην ίδια την έννοια “ελεύθερος χρόνος” και διασκέδαση.

Τελοσπάντων φλατζοκαμμένοι είμαστε όλοι λίγο πολύ. Και ο εγκέφαλος, είναι εγκέφαλος, είτε τον παρομοιάζουμε με καρμπιρατέρ που μπούκωσε, είτε πλέον με σκληρό δίσκο που γέμισε. Το σίγουρο είναι πως και στις δύο περιπτώσεις, σαν μηχάνημα που είναι, μερικές φορές «κολλάει» και για να δουλέψει ξανά σωστά ίσως θέλει κάνα service… (σταθερή αξία στο χρόνο)

]]>
η φυσική ως ιδεολογία https://gameover.zp/2013/04/10/%ce%b7-%cf%86%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%83%ce%b1%ce%bd-%ce%b9%ce%b4%ce%b5%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%af%ce%b1/ Wed, 10 Apr 2013 14:34:13 +0000 http://gameoversite.gr/?p=805

Η φυσική δεν είναι απλά επιστήμη. Είναι η επιστήμη των επιστημών, η Πρότυπη Επιστήμη, πάνω στα μοτίβα της οποίας έχουν στηθεί (ή προσπαθούν να στηθούν) όλες οι υπόλοιπες γνωσιολογίες, για να θεωρούνται κι αυτές “επιστήμες”. Το μοντέλο “παρατήρηση” και “πείραμα – απόδειξη ή διάψευση” έχει προωθηθεί σαν το πιο ακλόνητο τεκμήριο του ότι η φυσική επιστήμη είναι ξένη προς ιδέες και απόψεις που λειτουργούν σαν προκαταλήψεις, και ότι (αντίθετα) είναι αυστηρά προσηλωμένη στο αντικείμενό της (τον υλικό κόσμο), ο οποίος, μέσω της σιωπηλής συμμετοχής του στα όποια πειράματα, καθοδηγεί με ασφάλεια την γνώση.

Φυσικά, τα πιο πάνω, λειτουργούν στις πρώτες (εκπαιδευτικές) φάσεις που κάποιος / κάποια μαθαίνει τους “νόμους” της φυσικής. Η ίδια η έννοια του “νόμου” είναι επιλεγμένη έτσι ώστε να παραπέμπει σε ακλόνητη αλήθεια. Δεν πρόκειται για ανθρώπινους νόμους, για νόμους που ψηφίζονται από κοινοβούλια ή θεσπίζονται αυθαίρετα από βασιλιάδες ή δικτάτορες. Πρόκειται για “νόμους της φύσης”, δηλαδή για κάτι ενδογενές στον φυσικό κόσμο, στην ύλη ή στους γαλαξίες, κάτι πέρα απ’ τις ανθρώπινες προθέσεις. Όμως, στα μεσαία και ακόμα πιο έντονα στα ανώτερα κλιμάκια της φυσικής, εκεί που η λέξη (και ρευστή έννοια) φιλοσοφία δεν θεωρείται καθόλου ξένη ή ασύμβατη με την φυσική, οι ειδικοί γνωρίζουν ότι η επιστήμη των επιστημών κάθε άλλο από απαλλαγμένη είναι από ιδεολογίες, προκαταλήψεις, ιστορικά προσδιορισμένες πεποιθήσεις, ταπεινά συμφέροντα και όλα τα άλλα που κάνουν τις συνηθισμένες “αλήθειες” να μοιάζουν αφόρητα σχετικές. Εξάλλου, υπάρχει ένας άλλος επιστημονικός κλάδος, η επιστημολογία, που εξετάζει ακριβώς αυτό: την κάθε άλλο παρά αυστηρή και “υπερανθρώπινη” συγκρότηση των αληθειών και των μεθοδολογιών της φυσικής. Παρότι στον μέσο πιστό του θετικισμού μοιάζει ενοχλητικό, η φυσική είναι γεμάτη ιδεολογία – αν και όχι υποχρεωτικά τις τρέχουσες ιδεολογίες καθημερινής χρήσης.

Αξίζει να γυρίσουμε πολύ πίσω, στα βασικά. Κάποιος φιλόσοφος (ας τονιστεί η λέξη “φιλόσοφος») απ’ τα Άβδηρα της θράκης, ονόματι Δημόκριτος, διατυπώνει κάπου 4 αιώνες π.Χ., μια καινοφανή θεωρία. “Η ύλη”, λέει ο Δημόκριτος, “απαρτίζεται από ελάχιστες αδιάσπαστες ποσότητες” – κι αυτές τις “ελάχιστες αδιάσπαστες ποσότητες” ο Δημόκριτος τις ονόμασε άτομα. Αιώνες μετά, η επιστήμη των επιστημών, αποτίοντας φόρο τιμής στον Δημόκριτο (απ’ τις ιδέες του οποίου κατάγεται ιστορικά, αν και με τεράστια χρονικά κενά), εξακολουθεί να ονομάζει “άτομα” κάποιες ελάχιστες ποσότητες ύλης• αν και έχει καταφέρει να τις διασπάσει σε ακόμα μικρότερες, και ακόμα μικρότερες….

Όμως υπάρχει ένα βασικό ερώτημα. Πώς ήταν δυνατόν ο Δημόκριτος να διατυπώνει, το 400 π.Χ., μια ατομική θεωρία για την ύλη; Αν αυτή τη θεωρία τη συνδυάσει κανείς με κάποια εποπτικά όργανα (ας πούμε μικροσκόπια) ώστε να της προσδώσει το κύρος της “παρατήρησης” και, άρα, της “αντικειμενικής αλήθειας”, θα κάνει τραγικό λάθος. Ο Δημόκριτος, βέβαια, δεν είχε παρατηρήσει τα άτομα• όμως, εάν θέλουμε να είμαστε ακριβείς κανένας δεν τα έχει παρατηρήσει, ποτέ! Τα άτομα “δεν φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού”, πράγμα που σημαίνει ότι βρίσκονται εκτός του παρατηρησιακού φάσματος.
Όμως, αφού ο Δημόκριτος δεν είδε ποτέ άτομα σαν ελάχιστες αδιάσπαστες ποσότητες ύλης, γιατί μίλησε με τέτοια σιγουριά για την ύπαρξή τους; Μήπως ήταν ένας τρελός, γοητευτικός ίσως στην εποχή του, αλλά σίγουρα αλλοπαρμένος; Και τέτοιος θα μπορούσε να θεωρηθεί… Το σίγουρο είναι ότι ο Δημόκριτος (ένας άνθρωπος πολυταξιδεμένος στην εποχή του, μια εποχή κάθε άλλο παρά εύκολη για ταξίδια μεγάλων αποστάσεων: αίγυπτο, περσία, βαβυλώντα, αιθιοπία, ινδία… • ένας άνθρωπος επίσης με πολύπλευρα ενδιαφέροντα: μαθηματικά, γεωμετρία, μουσική, γλωσσολογία, τέχνη του πολέμου, κοσμολογία, βιολογία, γεωλογία, γεωγραφία, ηθική, λογική, αισθητική, ιστορία, αστρονομία…) μετέφερε στην συγκρότηση της ύλης αυτό που του φαινόταν το ιδανικότερο πολίτευμα: την δημοκρατία της πόλης / κράτος, την οποία εξάλλου έζησε. Όπως η πόλις είναι ένα όλο με ξεχωριστές μορφολογικές ή άλλες ιδιότητες, που όμως έχει σαν έσχατο και αδιαίρετο συστατικό τον πολίτη / άτομο (: ά-τομο: δεν τέμνεται…), έτσι και η ύλη (σκέφτηκε ο Δημόκριτος) μπορεί να έχει διάφορες μορφές, όμως τελικά συνίσταται από ένα σύνολο έσχατων σε μέγεθος και αδιαίρετων συστατικών, που είναι τα άτομα.

Ασφαλώς, στην καθημερινή γλώσσα, ξέρουμε καλά αυτήν την διπλή έννοια της λέξης “άτομο”, ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιείται. “Άτομο” είναι ο καθένας μας (αν και όχι μη τεμνόμενο…)• “άτομο” είναι επίσης ένα βασικό στοιχείο της ύλης, αν και όχι το έσχατο. Για τον Δημόκριτο, στην διατύπωση μιας θεωρίας για την φύση, η οποία δεν μπορούσε μεν να αποδειχθεί, αλλά δεν χρειαζόταν κιόλας, μιας και ήταν φιλοσοφική, δεν υπήρχε καμία αντίφαση μεταξύ του ατόμου – πολίτη / βασικού συστατικού της πόλεως και του ατόμου – ελάχιστης ύλης / βασικού συστατικού του κόσμου.

Ωστόσο, η μεταφορά της πολιτικής πραγματικότητας μιας ορισμένης εποχής σε μια θεωρία για την φύση, παρά την τόλμη του Δημόκριτου, δεν συνιστά καθόλου αυτό που θα ονόμαζε κανείς “ακλόνητη αλήθεια”. Είναι μια γοητευτική περιπέτεια της σκέψης – αυτό είναι βέβαιο. Αλλά σαν τέτοια, δεν θα έπρεπε να “ζυγίζει” περισσότερο από άλλες γοητευτικές περιπέτειες της σκέψης, που δεν διεκδικούν την αλήθεια της “επιστήμης”.

Ο Δημόκριτος, παρότι μνημονεύεται σαν πηγή έμπνευσης και πατέρας της σύγχρονης φυσικής, είναι πολύ παλιός – έτσι ώστε η ουσιαστικά ιδεο-λογική σκέψη του να μπορεί να θεωρηθεί σαν “παιδική αρρώστια” της επιστήμης των επιστημών. Ο Ισαάκ Νεύτων είναι επίσης παλιός, αλλά όχι τόσο. O Νεύτωνας, με το Philosophia Naturalis Principia Mathematica που δημοσίευσε το 1687, καθόρισε την φυσική των επόμενων τριών αιώνων. Δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ένας “αρχετυπικός φυσικός”, ένας “αρχετυπικός επιστήμονας”. Ο Νεύτωνας υποστήριξε πολλά, όμως δεν είχαν όλα λογική συνοχή, και αρκετά ήταν αδύνατο ακόμα και να αποδειχθούν – εάν υποθέτουμε ότι πράγματι η απόδειξη είναι ο φύλακας της φυσικής σαν επιστήμης. Για παράδειγμα, διατύπωσε μια θεωρία για τα χρώματα. Σύμφωνα μ’ αυτήν, το φως αποτελείται από ακτίνες μικρής διατομής και διαφορετικού συντελεστή διάθλασης, που μπορούν να διαχωριστούν, να ξαναενωθούν, να διαθλαστούν, χωρίς όμως να αλλάζει η εσωτερική τους συγκρότηση. Αλλά αυτή η “φυσική ερμηνεία” ήταν προβληματική στον λογικό έλεγχο, όπως παρατηρεί ο Paul Feyerabend στο “Ενάντια στην Μέθοδο”:

… Αν σκεφτούμε όμως ότι η επιφάνεια ενός κατόπτρου είναι πολύ ανώμαλη σε σχέση με την διατομή των ακτίνων [του φωτός], η θεωρία φαίνεται ασυνεπής προς το γεγονός της ύπαρξης κατοπτρικών ειδώλων (που τη δεχόταν κι ο Newton). Πράγματι, αν το φως αποτελείται από ακτίνες, το κάτοπτρο πρέπει να συμπεριφέρεται σαν μια ανώμαλη επιφάνεια, δηλαδή θα ‘πρεπε να φαίνεται σε μας σαν ένας τοίχος. Ο Newton διατήρησε τη θεωρία του εξαφανίζοντας τη δυσκολία με μια ad hoc υπόθεση: “η ανάκλαση της ακτίνας δεν οφείλεται σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο του κατόπτρου, αλλά σε κάποια δύναμη που είναι απλωμένη ομοιόμορφα σ’ ολόκληρη την επιφάνεια”…

Πρόκειται για αυθαιρεσία, για λαθροχειρία, ή – για να είμαστε αυστηροί – “ατιμία”, εάν κριθεί με την αυστηρότητα των επιστημονικών κριτηρίων. Και δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό, στον Νεύτωνα ή στους επόμενους (διάσημους) φυσικούς.

Εν πάσει περιπτώσει – και επειδή το θέμα δεν είναι η θεωρία των χρωμάτων του Νεύτωνα – ο συγκεκριμένος πατέρας της φυσικής έμεινε περισσότερο διάσημος στο ευρύτερο κοινό για την θεωρία της βαρύτητας. Από ιστορική άποψη, θα μπορούσε να θεωρηθεί σκάνδαλο το γεγονός ότι, ενώ τα πράγματα πέφτουν “ανέκαθεν” (και συχνά με επώδυνο τρόπο για τους ανθρώπους…), κανείς ποτέ πριν δεν σκέφτηκε ότι υπάρχει κάποια “δύναμη” που τα “τραβάει προς τα κάτω”. Είναι προφανές ότι, προκειμένου να το σκεφτεί ο Νεύτωνας, έπρεπε να έχει ωριμάσει μια γενική και αφηρημένη έννοια της “δύναμης”, χωρίς άμεση επαφή (έλξη ή απώθηση). Και το πρόβλημα – που ποτέ δεν διδάσκεται στα σχολεία και στις προπτυχιακές σπουδές των πανεπιστημίων – είναι πολύ σοβαρό: 4,5 αιώνες μετά, και παρά τις υποτιθέμενες προόδους της επιστήμης / φυσικής, κανείς δεν ξέρει τι είναι αυτή η “δύναμη” που λέγεται “βαρυτική έλξη”!!!

Η έμπνευση του Νεύτωνα περί βαρυτικής έλξης και βαρύτητας μπορεί μεν να θεωρείται (επιστημονικά) κοινότοπη, όμως το να υποστηρίζει κάποιος κάτι για το οποίο δεν ξέρει τίποτα (ή τα παρατηρησιακά δεδομένα του δεν είναι επαρκή), το 1687 ή το 1987, δεν είναι πολύ καλύτερο απ’ την θέση του Δημόκριτου περί ατόμων. Το γιατί προέκυψε στο μυαλό του Νεύτωνα μια τέτοια ιδέα που, παρά την πτώση των πραγμάτων, δεν είχε γεννηθεί στο μυαλό κανενός προηγούμενου παρατηρητή της φύσης, μπορεί να έχει πολλές εξηγήσεις. Αυθαιρεσία, γοητευτική οπωσδήποτε. Ή χριστιανισμός. Αν και ο Νεύτωνας δεν ήταν συνεπής με τις τυπικές υποχρεώσεις των χριστιανών της εποχής του, ήταν βαθιά θρήσκος, και η ύπαρξη (και η παντο-δυναμία του θεού) διατρέχει όλο του το έργο. Η έννοια της βαρυτικής έλξης / δύναμης που εισηγήθηκε είναι μια αλληγορία της ελκτικής δύναμης του (“μεγάλου”) θεού σε σχέση με τους (“μικρούς”) ανθρώπους και τα πράγματα, όλα έργα της δημιουργίας του. Αυτό δεν βγάζει τον Νεύτωνα “σκάρτο”. Απλά υπενθυμίζει το αθόρυβο έργο της ιδεολογίας, εκεί που (υποτίθεται) δεν θα έπρεπε να έχει ούτε ελάχιστη θέση.

Θα μπορούσε κανείς να έρθει στο σήμερα και να μιλήσει για το “μποζόνιο του Χίγκς” (χαϊδευτικά “σωματίδιο του θεού”…) ή για την “θεωρία των υπερχορδών”. Αξίζει όμως να ψάξει κανείς το πώς η γενική θεωρία της σχετικότητας δημιουργήθηκε σαν τέτοια από τον Αϊνστάιν• γιατί προωθήθηκε απ’ τα τότε ιερά τέρατα της γερμανικής φυσικής φιλοσοφίας, και γιατί ταυτόχρονα απορρίφθηκε χωρίς δεύτερη κουβέντα απ’ τα αντίστοιχα ιερά τέρατα της γαλλικής και της αγγλικής φυσικής. Το γεγονός ότι, λίγα χρόνια αργότερα, άρχισε να υιοθετείται σαν επανάσταση στην φυσική καθόλου δεν σήμαινε πως είχε εν τω μεταξύ αποδειχθεί πέραν κάθε αμφιβολίας• αυτό είναι ακόμα ζητούμενο και πάντα είναι πιθανό να συμβεί το αντίθετο. Τόσο η απόρριψη, όσο και η υιοθέτηση της θεωρίας της σχετικότητας είχε ταπεινά κίνητρα. Και οι ιδεολογικές σταθερές (ή, αντίθετα, η ιδεολογική τόλμη) δεν ήταν τα πιο άγνωστα ανάμεσά τους.

Εν τω μεταξύ, στα υψηλά κλιμάκια των φυσικών, σήμερα, δεν είναι καθόλου σπάνιο οπαδοί αντιτιθέμενων θεωριών να αλληλοκατηγορούνται για μεταφυσική – ακόμα και για θεολογία! Το ενδιαφέρον είναι πως η μεταφυσική ποτέ δεν υπήρξε ξένη (ή αυστηρά “εξωτερική”) με την φυσική• είτε λόγω των λαθροχειριών όσων διατύπωναν θεωρίες, είτε εξαιτίας του ίδιου των “υπερ-παρατηρησιακού” χαρακτήρα των περισσότερων θεωριών• είτε λόγω των σκόπιμων ή δόλιων αβλεψιών στα παρατηρησιακά δεδομένα που δεν ταιριάζουν, είτε λόγω των “αξιωματικών παραδοχών” κάθε φορά που μια θεωρία δεν μπορεί να εξηγήσει κάτι στο πεδίο της. Αν υπάρχει ένα γνωστό σε όλους μνημείο των “ατελειών” της πιο τέλειας επιστήμης (και άρα των μπαλωμάτων που μόνο πάνω σε ευρύτερο ιδεολογικό πάπλωμα μπορούν να γίνουν), αυτό είναι οι μυστηριώδεις αμετάβλητες de facto σταθερές – που μαθαίνουμε σαν ποίημα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Από το g (επιτάχυνση της βαρύτητας) ως το h (σταθερά του Πλανκ), το k (σταθερά του Μπόλτζμαν), την σταθερά του Αβογκάρντο, κλπ κλπ. Όπου υπάρχουν τέτοιες “σταθερές”, αποτελούν μια μαθηματική / αριθμητική κατασκευή για να διασωθεί κάποια θεωρία… Πίσω τους κρύβονται ανομολόγητη αμηχανία έως άγνοια. Και πίσω από κάθε ανομολόγητη αμηχανία ή άγνοια, υπάρχει μια γοητευτική περιπέτεια της ανθρώπινης σκέψης – που γίνεται δεκτή σαν δόγμα. Δόγμα “αλήθειας”…

]]>
Τριτοβάθμια εκπαίδευση και εργασία: Προς το νέο παράδειγμα. https://gameover.zp/2013/04/01/%cf%84%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%ac%ce%b8%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%ce%b5%ce%ba%cf%80%ce%b1%ce%af%ce%b4%ce%b5%cf%85%cf%83%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%83%ce%af%ce%b1-%cf%80/ Mon, 01 Apr 2013 15:59:02 +0000 http://gameoversite.gr/?p=857

Η μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που ακολούθησε μετά την μεταπολίτευση, υπήρξε μια από τις σημαντικότερες αλλαγές που συνέβησαν στον τομέα της εργασιακής αποκατάστασης. Με το άνοιγμα των πυλών των ιδρυμάτων ο αριθμός των φοιτητών αυξήθηκε κατακόρυφα και η παραγωγή ειδικευμένων εργατών, όπως και η παραγωγή ονείρων για οικονομική και κοινωνική ανέλιξη πολλαπλασιάστηκαν σε σχέση με αυτό που αποτελούσε προηγούμενα τον κανόνα. Ο καθένας σαν επιχειρηματίας του εαυτού είχε πλέον την ευκαιρία -και έπρεπε- να επενδύσει στο ατομικό του κεφάλαιο ώστε να μπορέσει να αγγίξει την επιτυχία και την καταξίωση. Τα πτυχία λειτουργούσαν λοιπόν σαν τα διαβατήρια προς αυτήν την επιτυχία και έτσι η λαμπρή νέα γενιά έμοιαζε να έχει όλα τα φόντα ώστε να μπορεί να ατενίζει το μέλλον γεμάτη φιλοδοξίες, το ίδιο και το ελληνικό έθνος.

Φυσικά οι ψευδαισθήσεις αυτές καταρρίφθηκαν αμέσως μόλις ήρθαν σε επαφή με την σκληρή πραγματικότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως το ελληνικό όνειρο έπαψε να υπάρχει για χιλιάδες οικογένειες και νέους. Η ιδεολογία έτσι κι αλλιώς έχει τη δυνατότητα να υπερκαθορίζει αυτό που παρουσιάζεται ως πραγματικό εμφανίζοντάς το αντεστραμμένο. Η μικρoαστικοποίηση των ντόπιων προλετάριων τα προηγούμενα χρόνια είχε πετύχει σε σημείο όπου οι ελπίδες για κοινωνική ανέλιξη να μην πεθαίνουν ακόμη και όταν ο βασικός μισθός τείνει να εξαφανιστεί. Το έχουμε ξαναπεί πως η μεγαλύτερη συνεισφορά της μαζικοποιημένης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ήταν στον τομέα της ιδεολογίας, παρα στην προετοιμασία του μελλοντικού εργατικού δυναμικού (ανάλογα με τις ανάγκες που υπάρχουν στην παραγωγή).

Έχουμε επίσης υποστηρίξει πως η τριτοβάθμια εκπαίδευση βρίσκεται τελευταία σε κατάσταση παρακμής, λόγω της μη ικανοποιητικής εκπλήρωση των δομικών της ρόλων. Εδώ δεν προκύπτει κάποια αντίφαση. Απλά με την συνεχή άνοδο των νέων τεχνολογιών η τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού μετασχηματίζεται δυναμικά. Απόρροια αυτού είναι και το γεγονός πως διάφορες λειτουργίες που παλιότερα γίνονταν από το πανεπιστήμιο, όπως η αναπαραγωγή ιδεολογημάτων σχετικά με το διαχωρισμό χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, όπως οι ψευδαισθήσεις κοινωνικής ανέλιξης και όλα αυτά που λέμε συνήθως, τώρα πια γίνονται αποτελεσματικότερα -συν φτηνότερα- στους κόλπους αυτών των νέων τεχνολογιών. Μάλιστα μέσα σε συνθήκες κρίσης το πανεπιστήμιο φτάνει σε σημείο να μην δικαιολογεί πια τη χρηματοδότησή του από το κράτος προχωρώντας έτσι σταθερά προς την ιδιωτικοποίηση.

Οι αλλαγές που συμβαίνουν όμως εξαιτίας της άνθησης των νέων τεχνολογιών έχουν αντίκτυπο και στην ίδια την οργάνωση της εργασίας. Από την μία είναι προφανές πως η τεχνική σύνθεση της εργασίας μεταβάλλεται και αυτή με την σειρά της σημαντικά, με ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή των ηλεκτρονικών μηχανών στο κομμάτι της παραγωγής. Από την άλλη αλλάζει και η γκάμα αυτών που θεωρούνται προσόντα για μια σχετική ειδικότητα, καθώς και ο τρόπος απόκτησης τους,

Ξεκινώντας τον σχολιασμό από το δεύτερο, παρατηρούμε πως στην αγορά εργασίας είναι αρκετές οι περιπτώσεις όπου προσόν θεωρείται η γνώση κάποιου εξειδικευμένου προγράμματος ή η εξοικείωση με τη μηχανή, πολύ περισσότερο από την κατοχή ενός πτυχίου. Γνώσεις οι οποίες συνήθως δεν αποκτούνται στα πλαίσια της κρατικής εκπαίδευσης αλλά μέσα από χίλιους δυό άλλους τρόπους. Μπορεί να προκύπτουν είτε από προσωπικό ψάξιμο, είτε ως εμπειρία από προηγούμενη εργασία, πάντως ελάχιστη σχέση έχουν με την πανεπιστημιακή εκπαίδευση.

Οι σημαντικότερες όμως αλλαγές παρουσιάζονται στην ίδια την οργάνωση της εργασίας. Σε επίπεδο εργασιακής καθημερινότητας δεν είναι ξεκάθαρο αν οι νέες μηχανές ευνοούν η δυσχεραίνουν την θέση των εργαζόμενων, μιας και βρισκόμαστε σε μεταβατικό στάδιο και αυτό εξαρτάται κατά πολύ από την εξοικείωση που έχει το ίδιο το αφεντικό με τις μηχανές αυτές. Έτσι λοιπόν, άλλοτε μπορεί να συμβάλουν στην λούφα δημιουργικά ή μη και άλλοτε να φροντίζουν για την αυστηρότερη επιτήρηση της εργασίας. Παρόλα αυτά υπάρχουν και κάποιες αλλαγές οι οποίες είναι ξεκάθαρα σε βάρος των εργαζομένων είτε τις αντιλαμβάνονται σαν τέτοιες, είτε όχι.

Βασικό συστατικό λοιπόν αυτού του ηλεκτρονικού προλεταριάτου είναι η (όσο ποτέ ίσως) ευκαιριακότητά του. Καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται με ταχείς ρυθμούς, οι ίδιες γνώσεις που σε μια στιγμή μπορεί να κρίνονταν σαν εξειδικευμένο προσόν, μετά από μικρό χρονικό διάστημα μπορεί να θεωρούνται ξεπερασμένες. Η πραγματικότητα αυτή ρίχνει ένα μεγάλο βάρος στις πλάτες των σύγχρονων εργατών καθώς τα αφεντικά φροντίζουν πάντα να τους υπενθυμίζουν πως είναι αναλώσιμοι. Πρέπει λοιπόν να βρίσκουν τρόπους να μένουν όσο γίνεται ενήμεροι σχετικά με το αντικείμενό τους, διαδικασία η οποία συντηρεί μεταξύ άλλων και το ‘ο καθένας είναι επιχειρηματίας του εαυτού του’ και σαν τέτοιος λοιπόν πρέπει να φροντίσει για το γνωσιολογικό του κεφάλαιο. Συμβαίνει επίσης και το εξής. Από τη μια, εξαιτίας των παραπάνω, η εργασία των σύγχρονων προλετάριων υποτιμάται ακόμη πιο βίαια, αντιστοιχώντας σε εξευτελιστικούς μισθούς και ωράρια (ειδικά αν είσαι ανειδίκευτος) και από την άλλη, λόγω των αυτοματισμών που προσφέρουν τα νέα συστήματα το κέρδος των αφεντικών να αυξάνεται ακόμη περισσότερο.

Συνοψίζοντας, αν η μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ήταν ένας σταθμός για την οργάνωση των εργασιακών σχέσεων, η απομαζικοποίηση που θα φέρει η ιδιωτικοποίησή της, μαζί με τους λόγους που οδηγούν σε αυτή, αντιστοιχεί στο τέλος μιας εποχής. Είναι καίριο λοιπόν να εξετάσουμε τι θα φέρει αυτή η νέα συνθήκη στον εργασιακό τομέα. Ποιές σχέσεις αλλάζουν, ποιές αντικαθιστώνται και ποιές παραμένουν ακλόνητες. Έτσι ώστε να μη βρεθούμε προ εκπλήξεων όπως συνήθως γίνεται.

]]>
Θεαματικές αντιφάσεις σε τεταμένους εγκεφάλους https://gameover.zp/2013/04/01/%ce%b8%ce%b5%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%86%ce%ac%cf%83%ce%b5%ce%b9%cf%82-%cf%83%ce%b5-%cf%84%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%85%cf%82/ Mon, 01 Apr 2013 15:44:46 +0000 http://gameoversite.gr/?p=847

Σοκ, φρίκη, δείτε τί δήλωσε χολιγουντιανή σταρ για το αιματοκύλισμα της ελευθερίας του λόγου και το ξεπούλημα της τρομοκρατίας στους γερμανούς σεΐχηδες, μετά από έρευνα της αστυνομίας στη σκηνή του αποτρόπαιου εγκλήματος.(ΒΙΝΤΕΟ)

Στη συνέλευση του gameover έχουμε συζητήσει αρκετά για τους τρόπους με τους οποίους το θέαμα οργανώνει και μονοπωλεί το πεδίο της αντιληπτικής ικανότητας της ντόπιας (και όχι μόνο) κοινωνίας, όσον αφορά στα γεγονότα, τη μεσολάβηση και την πρόσληψή τους μέσω της “ενημέρωσης”. Ειδικά τα χρόνια μετά το Δεκέμβρη του 2008, τα παραδείγματα που προσφέρονται για να παρατηρήσει κανείς αυτόν το μηχανισμό διαχείρισης από τη μεριά του κράτους και των μήντια, είναι άφθονα, με χαρακτηριστικότερο ίσως το θέμα των “παράνομων” μεταναστών.
Το μεταναστευτικό ζήτημα έχει γίνει αντικείμενο πολλαπλών πειραματισμών από τη δημόσια τάξη -υγειονομική βόμβα, στρατόπεδα συγκέντρωσης και ο πρόσφατος “Ξένιος Δίας”- οι οποίοι κινούνται πάντα στον άξονα υποτίμησης της εργασίας και της ίδιας τους της ζωής, ενώ παράλληλα στοχεύουν στη νομιμοποίηση αυτής της υποτίμησης στα μάτια των ντόπιων θεατών. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται σχεδόν σε όλα τα παραδείγματα. Καφρίλα και νομιμοποίηση. Οι οροθετικές πόρνες που διαπομπεύτηκαν και προφυλακίστηκαν την Άνοιξη του 2012, οι καταλήψεις που εκκενώθηκαν θεαματικά στην αρχή της φετινής χρονιάς, με το πρόσχημα ότι είναι “κέντρα ανομίας”, οι τακτικές συχνής δημοσιοποίησης στα μμε φωτογραφιών και στοιχείων συλληφθέντων, πριν γίνουν οι δίκες και οι πρόσφατες επιστρατεύσεις απεργών, φτιάχνουν ένα κατάλογο που συνεχώς μεγαλώνει. Έναν κατάλογο ενεργειών του κράτους που κινούνται στα όρια ακόμα και της δικής του έννοιας της νομιμότητας, κι όμως γίνονται εντελώς αποδεκτές από το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας.

Αν κανείς παρακολουθεί τις ειδήσεις σε εφημερίδες, τηλεόραση και ίντερνετ, όλον αυτόν τον καιρό, ενώ παράλληλα συζητάει ή κρυφακούει στο δρόμο, στη δουλειά, ακόμα και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αντιλαμβάνεται γρήγορα μια έντονη αντίφαση η οποία φαίνεται να είναι γέννημα-θρέμμα του συνδυασμού “κοινωνία του ώριμου θεάματος / (σε)κρίση”. Η άνοδος της ακροδεξιάς, και επίσημα από πέρυσι, φανερώνει ούτως ή άλλως μια συντηρητική κοινωνική αναδίπλωση, η οποία όπως πολλοί συμπεραίνουμε δεν ξεκίνησε τώρα, αλλά βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο. Αυτός λοιπόν ο νεο-συντηρητισμός, η ευθιξία/υπερευαισθησία απέναντι σε ένα πεδίο (όχι και τόσο νέων) θεμάτων (από την εθνική ενότητα μέχρι τις σχέσεις των δύο φύλων), φαίνεται πως συνυπάρχει στα μυαλά και τις συνειδήσεις με μια παράλληλη αδιαφορία/αναισθησία απέναντι σε ένα άλλο πεδίο ζητημάτων (όπως ο πόλεμος-στους Άλλους- και η άγρια εργατική μας υποτίμηση), τα περισσότερα από τα οποία, αν και εξαιρετικής σημασίας, αντιμετωπίζονται συχνά με ακραία παράλογο κυνισμό. Αυτή η αντίφαση μπορεί να ξαφνιάζει αλλά αν την εξετάσει κανείς προσεκτικά, θα ανακαλύψει μέσα της μια μακρόχρονη και δουλεμένη διαχείριση των εικόνων, του θεάματος εν γένει, η οποία δε μας είναι καθόλου άγνωστη.

 

Αυτοματισμός/αναισθητοποίηση

Στο προηγούμενο τεύχος, στο κείμενο για την εκκένωση της Villa Αmalias, εστιάσαμε στη διαδικασία αυτοματισμού που δημιουργείται από τη συνεχή εκπαίδευση στο παράδειγμα των εικόνων, μέσα από τα μμε. Αυτή η διαδικασία έχει δύο συνιστώσες. Η πρώτη αφορά στη σταδιακή δημιουργία ενός περιβάλλοντος “πληροφοριοποίησης”. Της συνθήκης δηλαδή κατά την οποία όλα τα γεγονότα ανάγονται σε μία ενιαία μονάδα μέτρησης-κωδικοποίησης, γίνονται πληροφορίες. Οι ακολουθίες των διαφορετικών θεμάτων στις ειδήσεις, το πού μπαίνουν οι διαφημίσεις, τι είδους είναι και πόσο διαρκούν, είναι ενδεικτικό του πώς επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο. Κοιτάζοντας βέβαια το ίντερνετ, οι παραπάνω τρόποι της τηλεόρασης και των περιοδικών, μοιάζουν σχεδόν πρωτόγονοι. Κι αυτό γιατί πλέον σε μια ιστοσελίδα μπορούν εύκολα να εμφανίζονται δεκάδες ειδήσεις, σε παρόμοιο φορμά με τις διαφημίσεις, ή και το αντίστροφο. Οι ειδήσεις αυτές δεν υφίστανται κατηγοριοποίηση με βάση το κοινό περιεχόμενό τους, αλλά περισσότερο τοποθετούνται στο πεδίο του ματιού σαν ένα μωσαϊκό από διαφορετικές εικόνες, ένα κολλάζ με “λίγο απ’ όλα”, που έχει σαν στόχο να αιχμαλωτίσει το βλέμμα σε κάποιο σημείο του, προκαλώντας εντύπωση.

Έτσι μπορεί να καταλήξεις να ανοίξεις 10 καρτέλες και να διαβάζεις ταυτόχρονα ή σε γρήγορη ακολουθία για τους εν ψυχρώ δολοφονημένους εργάτες στα ορυχεία της Ν. Αφρικής (βλέποντας και το αντίστοιχο βίντεο από τα κινητά των μπάτσων/εκτελεστών), ενώ από κάτω αναβοσβήνει μια είδηση για το ντεκολτέ μιας διάσημης ηθοποιού ή μιας κρέμας για τα σπυράκια, να ανοίγεις την επόμενη καρτέλα και να διαβάζεις μια επιστημονική ανακάλυψη για τον κόσμο των ζώων (και embedded βίντεο από πιθήκους μήπως κάνεις το συνειρμό με τους αφρικανούς στην προηγούμενη σελίδα) και μετά μια είδηση για το τάδε νέο εμβόλιο, που βαριέσαι να τη διαβάσεις με τόσους ιατρικούς όρους οπότε την περνάς στα γρήγορα λέγοντας από μέσα σου μπράβο στην επιστήμη. Πατάς refresh και συνεχίζεις.

Ας φανταστούμε έναν υγιή άνθρωπο να προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τα γεγονότα και τη σημασία τους ενόσω διαβάζει. Είναι αδύνατον. Δεν μπορείς να φρικάρεις, να απογοητεύεσαι, να προβληματίζεσαι, να καυλώνεις, να απορείς, να φοβάσαι, να γελάς και να απελπίζεσαι μέσα στα μάξιμουμ 5-10 λεπτά της περιήγησης ανάμεσα στις γενικές ειδήσεις μιας ιστοσελίδας, εκτός κι αν προσπαθείς να τρελαθείς εσκεμμένα. Σε κάποιους λασκάρουν όντως οι βίδες, αλλά στους περισσότερους συμβαίνει το αναμενόμενο: απλά μαθαίνουν να μη σκέφτονται, να μη νιώθουν τίποτα βαθύτερο. Και να μη θυμούνται τίποτα παραπάνω από αμυδρές εικόνες και τίτλους. Πληροφορίες.

Η δεύτερη συνιστώσα του αυτοματισμού είναι η επανάληψη. Μέσα στο φαινομενικό χάος των ειδήσεων, η επανάληψη συμβαίνει και μάλιστα με καθόλου τυχαίο τρόπο. Ο μηχανισμός είναι κι εδώ εύκολο να φανεί. Οι ίδιες ή παρόμοιες ειδήσεις, συνοδευόμενες από κλασικούς τίτλους και πιασάρικες ατάκες, επαναλαμβάνονται σε ποσότητα και συχνότητα, αποκρύπτοντας μέσω της γρήγορης κατηγοριοποίησής, τις ουσιαστικές διαφορές στα περιεχόμενά τους. Φυσικά όπως σε κάθε κατηγοριοποίηση, πρέπει κατ’ αρχάς να προηγηθεί μια απλοποίηση αυτών των περιεχομένων. Το έχουμε ξαναπεί: οι εικόνες είναι το κατεξοχήν εργαλείο που διευκολύνει τη νοηματική αφαίρεση αλλά και τη μετατροπή των γεγονότων/απόψεων σε κλισέ, τα οποία αργότερα μπορούν να χρησιμοποιηθούν αυτόματα. Κι αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή από τη φύση τους δεν απαιτούν ιδιαίτερη σκέψη ή αιτιολόγηση. Αρκεί η θέασή τους. Στην περίπτωση των ειδήσεων στο ίντερνετ, το ίδιο συμβαίνει και με το κείμενο που τις συνοδεύει. Είναι τόσο σύντομο και σε τέτοιο βαθμό κωδικοποιημένο που το αντιμετωπίζουμε κι αυτό σαν αναπόσπαστο κομμάτι της εικόνας-είδησης. Το νόημα έρχεται να συνοδέψει την εικόνα και όχι αυτή να υποβοηθήσει στην κατανόηση του νοήματος, που θα ήταν το ζητούμενο για κάποιον που θέλει πραγματικά να ενημερωθεί. Με αυτόν τον τρόπο πολλές παρόμοιες, αλλά στην ουσία διαφορετικές, ειδήσεις μπορούν να δομούνται σαν εικόνες ενός κοινού επαναλαμβανόμενου νοήματος, και άρα υποσυνείδητα να αντιμετωπίζονται σαν ίδιες.

Πώς λειτουργεί εν τέλει ο αυτοματισμός; Σε πρώτο στάδιο τα γεγονότα πληροφοριοποιούνται και έτσι χάνουν τη διαφορετικότητα ως προς το νόημα και τη σημασία τους. Πάνω σε αυτήν την ενιαία αντιμετώπιση των ειδήσεων ως πληροφορίες, πατάνε οι διαχειριστές των εικόνων για να φτιάξουν σε ένα δεύτερο στάδιο το νέο, δικό τους λεξιλόγιο. Αυτό επιτυγχάνεται κατ’ αρχάς μέσα από την απλοποίηση του κειμένου, τη σύνδεσή του με την εικόνα ή καλύτερα, τη δόμηση ολόκληρης της είδησης σαν εικόνα, χωρίς πολύ συγκεκριμένο νόημα. Στη συνέχεια, επαναλαμβάνοντας αυτά τα παρόμοια σετ εικόνων-ειδήσεων, το μυαλό εκπαιδεύεται εν τέλει στις νέες γενικές σημασιοδοτήσεις τους, με έναν παβλωφικό τρόπο, κατά τον οποίο αρκεί η εικόνα ενός πράγματος/γεγονότος για να φέρει αυτόματα στο μυαλό το γενικό νόημα με το οποίο αυτή η εικόνα έχει συνδεθεί. Ένα νόημα όμως που μας έχει δοθεί έτοιμο, χωρίς να έχει οποιαδήποτε σχέση με πραγματικές μας εμπειρίες, που απευθύνεται κυρίως στο θυμικό μας και που πολύ συχνά έρχεται να αντικαταστήσει ακόμα και αυτά που χρόνια γνωρίζαμε για διάφορα πράγματα, με νέες ψεύτικές σημασίες. Δεν είναι να απορούμε λοιπόν που διάφορα σημαντικά γεγονότα είτε περνούν απαρατήρητα (γιατί δε δημοσιοποιούνται με τους παραπάνω τρόπους και την αντίστοιχη συχνότητα) είτε, το χειρότερο, γίνονται πανεύκολα αντικείμενο διαστρέβλωσης, επανανοηματοδοτούνται από τα πάνω και αντιμετωπίζονται από ένα σημείο και μετά σαν ταμπέλες, δηλαδή με εύκολα συμπεράσματα, αδιαφορία και κυνισμό.

 

Τα σύγχρονα ταμπού, η άλλη όψη του κυνισμού.

Σε εποχές όπως αυτή, που όλα καταρρέουν, σε κοινωνίες που έχουν εκπαιδευτεί στη μεταφυσική και στη λήθη, που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τις αιτίες και τους συσχετισμούς ανάμεσα στα προβλήματά τους, επικρατεί, και το βλέπουμε ήδη, ένας διανοητικός, συναισθηματικός και υλικός πανικός. Και μέσα σε αυτόν τον πανικό, αυτόν το χείμαρρο δυσμενών εξελίξεων και ήττας, όλοι ψάχνουν αντανακλαστικά να πιαστούν από ένα σταθερό σημείο, από ό,τι φαίνεται πως είναι πιο δυνατό και πως μέσα στο χάος θα κρατήσει. Και τί είναι πιο ισχυρό μέσα στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας; Ποιό δέντρο είναι πιο βαθιά ριζωμένο από αυτό του μικροαστισμού, μαζί με ό,τι το θρέφει; Δηλαδή τη λατρεία της ιδιοκτησίας, της εξουσίας και της πατρίδας, το εθνικό συμφέρον, την οικογένεια και τις έμφυλες σχέσεις που αναπαράγει, τη θρησκεία (είτε την παραδοσιακή είτε τη new age εκδοχή της).
Οι αρνήσεις των 70′, όσο κι αν φαίνονταν απελευθερωτικές όταν δημιουργούνταν, έγιναν τελικά το αντικείμενο μιας μακροχρόνιας επένδυσης από τη μεριά των αφεντικών. Με την εθελοντική συμμετοχή των υπηκόων, κατέληξαν να ξανασερβίρονται διαστρεβλωμένες στο σήμερα σαν ελευθερίες ελεγχόμενες αυστηρά από το εμπόρευμα και τις εξουσίες, συγκροτώντας ένα νέο σώμα από ταμπού, τα οποία έμοιαζαν ξεπερασμένα από καιρό. Το σώμα ενοχοποιείται, το φύλο ενοχοποιείται, η φυλή, το αίμα, η εργασιακή και οικονομική κατάσταση, η πολιτική ταυτότητα. Όλα ενοχοποιούνται εκ νέου. Δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να κάνουμε ανοιχτά κριτική σε θέματα που μέχρι πρότινος νομίζαμε πως είχαν κατακτηθεί. Γιατί κριτική σημαίνει αποδόμηση και αμφισβήτηση πρώτα απ’ όλα. Και όσο πιο σταθερά / παγιωμένα / αποφασισμένα εμφανίζονται ορισμένα ζητήματα, ενόσω γκρεμίζονται όλα τα υπόλοιπα, τόσο μετατρέπονται σε ισχυρά σύμβολα και λειτουργούν συνειδησιακά σαν τέτοια. Κι αυτό δεν είναι κάτι που συνέβη σε μια νύχτα. Χρειάστηκαν κάμποσες δεκαετίες κουκουλώματος για χάριν της ευημερίας και της σταθερότητας, δεκαετίες αποφυγής των ρήξεων και βολέματος, για να φτάσουμε σήμερα να ακούμε ξανά επίσημα και ανοιχτά βρισιές για “κομμούνια”, απεργούς πουλημένους, γυναίκες στην κουζίνα τους, ανώμαλες αδερφές, σκουρόχρωμους υπανθρώπους, τιμές, αίματα και ιερές πατρίδες, σαν κάτι φυσιολογικό, σαν κάτι που μπορεί να λέει κανείς ανοιχτά και ανενόχλητα. Χρειάστηκαν κάμποσες δεκαετίες εκπαίδευσης στη σαπίλα της μικροαστικής κουλτούρας. Αρκεί να πάρει κανείς σαν παράδειγμα τις κατά καιρούς σειρές ανεκδότων για τους αλβανούς (που τώρα έγιναν πακιστανοί), για τους τσιγγάνους, τους πόντιους, τις ρωσίδες, τις ξανθιές, τους χριστιανούς, τους παντρεμένους. Με αυτά μεγαλώσαμε και καταλάβαμε πολύ καλά τον υπόκωφο πόλεμο από τον οποίο ξεπηδούσαν τέτοιες απόψεις, που νομιμοποιούνταν και αναπαράγονταν ανάμεσα στους έλληνες -μικροαστούς και όχι μόνο- (και) μέσω του γέλιου και της κοροϊδίας. Τώρα καταλαβαίνουμε επίσης, πως στη δύσκολη στιγμή, αυτή η κουλτούρα είναι που πετρώνει και δημιουργεί τείχη βεβαιοτήτων και πεδία επιβολής όσων τυχαίνει να βρίσκονται έστω και πρόσκαιρα σε πλεονεκτική θέση απέναντι σε κάποιους άλλους.

 

Κάπως έτσι φτάνουμε να ζούμε μέσα στις δύο συνθήκες που περιγράψαμε. Από τη μία είμαστε εντελώς κυνικοί και αδιάφοροι απέναντι σε μια ευρεία γκάμα σημαντικών γεγονότων που μας αφορούν άμεσα ή έμμεσα, ενώ από την άλλη είμαστε εξαιρετικά εύθικτοι όταν πρόκειται με οποιονδήποτε τρόπο να αγγίξει κανείς τα κλαδιά και παρακλάδια της κουλτούρας του μικροαστικού εθνικού κορμού, που μέσα στην κρίση πολλοί εύχονται να είναι το σταθερό τους σημείο. Τα ξαναζεσταμένα και σύγχρονα ταμπού που όλο και κατακτούν τα πεδία του δημόσιου λόγου και η αναισθητοποίηση και ο κυνισμός, γίνονται οι ρίζες και τα κλαδιά του ίδιου δέντρου. Όσο μεγαλώνει το ένα, τόσο και το άλλο. Γιατί όσο πιο πολλά χαρίζει κανείς αδιαφορώντας στις εξουσίες και τον ολοκληρωτισμό, τόσο πιο λίγα και αρτηριοσκληρωτικά του μένουν να υπερασπιστεί.

]]>
Digital violence versus a violent reality https://gameover.zp/2013/04/01/digital-violence-versus-a-violent-reality/ Mon, 01 Apr 2013 15:37:58 +0000 http://gameoversite.gr/?p=842

«Θα μας πείτε, τελικά, κύριοι βουλευτές, προκαλούν τη βία τα video games; Θα μας πείτε, τελικά, κύριοι γονείς, καταλήξατε αν τα video games είναι πιο επικίνδυνα από τους Judas Priest για τα επιμελώς προστατευμένα παιδιά σας; Θα μας πείτε, τελικά, κύριοι συντηρητικοί, τι άλλο “ξεκάρφωτο” πράγμα προκαλεί τη βία, αφού δεν παραδέχεστε την πραγματικότητα;»

Μια απ’ τις πιο πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα της εσωτερικής πολιτικής των ηνωμένων πολιτειών είναι η δήλωση ομπάμα ότι επιθυμεί περισσότερες έρευνες για το ζήτημα των video games και τη σχέση τους με τη βία. Η εν λόγω απαίτηση του προέδρου προήλθε από την τελευταία σφαγή, από τις πολλές που έχουν συμβεί σε σχολεία των ηπα, σε ένα δημοτικό του connecticut, με θύματα 20 παιδιά, 6 δασκάλους και τον ίδιο το δράστη. Οι έρευνες για τα video games καλούνται να ενισχύσουν τις προσπάθειες του ομπάμα να περάσει νέες νομοθεσίες σχετικά με τον έλεγχο των όπλων, όσον αφορά την διάθεση, την αγορά και τη χρήση, τόσο για τους ενηλίκους, όσο για τους ανηλίκους πελάτες. Είναι γνωστό το ότι στις ηπα, μέχρι στιγμής, η διάθεση των όπλων είναι αρκετά ελεύθερη, με πολύ λίγους περιορισμούς, κατά κύριο λόγο στον τύπο του οπλισμού που μπορεί να αγοράσει κανένας.

Οι έρευνες για τα video games έχουν κι αυτές με τη σειρά τους μακρά ιστορία, ήδη από τις δεκαετίες των ‘60s, ίσως και ‘50s, από τη στιγμή, δηλαδή, που τα games άρχισαν να αφορούν ένα πολύ μεγαλύτερο κοινό από αυτό των επιστημόνων στα hi-tech πολεμικά ερευνητικά κέντρα, οι οποίοι πειραματίζονταν με τις δυνατότητες των νέων τεχνολογιών. Οι πρώτες επίσημες έρευνες εμφανίζονται, βέβαια, στα μέσα της δεκαετίας του 80, τη στιγμή που τα video games πλέον έχουν κατοχυρωθεί ως ένα ακόμη μαζικό μέσο διασκέδασης για τους νέους 10-25 και όχι μόνο. Τα μοτίβα δεν έχουν αλλάξει από τότε. Οι πολιτικοί, οι γονείς και οι επιστήμονες, όπως είναι φυσικό, σε ένα βαθμό, προβληματίζονταν για τις επιπτώσεις που το νέο μέσο μπορεί να έχει στις “τρυφερές” αυτές ηλικίες. Ηλικίες, που – έτσι κι αλλιώς – βρίσκονταν μέσα στην ατζέντα “προστασίας” των συντηρητικών, που τότε ξαναεπικρατούν πολιτικά, από τις κακές επιρροές. Μαζί με τα video games, τότε βρίσκονται στο στόχαστρο η μουσική και το σινεμά, με το πρώτο να είναι πιο γνωστό ως προς και την επιμονή γονέων και διαφόρων χριστεπώνυμων κηδεμόνων, αλλά και την αστειότητα της. Η θεματολογία ίδια, βία, σεξ και ναρκωτικά και πώς αυτά τα μέσα κάνουν χειρότερα και σπρώχνουν προς την παρακμή τα παιδιά και την κοινωνία, κατά συνέπεια.

Οι έρευνες για τα video games και τη βία, όπως και κάθε άλλη έρευνα για τέτοια αμφιλεγόμενα ζητήματα, όπως το παθητικό κάπνισμα και η εγκληματικότητα, έχουν αποφέρει, αν μη τί άλλο, αντίστοιχα αμφιλεγόμενα και αντιφατικά αποτελέσματα. Μέχρι το 2010, τα πορίσματα των ειδικών αποδείκνυαν – σίγουρα στους χρηματοδότες και τους ενδιαφερόμενους – ότι τα video games που εμπεριέχουν βία οδηγούν σε γενικότερα βίαιη συμπεριφορά. Τα πορίσματα αφορούσαν τις αντιδράσεις των συμμετεχόντων σε ζητήματα καθημερινής ζωής, πάνω στις οποίες έγιναν οι παρατηρήσεις, ή ταυτίζονταν με τις ενδείξεις που οι ψυχιατρικές θεωρίες συνδέουν με τη βία και την επιθετικότητα.

Από το 2010 και μετά, τα πράγματα αλλάζουν κάπως. Οι πιο πρόσφατες έρευνες καταφέρνουν να θολώσουν ακόμη περισσότερο τα νερά γύρω απ’ το ζήτημα, προσφέροντας, πλέον, επιχειρήματα και για τους ενάντιους του συσχετισμού των games με τη βία. Χρήσιμο είναι να αναφερθεί ότι απ’ το 2008, οι εταιρίες του κλάδου έχουν ρίξει εκατομμύρια στον αγώνα για την υπεράσπισή τους, πράγμα που αναπόφευκτα σημαίνει ότι κάποια από αυτά έχουν πάει και στα επιστημονικά think tanks.

Να σημειωθεί ότι, από τα μέσα της δεκαετίας των ’00s, η τεχνολογία γύρω από τα γραφικά και το σχεδιασμό έχει οδηγήσει σε όλο και περισσότερο ρεαλισμό στις απεικονίσεις του περιβάλλοντος του gaming. Είναι αναμενόμενο, επομένως, ότι τα πρόσφατα πορίσματα των ερευνών δείχνουν ακόμη και το ακριβώς αντίθετο με τις προηγούμενες, ότι, δηλαδή, δεν υπάρχει καμία απολύτως σύνδεση μεταξύ της βίας και των video games.

Άλλες θέλουν να αποδείξουν ότι ο ανταγωνισμός στο περιβάλλον του παιχνιδιού προκαλεί τη βίαιη συμπεριφορά ή ότι τα video games είναι ένας ακόμη παράγοντας ανάμεσα στους πολλούς που μπορούν να επηρεάσουν έναν άνθρωπο, όπως το φύλο, η τάξη και η βία στο σπίτι.

Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι αυτές οι πιο σύγχρονες έρευνες, σκόπιμα ή μη, θίγουν το ρεαλισμό του ζητήματος της βίας. Για διάφορους κύκλους πολιτικών τάσεων και απόψεων, είναι εύκολο να μοιράζονται αποκλειστικές ευθύνες σε σχέση με διάφορα ζητήματα – και η βία είναι ένα απ’ τα πιο σημαντικά – σε παράγοντες, σχετικούς ή άσχετους, πάντα για κάποια πολιτική σκοπιμότητα. Είναι πολύ εύκολο, για παράδειγμα, να χρεωθεί στον κακό χαρακτήρα κάποιου μια παραβατική συμπεριφορά, που περιλαμβάνει βία. Είναι εξίσου εύκολο να φταίει για κάποιον ακαθόριστο, αλλά αυτονόητο λόγο κάποιο πολιτιστικό παρελθόν για μια βίαιη πράξη. Και είναι συνηθισμένο να φορτώνεται κάποιος άλλος ευθύνη για να μπορεί έτσι να κρυφτεί η πραγματικότητα γύρω από ένα ζήτημα.

Η βία είναι εγγενές χαρακτηριστικό σχεδόν όλων των κοινωνιών και έχει, σχεδόν πάντα, να κάνει με τις σχέσεις εξουσίας και την ταξικότητα. Όπως επίσης, με το ίδιο πράγμα έχει να κάνει και το ποιος και ποια ενέργεια αναγνωρίζεται ως βίαιη ή πώς δικαιολογείται. Είναι αναπόφευκτο, για χάρη του θέματος, αν μη τί άλλο, να μιλήσουμε για τις καπιταλιστικές κοινωνίες, γιατί το gaming αφορά, κατά κύριο λόγο, αυτές. Στους κόλπους τέτοιων κοινωνιών, και ειδικά στη σύγχρονη εκδοχή τους, μέσα στην κρίση, δηλαδή, η βία είναι κομμάτι της καθημερινότητας. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, η βία που απευθύνεται από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα προς τα πιο ψηλά, ή και μέσα στα ίδια, αναγνωρίζεται, αφενός, ως τέτοια και στιγματίζεται με τον χειρότερο τρόπο, και, αφετέρου, δε δικαιολογείται ή εξηγείται με τρόπους που δείχνουν, είτε στο χαρακτήρα τον ατομικό, είτε στο πολιτισμικό υπόβαθρο, είτε με (ψευδο)επιστημονικές αναλύσεις για τους εγκληματίες και τη κληρονομικότητα. Σε καμία περίπτωση σχεδόν, όμως, δεν αναφέρεται αυτή η βία, όταν είναι τέτοια, ως παράγωγο της ταξικής θέσης και σχέσης, της κοινωνίας, των συνθηκών διαβίωσης ή της εκάστοτε συγκυρίας. Όταν ένας μετανάστης κλέβει για να ζήσει επειδή δεν έχει πολλές άλλες δυνατότητες, φταίει πάντα το γεγονός π.χ. ότι είναι μουσουλμάνος, αν και δεν έχει σχέση, ότι το πήρε απ’ τον πατέρα του ή ότι είναι παλιοχαρακτήρας.

Θα μπορούσε η αναφορά να θεωρηθεί κοινοτοπία, αξιόλογη εντούτοις, στο γεγονός ότι η βία που προέρχεται από τα πάνω προς τα κάτω μέσα στις κοινωνικές τάξεις είναι η πιο ευρέως διαδεδομένη. Συμβαίνει – και έχει προφανείς λόγους αυτό – είτε να δικαιολογείται, είτε να κρύβεται με διάφορα τεχνάσματα. Ένα τέτοιο τέχνασμα είναι το να μπαίνουν στο στόχαστρο τα video games, αναγνωριζόμενα ως η κυρίαρχη αφορμή για τη βία που μπορεί να ασκήσουν νέοι που ασχολούνται με αυτά. Σε καμία σχεδόν περίπτωση, όμως, δεν εξετάζεται ούτε σαν ένας πιθανός παράγοντας το γεγονός ότι οι γονείς και το σχολείο καταπιέζουν τα παιδιά, τα οποία, με τη σειρά τους, επηρεασμένα από τη γενική βίαιη κοινωνική συνθήκη, οδηγούνται αντίστοιχα σε βίαιες πράξεις διαφόρων επιπέδων.

Όσον αφορά στη βία των video games, η άποψη εξαρτάται απ’ το πώς αντιλαμβάνεται κανείς αυτό το μέσο. Κατά μία εκδοχή, τα games έχουν κατοχυρώσει τον εαυτό τους στο πάνθεο των media και, κατά συνέπεια, δε θα έπρεπε να τυγχάνουν διαφορετικής αντιμετώπισης σε σχέση με την απεικόνιση της βίας απ’ ότι τα υπόλοιπα mass media. Η τηλεόραση, αν μη τι άλλο, δεκαετίες τώρα, προσφέρει άπλετα εικόνες βίας σε όλα τα σπίτια, μέσω των δελτίων ειδήσεων, συνοδευόμενες από τρόμο και φόβο. Σε μια άλλη εκδοχή, τα video games γίνονται αντιληπτά ως έργα τέχνης της σύγχρονης εποχής και ότι η βία που μπορεί να εμπεριέχουν δε χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για τη βία καθεαυτή, αλλά για να προκαλέσουν σοκ, συναισθήματα ή για να προωθήσουν την εκάστοτε πλοκή. Στη σύγκριση με τις περιγραφές των μαχών στον Όμηρο, ας πούμε, που είναι υποχρεωτικό ανάγνωσμα στα σχολεία, ή με το “Σαλό” του Παζολίνι μπορεί τα video games να βγαίνουν και λιγότερο βίαια. Συν τοις άλλοις, αν θεωρηθούν όντως έργα τέχνης, τότε η βία που απεικονίζουν είναι καθρέφτης της κοινωνίας της ίδιας, που, όπως ειπώθηκε και πιο πριν, προσφέρει άπλετη βία σε καθημερινή βάση.

Κάνουμε αναφορά στη σύγχρονη εποχή, στον κόσμο των εικόνων και των ηλεκτρονίων. Έχουμε ξαναμιλήσει για τη δομή αυτού του κόσμου και τις αλλαγές τις οποίες έχει φέρει στην αντίληψη της πραγματικότητας και στη διαμόρφωση της ζωής των κοινωνιών. Είναι γεγονός ότι τα όρια του αληθινού και του φανταστικού, της φυσικής και της ψηφιακής ζωής θολώνουν όλο και περισσότερο. Και είναι, επομένως, αναπόφευκτο σχεδόν οι άνθρωποι που μεγαλώνουν από μικροί σε τέτοιο περιβάλλον να έχουν αφομοιώσει αυτή τη συνθήκη. Μέρος αυτού του κόσμου είναι και τα video games, ένα από τα πιο εξελισσόμενα τμήματά του. Διεκδικούν κι αυτά την όλο και μεγαλύτερη αληθοφάνεια στα ψηφιακά περιβάλλοντα, στον ψυχισμό των εικονικών χαρακτήρων και το ρεαλισμό για τις επιπτώσεις των επιλογών.

Κατά συνέπεια, αυτός ο ρεαλισμός επεκτείνεται και στις απεικονίσεις βίαιων ενεργειών. Είτε πρόκειται για σκηνικά φαντασίας με ξωτικά ή εξωγήινους, είτε ακριβείς αναπαραστάσεις του σύγχρονου πολέμου, τα video games κατακτούν όλο και περισσότερο έδαφος προς την πραγματική εμπειρία του να σκοτώνεις κάποιον. Με την ασφάλεια, πάντα, του save and reload και κυρίως το ότι δεν αφορούν όντως πραγματικές ζωές. Και εδώ, όμως, θα πρέπει κανείς να αναρωτηθεί: μπορεί ένας χρήστης, επηρεασμένος από τη καθημερινότητα και τη βία που της αντιστοιχεί, να διακρίνει κάθε φορά τα όρια της εικόνας και της πραγματικότητας; Να καταλάβει τις διαφορές στις επιπτώσεις μιας βίαιης ενέργειας στον ψηφιακό και τον φυσικό κόσμο; Η οριστική απάντηση μένει ακόμα να βρεθεί, αν και η πραγματικότητα έχει ήδη παρουσιάσει δείγματα για το προς τα πού γέρνει η ζυγαριά, μόνο βλέποντας με πόση ευκολία κάνουν αντίστοιχες επιλογές οι χειριστές των μοντέρνων ψηφιακών οπλικών συστημάτων.

Και για το τέλος, ας σκεφτεί κανείς το εξής. Τί, τελικά, επηρεάζει περισσότερο έναν δεκαεξάχρονο έφηβο. Η ψηφιακή αναπαράσταση της νεαρής Lara Croft στο Tomb Raider 2013, η οποία, με γραφικό ρεαλισμό, τόσο στην εικόνα, όσο και την ψυχοσύνθεση, σκληραγωγείται μέσω της εμπειρίας του φόνου και του θανάτου σε ένα ξεκομμένο απ’ τον πολιτισμό νησί; Ή οι ρεαλιστικές παραστάσεις βίας που μπορεί να έχει αυτός ο δεκαεξάχρονος στην καθημερινή του ζωή, οι πιέσεις που δέχεται από γονείς και δασκάλους για τις επιδόσεις του στο σχολείο, η προσπάθεια να είναι συμβατός με τα κοινωνικά πρότυπα για το τί σημαίνει να είσαι αγόρι ή κορίτσι και ταυτόχρονα η ανάγκη να είναι αποδεκτός από τις παρέες του; Και τελικά, τί μετράει περισσότερο; Οι περιπέτειες ενός ψηφιακού χαρακτήρα στην οθόνη ή ο μόνιμος ανταγωνισμός με την αποτυχία;

]]>
Ψηφιακά φίλτρα και αναλογικές αναμνήσεις https://gameover.zp/2013/04/01/%cf%88%ce%b7%cf%86%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%ac-%cf%86%ce%af%ce%bb%cf%84%cf%81%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%bc%ce%bd%ce%ae/ Mon, 01 Apr 2013 15:30:56 +0000 http://gameoversite.gr/?p=838

Ποιά είναι η σχέση ανάμεσα στην ψηφιακή και την αναλογική φωτογραφία; Με μια πρώτη σκέψη θα έλεγε κανείς ότι αντί για τον παραδοσιακό κόκκο υπάρχουν πλέον τα pixel. Δεν είναι φυσικά (μόνο) τα pixel αλλά μια ολόκληρη συνθήκη που τις κάνει να είναι διαφορετικές. Και που έχει να κάνει με τις νέες τεχνολογίες που εφαρμόζονται στην ψηφιακή φωτογραφία αλλά και με τα διάφορα παρεπόμενα αναφορικά με το internet και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (μ.κ.δ.). Η ψηφιακή φωτογραφία είναι στην πραγματικότητα μια τελείως διαφορετική διαδικασία απο την αναλογική. Έχει άλλα χαρακτηριστικά, οδηγεί σε άλλα αποτελέσματα και προκύπτει από/αναφέρεται σε τελείως διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό της αναλογικής φωτογραφίας είναι η “στιγμή” της φωτογράφισης και πιο συγκεκριμένα εκείνο το κομμάτι χρόνου όπου το φιλμ γράφει πάνω του το φως. Αυτό που τραβούσες εκείνη τη στιγμή ήταν κι αυτό που είχες σαν αποτέλεσμα στο φιλμ και στο χαρτί (εκτός απροόπτου βέβαια). Προφανως αν τύπωνε κάποιος μόνος του στον θάλαμο είχε παραπάνω δυνατότητες στο πώς να εμφανίσει μια φωτογραφία, μπορούσε να την τυπώσει με σαράντα διαφορετικούς τρόπους, αλλά αυτό δεν ξέφευγε πολύ απο την μήτρα-φιλμ και επίσης, ήταν αρκετά πιο δύσκολο για να το κάνει ο καθένας. Ακόμα πιο δύσκολες ήταν επεξεργασίες τύπου μοντάζ ή επιχρωματισμός, όπου εκεί αυτός που έφτιαχνε τη φωτογραφία έπρεπε να λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό σαν ζωγράφος. Το βασικό λοιπόν στο αναλογικό παράδειγμα ήταν στιγμή της φωτογραφίας, η οποία έπρεπε να είναι ακριβής, εύστοχη και “χαρακτηριστική”. Στην ψηφιακή φωτογραφία, η δυνατότητα της επεξεργασίας έχει αυξηθεί τόσο, λόγω της ευκολίας που προσφέρουν οι υπολογιστές, όπου ο καθένας μπορεί να «πειράξει» τις φωτογραφίες του, σε μεγάλο βαθμό, όπως θέλει. Αυτό που στο παρελθόν για να το κάνει κανείς μπορεί να χρειαζόταν χρόνια εμπειρίας και εκπαίδευσης τώρα μπορεί να μάθει να το κάνει εύκολα και μάλιστα έχοντας πολλές φορές καλύτερο αποτέλεσμα. Αυτό, σε μεγάλο βαθμό, έχει στην ουσία μεταθέσει το κέντρο βάρους της φωτογραφίας από τη στιγμή της λήψης της, στη μετά-επεξεργασία. Δηλαδή στο γνωστό «κάτσε να την τραβήξω μία στα γρήγορα και τη φτιάχνω μετά στο photoshop», γεγονός που έχει επηρεάσει ακόμα και τον τρόπο που γίνονται οι επαγγελματικές φωτογραφίσεις.

Βέβαια, για να μιλήσουμε για την ψηφιακή φωτογραφία σήμερα, δεν μπορούμε να μη λάβουμε υπόψιν το internet και τα μ.κ.δ. στα οποία (και για τα οποία) οι ψηφιακές φωτογραφίες αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό, αλλά επίσης και τα κινητά τηλέφωνα με κάμερα, τα οποία αποτελούν σε μεγάλο βαθμό πλέον, το κύριο εργαλείο παραγωγής και διακίνησης της ψηφιακής φωτογραφίας.
Στο αναλογικό παράδειγμα οι φωτογραφίες αν υπάρχουν, υπάρχουν για να είναι τυπωμένες (κι έτσι είναι και με ένα τρόπο προσωπικές). Οι αναλογικές φωτογραφίες κρατούσαν στιγμές ανάμεσα σε γεγονότα που μπορεί να είχαν ζήσει κάποιοι. Και πήγαιναν μαζί με τις αναμνήσεις, τις σκέψεις και τα συναισθήματα που αυτοί είχαν βιώσει. Τις αναμνήσεις που είχε ο καθένας και η καθεμία στο κεφάλι, στο σώμα και στην καρδιά του. Αυτά ήταν τα βασικά (και τα σημαντικά). Οι φωτογραφίες ήταν απλά ένα κομμάτι, χωρίς το οποίο όμως κανείς δε σκεφτόταν ότι δεν είχε ζήσει τίποτα.
Με την εξάπλωση της ψηφιακής φωτογραφίας δεν ισχύει πλέον αυτό. Αυτή η σχέση, που περιγράφουμε πιο πάνω, η οποία υπήρχε μεταξύ φωτογραφίας και βιωμένης πραγματικότητας έχει παραλλαχθεί εντελώς. Δεν είναι μόνο, ότι τραβάς μια φωτογραφία χωρίς να έχεις σκοπό να την τυπώσεις. Δεν την τραβάς καν για να θυμάσαι ή για να αποτυπώσεις μια σημαντική στιγμή. Αλλά βγάζεις το κινητό και φωτογραφίζεις τα πάντα γιατί αν δεν έχεις φωτογραφίες, τις οποίες θα βάλεις μετά στο facebook ή στο instagram ή όπου αλλού, είναι σαν να μην έχεις ζήσει τίποτα από όλα όσα έκανες. Υπάρχει μια χαρακτηριστική έκφραση στ’ αγγλικά, το “been there, done that” που πολλοί αμερικανοί τουρίστες φοράνε σαν στάμπα στα μπλουζάκια τους, η οποία, αν και η ακριβής σημασία είναι διαφορετική, εντούτοις περιγράφει πολύ συνοπτικά και εύστοχα αυτή τη λογική της αποτύπωσης του οποιουδήποτε γεγονότος και στιγμής. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, οι φωτογραφίες καταλήγουν από τη μία να αποτελούν ένα είδος “αποδεικτικού στοιχείου” των εμπειριών που έχει ζήσει ο καθένας και ταυτόχρονα παύουν να είναι προσωπικές, αφού οι δυνατότητες αναπαραγωγής τους είναι τεράστιες. Θα μπορούσαμε να πούμε σχεδόν απεριόριστες, όπως άλλωστε συμβαίνει με ό,τι ανεβαίνει στο internet. Ακόμα και όταν δεν τις ανεβάζει κανείς στο internetκαι στα μ.κ.δ., τις κρατάει κατά εκατοντάδες στα αρχεία του υπολογιστή, ο οποίος στην εποχή της ψηφιοποίησης και της ψηφιοποιημένης μνήμης θυμάται για εμάς, χωρίς εμάς και άρα όποτε χρειάζεται να θυμηθούμε κάτι, μπορούμε απλά να ανατρέξουμε στα αρχεία του. (1. Για αφισα απο site)

Τα μ.κ.δ. βέβαια είναι μια λίγο πιο προχωρημένη εκδοχή του ότι ο υπολογιστής θυμάται για εμάς, όχι μόνο επειδή αδυνατεί κάποιος να θεωρήσει ότι έχει ζήσει κάτι αν δεν το έχει ανεβάσει στο facebook, στο instagram ή όπου αλλού. Αλλά κι επειδή ο κάθε χρήστης των μ.κ.δ. χρησιμοποιεί τα διάφορα φωτογραφικά φίλτρα για να πετύχει πιο vintage ή πιο κουλτουριάρικα ή πιο «ότι θέλει ο καθένας» αποτελέσματα, για να φτιάξει την εικόνα του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της πρακτικής είναι οι φωτογραφίες που μοιάζουν παλιές ή που αντιγράφουν το στυλ μιας διαφημιστικής καμπάνιας προϊόντων ένδυσης. Υπάρχουν εφαρμογές που σου δίνουν ό,τι προφίλ θες, ό,τι ταυτότητα θέλεις να «ανεβάσεις». Κι έτσι, οι φωτογραφίες έχουν φτάσει να είναι το βασικό εργαλείο για τη διαμόρφωση του θεαματικού προφίλ και της ταυτότητας των χρηστών των μ.κ.δ.[ref]Ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα είναι οι φωτογραφικές μηχανές Lomo, οι οποίες αν και χρησιμοποιούν την τεχνολογία του φιλμ, είναι αναλογικές δηλαδή, οι φωτογραφίες που τραβάνε οι χρήστες τους χρησιμοποιούνται κατά κόρον για να ανέβουν στα αντίστοιχα μ.κ.δ. Αρκετές από τις εφαρμογές που περιγράψαμε πιο πάνω έχουν φτιαχτεί για να μιμούνται το αποτέλεσμα των φωτογραφιών τέτοιου είδους μηχανών, οι οποίες λόγω της κατασκευής τους, των αντίστοιχων φιλμ, αλλά και του τρόπου με τον οποίο γίνονται οι λήψεις, έχουν συγκεκριμένα αποτελέσματα όσον αφορά τα χρώματα και την ατμόσφαιρα των φωτογραφιών. Μάλιστα στην ίδια σειρά φωτογραφικών μηχανών, πωλείται πλέον το Lomography Smartphone Film Scanner, γιατί αν δεν σκανάρεις τις φωτογραφίες για να τις ανεβάσεις στο δίκτυο, γιατί τις έβγαλες, για να τις κοιτάς μόνος σου;[/ref]

Το να φωτογραφίζει κανείς με μια ψηφιακή μηχανή -πόσο μάλλον μ’ ένα κινητό- σημαίνει ότι δεν έχει να σκέφτεται διαφράγματα, ταχύτητες κι εστίαση και έχει απλά να βρεί τι θέλει να τραβήξει κοιτάζοντας την οθόνη που έχει μπροστά του. Είναι πολύ χαρακτηριστική η διαφήμιση για μια ψηφιακή μηχανή πριν λίγα χρόνια, που είχε σαν βασικό της μότο το “don’t_think_shoοt!”, το οποίο μπορούμε να πούμε ότι περιγράφει με ακρίβεια το πώς τραβάει κανείς σήμερα φωτογραφίες. Μπορεί βέβαια κάποιος να δουλεύει μια ψηφιακή μηχανή στο manual, όμως αυτό πιο πολύ μοιάζει με το να χρησιμοποιεί μια αναλογική μηχανή, και σίγουρα δεν αποτελεί το χαρακτηριστικό τρόπο με τον οποίο τραβάει ο κόσμος φωτογραφίες σήμερα, στην εποχή του αυτοματισμού.
Επιπλέον, το να τραβάει κανείς σήμερα φωτογραφίες δεν έχει κανένα κόστος. Κι όταν λέμε κόστος δεν εννοούμε μόνο το οικονομικό, το ότι δηλαδή είναι φτηνότερο απ’ ότι παλιότερα, αλλά μιλάμε για την ευκολία με την οποία γίνονται οι λήψεις, η οποία έχει περάσει τη φωτογραφία, σαν ολόκληρο τομέα, σ’ ένα άλλο επίπεδο. Σ’ ένα επίπεδο που αν το δούμε μαζί με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά που έχουμε περιγράψει θυμίζει αρκετά αυτό της κατανάλωσης διαφημιστικών προιόντων ή προιόντων supermarket.

Η ψηφιακή φωτογραφία, μπορούμε να πούμε οτι κατάφερε κάτι το οποίο με την αναλογική δεν ήταν δυνατό να γίνει. Κατέστησε δυνατό το να μπορεί ο καθένας να φωτογραφίζει οποτεδήποτε και οπουδήποτε, έχοντας πολλές δυνατότητες κι επιλογές, αλλά και να επεξεργάζεται τις φωτογραφίες του σε μεγάλο βαθμό από μόνος του μέσα από διάφορες εύχρηστες εφαρμογές. Κατάφερε να κάνει τη φωτογραφία να μην είναι μόνο για λίγους όπως ήταν παλιότερα, αλλά και να μην εξαρτάται από ένα μέσο, να μπορεί να προσαρμόζεται σε Η/Υ, κινητά, κάμερες και πολλές διαφορετικές φορητές και μη συσκευές. Την «άνοιξε» κοινωνικά ετσι ώστε ο καθένας να μπορεί πλέον να το κάνει χωρίς τους περιορισμούς της αναλογικής. Και όλο αυτό πήγε πακέτο αλλά και ενίσχυσε τη γενικότερη, κοινωνική σε μεγάλο βαθμό, συνθήκη που περιγράφουμε, η οποία κάνει την ψηφιακή φωτογραφία να είναι μια πολύ συγκεκριμένη διαδικασία, με ορατά αποτελέσματα στις κοινωνικές σχέσεις αλλά και στον τρόπο που αναπαράγουμε/αποτυπώνουμε/αντιλαμβανόμαστε τα προσωπικά και μη βιώματα.

]]>