Είναι μια κουβέντα που ακούγεται τακτικά στα πανεπιστήμια: ο φοιτητής είναι εργάτης. Αν και δε συνοδεύεται από πρακτικές στηριγμένες σ’ αυτή τη βεβαιότητα, μοιάζει πως το o φοιτητής είναι εργάτης έχει μια επικίνδυνα ιδεολογική ελκυστικότητα – μέσα στις τωρινές συνθήκες της κρίσης. Η λέξη “επικίνδυνα” αφορά αυτό: οι παραδοσιακές βεβαιότητες (και οι παραδοσιακοί πολιτικοί ακτιβισμοί) φαίνεται να κλονίζονται και μέσα στα πανεπιστήμια, καθώς αυτά τα ιδρύματα σαν (βάσει του manual κατασκευής και λειτουργίας τους) φυτώρια των αυριανών μεσοστρωμάτων πληρώνουν το δικό τους μερίδιο στην ανεξερεύνητη καπιταλιστική κρίση / αναδιάρθρωση…. Συνεπώς η ταυτότητα ο φοιτητής είναι εργάτης, που βρίσκεται στον αντίποδα του πολύχρονου φοιτητικού αιτήματος δεν θέλουμε να γίνουμε εργάτες, μπορεί να έχει πολλές αποπροσανατολιστικές συνέπειες. Και, κυρίως, να ακυρώσει στα σπάργανά τους τις δυνατότητες μιας καινούργιας μαχητικής θεωρητικής και πρακτικής κριτικής, μέσα κι έξω απ’ το εκπαιδευτικό σύστημα· δυνατότητες που γίνονται όλο και πιο αναγκαίες καθώς οι παλιές βεβαιότητες καταρρέουν.
Ας δούμε το θέμα σύντομα αλλά με μια σειρά.
η κατεργασία
Η πιο ακριβής περιγραφή του ποιά είναι η σκοπιμότητα του εκπαιδευτικού συστήματος έτσι όπως το ξέρουμε (και κατά συνέπεια ο πιο σωστός προσδιορισμός του “τι είναι ο φοιτητής”) είναι η ποιοτική προετοιμασία της (αυριανής) δυνατότητας εργασίας. Εναλλακτικά τις λέξεις “δυνατότητα εργασίας” μπορούμε να τις πούμε “εργασιακή δυνατότητα” – όμως εδώ ακριβώς χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή και ακρίβεια. “Εργασιακή δυνατότητα” είναι ασφαλώς και η εργατική δύναμη· είναι όμως και η ανθρωποδιοίκηση κάθε είδους. Συνεπώς, η ποιοτική προετοιμασία της δυνατότητας εργασίας, αυτή καθ’ εαυτή, δεν προκαταβάλει το είδος και, κυρίως, την κοινωνική θέση αυτής της εργασίας, παρά μόνο με ένα συγκεκριμένο τρόπο: μέσα απ’ τη διαστρώματωση στο εσωτερικό του ίδιου του εκπαιδευτικού συστήματος. Το “απόφοιτος γυμνασίου”, το “απόφοιτος λυκείου”, το “πτυχιούχος τεχνολογικών σπουδών”, το “πτυχιούχος πανεπιστημίου” και το “κάτοχος διδακτορικού”, που είναι αρθρωμένα μεν σε μια αλυσίδα διαδοχικών βημάτων, αλλά από στάδιο σε στάδιο κάποιοι αποκλείονται, αντιστοιχούν σε διαφορετικές δυνατότητες (ή και υποσχέσεις) εργασίας.
Απ’ αυτήν την άποψη, λοιπόν, ο φοιτητής είναι ένας πιο αναβαθμισμένος (ή, αν κάποιος θέλει να δοκιμάσει άλλες έννοιες: πιο “ειδικεύσιμος”) μαθητής λυκείου· που με τη σειρά του είναι ένας πιο αναβαθμισμένος μαθητής γυμνασίου· που με τη σειρά του είναι ένας πιο αναβαθμισμένος μαθητής δημοτικού. Εάν επρόκειτο ο φοιτητής να χαρακτηριστεί “εργάτης” τότε, πηγαίνοντας προς τα πίσω, θα έπρεπε να χαρακτηριστούν “εργάτες” και οι μαθητές του δημοτικού – πράγμα που θα προκαλούσε μια τέτοια διαστολή της έννοιας “εργάτης” ώστε ουσιαστικά αυτή να καταστρέφεται.
Δεν είναι όμως αυτό μόνο το ζήτημα. Η ποιοτική προετοιμασία της δυνατότητας εργασίας (δηλαδή το εκπαιδευτικό σύστημα σα σύνολο, μαζί διδάσκοντες και διδασκόμενοι) έχει πράγματι οργανική σχέση με την πράξη (και άρα την εκμετάλλευση) της εργασίας. Όχι, όμως, επειδή ταυτίζεται μαζί της! Αλλά επειδή την περιβάλλει, την οργανώνει ως ένα σημείο, την περιφρουρεί (και ιδεολογικά). Αντίστοιχη είναι η θέση της επισκευής της δυνατότητας εργασίας (το σύστημα υγείας) ή του συνετισμού / πειθάρχησης της δυνατότητας εργασίας (το δικαιϊκό και πειθαρχικό σύστημα). Κάθε ένας απ’ αυτούς τους τόπους / θεσμούς, το σχολείο, το νοσοκομείο και η φυλακή, περιέχουν εργασία (κάποιοι όντως δουλεύουν εκεί) και ταυτόχρονα “κατεργάζεται” το εργασιακό εν δυνάμει των υποκειμένων / “αντικειμένων” που ανήκουν στην αρμοδιότητά του. Το σχολείο / πανεπιστήμιο “μορφώνει”, το νοσοκομείο “επιδιορθώνει”, η φυλακή “τιμωρεί”. Συνεπώς, εάν κάποιος θεωρήσει ότι ο μαθητής / φοιτητής σαν τέτοιος είναι εργάτης, τότε πρέπει να κάνει ακριβώς την ίδια παραδοχή και για τον άρρωστο / τραυματία, και για τον φυλακισμένο: κάθε μια απ’ αυτές τις φιγούρες θα πρέπει να θεωρείται “εργατική” απλά και μόνο επειδή υπόκειται στις ρυθμίσεις του συστήματος υγείας ή τιμωρίας, χωρίς να χρειάζονται άλλα χαρακτηριστικά ή προσδιορισμούς. Αυτό θα κατέληγε σ’ έναν οργιαστικό “πανεργατισμό”, μια προσέγγιση του είδους τα πάντα – όλα – εργάτες! Που θα ήταν απόλυτα άχρηστη έως επικίνδυνη για τον προλεταριακό ανταγωνισμό.
Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι επειδή ακριβώς αυτά τα συστήματα (το εκπαιδευτικό, το υγειονομικό και το πειθαρχικό) περιφρουρούν, το καθένα με τις δικές του προδιαγραφές, την εκμετάλλευση της εργασίας, έχουν ενσωματωμένα και μερικά χαρακτηριστικά αυτής της εκμετάλλευσης, προς “χρήση” των υπο κατεργασία υποκειμένων / αντικειμένων τους. Ας πούμε: το αυστηρό ωράριο / πρόγραμμα. Όμως δεν είναι από μόνο του το «πρωϊνό ξύπνημα» (για παράδειγμα) που κάνει τον μαθητή της Α και της Β δημοτικού εργάτες· «πρωϊνό ξύπνημα» (και μάλιστα πολύ νωρίτερα) έχουν τόσο οι καλόγεροι όσο και οι στρατιώτες. Η θρησκεία και ο στρατός είναι δυο ακόμα συστήματα περιφρούρησης της εκμετάλλευσης της εργασίας· όμως ο καλόγερος που πηγαίνει στον όρθρο δεν είναι εργάτης!
Το τελευταίο που καθόλου δεν πρέπει να υποτιμηθεί είναι ο παράγοντας της κοινωνικής καταγωγής. Απ’ το μαζικό χαρακτήρα του τον ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα περιλαμβάνει εξίσου παιδιά εργατών, παιδιά μικροαστών, παιδιά μεσοαστών, παιδιά μεγαλοαστών. Νέους και νέες δηλαδή που έχουν ανατραφεί σε συγκεκριμένα οικογενειακά / κοινωνικά περιβάλλοντα, με συγκεκριμένα αξιακά ή/και ιδεολογικά χαρακτηριστικά, κυρίως όμως με συγκεκριμένη θέση μέσα στην ιεραρχία των τάξεων. Βάσει ποιάς λειτουργίας ο νεαρός μικροαστός ή μεσοαστός είναι τέτοιος σαν μαθητής (ή μήπως ούτε εκεί είναι τέτοιος;) αλλά γίνεται εργάτης μόλις κλείσει τα 18 του και μπει στο πανεπιστήμιο; Είναι οι εισαγωγικές εξετάσεις μια διαδικασία ταξικής εκτροπής και, ακόμα περισσότερο, ταξικής υποβάθμισης; Άλλο ένα λογικό αδιέξοδο…
η διανοητική εργασία
Ας κρατήσουμε λοιπόν σαν πρώτο συμπέρασμα το εξής. Η θέση του “εκπαιδευόμενου” σαν τέτοια, όπως άλλωστε η θέση του “επισκευαζόμενου” και η θέση του “τιμωρούμενου”, δεν είναι “από μόνες” τους εργατικές. Μπορούν, αντίθετα, να καταλαμβάνονται από μέλη οποιασδήποτε τάξης: και οι γόνοι των μικροαστών και των μεγαλοαστών πρέπει να εκπαιδευτούν· όπως επίσης συμβαίνει να τραυματίζονται ή να αρρωσταίνουν και οι μικροαστοί και οι μεσοοαστοί· τέλος, καμιά φορά, κάποιοι απ’ αυτούς μπορεί να βρεθούν και πίσω απ’ τα σίδερα. Όμως αυτές οι θέσεις έχουν πράγματι σχέση με την οργάνωση της εργασίας. Θα μπορούσαμε προσωρινά αυτή τη σχέση να την ονομάσουμε “περιμετρική”, όχι για να τη θεωρήσουμε “μικρής σημασίας” αλλά, αντίθετα, για να μπορούμε να αναλύσουμε τη σημασία που έχει σα “δακτύλιος” γύρω και μέσα στην εκμετάλλευση της εργασίας.
Το βασικό τώρα στοιχείο του μεγαλύτερου μέρους της “τριτοβάθμιας” ποιοτικής προετοιμασίας των δυνατοτήτων εργασίας είναι πως αφορά αυτό που λέγεται διανοητική (ή πνευματική) εργασία. Αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ “πνευματικής” και “χειρωνακτικής” εργασίας κατάγεται οπωσδήποτε απ’ τον χριστιανικό / πλατωνικό διαχωρισμό ανάμεσα στο (ανώτερο) πνεύμα και το (υποδεέστερο) σώμα, και έχει υπάρξει καίριος στην καπιταλιστική διατίμηση διάφορων μορφών εργασίας. Το βέβαιο είναι ότι ακόμα και στις τεχνικές τριτοβάθμιες σχολές, οι εκπαιδευόμενοι δεν προετοιμάζονται ούτε προορίζονται για να δουλεύουν σαν απλοί χειρώνακτες. Συνεπώς το ζήτημα της διανοητικής εργασίας (της εκπαίδευσης σ’ αυτήν) είναι κεντρικό τόσο για τα πανεπιστήμια όσο και για τους φοιτητές και τις φοιτήτριες. Είναι κεντρικό πρακτικά, είναι κεντρικό ιδεολογικά.
Εδώ η ιστορία είναι αδιάψευστος μάρτυρας. Είτε αποδέχεται κανείς de facto την “υψηλότερη αξία” της διανοητικής εργασίας (σε σχέση με τη σωματική / χειρωνακτική) οπότε, με απόλυτη ακρίβεια, αποδέχεται ότι όταν αυτή (η διανοητική εργασία) θα ασκηθεί πρέπει να πληρώνεται πολύ υψηλότερα από άλλες μορφές (σωματικής / χειρωνακτικής δουλειάς)… και, κατά συνέπεια, καταλήγει σε απαιτήσεις του είδους “να μη χάσουν την αξία τους τα πτυχία μας” και σε δακρύβρεχτα φαινόμενα τύπου “g700”… Είτε δεν την αποδέχεται καθόλου, την αναλύει κριτικά (μιλάμε πάντα για την διανοητική εργασία) σαν αυτό που είναι, παραλλαγή δηλαδή του καπιταλιστικού ακρωτηριασμού σε βάρος των εργατών γενικά – οπότε κάνει μερικά αποφασιστικά και κρίσιμα βήματα για να συναντήσει, χωρίς μυθοποιήσεις, το προλεταριάτο, σαν τάξη… όταν βρεθεί να δουλεύει.
Προκύπτει από εδώ μια ιδιαίτερη παράμετρος της σχέσης του φοιτητή (σαν φοιτητή) με τους εργάτες. Κι αυτή η παράμετρος αφορά την ποιοτική (εν τέλει: πολιτική) αντι-προετοιμασία του σε σχέση μ’ αυτό το καίριο σημείο του (σύμφωνα με τις υποσχέσεις) μέλλοντός του. Αφορά, μ’ άλλα λόγια, την ατομική, προσωπική βεβαιότητα του αν “αξίζει” πολλά (σε χρήμα, κοινωνικό status, κλπ) επειδή εκπαιδεύτηκε διανοητικά (κακής κακώς βέβαια, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία)· ή, αντίθετα, την πολιτική επιλογή του ότι η προσωπική του εκπαίδευση δεν συνεπάγεται σαν τέτοια “λεφτά” αλλά αποτελεσματικότερη επιστροφή των γνώσεων (που απέκτησε) προς όφελος του προλεταριάτου. Και υπάρχουν πολλοί τρόποι γι’ αυτήν την επιτροφή των γνώσεων εκεί που ανήκουν!
Ένα motto του συστήματος που βρισκόταν σε μεγάλη χρήση τις δύο τελευταίες δεκαετίες ήταν το η γνώση είναι κεφάλαιο. Τ’ αφεντικά ήξεραν πολύ καλά τι εννοούσαν μ’ αυτό. Η συντριπτική πλειοψηφία όμως των φοιτητών και των φοιτητριών (και όχι μόνο στην ελλάδα) μαζί με τις οικογένειές τους το κατάλαβαν εντελώς διαφορετικά. Νόμισαν ότι σημαίνει πως όποιος έχει σπουδάσει γίνεται de facto πλούσιος – σε φράγκα! Λαμβάνοντας υπ’ όψη τον υποχρεωτικό ανταγωνισμό του “μόνος εναντίον όλων” που είναι βασικό στοιχείο του εκπαιδευτικού συστήματος, ειδικά μάλιστα της τριτοβάθμιας και τεταρτοβάθμιας φάσης του, μπορεί κανείς εύκολα να καταλάβει το γιατί αυτή η πεποίθηση δε θα μπορούσε ποτέ να είναι εργατική! Αυτός ο “πλούτος μέσω των γνώσεων” και ειδικά μέσω των πιστοποιητικών τους (πτυχίων, master, διδακτορικών) ήταν και είναι πάντα ισχυρά ατομικός και καθόλου συλλογικός· πολύ λιγότερο της εργατικής τάξης.
το πριν και το μετά
Ενώ, λοιπόν, ο φοιτητής σαν τέτοιος δεν είναι εργάτης (μιλάμε πάντα για τους φοιτητές και τις φοιτήτριες που δε δουλεύουν στη διάρκεια των σπουδών τους· γιατί εάν δουλεύουν τότε το ζήτημα τίθεται εύλογα εντελώς διαφορετικά…) δεν είναι και οτιδήποτε άλλο! Για την ακρίβεια βρίσκεται ανάμεσα σε δύο καταστάσεις. Απ’ τη μια μεριά κουβαλάει το κοινωνικό του / της παρελθόν, άρα την κοινωνική / ταξική καταγωγή και διαπαιδαγώγησή του / της. Κουβαλάει την εργατική ή μικροαστική ή μεσοαστική ή μεγαλοαστική προέλευσή του / της. Απ’ την άλλη μεριά όμως έχει μπροστά την ποιοτικά επεξεργασμένη μέσω της εκπαίδευσης δυνατότητα εργασίας· και μέσω αυτής την (κατ’ αρχήν τουλάχιστον) ένταξή του / της στην περιβόητη “αγορά εργασίας”. Θα βρεθεί άραγε εκεί που ελπίζει, εκεί που θεωρεί ότι ταιριάζει στην ατομική “αξία” του / της; Και τι άραγε θα χρειαστεί να κάνει προκειμένου να “πετύχει”;
Πράγματι, ο φοιτητής (εκείνος που δε δουλεύει) σχετίζεται με την “αγορά εργασίας” με τρεις τρόπους. Ο ένας είναι παρελθοντικός, και αφορά την κοινωνική του προέλευση και τη δουλειά – των – γονιών του. Ο δεύτερος είναι μελλοντικός, και αφορά τις ατομικές ελπίδες και ιδεολογικές πεποιθήσεις του. Ο τρίτος αφορά τους εργάτες και τις εργάτριες που συναντάει στην καθημερινή του ζωή: απ’ την καθαρίστρια της πολυκατοικίας που μένει μέχρι την γκαρσόνα στα μπαρ που πηγαίνει (αν πηγαίνει…) κι απ’ τον ντελιβερά που φέρνει την πίτσα μέχρι τους σκουπηδιάρηδες που μαζεύουν τα σκουπίδια του. Η εργατική τάξη δεν είναι καθόλου απούσα ή αόρατη στον ορίζοντα του φοιτητή, κι αυτός έχει μαζί της διαρκώς σχέσεις, σχέσεις καθημερινές, ακόμα κι αν αυτές συμπυκνώνονται στην εξής μία στάση: πλήρης αδιαφορία και υποτίμηση.
Είναι (και) μέσα απ’ αυτές τις “ανεπίσημες” σχέσεις που ο φοιτητής διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την πραγματική του σχέση με την εργατική τάξη – και όχι μέσα από εγκεφαλικές και ιδεολογικές κατασκευές και θεωρήματα. Γιατί, κατά τα άλλα, αυτό είναι ένα απ’ τα γνωστά και παλιά ελαττώματα των φοιτητών, ειδικά εκείνων που αυτοχαρακτηρίζονται “επαναστάτες”: ο εγωκεντρικός διανοουμενισμός τους!
Ακόμα κι εδώ υπάρχει ένα θέμα που θα αξίζει να το ονομάσουμε ζήτημα του ταξικού ανταγωνισμού χωρίς καθόλου να απαιτείται να θεωρηθούν οι φοιτητές (σαν τέτοιοι) εργάτες. Γιατί πως αλλιώς να εξηγήσουμε το γεγονός ότι πριν ενάμισυ χρόνο θεσμοθετήθηκε και στην ελλάδα το περιβόητο “σύμφωνο πρώτης απασχόλησης”, που επιτρέπει στ’ αφεντικά να πληρώνουν σχεδόν χατζιλίκι τους νέους και τις νέες κάτω από 25 χρονών, κι όμως, άκρα του τάφου σιωπή απ’ όλους και όλες που θίγονται; Πως αλλιώς να εξηγήσουμε αυτήν τη σιωπή / αδιαφορία αν όχι σαν προϊόν του μεγάλου πλεονάσματος “επαναστατικού διανοουμενισμού” που υπάρχει στα ελληνικά πανεπιστήμια;
Εύκολα καταλαβαίνει κανείς (αν θέλει να καταλάβει…) πως δε θα χρειαζόταν να αυτοχαρακτηρίζονται οι φοιτητές (και οι μαθητές) σαν εργάτες για να έχουν ξεσηκωθεί, σε σχολεία και πανεπιστήμια, σ’ έναν σκληρό αγώνα εναντίον αυτής της μαζικής εργασιακής υποτίμησης!!! Θα ήταν αρκετό να έχουν συναίσθηση ότι θα γίνουν εργάτες την πρώτη μέρα σε οποιαδήποτε δουλειά· και ότι θα τους εκμεταλλεύονται πιο άγρια από ποτέ επειδή είναι “νέοι” και “μαθητευόμενοι”!!! Εύκολα καταλαβαίνει, επίσης, όποιος θέλει να καταλάβει τι σημασία θα είχε ένας τέτοιος αποφασισμένος αγώνας για το σύνολο των ντόπιων προλετάριων.
Αυτά θα ήταν αρκετά. Φαίνεται όμως ότι σκοντάφτουν ακόμα στην έλλειψη συναίσθησης της πραγματικότητας. Κι αν αυτή η συναίσθηση λείπει, τότε οι “φιλεργατικές” φαγούρες είναι μόνο η ντροπή της ιδεολογίας.